← Κύπρος

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ SANDY BEACH APARTMENTS BLOCK A ν. PANALMA LIMITED, Αρ. Αγωγής: 382/15, 22/6/2017

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ SANDY BEACH APARTMENTS BLOCK A ν. PANALMA LIMITED, Αρ. Αγωγής: 382/15, 22/6/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 382/15 ΜΕΤΑΞΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ SANDY BEACH APARTMENTS BLOCK A Εναγόντων -και- PANALMA LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 22.6.2017 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Γιολάντα Ζαχαρίου. Για τους Εναγόμενους: κ. Ζαχαρίας Ζαχαρίου. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση επιφυλάχθηκε απόφαση κατόπιν που αυτή εκδικάστηκε ως ταχείας εκδίκασης στη βάση της Δ.30, θ.6 ως τροποποιήθηκε, και με ολοκληρωτικά γραπτές μαρτυρίες. Α. Τα δικόγραφα Δια της Έκθεσης Απαίτησής τους, οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι είναι η Διαχειριστική Επιτροπή της πολυκατοικίας Sandy Beach Block A, η οποία είναι κοινόκτητη οικοδομή και βρίσκεται στην οδό Πιαλέ Πασιά στη Λάρνακα, η οποία είναι δεόντως και νομίμως διορισθείσα και συσταθείσα. Οι Εναγόμενοι είναι ιδιοκτήτες των καταστημάτων αρ. 1 και 2 στο ισόγειο της πιο πάνω πολυκατοικίας (στο εξής «η επίδικη ιδιοκτησία» ή «τα επίδικα καταστήματα»). Για το έτος 2014 οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων ως απλήρωτα κοινόχρηστα έξοδα για τη συντήρηση, επιδιόρθωση και διαχείριση της επίδικης πολυκατοικίας ποσό €540. Πρέπει να σημειωθεί εξαρχής ότι, κατέστη παραδεκτό μεταξύ των μερών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ότι μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής οι Εναγόμενοι έχουν πληρώσει στους Ενάγοντες το εν λόγω ποσό και έτσι αυτό δεν αποτελεί πια επίδικο θέμα στην αγωγή και το Δικαστήριο δε θα το εξετάσει. Παραμένει ως μοναδικό αμφισβητούμενο θέμα στην αγωγή, το έτερο δικογραφημένο στην έκθεση απαίτησης θέμα, ήτοι κατά πόσον οι Ενάγοντες δικαιούνται σε ανάκτηση ποσού εκ €2.326,45σεντ από τους Εναγόμενους ως έξοδα για την επιδιόρθωση ηλεκτρικού κάγκελου του κοινού χώρου στάθμευσης, στα οποία έξοδα προέβηκαν προς επιδιόρθωση ζημιάς που οι Εναγόμενοι προκάλεσαν στην κοινόκτητη οικοδομή. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν επανειλημμένα για την υποχρέωσή τους για την καταβολή του πιο πάνω ποσού στους Ενάγοντες, αλλά αρνούνται μέχρι και σήμερα να το καταβάλουν. Η αξίωση των Εναγόντων ερείδεται στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 (στο εξής « ο Νόμος») και τους βάσει αυτού εκδιδομένους Κανονισμούς και δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου και/ή ως ποσά καταβληθέντα και μη πληρωθέντα και/ή δυνάμει συμφωνίας και/ή δέσμευσης και/ή άλλως πως. Δια της Υπεράσπισής τους οι Εναγόμενοι, παρόλο που παραδέχονται ότι είναι ιδιοκτήτες των επίδικων καταστημάτων, «αρνούνται την παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι Ενάγοντες παράνομα και/ή παράτυπα μετατόπισαν και/ή διαμόρφωσαν το χώρο τοποθέτησης σκυβάλων και/ή παράνομα διαμόρφωσαν μέρος του κοινόχρηστου χώρου σε ντους και/ή παράνομα επέτρεψαν και/ή ανέχθηκαν την ανέγερση περιτοιχίσματος παραπλεύρως και/ή έμπροσθεν των διαμερισμάτων με αριθμούς G1 και G2 με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η ελεύθερη πρόσβαση προς τα σημεία αποχέτευσης.» Αρνούνται, περαιτέρω, ότι προκάλεσαν οποιαδήποτε ζημιά στην κοινόκτητη περιουσία για την οποία οφείλουν στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό. Αναφέρουν δε, ότι το αξιούμενο ποσό είναι υπερβολικό, διογκωμένο, αδικαιολόγητο και έχει υπολογισθεί κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. Δια της Απάντησης στην Υπεράσπιση οι Ενάγοντες εμμένουν στους ισχυρισμούς και αξιώσεις τους. Β. Η μαρτυρία Για τους Ενάγοντες μαρτύρησε δια ένορκης δήλωσης ο Χριστάκης Πιερίδης από τη Λάρνακα, μέλος των Εναγόντων (στο εξής «ο Μάρτυρας Εναγόντων» ή «ΜΕ»). Αναφέρει ότι οι Ενάγοντες είναι υπεύθυνοι για τη συντήρηση, καθαριότητα και διενέργεια επιδιορθώσεων που γίνονται από καιρού εις καιρόν στην κοινόκτητη οικοδομή, ως επίσης για την πληρωμή λογαριασμών που αφορούν στους κοινόκτητους χώρους της εν λόγω οικοδομής. Οι Εναγόμενοι προέβηκαν σε διάφορες εργασίες μετατροπής των επίδικων καταστημάτων για τις οποίες δεν είχαν άδεια από την αρμόδια αρχή και οι οποίες επηρέασαν δυσμενώς τους κοινόκτητους χώρους της οικοδομής. Από τις πιο πάνω εργασίες ανακαίνισης των καταστημάτων τους, οι Εναγόμενοι, μέσω των προσώπων που διενήργησαν τις εργασίες αυτές, προκάλεσαν ζημιές σε κοινόκτητους χώρους της οικοδομής, δηλαδή στο ηλεκτρικό συρόμενο κάγκελο της επίδικης οικοδομής και στο αντλιοστάσιο λυμάτων αυτής, καθώς και στο κάγκελο στην είσοδο του parking. Οι εργασίες προς επιδιόρθωση των ζημιών που προκάλεσαν οι Εναγόμενοι τιμολογήθηκαν εις ποσό €1.955, πλέον Φ.Π.Α., δηλαδή συνολικό ποσό €2.326,45σεντ, το οποίο πληρώθηκε καθ' ολοκληρίαν από τους Ενάγοντες και οι οποίοι αξιώνουν το εν λόγω ποσό από τους Εναγόμενους. Μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι αρνούνται να το καταβάλουν. Ο ΜΕ αναφέρει επίσης ότι, έχουν ανταλλαγεί μεταξύ των μερών και των δικηγόρων τους επιστολές ημερομηνίας 13.3.2014, 10.5.2014, 26.6.2014 και 26.11.2014 (Τεκμήρια Εναγόντων Ε μέχρι και Η), στις οποίες φαίνεται ότι οι Ενάγοντες αξιώνουν επανειλημμένα το εν λόγω ποσό από τους Εναγόμενους και οι Εναγόμενοι επανειλημμένα αρνούνται ότι ήταν οι ίδιοι υπαίτιοι για την πρόκληση οποιωνδήποτε ζημιών, είτε δια μετατροπών είτε δια ανακαινίσεων είτε άλλως πως, στην κοινόκτητη οικοδομή ή ότι υποχρεούνται σε αποζημίωση των Εναγόντων για οποιοδήποτε ποσό πλήρωσαν προς αποκατάστασή τους. Οι Εναγόμενοι αρνούνται επίσης ότι ενήργησαν καθ' οιονδήποτε τρόπο παράνομα και κατά παράβαση του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου και Κανονισμών. Στην επιστολή του δικηγόρου των Εναγομένων, ημερομηνίας 26.6.2014, αναφέρθηκε ότι οι Εναγόμενοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό αποδειχθεί ότι αυτοί οφείλουν στους Ενάγοντες. Για τους Εναγόμενους μαρτύρησε η Άννα Κλατσιά, μια εκ των δύο διευθυντών των Εναγομένων (στο εξής «η Μάρτυρας Εναγομένων» ή «ΜΥ»). Αναφέρει ότι, στο αξιούμενο ποσό δεν περιλαμβάνεται μόνο ζημιά προς επιδιόρθωση του ηλεκτρικού κάγκελου του κοινού χώρου στάθμευσης, ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, αλλά και ποσό €750 για επιδιόρθωση του αντλιοστασίου λυμάτων στην κοινόκτητη οικοδομή και ποσό €400 για κατασκευή κάγκελου στην είσοδο του parking. Αναφέρει ότι αυτές οι τελευταίες αξιώσεις δεν περιλαμβάνονται ή δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων και έτσι εισηγείται ότι πρέπει να αποκλειστούν από τα επίδικα θέματα. Ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι καλούνται να πληρώσουν το κόστος για όλες τις εργασίες που η Διαχειριστική Επιτροπή διεξήγαγε στην πολυκατοικία και όχι μόνο για την επιδιόρθωση του ηλεκτρικού κάγκελου στο οποίο οι Εναγόμενοι, εν πάση περιπτώσει, αρνούνται ότι προκάλεσαν ζημιές. Ούτε προσφέρθηκαν ποτέ οι Εναγόμενοι να επιδιορθώσουν τις ζημιές αυτές. Ποτέ δεν κλήθηκαν οι Εναγόμενοι στη συνέλευση της Διαχειριστικής Επιτροπής ημερομηνίας 25.8.2013, στην οποία τηρήθηκαν τα πρακτικά που επισυνάπτονται ως μέρος του Τεκμήριου Εναγόντων Η[1]. Καμία πλευρά δεν καταχώρισε αίτηση προς αντεξέταση του μάρτυρα της άλλης πλευράς, ως ρητά επιτρέπεται από τη Διαταγή 30, Θ. 7 ως τροποποιήθηκε. Γ. Κρίση επί της μαρτυρίας και νομική πτυχή Στην απουσία ζωντανής μαρτυρίας των μαρτύρων κάθε πλευράς ενώπιον του Δικαστηρίου, η κρίση επί των εκατέρωθεν θέσεων, δεν δύναται να περιλαμβάνει την οποιαδήποτε εντύπωση που το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποκομίσει από την προφορική μαρτυρία κάθε μάρτυρα. Έτσι, η κρίση του Δικαστηρίου, περιορίζεται στην αντιπαραβολή των θέσεων κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας

(2001)2 Α.Α.Δ., σελ. 506, υποδεικνύεται ότι, η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Η δύναμη, επομένως και η πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από κάθε πλευρά, κρινόμενη αντικειμενικά και στην όψη της, αλλά και κατ' αντιπαραβολή με το σύνολο της λοιπής μαρτυρίας, ή της απουσίας αυτής, είναι οι πλέον καθοριστικοί παράγοντες στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων κάθε πλευράς. Σε αυτή μου την κρίση είχα υπόψη μου και τα όσα αναφέρθηκαν στις ικανές γραπτές αγορεύσεις που κατατέθηκαν εκ των συνηγόρων των μερών. Πριν, όμως, απαιτηθεί κρίση του Δικαστηρίου επί της δοθείσας από τα μέρη μαρτυρίας, είναι πρόσφορο να αποφασιστεί ποια από τα θέματα που εγείρονται με τη μαρτυρία είναι δικογραφημένα και ποια όχι. Ακολούθως είναι πρόσφορο η μαρτυρία, λεπτομέρειες της οποίας θα έπρεπε να είχαν δικογραφηθεί αλλά δεν δικογραφούνται, να αποκλειστεί. Και ακολούθως, να αποφασιστεί εάν στη βάση της δικογραφημένης εκ των Εναγόντων μαρτυρίας, στο βαθμό που αυτή δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους και το αντίστροφο, μπορεί η υπόθεση να κριθεί, χωρίς αξιολόγηση των όσων προκύπτουν ως αμφισβητούμενα θέματα μέσα από τη μαρτυρία των δύο πλευρών. Εάν όχι, τότε μόνο θα απαιτηθεί από το Δικαστήριο κρίση επί των αντικρουόμενων ισχυρισμών των μερών. Επαναλαμβάνεται στο σημείο αυτό ότι, το μόνο αμφισβητούμενο θέμα μεταξύ των μερών στην παρούσα αγωγή είναι, κατόπιν της πληρωμής από τους Εναγόμενους των €540 που αξιώνονταν ως κοινόχρηστα έξοδα μετά την καταχώριση της αγωγής, ποσό εκ €2.326,45σεντ. Το ποσό αυτό το αμφισβητούν οι Εναγόμενοι τόσο ως προς το ύψος του, όσο και ως προς ότι δεν ευθύνονται αυτοί για τις ζημιές που απαιτήθηκε να επιδιορθωθούν. Δεν αμφισβητούν όμως οι Εναγόμενοι ότι οι Ενάγοντες κατέβαλαν το ποσό αυτό για σκοπούς συντήρησης και επιδιόρθωσης ζημιών στην κοινόκτητη οικοδομή. Είναι γεγονός, ως η εισήγηση της ΜΥ ότι, στο αξιούμενο δια της αγωγής ποσό δεν περιλαμβάνεται μόνο ποσό για την επιδιόρθωση του ηλεκτρικού κάγκελου του κοινού χώρου στάθμευσης ως η δικογράφηση της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά και ποσά για, αφενός επιδιόρθωση ενός αντλιοστασίου λυμάτων και αφετέρου κατασκευή κάγκελου στην είσοδο του parking της επίδικης πολυκατοικίας. Οι εν λόγω αξιώσεις δε δικογραφούνται και έτσι δε δύνανται να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, ως η εισήγηση των Εναγομένων. Έχει επανειλημμένα νομολογηθεί ότι τα δικόγραφα στοιχειοθετούν τα επίδικα θέματα και καθορίζουν τις παραμέτρους της δίκης (βλ., μεταξύ άλλων, Sevegep Ltd. v. United Sea Transport
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, 732· Safarino v. Σταυρινού
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063· Takis P. Markides Ltd v. Γεν. Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, 1431· Παναγή ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 1107· Κυθρεώτης κ.ά. ν. Μιχαηλίδη Milington-Ward
(2001)1 Α.Α.Δ. 1480). Το μόνο, επομένως, που παραμένει ως αξιούμενο εκ των Εναγόντων ποσό, βάσει των όσων αναφέρονται στο ΤΕ Γ, είναι το ποσό των €755, πλέον το αναλογούν σε αυτό Φ.Π.Α., που δαπανήθηκε από τους Ενάγοντες για την επιδιόρθωση του ηλεκτρικού συρόμενου κάγκελου της επίδικης πολυκατοικίας. Φαίνεται στο ΤΕ Γ ότι το ποσό των €755 αποτελείται από τα εξής υποποσά: Επανατοποθέτηση σωλήνων και ηλεκτρικών καλωδίων €150,00 Μετατροπή receiver και επιδιόρθωση ηλεκτρικού μηχανισμού κάγκελου €200,00 Ένα μάτι (διακόπτης ασφαλείας) € 75,00 Επιδιόρθωση οδηγού κάγκελου € 50,00 Ένα στυλό (στόπερ κάγκελου) 100 Χ 100 Χ 900 € 80,00 Επανεγκατάσταση μηχανισμού κάγκελου €200,00 ------------ Σύνολο €755,00 Προκύπτει βάσει των πιο πάνω ότι, το συνολικό ποσό των €755 είναι αρκούντως τεκμηριωμένο. Απομένει προς απάντηση, όμως, το προγενέστερο ερώτημα του κατά πόσο οι Εναγόμενοι οφείλουν το συγκεκριμένο ποσό στους Ενάγοντες. Το ερώτημα αυτό μπορεί να υποδιαιρεθεί σε δύο υποερωτήματα: Απέδειξαν οι Ενάγοντες: (α) ότι δικαιούνται νομικά στην ανάκτηση του συγκεκριμένου ποσού από τους Εναγόμενους και (β) με την προσκόμιση ικανής μαρτυρίας ότι οι ζημιές οι οποίες επιδιορθώθηκαν με δική τους δαπάνη προς €755 προκλήθηκαν από τους Εναγόμενους; Όσον αφορά στο (α) πιο πάνω ερώτημα, βάσει του άρθρου 38ΚΣΤ του Κεφ. 224[2], η διαχειριστική επιτροπή κάθε κοινόκτητης οικοδομής, ενεργώντας από μέρους και για λογαριασμό των κυρίων των μονάδων αυτής, έχει δικαίωμα να ενάγει και να ενάγεται σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα αφορά στην κοινόκτητη οικοδομή, αλλά και ειδικότερα σε σχέση με οποιεσδήποτε ζημιές ή βλάβες προκλήθηκαν στην κοινόκτητη οικοδομή από οποιοδήποτε πρόσωπο, ασχέτως εάν αυτό είναι κύριος μονάδος ή όχι, αλλά και να συνάπτει συμβάσεις αναφορικά με οποιοδήποτε ζήτημα που άπτεται της συντήρησης και διαχείρισης της κοινόκτητης οικοδομής. Βάσει του άρθρου 38ΚΖ
(1)(β) και (γ)[3] οποιαδήποτε διαχειριστική επιτροπή έχει καθήκον να διατηρεί σε καλή κατάσταση και λειτουργικότητα και να συντηρεί την κοινόκτητη οικοδομή. Στην Ταλιάνου v. Διαχειριστική Επιτροπή Belmar Complex
(2002)1 Α.Α.Δ. 102, αποφασίστηκε ότι, σύμφωνα με άρθρο 38 ΚΗ
(1)(δ) του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ. 224, ανάμεσα στις εξουσίες οποιασδήποτε διαχειριστικής επιτροπής είναι η ανάκτηση με αγωγή από κύριο μονάδας οποιουδήποτε ποσού χρημάτων που δαπανήθηκε σε σχέση με τις κοινόκτητες οικοδομές. Είναι, επομένως, προφανές από τα πιο πάνω ότι, όχι μόνο οι Ενάγοντες δικαιούνται στην έγερση και προώθηση της παρούσας αγωγής με απώτερο σκοπό την είσπραξη ποσών που οι ίδιοι κατέβαλαν προς αποκατάσταση ζημιών που προκάλεσαν οι Εναγόμενοι στην κοινόκτητη οικοδομή, ως κύριοι μονάδος στην εν λόγω οικοδομή, αλλά έχουν και υποχρέωση στη συντήρηση και διατήρηση σε καλή κατάσταση της κοινόκτητης οικοδομής, προς όφελος όλων των κυρίων μονάδων αυτής και βάσει του άρθρου 38ΚΣΤ
(1)του εν λόγω Νόμου. Όσον αφορά στο (α) πιο πάνω ερώτημα, καθοδηγούμαι από τη Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, στη σελ. 1868, στην οποία λέχθηκαν τα εξής σημαντικά ως προς το βάρος απόδειξης που φέρει ο Ενάγων σε κάθε αστική υπόθεση, τα οποία και υιοθετήθηκαν σε σωρεία μεταγενέστερης νομολογίας, μεταξύ άλλων, στην Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή κ.ά.
(2010)1Β Α.Α.Δ 1295: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).» Ο κάθε διάδικος οφείλει βεβαίως να παρουσιάσει μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του. Παράλειψη προσκόμισης τέτοιας μαρτυρίας μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε εξαγωγή σχετικών συμπερασμάτων. Πρέπει να αναφέρω ότι, σε αναζήτηση στοιχείων ή θέσεων ή ισχυρισμών που θα προσέδιδαν βαρύτητα στη μία ή στην άλλη εκδοχή, διεξήλθα και των επιστολών που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια Εναγόντων Ε μέχρι και Η, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τους Εναγόμενους. Τέτοια στοιχεία δεν ανευρέθηκαν. Οι Ενάγοντες επιμένουν σε δήλωση ότι οι Εναγόμενοι φταίνε για τη ζημιά που τελικά οι ίδιοι επωμίστηκαν και οι Εναγόμενοι επιμένουν να αρνούνται αυτό. Ουδέν περαιτέρω. Κρίνω, συνεπώς, ότι, οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν με επαρκή και ικανή μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι ευθύνονται για τις ζημιές στην κοινόκτητη οικοδομή που οι Ενάγοντες αναγκάστηκαν να πληρώσουν. Ενώ δηλαδή οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι για τις εν λόγω ζημιές, οι Ενάγοντες δεν προσκόμισαν την απαραίτητη μαρτυρία ώστε να αποδείξουν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων τον ισχυρισμό τους περί του αντιθέτου. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους των Εναγόντων οι οποίοι δεν καταχώρισαν αίτηση για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας εκ μέρους των Εναγομένων και έτσι, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί τους, παρέμειναν μέχρι τέλους ως απλοί ισχυρισμοί, χωρίς να αποδειχθούν στο απαιτούμενο επίπεδο. Πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι απαιτείται προσκόμιση μαρτυρίας προς απόδειξη αντικρουόμενων ισχυρισμών. Ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του με ικανή και αποδεκτή μαρτυρία. Στην απόφαση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. σελ. 309, το Εφετείο διαπίστωσε ότι υπήρχαν σε ενδιάμεση αίτηση αντικρουόμενοι ισχυρισμοί και ανέφερε ως εξής: «Όπως εξηγείται στην Krashias (ανωτέρω), και επαναλαμβάνεται στη Louis Vuitton ν. Δερμοσάκ Λίμιτεδ και Άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 όπου διαπιστώνεται διαφωνία ως προς τα γεγονότα σε διαδικασία όπως η παρούσα βάσει της Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εναπόκειται στο φέροντα το βάρος της απόδειξης να αποδείξει τα αμφισβητούμενα γεγονότα με προφορική μαρτυρία κατά την δίκη.» Πόσο μάλλον σε αγωγή, όπου το Δικαστήριο θα διαγνώσει τελικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων. Η Αιτήτρια που έχει το βάρος απόδειξης εν προκειμένω, απέτυχε να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων τον ισχυρισμό της ότι οι Εναγόμενοι είναι υπαίτιοι για την ζημιά που προκλήθηκε στο ηλεκτρικό συρόμενο κάγκελο της κοινόκτητης οικοδομής. Οφείλω σε αυτό το σημείο να αναφέρω ότι υπήρξε ισχυρισμός εκ της συνηγόρου των Εναγόντων, ο οποίος προωθήθηκε κατά την τελική αγόρευσή της στο Δικαστήριο ότι, η διαδικασία για εκδίκαση των υποθέσεων ταχείας εκδίκασης με ολοκληρωτικά γραπτές μαρτυρίες στη βάσει της Δ.30 ως τροποποιήθηκε, είναι αντισυνταγματική διότι προσκρούει στο συνταγματικό δικαίωμα δίκαιης δίκης, ως κατοχυρώνεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος. Οι αρχές βάσει των οποίων αποφασίζεται παρεμπιπτόντως η συνταγματικότητα οποιουδήποτε Νόμου έχουν τεθεί σε σωρεία νομολογίας (βλ. Board of Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640, The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ v. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252 και Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441). Συνοψίζονται δε, στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.ά. v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 335 ως ακολούθως: «
  1. Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμία νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
  2. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
  3. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
  4. Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί των ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.» Το βάρος απόδειξης ότι πρόνοια του νόμου είναι αντισυνταγματική το φέρει ο διάδικος που εγείρει τον εν λόγω ισχυρισμό, ο οποίος πρέπει να τον αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. επίσης Νικολάου v. Βασιλείου
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1566 και Πιτσιλλίδης κ.ά. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7). Επίσης στην Κακούρη v. Έπαρχου Αμμοχώστου
(2004)1 Α Α.Α.Δ. 8 αναφέρθηκε ότι απαιτείται ο επακριβής προσδιορισμός του τιθέμενου ζητήματος της αντισυνταγματικότητας του νόμου, με αναφορά στα άρθρα της συγκεκριμένης διάταξης στα οποία προσκρούει. Δεν μπορεί τέτοιος ισχυρισμός να εγείρεται είτε περιστασιακά είτε παρεμπιπτόντως. Πρέπει να εγείρεται στο ενωρίτερο δυνατό στάδιο και να υποστηρίζεται με σαφήνεια και την απαιτούμενη συγκεκριμενοποίηση. Η συνήγορος για τους Ενάγοντες, ποτέ πριν την τελική της προφορική αγόρευση ενώπιον του Δικαστηρίου, ήγειρε αυτό το θέμα. Ούτε παρέπεμψε σε συγκεκριμένες αυθεντίες, ούτε και συγκεκριμενοποίησε αρκούντως τον ισχυρισμό της, ως απαιτείται σε περιπτώσεις όπου εγείρεται θέμα αντισυνταγματικότητας, ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να τον εξετάσει με την ενδελέχεια που του αρμόζει. Ούτε βεβαίως και με αυτά τα δεδομένα, απεδείχθη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η διαταγή 30, ως τροποποιήθηκε, είναι αντισυνταγματική. Επίσης, με δεδομένο ότι η αγωγή αποφασίστηκε επί της ουσίας της ως πιο πάνω, δεν κρίνω επιβεβλημένο να εξεταστεί ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας, εφόσον τέτοιοι ισχυρισμοί αποφασίζονται πάντα τελευταίοι από το Δικαστήριο και μόνο εάν δεν υπάρχει άλλος τρόπος να κριθεί η υπόθεση. Δ. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες δεν παρέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ικανή και θετική μαρτυρία ώστε να ικανοποιήσουν το νομικό πρωταρχικό βάρος που είχαν στους ώμους τους σε σχέση με την αξίωσή τους («legal burden of proof»). Έτσι, δεν απαιτείται το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε συζήτηση ως προς το εάν η Υπεράσπιση απέδειξε τους δικούς της ισχυρισμούς προς αντίκρουση της προσκομισθείσας από τους Ενάγοντες μαρτυρίας («evidential burden of proof»). Ως εξ' όλων των πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων, ως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Τα Τεκμήρια που επισυνάπτονται στη μαρτυρία των Εναγόντων θα αναφέρονται στο εξής ως Τεκμήρια Εναγόντων ή Τ.Ε. ακολουθούμενα από τη σχετική αρίθμηση (λ.χ. Τ.Ε. Α). Αντιστοίχως, τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στη μαρτυρία των Εναγομένων θα αναφέρονται στο εξής ως Τεκμήρια Υπεράσπισης ή Τ.Υ. ακολουθούμενα από τη σχετική αρίθμηση (λ.χ. Τ.Υ. 1). [2] 38ΚΣΤ.-
(1)Η Διαχειριστική Επιτροπή θα ενεργεί από μέρους και για λογαριασμό των κυρίων των μονάδων, θα είναι υπεύθυνη για την επιβολή των Κανονισμών, θα έχει τις εξουσίες και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται από ή δυνάμει του Μέρους αυτού ή των Κανονισμών και θα ασκεί τις εξουσίες και θα εκτελεί τα καθήκοντα που καθορίζονται από ή δυνάμει αυτών.
(2)Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα του εδαφίου
(1), η Διαχειριστική Επιτροπή μπορεί- (α) Να ενάγει και ενάγεται σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά την κοινόκτητη ιδιοκτησία ή την κοινόκτητη οικοδομή. (β) να ενάγει για και σε σχέση με οποιεσδήποτε ζημιές ή βλάβες που προκλήθηκαν στην κοινόκτητη ιδιοκτησία από οποιοδήποτε πρόσωπο, ανεξάρτητα από το αν το πρόσωπο αυτό είναι κύριος μονάδας ή όχι. (γ) να συνάπτει συμβάσεις σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά τη συντήρηση και διαχείριση της κοινόκτητης οικοδομής. (δ) να ενάγει και ενάγεται σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου αυτού ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού [3] 38ΚΖ.-
(1)Η Διαχειριστική Επιτροπή έχει, μεταξύ άλλων υποχρέωση- (α) Να ελέγχει, λειτουργεί, διαχειρίζεται και διευθύνει την κοινόκτητη ιδιοκτησία και να προβαίνει σε κάθε πράξη που είναι αναγκαία για την επιβολή των Κανονισμών και τον έλεγχο, λειτουργία, διαχείριση και διεύθυνση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και για τη διασφάλιση των υπηρεσιών που καθορίζονται από ή δυνάμει του Μέρους αυτού ή των Κανονισμών · (β) να διατηρεί σε καλή κατάσταση και λειτουργικότητα και να συντηρεί την κοινόκτητη ιδιοκτησία και τέτοια άλλα τμήματα της κοινόκτητης οικοδομής και των βελτιώσεων συστατικών και προσαρτημάτων, όπως θα ανατεθεί σ' αυτή από ή δυνάμει του Μέρους αυτού ή των Κανονισμών · (γ) να εκτελεί τα καθήκοντα που επιβάλλονται σ' αυτή από ή δυνάμει του Μέρους αυτού ή των Κανονισμών [....] cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.