← Κύπρος

Kounounas Constractions Limited κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Αριθμός Αίτησης-Έφεσης : 172/16, 10/1/2017

Kounounas Constractions Limited κ.α. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Αριθμός Αίτησης-Έφεσης : 172/16, 10/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A2 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αίτησης-Έφεσης : 172/16 Επί τοις αφορώσιν τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965 όπως τροποποιήθηκε και Νόμο 142 (Ι) /2014 και Επί τοις αφορώσιν την Αίτηση των :-

  1. Kounounas Constractions Limited
  2. Χριστοφή Κούνουνα
  3. Χριστοφή Κούνουνα ως Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Στέλλας Κούνουνα Αιτητών - Εφεσειόντων και Alpha Bank Cyprus Ltd Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη Ημερομηνία Έκδοσης της Απόφασης :- Τρίτη 10η Ιανουαρίου 2017 Για τους Αιτητές - Εφεσείοντες :- κα. Ευσταθία - Μαρία Πουλλά προσωπικά και για κα. Ειρήνη-Χρύσω Πουλλά Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Κατερίνα Χατζηχαραλάμπους Για την Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη :- κα. Αθανασία Μιχαήλ για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία Τελική Απόφαση 1 Υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/10/2016 (στο εξής θα καλείται η «ενδιάμεση απόφαση») κρίθηκε πως η υπό εξέταση έφεση αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας διατηρώντας υπόψη την επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων, δηλαδή την Αίτηση-Έφεση 146/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου η οποία είχε καταχωρηθεί στις 29/6/2016 και της οποίας η εκδίκαση εκκρεμούσε κατά την ημερομηνία έκδοσης της ενδιάμεσης απόφασης (στο εξής θα καλείται η «προγενέστερη διαδικασία»). 2 Κρίθηκε όμως ορθότερο και πιο δίκαιο αντί να απορριφθεί αυτή η έφεση εξαιτίας της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας η οποία είχε διαπιστωθεί από το Δικαστήριο όπως αυτή ανασταλεί με την έκδοση σχετικού διατάγματος αναστολής της εκδίκασης της και έκδοσης τελικής απόφασης μέχρι και την εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης στην προγενέστερη διαδικασία. Απόφαση η οποία επιφυλάχθηκε στις 10/11/2016 και στη συνέχεια εκδόθηκε στις 8/12/
  4. 3 Μετά και από την έκδοση της απόφασης στην προγενέστερη διαδικασία δόθηκε η ευκαιρία στους δικηγόρους των διαδίκων να προσθέσουν, εάν επιθυμούσαν, οτιδήποτε σχετικό έχοντας υπόψη και την έκδοση αυτής της απόφασης. Εν τέλει, παρά και την υποβολή σχετικών αιτημάτων αναβολής από τους δικηγόρους των εφεσειόντων, η απόφαση αυτή επιφυλάχθηκε στις 16/12/2016 δίχως οι δικηγόροι των διαδίκων να είχαν προσθέσει οτιδήποτε στην όση επιχειρηματολογία είχαν ήδη θέσει υπόψη του Δικαστηρίου στις 10/10/2016 κατά την επιφύλαξη της ενδιάμεσης απόφασης η οποία δόθηκε στις 19/10/2016 και με την οποία εκδόθηκε το προαναφερόμενο διάταγμα αναστολής. 4 Συνεπώς, για σκοπούς έκδοσης αυτή της απόφασης το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του την όση επιχειρηματολογία οι διάδικοι παρουσίασαν προς υποστήριξη των θέσεων τους στις 10/10/2016 σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της έφεσης και ένστασης και των ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη αυτών, παράλληλα διατηρώντας υπόψη και την προαναφερόμενη ιδιάζουσα πτυχή αυτής της έφεσης. Έχοντας υπόψη δηλαδή όχι μόνο την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης αλλά πλέον και την έκδοση της τελικής απόφασης στην προγενέστερη διαδικασία. 5 Το περιεχόμενο αυτών των δύο αποφάσεων αναμφίβολα λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την έκδοση αυτής της απόφασης, ενώ έτσι ώστε να παρέχεται η ευχέρεια ορθής αντίληψης της αιτιολόγησης αυτής της απόφασης θα πρέπει ο αναγνώστης να διατηρεί υπόψη του και αυτό το άρρηκτα συνδεδεμένο περιεχόμενο. Ουσιαστικά το έργο του Δικαστηρίου σε αυτή την απόφαση περιορίζεται σε εξέταση θεμάτων τα οποία είναι δυνατό να κριθούν ως εναπομείναντα θέματα μετά και από την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης και την ολοκλήρωση της προγενέστερης διαδικασίας. Στο βαθμό βεβαίως στον οποίο αυτά εγείρονται με τις αιτούμενες θεραπείες σε αυτή την έφεση οι οποίες παρατίθενται σε τέσσερεις παραγράφους. 6 Οι βασικές θεραπείες οι οποίες ζητούνται από τους εφεσείοντες είναι διατάγματα με τα οποία να κρίνονται ως «...παράνομες, παράτυπες και/ή ελλιπείς και ως εκ τούτου άκυρες, ανίσχυρες και άνευ εννόμου αποτελέσματος...» οι εκτιμήσεις οι οποίες ετοιμάστηκαν κατόπιν οδηγιών και για λογαριασμό του ενυπόθηκου δανειστή, δηλαδή της εφεσίβλητης (στο εξής θα καλούνται οι «επίδικες εκτιμήσεις»). Ουσιαστικά από την επιτυχή έκβαση αυτών των θεραπειών (παράγραφοι Α και Β) επιδιώκεται και η ανάλογη θεμελίωση και στοιχειοθέτηση και των υπόλοιπων θεραπειών (παράγραφοι Γ και Δ). 7 Ζητείται επίσης ως θεραπεία (παράγραφος Γ) διάταγμα με το οποίο να καθορίζεται η αγοραία αξία των ενυπόθηκων ακινήτων σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των εκτιμητών τους οποίους διόρισε ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης (δηλαδή, ο εφεσείων 2). Αναφορικά με αυτό το μέρος του αιτήματος το Δικαστήριο αποδέχεται ως βάσιμο το πρώτο μέρος του όγδοου λόγου ένστασης σύμφωνα με το οποίο δεν υπάρχει νομική βάση στο Μέρος VIA των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 εώς (Αρ. 11) του 2015 (στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος») έτσι ώστε να προβλέπεται και σχετική εξουσία του Δικαστηρίου για καθορισμό της αγοραίας αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων μέσω δικαστικού διατάγματος. Μάλιστα θα αντιστρατευόταν το όλο πνεύμα αλλά και το γράμμα του σχετικού Νόμου, ιδιαίτερα δε του άρθρου 44Δ, εάν το Δικαστήριο αποδεχόταν ως υπαρκτή τη δυνατότητα άσκησης τέτοιας εξουσίας εντός του πλαισίου της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή σύμφωνα με το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου. 8 Το Δικαστήριο κρίνει ως βάσιμο επίσης και το δεύτερο μέρος του όγδοου λόγου ένστασης ως προς το ότι δηλαδή όχι μόνο δεν παρατίθεται στη νομική βάση της έφεσης αλλά όντως δεν υπάρχει καν η απαραίτητη νομική βάση στο σχετικό Νόμο επί της οποίας να προβλέπεται ρητά πως το Δικαστήριο έχει την εξουσία έκδοσης διατάγματος με το οποίο να κηρύσσονται ως άκυρες οι επίδικες εκτιμήσεις. Όμως παρά και τη διαπίστωση αυτή το Δικαστήριο προτίθεται να εξετάσει και τα προτεινόμενα στοιχεία βάσει των οποίων οι εφεσείοντες καλούν το Δικαστήριο να ασκήσει τέτοια ήδη κρινόμενη από το ίδιο ως νομοθετικά ανύπαρκτη εξουσία. Η εξέταση αυτή δεν μπορεί παρά να έχει σχέση κυρίως με τη διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 44Δ του σχετικού Νόμου. 9 Παρά και την κρινόμενη ανυπαρξία νομοθετικά προβλεπόμενης εξουσίας έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει ορθό και δίκαιο να εξεταστεί το θέμα το οποίο εγείρεται είναι ο εξής. Ουσιαστικά γενικά όταν ένας Νόμος παρέχει δικαίωμα αμφισβήτησης της νομιμότητας ή βασιμότητας της διεξαγωγής μίας διαδικασίας ή μέρους αυτής και η οποία διαδικασία καθορίζεται από το συγκεκριμένο Νόμο τότε εύλογα αναμένεται να υπάρχει και η δυνατότητα απόδοσης θεραπείας από το Δικαστήριο στο οποίο ένας διάδικος έχει το δικαίωμα να προσφύγει. Παραδείγματος χάριν, σε αυτή την έφεση σε περίπτωση αποδοχής της βασιμότητας της το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξέταζε το ενδεχόμενο της δυνατότητας έκδοσης διατάγματος παραμερισμού της όλης διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων με πλειστηριασμό. 10 Γενικά επί του θέματος απόδοσης θεραπείας όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη ενός δικαιώματος αναφέρει σχετικά ο Έντιμος Δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου Πικής Π. στη σελίδα 568 της απόφασης Γιάλλουρος ν. Νικολάου

(2001)1Α Α. Α. Δ. 558 πως καμία «...εξασφάλιση δικαιωμάτων δεν είναι αποτελεσματική εάν δεν παρέχει τα μέσα για δικαστική προστασία με τις καθιερωμένες θεραπείες του δικαίου». Ενώ στις σελίδες 567 έως και 568 της ίδιας απόφασης αναφέρει πως οι «...θεραπείες που μπορεί να χορηγηθούν στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων περιλαμβάνουν αποζημιώσεις προς αποκατάσταση τρωθέντων δικαιωμάτων, επανόρθωση προκληθείσας βλάβης, απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα και θεραπείες παρεμφερείς προς αυτές». Βεβαίως στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση αυτό το οποίο εξετάζεται δεν είναι παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος όπως και στην περίπτωση της απόφασης Γιάλλουρος ν. Νικολάου αλλά ουσιαστικά το ερώτημα κατά πόσο ορθά τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία σε σχέση με την ετοιμασία των επίδικων εκτιμήσεων. Όπως βεβαίως το όλο θέμα έχει τεθεί στην έφεση περιορίζοντας κατ΄ επέκταση το έργο του Δικαστηρίου σύμφωνα και με τη διατύπωση των αιτούμενων θεραπειών και τη μαρτυρία προς υποστήριξη της έφεσης. 11 Επομένως, παρά και την απουσία ρητής πρόνοιας βάσει της οποίας να παρέχεται η εξουσία έκδοσης διατάγματος με το οποίο να κρίνονται ως «...παράνομες, παράτυπες και/ή ελλιπείς και ως εκ τούτου άκυρες, ανίσχυρες και άνευ εννόμου αποτελέσματος...» οι επίδικες εκτιμήσεις εντούτοις η έφεση έχει ασκηθεί σε σχέση με το Δελτίο Α και όπως έχει ήδη κριθεί στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 19/10/2016 ο σχετικός Νόμος παρέχει τη δυνατότητα καταχώρισης έφεσης και σε σχέση με το Δελτίο Α το οποίο αποτελεί ειδοποίηση πλειστηριασμού (σχετικές είναι οι παράγραφοι [55] έως και [72] της ενδιάμεσης απόφασης εντός των οποίων εξετάζεται και απορρίπτεται ο τρίτος λόγος ένστασης). 12 Βεβαίως η αναγνώριση αυτής της δυνατότητας δεν οδηγεί από μόνη της σε αποδοχή και της έφεσης καθότι θα πρέπει οι εφεσείοντες να αναδείξουν πως ακριβώς επηρεάζονται τα έννομα τους συμφέροντα από την ειδοποίηση σε σχέση με την οποία έχουν καταχωρίσει έφεση, δηλαδή τις ειδοποιήσεις πλειστηριασμού Τύπου Δελτίου Α (στο εξής θα καλούνται οι «ειδοποιήσεις πλειστηριασμού»). 13 Συγκεκριμένα, όπως αυτό γίνεται αντιληπτό, το δικαίωμα το οποίο παρέχεται από το άρθρο 44ΙΓ του σχετικού Νόμου για καταχώριση έφεσης για οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη, υφίσταται σε περιπτώσεις όπου παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου από τέτοια ειδοποίηση ή πράξη. Το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται τη συγκεκριμένη γενικής εμβέλειας πρόνοια του σχετικού Νόμου ως μία βασική μεν πρόνοια ως προς τη δημιουργία ενός νομοθετικού μηχανισμού παροχής δικαιώματος της δυνατότητας καταχώρισης έφεσης αλλά επί μίας πραγματικής και όχι μίας θεωρητικής βάσης. Συνεπώς, θα πρέπει ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο απαραίτητα να αναδείξει πως, υπό τις δοσμένες περιστάσεις, όντως έχουν επηρεαστεί και μάλιστα σε βαθμό πρόκλησης ζημιάς σε αυτά, τα έννομα συμφέροντα του και όχι απλά να προτάσσεται θεωρητικά το ενδεχόμενο τέτοιου επηρεασμού. 14 Διατηρώντας βεβαίως ταυτόχρονα υπόψη πως ο σχετικός Νόμος δεν παρέχει μόνο δικαιώματα αλλά επιβάλλει και υποχρεώσεις τόσο στον ενυπόθηκο δανειστή όσο και στον ενυπόθηκο οφειλέτη οι οποίες συνδέονται κυρίως με χρονικές προθεσμίες και τήρηση αυτών έτσι ώστε να διατηρείται και η οποιαδήποτε νομοθετικά προβλεπόμενη δυνατότητα άσκησης δικαιωμάτων βάσει και πάλι του σχετικού Νόμου δίχως να επηρεάζονται αρνητικά τα δικαιώματα του οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου. Θέτοντας το διαφορετικά ο σχετικός Νόμος εμφανώς διακρίνεται από μία προσπάθεια δημιουργίας γενικά μίας σταθερής προβλεψιμότητας ως προς την εφαρμογή και προώθηση της όλης διαδικασίας πώλησης ενός ενυπόθηκου ακινήτου από ενυπόθηκο δανειστή. 15 Η τελική θεραπεία την επιδίκαση της οποίας αιτούνται οι εφεσείοντες είναι διάταγμα του Δικαστηρίου «...με το οποίο να ακυρώνονται και/ή να κηρύσσονται ανίσχυρα τα δύο έγγραφα τα επονομαζόμενα «ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ (ΔΕΛΤΙΟ Α) και η ανακοίνωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού ημ. 4/7/2016...». Βεβαίως και αυτή η θεραπεία έχει ως βάση το κύριο αίτημα των εφεσειόντων σε σχέση με τις επίδικες εκτιμήσεις καθότι όπως επεξηγείται στους λόγους στους οποίους στηρίζεται η έφεση οι ειδοποιήσεις πλειστηριασμού ενέχουν «... το στοιχείο της παρανομίας, παρατυπίας και ελλιπούς εκτίμησης ενόψει των ανωτέρω...». 16 Παρατηρείται απλά πως ακόμη και η αναφορά σε αυτή τη θεραπεία σε καταληκτικό στοιχείο ελλιπούς εκτίμησης παραπέμπει επίσης σε άλλη μία νομοθετικά ανύπαρκτη εξουσία αξιολόγησης από το Δικαστήριο του περιεχομένου ουσιαστικά των όντως νομοθετικά προβλεπόμενων εκτιμήσεων ή ακόμη και συγκριτικής εξέτασης των εκτιμήσεων των δύο πλευρών. Βεβαίως η δικαστική εξουσία δεν παρεμβαίνει στο έργο της νομοθετικής προσθέτοντας πρόνοιες σε νομοθετήματα αλλά εφαρμόζοντας τα όσα όντως προνοούνται σχετικά εντός αυτών. 17 Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το κύριο θέμα το οποίο τίθεται προς εξέταση είναι αυτό των επίδικων εκτιμήσεων και κατά πόσο βεβαίως αυτό είναι λογικά και νομικά ορθό να συνδεθεί με την έφεση η οποία έχει ασκηθεί εναντίον του Δελτίου Α, του τύπου ειδοποίησης δηλαδή σε σχέση με το περιεχόμενο του οποίου έχει ασκηθεί το δικαίωμα των εφεσειόντων για την καταχώρηση αυτής της έφεσης. 18 Ουσιαστικά το μοναδικό συνδετικό στοιχείο με τις επίδικες εκτιμήσεις το οποίο εμπεριέχεται στις ειδοποιήσεις πλειστηριασμού είναι στην κάθε περίπτωση το ποσό της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης το οποίο αναφέρεται επί αυτής. Το οποίο βεβαίως δεν αποτελεί οτιδήποτε άλλο ή περισσότερο από το αποτέλεσμα της διαδικασίας εκτίμησης των ενυπόθηκων ακινήτων η οποία είχε προηγηθεί. Διαδικασία την οποία ο σχετικός Νόμος προνοεί σύμφωνα και με το άρθρο 44Δ. Αυτή είναι η διαδικασία ή ουσιαστικά η εγκυρότητα αυτής της διαδικασίας, η οποία όντως αμφισβητείται από τους εφεσείοντες. Καθότι ουσιαστικά δεν είναι οι ειδοποιήσεις πλειστηριασμού καθαυτές οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τα έννομα συμφέροντα ή δικαιώματα των εφεσειόντων. Εάν δηλαδή ληφθεί υπόψη ότι ο ρόλος των ειδοποιήσεων πλειστηριασμού δεν είναι τίποτε περισσότερο από το να ανακοινωθεί σύμφωνα και με το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου, μετά και από την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκτίμησης των ενυπόθηκων ακινήτων, η πώληση, μετά από αίτηση της εφεσίβλητης, των ενυπόθηκων ακινήτων σε δημοπρασία με λεπτομέρειες τόσο του χώρου όσο και την ημερομηνία και ώρα της δημοπρασίας αλλά επιπλέον και περιγραφή της ακίνητης ιδιοκτησίας προς πώληση και το ποσό της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης. Ενημερώνεται επίσης ο οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος ως προς τον τρόπο παράδοσης γραπτών προσφορών. 19 Ο οποιοσδήποτε πιθανός επηρεασμός των έννομων συμφερόντων των εφεσειόντων, όπως οι ίδιοι το θέτουν με την έφεση τους, δεν συνδέεται ουσιαστικά με το γεγονός της δημοπρασίας, το οποίο ανακοινώνεται με το Δελτίο Α, αλλά της προηγηθείσας διαδικασίας εκτίμησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Θέτοντας το πιο απλά η διαδικασία εκτίμησης ενυπόθηκου ακινήτου βάσει και του άρθρου 44Δ του σχετικού Νόμου είναι ξεχωριστή από τη διαδικασία πώλησης ακινήτου με πλειστηριασμό βάσει και του άρθρου 44Ζ του σχετικού Νόμου. Διατηρώντας υπόψη απλά και μόνο αυτή τη διαφορετικότητα μεταξύ των δύο διαδικασιών καθίσταται εμφανές πως, όπως οι ίδιοι οι εφεσείοντες προβάλλουν τις θέσεις τους σε σχέση με τις επίδικες εκτιμήσεις, αυτό το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι πως δεν είναι δυνατό να κριθεί πως τα έννομα συμφέροντα τους επηρεάζονται άμεσα από τις ειδοποιήσεις πλειστηριασμού οι οποίες απλά ανακοινώνουν τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αλλά από την προηγηθείσα διαδικασία εκτίμησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Διαδικασία η οποία βεβαίως έχει οδηγήσει και στην εξεύρεση και καθορισμό του ποσού της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης η οποία απλά αναφέρεται στις ειδοποιήσεις πλειστηριασμού. 20 Συνεπώς, εκ πρώτης όψεως είναι πραγματικά αμφίβολο, εφόσον δεν είναι οι ειδοποιήσεις πλειστηριασμού οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τα έννομα συμφέροντα των εφεσειόντων, κατά πόσο παρέχεται η δυνατότητα επιδίκασης κάποιας από τις αιτούμενες θεραπείες και η οποία να βασίζεται σε εκείνο το μέρος της διαδικασίας πώλησης με πλειστηριασμό στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η έκδοση και επίδοση των ειδοποιήσεων πλειστηριασμού. 21 Εντούτοις το Δικαστήριο, διατηρώντας υπόψη μία συνολική εικόνα και σφαιρική αντίληψη της διαδικασίας πώλησης σύμφωνα με το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου, παρά και το μεταγενέστερο στάδιο έκδοσης των ειδοποιήσεων πλειστηριασμού και λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτές αποτελούν και τον αμέσως επόμενο προβλεπόμενο τύπο ειδοποίησης - δίχως δηλαδή να προηγείται η έκδοση οποιασδήποτε άλλης ειδοποίησης - θεωρεί πως θα πρέπει να εξεταστεί το βασικό μέρος της έφεσης το οποίο έχει σχέση με τη διαδικασία εκτίμησης των ενυπόθηκων ακινήτων. 22 Εάν και εφόσον κριθεί ότι το αίτημα των εφεσειόντων ευσταθεί ως προς αυτό το μέρος τότε και μόνο θα είναι αναγκαίο να εξεταστεί το ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείται η επιδίκαση οποιασδήποτε από τις αιτούμενες θεραπείες αφού πρώτα ληφθεί υπόψη ότι η έφεση θεμελιώνεται τόσο ως προς τη διαδικαστική της πτυχή, δηλαδή την εμπρόθεσμη καταχώρηση της, όσο και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, στο γεγονός ότι καταχωρήθηκε σε σχέση με τις ειδοποιήσεις πλειστηριασμού, δηλαδή το Δελτίο Α στην κάθε περίπτωση. 23 Σύμφωνα και με τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί οι ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΒ» επιδόθηκαν στους εφεσείοντες στις 30/5/2016. Σαφώς με αυτές τις ειδοποιήσεις, σύμφωνα και με το εδάφιο
(2)του άρθρου 44Δ του σχετικού Νόμου αλλά και το περιεχόμενο του προβλεπόμενου Τύπου «ΙΒ», η εφεσίβλητη κάλεσε τους εφεσείοντες όπως εντός δέκα ημερών διορίσουν εκτιμητή με σκοπό τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων και όπως ενημερώσουν την εφεσίβλητη αναφορικά με τα στοιχεία και ταυτότητα του εκτιμητή τους. Όπως αναφέρεται και στην πρώτη επιφύλαξη του εδαφίου
(2)ο ενυπόθηκος οφειλέτης ενημερώνει τον ενυπόθηκο δανειστή για την ταυτότητα του εκτιμητή που διόρισε πριν από τη λήξη της προθεσμίας των δέκα ημερών έτσι ώστε ο ενυπόθηκος δανειστής να καταστεί δυνατό να διορίσει τον εκτιμητή του. 24 Όφειλαν δηλαδή οι εφεσείοντες εντός αυτής της χρονικής περιόδου να είχαν ενημερώσει την εφεσίβλητη αναφορικά με το διορισμό εκτιμητή. Όπως αναφέρεται στη δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου
(2)σε περίπτωση κατά την οποία ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν έχει προβεί στο διορισμό εκτιμητή εντός της καθορισμένης προθεσμίας (δηλαδή, των δέκα ημερών) τότε ο ενυπόθηκος δανειστής προχωρεί στο διορισμό δύο εκτιμητών για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου. Σαφώς διευκρινίζεται και στον προβλεπόμενο Τύπο «ΙΒ» πως σε περίπτωση παράλειψης διορισμού εκτιμητή από τους εφεσείοντες εντός της προθεσμίας των δέκα ημερών τότε η εφεσίβλητη θα προχωρούσε στο διορισμό νέου εκτιμητή. 25 Επί αυτού του τελευταίου θέματος υπάρχει διάσταση θέσεων μεταξύ των διαδίκων καθώς οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η εφεσίβλητη ενημερώθηκε εμπρόθεσμα ενώ η εφεσίβλητη ισχυρίζεται το αντίθετο. Έχοντας υπόψη όλα τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου η εκδοχή η οποία γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη είναι αυτή της εφεσίβλητης για τους λόγους οι οποίο αναφέρονται πιο κάτω. 26 Κατ΄ αρχάς στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της έφεσης στην παράγραφο 34 ο ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται από τον ενόρκως δηλούντα χρονικά είναι εντελώς αόριστος έτσι ώστε να μην καλύπτεται καν η αναγκαία προϋπόθεση ενημέρωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη εντός της προβλεπόμενης χρονικής προθεσμίας των δέκα ημερών. 27 Επιπλέον, ακόμη και αυτή η χρονικά αόριστα προβαλλόμενη ενημέρωση έγινε, όπως ισχυρίζεται βεβαίως ο ενόρκως δηλών, όχι γραπτώς αλλά προφορικά. Βεβαίως η κατ΄ ισχυρισμό προφορική ενημέρωση προσθέτει ακόμη ένα στοιχείο αοριστίας. Εύλογα θα ανέμενε το Δικαστήριο, διατηρώντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο η εφεσίβλητη εξέδιδε και επέδιδε γραπτές ειδοποιήσεις προς τους εφεσείοντες πως και οι ίδιοι θα κατέβαλαν προσπάθεια και η δική τους ενημέρωση να γινόταν γραπτώς. Ενισχύεται και με αυτό τον τρόπο η όλη εικόνα αναξιοπιστίας η οποία δημιουργείται ως προς τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της έφεσης. 28 Άγνωστο επίσης ποιους υπαλλήλους της εφεσίβλητης κατ΄ ισχυρισμό ενημέρωσε ο ενόρκως δηλών διότι πολύ απλά ο ίδιος δεν αναφέρει οποιαδήποτε ονόματα. Λογικό αλλά και ανθρώπινο θα ήταν εάν όντως είχε προβεί στην κατ΄ ισχυρισμό ενημέρωση της εφεσίβλητης να βασιζόταν και στο περιεχόμενο των ειδοποιήσεων οι οποίες είχαν επιδοθεί στους εφεσείοντες και να αντλούσε καθοδήγηση από αυτό ως προς τα άτομα στα οποία θα απευθυνόταν αλλά και σε ποιους αριθμούς τηλεφώνων θα επικοινωνούσε. Αξίζει να σημειωθεί πως επί του Τύπου «ΙΒ» ο οποίος επιδόθηκε αναφέρονται με σφραγίδες συγκεκριμένα ονόματα υπαλλήλων της εφεσίβλητης (δηλαδή, Δ. Παπαδόπουλος και Χ. Αργυρίδης). Επιπλέον, επί του ίδιου έντυπου αναφέρεται το σχετικό Τμήμα (δηλαδή, Τμήμα Εκποιήσεων και Αξιοποίησης Ενυπόθηκων Ακινήτων) ως επίσης και αριθμοί τηλεφώνων αλλά και ηλεκτρονική διεύθυνση. 29 Μάλιστα ο ένας εκ των δύο ατόμων οι οποίοι υπογράφουν την ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» δεν αποκλείεται να είναι ο Δημήτρης Ε. Παπαδόπουλος, δηλαδή ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης και ο οποίος όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση του εργάζεται ως Προϊστάμενος του Τμήματος Εκποιήσεων και Αξιοποίησης Ενυπόθηκων Ακινήτων της εφεσίβλητης. Όπως ισχυρίζεται ο Δημήτρης Ε. Παπαδόπουλος οι εφεσείοντες δεν τους ενημέρωσαν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και γι΄ αυτό το λόγο η εφεσίβλητη προχώρησε με το διορισμό δύο εκτιμητών. Πραγματικά η εύλογη αυτή εξήγηση δεν μπορεί παρά να κριθεί ως αξιόπιστη. Ποιος διαφορετικά θα ήταν ο λόγος η εφεσίβλητη να είχε προχωρήσει σε διορισμό δεύτερου εκτιμητή εάν όντως ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της έφεσης είχε επικοινωνήσει μαζί με υπαλλήλους της; 30 Η μόνη τηλεφωνική επικοινωνία την οποία αποδέχεται επί του θέματος ο Δημήτρης Ε. Παπαδόπουλος είναι αυτή με την τότε δικηγόρο των εφεσειόντων την 1/7/2016, η οποία μάλιστα, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, όταν της ανέφερε ότι λόγω του ότι δεν ενημερώθηκαν σχετικά με το διορισμό εκτιμητών, τότε αυτή του ανέφερε ότι η μόνη υποχρέωση των εφεσειόντων ήταν να προσκομίσουν εκτιμήσεις την καθορισμένη ημερομηνία. Πραγματικά δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε λόγος σύμφωνα με τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, επί του συγκεκριμένου θέματος, βάσει των οποίων να μην κριθεί αξιόπιστος ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης, δηλαδή ο Δημήτρης Ε. Παπαδόπουλος. 31 Μάλιστα αυτό το οποίο δεν αποκλείεται να είχε συμβεί να ήταν όντως να μην είχε γίνει ορθά αντιληπτό το περιεχόμενο της ειδοποίησης Τύπου «ΙΒ» και να θεωρήθηκε τόσο από τους εφεσείοντες όσο και από την τότε δικηγόρο τους ότι η μοναδική τους υποχρέωση ήταν η προσκόμιση εκτιμήσεων μέχρι και την ημερομηνία η οποία αναφέρεται εντός αυτής (δηλαδή, η ημερομηνία παράδοσης εκτίμησης στις 4/7/2016) δίχως να είχε δοθεί η απαραίτητη προσοχή και ως προς την υποχρέωση ενημέρωσης του ενυπόθηκου δανειστή εντός δέκα ημερών σε σχέση με την ταυτότητα του εκτιμητή. Μάλιστα το περιεχόμενο της επιστολής της δικηγόρου των εφεσειόντων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ημερομηνίας 4/7/2016 (τεκμήριο 11 (β) στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της έφεσης) προς την εφεσίβλητη δεν εμπεριέχει οτιδήποτε διαφορετικό από τα όσα ισχυρίζεται ο Δημήτρης Ε. Παπαδόπουλος σε σχέση με τα όσα του είχε αναφέρει η τότε δικηγόρος των εφεσειόντων κατά την τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του την 1/7/2016, παρά και το ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά εντός της επιστολής στην προηγηθείσα τηλεφωνική επικοινωνία. Βεβαίως δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ενόρκως η οποιαδήποτε μαρτυρία από την τότε δικηγόρο των εφεσειόντων ώστε να κρίνεται η αξιοπιστία της με αυτή την απόφαση. Η δυνατότητα προσκόμισης τέτοιας μαρτυρίας θα ήταν όντως εφικτή έχοντας υπόψη ότι η έφεση έχει καταχωρηθεί από δύο άλλες δικηγόρους και συνεπώς θα μπορούσε η συγκεκριμένη δικηγόρος να είχε υπογράψει σχετική ένορκη δήλωση επί του θέματος προς υποστήριξη της έφεσης. 32 Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ο λόγος για τον οποίο η εφεσίβλητη, όχι μόνο δικαιωματικά αλλά ακόμη και υποχρεωτικά προς συμμόρφωση με το άρθρο 44Δ, διόρισε δύο εκτιμητές είναι ακριβώς διότι δεν ενημερώθηκε σχετικά από τους εφεσείοντες εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας αναφορικά με τον διορισμό εκτιμητή. Συνεπώς, εφόσον οι εφεσείοντες παρέλειψαν εξαιτίας αυτής της μη συμμόρφωσης με τις ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΒ» να ενημερώσουν σχετικά με τα στοιχεία του εκτιμητή (ή ακόμη και εκτιμητών τους) ορθά η εφεσίβλητη διόρισε και δεύτερο εκτιμητή με αποτέλεσμα, όπως κρίνεται από το Δικαστήριο, οι μοναδικές εκτιμήσεις οι οποίες είναι νομικά ορθό να ληφθούν υπόψη αναφορικά με τη διαδικασία εκτίμησης των ενυπόθηκων ακινήτων να είναι αυτές οι οποίες ετοιμάστηκαν από τους εκτιμητές τους οποίους η εφεσίβλητη διόρισε. Εκτιμήσεις οι οποίες ετοιμάστηκαν εντός της προθεσμίας η οποία προβλέπεται από το εδάφιο
(3)του άρθρο 44Δ του σχετικού Νόμου. Διατηρώντας βεβαίως υπόψη πως η προθεσμία των τριάντα ημερών από το διορισμό των εκτιμητών εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή σχέση έχει με την παράδοση εντός αυτή της χρονικής περιόδου προς τον ενυπόθηκο δανειστή και όχι μεταξύ του ενυπόθηκου δανειστή και του ενυπόθηκου οφειλέτη. Εφόσον δηλαδή, εξαιτίας και της μη ενημέρωσης εντός της προβλεπόμενης περιόδου των δέκα ημερών για διορισμό εκτιμητή, η όλη διαδικασία η οποία προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Δ του σχετικού Νόμου για τους εκτιμητές «...με βάση τις διατάξεις του εδαφίου
(1)...» σε σχέση με τη διενέργεια ταυτόχρονα ανεξάρτητων εκτιμήσεων από ένα εκτιμητή εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή και ένα εκ μέρους του ενυπόθηκου οφειλέτη δεν έτυχε εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση. Έτσι ώστε να επιβαλλόταν η παράδοση των εκθέσεων εκτίμησης στον ενυπόθηκο δανειστή και στον ενυπόθηκο οφειλέτη στον τόπο και χρόνο που καθορίζεται στη σχετική ειδοποίηση «...που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)...» [1] . 33 Επιπλέον, αυτό το οποίο παρατηρείται ως προς το περιεχόμενο των ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΒ», σύμφωνα και με τον προβλεπόμενο τύπο, είναι πως υπάρχει αναφορά στον ενικό σε εκτίμηση προφανώς σε σχέση με την εκτίμηση την οποία θα έπρεπε ο ενυπόθηκος οφειλέτης, εάν ενημέρωνε εμπρόθεσμα τον ενυπόθηκο οφειλέτη, να παραδώσει προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη αν και βεβαίως η σχετική πρόνοια στο εδάφιο
(3)του άρθρου 44Δ είναι για παράδοση των εκθέσεων στον ενυπόθηκο δανειστή και στον ενυπόθηκο οφειλέτη στον τόπο και χρόνο που καθορίζεται στην ειδοποίηση «...που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)...». Βεβαίως τα όσα αναφέρονται σε σχέση με παράδοση των εκτιμήσεων σχέση έχουν με μία διαδικασία η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση δεν υλοποιήθηκε καν καθότι οι εφεσείοντες παρέλειψαν εμπρόθεσμα να ενημερώσουν την εφεσίβλητη αναφορικά με τον διορισμό εκτιμητή. 34 Ουσιαστικά αντί διατάγματος με το οποίο να κρίνονται ως «...παράνομες, παράτυπες και/ή ελλιπείς και ως εκ τούτου άκυρες, ανίσχυρες και άνευ εννόμου αποτελέσματος...» οι εκτιμήσεις οι οποίες ετοιμάστηκαν κατόπιν οδηγιών και για λογαριασμό του ενυπόθηκου δανειστή, δηλαδή της εφεσίβλητης, αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι ελλείπει η προβλεπόμενη νομική βάση από τις εκτιμήσεις οι οποίες ετοιμάστηκαν για λογαριασμό των εφεσειόντων έτσι ώστε να είναι δυνατό να κριθούν ως ένα έγκυρο μέρος της όλης διαδικασίας εκτίμησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Συνεπώς, ορθά η εφεσίβλητη αρνήθηκε να λάβει υπόψη το περιεχόμενο αυτών των εκτιμήσεων οι οποίες ετοιμάστηκαν δίχως οι εφεσείοντες ως ο ενυπόθηκος οφειλέτης στην περίπτωση υπό εξέταση να είχαν συμμορφωθεί με τα όσα προβλέπονται σχετικά τόσο εντός του άρθρου 44Δ του σχετικού Νόμου όσο και στις ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΒ» οι οποίες επιδόθηκαν σε αυτούς. 35 Ως εκ τούτου, έχοντας εξετάσει το βασικό μέρος της έφεσης το οποίο έχει σχέση με τη διαδικασία εκτίμησης των ενυπόθηκων ακινήτων το Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα των εφεσειόντων δεν ευσταθεί ως προς αυτό το μέρος έτσι ώστε να καθίσταται αναγκαίο να εξεταστεί το ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείται η επιδίκαση οποιασδήποτε από τις αιτούμενες θεραπείες με επιπρόσθετη εξέταση είτε ως προς τη διαδικαστική πτυχή της έφεσης, δηλαδή την εμπρόθεσμη καταχώρηση της, είτε σε σχέση με την ουσιαστική της βασιμότητα, δηλαδή λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή καταχωρήθηκε σε σχέση με τις ειδοποιήσεις πλειστηριασμού, δηλαδή το Δελτίο Α στην κάθε περίπτωση. 36 Τέλος, το Δικαστήριο τονίζει πως η έφεση έχει εξεταστεί όπως αυτή έχει προωθηθεί υπό μορφή περιεχομένου τόσο σε σχέση με τις αιτούμενες θεραπείες, τους λόγους έφεσης αλλά και τη μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε προς υποστήριξη της. Συνεπώς, δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο η εισήγηση η οποία τέθηκε στο στάδιο της αγόρευσης προς υποστήριξη της έφεσης αναφορικά με τον καθορισμό δύο σταδίων με αυτό της έφεσης βάσει του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ να προηγείται αυτό της διαδικασίας εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου βάσει του άρθρου 44Δ, με αναφορά στα όσα αναφέρονται σχετικά στην παράγραφο 73 της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9/9/2016 αναφορικά με το αίτημα για προσωρινά διατάγματα. Δεν εξετάζεται βεβαίως καθότι ασφαλώς τέτοιο θέμα, εγειρόμενο με την αγόρευση προς υποστήριξη της έφεσης, κρίνεται εντελώς εκτός του πλαισίου αυτής της έφεσης όπως αυτό καθορίζεται από τους προαναφερόμενους παράγοντες και συνεπώς δεν κρίνεται ορθό ή δίκαιο όπως η έφεση εξεταστεί επί αυτής της βάσης εφόσον αυτή ουδέποτε είχε τεθεί υπόψη της εφεσίβλητης είτε με την καταχώριση είτε με την προώθηση της έφεσης μέχρι και την ημερομηνία κατά την οποία ακούστηκε η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία. 37 Επομένως, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης εν τέλει κρίνεται από το Δικαστήριο πως δεν δικαιολογείται η επιδίκαση προς όφελος των εφεσειόντων οποιασδήποτε από τις αιτούμενες θεραπείες. Ως εκ τούτου η έφεση απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εις βάρος των εφεσειόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αξίζει να σημειωθεί επί αυτού του θέματος πως αν και υπάρχει αναφορά στο εδάφιο
(3)του άρθρου 44Δ σε ειδοποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)εντούτοις η αναφορά σε ειδοποίηση είναι στο εδάφιο
(2)του άρθρου 44Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.