← Κύπρος

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΓΩΤΟΥ ΖΥΜΑΡΑΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2734/15, 27/7/2017

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΓΩΤΟΥ ΖΥΜΑΡΑΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2734/15, 27/7/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2734/15 Μεταξύ:- ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας/Αιτήτριας v. ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΓΩΤΟΥ ΖΥΜΑΡΑΣ ΛΤΔ Εναγομένης/Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 27.7.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Θ. Δημητρίου για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.. Για τον κ. Νικόλα Ζυμαρά, εκ των διευθυντών της Εταιρείας που είναι αποκλειστική μέτοχος της Καθ' ης η αίτηση Εταιρείας: κ. Θεοδώρου. Για τον κ. Χριστάκη Ζυμαρά, εκ των διευθυντών της Εταιρείας που είναι αποκλειστική μέτοχος της Καθ' ης η αίτηση Εταιρείας: κ. Ν. Τσαρδελλής. Για τον Διαχειριστή/Παραλήπτη: κ. Μιχάλης Χατζηνέστωρος. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση ημερομηνίας 23.6.2016) Α. Αντικείμενο Κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, εκδόθηκε, ερήμην της Εναγόμενης, παρόλο που πιστό αντίγραφο του κλητηρίου επεδόθη νομότυπα σε αυτήν, απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης για ποσό €29.898,01σεντ, πλέον τόκο προς 4% ετησίως από 8.12.2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα της αγωγής, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης (στο εξής «το εξ αποφάσεως χρέος»). Το εξ αποφάσεως χρέος δεν αποπληρώθηκε. Εξ ου και καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση έρευνας από τους Ενάγοντες (στο εξής «οι Αιτητές») εναντίον της Εναγόμενης (στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση») ώστε να διακριβωθεί η ικανότητα της Καθ' ης η αίτηση για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων εκ €2.000 έκαστη και μέχρι πλήρους εξόφλησής του. Η αίτηση περιλάμβανε και άλλα αιτητικά, σε σχέση με την ακύρωση δωρεών, μεταβιβάσεων ή επιβαρύνσεων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία όμως δεν προωθήθηκαν από τους Αιτητές κατά την ακροαματική διαδικασία. Δια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, οι Αιτητές αναφέρουν ότι η Καθ' ης η αίτηση ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της, αν και ενημερώθηκε δεόντως για την έκδοση απόφασης εναντίον τους, μέσω επιστολής, ημερομηνίας 21.3.2016, που υπάλληλος των Αιτητών παρέδωσε στο εγγεγραμμένο υποστατικό της Καθ' ης η αίτηση στις 6.5.

  1. Ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος παραμένει μέχρι και σήμερα απλήρωτο και, ως η ενόρκως δηλούσα είναι σε θέση να γνωρίζει, η Καθ' ης η αίτηση δύναται να πληρώνει μηνιαία δόση ύψους τουλάχιστον €2.000 για την εξόφλησή του. Οι XXXXX και XXXXX Ζυμαράς, οι οποίοι είναι διευθυντές της Εταιρείας ZYMARAS BROTHERS HOLDINGS LTD (H.E.150882), η οποία είναι παραδεκτό μεταξύ των μερών ότι είναι η μοναδική μέτοχος της Καθ' ης η αίτηση, μαρτύρησαν ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς όμως να έχουν προγενέστερα καταχωρίσει ένσταση. Μόλις διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο, μέσω της μαρτυρίας του Νικόλα Ζυμαρά, ότι η Καθ' ης η αίτηση τελούσε υπό διαχείριση κατόπιν διορισμού Διαχειριστή/Παραλήπτη βάσει κυμαινόμενης επιβάρυνσης υπέρ της Τράπεζας Κύπρου, πιστωτή της Καθ' ης η αίτηση, ο Διαχειριστής/Παραλήπτης XXXXX Χατζηχάννας κλήθηκε για να δώσει μαρτυρία. Καταχώρησε δε, ένσταση δια της οποίας αναφέρει ως λόγους ένστασης ότι, δεν υπάρχουν αρκετά περιουσιακά στοιχεία στο ενεργητικό της Καθ' ης η αίτηση ώστε να αποπληρωθεί το εξ αποφάσεως χρέος, ότι η Καθ' ης η αίτηση τελεί υπό διαχείριση από 6.2.2014 και οι διευθυντές της δεν έχουν την εξουσία είτε να διαχειρίζονται οποιαδήποτε από τα περιουσιακά της στοιχεία, είτε να αποδεχθούν οποιοδήποτε διάταγμα μηνιαίων δόσεων αυτής και ότι οι Αιτητές, ως ανεξασφάλιστοι πιστωτές, δε δικαιούνται στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Ο XXXXX Χατζηχάννας, Διαχειριστής/Παραλήπτης της Καθ' ης η αίτηση, αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένστασή του, ότι από τις 12.1.2015 και σε αντικατάσταση του προηγούμενου Διαχειριστή/Παραλήπτη που διορίστηκε στις 6.2.2014 και παραιτήθηκε στις 9.12.2014, ενεργεί ως Διαχειριστής/Παραλήπτης της Καθ' ης η αίτηση βάσει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου για ποσό Λ.Κ.60.000 επί ολόκληρης της περιουσίας της εταιρείας. Αναφέρει επίσης ότι: «
  2. Η Καθ' ης η αίτηση είχε υπό την διαχείριση της επιχείρηση παρασκευής και πώλησης παγωτών. Όταν διορίστηκα ως διαχειριστής/παραλήπτης της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας αυτή είχε ήδη τερματίσει όλες τις εργασίες της πριν από τον διορισμό μου. Ως εκ τούτου, δεν έχει πλέον κανένα έσοδο και δεν έχει καμία δυνατότητα να αποπληρώνει οποιοδήποτε ποσό στην Αιτήτρια. Επισυνάπτω τις δηλώσεις τις οποίες καταχώρησα στον Έφορο Φορολογίας που αφορά το Φ.Π.Α. της Καθ΄ ης η αίτηση για την περίοδο 1.2.2015 μέχρι 21.10.2016 ως Τεκμήριο
  3. Επίσης η Καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία τελεί υπό διαχείριση από τις 06.02.2014 για ολόκληρη την περιουσία της προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με βάση ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 21.03.1990 για ποσό μέχρι και 60,000 ΛΚ. Σημειώνω εδώ ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας είναι υποθηκευμένα ή επιβαρύνονται με πάγιες επιβαρύνσεις προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου. Επίσης οι οφειλές της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας προς τον ως άνω εξασφαλισμένο πιστωτή είναι πολύ μεγαλύτερες από την αξία των εν λόγω εξασφαλίσεων και των οποιοδήποτε περιουσιακών της στοιχείων. Επίσης σημειώνω εδώ εν πάση περιπτώσει η Καθ' ης η αίτηση εταιρεία δεν έχει περιουσιακά στοιχεία ελεύθερα από υποθηκεύσεις και/ή άλλες επιβαρύνσεις που να καλύπτουν το ποσό που εξασφαλίζεται με την κυμαινόμενη επιβάρυνσης ημερομηνίας 21.03.
  4. Ως εκ των πιο πάνω, δεν υπάρχει ικανότητα και/ή δεν υπάρχουν αρκετά περιουσιακά στοιχεία στην Καθ' ης η αίτηση προς αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους ή οποιουδήποτε ποσού στον Αιτητή. Επισυνάπτω ως προς τούτο τη δήλωση «Statement of Affairs» την οποία καταχώρησα στις 12.01.2015 στον Έφορο Εταιρειών ως Τεκμήριο
  5. Εξ όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι μου και αληθώς πιστεύω με βάση τον Περί Εταιρειών Νόμο από την στιγμή που η Καθ' ης η αίτηση εταιρεία τελεί υπό διαχείριση, αν εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα μηνιαίων δόσεων προς όφελος κάποιου πιστωτή αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα αυτός να καταστεί προνομιακός πιστωτής εις βάρος των άλλων πιστωτών και να εξαναγκάσει ουσιαστικά εμένα να διαπράξω ποινικό αδίκημα ήτοι την καταδολίευση των λοιπών πιστωτών προς όφελος του συγκεκριμένου πιστωτή, ήτοι του Αιτητή.
  6. Διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης των πιο πάνω, είναι η θέση μου ότι κανένας διευθυντής ή γραμματέας ή άλλως αξιωματούχος των Καθ' ων η αίτηση εταιρείας δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί πλέον την περιουσία της εταιρείας και/ή να δεχθεί οποιαδήποτε διατάγματα έναντι της.» B. Η μαρτυρία Οι Αιτητές δεν προσέφεραν οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης, πέραν των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους. Ο XXXXX Ζυμαράς ανέφερε ότι η Καθ' ης η αίτηση εταιρεία δραστηριοποιείτο στην παραγωγή και διανομή παγωτού από το 1983 μέχρι και τα τέλη του
  7. Αρχές του 2014 διορίστηκε για την εταιρεία Διαχειριστής/Παραλήπτης. Προσκόμισε κατάσταση τρεχούμενου λογαριασμού της Καθ' ης η αίτηση για την περίοδο από 1.9.2012 μέχρι και 10.12.2013, πριν το διορισμό δηλαδή του Διαχειριστή/Παραλήπτη, στον οποίο φαίνεται χρεωστικό υπόλοιπο -€464.351,13σεντ. Κατόπιν του διορισμού του Διαχειριστή/Παραλήπτη δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την οικονομική κατάσταση της εταιρείας. Δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο ισολογισμούς της εταιρείας ή οικονομικές καταστάσεις αυτής ή καταστάσεις άλλων λογαριασμών της Καθ' ης η αίτηση, όχι από σκοπιμότητα, αλλά διότι δεν του ζητήθηκε ρητά, όπως ισχυρίστηκε. Η αίτηση που υπέβαλε η Καθ' ης η αίτηση προς τους Αιτητές για πρόσθετο μετρητή στις 12.12.2013 δεν αφορούσε σε νέο υποστατικό ή νέο μετρητή ή νέο λογαριασμό ρεύματος, αλλά ήταν σε αντικατάσταση ήδη υπάρχοντος μετρητή στο ίδιο υποστατικό με άλλη, όμως, ταρίφα. Δέχθηκε ότι από το 2010 οι λογαριασμοί ρεύματός της Καθ΄ης η αίτηση παρουσίαζαν καθυστερήσεις χιλιάδων ευρώ. Υπάρχει, δε, και άλλη απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση, στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με αρ.659/2004 και ημερομηνίας 23.9.2009, για ποσό €42.715, πλέον τόκους από 2.3.2004 και μέχρι εξοφλήσεως, το οποίο επίσης παραμένει απλήρωτο. Η Καθ' ης η αίτηση έχει ακίνητη περιουσία υποθηκευμένη για δάνειο στην Τράπεζα Κύπρου. Τα πιο πάνω επιβεβαίωσε και ο XXXXX Ζυμαράς. Είπε, επίσης ότι από 1.1.2013 αποχώρησε από την εταιρεία βάσει γραπτής συμφωνίας με τον αδελφό του, XXXXX Ζυμαρά. Εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε αναμίχθηκε στα οικονομικά της εταιρείας και δεν είναι σε θέση να γνωρίζει λεπτομέρειες ως προς αυτά. Από 1.1.2013 που αποχώρησε δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με τις εργασίες της Καθ΄ης η αίτηση. Ο XXXXX Χατζηχάννας, Διαχειριστής/Παραλήπτης της εταιρείας, ανέφερε ενόρκως και δια ζώσης ότι οι διευθυντές της ουδέποτε του παρέδωσαν, αλλά ούτε και στον προηγούμενο Διαχειριστή/Παραλήπτη, οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας ώστε να είναι σε θέση να επιβεβαιώσει την έκθεση πεπραγμένων για την εταιρεία (statement of affairs) και να συμμορφωθεί με τις δικές του υποχρεώσεις ως Διαχειριστής/Παραλήπτης βάσει του Κεφ.
  8. Βάσει της έρευνάς του, πάντως, το μόνο εξασφαλισμένο τραπεζικό ίδρυμα που είναι πιστωτής της Καθ' ης η αίτηση είναι η Τράπεζα Κύπρου. Υπάρχουν και άλλοι πιστωτές, εξασφαλισμένοι και μη. Δεν παρέλαβε οποιαδήποτε χρήματα σε μετρητά κατά το διορισμό του. Γ. Νομική πτυχή Γ.
  9. Ως προς αίτηση μηνιαίων δόσεων Αίτηση έρευνας, εάν είναι επιτυχής, μπορεί να απολήξει, όχι μόνο σε διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Το Δικαστήριο, κατόπιν οικονομικής εξέτασης, μπορεί να προβεί σε όλες τις διαταγές που προνοούνται από το άρθρο 87 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6[1]. Τούτου λεχθέντος, καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιόν μου που να δύναται να δικαιολογήσει οποιαδήποτε διαταγή πέραν από την πληρωμή μηνιαίων δόσεων έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Προς τούτο, λαμβάνω υπόψη μου και τα όσα λέχθηκαν στη Χριστοφόρου Χρίστος ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ακακίου

(2008)1 Α.Α.Δ. 708, ως προς το ότι, δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα εναντίον Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας βάσει του άρθρου 91Γ του Κεφ.6, όταν δεν προσδιοριστεί επαρκώς στην αίτηση, η περιουσία της οποίας αιτείται η μεταβίβαση ή η δωρεά ως καταδολιευτική. Εν προκειμένω, καμία τέτοια συγκεκριμενοποίηση έγινε. Ούτε η ακρόαση κύλησε επί τούτης της βάσης. Εξάλλου, κατά τις τελικές αγορεύσεις, ο συνήγορος για τους Αιτητές αναφέρθηκε μόνο σε αίτημα για έκδοση διατάγματος μηναίων δόσεων προς €500 μηνιαίως, εγκαταλείποντας έτσι τα λοιπά αιτητικά της αίτησης. Στην υπόθεση GESICO PHOTOGRAPHIC LTD. ν. J.K. VIDEO ART CO. LTD.
(1991)1 Α.Α.Δ. 134, αποφασίστηκε ότι η ορθή ερμηνεία του όρου "judgment debtor" στο άρθρο 2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, σε συνδυασμό με την ερμηνεία του όρου "person" στον περί Ερμηνείας Νόμο, Κεφ.1, ήταν ότι στον όρο περιλαμβάνονται εξ αποφάσεως χρεώστες που είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ακόμα και ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα (unincorporated association). Περαιτέρω ότι, το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του δυνάμει του Μέρους VII του Κεφ.6, μπορεί να ακούσει όχι μόνο τον εξ αποφάσεως χρεώστη, αλλά και άλλους μάρτυρες. Στην περίπτωση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, οι διευθυντές της, και άλλοι αξιωματούχοι, είναι οι κατ' εξοχήν κατάλληλοι μάρτυρες για το σκοπό αυτό, ο δε περί Εταιρειών Νόμος, Κεφ.113, δεν έχει καμιά σχέση με το θέμα αυτό. Λέχθηκε επίσης ότι: «Το Δικαστήριο προβαίνει σε έρευνα για την ικανότητα του εξ αποφάσεως χρεώστη να πληρώσει. Η έρευνα δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση του χρεώστη, αλλά το Δικαστήριο ακούει και άλλους μάρτυρες που κρίνονται αναγκαίοι για το σκοπό αυτό. Το Δικαστήριο στη διαδικασία αυτή ακούει μαρτυρία για τα μέσα του χρεώστη να πληρώσει. Το Δικαστήριο στη διαδικασία αυτή ακούει μαρτυρία για τα μέσα του χρεώστη και διατάσσει το χρεώστη να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος με δόσεις, σύμφωνα με τα μέσα και την ικανότητά του. Το ζήτημα του πιθανού μελλοντικού εισοδήματος του χρεώστη εξετάζεται με περίσκεψη. Στην περίπτωση των φυσικών προσώπων, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το μισθό και/ή τα εισοδήματα του χρεώστη και τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες και διατάσσει πληρωμή ποσού, το οποίο είναι το περίσσευμα από τον μισθό του, μετά την αφαίρεση εύλογου ποσού αναγκαίου για τη συντήρηση του χρεώστη και των εξαρτωμένων του. Στην περίπτωση των νομικών προσώπων, λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα τους, εξαιρουμένων των αναγκαίων εξόδων λειτουργίας τους. Ο περί Εταιρειών Νόμος δεν έχει εφαρμογή, ούτε επηρεάζει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στην εξέταση του χρεώστη με βάση το Μέρος ΙΧ του Νόμου. Το Δικαστήριο δύναται να ακούσει οποιουσδήποτε μάρτυρες κρίνει αναγκαίους για το σκοπό της έρευνάς του.» Σύμφωνα με την παλαιά Chrysostomou v. Athanasiou
(1981)1 C.L.R. 669, οποιοδήποτε διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον φυσικού προσώπου δεν πρέπει να επηρεάζει την ικανότητα του χρεώστη να ανταποκρίνεται στις βασικές προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες. Κατ' ανάλογο τρόπο, πρέπει να αποφασίζεται και αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον νομικού προσώπου, κατά τρόπο δηλαδή που να μην επηρεάζεται αυτή τούτη η οικονομική βιωσιμότητα της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Στη Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 686, λέχθηκε ότι η διαδικασία έρευνας σχετικά με τα μέσα του εξ αποφάσεως οφειλέτη είναι ανακριτικού χαρακτήρα. Μετά τη διαπίστωση της οικονομικής ευχέρειας και οικονομικού περισσεύματος του Καθ' ου η αίτηση, ο επακριβής καθορισμός του ποσού της δόσεως επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Βεβαίως, χρεώστης δεν μπορεί να δημιουργεί αχρείαστα έξοδα, τα οποία χρησιμοποιεί ως δικαιολογία για αποφυγή πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους του (βλ. Kokoni v. Ioannide
(1963)2 C.L.R. 468). Από την άλλη, δεν εκδίδεται διαταγή για πληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις, εάν η διαταγή αυτή επηρεάζει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές και καθημερινές του ανάγκες [βλ., μεταξύ άλλων, Anestos Adamou v. Xenophon Ioannides
(1963)2 C.L.R. 468· Chrysostomou v. Athanassiou
(1981)1 C.L.R. 669,671· Gesico Photographic Ltd. v. J.K. Video Art Co. Ltd.,
(1991)1 Α.Α.Δ. 134· In re a Judgment Debtor 51 T.L.R. 524, στη σελ. 525· Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Θεοχάρη Χαραλαμπίδη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 556]. Χρέη για τα οποία δεν υπάρχει διαταγή μηνιαίων πληρωμών και υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα του δικαστικού χρέους δεν έχουν προτεραιότητα έναντι του εξ αποφάσεως χρέους (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1034 και Κλεοβούλου v. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 207). Σύμφωνα με την Γιαννάκης Βασιλειάδης ν. Χαραλάμπου Τσουρή
(2007)1Α Α.Α.Δ 43, στις σελ. 48-49 το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας το άρθρο 84
(2)του Κεφ.6, ανέφερε ότι το βάρος απόδειξης ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του, το έχει ο ίδιος. Υποχρεούται, δε, να προβαίνει ενόρκως σε πλήρη αποκάλυψη όλων των περιουσιακών του στοιχείων για να δείξει την οικονομική του ανικανότητα να πληρώνει μηνιαίως. Ο εξ αποφάσεως πιστωτής μπορεί επίσης να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία έχει που αφορούν την περιουσία του εξ αποφάσεως χρεώστη. Στην απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Κωνσταντίνου (ανωτέρω) τονίστηκε ότι: «τα προβλεπόμενα από το νόμο μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα εκτός στις απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις. Πρέπει να εξισορροπείται η ανάγκη εκτέλεσης με την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου στο πλαίσιο κράτους δικαίου». Σύμφωνα δε, με την Χριστοφόρου Χρίστος (πιο πάνω), η διασφάλιση της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων είναι καίριο και ύψιστο ζήτημα, το οποίο αφορά την απονομή της δικαιοσύνης. Αν οι αποφάσεις των Δικαστηρίων δεν εκτελούνται τότε η δικαιοσύνη θα απονέμεται επί ματαίω. Γ.2. Ως προς τις εξουσίες, δικαιώματα και υποχρεώσεις Διαχειριστή/Παραλήπτη που διορίζεται από πιστωτή, βάσει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης, το οποίο αποκρυσταλλώθηκε. Οι εξουσίες ενός παραλήπτη που διορίζεται εκτός Δικαστηρίου εξαρτώνται από τους όρους του ομολόγου ή της επιβάρυνσης βάση της οποίας διορίζεται, δηλαδή, από την εξουσιοδοτούσα πράξη υπό την επιφύλαξη της όποιας νομοθετικής πρόνοιας επηρεάζει αυτές τις εξουσίες (βλ. Μέρος 6 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και ειδικότερα το Άρθρο 337
(2)). Στην απόφαση στην αγωγή αρ.4275/2013, Ε.Δ. Λάρνακας, Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. 1. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δια των Διευθυντών/Παραληπτών Μιχάλη Αβραάμ, Ανδρέα Ανδρονίκου και Μάριου Καλλία κ.ά., ημερομηνίας 22.5.2014 του κ. Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ., αναφέρθηκαν τα εξής, τα οποία υιοθετώ πλήρως για τους σκοπούς της παρούσας: «Ο όρος κυμαινόμενη επιβάρυνση και κυμαινόμενη εξασφάλιση σημαίνει επιβάρυνση ή εξασφάλιση επί των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας που επιβαρύνει την περιουσία της, η οποία δεν τίθεται σε άμεση εφαρμογή, αλλά κυμαίνεται έτσι ώστε να επιτρέπεται στην εταιρεία να συνεχίσει τις εργασίες της. Ενώ καθορισμένη (fixed) επιβάρυνση είναι αυτή που χωρίς άλλο προσκολλάται σε συγκεκριμένη και καθορισμένη περιουσία ή περιουσία ικανή να συγκεκριμενοποιηθεί και καθοριστεί, η κυμαινόμενη επιβάρυνση κινείται με την περιουσία την οποία προορίζεται να επηρεάσει μέχρις ότου κάποιο γεγονός επισυμβεί ή κάποια ενέργεια γίνει που προκαλεί την προσκόλληση της στο αντικείμενο της επιβάρυνσης. Στην περίπτωση διορισμού παραλήπτη η επιβάρυνση καθίσταται καθορισμένη και η εταιρεία δεν μπορεί στο εξής να διαχειρίζεται οιοδήποτε μέρος της περιουσίας που είναι επιβαρυμένη, εκτός όπως το ομόλογο μπορεί να επιτρέπει. Όταν η κυμαινόμενη επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας καταστεί καθορισμένη, συνιστά επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην εταιρεία. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., Τόμ.7, παράγρ.824, 827 και 830). Παρά το ότι ο διαχειριστής/παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, το πρωταρχικό του καθήκον είναι να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας προς το συμφέρον του κατόχου του ομολόγου και οι εξουσίες του για διεύθυνση της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα υποβοηθητικές για το σκοπό αυτό. (Βλ. Gomba Holdings U.K. Ltd v. Homan
(1986)3 All E.R. 94). Η εταιρεία δεν δικαιούται να του δίδει οδηγίες ως προς τον τρόπο που θα ασκήσει τα καθήκοντα του. Στο σύγγραμμα The Law of Administrators and Receivers of Companies, των Sir G.Lightman και G.Moss, 5η έκδ., αναφέρεται (σελ.26) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ένα ομόλογο στην συνήθη περίπτωση προνοεί για διορισμό από τον εξασφαλισμένο πιστωτή, σε περίπτωση οιασδήποτε παράλειψης από τον οφειλέτη ή εφόσον επισυμβεί κάποιο άλλο συγκεκριμένο γεγονός, παραλήπτη με εξουσία να συνεχίσει την επιχείρηση της εταιρείας. Ο διορισμός παίρνει τη διεύθυνση της περιουσίας της εταιρείας από τα χέρια των διευθυντών της και την εναποθέτει στα χέρια του παραλήπτη. Αυτή η εξουσία μπορεί να ασκηθεί είτε προς το σκοπό αναβίωσης της εταιρείας ή προς το σκοπό της πώλησης της επιχείρησης της ως τέτοιας. Η εξουσία να συνεχιστεί η επιχείρηση της εταιρείας μέσω διοικητικού παραλήπτη θεωρείται ότι παρέχεται με το ομόλογο εκτός στην έκταση που η ύπαρξη τέτοιας εξουσίας είναι ασυμβίβαστη με οιαδήποτε πρόνοια του ομολόγου.» και (σελ. 276-277) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ο σκοπός που διορίζεται ο παραλήπτης να είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας είναι `απλά ώστε να απελευθερώνονται οι κάτοχοι του ομολόγου που τον διορίζουν από ευθύνη για τις πράξεις του'. Οι εξουσίες διεύθυνσης των διευθυντών αναστέλλονται και ο παραλήπτης έχει ολοκληρωτικό έλεγχο των υποθέσεων της εταιρείας. Οι σχετικές θέσεις του παραλήπτη και των διευθυντών εμφανίζονται καθαρά στην απόφαση του Δικαστή Brightman στην Re Emmadart: `... Ο διορισμός παραλήπτη εκ μέρους κατόχων ομολόγου αναστέλλει τις εξουσίες των διευθυντών πάνω στα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ο παραλήπτης έχει διοριστεί στην έκταση που είναι αναγκαίο για να μπορεί ο παραλήπτης να διεκπεραιώνει τη λειτουργία του ... . Η εξουσία του παραλήπτη δεν είναι όμως ταυτόσημη με την εξουσία του διοικητικού συμβουλίου. Οι εξουσίες του παραλήπτη πηγάζουν από (
  1. i)τις εξουσίες που περιέχονται στο ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της εταιρείας να δημιουργεί υποθήκες και επιβαρύνσεις, σε συγκερασμό με (
  2. ii)τις συγκεκριμένες εξουσίες που έχουν παραχωρηθεί σε ένα δεόντως διορισθέντα παραλήπτη δυνάμει της δέουσας άσκησης της εξουσίας της εταιρείας να δανειστεί'.» Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 15η έκδ., αναφέρεται (σελ. 312) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Το αποτέλεσμα του διορισμού εκτός δικαστηρίου αφορά στην αποκρυστάλλωση της κυμαινόμενης επιβάρυνσης σε καθορισμένη επιβάρυνση και οι συνέπειες όσον αφορά τους εξ αποφάσεως πιστωτές είναι οι ίδιες όπως στην περίπτωση διορισμού από το δικαστήριο. Οι εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να διαχειρίζονται την περιουσία που περιλαμβάνεται στο διορισμό (τόσο περιουσία υποκείμενη σε κυμαινόμενη επιβάρυνση όσο και περιουσία υποκείμενη σε καθορισμένη επιβάρυνση) εκτός υπό τους όρους της επιβάρυνσης, παραλύουν. Γιατί, παρά το ότι κάτω από ομόλογο ή έγγραφο καταπιστεύματος στη συνήθη μορφή, ο παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, οι εξουσίες της εταιρείας ανατίθενται στον παραλήπτη για τους σκοπούς της διεκπεραίωσης των εργασιών της ή της συγκέντρωσης των περιουσιακών της στοιχείων ...». Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 19η έκδ., αναφέρεται (σελ. 592- 593) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ο διορισμός διοικητικού παραλήπτη από κατόχους ομολόγου δεν έχει οποιαδήποτε συνέπεια πάνω στη νομική θέση των κύριων αξιωματούχων της εταιρείας, δηλαδή των διευθυντών και του γραμματέα ... Το εταιρικό σχήμα της εταιρείας παραμένει ανεπηρέαστο, και παρά το ότι η διεύθυνση και ο έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στο διορισμό αποσύρεται εντελώς από τα χέρια των αξιωματούχων της εταιρείας, αυτοί παραμένουν στις θέσεις τους, έχοντας τα συνήθη από το νόμο καθήκοντα να διεκπεραιώσουν.» Στην Κύπρο ο διαχειριστής/παραλήπτης μπορεί να ασκεί και τις εξουσίες που στην Αγγλία ανατίθενται στον διοικητικό παραλήπτη (administrative receiver). Αναφέρεται, ακόμη, (σελ. 593) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας μπορεί επίσης, σε μερικές περιπτώσεις, ακόμη να έχει ενεργά καθήκοντα να διεκπεραιώσει, για παράδειγμα, όπου η εξασφάλιση κάτω από την οποία διορίστηκε ο παραλήπτης δεν εκτείνεται στην ολότητα των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, ή όπου περιουσία, που κρατείται από την εταιρεία ως καταπιστευματοδόχος ή ως ενέχυρο για τρίτα πρόσωπα, δεν καλύπτεται από τους όρους της εξασφάλισης.» Στο σύγγραμμα Charlesworth Company Law, 17η έκδ., 2005, αναφέρεται (σελ. 544) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Όταν παραλήπτης διορίζεται:
(1)Οι κυμαινόμενες επιβαρύνσεις αποκρυσταλλώνονται και καθίστανται καθορισμένες. Αυτό εμποδίζει την εταιρεία από του να διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία που επιβαρύνονται, χωρίς τη συγκατάθεση του παραλήπτη.
(2)Όταν παραλήπτης της επιχείρησης της εταιρείας διορίζεται, οι εξουσίες των διευθυντών να ελέγχουν την εταιρεία αναστέλλονται αλλά αυτοί μπορεί να έχουν κατάλοιπο ρόλου να διαδραματίσουν. Έτσι, όταν ο παραλήπτης αποφασίζει να μην αναλάβει ή να ρευστοποιήσει ένα περιουσιακό στοιχείο, το οποίο θα ήταν προς το συμφέρον της εταιρείας και των άλλων πιστωτών να αναλάβει ή να ρευστοποιήσει, οι διευθυντές έχουν εξουσία να ενεργήσουν εκ μέρους της εταιρείας στην έκταση που τα συμφέροντα των κατόχων του ομολόγου, ως κατόχων ομολόγου, δεν απειλούνται.» Γίνεται αναφορά στην Newhart Developments v. Co-operative Commercial Bank [1978] 2 All E.R. 896, όπου τα περιουσιακά στοιχεία σε σχέση με τα οποία είχε διορισθεί ο παραλήπτης περιελάμβαναν αξίωση για αποζημιώσεις εναντίον των κατόχων του ομολόγου που τον διόρισε. Ο παραλήπτης είχε αρνηθεί να ενάξει τους κατόχους του ομολόγου και η αγωγή καταχωρίστηκε από τους διευθυντές για λογαριασμό της εταιρείας. Αποφασίστηκε πως η αγωγή μπορούσε να συνεχίσει. Επομένως, διαγράφεται η γενική εικόνα ότι τις υποθέσεις της εταιρείας χειρίζεται ο παραλήπτης, ενώ, πέραν της άσκησης κάποιων νομίμων καθηκόντων, το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών ενεργοποιείται όταν ο παραλήπτης αρνείται να δραστηριοποιηθεί. Η προϋπόθεση της άρνησης του παραλήπτη στην Newhart, όπου η αγωγή θα στρεφόταν κατά των κατόχων του ομολόγου, δηλαδή αυτούς που τον διόρισαν, θεμελιώνει τη θέση πως ο παραλήπτης είναι κυρίαρχος της κατάστασης. Ακόμα και ο χειρισμός αγωγής κατά των κατόχων του ομολόγου δυνάμει του οποίου διορίστηκε, εναποτίθεται σε αυτόν και οι διευθυντές έχουν ρόλο μόνο εάν αυτός αρνηθεί να προωθήσει τη σχετική αξίωση. Στην M. Wheeler and Company Limited v. Warren [1928] Ch. 840, C.A., αναφέρεται πως ένας παραλήπτης μπορεί να ενάξει στο όνομα της εταιρείας για να ανακτήσει την επιβαρυμένη περιουσία, καθ΄ όσο το ομόλογο τον διορίζει αντιπρόσωπο της εταιρείας και του παρέχει ρητή εξουσία να επέμβει την επιβαρυμένη περιουσία. Στο σύγγραμμα Mayson, French & Ryan on Company Law, 1990 - 91 Edition, αναφέρεται (σελ. 569-70) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Από τη στιγμή του διορισμού του ως διοικητικού παραλήπτη της εταιρείας αυτός έχει τη μόνη εξουσία να διαχειρίζεται την επιβαρυμένη περιουσία. Οι σύμβουλοι της εταιρείας δεν έχουν πλέον εξουσία να διαχειρίζονται την επιβαρυμένη περιουσία. Όμως, συνεχίζουν να παραμένουν αξιωματούχοι και είναι ακόμα υπόλογοι, για παράδειγμα, να υποβάλλουν καταστάσεις και έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών.» Γίνεται και εδώ αναφορά στην Newhart και σημειώνεται πως ο διορισμός παραλήπτη δεν αποστερεί τους διευθυντές της εξουσίας τους να ξεκινήσουν διαδικασίες στο όνομα της εταιρείας νοουμένου ότι δεν επεμβαίνουν στο έργο του παραλήπτη να ρευστοποιήσει τα επιβαρυμένα περιουσιακά στοιχεία. Αναφέρεται ακόμα πως οι διευθυντές μπορεί να προωθήσουν διαδικασία για να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα του διορισμού του παραλήπτη (Hawkesbury Development Co. Ltd. v. Landmark Finance Pty Ltd
(1969)92 WN (NSW) 199, New South Wales; Paramount Acceptance Co. Ltd v. Souster [1981] 2 NZLR 38, CA of New Zealand) και ακόμα να ενστούν σε αίτηση για διάλυση της εταιρείας (Re Reprographic Exports (Euromat) Ltd
(1978)122 SJ 400) ή να προκαλέσουν την εταιρεία να ενάξει τον παραλήπτη για παράβαση των καθηκόντων του (Watts v. Midland Bank plc [1986] BCLC 15) Η δυνατότητα αυτή στους διευθυντές κατοχυρώνει τα συμφέροντα της εταιρείας από τους διαχειριστές/παραλήπτες που δεν εκτελούν δεόντως τα καθήκοντα τους. Όμως, εφόσον οι διαχειριστές/παραλήπτες έχουν δεόντως διοριστεί και ο διορισμός τους δεν προσβάλλεται, αυτοί είναι οι ρυθμιστές της κατάστασης και η εταιρεία λειτουργεί και αποφασίζει μέσω τους. Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 15η έκδ., αναφέρεται (σελ. 315) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Περαιτέρω, οι διευθυντές δικαιούνται να χρησιμοποιήσουν το όνομα της εταιρείας για να αμφισβητήσουν δικαστικά την εγκυρότητα του ομολόγου κάτω από το οποίο έλαβε χώρα ο διορισμός και προφανώς για να καταχωρήσουν αγωγές για αποζημιώσεις για σοβαρή αμέλεια η οποία στη συνήθη περίπτωση υποθήκης θα μπορούσε να καταχωριστεί από τον ενυπόθηκο οφειλέτη κατά του παραλήπτη». [.....] Στο σύγγραμμα The Law Relating to Receivers and Managers, του Hubert Picarda, 1984, σελ. 296, αναφέρεται πως (σε δική μου μετάφραση): «Η κλασσική διαταγή διορισμού παραλήπτη συνήθως του παρέχει την εξουσία να επέμβει να εισπράξει και λάβει την περιουσία που αποτελεί την εξασφάλιση του ενάγοντα. Αυτό το ρητό λεκτικό αναπόφευκτα και εξυπακουόμενα εξουσιοδοτεί κάθε παρεμπίπτουσα ή βοηθητική ενέργεια. Και στη σελ.64 (σε δική μου μετάφραση): «Όταν σε ένα πρόσωπο παραχωρείται ρητή εξουσία να προωθήσει συγκεκριμένες ενέργειες αυτός, κατά το συνήθη τρόπο, έχει εξυπακουόμενη εξουσία να κάμει ότι είναι αναγκαίο ή υποβοηθητικό ώστε να εκτελέσει αποτελεσματικά αυτό για το οποίο έχει ρητή εξουσία. Η παραχώρηση της εξουσίας μεταφέρει μαζί της την παραχώρηση όλων των κατάλληλων μέσων, που δεν αποκλείονται ρητά, για να καταστήσει εφικτή την άσκηση της ιδίας της εξουσίας.» [....] Στην Αγγλία υφίσταται νομοθετική ρύθμιση αναφορικά με τις εξουσίες του διαχειριστή/παραλήπτη. Αυτές καθορίζονται στο Παράρτημα Ι του Ιnsolvency Act 1986. Ρητά μνημονεύεται η εξουσία διορισμού δικηγόρου και η καταχώρηση ή υπεράσπιση αγωγών ή άλλων δικαστικών διαδικασιών στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας, όπως και η παρουσίαση ή η υπεράσπιση αίτησης για διάλυση της εταιρείας Το ίδιο και στη Σκωτία με το άρθρο 15 του Floating Charges and Receivers Act, 1972. (Bλ. The Law Relating to Receivers and Managers, του Hubert Picarda, 1984, σελ. 135 - 137 και 72-74 αντίστοιχα). Στην Κύπρο δεν υφίσταται νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος, αυτό όμως που καλύπτεται νομοθετικά σε άλλες δικαιοδοσίες παρέχει άριστη καθοδήγηση για την νομολογιακή ρύθμιση του ζητήματος στην Κύπρο.» Προς ποιον όμως οφείλει, τα εκ του Νόμου απορρέοντα καθήκοντά του, ο Διαχειριστής/Παραλήπτης; Στην In re Χατζηρούσου
(2011)1 Γ Α.Α.Δ. 1703, σελ. 1712-1713, αναφέρεται ότι ο Παραλήπτης/Διαχειριστής έχει υποχρέωση, κατά την άσκηση των καθηκόντων του να προστατεύσει τα δικαιώματα πρωτίστως της τράπεζας που τον διόρισε και δευτερευόντως της εταιρείας και όλων των πιστωτών της (βλ. Brenda Hammigan Company Law, σελ. 732-733). Οι διευθυντές της εταιρείας διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας που περιλαμβάνει και τη δυνατότητα να εγείρουν αγωγή εναντίον των κατόχων ομολόγων που διόρισαν τον Διαχειριστή/Παραλήπτη (βλ. Newhart Developments Ltd v. Co-op Commercial Bank Ltd [1978] 2 All ER 896). Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Gomba Holdings UΚ Ltd v. Homan [1986] 3 All E.R. 94, παρόλο που ο Διαχειριστής/Παραλήπτης είναι ουσιαστικά αντιπρόσωπος της εταιρείας, με μια ιδιότυπη σχέση αντιπροσωπείας που δεν απαιτεί ανάλυση εν προκειμένω βάσει των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης[2], το πρωταρχικό καθήκον του, είναι να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας προς το συμφέρον του κατόχου του ομολόγου βάσει του οποίου διορίστηκε και οι εξουσίες του για διαχείριση (management) της εταιρείας είναι ουσιαστικά επικουρικές προς το καθήκον του αυτό. Είναι τόσο ευρείες οι εξουσίες του Διαχειριστή/Παραλήπτη σε σχέση με το πρωταρχικό του καθήκον προς ρευστοποίηση της περιουσίας της εταιρείας προς όφελος του πιστωτή που τον διόρισε, που μπορεί να υποβάλλει ακόμα και αίτηση για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος για πώληση μετοχών της εταιρείας και διορισμό παραλήπτη για διεκπεραίωση της πώλησης, βάσει του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου Ν.31(Ι)/92, νοουμένου ότι πράττει αυτό καλόπιστα και στοιχειοθετεί επαρκώς την αναγκαιότητα πώλησής τους. Αυτό λέχθηκε στην Ελένη Λ. Ιωάννου (Σιαρματτά) κ.ά. v. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1463, όπου η αναγκαιότητα πώλησης στοιχειοθετήθηκε επαρκώς με τη διαπίστωση του Διαχειριστή/Παραλήπτη, την οποία δέχθηκε το Δικαστήριο ως καλόπιστη και ορθή, ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας υπολείπονταν κατά πολύ του οφειλόμενου ποσού προς τους πιστωτές της. Βάσει του συγγράμματος του The Law Relating to Receivers, Managers and Administrators, του Hubert Picarda, 4η έκδοση, 2006, στις σελ. 116-117, προκύπτει ότι η θέση που φαίνεται να επικρατούσε στο παρελθόν, βάσει της Moss Steamship Co Ltd v. Whinney [1912] AC 254, ότι o διορισμός ενός Διαχειριστή/Παραλήπτη απολήγει στην αναστολή των εξουσιών των διευθυντών της εταιρείας για όλους τους πρακτικούς σκοπούς που έχουν σχέση με τη διαχείρισή της, είναι παρωχημένη. Η μοντέρνα προσέγγιση, φαίνεται να είναι, βάσει της Hawkesbury Development Co Ltd v. Landmark Finance Pty Ltd [1969] 2 NSWR 782, ότι οι διευθυντές της εταιρείας διατηρούν, ακόμα και μετά το διορισμό Διαχειριστή/Παραλήπτη, κατάλοιπο εξουσιών (residual powers) και υποχρεώσεων ως τις ορίζει ο Νόμος, σε σχέση με τη διαχείριση της εταιρείας (management of the company), λ.χ. για ετοιμασία ετήσιων εκθέσεων και λογαριασμών, σύγκληση Γενικών Συνελεύσεων μετόχων που απαιτούνται από το Νόμο, διατήρηση ενημερωμένου πιστοποιητικού μετοχών. Βάσει όλων των πιο πάνω, κρίνω να ευσταθεί ο ισχυρισμός των συνηγόρων του Διαχειριστή/Παραλήπτη ότι, εάν η παρούσα αίτηση εγκριθεί, θα απέληγε στην επιλεκτική αποπληρωμή των Αιτητών, οι οποίοι είναι, μάλιστα, ανεξασφάλιστοι πιστωτές και ως αποτέλεσμα θα καταστρατηγούνταν οι θέσμιες υποχρεώσεις του Διαχειριστή/Παραλήπτη ως διορισμένου στη βάση κυμαινόμενης επιβάρυνσης από εξασφαλισμένο πιστωτή, ήτοι την Τράπεζα Κύπρου. Ως προκύπτει από τις πιο πάνω αναφορές, το πρώτιστο καθήκον του Διαχειριστή/Παραλήπτη είναι προς τον πιστωτή που τον διόρισε, μετέπειτα, και βάσει του ΚΕφ. 113, προς τους λοιπούς εξασφαλισμένους πιστωτές και αργότερα προς τους ανεξασφάλιστους πιστωτές, όπως οι εν προκειμένω Αιτητές, pari passu. Ο Διαχειριστής/Παραλήπτης είναι δε θεματοφύλακας της περιουσίας της εταιρείας η οποία περιέρχεται στα χέρια του, ώστε, εάν τη διαχειριστεί κατά τρόπο άλλο από καλόπιστο ή όχι προς τα συμφέροντα του πιστωτή που τον διόρισε, της εταιρείας και όλων των πιστωτών της, κατά σειρά προτεραιότητας, βάσει των άρθρων 89 και 300 του Κεφ.113, θα είναι νομικά υπόλογος έναντι του πιστωτή που τον διόρισε και της εταιρείας, αλλά και βάσει του Νόμου. Ενδεχομένως, το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό εάν, εν προκειμένω, ο Διαχειριστής/Παραλήπτης δε διοριζόταν επί ολόκληρης της περιουσίας της εταιρείας, αλλά μόνο επί συγκεκριμένης περιουσίας αυτής. Το ενώπιόν μου, όμως, ζήτημα τέθηκε στη βάση του ότι ο Διαχειριστής/Παραλήπτης της Καθ' ης η αίτησης διορίστηκε βάσει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί ολόκληρης της περιουσίας της εταιρείας και, έτσι, στην επίλυση αυτού του θέματος θα περιοριστώ. Για μόνο αυτό το λόγο, θα απέρριπτα την αίτηση. Εάν, κατ' έφεση κριθεί ότι τούτη η κρίση του Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη, προχωρώ να εξετάσω την αίτηση στην ουσία της. Δ. Αξιοπιστία μαρτύρων Κρίνω τον Διαχειριστή/Παραλήπτη ως αξιόπιστο μάρτυρα. Δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και, ως ανεξάρτητος με την παρούσα διαφορά τρίτος, δεν είχε λόγο να αναφέρει στο Δικαστήριο κάτι πέραν ή έξω από την αλήθεια. Τα όσα, δε, στοιχεία κατέθεσε ως Τεκμήρια συνάδουν πλήρως με τα λεγόμενά του. Θα χρησιμοποιήσω τη μαρτυρία του ως μέτρο σύγκρισης της αξιοπιστίας των λοιπών μαρτύρων. Τα όσα ο Νικόλας και Χριστάκης Ζυμαράς ανέφεραν στο Δικαστήριο, δεν απαιτούν αξιολόγηση, διότι αυτή θα ήταν ακαδημαϊκό εγχείρημα. Εξηγώ. Με γνώμονα ότι τα όσα κατέθεσαν αφορούν στην οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση πριν το 2014 που διορίστηκε για αυτή Διαχειριστής/Παραλήπτης, η αξιολόγησή τους παρέλκει, εφόσον ουδόλως θα συνεισφέρει στην εξακρίβωση, στον παρόντα χρόνο, της οικονομικής δυνατότητας της εταιρείας. Τα όσα ανέφεραν οι XXXXX και XXXXX Ζυμαράς, ως προς την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση πριν το 2014 που διορίστηκε Διαχειριστής/Παραλήπτης, δε βοηθούν σε απόφανση επί της αίτησης, διότι εκείνο που οποιαδήποτε αίτηση έρευνας προσπαθεί να διακριβώσει είναι την οικονομική δυνατότητα του εξ αποφάσεως χρεώστη κατά το χρόνο καταχώρισης ή/και ακρόασης της αίτησης. Τη δυνατότητα δηλαδή του εξ αποφάσεως χρεώστη να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους του στο παρόν. Η αίτηση, εν προκειμένω, καταχωρίστηκε στις 23.6.
  1. Με την τοποθέτηση των πιο πάνω μαρτύρων, η οποία επιβεβαιώνεται από τα λεγόμενα του Διαχειριστή/Παραλήπτη, ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι υπό διαχείριση από τις αρχές του 2014 μέχρι και σήμερα, η αίτηση είναι, και ήταν εκ προοιμίου, καταδικασμένη σε αποτυχία. Είναι, πάντως, γεγονός ότι δεν προσκόμισαν στο Δικαστήριο όλα τα έγγραφα που όφειλαν, βάσει του άρθρου 84 του Κεφ.6, ώστε να διακριβωθεί η οικονομική δυνατότητα της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας, όπως λ.χ. ισολογισμούς και οικονομικές καταστάσεις αυτής. Όπως δεν τα προσκόμισαν, ως είχαν θεσμοθετημένο καθήκον βάσει του άρθρου 341 του περί Εταιρειών Νόμου, ούτε στους δύο Διαχειριστές/Παραλήπτες που διορίστηκαν διαδοχικά για την Καθ' ης η Αίτηση. Εάν έπρατταν ως όφειλαν και παρέδιδαν στο Διαχειριστή/Παραλήπτη όλα τα αναγκαία στοιχεία, ώστε να είναι σε θέση να φέρει εις πέρας, κι εκείνος με τη σειρά του τις θέσμιες υποχρεώσεις του βάσει του περί Εταιρειών Νόμου, θα μπορούσε να υπάρχει, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στην παρούσα αίτηση, πολύ πιο ξεκάθαρη εικόνα ως προς την τωρινή οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Βάσει των όσων άκουσα, ουδείς γνωρίζει αυτή τη στιγμή, ούτε οι Νικόλας ή Χριστάκης Ζυμαράς, ούτε ο Διαχειριστής/Παραλήπτης, ποια είναι η ακριβής τωρινή οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση, κάτι που καθορίζει και το αποτέλεσμα της αίτησης. Ειρήσθω εν παρόδω, ο Διαχειριστής/Παραλήπτης έχει τρόπο να εξαναγκάσει τους αξιωματούχους της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας σε συμμόρφωση με τα θέσμια καθήκοντά τους βάσει του Κεφ.113, μέσω υποβολής, στο Δικαστήριο, αίτησης για οδηγίες βάσει του άρθρου 337 του Κεφ.
  2. Η αίτηση είναι απορριπτέα και για έναν επιπρόσθετο λόγο. Ότι ο Διαχειριστής/Παραλήπτης στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσής του αναφέρει ότι η Καθ' ης η αίτηση είχε ήδη τερματίσει όλες τις εργασίες της πριν το διορισμό του, δεν έχει πλέον κανένα έσοδο και δεν έχει καμία δυνατότητα να αποπληρώνει οποιοδήποτε ποσό προς την Αιτήτρια. Ε. Κατάληξη Βάσει των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Ας σημειωθεί ότι λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου ότι η συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις είναι το θεμέλιο ενός κράτους δικαίου. Και ότι τα Δικαστήρια, περισσότερο από τις άλλες εξουσίες, έχουν υποχρέωση να συνεισφέρουν στην εδραίωση κράτους δικαίου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι οι Αιτητές εύλογα αναμένουν ότι θα εισπράξουν το λαβείν τους. Από την άλλη όμως, για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, θα ήταν νομικό και πραγματικό σφάλμα η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος μηνιαίων δόσεων εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση, υπό τις κρατούσες, στο παρόν, συνθήκες. Παρά την απόρριψη της αίτησης και κατ' εξαίρεση του κανόνα που θέλει τα έξοδα να ακολουθούν το αποτέλεσμα, οι λόγοι που οδήγησαν στην απόρριψη της αίτησης είναι λόγοι, ως προκύπτει από τα πιο πάνω, που άπτονται εξ ολοκλήρου της μη συμμόρφωσης των διευθυντών της Καθ' ης η αίτηση με τα θέσμια καθήκοντά τους, τόσο βάσει του άρθρου 84 του Κεφ.6, όσο και βάσει του άρθρου 341 του Κεφ.
  3. Έτσι, τα έξοδα θα υπέρ των Αιτητών και του Διαχειριστή/Παραλήπτη και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας, πληρωτέα από την περιουσία της εταιρείας. (Υπ.) ........... Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] 87.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται μετά την εξέταση του οφειλέτη να εκδώσει, ανάλογα με την περίπτωση, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις· Β. Διάταγμα ακύρωσης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ή επιβαρύνσεων· Γ. Διάταγμα αποκοπής απολαβών· Δ. διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο εξ αποφάσεως οφειλέτης να διαθέσει, αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος της· Ε. ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου.
(2)Το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ή ένταλμα δυνάμει του εδαφίου
(1)το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή. [2] Βλ. Gomba Holdings v Minories Finance [1989] BCLC 115 στην οποία αναφέρονται τα εξής στη σελ. 117: «The agency of a receiver is not an ordinary agency. It is primarily a device to protect the mortgagee or debenture holder. Thus, the receiver acts as agent for the mortgagor in that he has power to affect the mortgagor's position by acts which, though done for the benefit of the debenture holder, are treated as if they were the acts of the mortgagor. The relationship set up by the debenture, and the appointment of the receiver, however, is not simply between the mortgagor and the receiver. It is tripartite and involves the mortgagor, the receiver and the debenture holder. The receiver is appointed by the debenture holder, on the happening of specified events, and becomes the mortgagor's agent whether the mortgagor likes it or not. And, as a matter of contract between the mortgagor and the debenture holder, the mortgagor will have to pay the receiver's fees. Further, the mortgagor cannot dismiss the receiver, since that power is reserved to the debenture holder as another of the contractual terms of the loan. It is to be noted also that the mortgagor cannot instruct the receiver how to act in the conduct of the receivership. All this is far removed from the ordinary principal and agent situation so far as the mortgagor and the receiver are concerned. Whilst the receiver is the agent of the mortgagor he is the appointee of the debenture holder and, in practical terms, has a close association with him. Moreover he owes fiduciary duties to the debenture holder, who has a right, as against the receiver, to be put in possession of all the information concerning the receivership available to the receiver: see Re Magadi Soda Co. Ltd.
(1925)41 TLR 297. The result is that the receiver, in the course of the receivership, performs duties on behalf of the debenture holder as well as the mortgagor. And these duties may relate closely to the affairs of the entity which is the subject of the receivership. It is, therefore, not satisfactory to approach the problem of the ownership of documents which come into existence in the course of the receivership on the basis that ownership depends on whether the documents relate to the affairs of (in this case) the companies.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.