Αυξεντίου ν. Χατζηπαναγή, Αρ. Αγωγής: 1231/2012, 31/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2017:A179 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1231/2012 Μεταξύ: XXXXX Αυξεντίου Ενάγοντα -και- XXXXX Χατζηπαναγή Εναγομένου Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Γ.Λουκαΐδης και Ανδρέας Ποιητής για Δρ Ανδρέας Π Ποιητής & Σια Για Εναγόμενους: κ.Β.Λοΐζου για Ανδρέας Β.Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ------------------------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΟΙ ΓΡΑΠΤΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ Η ουσία της υπόθεσης Με την παρούσα υπόθεση ο Ενάγοντας αιτείται από το Δικαστήριο την ακύρωση διαφόρων συμφωνιών πώλησης πινάκων ζωγραφικής τις οποίες είχε επισυνάψει κατά διάφορες ημερομηνίες (από το 2003 έως το 2008) με τον Εναγόμενο, λόγω του ότι, ως ισχυρίζεται, οι συμφωνίες είχαν καταρτιστεί κατόπιν δόλου ή και ψευδών παραστάσεων, αφού οι πίνακες του παρουσιάσθηκαν ως δημιουργήματα γνωστών Κυπρίων και Ελλάδιτών καλλιτεχνών, χωρίς να είναι όμως τέτοια αυθεντικά δημιουργήματα . Αιτείται επίσης επιστροφή των ποσών που δαπανήθηκαν. Η Έκθεση Απαίτησης θα παρατεθεί επί λέξει, καθώς και άλλα δικόγραφα και έγγραφα που σχετίζονται με την ουσία της διαφοράς των δύο μερών, αφού κρίνω ότι έτσι θα δοθεί μία καλύτερη εικόνα της στην παρούσα απόφαση. Η Έκθεση Απαίτησης έχει επί λέξει ως ακολούθως: «
- Ο ενάγων είναι οµότιµος Καθηγητής Πανεπιστηµίου στα Οικονοµικά και ασχολείται µεταξύ άλλων και µε συλλογή έργων τέχνης.
- Ο εναγόµενος είναι και ήταν κατά πάντα κρίσιµο χρόνο συλλέκτης και έµπορος έργων τέχνης, µεταξύ των οποίων και ζωγραφικοί πίνακες.
- Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2003 ο ενάγων προσεγγίσθηκε από τον εναγόµενο ή και από άλλα πρόσωπα που ενεργούσαν για λογαριασµό του εναγοµένου και επείσθη να αγοράσει από τον εναγόµενο (α) Ένα πίνακα του Παρθένη (β) Ένα πίνακα του Μαλέα (γ) Ένα πίνακα του Μαθιόπουλου (δ) Ένα πίνακα του Χ. Σάββα
- Οι πιο πάνω πίνακες αγοράσθηκαν αντί ποσού £6.000 ήτοι €10.251 ,
- Παρά ταύτα η πιο πάνω συµφωνία κατηρτίσθη κατόπιν δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου. Λεπτοµέρειες δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου: α) Ανέφερε στον ενάγοντα ή και του παρέστησε ότι οι πιο πάνω πίνακες ήσαν γνήσια έργα των πιο πάνω αναφεροµένων ζωγράφων, ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν, β) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι του επωλoύvτo έργα αξίας, ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν έτσι, γ) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι η αξία των πιο πάνω έργων μεγαλύτερη απ' ό,τι πράγµατι ήταν, διότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι, δ) Απέκρυψε από τον ενάγοντα το γεγονός ότι οι πίνακες αυτοί δεν ήσαν γνήσια έργα τέχνης των πιο πάνω δηµιουργών, ε) Προκάλεσε στον ενάγοντα την λανθασµένη εντύπωση ότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι, ενώ ο ίδιος εγνώριζε την µη γνησιότητά τους.
- Συνεπεία των ανωτέρω ο ενάγων επίστεψε ότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι και προέβη στη συµφωνία από την οποία ο εναγόµενος απεκόµισε το όφελος του πιο πάνω τιµήµατος.
- Παρά ταύτα η πιο πάνω συµφωνία κατηρτίσθη κατόπιν δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου.
- Ωσαύτως κατά ή περί τον Σεπτέµβριο του 2004 ο ενάγων επείσθη από τον εναγόµενο και αγόρασε από αυτόν: α) 1 πίνακα του Ροµανίδη αντί τιµήµατος £1.500 ήτοι €2.562,90
- Παρά ταύτα η πιο πάνω συµφωνία κατηρτίσθη κατόπιν δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου Λεπτοµέρειες ή δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου α) Ανέφερε στον ενάγοντα ή και του παρέστησε ότι ο πιο πάνω πίνακας ήσαν γνήσιο έργο του πιο πάνω αναφερόµενου ζωγράφου ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν, β) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι του επωλείτο έργο αξίας ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν έτσι, γ) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι η αξία του πιο πάνω έργου ήταν πολύ µεγαλύτερη απ' ότι πράγµατι ήταν διότι ο πίνακας ήταν γνήσιος, δ) Απέκρυψε από τον ενάγοντα το γεγονός ότι ο πίνακας αυτός δεν ήταν γνήσιο έργο τέχνης του πιο πάνω δηµιουργού, ε) Προκάλεσε στον ενάγοντα την λανθασµένη εντύπωση ότι ο πίνακας ήταν γνήσιος. 10.Ωσαύτως κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2004 ο ενάγων επείσθη από τον εναγόµενο και αγόρασε από αυτόν: α) 1 πίνακα του Μαλέα αντί τιµήµατος £1750 ήτοι €2.990.05
- Παρά ταύτα η πιο πάνω συµφωνία κατηρτίσθη κατόπιν δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου Λεπτοµέρειες ή δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου: α) Ανέφερε στον ενάγοντα ή και του παρέστησε ότι ο πιο πάνω πίνακας ήσαν γνήσιο έργο του πιο πάνω αναφερόµενου ζωγράφου ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν, β) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι του επωλείτο έργο αξίας ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν έτσι, γ) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι η αξία του πιο πάνω έργου ήταν πολύ µεγαλύτερη απ' ότι πράγµατι ήταν διότι ο πίνακα ήταν γνήσιος, δ) Απέκρυψε από τον ενάγοντα το γεγονός ότι ο πίνακας αυτός δεν ήταν γνήσιο έργο τέχνης του πιο πάνω δηµιουργού, ε) Προκάλεσε στον ενάγοντα την λανθασµένη εντύπωση ότι ο πίνακας ήταν γνήσιος. 12.Ωσαύτως κατά ή περί την άνοιξη του 2005 ο ενάγων επείσθη από τον εναγόµενο και αγόρασε από αυτόν: α) 1 πίνακα Μαλέα β) 1 πίνακα Kogevinas αντί τιµήµατος £2.700 ήτοι €4.613,22
- Παρά ταύτα η πιο πάνω συµφωνία κατηρτίσθη κατόπιν δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου Λεπτοµέρειες ή δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου: α) Ανέφερε στον ενάγοντα ή και του παρέστησε ότι οι πιο πάνω πίνακες ήσαν γνήσια έργα των πιο πάνω αναφερόµενων ζωγράφων ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν, β) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι του επουλόυντο έργα αξίας ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν έτσι, γ) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι η αξία των πιο πάνω έργων ήταν πολύ µεγαλύτερη απ' ότι πράγµατι ήταν διότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι, δ) Απέκρυψε από τον ενάγοντα το γεγονός ότι οι πίνακες αυτοί δεν ήσαν γνήσια έργατέχνης των πιο πάνω δηµιουργών, ε) Προκάλεσε στον ενάγοντα την λανθασµένη εντύπωση ότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι.
- Ωσαύτως κατά ή περί το φθινόπωρο του 2005 ο ενάγων επείσθη από τον εναγόµενο και αγόρασε από αυτόν: α) Ένα πίνακα Τέτση β) Ένα πίνακα Ιακωβίδη αντί τιµήµατος £2400 ήτοι €4.100,64 15.Παρά ταύτα η πιο πάνω συµφωνία κατηρτίσθη κατόπιν δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου Λεπτοµέρειες ή δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου: α) Ανέφερε στον ενάγοντα ή και του παρέστησε ότι οι πιο πάνω πίνακες ήσαν γνήσια έργα των πιο πάνω αναφερόµενων ζωγράφων ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν, β) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι του επουλόυντο έργα αξίας ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν έτσι, γ) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι η αξία των πιο πάνω έργων ήταν πολύ µεγαλύτερη απ' ότι πράγµατι ήταν διότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι, δ) Απέκρυψε από τον ενάγοντα το γεγονός ότι οι πίνακες αυτοί δεν ήσαν γνήσια έργα τέχνης των πιο πάνω δηµιουργών, ε) Προκάλεσε στον ενάγοντα την λανθασµένη εντύπωση ότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι.
- Ωσαύτως κατά ή περί την άνοιξη του 2006 ο ενάγων επείσθη από τον εναγόµενο και αγόρασε από αυτόν: α) Ένα πίνακα Kogevinas β) Ένα πίνακα Παρθένη αντί τιµήµατος £2.100 ήτοι €3.588,06
- Παρά ταύτα η πιο πάνω συµφωνία κατηρτίσθη κατόπιν δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου Λεπτοµέρειες ή δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου: α) Ανέφερε στον ενάγοντα ή και του παρέστησε ότι οι πιο πάνω πίνακες ήσαν γνήσια έργα των πιο πάνω αναφερόµενων ζωγράφων ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν, β) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι του επουλόυντο έργα αξίας ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν έτσι, γ) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι η αξία των πιο πάνω έργων ήταν πολύ µεγαλύτερη απ' ότι πράγµατι ήταν διότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι, δ) Απέκρυψε από τον ενάγοντα το γεγονός ότι οι πίνακες αυτοί δεν ήσαν γνήσια έργα τέχνης των πιο πάνω δηµιουργών, ε) Προκάλεσε στον ενάγοντα την λανθασµένη εντύπωση ότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι. 18.Ωσαύτως κατά ή περί το φθινόπωρο του 2006 ο ενάγων επείσθη από τον εναγόµενο και αγόρασε από αυτόν: α) Ένα πίνακα Παπαλουκά β) Ένα πίνακα Λασκαρίδου αντί τιµήµατος £2.300 ήτοι €3.929,78 19.Παρά ταύτα η πιο πάνω συµφωνία κατηρτίσθη κατόπιν δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου Λεπτομέρειες ή δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους του Εναγομένου α) Ανέφερε στον ενάγοντα ή και του παρέστησε ότι οι πιο πάνω πίνακες ήσαν γνήσια έργα των πιο πάνω αναφερόµενων ζωγράφων ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν, β) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι του επουλόυντο έργα αξίας ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν έτσι, γ) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι η αξία των πιο πάνω έργων ήταν πολύ µεγαλύτερη απ' ότι πράγµατι ήταν διότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι, δ) Απέκρυψε από τον ενάγοντα το γεγονός ότι οι πίνακες αυτοί δεν ήσαν γνήσια έργα τέχνης των πιο πάνω δηµιουργών, ε) Προκάλεσε στον ενάγοντα την λανθασµένη εντύπωση ότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι. 20.Ωσαύτως κατά ή περί τον Απρίλιο του 2007 ο ενάγων επείσθη από τον εναγόµενο και αγόρασε από αυτόν: α) Ένα πίνακα Παρθένη β) Ένα πίνακα Κοντοπούλου αντί τιμήματος £2.500 ήτοι €4.271,50 21.Παρά ταύτα η πιο πάνω συµφωνία κατηρτίσθη κατόπιν δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου Λεπτομέρειες ή δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους του Εναγομένου α) Ανέφερε στον ενάγοντα ή και του παρέστησε ότι οι πιο πάνω πίνακες ήσαν γνήσια έργα των πιο πάνω αναφερόµενων ζωγράφων ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν, β) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι του επουλόυντο έργα αξίας ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν έτσι, γ) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι η αξία των πιο πάνω έργων ήταν πολύ µεγαλύτερη απ' ότι πράγµατι ήταν διότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι δ) Απέκρυψε από τον ενάγοντα το γεγονός ότι οι πίνακες αυτοί δεν ήσαν γνήσια έργα τέχνης των πιο πάνω δηµιουργών, ε) Προκάλεσε στον ενάγοντα την λανθασµένη εντύπωση ότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι. 22.Ωσαύτως κατά ή περί τον lούλιο του 2007 ο ενάγων επείσθη από τον εναγόµενο και αγόρασε από αυτόν: α) Ένα πίνακα Κισσονέργη β) Ένα πίνακα Μαλέα αντί τιµήµατος £2.500 ήτοι €4.271 ,50 23.Παρά ταύτα η πιο πάνω συµφωνία κατηρτίσθη κατόπιν δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου Λεπτοµέρειες ή δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου: α) Ανέφερε στον ενάγοντα ή και του παρέστησε ότι οι πιο πάνω πίνακες ήσαν γνήσια έργα των πιο πάνω αναφερόµενων ζωγράφων ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν, β) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι του επουλόυντο έργα αξίας ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν έτσι, γ) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι η αξία των πιο πάνω έργων ήταν πολύ µεγαλύτερη απ' ότι πράγµατι ήταν διότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι, δ) Απέκρυψε από τον ενάγοντα το γεγονός ότι οι πίνακες αυτοί δεν ήσαν γνήσια έργα τέχνης των πιο πάνω δηµιουργών, ε) Προκάλεσε στον ενάγοντα την λανθασµένη εντύπωση ότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι. 24.Ωσαύτως κατά ή περί τον lούλιο του 2007 ο ενάγων επείσθη από τον εναγόµενο και αγόρασε από αυτόν: α) Ένα πίνακα Αργυρού β) Ένα πίνακα Μαλέα αντί τιµήµατος £2.200 ήτοι €3.758,92 25.Παρά ταύτα η πιο πάνω συµφωνία κατηρτίσθη κατόπιν δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου Λεπτοµέρειες ή δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου: α) Ανέφερε στον ενάγοντα ή και του παρέστησε ότι οι πιο πάνω πίνακες ήσαν γνήσια έργα των πιο πάνω αναφερόµενων ζωγράφων ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν, β) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι του επουλόυντο έργα αξίας ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν έτσι, γ) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι η αξία των πιο πάνω έργων ήταν πολύ µεγαλύτερη απ' ότι πράγµατι ήταν διότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι, δ) Απέκρυψε από τον ενάγοντα το γεγονός ότι οι πίνακες αυτοί δεν ήσαν γνήσια έργα τέχνης των πιο πάνω δηµιουργών, ε) Προκάλεσε στον ενάγοντα την λανθασµένη εντύπωση ότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι.
- Ωσαύτως κατά ή περί τον Αύγουστο του 2008 ο ενάγων επείσθη από τον εναγόµενο και αγόρασε από αυτόν: α) Ένα πίνακα Παπαλουκά β) Ένα πίνακα Σαββίδη αντί τιµήµατος €2.800 27.Παρά ταύτα η πιο πάνω συµφωνία κατηρτίσθη κατόπιν δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου Λεπτοµέρειες ή δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου: α) Ανέφερε στον ενάγοντα ή και του παρέστησε ότι οι πιο πάνω πίνακες ήσαν γνήσια έργα των πιο πάνω αναφερόµενων ζωγράφων ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν, β) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι του επουλούντο έργα αξίας ενώ εγνώριζε ότι δεν ήταν έτσι γ) Παρέστησε στον ενάγοντα ότι η αξία των πιο πάνω έργων µεγαλύτερη απ' ότι πράγµατι ήταν διότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι, δ) Απέκρυψε από τον ενάγοντα το γεγονός ότι οι πίνακες αυτοί δεν ήσαν γνήσια έργα τέχνης των πιο πάνω δηµιουργών, ε) Προκάλεσε στον ενάγοντα την λανθασµένη εντύπωση ότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι. 28.Παρά ταύτα ο ενάγων άρχισε να έχει υποψίες για τη γνησιότητα των πινάκων και απηύθυνε σχετική επιστολή στον εναγόµενο ο οποίος µε επιστολή του ηµ. 29/10/11 απάντησε ότι το τίµηµα εµφανέστατα υποβάλλει ότι ουδέποτε υποστήριξε ότι οι πίνακες είναι αυθεντικοί. 29.Ολόκληρη η ρηθείσα επιστολή του εναγοµένου, στην οποία ο ενάγων θα παραπέµψει κατά τη δικάσιµο, διαπνέεται από την έννοια της παραδοχής εκ µέρους του ότι οι πίνακες δεν ήσαν αυθεντικοί. 30.Ο ενάγων ακύρωσε την πιο πάνω συµφωνία και εζήτησε από τον εναγόµενο την επιστροφή του ποσού που του κατέβαλε, που ανέρχεται συνολικά σε €47.138,17 πλέον τόκους ή και αποζηµιώσεις 6% για τις ζηµιές που ο ενάγων υφίσταται λόγω του ότι δεν είχε στη χρήση του τα καταβληθέντα ποσά.
- Παρά ταύτα ο εναγόµενος εκώφευσε και δεν επέστρεψε στον ενάγοντα το καταβληθέν ποσό, ζηµιώνοντας τον ενάγοντα κατά το ποσό αυτό και τους πιο πάνω αναφερθέντες τόκους και, επωφελούµενος ο ίδιος.
- Γι' αυτό ο ενάγων αξιοί: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συµφωνία πώλησης που κατηρτίσθη µεταξύ των διαδίκων κατά ή περί τον Απρίλιο του 2003 για πώληση από τον εναγόµενον στον ενάγοντα: (α) Ενός πίνακος Παρθένη (β) Ενός πίνακος Μαλέα (γ) Ενός πίνακος Μαθιόπουλου (δ) Ενός πίνακος Χ. Σάββα είναι άκυρη ή και διάταγµα ακυρούν αυτή λόγω δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συµφωνία πώλησης που κατηρτίσθη µεταξύ των διαδίκων κατά ή περί τον Σεητέµβριο του 2004 για πώληση από τον εναγόµενον στον ενάγοντα ενός πίνακος Ρωµανίδη είναι άκυρη ή και διάταγµα ακυρούν αυτή λόγω δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρου του εναγοµένου. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συµφωνία πώλησης που κατηρτίσθη µεταξύ των διαδίκων κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2004 για πώληση από τον εναγόµενον στον ενάγοντα ενός πίνακος Μαλέα είναι άκυρη ή και διάταγµα ακυρούν αυτή λόγω δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου. Δ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συµφωνία πώλησης που κατηρτίσθη µεταξύ των διαδίκων κατά ή περί την Άνοιξη του 2005 για πώληση από τον εναγόµενον στον ενάγοντα: (α) Ενός πίνακος Μαλέα (β) Ενός πίνακος Kogevinas είναι άκυρη ή και διάταγµα ακυρούν αυτή λόγω δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου. Ε. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συµφωνία πώλησης που κατηρτίσθη µεταξύ των διαδίκων κατά ή περί το Φθινόπωρο του 2005 για πώληση από τον εναγόµενον στον ενάγοντα: (α) Ενός πίνακος Τέτση (β) Ενός πίνακος Ιακωβίδη είναι άκυρη ή και διάταγµα ακυρούν αυτή λόγω δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου. ΣΤ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συµφωνία πώλησης που κατηρτίσθη µεταξύ των διαδίκων κατά ή περί την Άνοιξη του 2006 για πώληση από τον εναγόµενον στον ενάγοντα: (α) Ενός Kogevinas (β) Ενός πίνακος Παρθένη είναι άκυρη ή και διάταγµα ακυρούν αυτή λόγω δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου. Ζ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συµφωνία πώλησης που κατηρτίσθη µεταξύ των διαδίκων κατά ή περί το Φθινόπωρο του 2006 για πώληση από τον εναγόµενον στον ενάγοντα: (α) Ενός πίνακος Παπαλουκά (β) Ενός πίνακος Λασκαρίδου είναι άκυρη ή και διάταγµα ακυρούν αυτή λόγω δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου. Η. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συµφωνία πώλησης που κατηρτίσθη µεταξύ των διαδίκων κατά ή περί τον Απρίλη του 2007 για πώληση από τον εναγόµενον στον ενάγοντα: (α) Ενός πίνακος Παρθένη (β) Ενός πίνακος Κοντοπούλου είναι άκυρη ή και διάταγµα ακυρούν αυτή λόγω δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου. Θ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συµφωνία πώλησης που κατηρτίσθη µεταξύ των διαδίκων κατά ή περί τον lούλιο του 2007 για πώληση από τον εναγόµενον στον ενάγοντα: (α) Ενός πίνακος Κισσονέργη (β) Ενός πίνακος Μαλέα είναι άκυρη ή και διάταγµα ακυρούν αυτή λόγω δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου. Ι. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συµφωνία πώλησης που κατηρτίσθη µεταξύ των διαδίκων κατά ή περί τον lούλιο του 2007 για πώληση από τον εναγόµενον στον ενάγοντα: (α) Ενός πίνακος Αργυρού (β) Ενός πίνακος Μαλέα είναι άκυρη ή και διάταγµα ακυρούν αυτή λόγω δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου. ΙΑ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συµφωνία πώλησης που κατηρτίσθη µεταξύ των διαδίκων κατά ή περί τον Αύγουστο του 2008 για πώληση από τον εναγόµενον στον ενάγοντα: (α) Ενός πίνακος Παπαλουκά (β) Ενός πίνακος Σαββίδη είναι άκυρη ή και διάταγµα ακυρούν αυτή λόγω δόλου ή και ψευδών παραστάσεων εκ µέρους του εναγοµένου. ΙΒ. Διάταγµα ή και απόφαση του Δικαστηρίου για επιστροφή οποιουδήποτε καταβληθέντος υπό του ενάγοντος ποσού πλέον τόκους. ΙΓ. Αποζηµιώσεις ΙΔ. 'Ολα τα δικαστικά έξοδα, πλέον 15% ΦΠΑ., πλέον έξοδα επίδοσης.» Εδώ θα ήθελα να αναφέρω ότι κατά την πρώτη δικάσιμο της ακρόασης, αναφέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα ότι δεν ζητούνται τόκοι επί του αιτούμενου να επιστραφεί καταβληθέντος ποσού. Υπεράσπιση του Εναγόμενου Ο Εναγόμενος, απαντώντας στις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα, προβάλλει την ακόλουθη Υπεράσπιση: «
- Ο εναγόµενος αρνείται από την παρ. 2 της Έκθεσης Απαίτησης ότι ήταν έμπορος έργων τέχνης και ισχυρίζεται ότι απλώς αγόραζε πiνακες για τον ίδιο και µέλη της οικογένειας του.
- Ο εναγόµενος αρνείται την παρ. 3 της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε προσέγγισε µε οιονδήποτε τρόπο τον ενάγοντα για να τον πείσει να ανοράσει πίνακες και ισχυρίζεται ότι τα πραγµατικά γεγονότα ήταν τα ακόλουθα: α. Ο εναγόµενος αγόραζε µεταξύ άλλων πίνακες για τον ίδιο και/ή µέλη της οικογένειας του. β. Ο ενάγοντας ο οποίως πληροφορήθηκε το εν λόγω γεγονός επισκέφτηκε τον εναγόµενο και µετέβηκε στην οικία του εναγόµενου όπου ευρίσκονταν οι πίνακες και αφού τους έλεγξε και τους βρήκε της πλήρους αρεσκείας του συµφώνησε να αγοράσει τους εν λόγω πίνακες. γ. Ο εναγόµενος ισχυρlζεται ότι ουδέποτε και σε καµία περίπτωση δεν ανέφερε ούτε ισχυρίστηκε ούτε έπεισε τον ενάγοντα ότι οι πίνακες ήσαν γνήσιοι αφού ούτε ο εναγόµενος είναι ειδικός και/ή είχε την δυνατότητα να επιβεβαιώσει την γνησιότητα των πινάκων. δ. Ο εναγόµενος ισχυρΙζεται ότι οι τιµές στις οποΙες αγοράστηκαν οι πίνακες ήταν δεδοµένο ότι δεν αφορούσαν γνήσιους πρωτότυπους πίνακες αφού οι αποδεδειγµένοι γνήσιοι πρωτότυποι πίνακες πωλούνται στην αγορά σε τιµές πολλαπλάσιες των τιµών που κατέβαλε ο ενάγοντας. ε. Ο εναγόμενος ουδέποτε εξέδωσε στον ενάγοντα πιστοποιητικό γνησιότητας για οποιονδήποτε πίνακα πώλησε στον ενάγοντα. στ. Ο ενάγοντας όταν άρχισε να ζητά από τον εναγόµενο να του ευρίσκει πΙνακες επισκέφθηκε το σπίτι του εναγόµενου µε ειδικό γνώστη των εν λόγω θεµάτων για να επιβεβαιώσει την ποιότητα των πινάκων και είναι και µε βάση την εν λόγω επιθεώρηση που ο ενάγοντας αγόραζε από τον εναγόµενο πίνακες τους οποίους παρακαλούσε τον εναγόµενο να του εξευρίσκει χωρΙς ποτέ να ζητήσει πιστοποιητικό και/ή βεβαίωση γνησιότητας αλλά αρκούµενος στην ποιότητα κάθε πίνακα τον οποίον έβλεπε και έλεγχε πριν να τον αγοράσει. ζ. Ο εναγόµενος ουδέποτε παρουσιάστηκε ως ειδικός για πίνακες τέχνης και ουδέποτε έδωσε οιεσδήποτε διαβεβαιώσεις στον ενάγοντα είτε για την γνησιότητα είτε για την ποιότητα των πινάκων.
- Ο εναγόµενος για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεως των ανωτέρω ισχυρίζεται ότι για όλες τις αναφερόµενες από τον ενάγοντα αγορές και για όλους τους ισχυρισµούς για δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις όπως αυτά αναφέρονται στις παρ. 4, 5, 6, 7, 8,9,10,11,12,13,14,15,16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26 και 27 της Έκθεσης ΑπαΙτησης ισχύουν και επαναλαµβάνονται οι ισχυρισµοί και γεγονότα τα οποΙα αναφέρονται στην παρ. 2 α-ζ της Υπεράσπισης και αρνείται τις εν λόγω παραγράφους
- Ο εναγόµενος αρνείται από τις παρ. 28 και 29 της Έκθεσης Απαίτησης ότι η αναφερόµενη επιστολή διαπνέεται από την έννοια της παραδοχής ότι οι πίνακες δεν ήσαν αυθεντικοί πέραν του ότι ο εναγόµενος επιµένει ότι ουδέποτε διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι οι πίνακες ήταν αυθεντικοί ούτε και είχε τις γνώσεις και/ή την δυνατότητα να διαβεβαιωσει τον ενάγοντα για την γνησιότητα τους.
- Ο εναγόµενος αρνεΙται την παρ. 30 της Έκθεσης ΑπαΙτησης ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ακυρώθηκε και/ή ακυρώθηκε νόµιµα οποιαδήποτε συμφωνία και/ή συµφωνίες ο ενάγοντας συνεχίζει να κατέχει τους πΙνακες τους οποίους δεν επέστρεψε στον εναγόµενο και να επωφελείται από αυτούς και ως εκ τούτου εµποδίζεται να αξιώνει οιονδήποτε ποσό.
- Ο εναγόµενος αρνείται τις παρ. 31 και 32 της Έκθεσης ΑπαΙτησης και τις θεραπείες που ζητούνται οι οποίες εΙναι νόµιµα και ουσιαστικά αβάσιµες και αξιώνει απόρριψη της αγωγής µε έξοδα.» Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Γενικά Τα λεχθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και λαμβάνονται υπόψη μαζί με τα Τεκμήρια που επίσης κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Έχουν βεβαίως ληφθεί υπόψη συνολικά, αλλά δεν επαναλαμβάνονται πλήρως, στην ολότητά τους (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Είναι νομολογημένο ότι αρκεί η σύνοψη της μαρτυρίας. Στην Καννάουρου κ.α. ν. Σταδιώτη κ.α.,
(1990)1 Α.Α.Δ. 35 αναφέρθηκε ότι: « Ότι απαιτείται είναι ο ορθός προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, η σύνοψη του ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας, ο συσχετισμός της με τα ευρήματα και συμπεράσματα καθώς και η συνάρτηση της ετυμηγορίας με τα επίδικα θέματα και τα ευρήματα του δικαστηρίου. (Βλ. μεταξύ άλλων Theodora Ioannidou v. Charilaos Dikeos
(1969)1 C.L.R. 235 και Pioneer Candy Ltd v .Tryfon & Sons
(1981)1 C.L.R. 540)» Συνεπώς, παρατίθενται πιο κάτω τα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας και γίνεται αναφορά στη μαρτυρία και στα Τεκμήρια όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Εννοείται ότι έχει ληφθεί υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, στο βαθμό βεβαίως που καλύπτεται από τη δικογραφία. Ο πρώτος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν ο ίδιος. Κατά πρώτο λόγο υιοθέτησε το περιεχόμενο Γραπτής Δήλωσης, το οποίο έχει επί λέξει ως ακολούθως: «
- Είμαι ο XXXXX Αυξεντίου, ενάγων στην πιο πάνω υπόθεση.
- Γνωρίζω τον XXXXX Χατζηπαναγή. Γνωρίζω ότι ασχολείται με πίνακες και μεταξύ άλλων με αγοραπωλησίες πινάκων. Αυτό το ήξερα από τον αδελφό του.
- Είμαι ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Calgary στα Οικονομικά.
- Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2003 με προσέγγισε ο XXXXX Χατζηπαναγή και μου ανέφερε ότι είχε προς πώληση τέσσερις πίνακες (α) Ένα του Παρθένη (β) Ένα του Μαλέα (γ) Ένα του Μαθιόπουλου και (δ) Ένα του Χ. Σάββα
- Είδα τους πίνακες και επείσθηκα και τους αγόρασα αντί ποσού Λ.Κ.6.000.- δηλαδή €10.251 ,60σ ..
- Ο λόγος για τον οποίο επείσθηκα ήταν ότι γνώριζα τα ονόματα των ζωγράφων αυτών αλλά δεν είμαι κριτικός να μπορώ να αντιληφθώ αν οι πωλούμενοι πίνακες ήσαν αντίγραφα ή όχι. Βασίσθηκα στα λόγια του εναγομένου ότι ήσαν γνήσιοι πίνακες. Έτσι έμεινα με την εντύπωση ότι οι πίνακες αυτοί ήσαν μεγάλης αξίας, όπως θα ήσαν αν ήταν πράγματι έργα των ζωγράφων αυτών. Δυστυχώς εφάνη ότι ο εναγόμενος με κορόιδεψε.
- Την 1η φορά με επλησίασε ο Ζωνιάς γαμπρός επί θυγατρή του σαν έτρωγα στο εστιατόριο και μου είπε ότι διαθέτει αυθεντικούς πίνακες προς πώληση σε πολύ καλές τιμές. Επειδή είμαι μανιώδης συλλέκτης πινάκων ζήτησα να δω τον εναγόμενο, ο οποίος μου επανέλαβε ότι πρόκειται περί γνήσιων πινάκων. Προηγουμένως με επισκέφθηκε ο Ζωνιάς στο σπίτι μου στην Κύπρο, παζαρέψαμε και δεν συμφωνήσαμε. Ύστερα μου τηλεφώνησε στις €6000 αφού μου ανέφερε ότι ο λόγος που τους δίνει σ' αυτή την τιμή είναι διότι θέλει να αγοράσει 1 χωράφι που είναι σε τιμή ευκαιρίας.
- Με τον ίδιο τρόπο κατά ή περί τον Σεπτέμβρη του 2004 ο ενάγων μου επώλησε ένα πίνακα που μου ανέφερε ότι ήταν του Ρωμανίδη έναντι τιμήματος ΛΚ.1.500.-, δηλαδή €2.562,90σ .. Πίστεψα και πάλι στα λόγια του εναγομένου ο οποίος μου είπε ότι το έργο ήταν αξίας διότι ήταν έργο του Ρωμανίδη.
- Με τον ίδιο τρόπο και με παρόμοιες ψευδείς δηλώσεις αγόρασα κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2004, ένα πίνακα του Μαλέα αντί τιμήματος ΛΚ.1.750.- δηλαδή €2.990,05σ ..
- Επειδή ακόμη δεν είχα αντιληφθεί την κοροϊδία και πάλι με τον ίδιο τρόπο και με παρόμοιες ψευδείς δηλώσεις αγόρασα κατά ή περί την Άνοιξη του 2005, ένα πίνακα του Μαλέα και ένα πίνακα Kogevinas, αντί τιμήματος ΛΚ.2.700.- δηλαδή €4.613,22σ ..
- Με τον ίδιο τρόπο και με παρόμοιες ψευδείς δηλώσεις αγόρασα κατά ή περί το Φθινόπωρο του 2005, ένα πίνακα Τέτση και ένα πίνακα lακωβίδη, αντί τιμήματος ΛΚ.2.400.- δηλαδή €4.100,
- Με τον ίδιο τρόπο και με παρόμοιες ψευδείς δηλώσεις αγόρασα κατά ή περί την Άνοιξη του 2006, ένα πίνακα Kogevinas και ένα πίνακα Παρθένη, αντί τιμήματος ΛΚ.2.1 00.- δηλαδή €3.588,06σ ..
- Με τον ίδιο τρόπο και με παρόμοιες ψευδείς δηλώσεις αγόρασα κατά ή περί το Φθινόπωρο του 2006, ένα πίνακα Παπαλουκά και ένα πίνακα Λασκαρίδου, αντί τιμήματος ΛΚ.2.300.- δηλαδή €3.929,78σ ..
- Με τον ίδιο τρόπο και με παρόμοιες ψευδείς δηλώσεις αγόρασα κατά ή περί τον Απρίλιο του 2007, ένα πίνακα Παρθένη και ένα πίνακα Κοντόπουλου, αντί τιμήματος ΛΚ.2.500.- δηλαδή €4.271 ,50σ ..
- Με τον ίδιο τρόπο και με παρόμοιες ψευδείς δηλώσεις αγόρασα κατά ή περί τον lούλιο του 2007, ένα πίνακα Κισσονέργη και ένα πίνακα Μαλέα, αντί τιμήματος ΛΚ.2.500.- δηλαδή €4.271 ,50σ ..
- Με τον ίδιο τρόπο και με παρόμοιες ψευδείς δηλώσεις αγόρασα κατά ή περί τον lούλιο του 2007, ένα πίνακα Αργυρού και ένα πίνακα Μαλέα, αντί τιμήματος Λκ.2.200.- δηλαδή €4.271 ,50σ ..
- Με τον ίδιο τρόπο και με παρόμοιες ψευδείς δηλώσεις αγόρασα κατά ή περί τον Αύγουστο του 2008, ένα πίνακα Παπαλουκά και ένα πίνακα Σαββίδη, αντί τιμήματος €2.800.-.
- Σε κάποιο στάδιο, εξετάζοντας ορισμένα βιβλία τέχνης διαπίστωσα ότι οι υπογραφές των καλλιτεχνών δεν συνέπιπταν με τις υπογραφές με τους πίνακες που είχα αγοράσει. Του τηλεφώνησα και δεν απαντούσε. Όμως άρχισαν να μου δημουρνούντο υποψίες για την γνησιότητα των πινάκων. Έτσι απέστειλα επιστολή στον εναγόμενον ο οποίος με επιστολή του ημερομηνίας 29.10.2011 μου απάντησε ότι οι πίνακες δεν είναι αυθεντικοί. Ακύρωσα αμέσως την συμφωνία και ζήτησα από τον εναγόμενον να μου επιστρέψει το ποσό των €47.138,17σ., πλέον τόκους 6% σαν αποζημιώσεις για τα λεφτά τα οποία επλήρωσα. Όμως ο εναγόμενος δεν αποδέχεται να μου επιστρέψει τα λεφτά μου και να του δώσω πίσω τους πίνακες.
- Ειδικά για τον Μαλέα παρουσιάζω και βιβλίο του Κωτίδη όπου φαίνεται ότι η τέχνη του είναι primitive impressionism. Συγκρίνοντας το βιβλίο αυτό που κατόρθωσα να αποκτήσω υστερότερα και τα έργα του, φαίνεται σαφέστατα ότι οι πίνακες που αγόρασα από τον εναγόμενο δεν έχουν καμία σχέση με αυτούς.
- Γι' αυτό ζητώ τη βοήθεια του Δικαστηρίου.» Περαιτέρω ανέφερε τα ακόλουθα κατά την κυρίως εξέτασή του: - Ζει στον Καναδά από το 1969 και είναι συνταξιούχος από το
- - Αγόρασε συνολικά 22 πίνακες και πλήρωσε γύρω στις 47,000 σε διάφορες ημερομηνίες. - Τους πίνακες τους αγόρασε καθότι είναι συλλέκτης και σκοπός του ήταν να αφήσει τη συλλογή του στην πινακοθήκη Λάρνακας. - Τον Ενάγοντα τον πλησίασε ο γαμπρος του Εναγόμενου, με τον οποίον δεν κατάληξαν όμως σε συμφωνία. - Τελικά του πωλήθηκαν πίνακες φερόμενοι ως ίδιων ζωγράφων με την αρχική πρόταση, με δύο από αυτούς να έχουν αντικατασταθεί -έφεραν όμως οι πίνακες με τους οποίους αντικαταστάθηκαν την ίδια υπογραφή. - Ο Ενάγοντας δεν είχε γενικά γνώση περί των τιμών των πινάκων - Όλες οι αγορές γίνονταν με προϋπόθεση ότι ήταν αυθεντικοί οι πίνακες - Ο κ. Ζωνιάς, γαμπρός του Ενάγοντα, ανέφερε στον Ενάγοντα ότι οι πίνακες που φέρονταν να σχεδιάστηκαν από το Μαλέα ήταν αυθεντικοί. - Κατά τον Ενάγοντα στην αρχική πώληση των πινάκων βρισκόταν και η σύζυγος του Εναγόμενου, η οποία ισχυριζόταν ότι οι πίνακες πωλούνταν σε πολύ καλή τιμή, δείχνοντας στον Ενάγοντα σχετικούς καταλόγους τιμών και για ένα πίνακα του Παρθένη-γκραβούρα για τον οποίο ενδιαφέρθηκε ο Ενάγοντας, η σύζυγος του Εναγόμενου τον διαβεβαίωνε ότι η τιμή των 700 Λ.Κ. ήταν λογική γιατί «αγόραζε Παρθένη». - Σε κάποιο άλλο χρονικό σημείο, αναφέρθηκε προς τον Ενάγοντα ότι ένας πίνακας δεν ήταν για πώληση γιατί κρατούνταν πίνακες για τα εγγόνια του Εναγόμενου. - Στην όλη διαδικασία ήταν αναμεμειγμένη και η κόρη του Εναγόμενου - Διαπίστωσε ότι οι πίνακες ήταν πλαστοί όταν ζήτησε την αντικατάσταση ενός πίνακα λόγω υπογραφής - Έκανε έρευνες για 3 χρόνια και απευθύνθηκε στον Εναγόμενο ο οποίος απάντησε με επιστολή του στις 28/11/
- - Έκανε επίσης καταγγελία στην Αστυνομία από όπου διεφάνη η πλαστότητα των πινάκων - Ως ανέφερε περιορίζει την αξίωσή του μόνο σε αυτά και ζητά πίσω τα λεφτά που έδωσε και να δώσει τους πίνακες στον Ενάγοντα. Αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας, ανέφερε τα εξής: - Αρνήθηκε ότι ο ίδιος είχε επιφυλάξεις για τη γνησιότητα των πινάκων - Την κύρια έρευνα για τη γνησιότητα των πινάκων την έκανε από το 2008 και μετά, παρατηρώντας υπογραφή σε πίνακα που ήταν μισή στα ελληνικά και μισή στα αγγλικά. - Η έρευνα διήρκεσε 3 χρόνια γιατί έπρεπε να βρει σχετικά βιβλία με υπογραφές - Δεν μπορούσε να διαπιστώσει την αυθεντικότητα και ήταν πολλοί που ξεγελάστηκαν ιστορικά με πλαστούς πίνακες - Δεν του αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια των συναλλαγών ότι οι πίνακες ήταν πλαστοί - Τους πίνακες τους έχει στην κατοχή του - Δεν διόρισε ειδικό για επιθεώρηση των πινάκων, αλλά επί του θέματος αποφάνθηκε η κα XXXXX Πλάκα - Υπήρχαν και δύο πίνακες πλαστοί για τους οποίους πλήρωσε περισσότερο από γνήσιους (Kogevinas και Λασκαρίδου) των ιδίων ζωγράφων, όπως διαπίστωσε από τη δημοπρασία Ψαθάρη. - Είχε εμπιστοσύνη στον Εναγόμενο γιατί ήταν φίλος του αδελφού του που ήταν τιμιότατος - Η σύζυγος και η κόρη του Εναγόμενου το διαβεβαίωναν με φράσεις τους για τη γνησιότητα των πινάκων - Ο Εναγόμενος ήταν έμπορος και πώλησε και σε άλλα πρόσωπα διάφορα έργα τέχνης όπως στην κα Σανταμά, κα Λοίζου και κα Λεοντίου - Ήθελε να εμπλουτίσει τη συλλογή του με Έλληνες ζωγράφους, γιατί σκοπός του ήταν να δώσει τη συλλογή του στο Δήμο Λάρνακας - Οι πίνακες έφεραν υπογραφή και πίστευε ο Ενάγοντας ότι ήταν γνήσιοι - Επηρεάστηκε λόγω των διαβεβαιώσεων του γαμπρού του Εναγόμενου, από το ότι ο Ενάγων ήταν συλλέκτης και από το ότι ποτέ δεν του λέχθηκε ότι οι πίνακες ήταν πλαστοί - Είχε αναφέρει ο Εναγόμενος στον Ενάγοντα ότι σε σχέση με το (ζωγραφο) Χρ. Σάββα, επισκέφθηκε τη χήρα του στο για αγορά πινάκων. - Προχώρησε σε ακύρωση της συμφωνίας όταν προσκάλεσε τον Εναγόμενο να του επιστρέψει τα λεφτά του και να πάρει πίσω τους πλαστούς πίνακες. Ο Ενάγοντας επίσης κατέθεσε επίσης και αριθμό Τεκμηρίων. Ως Τεκμήριο 1 κατατέθηκε επιστολή από την Ιστορικό Κριτικό Τέχνης κυρία XXXXX Νικήτα προς τον Ενάγοντα, ημερομηνίας 6/3/2016, με την οποίαν του εκφράζει την άποψή της ότι πλαστά έργα τέχνης δεν έχουν οποιαδήποτε καλλιτεχνική αξία και οποιαδήποτε αξία η οποία να μεταφράζεται σε χρήμα. Ως Τεκμήριο 2 κατατέθηκε Βεβαίωση του Επιμελητηρίου Καλών Τεχνών Κύπρου (ΕΚΑΤΕ) ημερομηνίας 23/4/2012 με την οποία βεβαιώνεται ότι με βάση τον Περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμο (εννοείται προφανώς ο Περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Νόμος) κάθε έργο θα πρέπει για να τυγχάνει προστασίας να έχει συγκεκριμένη υλική μορφή και να είναι πρωτότυπο , δηλαδή προσωπικό πνευματικό δημιούργημα του δημιουργού και ότι μόνο ο κάτοχος των πνευματικών δικαιωμάτων ενός έργου μπορεί να επιτρέπει την αναπαραγωγή του έργου του. Ως Τεκμήριο 3 κατατέθηκε αντίγραφο χειρόγραφης επιστολής 28/9/2011 από τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο, η οποία κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική και παρατίθεται επί λέξει, ως ακολούθως: "Αγαπητέ XXXXX, Αντιλαμβάνομαι γιατί ύστερα από την υπόδειξη μου πλαστογραφίας των πινάκων που αγόρασα από σένα δεν απαντούσες τότε το κινητό ούτε το σταθερό σου τηλέφωνο. Σαν εισαγωγέας-πωλητής πινάκων έπρεπε να γνωρίζεις ότι (α) απαγορεύεται να φέρουν υπογραφή οι αντιγραφές πινάκων, (β) η πλαστογράφηση της υπογραφής του πρώτου δημιουργού ζωγράφου είναι παράνομη, (γ) για συλλέκτες στους οποίους ανήκω οι πλαστογραφημένοι πίνακες δεν έχουν αξίαν, και (δ) εξ αιτίας εσκεμμένης απάτης ο ίδιος πίνακας σαν πλαστογραφημένος θεωρείται υποδεέστερος του απλού αντιγράφου. Οι αγορές μου βασίστηκαν στην εμπιστοσύνην που σου είχα, η οποία ήταν προέκταση της στενής φιλίας που είχα με τον αδελφό σου, αλλά επιπρόσθετα στο γεγονός ότι ο γαμπρός σου, XXXXX XXXXX Ζωνιάς, την εντιμότητα του οποίου δεν είχα λόγο να αμφισβητήσω, πρώτος με επλησίασε για να μου πουλήσει αυθεντικούς πίνακες Ελλήνων ζωγράφων, αγορασμένους στην Αγγλίαν, που ανήκαν σε σένα. Η πλαστογραφία είτε από Άγγλον είτε από Έλληνα ζωγράφο εύκολα διαπιστώνεται με συγκρίσεις αυθεντικών υπογραφών παρμένες από βιβλία Ελληνικής Τέχνης που έχω. Τα κάτωθι παραδείγματα είναι αρκούντως διαφωτιστικά. Στους πίνακες που με προμήθευσε
(1)η υπογραφή «Αργυρός» με ανάμειξη Ελληνικών και Αγγλικών γραμμάτων του αλφαβήτου έγινε «αρgyros»,
(2)η υπογραφή «Παπαλούκας» έγινε «Μοσαλγκας»,
(3)η υπογραφή «Parthenis» έχει το Ελληνικόν «ε» αντί του αγγλικού «e», και
(4)οι υπογραφές του Μαθιόπουλου και Σαββίδη είναι αλλοιωμένες. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η πιθανοτητα αυθεντικότητας των 20 τόσων πινάκων που αγόρασα από σένα είναι ανύπαρκτη. Με αυτό το σκεπτικό απαιτώ την επιστροφήν των χρημάτων μου που υπερβαίνουν £30,
- Στο παρόν στάδιο δεν θεωρώ αναγκαίαν την ανάμειξην της αστυνομίας. Αν όμως μέχρι την επιστροφή μου από τον Καναδά τον Γενάρη 2012 δεν διαπιστώσω θετικήν ανταπρόκρισην εκ μέρους σου τότε θα καταφύγω στις αρχές." Με επιστολή του ημερομηνίας 29 Οκτωβρίου 2011 ο Εναγόμενος απάντησε στον Ενάγοντα και αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ακολουθεί το περιεχόμενο της επιστολής αυτής: «Με έκπληξη και οδύνη διάβασα τα όσα ισχυρίζεστε στην επιστολή σας και προβληματίστηκα πολύ αν θα έπρεπε καν να απαντήσω. Τονίζω ότι δεν είµαι εισαγωγέας πινάκων και ότι, απλώς, σε επισκέψεις µου στην Βρετανία, αγόραζα κάποιους πίνακες. Ορισµένους από αυτούς σας πώλησα, µε τίµηµα, που εµφανέστατα υποβάλλει ότι ουδέποτε υποστήριξα ότι οι πίνακες αυτοί είναι αυθεντικοί. Σηµειώνω ότι ουδέποτε µου καταβάλατε ποσό πέραν των τριάντα χιλιάδων λιρών όπως ισχυρίζεστε στην επιστολή σας, για τους πίνακες που αγοράσατε. Σας προκαλώ, όµως (αφού δυστυχώς - αυτή την έννοία έχει και η δική σας επιστολή) να καταγράψετε σε ποιους ζωγράφους ανήκουν οι 20,όπωςαναφέρετε,-πίνακες πού σας έχω πωλήσει και ποιο είναι το τίµηµα αυτών. Να. σας θυµίσω επίσης ότι κάποιους σας είχα δώσει και δωρεάν; Aσφαλώς θα ήµουν αφελής, εάν, γνωρίζοντας για την αυθεντικότητα των έργων σας πωλούσα είκοσι πίνακες, εγvωσµένων ζωγράφων, όπως των Αργυρού, Παρθένη, Παπαλουκά, Μαθιόπουλου, Σαββίδη, στην τιµή των τριάντα χιλιάδων λιρών. Αντίθετα, από. την πρώτη µας συνάντηση (παρουσία και µελών της οικογένειας µου, που τόσο αστόχως επικαλείστε), σας είχα τονίσει ότι δίδω αυτούς τους πίνακες διότι δεν έχω καµιά ένδειξη για την αυθεντικότητα τους και σας ,είχα, µάλιστα, επισηµάνει ότι «έστω και ένας να είναι αυθέντικος, τότε αξίζει όλα τα ποσά που δαπανήσατε». Μετά την πρώτη µας συνάντηση, τις περισσότερες φορές, µε δική σας πρωτοβουλία, µε πλησιάζατε για να αγοράσετε, και άλλους πίνακες και γνωρίζατε πολύ καλά τη δεδοµένη επιφύλαξη µου για την αυθεντικότητα τους. Θέλω να πιστεύω, έστω και την υστάτη, ότι η επιστολή σας αποτελεί απόρροια της, απογοήτευσης σας για το ότι, τυχαίως (λόγω δικής µου απουσίας µου στο εξωτερικό για σοβαρούς λόγους και µακράς απουσίας της συζύγου µου στη Λευκωσία) δεν µπόρεσα να απαντήσω σε κάποιες κλήσεις σας, που σκοπό. είχαν, όπως µου είπατε, να αλλάξω έναν από τους πίνακες σας. . . Από εκεί και πέρα, αντιλαµβάνεστε ότι δεν µπορώ να σας παρεµποδίσω να καταφύγετε οπουδήποτε για να υποστηρίξετε ότι (µε βάση πάντα τους δικούς σας ισχυρισµούς) σας πώλησα περίπου είκοσι, αυθεντικούς, πίνακες µεγάλων ελλήνων ζωγράφων στην τιµή των τριάντα χιλιάδων λιρών . Σηµειώνω ότι το να µε αποκαλείτε- γι' αυτό το λόγο - απατεώνα (δράστη εσκεµµένης απάτης), είναι συκοφαντικό και επιφυλάσσω και τα δικά µου, νόµιµα, δικαιώµατα.» Το Τεκμήριο 5 είναι επιστολή από τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, απευθυνόμενη προς τον Ενάγοντα, με την οποίαν του αναφέρονται τα ακόλουθα: «
- Η αξία ενός έργου τέχνης δεν προκύπτει, όπως συμβαίνει με άλλα αγαθά, ως συνάρτηση του κόστους των πρώτων υλών και της εργασίας που δαπανάται για τη δημιουργία του. Η αξία ενός έργου τέχνης είναι «συμβατική», υπό την έννοια ότι αποτελεί το χρηματικό τίμημα το οποίο ο αγοραστής είναι διατεθειμένος να καταβάλει προκειμένου να αποκτήσει ένα έργο τέχνης.
- Με γνώμονα τα πιο πάνω, η Επιτροπή Αγοράς Έργων Τέχνης, η οποία είναι το αρμόδιο σώμα για να εισηγείται προς το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού την αγορά έργων τέχνης με σκοπό τον εμπλουτισμό της Κρατικής Συλλογής Σύγχρονης Κυπριακής Τέχνης, λαμβάνει υπόψη της, για την εκτίμηση της αξίας ενός έργου τέχνης, τα πιο κάτω στοιχεία: (α) Βιογραφικό του καλλιτέχνη, (β) Σημασία του έργου στην πορεία του καλλιτέχνη, (γ) Σημασία του έργου για την ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών της Κρατικής Συλλογής (τεκμηρίωση ιστορικών περιόδων της κυπριακής Τέχνης κ.τ.λ.).
- Είναι, ως εκ τούτου, προφανές, ότι η Αυθεντικότητα, δηλαδή το γεγονός ότι ένα έργο τέχνης είναι όντως δημιούργημα του καλλιτέχνη στον οποίο αποδίδεται η πατρότητα του έργου, αποτελεί συνθήκη sine qua non για τον καθορισμό της αξίας του έργου. 5.Από τα πιο πάνω τεκμαίρεται ότι πλαστά έργα τέχνης δεν έχουν καμία απολύτως αξία για τους συλλέκτες. 6.Ελπίζοντας ότι τα πιο πάνω θα σας είναι χρήσιμα, παραμένουμε στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε περαιτέρω αναγκαία διευκρίνιση ή συνεργασία.» Ως Τεκμήριο 6 κατατέθηκε επιστολή ημερομηνίας 17/11/2011, στην οποία κι επισυνάπτεται μία σελίδα μέρος άλλης επιστολής. Το περιεχόμενο της επιστολής 17/11/2011 (χωρίς το επισυνημμένο) είναι το ακόλουθο: «Σου εσωκλείω αντίγραφο σελίδας έκθεσης μου προς τον δικηγόρο μου προτού προχωρήσω δικαστικά εναντίον σου. Νομίζω ότι η παραπομπή στα δικαστικά μέτρα πρέπει να αποφευχθεί. Για τελευταία φορά σε καλώ να ζυγίσεις με σοβαρότητα τα γραφόμενα της σελ.4 της έκθεσης μου και τα εξής δύο γεγονότα. Πρώτον: σαν λογιστής ξέρεις την σημασία του ανατοκισμού και του απλού τόκου. Το ποσόν των £6,000 της πρώτης δέσμης για 8 χρόνια προς 6% αυξάνεται κατά 48% με απλόν τόκο. Η αύξηση ισχύει για τα ποσά των άλλων πινάκων, η τελευταία δέσμη των οποίων αγοράστηκεν το
- Κοίταξε τα βιβλία σου και κάμε τους υπολογισμούς σου. Δεύτερον: ενοχλείσαι από την αναφορά μου σε μέλη της οικογένειας σου. Αν κάποιος ανάμειξε την οικογένεια σου, αυτός είσαι εσύ. Η εσωκλεισμένη οπισθογραφή της υπογραφής της επιταγής της πρώτης δέσμης πινάκων από την κόρη σου μιλά από μόνη της. Η απάντηση σου πρέπει να ταχυδρομηθεί εγκαίρως και να την διαβάσω μόλις φθάσω στην Κύπρο. Την διεύθυνση μου την έχεις.» Το επισυνημμένο στην εν λόγω επιστολή, είχε ως ακολούθως: «Σύμφωνα με την επιστολή του (29 Οκτωβρίου 2011) οι τιμές στες οποίες μου πούλησε τους πίνακες αποδεικνύουν ότι δεν είναι τιμές αυθεντικών έργων των Παρθένη, Παπαλουκά κ.α. Επομένως, εφόσον δεν ήσαν αυθεντικοί, τι άλλο μπορούσαν να είναι παρά πλαστογραφημένοι. Αντί να μου γνωστοποιήσει την πλαστογραφία κατέφυγε σε υπεκφυγές και αποπροσανατολισμό για να καλύψει την πραγματικότητα με καρυκεύματα «επιφύλαξης γνησιότητας» και «έστω και ένας πίνακας να είναι γνήσιος...» Διερωτώμαι κατά πόσον την ίδιαν τακτικήν και παραπλάνησην εδίδαξε στον εκ Λευκωσίας καλύτερον μου πελάτη, έμπορον πινάκων, για χρήση στες δικές του μεταπωλήσεις των πινάκων. Οι πρώτοι 4 πίνακες πληρωθέντες 6,000 (την 1ην Απριλίου 2003) έθεσαν σαν δέσμη τα θεμέλια τιμής των υπολοίπων, συνολικά δε όλες οι δέσμες συμπεριλαμβανομένων και των τόκων φθάσουν το υπ΄ εμού αναφερόμενον ποσόν των δαπανών μου. Λεπτομέρειες τιμής ξεχωριστά για κάθε πίνακα ίσως να βρίσκονται στα λογιστικά βιβλία του κ. Χατζηπαναγή, δεδομένου ότι δεν εξέδωσε ποτέ τιμολόγια και αποδείξεις, έχοντας όμως σαν αρχή του ότι «κανένας πίνακας δεν φεύγει από το σπίτι [του] αν δεν καταβληθεί το τίμημα του». Δεν παρέλειψε να μου τονίσει ότι αυτές τες πληροφορίες τες υπέβαλλε ανελλειπώς στον Φόρο Εισοδήματος. Τώρα έρχεται η σειρά του να πληροφορήσει με αποδείξεις το Δικαστήριο. Άξιον έρευνας είναι, κατ΄ εμένα, κατά πόσο μπορεί να εντοπιστεί ο προμηθευτής του από την Αγγλία και να εξακριβωθεί το κύκλωμα πλαστογραφίας πινάκων γνωστού όντος ότι η πλαστογραφία καταστρέφει την αγοράν και τραυματίζει σοβαρά την τέχνη.» Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε.2 XXXXX Παρασκευά, υπηρετεί από το 2010 στο ΤΑΕ Λάρνακας. Στο Τμήμα τους έγινε καταγγελία από τον Ενάγοντα εναντίον του Εναγόμενου σε σχέση με πίνακες ζωγραφικής που του πώλησε. Έγινε διερεύνηση της καταγγελίας με λήψη καταθέσεων. Στα πλαίσια της διερεύνησης, επικοινώνησε με τη Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης της Ελλάδας κα Λαμπράκη και έβγαλε φωτογραφία τους πίνακες. Στο ΤΑΕ Λάρνακας έγινε καταγγελία από τον Ενάγοντα εναντίον του Εναγομένου σε σχέση με πίνακες ζωγραφικής που πώλησε ο δεύτερος στον πρώτο. Ακολούθησε διερεύνηση της καταγγελίας και λήψη καταθέσεων. Επίσης υπήρξε επικοινωνία με την Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας και στάληκαν φωτογραφίες στην κα XXXXX Λαμπράκη, Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, για να δώσει μία γνώμη για τους πίνακες. Ο Μ.Ε.2 επισκέφθηκε την οικία του Ενάγοντα κι έβγαλε φωτογραφίες, συνολικά 22 πινάκων και στάληκαν σε ηλεκτρονική μορφή, μέσω Ιντερπολ για γνωμάτευση. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα τα ποσά που δόθηκαν στον Εναγόμενο, δόθηκαν με επιταγές και μετρητά. Δεν έγινε ποινική δίωξη γιατί η υπόθεση προωθήθηκε στη Νομική Υπηρεσία για οδηγίες και κρίθηκε ότι η ποινική δίωξη δεν θα προχωρούσε για λόγους δημοσίου συμφέροντος, με δεδομένο ότι υπάρχει αγωγή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε τα εξής: - Δεν επιδείχθηκαν στον Εναγόμενο τα έργα τέχνης που αφορούσε η καταγγελία, απλά υπήρξε μία γενική αναφορά από τον Εναγόμενο στην κατάθεσή του (Απάντηση 3) -Στην Έκθεση Γεγονότων που κατέθεσε και η οποία βασιζόταν σε εισηγήσεις του Λοχία XXXXX Σ.Ζαχαρίου, ο παραπονούμενος (Ενάγοντας) θα έπρεπε λόγω της χαμηλής τιμής αγοράς να προβεί σε πιο ενδελεχή έρευνα πριν την αγορά, παρά να συνεχίσει να αγοράζει πίνακες σε εξευτελιστικές τιμές και διατυπωνόταν το συμπέρασμα ότι ο Ενάγοντας πειραματιζόταν με την ψευδαίσθηση ότι ένας από τους πίνακες θα μπορούσε να είναι αυθεντικός. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που γινόταν εισήγηση να μη γίνει δίωξη. - Για δύο από τα έργα η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης (Σάββα-Κισσονέργη), η Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης δεν μπορούσε να προβεί σε γνωμάτευση. Ο Μ.Ε. 2 καταχώρησε αριθμό Τεκμηρίων. Το Τεκμήριο 7 είναι ανακριτική κατάθεση του Εναγόμενου, στην οποία μεταξύ άλλων, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι με τον Ενάγοντα η μοναδική συναλλαγή που είχαν ήταν όταν του πώλησε κάποιους πίνακες, ότι ήταν επί χρόνια συλλέκτης γραμματοσήμων, νομισμάτων, γκραβούρων, παλαιών φωτογραφικών και καρτ ποστάλ, ότι πριν από κάποια χρόνια αγόραζε πίνακες από το Ηνωμένο Βασίλειο για τα παιδιά του για να διακοσμήσει τα σπίτια τους, ότι διατύπωνε συχνά επιφυλάξεις για τη γνησιότητα των πινάκων εξαιτίας της χαµηλής τιµής που τους αγόραζε και πώλησε ορισμένους. Ο μοναδικός λόγος που αγόρασε τους πίνακες ήταν γιατί του άρεσαν ως απεικόνιση και δεν τον ενδιαφέρει ποιος ήταν ο καλλιτέχνης που τους έκανε. Έβλεπε σε διάφορα περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες και δηµοσιεύσεις τις τιµές που πωλούνταν κυρίως στην Ελλάδα και έβρισκε ότι µερικοί, αν υπήρχε πιστοποιητικό γνησιότητας, µπορούσαν να πωληθούν σε πολλαπλάσια τιµή. Ο Ενάγοντας από αυτούς τους πίνακες αγόρασε από τον Εναγόμενο. Δεν ήθελε να αναφέρει οτιδήποτε περισσότερο σε σχέση με τις συναλλαγές του με τον Ενάγοντα καθότι εκκρεμούσε υπόθεση στο Δικαστήριο. Το Τεκμήριο 8, είναι επιστολή από την Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας προς το Τμήμα Interpol του ελληνικού Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ημερομηνίας 10/12/2012, στην οποίαν και αναφέρονται ως εξής: «Σε απάντηση του εγγράφου σας µε αρ.πρωτ, 30110/6/1366-216826/10(ΣΤΑΜ) που αφορά σε αίτημα της Ιντερπόλ Κύπρου σχετικό με την αυθεντικότητα πινάκων ζωγραφικής που μας έχουν αποσταλεί σε ηλεκτρονική μορφή (σε CD συνημμένο στο έγγραφο) µε την αυθεντικότητα πινάκων ζωγραφικής που µας έχουν αποσταλεί σε ηλεκτρονική µορφή (σε CD συνηµµένο στο έγγραφό της Υπηρεσίας σας), σας πληροφορούµε ότι: Βάσει του άρθρου 32 παρ.12 του Ν. 3028/2002 για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονοµιάς «τα µέλη του προσωπικού του Υπουργείου Πολιτισµού και των µουσείων του άρθρου 45 που ανήκουν στο Δηµόσιο, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ν.ΠΙ.Δ. του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα, δεν επιτρέπεται (επί έργων τέχνης) να χορηγούν πιστοποιητικά γνησιότητας ... παρά µόνο εάν τους ανατεθεί από την προϊσταµένη τους αρχή ή τους ζητηθεί από άλλη δηµόσια αρχή» Αν και η διεξαγωγή έρευνας για την γνησιότητα ή µη ενός έργου προϋποθέτει τη φυσική παρουσία του υλικού φορέα (έργου) ή - σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό - µια πλήρη περιγραφή των έργων όπου να αναφέρονται οι διαστάσεις, το υλικό και ο φορέας πάνω στον οποίο έχουν αυτά ζωγραφιστεί, τα έργα που απεικονίζονται στις φωτογραφίες που απεστάλησαν από την Υπηρεσία σας είναι καταφανώς πλαστά (µε επιφύλαξη για αυτά που φέρουν τις υπογραφές Ch. Savva και Ι Κισσνέρχη, για τους οποίους δεν έχουµε στοιχεία), και εποµένως, οποιαδήποτε έρευνα επί του υλικού φορέα τούτων είναι περιττή από το επιστηµονικό προσωπικό της Εθνικής Πινακοθήκης. Τα συγκεκριµένα έργα και ως προς την τεχνοτροπία απέχουν πολύ από εκείνη των ζωγράφων στους οποίους αυτά αποδίδονται και οι υπογραφές που καταφανώς δεν είναι γνήσιες. Εξάλλου οι τιμές αγοράς τούτων στο συνολικό ποσο των €46.000 όπως µας αναφέρετε, καταδεικνύει και εξ αυτού του λόγου την πλαστότητα τους, δεδοµένου ότι την εποχή που φέρεται ότι αυτά αγοράστηκαν αυτή η τιµή αντιστοιχούσε µόνο σε ένα µικρό έργο του Παρθένη (τα έργα του Παρθένη πωλούνταν σε δηµοπρασίες διεθνών οίκων πάνω από 100.000€), του Παπαλουκά, του Ιακωβίδη κ.λπ.» Τα Τεκμήρια 9-15 είναι αντίγραφα επιταγών ως ακολούθως: Τεκμήριο 9: Επιταγή Τράπεζας Κύπρου από τον Ενάγοντα προς XXXXX Χατζηπαναγή, 1/4/2003, για Λ.Κ. 5,400 Τεκμήριο 10: Επιταγή Τράπεζας Κύπρου απ'ό τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 20/9/2004 για Λ.Κ. 1,500 Τεκμήριο 11: Επιταγή Τράπεζας Κύπρου από τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο, ημερομηνίας 1/10/2004 για Λ.Κ. 1,750 Τεκμήριο 12: Επιταγή Τράπεζας Κύπρου από τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο, ημερομηνίας 11/04/2007 για Λ.Κ. 2,500 Τεκμήριο 13: Επιταγή Τράπεζας Κύπρου από τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 15/07/2007 για Λ.Κ. 2,500 Τεκμήριο 14: Επιταγή Τράπεζας Κύπρου από τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο, ημερομηνίας 20/7/2007 για Λ.Κ. 2,200 Τεκμήριο 15: Επιταγή Τράπεζας Κύπρου από τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο, ημερομηνίας 19/08/2008 για Λ.Κ. 2,800 Το Τεκμήριο 16 είναι κατάθεση ημερομηνίας 22/3/2012, η οποία δόθηκε από τον Ενάγοντα και στην οποίαν αναφέρονται επί λέξει τα ακολουθα: « Κατάγομαι από την Κύπρο και τα τελευταία 42 χρόνια διαμένω τόσο στην Κύπρο όσο και στον Καναδά.Μένω 6 µήνες στον Καναδά και έξι µήνες στην Κύπρο. Από το 1960 ασχολούµαι µε συλλογές και συγκεκριµένα µε την συλλογή πινάκων ζωγραφικής. Στην συλλογή µου έχω περίπου 250 πίνακες διαφόρων καλλιτεχνών τους οποίοους αγόραζα στη διάρκεια των πιο πάνω χρόνων.. Στην Κύπρο έχω στην συλλογή µου 171 πίνακες τους οποίους έχω στο διαµέρισµα µου. Από το 1960 περίπου γνωρίζω σε προσωπικό επίπεδο τον XXXXX Χατζήπαναγή ο οποίος διαµένει στην οδό XXXXX 26 στην Λάρνακα. Προς το τέλος του καλοκαιριού 2002 ενώ έτρωγα στο εστιατόριο «Ψαρολίµανο» στην Λάρνακα µαζί µε την οικογένεια του αδελφού µου και συζητούσαµε για πίνακες µας προσέγγισε ένας άγνωστος άνδρας και µας ανάφερε ότι ονοµάζεται XXXXX Ζωνιάς και ότι είναι XXXXX στην Εθνική Φρουρά και ότι ο πεθερός του XXXXX Χατζήπαναγης ασχολείται µε την εµπορία πινάκων Ελλήνων καλλιτεχνών. Στην παρουσία του ανιψιού µου XXXXX Αυξεντίου ανταλλάξαµε τα τηλέφωνα µας και µετά ατιο δέκα περίπου µέρες ήρθε στο διαµέρισµα µου ο XXXXX Ζωνιάς µε τέσσερις πίνακες Ελλήνων ζωγράφων για να τους δω. Συγκεκριµένα είχε φέρει µαζί του έναν πίνακα του Παρθένη, ένα του Μαλέα, ένα του Μαθιόπουλου και έναν του XXXXX Σάββα. Εγώ τον ρώτησα για την αυθεντικότητα τους και αυτός µου ανάφερε ότι τους είχε πάρει σε ειδικό στην Θεσαλλονίκη ο οποίος µόνο προφορικώς τον διαβεβαίωσε για την αυθεντικότητα τους και ζήτησε καταρχάς το χρηµατικό ποσό των 30000 λιρών και µετά από πάροδο λίγων λεπτών έπεσε στην τιµή των 17000 λιρών, ενώ η προσφορά µου ήταν µεταξύ 6000-7000 λίρες. Ο Ζωνίας δεν αποδέχτηκε την πρόταση µου και έφυγε. Μετά από περίπου 15 µέρες αναχώρησα για τον Καναδά µέσω Αθηνών. Στην παραµονή µου στο ξενοδοχείο Athens Cypria έλαβα τηλεφώνηµα από τον Ζωνιά, ο οποίος µου ανάφερε ότι δέχτηκε την προσφορά µου και θα έπαιρνα τους πίνακες στην τιµή των 6000 λιρών. Με την επάνοδο µου στην Κύπρο, την 01/04/2003 µετέβηκα µε τον αδελφό µου XXXXX Αυξεντίου στην οικία Ζωνιά η οποία βρισκόταν στα Λειβάδια. Εκεί συνάντησα τον XXXXX Ζωνιά, XXXXX Χατζηπαναγή, την σύζυγο του XXXXX και την XXXXX κόρη του XXXXX και σύζυγο του Ζωνιά. Κατά παράκληση του XXXXX έκδωσα επιταγή της Τράπεζας Κύπρου στο όνοµα της XXXXX Χατζήπαναγη µε αριθµό XXXXX9927 για το ποσό των 5400 λιρών και ποσό 600 λιρών τα έδωσα µετρητά. Όλα τα χρήµατα τα πήρε η XXXXX. Από τότε εξεφράστηκε και η επιθυµία του XXXXX όπως οι συναλλαγές µας να γίνονται σε µετρητά. Στην συνέχεια είχαµε τηλεφωνική επικοινωνία µε τον XXXXX Χατζήπαναγη και ενηµερωνόµουν κατά πόσο είχε πίνακες προς ττώληση. Του τηλεφωνούσα τόσο ενώ όσο και εκείνος. Οι συναντήσεις µας γίνονταν τόσο στο σπίτι του XXXXX όσο και στο σπίτι µου. Την 20/09/2004 αγόρασα από τον XXXXX πίνακες αξίας 1500 λιρών και τον πλήρωσα µε επιταγή της Τράπεζας Κύπρου µε αριθµό XXXXX9938 στο όνοµα του. Την 01/10/2004 αγόρασα από τον XXXXX πίνακες αξίας 1750 λιρών και τον πλήρωσα µε επιταγή της Τράπεζας Κύπρου µε αριθµό XXXXX9939 στο όνοµα του.Την 11/04/2007 αγόρασα από τον XXXXX πίνακες αξίας 2500 λιρών και τον πλήρωσα µε επιταγή της Τράπεζας Κύπρου µε αριθµό XXXXX9947 στο όνοµα του.Την 15/07/2007 αγόρασα από τον XXXXX πίνακες αξίας 2500 λιρών και τον πλήρωσα µε επιταγή της Τράπεζας Κύπρου µε αριθµό XXXXX9948 στο όνοµα του. Την 20/07/2007 αγόρασα από τον XXXXX πίνακες αξίας 2500 λιρών και τον πλήρωσα µε επιταγή της Τράπεζας Κύπρου µε αριθµό XXXXX9949 στο όνοµα του. Την 01/10/2004 αγόρασα από τον XXXXX πίνακες αξίας 1750 λιρών και τον πλήρωσα µε επιταγή της Τράπεζας Κύπρου µε αριθµό XXXXX9939 στο όνοµα του. Την 19/08/2008 αγόρασα από τον XXXXX πίνακες αξίας 2800 ευρώ και τον πλήρωσα µε επιταγή της Τράπεζας Κύπρου µε αριθµό XXXXX4553 στο όνοµα του. Ενδιάµεσα των συναλλαγών που ανάφερα πιο πάνω και πλήρωσα µε επιταγές έκανα και άλλες αγορές τις οποίες πλήρωσα σε µετρητά το ποσό των οποίων ανέρχεται σε 9500 λίρες. Συνολικά αγόρασα από τον XXXXX Χατζήπαναγή 22 πίνακες Ελλήνων και Κυπρίων ζωγράφων. Κατά την εκπλήρωση των συναλλαγών ο XXXXX ουδέποτε µου έκδωσε οποιαδήποτε ατιόδειξη πληρωµής, ούτε και κανένα τιµολόγιο. Η δε αρχή του ήταν ότι κανένας πίνακας δεν φεύγει από το σπίτι του χωρίς να πληρωθεί το αντίτιµο του. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι κατά τις επισκέψεις µου στην οικία του XXXXX ουδέποτε είδα οποιοδήποτε πίνακα κρεµασµένο σε οποιοδήποτε τοίχο, πράγµα αδιανόητο για πρόσωπο το οποίο συστήνεται ως συλλέκτης έργων τέχνης. Επίσης θέλω να αναφέρω ότι κατά τις επισκέψεις µου για αγορά πινάκων η XXXXX Χατζήπαναγη παρουσίαζε καταλόγους του οίκου δηµοπρασιών Bonhams στους οποίους παρουσιάζονταν οι τιµές ττώλησης πινάκων Ελλήνων ζωγράφων όπως του Μαλέα και τις σύγκρινε µε τις προσφερόµενες τιµές των 5 συνολικών τιµών των πινάκων του Μαλέα για να µου ατιοδείξει την ευκαιρία την οποία είχα στα χέρια µου. Οι τιµές οι οποίες πωλούνταν τα έργα στις δηµοπρασίες ήταν σηµαντικά πιο ακριβές από τις τιµές τις οποίες εγώ αγόραζα. Σηµειώνω επίσης ότι σε ένα σχέδιο µε µολύβι του Παρθένη που ζητούσε 800 λίρες και το θεώρησα υπερβολικό η αντίδραση της XXXXX ήταν άµεση µε την έκφραση «Μα εν Παρθένη που γοράζεις» . Μετά την τελευταία συναλλαγή ανακάλυψα την πλαστογραφία σε ένα πίνακα του Αργυρού όπου µε προβληµάτισε η υπογραφή και αφού την σύγκρινα δεν είχε καµία σχέση µε την γνήσια υπογραφή του καλλιτέχνη. Αµέσως µου ηγέρθησαν υπόνοιες και για την γνησιότητα όλων των πινάκων και ξεκίνησα την έρευνα µου αγοράζοντας βιβλία σχετικά µε την ζωγραφική και συγκεκριµένα του εκδοτικού οίκου «Μέλισσα» της σειράς οι έλληνες ζωγράφοι. Λόγω εξαντλήσεως της έκδοσης κατέφυγα σε παλαιοπωλεία στο Μοναστηράκι της Αθήνας και εν τέλει πέρσι συµπλήρωσα την αγορά µε την απόκτηση του 3ου από τους 4 τόµους. Η συγκέντρωσης µου ήταν η παραβολή των υπογραφών των καλλιτεχνών στους πλαστούς µε φωτογραφίες από - τους αυθεντικούς πίνακες στα βιβλία. Σχεδόν αµέσως διαπίστωσα την πλαστότητα των αγορασθέντων πινάκων. Μέρος της έρευνας µου ήταν να δω κατά πόσο είχε και άλλους πίνακες ζωγράφων στην αποθήκη του µε πρόφαση τον εµπλουτισµό της συλλογής µου. Τηλεφωνικά η XXXXX µου ανάφερε ότι αποφάσισαν να κρατήσουν όσους πίνακες τους απέµειναν για τα εγγόνια τους. Είναι εκπληκτικό για πίνακες που εγνώριζαν ότι είναι πλαστογραφηµένοι όπως απορρέει από την επιστολή του Αντωνάκη ηµεροµηνίας 29/10/2011 να προορίζονται για κληρονοµιά των εγγονιών τους. Αυτό από µόνο του αποτελεί µια άλλη ατιόδειξη της εκ προµελέτης, επισταµένης και προσεκτικής εκστρατείας παραπλάνηση όλης της οικογένειας. Το γεγονός ότι οι πίνακες ήταν πλαστοί το εγνώριζε όπως καθαρά προκύπτει από την επιστολή του ηµεροµηνίας 29/10/2011 αλλά εσκεµµένα απέφυγε να µου το γνωστοποιήσει. Σου παραδίδω φωτοαντίγραφο επιστολής µου προς τον XXXXX Χατζήπαναγη ηµεροµηνίας 28/09/2011, φωτοαντίγραφο επιστολής του XXXXX Χατζήπαναγή προς εµένα ηµεροµηνίας 29/10/2011, καθώς επίσης και αντίγραφα όλων των επιταγών τις οποίες έχω προαναφέρει στην κατάθεση µου. Επίσης σου παραδίδω φωτοαντίγραφο επιστολής µου στον XXXXX Χατζήπαναγη ηµεροµηνίας 17/ 11/
- Όλα τα πιο πάνω έγγραφα τα έχω υπογράψει και τουο έχω δώσει χαρακτηριστικό αριθµό. Έχω παράπονο εναντίον του XXXXX Χατζηπαναγή και επιθυµώ όπως οδηγηθεί ενώπιον της δικαιοσύνης.» Ως Τεκμήριο 17, κατατέθηκε απόσπασμα από Ημερολόγιο Ενέργειας, όπου φαίνεται ότι μετά από διάφορες ενέργειες η αστυνομική έρευνα κατάληξε σε αρχειοθέτηση, με δεδομένη την ύπαρξη της αγωγής. Ως Τεκμήριο 18 κατατέθηκε Έκθεση Γεγονότων που συντάχθηκε από το Μ.Ε.2 σε σχέση με την υπόθεση κι έχει ως ακολούθως: « Την 28/012 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λάρνακας από τον XXXXX Αυξεντίου ΔΔ.Τ. XXXXX46 XXXXX Β. XXXXX Κώρτ Δ.61 Λάρνακα ότι μεταξύ των ετών 2004-2008 ότι μεταξύ των ετών 2004-2008 αγόρασε από τον XXXXX Χατζηπαναγή από την Λάρνακα, 22 ζωγραφικούς πίνακες διαφόρων ζωγράφων για το συνολικό ποσό των 25500 λιρών Κύπρου και 2800 ΕΥΡΩ εκ των οποίων οι 9500 Λίρες Κύπρου σε μετρητά και τα υπόλοιπα σε επιταγές της Τράπεζας Κύπρου. Σύμφωνα με τον παραπονούμενο ο Χατζηπαναγής του είχε προαναφέρει ότι οι πίνακες είναι αυθεντικοί. Κατά το διάστημα 2008-2012 ο Αυξεντίου έκανε διάφορες εξετάσεις σε σχέση με τους πίνακες και υποψιάζεται ότι οι πίνακες δυνατόν να μην είναι αυθεντικοί αφού σε αντιπαραβολή που έκανε τις υπογραφές που βρίσκονται στους πίνακες με υπογραφές των ζωγράφων που βρήκε σε βιβλία αυτές διαφέρουν. Έγιναν εξετάσεις μέσω της μορφωτικής υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισιμού για εντοπισμό ειδικού έτσι ώστε να εξεταστούν οι πίνακες αλλά δεν εντοπίστηκε τέτοιο πρόσωπο στην Κύπρο, ούτε στη δημόσια υπηρεσία αλλά ούτε και στον ιδιωτικό τομέα. Οι εν λόγω πίνακες φωτογραφήθηκαν και οι φωτογραφίες τοποθετήθηκαν σε ψηφιακό δίσκο ο οποίος αποστάληκε μαζί με επιστολή στην Ιντερπόλ Αθηνών για την διενέργεια εξετάσεων μέσω της Εθνικής Πινακοθήκης της Ελλάδας. Από την εξέταση που έγινε από την Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης της Ελλάδας (Μ-6), XXXXX ψηφιακό δίσκο αυτή απεφάνθη ότι αυτά είναι καταφανώς πλαστά και είναι περιττή οποιαδήποτε άλλη έρευνα επί του υλικού φορέα των πινάκων. Επίσης έχει αναφέρει ότι τα συγκεκριμένα έργα και ως προς την τεχνοτροπία απέχουν πολύ από εκείνη των ζωγράφων στους οποίους αυτά αποδίδονται και οι υπογραφές που φέρουν καταφανώς δεν είναι γνήσιες. Επίσης η τιμή αγοράς των εν λόγω πινάκων σύμφωνα με την ίδια καταδεικνύει την πλαστότητά τους αφού ένα και μόνο έργο του Παρθένη πωλείται σε δημοπρασίες σε τιμές άνω των 100.000 ευρώ. Την 17/12/2012 και μεταξύ των ωρών 1615-1735 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον XXXXX Χατζηπαναγή στην οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι δεν είχε ισχυριστεί ποτέ ότι οι πίνακες ήταν αυθεντικοί αφού δεν είχε οποιοδήποτε πιστοποιητικό γνησιότητας και λόγω της χαμηλής τιμής στην οποία τους αγόρασε. Επίσης να σημειωθεί ότι για την παρούσα υπόθεση εκκρεμεί αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας από τον XXXXX Αυξεντίου εναντίον του XXXXX Χατζηπαναγή η οποία εκδικάζεται. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
- Στην κατάθεσή του ο παραπονούμενος είχε αναφέρει ότι το άτομο το οποίο τον προσέγγισε κατά την πρώτη συνάντησή του ήταν ο γαμπρός του XXXXX Χατζηπαναγή, XXXXX Ζωνιάς ο οποίος είναι XXXXX XXXXX στην πρεσβεία της Κύπρου στην Αθήνα. Λόγω της απουσίας του από την Κύπρο είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν λήφθηκε κατάθεση.
- Ο παραπονούμενος ανέφερε ότι είναι συλλέκτης έργων τέχνης από το 1960 και στην συλλογή του έχει περίπου 250 πίνακες ζωγραφικής, πράγμα το οποίο τον καθιστά πρόσωπο έμπειρο για την αγορά έργων τέχνης. Ως εκ τούτου η πολύ χαμηλή τιμή αγοράς των εν λόγω πινάκων θα έπρεπε να του κεντρίσει το ενδιαφέρον και να κάνει μια πιο ενδελεχή έρευνα πριν την αγορά, παρά μόνο συνέχισε να αγοράζει πίνακες σε εξευτελιστικές τιμές χωρίς να ζητά οποιαδήποτε πιστοποιητικά γνησιότητας. Ως εκ τούτου ο παραπονούμενος στην ουσία πειραματιζόταν με την αγορά των εν λόγω πινάκων με την ψευδαίσθηση όπως ένας από αυτούς να είναι αυθεντικός.
- Σύμφωνα με την XXXXX Λαμπράκη Πλάκα διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης της Ελλάδας τα έργα τα οποία επιθεώρησε μέσω του ψηφιακού δίσκου είναι καταφανές πλαστά και ότι το πολύ χαμηλό ποσό το οποίο δαπανήθηκε για να αγοραστούν καταδεικνύει την πλαστότητά τους.» Μαρτυρία για τον Εναγόμενο Για την πλευρά του Εναγόμενου έδωσε μαρτυρία ο ίδιος. Ως ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του: - Είναι συνταξιούχος, ασχολείται με παλιά είδη, παλιά βιβλία, χάρτες, νομίσματα, μετάλλια κ.α. Δήλωσε ότι έχει την καλύτερη συλλογή παλαιών φωτογραφιών και καρτ ποστάλ της Κύπρου. Γνωρίζει τον Ενάγοντα γιατί ήταν φίλος του αδελφού του και στην τάξη του. Δεν προσέγγισε ο ίδιος τον Ενάγοντα για να του πωλήσει έργα τέχνης. - Τα έργα τέχνης τα απέκτησε γιατί είχαν παντρευτεί ο γιος του και η κόρη του και είχε αναλάβει να στολίσει τους τοίχους τους με έργα που έβρισκε και του άρεσαν. Διάλεγε με κριτήρια την ομορφιά των πινάκων και όπως δήλωσε, ακόμα και να του έφερναν ένα Πικασό δεν θα τον αγόραζε. Ο Ενάγοντας αγόραζε ο ίδιος τους πίνακες από εκείνον και τους διάλεγε ο ίδιος. Την πώληση την θεωρούσε ως μία ευκολία για το φίλο του αδελφού του. Πρόσθετε όμως κάτι στην τιμή του κόστους του για να καλύψει πολύ μικρό μέρος των εξόδων του. - Είχε αναφέρει εκ των προτέρων στον Ενάγοντα ότι δεν είχε γνώση ζωγραφικής και δεν ήταν ζωγράφος. Ανέφερε στον Ενάγοντα ότι δεν τα θεωρούσε ως πωλήσεις του καταστήματός του και ότι δεν θα δήλωνε τις πωλήσεις, ούτε θα έδινε απόδειξη και ότι είχε ως αρχή του να πληρώνεται από όλους τους πελάτες του καταστήματός του. Τους πίνακες τους αγόραζε από το Λονδίνο, όπου μετάβαινε για τη δική του συλλογή. Από τη συναλλαγή του με τον Ενάγοντα δεν έβγαζε κέρδος, αλλά είχε κάποτε και ζημιά. Το ποσό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 9 κατέληξε στην κόρη του. Είχε οδηγίες από τον Ενάγοντα, να του αγοράζει οτιδήποτε είχε ελληνικό, χωρίς να έχει υποχρέωση να αγοράζει, αλλά να έχει υπόψη του ότι ενδιαφέρεται. Τα χρήματα που λάμβανε, όταν δεν τα κατέθετε στην Τράπεζα τα χρησιμοποιούσε για το επόμενο ταξίδι. - Δεν εξέδωσε πιστοποιητικό γνησιότητας στον Ενάγοντα παρά το ότι του το ζήτησε - Στους πελάτες του έλεγε ότι αν πίστευε ότι η τιμή δεν είναι καλή δεν θα αγόραζε έναν πίνακα. - Δεν ζούσε από το κατάστημά του, αφού όταν εργαζόταν είχε το μισθό του και όταν δεν εργαζόταν λάμβανε σύνταξη. Δεν παρουσιάστηκε ποτέ ως ειδικός για έργα τέχνης και δεν διαβεβαίωσε ποτέ για τη γνησιότητα των πινάκων. - Για τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα εναντίον του έμαθε όταν αυτός συνέταξε το Τεκμήριο
- - Σε σχέση με τους ισχυρισμούς για 3 άλλα πρόσωπα (Σ.Λοΐζου, Λ.Σανταμά και Ν.Λεοντή), ανέφερε ότι η κα Σανταμά του διέψευσε τα όσα ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας. Με την κα Σανταμά είχε ελάχιστες συναλλαγές, με το σύζυγό της όταν αυτός ήταν εν ζωή, που αφορούσαν γκραβούρες. Αντεξεταζόμενος ανέφερε κυρίως τα ακόλουθα: - Έχει μία επιχείρηση που ασχολείται με γκραβούρες, καρτ ποστάλ και γραμματόσημα η οποία είναι δηλωμένη στο Φόρο Εισοδήματος, αλλά εδώ και 18 χρόνια δεν υποβάλλει λογαριασμούς. - Λειτουργεί την επιχείρησή του όταν του ζητηθεί και πωλεί σε τουρίστες. - Δεν έχει υπόψη πόσους πίνακες πώλησε στον Ενάγοντα, ενώ αρνήθηκε ότι πώλησε πίνακες στις κες Σανταμά, Λεοντή και Λοΐζου. - Τους πίνακες τους αγόρασε σε διαφορετικές ημερομηνίες. Ανέφερε ότι αγόρασε τους περισσότερους από τους πίνακες που πώλησε στον Ενάγοντα από τον ίδιο άνθρωπο ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι τους αγόρασε όλους από τον ίδιο, ο οποίος ήταν κάποιος ηλικιωμένος με τη σύζυγό του, του οποίου δεν γνώριζε το επίθετο. Έβρισκε τον πωλητή, κάποιον XXXXX σε μία αγορά στο Covent Garden όπου βρίσκονται 100-150 έμποροι και όπου η Δευτέρα είναι αφιερωμένη σε εμπόρους που πωλούν πράγματα όπως αντίκες και πίνακες. Εκεί πωλούσε και ο «XXXXX» και ο Εναγόμενος τόνισε ότι δεν αγόρασε από άλλον καμιά φορά, επειδή δεν είχε βρει κάτι από Κύπρο και Ελλάδα.Επέλεγε πίνακες από Κύπρο και Ελλάδα, γιατί όπως είπε αυτούς ήθελε να βάλει στα σπίτια των παιδιών του - Μετά που του κινήθηκε η αγωγή, ανέφερε στον «XXXXX» ότι οι πίνακες ήταν αυθεντικοί,επικοινωνόντας σχετικά μαζί του. - Από την αρχή είχε ζητήσει πιστοποιητικό γνησιότητας από τον XXXXX. Είχε δε πάντα τις αμφιβολίες του, αλλά έπαιρνε τους πίνακες για τα σπίτια των παιδιών του - Όταν ζωγράφος του ζήτησε να αποκαλύψει από που αγόρασε κάποιον -προφανώς μη αυθεντικό από ό,τι έγινε αντιληπτό από τα λεγόμενα του Εναγόμενου- πίνακα ,αυτός αρνήθηκε, και του είπε ότι δεν είχε υποχρέωση να του πεί από που αγόραζε. - Δεν είχε κανένα κέρδος, αλλά είχε ζημιά γιατί αγόραζε ο Ενάγοντας τους πίνακες που ήθελε. - Ήξερε ότι ο Ενάγων είναι συλλέκτης, αλλά δεν ήταν σαφής ως προς το πότε το έμαθε. - Ο Εναγόμενος δεν μπορούσε να γνωρίζει αλλά και δεν έδειξε από τα λεγόμενά του να ενδιαφέρεται αν οι πίνακες που αγόραζε είναι αυθεντικοί, αλλά λόγω χαμηλής τιμής αγόραζε αυτούς που του άρεσαν. - Ουσιαστικά είχε πολλές ενδείξεις από προηγούμενες εμπειρίες του για πλαστότητα πινάκων (οπως για έναν πίνακα του Κκάσιαλου[1]). - Κάποιος γνωστός του του είπε ότι είναι ευκολότερο κάποιος να του πει ότι ένας πίνακας είναι πλαστός παρά αυθεντικός. - Δεν ενδιαφέρεται να πάρει πίσω τους πίνακες και να επιστρέψει τα λεφτά, γιατί τώρα δεν πωλεί σε κανέναν πίνακες λόγω του ότι εγέρθηκε ζήτημα από τον Ενάγοντα και γιατί έχει πια «στολίσει» τους τοίχους των παιδιών του. - Ανέφερε σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ότι αγοράζει πίνακες, αλλά λίγο μετά ανέφερε ότι δεν αγοράζει πίνακες. - Ο «Μπίλυ» δεν εξέδωσε απόδειξη πληρωμής στον Εναγόμενο για αυτούς τους πίνακες - Δεν δηλώθηκε η πώληση των πινάκων στο Φόρο Εισοδήματος. - Δεν θυμάται πόσα αγόρασε τον κάθε πίνακα και δεν κράτησε οποιαδήποτε στοιχεία για τις αγοραπωλησίες. - Τις αγοραπωλησίες τις έπραττε κατ'εξαίρεση και για χατίρι του Ενάγοντα κάτι που μετάνιωσε εκ των υστέρων. - Το κατάστημα του το έχει και σήμερα στην κατοχή του γιατί δεν πληρώνει ενοίκια. - Δέχθηκε ότι ο Ενάγοντας προσεγγίστηκε από τον κ. Ζωνιά. - Έβγαζε κέρδος μικρότερο από 10% από τις πωλήσεις πινάκων στον Ενάγοντα. Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Οι γενικές αρχές νομικές αρχές για την αξιολόγηση μαρτυρίας Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: « Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Η συνάδελφος Δικαστής Στέφη Βασιλείου-Λουκίδου, Ε.Δ., στην Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Μαρίνος Κυναιγήρου ν. Μιράντα Σιδερά, Αρ. Αγωγής: 525/2007, 29/3/2013 ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιολόγηση μαρτυρίας, τα οποία και υιοθετώ: «Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454).» Σε σχέση με την παράλειψη αντεξέτασης κάποιου μάρτυρα επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας του, στην Philippou General Bonded Warehouse Ltd ν. Κώστα Νικολαΐδη,
(2006)1 Α.Α.Δ. 1057 αναφέρθηκε ότι: «Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383), εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε.» Το Δικαστήριο μπορεί να έχει δικαστική γνώση, με βάση την αρχή ότι το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση, την οποίαν αποκομίζει από «καθημερινές ανθρώπινες εμπειρίες» (βλ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη «Το Δικαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014 σελ. 257). Αξιολόγηση αξιοπιστίας μαρτύρων και αξιολόγηση Τεκμηρίων Μαρτυρία Ενάγοντα Ο Ενάγων μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Είχα την ευκαιρία να τον παρατηρήσω να δίδει μαρτυρία τον κρίνω ως απόλυτα φυσικό. Δε διαφεύγει της προσοχής μου το έντονο ύφος του, ενίοτε και ειρωνικό θα έλεγα, όμως αυτό είναι απόλυτα λογικό και προσθέτει στη φυσικότητά του και στην αξιοπιστία του, εφόσον μου έδωσε την εντύπωση ότι γνήσια νιώθει ότι έχει ξεγελαστεί από τον Εναγόμενο. Μου έχει επίσης δώσει την εντύπωση ενός ιδιόρρυθμου ανθρώπου θα έλεγα, αλλά ακριβώς αυτό προσθέτει στη φυσικότητα και στην ειλικρίνειά του. Ήταν έκδηλο ότι ο Ενάγοντας δεν προσπάθησε να αποκρύψει οτιδήποτε από το Δικαστήριο. Άν και ομολογουμένως ο Ενάγοντας ανέφερε πολλά περισσότερα από ό,τι χρειαζόταν και μακρυγόρησε και και αν και επανέλαβε ενίοτε εαυτόν προβαίνοντας και σε χαρακτηρισμούς, ήταν σταθερός ως προς την βασική εκδοχή του και δεν περιέπεσε σε κάποιες ουσιαστικές αντιφάσεις. Κρίνω ότι όντως ήθελε να εξασφαλίσει πίνακες Ελλήνων (Κυπρίων και Ελλαδιτών) ζωγράφων και δη γνήσιους, όχι για να αποκομίσει προσωπικό περιουσιακό όφελος, αλλά για να τους δωρίσει με κάποιον τρόπο στην ιδιαίτερή του πατρίδα. Δεν μπορώ να διανοηθώ, ως έχει διαφανεί μέσα από τα λεγόμενά του και την παρουσία του στο Δικαστήριο, ότι ο Ενάγοντας, θα ήθελε να προσθέσει στην προσωπική του συλλογή πίνακες οι οποίοι ήταν πλαστοί και να πειραματιστεί προσπαθώντας να κερδοσκοπήσει. Θεωρώ επίσης και λογική την εκδοχή του. Ίσως έδειξε υπερβολική εμπιστοσύνη στον Εναγόμενο, αλλά το θεωρώ αυτό δικαιολογημένο καθότι: 1) Ο Εναγόμενος ήταν συλλέκτης και έμπορος αντικειμένων τέχνης 2) Ο Εναγόμενος ήταν αδελφός παιδικού φίλου και συμμαθητή του Ενάγοντα 3) Οι πίνακες πωλούνταν σε τιμές μη ευκαταφρόνητες (για σύνολο 22 πίνακες ο Ενάγων κατέβαλε κάτι λιγότερο από €50,000 4) Έγιναν συγκεκριμένες παραστάσεις στην παρουσία του Εναγομένου από το οικογενειακό περιβάλλον του Εναγόμενου προς τον Ενάγοντα 5) Αν και συλλέκτης ο Ενάγων, δεν φάνηκε να έχει ιδιαίτερες γνώσεις για πίνακες Κυπρίων και Ελλαδιτών καλλιτεχνών Θεωρώ τον Ενάγοντα μάρτυρα της αλήθειας και θα βασιστώ στη μαρτυρία του για να καταλήξω στα ευρήματά μου ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Μαρτυρία Μ.Ε.2. Α/Αστ. XXXXX Παρασκευά O Μ.Ε.2 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση και σημειώνω επιπλέον ότι το πεδίο αντεξέτασης του ήταν περιορισμένο. Θα δεχθώ τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη αν και δεν θα συμφωνήσω με το συμπέρασμά του, ως διατυπώνεται στο Τεκμήριο 18 ότι ο Ενάγοντας πειραματιζόταν, βασιζόμενος στην πιθανότητα ότι κάποιος εκ των πινάκων τους οποίους εξασφάλισε από τον εναγόμενο πιθανώς να ήταν αυθεντικός. Πρόκειται για μία άποψη, την οποίαν δεν υιοθετώ, με βάση και την αξιολόγησή μου για τη μαρτυρία του Ενάγοντα πιο πάνω. Θα υιοθετήσω επίσης το εύρημα της έρευνας του με βάση το οποίο οι πίνακες (πλην δύο εξ αυτών, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 7 ήταν πλαστοί) Δεν υποβλήθηκε στο μάρτυρα θέση για αυθεντικότητα των πινάκων, αλλά ούτε και αμφισβητήθηκε η μαρτυρία που δόθηκε από αυτόν (έστω και εξ ακοής, αφού μετέφερε τη γνώμη που δόθηκε από τη διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης της Ελλάδας) οτι όλοι οι πίνακες, πλην δύο εξ' αυτών, δεν ήταν αυθεντικοί. Μαρτυρία Εναγόμενου Ο Εναγόμενος αντίθετα μου έκανε πολύ άσχημη εντύπωση. Δεν απαντούσε με άμεσο και σχετικό τρόπο στις ερωτήσεις και τελούσε υπό εμφανή σύγχυση, δείχνοντας να βρίσκεται ενίοτε εκτός τόπου και χρόνου. Ακόμη καθοριστικότερα όμως στο να καταλήξω ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν μάρτυρας αλήθειας είναι τα ακόλουθα: 1) Ανέφερε ότι δεν λειτουργεί το κατάστημά του ενώ φάνηκε λίγο μετά ότι το λειτουργεί κατά το δοκούν και ότι ενώ το ανοίγει για να εμπορεύεται εδώ και χρόνια δεν προβαίνει σε δηλώσεις σε σχέση με τις συναλλαγές του στις αρμόδιες φορολογικές αρχές και δεν εκδίδει αποδείξεις για τις συναλλαγές του (ούτε εξέδωσε αποδείξεις προς τον Ενάγοντα) 2) Ανέφερε ότι τους 22 πίνακες που πώλησε στον Ενάγοντα τους αγόρασε από διάφορους εμπόρους ενώ από ό,τι ισχυρίστηκε μετά τους αγόρασε μόνο από έναν, κάποιον XXXXX, του οποίου δεν είχε μεν περισσότερα στοιχεία για το όνομα, αλλά σε κάποιο άλλο σημείο ανέφερε ότι επικοινωνούσε μαζί του. Επίσης, ως ο ίδιος παραδέχτηκε, αρνήθηκε να αποκαλύψει την πηγή των αγορών του σε ζωγράφο όταν τον ρώτησε σχετικά. 3) Ενώ είπε σε κάποιο σημείο ότι αγοράζει πίνακες ακόμα, είπε και το αντίθετο, ότι δηλαδή πλέον δεν αγοράζει πίνακες 4) Ανέφερε ότι δεν τον απασχολούσε αν οι πίνακες ήταν αυθεντικοί ή πλαστοί αλλά αγόραζε ότι του άρεσε. Αυτό δεν συμβαδίζει με το ότι εμπορευόταν συστηματικά πίνακες με τον Ενάγοντα 5) Eνώ ισχυριζόταν σε κάποιο σημείο ότι τον ενδιέφερε η όψη των πινάκων και μόνο φάνηκε να ενδιαφέρεται και να συλλέγει πληροφορίες περί αυθεντικότητας πινάκων. 6) Ανέφερε ότι είχε ζημιώσει από τις συναλλαγές του με τον Ενάγοντα ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε ότι είχε μικρό κέρδος (μικρότερο από 10%) 7) Ενώ στην Υπεράσπισή του, (παρ. 2στ) αναφέρει ότι τον επισκέφθηκε ο Ενάγων με ειδικό για να πιστοποιήσει την αυθεντικότητα των πινάκων κατά την πρώτη αγορά και ότι σε αυτό το γεγονός βασίστηκαν και οι μεταγενέστερες πωλήσεις πινάκων (όπως αναφέρεται από την κατάθεση του Ενάγοντα Τεκμήριο 16 όντως ο Ενάγοντας συνοδευόταν από κάποιο πρόσωπο, τον αδελφό του), παρέλειψε ο Εναγόμενος να αναφέρει αυτό το πολύ σημαντικό για την εκδοχή του γεγονός κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο.Τονίζω την ανάγκη της ευθυγράμμισης της μαρτυρίας που παρουσιάζει ένα μέρος στο Δικαστήριο με τις διατυπωθείσες δικογραφημένες θέσεις του (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59 ). Αν και πιθανότατα δεν θα βασιζόμουν σε αυτό το στοιχείο από μόνο του, προσθέτει κατά την άποψή μου στα υπόλοιπα, συνυπολογιζόμενο με αυτά. Ήταν γενικά νεφελώδεις οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ίδιος ισχυρίζεται ότι αγοράστηκαν οι πίνακες, δηλαδή από κάποιο XXXXX του οποίου δεν θυμάται το επίθετο, σε μια αγορά του Λονδίνου, χωρίς να εξασφαλίζει οποιεσδήποτε αποδείξεις για τις αγορές των πινάκων στις οποίες προέβαινε. Ήταν δηλαδή εμφανής η προσπάθειά του να αποκρύψει την πηγή της αγοράς των πινάκων, όπως και να αποκρύψει ότι είναι ακόμα έμπορος διαφόρων ειδών. Η προσπάθεια του Εναγομένου να αποκρύψει από το Δικαστήριο την ιδιότητά του ως εμπόρου και οι καθοριστικής σημασίας αντιφάσεις του σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκαν στην κατοχή του οι πίνακες που πώλησε στον Ενάγοντα, αποδεικνύουν ότι γνώριζε τη μη αυθεντικότητα των πινάκων που παρουσίαζε στον Ενάγοντα ως πίνακες Ελλαδιτών και Κυπρίων ζωγράφων. Δεν είναι όμως και πειστική η εκδοχή του, αντιπαραβαλλόμενη με την εκδοχή του Ενάγοντα και με τις επιταγές που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο στο Δικαστήριο, ότι ήταν αδιάφορη στις μεταξύ των μερών συναλλαγές η αυθεντικότητα των πινάκων Οι πίνακες πωλήθηκαν σε μη ευκαταφρόνητες τιμές από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα. Δεν είναι λογικό να αγοράζονται πίνακες που δεν είναι αυθεντικοί σε τέτοιες τιμές. Ούτε είναι λογικό ένας έμπορος όπως ο Εναγόμενος να δεχόταν να μπαίνει στη διαδικασία να ταξιδεύει στο Λονδίνο και να ψωνίζει πίνακες για τον -μη συγγενή και μη φίλο ή σε κάθε περίπτωση με καμία ιδιαίτερη προσωπική σύνδεση μαζί του Ενάγοντα- είτε για ελάχιστο κέρδος μικρότερο του 10% είτε και σε ζημία αυτού. Προκαλεί επίσης εντύπωση γιατί να αμφισβητούσε ο εναγόμενος την καταβολή σε εκείνο από τον Ενάγοντα ποσού πέραν των €30,000, εφόσον λογικό θα ήταν να γνωρίζει ποια ποσά εισέπραξε από τον ενάγοντα κατά περιόδους (δεν ήταν ευκαταφρόνητα). Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι έπρεπε να ζητούσε και να λάμβανε πιστοποιητικά αυθεντικότητας πινάκων ή γνωματεύσεις ή να προέβαινε σε περαιτέρω έρευνα ο Ενάγοντας για την αυθεντικότητα των πινάκων. Ήταν ήδη συλλέκτης πινάκων (όχι Ελλαδιτών ή Κυπρίων όμως) και διετέλεσε καθηγητής Πανεπιστημίου. Όμως παραμένει γεγονός, το οποίο βασιζεται στα ευρήματά μου ότι ο Εναγόμενος τον διαβεβαίωσε ότι αγόραζε αυθεντικά έργα τέχνης και ότι υπήρχαν περιβάλλουσες συνθήκες που δικαιολογούσαν την αγορά των πινάκων με την εντύπωση ότι ήταν αυτοί αυθεντικοί, ως αυτή έλαβε χώρα (όπως η μη ευκαταφρόνητη τιμή πώλησης και η ιδιότητα Εναγομένου ως εμπόρου). Δεν δέχομαι λοιπόν ότι ο Ενάγοντας θα αγόραζε συνειδητά αντίγραφα πινάκων έναντι τόσων χιλιάδων ΕΥΡΩ για να πειραματιστεί ή χωρίς να τον ενδιαφέρει η αυθεντικότητά τους ή μη. Θεωρώ ότι υπήρξαν παραστάσεις του Εναγόμενου προς τον Ενάγοντα ότι οι πίνακες τους οποίους του πωλούσε ήταν γνήσιοι, ενώ ο Ενάγοντας προφανέστατα γνώριζε ότι δεν ήταν. Οι πίνακες δε, έφεραν υπογραφές και αποδίδονταν σε συγκεκριμένους Κύπριους και Ελλαδίτες ζωγράφους. Ο Εναγόμενος δεν εξήγησε την πηγή των πινάκων στο Δικαστήριο. Προσπάθησε δε έντονα να την αποκρύψει λέγοντας ψέματα στο Δικαστήριο. Αυτό καταδεικνύει ότι γνώριζε για τη μη αυθεντικότητα των πινάκων. Δ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ως εκ των πιο πάνω προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα γεγονότων: (α) Ο γαμπρός του Εναγομένου κ. Ζωνιάς προσέγγισε τον Ενάγοντα περί το 2003 προτείνοντας σε αυτόν όπως του πωλήσει ο Εναγόμενος κάποιους πίνακες. Αυτό και έγινε την 1/4/2003, με τον Ενάγοντα να καταβάλλει ποσό €6,000 (€600 μετρητά πλέον €5400 επιταγή πληρωτέα στο όνομα της κόρης του Εναγομένου). Δεν αμφισβητήθηκε ότι η συναλλαγή αυτή ήταν μεταξύ Ενάγοντα-Εναγομένου. (β) Ο Ενάγομενος παρουσίασε σε εκείνη τη συναλλαγή ουσιαστικά τέσσερις πίνακες ως αυθεντικούς, αφού τους παρουσίασε να ανήκουν συγκεκριμένους επώνυμους ζωγράφους. Συνέχισε επίσης να πωλεί στον Ενάγοντα και άλλους πίνακες, κατά διάφορες περιόδους, οι οποίοι έφεραν υπογραφες που παρέπεμπαν σε συγκεκριμένους ζωγράφους, ως αναλυτικά αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης και στη Γραπτή Δήλωση που υιοθέτησε ο Ενάγοντας, αποδίδοντας - ο Εναγόμενος- την προέλευση τους σε συγκεκριμένους ζωγράφους και τους πωλούσε σε μη ευκαταφρόνητες τιμές. (γ) Ο Εναγόμενος προέβη στις ακόλουθες συμφωνίες πώλησης με τον Ενάγοντα 1) συμφωνία που καταρτίστηκε γύρω στον Απρίλιο του 2003 για πώληση από τον Εναγόµενο στον Ενάγοντα 4 πινάκων φερόμενων ως δημιουργημάτων των Παρθένη, Μαλέα και Μαθιόπουλου και Χριστόφορου Σάββα. 2) συμφωνία περί τον Σεπτέµβριο του 2004 για πώληση από τον Εναγόµενο στον Ενάγοντα ενός πίνακος φερόμενου ως δημιουργήματος Ρωµανίδη. 3) συμφωνία που καταρτίστηκε περί τον Οκτώβριο 2004 για πώληση από τον Εναγόµενο στον Ενάγοντα ενός πίνακος φερόμενου ως δημιουργήματος Μαλέα. 4) συμφωνία που καταρτίστηκε περί την άνοιξη 2005 για πώληση από τον εναγόµενο στον ενάγοντα πινάκων φερόμενων ως δημιουργημάτων Μαλέα και Kogevinas. 5) συμφωνία που καταρτίστηκε περί το φθινόπωρο του 2005 για πώληση από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα ενός πίνακα φερόμενου ως δημιουργήματος Τέτση και ενός πίνακα φερόμενου ως δημιουργήματος Ιακωβίδη. 6) συμφωνία που καταρτίστηκε περί την άνοιξη του 2006 για πώληση από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα πινάκων φερόμενων ως Kogevinas και Παρθένη. 7) συμφωνία που καταρτίστηκε περί το Φθινόπωρο του 2006 για πώληση από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα πινάκων φερόμενων ως Παπαλουκά και Λασκαρίδου. 8) συμφωνία που καταρτίστηκε περί τον Απρίλιο του 2007 για πώληση από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα πινάκων φερόμενων ως δημιουργημάτων των Παρθένη και Κοντόπουλου. 9) συμφωνία που καταρτίστηκε περί τον Ιούλιο 2007 για πώληση από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα πινάκων φερόμενων ως δημιουργημάτων των Κισσονέργη και Μαλέα 10) συμφωνία που καταρτίστηκε περί τον Ιούλιο 2007 για πώληση από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα πινάκων φερόμενων ως δημιουργημάτων των Αργυρού και Μαλέα 11) συμφωνία που καταρτίστηκε τον Αύγουστο 2008 για πώληση από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα πινακων φερόμενων ως δημιουργημάτων των Παπαλουκά και Σαββίδη (δ) Ολοι οι πίνακες ήταν μη αυθεντικοί (πλαστοί), δηλαδή δεν σχεδιάστηκαν από τους δημιουργούς στους οποίους αποδίδετο η κατασκευή τους από τον Ενάγοντα και την υπογραφή σε αυτούς. Αυτό προκύπτει άμεσα από το Τεκμήριο 8, σε σχέση με όσους πίνακες δεν έφεραν τις υπογραφές «Ch.Savva» kai «Κισσνέχρης» (δηλαδή από ό,τι αντιλαμβάνομαι πίνακες φερόμενων ως XXXXX Σάββα και Κισσονέργη) και έμμεσα για όσους πίνακες φέρονταν ως δημιουργήματα των Χριστόφορου Σάββα και Κισσονέργη, αφού πωλήθηκαν από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα στα πλαίσια της ίδιας αλυσίδας πωλήσεων και βρέθηκαν στην κατοχή του Εναγομένου μαζί με τους υπόλοιπους πίνακες, χωρίς ο Εναγόμενος να μπορεί να υποστηρίξει την αυθεντικότητά τους αφού γενικά η εκδοχή του έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο. (ε) Ο Ενάγοντας κατέβαλε στον Εναγόμενο για την αγορά των πινάκων συνολικά ποσά €47,138.17 (στ) Για όλους τους πίνακες με βάση την τιμή που πωλούνταν και με τα όσα διημήφθηκαν στα πλαίσια της πρώτης συναλλαγής, δίδονταν από τον Εναγόμενο ψευδείς παραστάσεις προς τον Ενάγοντα ότι αυτοί ήταν γνήσιοι και οι πίνακες παρουσιάζονταν στον Ενάγοντα ως δημιουργήματα συγκεκριμένων Κυπρίων και Ελλαδιτών ζωγράφων, ενώ ο Εναγόμενος γνώριζε ότι δεν ήταν αυθεντικοί. (ζ) Ο Ενάγοντας άρχισε μετά το 2008 να υποψιάζεται λόγω μίας υπογραφής σε ένα πίνακα τη μη αυθεντικότητα των πινάκων, έκανε έρευνες για 3 χρόνια, απευθύνθηκε στον Εναγόμενο χωρίς ουσιαστική ανταπόκριση και κατήγγειλε στην Αστυνομία τον Εναγόμενο για το λόγο ότι αυτός του πώλησε μη γνήσιους πίνακες. Καταχώρησε τελικά την παρούσα αγωγή. Ε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Νομολογία διευκρινίζει ότι εφόσον στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την απαίτηση είναι παραδεκτή η παροχή αρμόζουσας θεραπείας άσχετα από το ακριβές νομικό πέπλο κάτω από το οποίο τίθεται η απαίτηση. Βλ. Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 ΑΑΔ 319, Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1(A)AAΔ.400, Maison Jenny
(2002), Στυλιανού ν. Παπακλεοβούλου
(1982)1 ΑΑΔ 542, Πελεκάνος (Διαχειριστής) κ.α. ν. Πελεκάνου
(2006)1 (Α) ΑΑΔ 390. Θα εξετάσω λογικά κατά προτεραιότητα, το κατά πόσον η σύμβαση είναι ακυρώσιμη λόγω απάτης. Παρατηρώ ότι ο Ενάγων δεν ζητεί αποζημιώσεις με βάση το αστικό αδίκημα της απάτης. Ρητά ανέφερε ότι ζητά να ακυρωθούν οι συμφωνίες και να του επιστραφεί το συνολικό ποσό που έδωσε. Θα εξετάσω λοιπόν κατά πόσο από τον Εναγόμενο υπήρξε επίδειξη συμπεριφοράς που να συνιστά απάτη ή ψευδείς παραστάσεις. Κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ στα άρθρα 17-19 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφάλαιο 149: « Ορισμός "απάτης" 17.-
(1)"Απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης- (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές~ (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό~ (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της~ (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση~ (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη.
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση. Ορισμός "ψευδούς παράστασης" 18. "Ψευδής παράσταση" περιλαμβάνει- (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές~ (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού~ (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής. Ακυρώσιμο συμφωνιών που συνάπτονται χωρίς ελεύθερη συναίνεση 19.-
(1)Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Ο συμβαλλόμενος, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία απάτης ή ψευδούς παράστασης, δύναται αν θεωρεί αυτό σκόπιμο, να εμμείνει στην εκπλήρωση της σύμβασης και να αποκατασταθεί στη θέση που θα βρισκόταν αν οι παραστάσεις που έγιναν ήταν αληθείς.
(3)Αν η συναίνεση αυτή παρασχέθηκε συνεπεία ψευδούς παράστασης ή τήρησης σιωπής, που συνιστά απάτη εντός της έννοιας του άρθρου 17, η σύμβαση, παρόλα αυτά, δεν είναι ακυρώσιμη, αν το μέρος του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό, ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια.
(4)Απάτη ή ψευδής παράσταση η οποία δεν προκάλεσε τη συναίνεση προς σύναψη σύμβασης του μέρους επί του οποίου ασκήθηκε η απάτη, ή στο οποίο έγινε η ψευδής παράσταση, δεν καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη.» Το ποια είναι η διαφορά της απάτης και των ψευδών παραστάσεων, αναλύεται από τον Πολύβιο Γ.Πολυβίου στο σύγγραμμά του «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», όπου αναφέρονται τα ακόλουθα (σελ. 330 επ.): ««Στο Αγγλικό δίκαιο, η βασική διαφορά είναι μεταξύ «απάτης» αφενός και «ψευδούς παράστασης» αφετέρου. Η απάτη είναι όταν κάποιο πρόσωπο προβαίνει σε δηλώσεις, πράξεις ή ενέργειες που έχουν σκοπό την εξαπάτηση του άλλου μέρους. Απαιτείται πρόθεση εξαπάτησης, που ικανοποιείται εάν στοιχειοθετηθεί ότι ο εναγόμενος προέβη σε δήλωση ή παράσταση χωρίς να πιστεύει στην αλήθεια των όσων λέγει. Ούτε και απαιτείται αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου, διότι η βάση της ψευδούς παράστασης (misrepresentation) στο αγγλικό δίκαιο, είναι ότι ο εναγόμενος έστω και αν δεν γνώριζε, έστω και αν δεν ήταν αμελής, προκάλεσε με ακριβή και αναληθή παράσταση ή βεβαίωση γεγονότος τη συνομολόγηση κάποιας σύμβασης η οποία ήταν ζημιογόνος για το αθώο μέρος. Επομένως, το αθώο μέρος θα πρέπει να έχει τις θεραπείες που το δίκαιο θεωρεί αναγκαίες και κατάλληλες, πρώτιστα αυτή της ακύρωσης της σύμβασης. Στο κοινοδίκαιο, η απλή ψευδής παράσταση (που δεν συνιστά απάτη ούτε και αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος) δεν οδηγεί στην επιδίκαση αποζημιώσεων, αλλά στο δικαίωμα ακύρωσης της προκύψασας σύμβασης (με βάση το σκεπτικό ότι παρόλο που ο εναγόμενος δεν είχε κακή πρόθεση ούτε και ήταν αμελής εντούτοις ήταν υπεύθυνος για τη συνομολόγηση σύμβασης με τον ενάγοντα, έχοντας παραπλανήσει αυτόν). .. στην πράξη φαίνεται ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ του Κυπριακού και του Αγγλικού δικαίου σε σχέση με την έννοια της «ψευδούς παράστασης» που θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια της «αθώας ψευδούς παράστασης (innocent misrepresentation), όπως ο όρος χρησιμοποιείται στο κοινοδίκαιο.» Στην υπόθεση Τσιάρτας Ανδρέας και Άλλος ν. Alocay Holdings Ltd και Άλλου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1523, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., vol. 18, p. 189, η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα. (Βλ. επίσης Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 992). Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. Βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547» Οπως θα εξηγήσω πιο κάτω, δεν κρίνω απαραίτητο να εξετάσω ζήτημα ακύρωσης με βάση το άρθρο 18 (ψευδής παράσταση), εφόσον από τα γεγονότα, στοιχειοθετείται απάτη εν τη εννοία του άρθρου 17 του Νόμου. Με βάση τα γεγονότα ενώπιόν μου κρίνω ότι οι διάφορες συμβάσεις μεταξύ των μερών είναι ακυρώσιμες λόγω απάτης. Ο Εναγόμενος προέβη σε πώληση πινάκων φερόμενων ως πινάκων από διάφορους Κύπριους και Ελλαδίτες ζωγράφους στον Ενάγοντα, ενώ ήξερε ότι δεν ήταν αυθεντικοί. Τους παρουσίασε ως πίνακες συγκεκριμένων Κυπρίων και Ελλαδιτών ζωγράφων. Το ότι ήξερε ότι δεν ήταν αυθεντικοί, αναδεικνύεται από τις νεφελώδεις και έμπλεες αντιφάσεων συνθήκες υπό τις οποίες ισχυρίζεται ο ίδιος ότι αγόρασε τους πίνακες και στην εμφανέστατη προσπάθειά του να αποκρύψει ότι ήταν έμπορος, ότι η συναλλαγή με τον Ενάγοντα ήταν εμπορικής φύσης αλλά και να αποκρύψει την πραγματική προέλευση των πινάκων από το Δικαστήριο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου με παρέπεμψε στην Αγόρευσή του, στο άρθρο 42
(6)του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου, που αναφέρεται σε αποδοχή αγαθών όταν μετά από παρέλευση εύλογου χρόνου, ο αγοραστής κρατήσει τα αγαθά, χωρίς να δηλώσει ότι τα απέρριψε και σε σχετική με το άρθρο 42
(6)Νομολογία. Δε θεωρώ όμως ότι παρήλθε τέτοιος εύλογος χρόνος κατά τον οποίον κράτησε τα αγαθά ο Ενάγοντας και τα αποδέχτηκε αφού διαπίστωσε ουσιαστικά τη μη αυθεντικότητα των πινάκων γύρω στο 2011 και τη σχετική εξαπάτησή του, μετά από διάφορες έρευνές του για 3 χρόνια και αντέδρασε ζητώντας ακύρωση με επιστολή του 28 Σεπτεμβρίου 2011, επιστροφή των χρημάτων του. Σε κάθε περίπτωση, συγκεκριμένη διάταξη και δη το άρθρο 3 του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου 10(Ι)/1994, αναφέρει ότι εφαρμόζεται σε συμβάσεις πωλήσεις αγαθών ο Περί Συμβάσεων Νόμος , εκτός όταν πρόνοιές του είναι ασυμβίβαστες με ρητές διατάξεις του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου. Δεν θεωρώ ότι η αναφορά σε «αποδοχή αγαθών» στο άρθρο 42 του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου, αποκλείει ακύρωση μίας σύμβασης όταν αυτή είναι το προϊόν απάτης, ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι ο Ενάγων αποδέχτηκε τα αγαθά με βάση το εν λόγω άρθρο του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου. Το άρθρο 42 του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου, αναφέρεται σε αποδοχή αγαθών σε σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αγοραστή και πωλητή που προβλέπονται στον Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμο, ο οποίος Νόμος και δεν αποκλείει ρητά το δικαίωμα ενός προσώπου να ζητήσει ακύρωση μίας σύμβασης πώλησης λόγω απάτης, δικαίωμα το οποίο ρυθμίζεται από ειδικότερη διάταξη-lex specialis-, δηλαδή το άρθρο 17 (και 19) του Περί Συμβάσεων Νόμου, και δεν τυγχάνει εφαρμογής στο συγκεκριμένο σημείο το άρθρο 42 του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου. Το συμπέρασμα ότι η αποδοχή αγαθών δεν σημαίνει και επιβεβαίωση συμφωνίας πώλησης και απώλεια του δικαιώματος ακύρωσης σε περίπτωση απάτης, ενισχύεται και από τα αναφερόμενα στο Benjamin's Sale of Gods, 3rd Ed., σελ. 494, όπου και αναφέρονται τα ακόλουθα: «863. Lapse of time. It seems likely, finally, that in the case of innocent or negligent misrepresentation the right to rescind is lost by mere lapse of time. That is not true in the case of fraud: a party may rescind at any time after learning of the fraud, and lapse of time is only relevant to show affirmation..As previously suggested, it does not follow that the right would be lost where one of the acts constituting acceptance under section 35 of the Sale of Goods Act was performed by a buyer who had no knowledge of the defect..» Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου με παρέπεμπει επίσης και σε νομολογία σύμφωνα με την οποία σε πώληση αγαθών της οποίας ζητείται ακύρωση (ειδικά στην Leaf v. International Galleries [1950] 1 All ER 693 -που σημειώνω ότι στο Benjamin's Sale of Goods, 3rd Ed., σελ. 493-494 η ορθότητά της αμφισβητείται- όπου αντικείμενο της υπόθεσης ήταν ένας μη γνήσιος πίνακας του ζωγράφου Constable και ζητήθηκε ανεπιτυχώς ακύρωση συμβολαίου -rescission- λόγω ψευδούς παράστασης -misrepresentation-) δεν μπορεί να υπάρξει ακύρωση όταν έχει περάσει εύλογος χρόνος μετά την παράδοση. Ανάφερα όμως ότι εδώ έχουμε ειδικότερη διάταξη (lex specialis) στον Περί Συμβάσεων Νόμο, ο οποίος εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου 10(Ι)/1994 σε συμβάσεις πώλησης αγαθών εκτός όταν είναι ασυμβίβαστες με ρητές διατάξεις του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου. Επειδή ζητήθηκε και στοιχειοθετήθηκε ακύρωση των συμφωνιών λόγω απάτης (δόλου), θεωρώ ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμος απαγορευτικά ως η εν λόγω εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου. ΣΤ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω, η αγωγή επιτυγχάνει. Ο Ενάγων έχει αποδείξει την υπόθεσή του και έχει αποσείσει από τους ώμους του το σχετικό βάρος απόδειξης. Οι συμφωνίες που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και αναφέρονται πιο πάνω (παρ. (γ) των ευρημάτων μου) ακυρώνονται βάσει των άρθρων 17 και 19 του Περί Συμβάσεων Νόμου, ούσες το προϊόν απάτης. Επιδικάζεται εναντίον του Εναγομένου το ποσό το οποίο έχει καταβάλει ο Ενάγοντας σε αυτόν, δηλαδή το ποσό των €47,138.17, το οποίο οφείλει να καταβάλει - επιστρέψει στον Ενάγοντα ο Εναγόμενος δυνάμει ακύρωσης των πιο πάνω συμφωνιών (χωρίς οιοδήποτε τόκο). Εννοείται ότι ο Εναγόμενος οφείλει με την επιστροφή του εν λόγω ποσού να επιστρέψει τους πίνακες στον Εναγόμενο. Τα έξοδα της αγωγής διατάσσεται όπως βαρύνουν τον Εναγόμενο, ως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. ......... Ξ. Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ο λαϊκός ζωγράφος της Κύπρου Μιχαήλ Κκάσιαλος από την σήμερα κατεχόμενη Άσσια, ο οποίος και ενθαρρύνθηκε από σημαντικές προσωπικότητες όπως οι Αδαμάντιος Διαμαντής, Χριστόφορος Σάββα και Παντελής Μηχανικός στο να δημιουργεί και να εκθέτει τους πίνακές του, αρχίζοντας μάλιστα να το πράττει από προχωρημένη ηλικία, πέθανε σε ηλικία 89 χρονών, αφού παρέμεινε στο χωριό του μετά τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής τον Αύγουστο του 1974 και υπήρξε στις 18/8/1974 θύμα ληστείας και βάναυσης επίθεσης με χρήση υποκοπάνων όπλων. Μετά τον τραυματισμό του, μεταφέρθηκε στη Λάρνακα όπου και άφησε την τελευταία του πνοή στις 30 Αυγούστου 1974 (Πηγή: Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, Φιλόκυπρος, Τόμος 6, σελ. 330-331). Ειδική αναφορά στην περίπτωση του Μ.Κκάσιαλου με συνεντεύξεις του Αδαμάντιου Διαμαντή και της Ειρήνης Κκάσιαλου, λαμβάνει χώρα και στο ντοκιμαντέρ του Μ.Κακογιάννη «Αττίλας 1974». Άγαλμά του καλλιτέχνη βρίσκεται σήμερα σε μικρή πλατεία της πόλης όπου συνεδριάζει το παρόν Δικαστήριο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο