ROMAS SUKYS ν. GRAND GO GROUP LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1318/16, 17/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1318/16 ROMAS SUKYS Ενάγοντας - Καθ΄ ου η Αίτηση και 1. GRAND GO GROUP LIMITED 2. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΧΑΜΠΗ 3. DARIUS SILINIS 4. MARTYNAS LAIVYS 5. BRENALAN INVESTMENTS LIMITED 6. CIRCLESERVUS LIMITED 7. ARCTICSERVUS LIMITED 8. ΧΡΗΣΤΟΣ Δ. ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ 9. GRAND CRU AIRLINES UAB 10. VALDAS BARAKAUSKAS Εναγόμενοι - Αιτητές Αίτηση Ημερομηνίας 21.3.17 Ημερομηνία: 17.11.17. Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 9 και 10 - Αιτητές: κ. Π. Παναγίδης για Χρύσης Δημητριάδης & Σία. Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Μ. Λοΐζου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αίτηση ημερομηνίας 21.3.17 καταχωρίστηκε από τους Εναγόμενους 9 και 10 και με αυτή οι Αιτητές εξαιτούνται τις ακόλουθες θεραπείες: "Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εναντίον των Εναγομένων 9 και 10 / Καθ΄ ων η αίτηση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου για παραμερισμό ή/και ακύρωση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής ή/και του Κλητηρίου εντάλματος λόγω ισχυριζόμενης μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες και αρχές που επιβάλλει ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1215/2012 σε σχέση με την δικαιοδοσία αναφορικά με πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος ή/και λόγω ισχυριζόμενης μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Δ.6 Καν. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Β. Διαζευκτικά, διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται το διάταγμα ημερομηνίας 9.8.16 με το οποίο δόθηκε άδεια για επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στους Εναγόμενους 9 και 10 στην Λιθουανία, λόγω ισχυριζόμενης έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή/και λόγω του ότι το εν λόγω διάταγμα εξασφαλίστηκε από τον Ενάγοντα κατ΄ ισχυρισμό των Αιτητών παράτυπα ή/και αντικανονικά λόγω του ότι ο Ενάγων κατ΄ ισχυρισμό των Αιτητών δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα και στοιχεία για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ή/και λόγω μη αποκάλυψης από τον Ενάγοντα κατά τον ισχυρισμό των Αιτητών οποιαδήποτε αιτίας αγωγής ή/και εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση στην αγωγή εναντίον των Εναγομένων 9 και 10. Γ. Διαζευκτικά, διάταγμα παραμερισμού ή/και αναστολή της διαδικασίας στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή σε σχέση με τους Εναγόμενους 9 και 10 σύμφωνα με το άρθρο 29 ή/και 30 του Κανονισμού 1215/2012 και/ή λόγω ισχυριζόμενης κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου από μέρους του Ενάγοντα ενόψει του ότι έχει ασκηθεί από τον Ενάγοντα αγωγή με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία ή/και με την ίδια βάση και σε σχέση με τα ίδια γεγονότα κατά τους ισχυρισμούς των Αιτητών ενώπιον των Λιθουανικών Δικαστηρίων σε σχέση με τους εναγόμενους 9 και 10 ή/και ενόψει του ότι εκκρεμεί κατά τους ισχυρισμούς των Αιτητών συναφής αγωγή στα Δικαστήρια της Λιθουανίας σε σχέση με τους Αιτητές ή/και λόγω του ότι ο Ενάγων επιδιώκει κατά τους ισχυρισμούς των Αιτητών επανεκδίκαση των ζητημάτων και αξιώσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο διαδικασιών στην Λιθουανία. Δ. Διαζευκτικά διάταγμα του Δικαστηρίου για αναστολή ή/και παραμερισμό ή/και τερματισμό ή/και ανακοπή της οποιασδήποτε διαδικασίας στην ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή σε σχέση με τους Αιτητές λόγω του ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν είναι το κατάλληλο βήμα να επιληφθεί κατά τους ισχυρισμούς των Αιτητών της υπόθεσης έναντι των Λιθουανικών Δικαστηρίων τα οποία είναι σύμφωνα με τους Αιτητές αρμοδιότερα και καταλληλότερα. Η αίτηση παραμερισμού βασίζεται, επί του Ευρωπαϊκού Κανονισμού αρ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε εμπορικές και αστικές υποθέσεις άρθρα 1-34, στην σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ε.Ε. στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, στις γενικές αρχές του Κυπριακού Ιδιωτικού Διεθνές Δικαίου και τη σχετική με αυτό νομολογία, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.1, Δ.2 θ.2,3, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 θ.1-9, Δ.16 θ.9, Δ.27, Δ.28, Δ.48 θ.1-13 και Δ.51 και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου και τη σχετική νομολογία. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση παραμερισμού της αγωγής και της επίδοσης εμφαίνονται στην επισυνημμένη σ΄ αυτήν ένορκη δήλωση του Andrius Chudenkovas. O Ενάγοντας - Καθ΄ ου η Αίτηση καταχώρησε στις 16.6.17 ένσταση στην αίτηση παραμερισμού η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Φρύνης Φούρναρη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντα στην οποία προβάλλει σειρά λόγων ένστασης τους οποίους παραθέτω αυτούσιους κατωτέρω: "1. Οι Εναγόμενοι 9 και 10/Αιτητές κωλύονται λόγω δεδικασμένου (res judicata) ή/και issue estoppel ή/και λόγω συμπεριφοράς (estopped by conduct) από του να προωθούν την υπό κρίση Αίτηση ή/και έχουν αποδεχθεί ή/και έχουν υποβάλει τον εαυτό τους ή/και έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου ή/και των Κυπριακών Δικαστηρίων την οποία δεν δύνανται να αμφισβητούν αφού: (α) έχουν ήδη εμφανιστεί μέσω άλλου δικηγορικού γραφείου και ήδη καταχώρισαν στις 13/10/2016 αίτηση η οποία έχει ήδη εκδικαστεί και με την οποία αμφισβήτησαν το διάταγμα ημερομηνίας 09/08/2016 (το οποίο αμφισβητούν και με την υπό κρίση Αίτηση) μόνο όμως σε σχέση με τον τρόπο επίδοσης σε αυτούς των δικαστικών εγγράφων (μέσω courier). (β) στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης δεν έκαναν καμία απολύτως αναφορά ή/και δεν αμφισβήτησαν με οποιοδήποτε τρόπο τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου ή/και βάση αγωγής εναντίον τους ή/και της χορήγησης άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σε αυτούς ή/και καταλληλότητας του παρόντος Δικαστηρίου παρά μόνο τον τρόπο με τον οποίον είχαν επιδοθεί σε αυτούς τα δικαστικά έγγραφα αποδεχόμενοι με την εν λόγω συμπεριφορά τους την ύπαρξη δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου. (γ) ενώ οι Αιτητές είχαν τη δικονομική δυνατότητα να εγείρουν τα ζητήματα τα οποία εγείρουν με την υπο κρίση Αίτηση στα πλαίσια της προηγούμενης αίτησης που καταχώρισαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εντούτοις δεν το έπραξαν με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται ούτε να επιτρέπεται νέος δικαστικός αγώνας με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε από τους Αιτητές στην προηγούμενη αίτηση τους ή/και ως εκ τούτου τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογήν των Αιτητών. 2. Η υπό κρίση Αίτηση συνιστά προφανή κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. 3. Οι Αιτητές απέτυχαν ή/και παρέλειψαν ή/και αδικαιολόγητα καθυστέρησαν να προβούν έγκαιρα και με την πρώτη ευκαιρία στα κατάλληλα διαβήματα για προσβολή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου παρά το γεγονός ότι είχαν τέτοια δυνατότητα και παρά το γεγονός ότι είχαν δεόντως διορίσει δικηγόρους για να τον εκπροσωπήσουν στα πλαίσια της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και παρά το γεγονός ότι είχαν μάλιστα προβεί σε διαβήματα αμφισβήτησης του τρόπου με τον οποίο έλαβε χώρα η επίδοση χωρίς κατά τα άλλα να αμφισβητήσουν οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. 4. Άνευ βλάβης των πιο πάνω λόγων ένστασης οι οποίοι δύνανται να οδηγήσουν στην απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης χωρίς εξέταση της ουσίας της είναι η θέση του Ενάγοντα ότι το διάταγμα παρέχον άδεια επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και των λοιπών εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας στους Αιτητές ημερομηνίας 09/08/2016 εκδόθηκε νομότυπα, αφού τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητική και επαρκής μαρτυρία που ικανοποιούσε πλήρως τις προϋποθέσεις της Διαταγής 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. 5. Τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το πλήρες φάσμα γεγονότων πάνω στα οποία εδράζονται τα αγώγιμα δικαιώματα του Ενάγοντα εναντίον των Αιτητών και των λοιπών Εναγομένων με αποτέλεσμα να προκύπτει εκ πρώτης όψεως (prima facie) καλή αιτία αγωγής τόσο εναντίον των Αιτητών όσο και εναντίον των υπόλοιπων εναγομένων. 6. Η άδεια για επίδοση στο εξωτερικό εμπίπτει εν προκειμένω στις κατηγορίες της Δ.6 θ.1(c), 1(f), 1(
- g)και 1(
- h)και έχει δοθεί ικανοποιητική μαρτυρία ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. 7. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί μη ικανοποίησης των προϋποθέσεων της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι γενικοί και αόριστοι και δεν εξειδικεύονται με οποιοδήποτε τρόπο και ως τέτοιοι θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο. 8. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παραμερισμό του διατάγματος με το οποίο παραχωρήθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ή/και οι προϋποθέσεις για παραμερισμό ή/και ακύρωση του Κλητηρίου Εντάλματος λόγω ισχυριζόμενης έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Αντιθέτως, τα Κυπριακά Δικαστήρια και συγκεκριμένα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας είναι καθ΄ όλα αρμόδιο με βάση τα γεγονότα που πλαισιώνουν την επίδικη διαφορά καθώς επίσης και την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία και νομολογία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. 9. Οι αξιώσεις του Ενάγοντα εναντίον των Αιτητών συνδέονται ή/και αλληλοεξαρτώνται ή/και είναι αλληλένδετες ή/και άμεσα συνυφασμένες με τις αξιώσεις του Ενάγοντα κατά των λοιπών εναγομένων, ημεδαπών και αλλοδαπών και βασίζονται στα ίδια γεγονότα και δεν καθίσταται εφικτό να διαφοροποιηθούν από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αγώγιμα δικαιώματα εναντίον των ημεδαπών εναγομένων. 10. Τα Δικαστήρια της Κύπρου έχουν υποχρέωση ή/και οφείλουν να αναλάβουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής συμφώνως των νομοθετικών και νομολογιακών αρχών και προνοιών που ισχύουν και εφαρμόζονται σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. 11. Οι Εναγόμενοι 9 και 10 είναι ουσιαστικοί ή/και αναγκαίοι διάδικοι. 12. Ο ισχυρισμός που προβάλλουν οι Αιτητές ως προς την ύπαρξη εκκρεμοδικίας και/ή αγωγών με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία ή/και βάση ή/και σε σχέση με τα ίδια γεγονότα ή/και ότι η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή αλληλεπικαλύπτεται από αγωγή που ασκήθηκε στη Λιθουανία ή/και ότι ο Ενάγων επιδιώκει επανεκδίκαση ζητημάτων είναι πλήρως αβάσιμος και/ή ανυπόστατος και/ή αναληθής και/ή παραπλανητικός, καθότι δεν εκκρεμεί ουδεμία διαδικασία στην Λιθουανία και/ή σε Δικαστήριο άλλου Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης εναντίον των Εναγομένων στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. 13. Η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να πετύχει αφού οι αιτούμενες θεραπείες δεν υποστηρίζονται από επαρκή ή/και ικανοποιητική μαρτυρία ή/και δεν παρατίθεται καμία μαρτυρία προς υποστήριξη τους με αποτέλεσμα να ελλείπει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο προς υποστήριξη των εν λόγω θεραπειών γεγονός που δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην απόρριψη τους. 14. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και οι Αιτητές δεν έχουν θέσει οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη της γενικής και αόριστης θέσης τους περί απόκρυψης. 15. Δεν είναι εύλογο ή/και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα ή/και τυχόν έκδοση τους θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ΄ ου η αίτηση. 16. Ο ισχυρισμός περί ακαταλληλότητας του παρόντος Δικαστηρίου (forum non convenience) είναι νομικά αβάσιμος και δεν έχει καμία εφαρμογή ή/και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί δικαιοδοσία με βάση τη νομική αρχή που καθιέρωσε η απόφαση του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση Owusu v. Jackson a.o. (Case C281/02) [2005] QB 801) η οποία έχει υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια. 17. Άνευ βλάβης του πιο πάνω λόγου ένστασης, τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι το κατάλληλο Forum για να εκδικάσουν την επίδικη διαφορά και/ή οι Εναγόμενοι / Αιτητές 9 και 10 έχουν αποτύχει να αποδείξουν ότι άλλο Forum είναι ευκρινώς πιο αρμόδιο και/ή κατάλληλο για να εκδικάσει την εν λόγω διαφορά. 18. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι παράτυπη ή/και θα πρέπει να αγνοηθεί στην ολότητά της ή/και δεν συνιστά ένορκη δήλωση εντός της έννοιας του Νόμου αφού η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν συνοδεύεται από μετάφραση αυτής στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει την αγγλική γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης στα ελληνικά." Η ένσταση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.2 θ.1-10, Δ.4 θ.1, Δ.5, Δ.5Α. Δ.6, Δ.16 θ.3-9, Δ.33 θ.10, Δ.48 θ.1-9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (άρθρα 2, 21, 22 και 29), στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960, στο άρθρο 6
(1)της ΕΣΔΑ, επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στο άρθρο 3 αυτού, επί του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Αρ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε εμπορικές και αστικές υποθέσεις (αναδιατύπωση) και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 1-34 αυτού, στον Κανονισμό (ΕΚ) του Συμβουλίου με αριθμό 44/2001, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), επί των αρχών που διατυπώθηκαν στην αγγλική υπόθεση Spiliada Maritime Corp. v. Cansulex Ltd
(1986)3 All ER 843 και υιοθετήθηκαν στην κυπριακή απόφαση Zeeland Navigation Company Limited v. Banque Worms
(2000)1 (B) AAΔ.707, επί των αρχών που διατυπώθηκαν στην απόφαση του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Owusu v. Jackson a.o. (Case C281/02) [2005] QB 801 και υιοθετήθηκαν στην Κυπριακή απόφαση Hampton Advisory Group SA v. Bost AD κ.ά
(2012)549, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Όπως εμφαίνεται στο φάκελο της αγωγής στις 29.7.16 καταχωρίστηκε από τον Ενάγοντα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Την 1.8.16 καταχωρίστηκε διά κλήσεως αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Αντίγραφο της εν λόγω αίτησης βρίσκεται στο φάκελο της δικογραφίας. Στις 9.8.16 καταχωρίστηκε από τον Ενάγοντα μονομερής αίτηση για την έκδοση διατάγματος επιτρέπον την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους Αιτητές της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και του κλητηρίου εντάλματος, της δια κλήσεως αίτησης του Καθ΄ ου η αίτηση και της ένορκης δήλωσης που την συνόδευε, της μονομερούς αιτήσεως για παροχή άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, του διατάγματος που θα εκδίδετο στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης και τις μεταφράσεις όλων των πιο πάνω εγγράφων στη λιθουανική γλώσσα. Περαιτέρω, με την εν λόγω αίτηση εζητείτο η έκδοση διατάγματος παρέχον άδεια για υποκατάσταση επίδοση των ανωτέρω εγγράφων στους Αιτητές δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 ημερομηνίας 13.11.07 περί επιδόσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις στις διευθύνσεις τους. Επίσης, εζητείτο διαζευκτικά από το Δικαστήριο η έκδοση διατάγματος παρέχον άδεια για υποκατάστατη επίδοση όλων των πιο πάνω εγγράφων μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφοράς (courier) στις διευθύνσεις τους. Η μονομερής αίτηση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει ευρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Κατά την ίδια πιο πάνω ημερομηνία, εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους Αιτητές των πιο πάνω αναφερόμενων εγγράφων και διατάχθηκε η υποκατάστατη επίδοση δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού στις διευθύνσεις που αναγράφονταν στην αίτηση ή/και σε οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση εντοπίζονταν οι Αιτητές εντός του πεδίου εφαρμογής του Κανονισμού. Το Δικαστήριο διέταξε περαιτέρω και διαζευκτικά την υποκατάστατη επίδοση στους Αιτητές των ανωτέρω εγγράφων μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφοράς (courier) στις αναγραφόμενες στην αίτηση διευθύνσεις των Αιτητών. Στις 13.9.16 παραλήφθηκαν από τους Αιτητές όλα τα έγγραφα τα οποία προβλέπονταν στο διάταγμα ημερ. 9.8.16 μέσω της ταχυδρομικής υπηρεσίας Aramex στις διευθύνσεις τους. Ειδικότερα, στις 23.9.16 καταχωρίστηκε στο φάκελο της δικογραφίας η ένορκη δήλωση της κας Ολυμπίας Χαραλάμπους, υπαλλήλου των δικηγόρων του Καθ΄ ου η αίτηση, η οποία ορκίζεται ότι έχει ολοκληρωθεί η επίδοση όλων των εγγράφων που ρητά αναφέρονται στο διάταγμα ημερομηνίας 9.9.16 σύμφωνα με τις πρόνοιες του εν λόγω διατάγματος στους Εναγόμενους 9 και 10. Στη συνεχεία στις 13.10.16 καταχωρίστηκε από τους Εναγόμενους 9 και 10, Αιτητές στην παρούσα αίτηση, σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και αυθημερόν αίτηση με την οποία οι Εναγόμενοι 9 και 10 αξίωναν από το Δικαστήριο την ακύρωση του διατάγματος με το οποίο επιτράπηκε η υποκατάσταση επίδοση σε αυτούς μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφοράς (courier). Αντίγραφο τόσο του σημειώματος εμφάνισης όσο και της εν λόγω αίτησης βρίσκεται στο φάκελο της δικογραφίας. Όπως προκύπτει από τα αιτητικά που προωθήθηκαν με την εν λόγω αίτηση καθώς επίσης και την ένορκη δήλωση που τέθηκε προς υποστήριξη της εν λόγω αίτησης, οι Εναγόμενοι 9 και 10 αμφισβήτησαν μόνο τον τρόπο με τον οποίο επιτράπηκε η υποκατάστατη επίδοση σε αυτούς, ήτοι μέσω της υπηρεσίας ταχυμεταφοράς (courier) και η μοναδική θέση που προέβαλαν ήταν ότι η επίδοση των σχετικών με την παρούσα αγωγή εγγράφων δεν έγινε νομότυπα καθότι θα έπρεπε σύμφωνα με τη θέση τους να λάβει χώρα μόνο μέσω των αρμόδιων αρχών όπως αυτές καθορίζονται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 ημερ. 13.11.07 περί επιδόσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στις 25.11.16 εκδόθηκε από το Δικαστήριο σχετική ενδιάμεση απόφαση σύμφωνα με την οποία το διάταγμα ημερομηνίας 9.8.16 στην έκταση που επέτρεψε την υποκατάστατη επίδοση μέσω της υπηρεσίας ταχυμεταφοράς (courier) ακυρώθηκε και συνακόλουθα παραμερίστηκε η επίδοση που έλαβε χώρα στη βάση αυτού του μέρους του διατάγματος. Εναντίον της εν λόγω απόφασης έχει ήδη καταχωριστεί έφεση από τον Καθ΄ ου η Αίτηση η οποία δεν έχει ακόμα λάβει αριθμό και η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Εν συνεχεία και ενόψει του παραμερισμού των επιδόσεων που είχαν πραγματοποιηθεί οι δικηγόροι του Καθ΄ ου η Αίτηση φρόντισαν για την εκ νέου επίδοση των σχετικών με την παρούσα αγωγή εγγράφων στους Εναγόμενους 9 και 10 σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 όπως προέβλεπε το μέρος του διατάγματος ημερομηνίας 9.8.16 το οποίο δεν ακυρώθηκε. Όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας στις 10.1.17 έλαβε χώρα νέα επίδοση στους Εναγόμενους 9 και 10 σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 και σχετική ένορκη δήλωση της Μαρίας Κακουρή ημερ. 23.2.17 σε σχέση με την εκ νέου επίδοση στους Εναγόμενους 9 και 10 έχει καταχωριστεί και βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Στις 7.12.16 ο δικηγόρος που καταχώρησε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία για τους Αιτητές (Εναγόμενους 9 και 10) και εκπροσώπησε και τους Εναγόμενους 5-8 καταχώρησε αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω μη καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης του Ενάγοντα - Καθ΄ ου η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε τελικά στις 3.2.17 και ακολούθησαν αιτήσεις του Ενάγοντα για προώθηση της διαδικασίας λόγω παράλειψης καταχώρησης έκθεσης υπεράσπισης με αποτέλεσμα οι λοιποί Εναγόμενοι να καταχωρήσουν υπεράσπιση και να συμπληρωθούν τα δικόγραφα. Εν συνεχεία καταχωρίστηκε από τους Εναγόμενους 9 και 10 - Αιτητές στην παρούσα αίτηση νέο σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία στις 21.3.17 από άλλους δικηγόρους απ΄ αυτούς που καταχώρησαν το πρώτο σημείωμα εμφάνισης και αυθημερόν νέα αίτηση παραμερισμού (η παρούσα επίδικη Αίτηση) με την οποία οι Εναγόμενοι 9 και 10 αυτή τη φορά επιδιώκουν τον παραμερισμό του ίδιου του κλητηρίου (κάτι που δεν επιδίωξαν με την προηγούμενη αίτηση που οι ίδιοι καταχώρισαν) και αμφισβητούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η οποία δεν είχε αμφισβητηθεί στα πλαίσια της προηγούμενης αίτησης αλλά και το γεγονός της παροχής άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας καθώς και την καταλληλότητα του παρόντος Δικαστηρίου. Και όλα αυτά μετά την καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης. Με τον πρώτο λόγο ένστασης του Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση προβάλλεται η θέση ότι οι Αιτητές έχουν δεχθεί ή/και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και δη του παρόντος Δικαστηρίου την οποία ως εκ τούτου δεν δύνανται να αμφισβητούν με την παρούσα αίτηση και επίσης τίθεται ζήτημα ύπαρξης κωλύματος λόγω δεδικασμένου (res judicata) ή/και issue estoppel ή/και λόγω συμπεριφοράς (estopped by conduct) στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Ενόψει της φύσης αυτού του λόγου ένστασης και ειδικότερα ενόψει του ότι τυχόν έγκριση και αποδοχή από το Δικαστήριο αυτής της θέσης του Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση θα έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης χωρίς ανάγκη εξέτασης της ουσίας της και των λοιπών ισχυρισμών που προβάλλονται από τους Αιτητές το ζήτημα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα από το Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας οι Αιτητές: (α) έχουν ήδη εμφανιστεί μέσω άλλου δικηγορικού γραφείου και ήδη καταχώρισαν στις 13.10.16 αίτηση η οποία έχει ήδη εκδικαστεί και με την οποία αμφισβήτησαν το διάταγμα ημερ. 9.8.16 (το οποίο αμφισβητούν και με την υπό κρίση Αίτηση) μόνο όμως σε σχέση με τον τρόπο επίδοσης σε αυτούς των δικαστικών εγγράφων (μέσω courier). (β) στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης δεν έκαναν καμία απολύτως αναφορά και δεν αμφισβήτησαν με οποιοδήποτε τρόπο τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου ή τη βάση αγωγής εναντίον τους ή/και της χορήγησης άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σε αυτούς ή/και καταλληλότητας του παρόντος Δικαστηρίου παρά μόνο τον τρόπο με τον οποίον είχαν επιδοθεί σε αυτούς τα δικαστικά έγγραφα. (γ) ενώ είχαν τη δικονομική δυνατότητα να εγείρουν τα ζητήματα τα οποία εγείρουν με την υπό κρίση αίτηση στα πλαίσια της προηγούμενης αίτησης που καταχώρισαν (τα οποία βεβαίως ήταν στη γνώση τους) ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εντούτοις δεν το έπραξαν. Υπαγωγή στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Είναι ξεκάθαρα νομολογημένο ότι οποιαδήποτε ένσταση αναφορικά με τη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων, πρέπει να εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Στην υπόθεση G. J. Magdon Ltd v. A.L.Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 2064, εξετάστηκε η πρόνοια της Δ.16, θ.9, με την οποία προβλέπεται πως ένας εναγόμενος δικαιούται, χωρίς προηγουμένως να λάβει διαταγή του Δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρίσει εμφάνιση υπό αίρεση, να υποβάλει αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου ή/και του ίδιου του κλητηρίου. Εκεί εξετάστηκαν οι υποθέσεις Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 ΑΑΔ 1136 και Παπακόκκινου ν. Landroke P/C
(1995)1 ΑΑΔ 1090. Το Εφετείο συμφώνησε με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η εφεσείουσα είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, εφόσον όχι μόνο δεν πήρε την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρίσει εμφάνιση υπό αίρεση, αλλά ούτε και προώθησε αίτηση παραμερισμού του κλητηρίου ταυτοχρόνως με την καταχώριση υπό αίρεση εμφάνισης, έστω και χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Απέρριψε επίσης τη θέση του δικηγόρου της εφεσείουσας πως εφόσον η τελευταία δεν είχε πάρει οποιοδήποτε νέο διάβημα στη διαδικασία, μπορούσε, μετά την καταχώριση της υπό αίρεση εμφάνισης, να προχωρήσει με την επίδικη αίτηση ακύρωσης του κλητηρίου. Το Εφετείο χαρακτήρισε την πρακτική αυτή ως απολήγουσα κατ΄ ουσίαν "σε απεριόριστο δικαίωμα του εναγομένου να ενεργεί κατά το δοκούν, ενώ εκκρεμεί εναντίον του καταχωρηθείσα αγωγή". Επεσήμανε ακόμα ότι η νομολογία αποσκοπεί "στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο." Στην υπόθεση Κοινοπραξία Ασφαλιστών ν. G.N. Ellinas Imports - Exports Ltd
(2005)1 (B) AAΔ.1327 λέχθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: "Η ουσία της απόφασης στην G.D.Magdon, είναι ότι ο εναγόμενος δεν έχει απεριόριστο δικαίωμα να ενεργεί κατά το δοκούν ενώ εκκρεμεί εναντίον του καταχωρηθείσα αγωγή. Η εξέταση έγερσης ζητήματος πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία, πρέπει να εξετάζεται άμεσα και κατά προτεραιότητα. Το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο." Θα διαφωνήσω με την θέση των Αιτητών ότι η G.J. Magdon Ltd (ανωτέρω) αφορούσε ένσταση στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου βασισμένη στην αρχή του forum convenience (καταλληλότητα του Δικαστηρίου) όπου δύο Δικαστήρια έχουν παράλληλα δικαιοδοσία. Τόσο στην G.J. Magdon Ltd (ανωτέρω) όσο και στην παρούσα υπόθεση εξετάστηκε ζήτημα παντελούς έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και διαζευκτικά το ζήτημα του forum convenience. Όπως στην G.J. Magdon Ltd (ανωτέρω) έτσι και εδώ οι Αιτητές - Εναγόμενοι 9 και 10 έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου με την πρώτη υπό όρους εμφάνιση τους (κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου) και την μη καταχώρηση αίτησης που να αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου αλλά μόνο την επίδοση της δικογραφίας διά του τρόπου που επιχειρήθηκε (μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών courier). Τόσο στην G.J. Magdon Ltd (ανωτέρω) όπως και στην Κοινοπραξία Ασφαλιστών (ανωτέρω) που την ακολούθησε επεξηγήθηκε ότι ο τρόπος αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (παραμερισμός του Κλητηρίου Εντάλματος) μπορεί να γίνει με δύο τρόπους. Πρώτον, να καταχωρηθεί αίτηση παραμερισμού ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υπό αίρεση εμφάνισης (βλ. G.J. Magdon [ανωτέρω]) και δεύτερον, να ληφθεί άδεια για καταχώρηση εμφάνισης υπό όρους και σε χρόνο που θα καθορίσει το Δικαστήριο αίτηση για τον παραμερισμό του κλητηρίου Εντάλματος (βλ. Κοινοπραξία Ασφαλιστών [ανωτέρω]). Τόσο στην G. J. Magdon Ltd (ανωτέρω) όσο και στην Κοινοπραξία Ασφαλιστών (ανωτέρω) η αίτηση για τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος δεν έγινε είτε ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υπό αίρεση εμφάνισης είτε στο χρόνο που καθόρισε το Δικαστήριο παραχωρώντας την άδεια για καταχώρηση της υπό αίρεση εμφάνισης. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η παράλειψη αυτή θεωρήθηκε τόσο από το Δικαστήριο όσο και από το Εφετείο ότι οι Εναγόμενοι είχαν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Το απαύγασμα της νομολογίας είναι ότι η υποχρέωση ενός διαδίκου να αποταθεί για παραμερισμό ή αναστολή του κλητηρίου πρέπει να γίνεται πάντοτε με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Space Video Games Ltd v. Πλοίου "Silver Paloma"
(1996)1 ΑΑΔ 119, "η Αίτηση αυτής της φύσεως δεν αποτελεί εφεδρικό βέλος στη δικονομική φαρέτρα του διαδίκου." Σχετική είναι και η εξής περικοπή από τον Atkin's Court Forms 2η έκδοση, τόμος 37 (1990 issue) στη σελ. 192: "An application for a stay of proceedings should be made as soon as practicable after the occasion for its making has arisen or has come to the applicant's knowledge." Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναφερόμενες και καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές οι Αιτητές ενώ είχαν υποχρέωση να θέσουν αμέσως και κατά προτεραιότητα την οποιαδήποτε πιθανή τους ένσταση, σε σχέση με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, επέλεξαν κατά παράβαση και έξω από τα πλαίσια των εφαρμοστέων νομολογιακών αρχών να εγείρουν το ζήτημα αυτό όποτε οι ίδιοι έκριναν κατά βούληση και αφού προηγουμένως αποτάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ζητώντας άλλες θεραπείες χωρίς να εγείρουν τα ζητήματα που εγείρουν με την παρούσα αίτηση. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στα πλαίσια της πρώτης αίτησης που καταχωρίστηκε από τους Αιτητές, όχι μόνο δεν αμφισβήτησαν τη δικαιοδοσία ή καταλληλότητα του παρόντος Δικαστηρίου, ή ακόμα τη βάση αγωγής εναντίον τους αλλά επίσης δεν επιφύλαξαν το δικαίωμα τους να πράξουν κάτι τέτοιο σε μεταγενέστερο στάδιο. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης δεν παρέχεται οποιαδήποτε δικαιολογία ή εξήγηση ως προς το γιατί τα όσα τίθενται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν τέθηκαν στα πλαίσια της προηγούμενης αίτησης που καταχωρίστηκε από τους Αιτητές, ούτε υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός ή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από μέρους των Αιτητών ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα (πραγματική ή δικονομική) να θέσουν τα εν λόγω ζητήματα που τίθενται με την υπό κρίση αίτηση στα πλαίσια της προηγούμενης αίτησης που καταχώρισαν. Περαιτέρω δεν υπάρχει καν ισχυρισμός από τους Αιτητές ότι τα όσα έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης δεν τα είχαν υπόψη τους κατά το στάδιο καταχώρισης και εκδίκασης της πρώτης αίτησης που καταχώρισαν ή ότι προέκυψαν μετά την καταχώριση της πρώτης αίτησης των Αιτητών με αποτέλεσμα αυτά να μην μπορούσαν να περιληφθούν και να αποτελέσουν αντικείμενο της πρώτης αίτησης. Επίσης το γεγονός ότι η πρώτη αίτηση έγινε από άλλο δικηγορικό γραφείο από αυτό που υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση είναι επίσης αδιάφορο. Πέραν του ότι δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η μη προσβολή της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου δεν έγινε με την πρώτη ευκαιρία και στα πλαίσια της πρώτης αίτησης των Αιτητών από λάθος των προηγούμενων δικηγόρων των Αιτητών ακόμα και αν τέτοιος ισχυρισμός προβαλλόταν θα ήταν και πάλι υποκείμενος σε απόρριψη ως στερούμενος οποιουδήποτε πραγματικού ή νομικού ερείσματος. Στην υπόθεση Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 (B) ΑΑΔ 698 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: "Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της." Ως προς το θεμελιώδες ζήτημα της υπαγωγής ενός διαδίκου στην δικαιοδοσία του εκδικάζοντος Δικαστηρίου στην υπόθεση Williams & Glyn's Bank plc v. Astro Dinamico Compania Naviera
(1984)1 WLR 438 η Βουλή των Λόρδων ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: "that a step in the proceedings only amounts to a submission when the defendant has taken some step which is only necessary or only useful if the objection to the jurisdiction has been waived." Περαιτέρω, στην υπόθεση Akai Pty Ltd v. People's Insurance Co Ltd, Qween's Bench Division (Commercial Court)
(1997)C.L.C. 1508 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: ". the question for the court, in determining whether the steps taken by a party in an overseas court amount to a submission for the purposes of s.32 or s.33; is whether the step was only necessary or useful it the party was not objecting to the jurisdiction! A step that is not consistent with or relevant to the challenge to the jurisdiction or obtaining a stay will usually be a submission to that jurisdiction. The court must consider the matter objectively; it must have regard to the general framework of its own procedural rules, but also to trie domestic law of the court where the steps were taken. This is because the significance of those steps can only be understood by reference to that law. If a step taken by a person in a foreign jurisdiction, such as making a counterclaim, might well be regarded by English law as amounting to a submission to the jurisdiction, but would not be regarded by that foreign court as a submission to its jurisdiction, an English court will take into account the position under foreign law." Δεδικασμένο (res judicata) Είναι θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση ότι η παρούσα αίτηση ισοδυναμεί με έναρξη ενός νέου δικαστικού αγώνα με αντικείμενο ότι παραλήφθηκε από τους Αιτητές στην προηγούμενη αίτηση τους που θα οδηγήσει στην τμηματική εκδίκαση των διαφορών των διαδίκων κατ΄ επιλογή των Αιτητών σε αντίθεση με τη νομολογιακά καθιερωμένη αρχή του δεδικασμένου (res judicata) και περιλαμβάνει όχι μόνο σημεία που το προηγούμενο Δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει αλλά και κάθε σημείο το οποίο δεόντως ανήκει στο υπό αμφισβήτηση θέμα και το οποίο ο διάδικος που το εγείρει ενεργώντας επιμελώς μπορούσε να το προβάλει τότε (βλ. Παπαμιχαήλ ν. Παμπόρης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ
(2009)1 ΑΑΔ 563). Το δεδικασμένο καλύπτει κατά συνέπεια ζητήματα που είχαν συμπεριληφθεί σε προηγούμενη αγωγή ή αίτηση αλλά επίσης και ζητήματα που θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί και τούτο για να διασφαλιστεί η εξέταση όλων των θεμάτων που θα μπορούσε να ήταν επίδικα σε μία δικαστική διαδικασία. Στην Henderson v. Henderson (1843-1860) All ER 381 λέχθηκαν τα εξής από τον Sir James Wigam, V-C: "I state the rule of the court correctly when I say that where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by a court of competent jurisdiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence or even accident omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time". Τα ζητήματα που εγείρονται με την παρούσα αίτηση θα μπορούσε και έπρεπε να εγερθούν με την πρώτη αίτηση των Αιτητών για παραμερισμό της επίδοσης για να προστατευθεί η δικαιοσύνη "από αέναες διαδικασίες στις οποίες θα πρωταγωνιστούσε η εφευρηματικότητα του διαδίκου". (Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Refeat Barquwi
(2004)1 AAΔ.1). Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές δεν συμπεριέλαβαν στην πρώτη αίτηση τους τα ζητήματα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τα οποία έπρεπε να εξεταστούν πρωταρχικά. Η συμπεριφορά αυτή των Αιτητών συνιστά κατάχρηση και περιφρόνηση των δικαστικών και δικονομικών διαδικασιών και των αρχών της νομολογίας, η δε παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική αφού οι Αιτητές δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιούν κατά το δοκούν τις δικονομικές πρόνοιες κατ΄ επιλογή και εναλλακτικά. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για να ελέγχει τη διαδικασία και να αποκλείει οποιαδήποτε προσπάθεια κατάχρησης της. (Βλ. Loukos Trading Co Ltd κ.ά. Ρέινποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014.). Από μόνη της η καταχρηστική διαδικασία που ακολούθησαν οι Αιτητές ανωτέρω οι οποίοι είχαν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αναπόφευκτα οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης τους. Παραταύτα και αν η αίτηση τους εξεταστεί στην ουσία της, την ίδια κατάληξη θα έχει. Οι Αιτητές έχουν με την καταχωρηθείσα έκθεση απαίτησης τους και τις ένορκες δηλώσεις που συνόδευαν τις μονομερείς αιτήσεις για σφράγιση και επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας καλή βάση αγωγής δυνάμει της Δ.6 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών και κατά συνέπεια νομότυπα εκδόθηκε το διάταγμα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 9.8.16. (Βλ. S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl.
(1993)1 AAΔ 762). Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών η επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης του εκτός δικαιοδοσίας επιτρέπεται μόνο αν συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: (α) H υπόθεση πρέπει να εμπίπτει σε τουλάχιστον μία από τις κατηγορίες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (
- a)έως (
- h)της Δ.6 θ.1. Εάν η υπόθεση δεν εμπίπτει σε καμία από τις κατηγορίες αυτές, τότε δεν υπάρχει δυνατότητα ή εξουσία παροχής άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και δεν τίθεται θέμα άσκησης οποιασδήποτε διακριτικής ευχέρειας από πλευράς του Δικαστηρίου. (β) Ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) εναντίον του εναγομένου (Δ.6 θ.4). (γ) Ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ώστε ικανοποιητικά να φαίνεται στο Δικαστήριο (sufficiently to appear to the Court) ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (Δ.6 θ.4). Η Δ.6 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθορίζει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται από το Δικαστήριο η επίδοση εκτός Κύπρου του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του. Το ζήτημα της σφράγισης του κλητηρίου και της επίδοσης του εκτός δικαιοδοσίας είναι αλληλένδετα μεταξύ τους και κατά πόσο δικαιολογούνται κρίνεται σε αμφότερες τις περιπτώσεις με κύρια αναφορά στην ικανοποίηση των προϋποθέσεων της Δ.6 των Θεσμών. Η σημασία των προνοιών της Δ.6 θ.1 έχει επισημανθεί στην υπόθεση ANS Secretaries Ltd v. Orianda Management FZ LLC κ.ά. Πολ. Έφεση 362/09 ημερ. 3.7.14 ως εξής: "Σύμφωνα με τη νομολογία, οι πρόνοιες της Δ.6 θ.1. που αφορούν στην επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι ουσιαστικότατες. Δεν αποτελούν απλό διαδικαστικό θέμα που αφορά μόνο την επίδοση, αλλά συνδέονται με την ανάληψη δικαιοδοσίας ή καλύτερα με την επέκταση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ώστε να καλύπτει και εναγομένους που βρίσκονται εκτός Κύπρου, νοουμένου βέβαια ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στη Δ.6 θ.1." Στην υπόθεση Άνθιμου Δημητρίου ν. Dolphin Shipping Ltd and another
(1990)1 AAΔ 351 αναφέρεται στη σελ. 358: "Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου περιορίζεται εντός της περιοχής της Επικράτειας και σε υπηκόους της Δημοκρατίας εκτός αυτής. Η δικαιοδοσία πάνω σε πρόσωπα που ευρίσκονται εκτός ενός κράτους και δεν έχουν την ιθαγένειά του είναι δημιούργημα του περασμένου αιώνα. Το Δικαστήριο αναλαμβάνει τη δικαιοδοσία αυτή με πολλή προσοχή και περίσκεψη, ύστερα από άσκηση διακριτικής ευχέρειας, με βάση ορισμένους κανόνες. Τη διακριτική του ευχέρεια την ασκεί σε αίτηση που υποβάλλει ο ενάγων στην απουσία του άλλου μέρους, ex parte, με παρέκκλιση από τη γενική αρχή του δικαίου audi alteram partem. Τούτο είναι αναγκαίο για την ευχερή λειτουργία των μηχανισμών της δικαιοσύνης." Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and another
(1989)1 ΑΑΔ 729). Πρωταρχικό λοιπόν καθήκον του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τις αρχές που τάσσει η νομολογία να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας και μόνο αν κριθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, να προχωρήσει περαιτέρω στην εξέταση της υπόθεσης. Για την ύπαρξη του αγώγιμου δικαιώματος χρειάζεται εύλογη μαρτυρία και μάλιστα με πληρότητα. Στην George D. Counnas and Sons Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd and another
(1963)2 CLR 266 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "The plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας. Όπως λέχθηκε στην Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 CLR 297: "The disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favour of the proponent of service outside jurisdiction." To Δικαστήριο σε αιτήσεις για επίδοση στο εξωτερικό εκτός του ότι θα πρέπει να τις εξετάσει με τη δέουσα προσοχή, δεν αποφασίζει κατά πόσο ο ενάγων θα επιτύχει στην αγωγή του αλλά περιορίζεται στην ανεύρεση μιας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης με βάση τη μαρτυρία που παρέχεται επί τη βάσει των ενόρκων δηλώσεων. Στην υπόθεση GCC Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 1584 αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο, σε αιτήσεις αυτού του είδους, δεν αποφασίζει κατά πόσο ο ενάγοντας θα πετύχαινε στην αγωγή του, αλλά ουσιαστικά περιορίζεται στη διαπίστωση μιας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης που εμπίπτει στα πλαίσια μιας από τις υποπαραγράφους της Δ.6 θ.1. Από τα ενώπιον μου τεθέντα στοιχεία φαίνεται οι Αιτητές να είχαν ενεργό συμμετοχή και εμπλοκή μετά των λοιπών Εναγομένων για να μεταβιβαστούν δόλια και παράνομα περιουσιακά στοιχεία που ανήκαν στην Εναγόμενη 1 Εταιρεία για την απόκτηση των οποίων ο Ενάγων έχει καταβάλει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η από μέρους της Εναγομένης 1 Εταιρείας εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων και συνακόλουθα να καταστεί αδύνατο για τον Αιτητή να ικανοποιήσει δικαστική απόφαση που είχε εκδοθεί προς όφελος του και εναντίον της εναγομένης 1, στην Λιθουανία ως αποτέλεσμα της συμφωνίας δανείου που συνήψε με αυτήν. Η άδεια για επίδοση στην παρούσα αγωγή εκτός δικαιοδοσίας εμπίπτει στις κατηγορίες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (
- a)- (
- h)της Δ.6 θ.1, ήτοι στη Δ.6 θ.1 (
- c)1 (
- f)1 (
- g)και 1 (
- h)αφού: (α) ζητούνται θεραπείες εναντίον προσώπων που διαμένουν στην Κύπρο , ήτοι των Εναγομένων 1, 2, 5, 6, 7 και 8, (β) τα αστικά αδικήματα δόλου, απάτης, συνομωσίας προς καταδολίευση που αποτελούν την βάση της παρούσας αγωγής έλαβαν χώρα εν μέρει στην Κύπρο, (γ) επιδιώκεται απαγορευτικό διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 5 εκτελεστέο στην Κύπρο, (δ) οι αλλοδαποί Εναγόμενοι - Αιτητές 9 και 10 είναι αναγκαίοι διάδικοι και κατά συνέπεια ορθά αυτοί συνενώθηκαν ως τέτοιοι μαζί με τους λοιπούς Εναγόμενους αφού οι αξιώσεις του Ενάγοντα εναντίον τους στηρίζονται στα ίδια γεγονότα στα οποία στηρίζονται οι αξιώσεις του εναντίον των ημεδαπών Εναγομένων. Ένα άλλο θέμα που εγείρεται από τους Αιτητές είναι το ζήτημα της παντελούς έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 "τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτος μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους". Κατά συνέπεια δικαιοδοσία για τους ημεδαπούς Εναγόμενους της παρούσας αγωγής οι οποίοι κατοικούν ή έχουν την έδρα τους στην Κύπρο δικαιοδοσία αποκτούν τα Κυπριακά Δικαστήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 5.1. του Κανονισμού "τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος μπορούν να εναχθούν ενώπιον των Δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2-7 του παρόντος κεφαλαίου. Κατά συνέπεια οι λοιποί Εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή μεταξύ αυτών και οι Αιτητές (3, 4, 9 και 10) που αποτελεί κοινό έδαφος ότι έχουν την κατοικία ή έδρα τους εκτός Κύπρου μπορούν με βάση τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου 5 του Κανονισμού να εναχθούν σε άλλο κράτος μέλος από αυτό της κατοικίας του υπό τον όρο ότι ισχύουν οι πρόνοιες των άρθρων 2-7. Κάτω από το γενικό τίτλο "Ειδικές Διατάξεις" που περιλαμβάνονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού και ειδικότερα στο εδάφιο 2, του άρθρου 7, γίνεται αναφορά σε "ένοχη αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία" που προσδίδει δικαιοδοσία στον τόπο όπου "συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός". Περαιτέρω, το άρθρο 8 του Κανονισμού προχωρεί πιο εξειδικευμένα και επιτρέπει την "συνεκδίκαση" απαιτήσεων, στον τόπο κατοικίας ενός από τους εναγόμενους. Θέτει ως προϋπόθεση την ύπαρξη "στενής συνάφειας" μεταξύ των αγωγών. Ο σκοπός παρόλο που προσδιορίζεται στο εν λόγω άρθρο, είναι προφανής, και είναι μεταξύ άλλων η αποφυγή έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων από τη χωριστή εκδίκαση των αγωγών σε διαφορετικά κράτη-μέλη. Συγκεκριμένα, το άρθρο 8 προνοεί τα ακόλουθα: "Ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί επίσης να εναχθεί: 1) Εφόσον υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ενός εξ αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων λόγω της χωριστής εκδίκασής τους." Προβάλλεται με την παρούσα αίτηση η θέση από μέρους των Αιτητών ότι οι αξιώσεις του Ενάγοντα εναντίον τους δεν έχουν στενή συνάφεια με τις αξιώσεις του Ενάγοντα εναντίον των ημεδαπών εναγομένων σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Κανονισμού, με αποτέλεσμα, σύμφωνα πάντα με τη θέση των Αιτητών, το παρόν Δικαστήριο να στερείται δικαιοδοσίας σε σχέση με τους Αιτητές. Ούτε αυτή η θέση των Αιτητών ευσταθεί. Στην εξεταζόμενη υπόθεση, είναι εμφανές από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς επίσης και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι μεταξύ των χωρών, στις οποίες διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της υπόθεσης, που έδωσαν το έναυσμα για τη γένηση του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα είναι και η Κύπρος. Προβάλλονται ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 έφεραν τον Ενάγοντα στην Κύπρο προκειμένου να τον συστήσουν με τον Εναγόμενο 2 και παρέστησαν στον Ενάγοντα ψευδώς ότι η επένδυση του Ενάγοντα στην Εναγόμενη 1 θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των κερδών της Εναγόμενης 1 από τα οποία θα επωφελείτο και ο Ενάγων. Περαιτέρω, στην προκείμενη περίπτωση οι απαιτήσεις του Ενάγοντα εναντίον των ημεδαπών εναγομένων είναι αλληλένδετες με τις απαιτήσεις εναντίον των αλλοδαπών εναγομένων και βασίζονται στα ίδια γεγονότα. Προβάλλεται με ικανοποιητική σαφήνεια η βάση της αγωγής και όλες οι ισχυριζόμενες συναλλαγές και πράξεις, συνομωσία και συνέργεια των Εναγομένων μεταξύ τους, και επεξηγείται ο τρόπος που εμπλέκονται οι Αιτητές, καθώς επίσης και οι θεραπείες που αξιώνει ο Ενάγων με αποτέλεσμα τα γεγονότα που παρατίθενται από τον Καθ΄ ου η Αίτηση και τα οποία στοιχειοθετούν τα αγώγιμα δικαιώματα του εναντίον των αλλοδαπών εναγομένων να μην καθίσταται εφικτό να διαφοροποιηθούν από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αγώγιμα δικαιώματα εναντίον των ημεδαπών εναγομένων αφού σύμφωνα με τα όσα ο Ενάγων έχει παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου (τόσο με τις ένορκες δηλώσεις που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και με τους δικογραφημένους του ισχυρισμούς), όλοι οι Εναγόμενοι, ημεδαποί και αλλοδαποί συμμετείχαν και συνήργησαν στην ισχυριζόμενη παράνομη αποξένωση και απογύμνωση των επίδικων περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 την αγορά των οποίων χρηματοδότησε ο Ενάγων, καθιστώντας έτσι αδύνατη την από μέρους της εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι του και την ως εκ τούτου πρόκληση ζημιάς σ΄ αυτόν. Περαιτέρω, η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και δη η τοπική και καθ΄ ύλην αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου απορρέει και από τις ρητές πρόνοιες του σχετικού ημεδαπού δικαιοδοτικού Νόμου Ν.14/60. Συγκεκριμένα το άρθρο 21 του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: "Κατά τόπον αρμοδιότης των Επαρχιακών Δικαστηρίων εις πολιτικάς υποθέσει 21.-
(1)Το Επαρχιακόν Δικαστήριον, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, θα έχη πρωτόδικον δικαιοδοσίαν ίνα ακούη και αποφασίζη οιανδήποτε αγωγήν συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 22 οσάκις (α) η βάσις της αγωγής έχη προκύψει είτε καθ΄ ολοκληρίαν είτε εν μέρει εντός των ορίων της επαρχίας δι΄ ην το δικαστήριον καθιδρύθη (β) ο εναγόμενος ή οιοσδήποτε των εναγομένων, κατά τον χρόνον της εγέρσεως της αγωγής, διαμένη ή διεξάγη επάγγελμα εντός της επαρχίας δι΄ ην το δικαστήριον καθιδρύθη" Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του Νόμου, ερμηνεύεται ο όρος "βάση αγωγής". Καταγράφονται τα ακόλουθα: "Βάση της αγωγής περιλαμβάνει το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο αναφέρεται η αγωγή αλλά όσον αφορά τις αγωγές οι οποίες αφορούν Συμβάσεις δεν σημαίνει κατ΄ανάγκη ολόκληρη τη βάση της αγωγής. Βάση της αγωγής θα θεωρείται ότι έχει προκύψει εντός της δικαιοδοσίας, εάν η Σύμβαση συνάφθηκε εντός αυτής, παρόλο που η διάρρηξη πιθανόν να είχε γίνει αλλού καθώς επίσης και όταν η διάρρηξη έγινε εντός της δικαιοδοσίας, παρόλο που η Σύμβαση δυνατόν να συνάφθηκε αλλού." Είναι λοιπόν ξεκάθαρο εν προκειμένω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας έχει κατά τόπο και καθ΄ ύλη αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα αγωγή στη βάση των διατάξεων της κυπριακής νομοθεσίας και ειδικότερα του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Τέλος οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι υπάρχει εκκρεμοδικία μεταξύ των διαδίκων στη Λιθουανία συγκεκριμένα ο Αιτητής έχει καταχωρήσει αγωγή στη Λιθουανία με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια βάση αγωγής χωρίς να προσκομίζουν οποιαδήποτε μαρτυρία για την εκκρεμούσα αυτή αγωγή στη Λιθουανία. Είναι προφανές ότι οι Αιτητές συγχύζουν προφανώς τις αποφάσεις που εκδόθηκαν στη Λιθουανία εναντίον της Εναγομένης 1 Εταιρείας η οποία είχε εντελώς διαφορετική βάση από την παρούσα αγωγή και πιο συγκεκριμένα τις συμβάσεις δανείου τις οποίες υπέγραψε η Εναγόμενη 1 Εταιρεία, ενώ βάση της παρούσας αγωγής αποτελεί η διάπραξη από το σύνολο των Εναγομένων συμπεριλαμβανομένων και των Αιτητών αστικών αδικημάτων, δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή συνομωσίας για καταδολίευση. Είναι νομολογημένο επίσης πως ο διάδικος που ζητά αναστολή της διαδικασίας για το λόγο ότι το Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο forum έχει το βάρος να πείσει ότι το αίτημα του είναι βάσιμο και παρά το ότι οι Αιτητές συμπεριλαμβάνουν στο αιτητικό τους διαζευκτικά το αίτημα ότι είναι καταλληλότερο forum το Λιθουανικό Δικαστήριο, εντούτοις δεν παραθέτουν στοιχεία γιατί αυτό συμβαίνει ή τους παράγοντες που θα επηρέαζαν την απόφαση του Δικαστηρίου όσον αφορά το ζήτημα αυτό. Όσον αφορά τους παράγοντες που επηρεάζουν την απόφαση του Δικαστηρίου για το forum convenience σχετική είναι η υπόθεση Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd
(1986)All ER 843. Δεν χρειάζεται νομίζω να λεχθεί οτιδήποτε για τις λοιπές ενστάσεις των Αιτητών που αφορούν την εγκυρότητα και ορθότητα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση η οποία δεν συνοδεύεται με μετάφραση. Η αίτηση καταληκτικά δεν μπορεί να επιτύχει για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω και ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των Αιτητών - Εναγομένων 9 και 10 όπως θα υπολογιστούν από Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο