ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΑΓΑΠΙΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αρ. Αγωγής 3188/2011, 13/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 3188/2011 Μεταξύ: ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΑΓΑΠΙΟΥ Ενάγουσα Και
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛ
- ΝΙΚΟΣ ΑΓΑΠΙΟΥ Εναγομένων ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13 Ιανουαρίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα: κα Ε. Μιχαήλ για Ανδρέας Χρ. Μάγος & Συνεργάτες Για τον εναγόμενο 1: κα Αποστολίδου για Κώστας Τσιρίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο 2: κα Μάγου για κ. Κ. Μ. Χατζηπιέρας Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπόθεση αυτή αφορά τροχαίο ατύχημα, το οποίο επεσυνέβη στις 7.10.2010, περί ώρα 18:00 στη συμβολή των οδών Ν.Γ Οικονόμου και Ν. Οικονόμου στην Κισσόνεργα της Επαρχίας Πάφου. Το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΤΚ 485 στο οποίο επέβαινε η ενάγουσα ως συνεπιβάτης και το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος 2, συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΑΖ 509 το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος
- Η ενάγουσα αποδίδει την ευθύνη για το δυστύχημα στους εναγόμενους 1 και 2 και αξιώνει εναντίον τους ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη. Με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος 1, παραδέχεται ότι επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα, αρνείται όμως την ευθύνη για την πρόκληση του και ισχυρίζεται ότι αυτό επισυνέβη λόγω αποκλειστικής αμέλειας και/ή συντρέχουσας αμέλειας και/ή στην παράβαση των εκ του νόμου και/ή Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του εναγόμενου
- Ο εναγόμενος 2, με την υπεράσπιση του προβάλλει τους ίδιους ισχυρισμούς εναντίον του εναγόμενου 1 ότι δηλαδή το δυστύχημα επισυνέβη λόγω αποκλειστικής αμέλειας και/ή συντρέχουσας αμέλειας του εναγόμενου
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν Ειδοποιήσεις προς Συνεναγόμενο δυνάμει της Δ.10 Θ. 12
(1)ημερομηνίας 4.4.2013 και 17.4.2013 αντίστοιχα. Μαρτυρία και παραδεκτά γεγονότα Για την υπόθεση της ενάγουσας κατέθεσαν συνολικά 2 μάρτυρες. Ο Αστ. 2665 Β. Χατζηβασίλης (Μ.Ε.1) και η ενάγουσα (Μ.Ε.2). Για τον εναγόμενο 1 κατάθεσε ο ίδιος ο εναγόμενους 1 και για τον εναγόμενο 2, ο εναγόμενος
- Ως τεκμήρια στην υπόθεση κατατέθηκαν τα πιο κάτω:
- Συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο1).
- Γραπτή δήλωση της ενάγουσας, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της (Τεκμήριο 2).
- Γραπτή δήλωση του εναγόμενου 1 η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 3). Οι συνήγοροι των διαδίκων συμφώνησαν και προέβησαν στις πιο κάτω δηλώσεις και παραδεκτά γεγονότα: Το σύνολο των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των €16.000.- Επίσης δηλώθηκε ότι ο τόκος επί του πιο πάνω ποσού θα είναι νόμιμος από 18.2.2016 και τα έξοδα €6,000 με επίσης νόμιμο τόκο από 18.2.
- Επίσης σε προηγούμενο στάδιο στις 27.1.2016 δήλωσαν ότι η ενάγουσα ως συνεπιβάτης δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος και ότι η ευθύνη για την πρόκληση του θα καθοριστεί μεταξύ των εναγομένων 1 και
- Επίδικο θέμα συνεπώς για απόδειξη μετά τις πιο πάνω δηλώσεις απομένει η ευθύνη και ο καθορισμός της ευθύνης μεταξύ ενός εκάστου των εναγόμενων 1 και 2 για την πρόκληση του δυστυχήματος. Τα γεγονότα τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος των δύο πλευρών και δεν έχουν αμφισβητηθεί είναι τα ακόλουθα: Η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν συνεπιβάτης στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΤΚ 485 που οδηγούσε ο σύζυγος της, εναγόμενος
- Ο εναγόμενος 1, ήταν ο οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΑΖ
- Ο εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα του στην οδό N. Οικονόμου που είναι η κύρια οδός και ο εναγόμενος 2 οδηγούσε το όχημα του στην οδό Ν. Γ. Οικονόμου που είναι πάροδος στην οδό N. Οικονόμου. Τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν επί της οδού Ν. Οικονόμου μετά που το όχημα του εναγόμενου 2 εξήλθε από την πάροδο και αφού έστριψε αριστερά στην οδό N. Οικονόμου για να ακολουθήσει αντίθετη κατεύθυνση επί της Ν. Οικονόμου σε σχέση με αυτή που τηρούσε το όχημα του εναγόμενου
- Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες το δυστύχημα επισυνέβηκε αμφισβητούνται μεταξύ των εναγομένων 1 και
- Επίσης αμφισβητείται το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων είναι το σημείο Χ1 επί του Τεκμηρίου 1 και ο εναγόμενος 2 το σημείο Χ επί του ιδίου τεκμηρίου, τα οποία και υπέδειξαν προς τον αστυνομικό εξεταστή του δυστυχήματος Μ.Ε.
- Οι συνήγοροι των εναγομένων 1 και 2 στις γραπτές τους αγορεύσεις τους, αναλύοντας την μαρτυρία και τις εκατέρωθεν εκδοχές των δύο ενεχόμενων οδηγών, προβάλλουν διάφορα επιχειρήματα προς αποδοχή της θέσης του διαδίκου που αντιπροσωπεύουν ως προς το ζήτημα της ευθύνης για την πρόκληση του δυστυχήματος. Η πλευρά του εναγόμενου 2, εισηγείται επίσης, ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει, ως όφειλε, αμέλεια των εναγομένων στην πρόκληση του δυστυχήματος ώστε να δικαιούται σε απόφαση υπέρ της και εναντίον τους. Εισήγηση με την οποία θα διαφωνήσω, αφού τόσο το επίδικο δυστύχημα είναι παραδεκτό όσο και η πρόκληση σωματικών βλαβών στην ενάγουσα για τις οποίες δηλώθηκε συγκεκριμένο ποσό γενικών και ειδικών αποζημιώσεων, επίσης, είναι παραδεκτό ότι η ενάγουσα δεν συνέβαλε με οποιοδήποτε στην πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος ως συνεπιβάτης στο όχημα του εναγομένου 2, ενώ η κύρια διαφωνία με βάση τις δηλώσεις που έχουν γίνει ενώπιον του δικαστηρίου είναι η ευθύνη και το ποσοστό ευθύνης των δύο οδηγών στην βάση και των σχετικών ειδοποιήσεων που έχουν μεταξύ τους ανταλλαγεί. Παρά το ότι δεν έχει δηλωθεί ευθαρσώς ότι οι εναγόμενοι φέρουν ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος το γεγονός αυτό προκύπτει μέσα από τις ίδιες τις δηλώσεις που έχουν γίνει ενώπιον του δικαστηρίου, αλλά και από τα όσα δεν έχουν αμφισβητηθεί κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Να σημειωθεί επίσης ότι κανένας από τους εναγόμενους 1 και 2 δεν προβάλει ισχυρισμό για συντρέχουσα αμέλεια της ενάγουσας ώστε να τίθεται τέτοιο ζήτημα προς εξέταση. Πέραν των πιο πάνω, αλλά και όπως πιο κάτω διαφαίνεται, αποτελεί μεταξύ άλλων, εύρημα του δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 φέρουν ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος. Λαμβάνοντας υπόψη επίσης ότι η ευθύνη αποφασίζεται στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί ανεξάρτητα εάν είναι μαρτυρία που έχει προσαχθεί από τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο (βλέπε Fabrey and another v. Demetriou
(1976)1 C.L.R. 1). Σχετικά με τα υπό αναφορά ζητήματα παραθέτω τα ακόλουθα: Επιλαμβανόμενο το Δικαστήριο απαίτησης για αποζημιώσεις λόγω αμελούς συμπεριφοράς αποφασίζει πρώτα εάν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων και σε περίπτωση που η απόφαση είναι καταφατική, τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 του ΚΕΦ. 148 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Εν συνεχεία το δικαστήριο αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ Εναγομένων, από τη μια, και Ενάγοντα, από την άλλη, και μειώνει το ποσόν των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. Στην περίπτωση δε που επιδόθηκαν ειδοποιήσεις με βάση το Άρθρο 64 του ΚΕΦ. 148 και τη Δ.10,θ.12
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προχωρεί στον καταμερισμό της ευθύνης και στον καθορισμό του ποσοστού της συνεισφοράς ή αποζημίωσης μεταξύ των Εναγομένων. Στην υπόθεση Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastic Industry Ltd
(2005)1 ΑΑΔ σελ. 556, στις σελ. 563 και 564 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ο καταμερισμός της ευθύνης έχει ως συνισταμένη τη συμβολή του καθενός από τα μέρη στην πρόκληση της ζημιάς και το μέτρο είναι η λογική πρόβλεψη των συνεπειών που θα προκύψουν εξαιτίας της παρέκκλισης από το καθήκον επιμέλειας που αναλογεί στο καθένα από τα μέρη." ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Τα όσα οι μάρτυρες της ενάγουσας καθώς οι εναγόμενοι 1 και 2, έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στην παρούσα απόφαση. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας των μαρτύρων και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες της ενάγουσας και τους δύο εναγόμενους που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις τους, την συμπεριφορά και αντίδραση τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους και τα όσα γνώριζε και κατάθεσε ο κάθε ένας για τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο και περίοδο. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εκάστοτε μάρτυρα είχα παράλληλα κατά νου την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων, ιδιαίτερα την αλληλουχία των λεχθέντων του υπό αξιολόγηση μάρτυρα και των υπολοίπων μαρτύρων. Ο Μ.Ε.1, Αστ. 2665 Β. Χατζηβασίλης υπήρξε ο εξεταστής του δυστυχήματος, ο οποίος επισκέφθηκε στην σκηνή του δυστυχήματος, για σκοπούς διερεύνησης του. Σε ότι αφορά τις ενέργειες και τις διαπιστώσεις που έκανε στην σκηνή, η μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή από το δικαστήριο καθότι αυτή διέπετο από σαφήνεια και πληρότητα. Ο μάρτυρας υπήρξε ευθύς και άμεσος στις απαντήσεις του και παρέθεσε με σαφήνεια και ειλικρίνεια τα όσα διαπίστωσε κατά την άφιξη του στην σκηνή του δυστυχήματος. Συνεπακόλουθα τα όσα ο Μ.Ε.1 έχει καταγράψει στο τεκμήριο 1 αποτυπώνουν τόσο την σκηνή του δυστυχήματος καθώς και τα ευρήματα του στην σκηνή και αποτελούν την πραγματική μαρτυρία. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κυριακίδου κα. ν. Νικολάου
(1993)1 ΑΑΔ 45, είναι πραγματική η μαρτυρία όταν προβάλει όπως υποδηλώνει ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Η πραγματική μαρτυρία, όπως έχει κατ΄ επανάληψη τονιστεί, συνιστά σταθερό οδηγό για την ιχνηλάτηση των περιστατικών του δυστυχήματος και γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Όχι σπάνια, η αναστάτωση που επιφέρει στους οδηγούς η σύγκρουση οχημάτων, προκαλεί σύγχυση ως προς τα διαδραματιζόμενα με επακόλουθο ενίοτε ανακρίβειες στην μαρτυρία τους. Είναι γι΄αυτό που η πραγματική μαρτυρία παρέχει αμετακίνητη βάση για την αξιολόγηση των μαρτύρων και την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων για τα διαδραματισθέντα. (βλ. Ioannides ν. Kyriakou
(1998)1 CLR 639, Georgios Rrodromou Haloumias v. Police
(1970)2 CLR 486, Adamis & Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 278, Teklima Ltd v. A.P. Lanitis Ltd and another
(1987)1 CLR 614, Γ. Στ. Κυριακίδου κα. ν. Σ. Νικολάου
(1993)1 ΑΑΔ 45, και Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160). Όπως πιο πάνω αναφέρω οι ενεχόμενοι οδηγοί υπόδειξαν στον Μ.Ε1 ο καθένας τους διαφορετικό σημείο σύγκρουσης των οχημάτων τους. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Ε.1 στο σημείο δεν υπήρχαν ευρήματα όπως γυαλιά και άλλα στοιχεία, βρήκε όμως τα δύο οχήματα στην τελική τους θέσεις και αυτή είναι όπως απεικονίζεται στο Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τις μετρήσεις που έλαβε ο Μ.Ε. 1, η οδός Ν. Οικονόμου, στα σημεία Χ και Χ1, έχει πλάτος 5,40 μέτρα ενώ στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του εναγόμενου 1 εκτελούντο έργα και υπήρχε χωμάτινο αυλάκι πλάτους ενός μέτρου το οποίο επεκτείνετο μέχρι το σημείο της παρόδου Ν. Γ. Οικονόμου. Το πλάτος της οδού Ν. Οικονόμου από την πάροδο και μετά επεκτείνεται στα 5,40 μ. Το πλάτος της παρόδου Ν. Γ Οικονόμου ήταν 5,90 μ. και σε αυτή στο σημείο της ένωσης της με την οδό Ν. Οικονόμου υπήρχε πινακίδα τροχαίας με ένδειξη STOP. Στον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχε διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας του δρόμου, στην οδό Ν. Οικονόμου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και έχοντας κατά νου το γεγονός ότι στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του εναγόμενου 1, εκτελούντο έργα, το ωφέλιμο ή χρησιμοποιήσιμο από οχήματα πλάτος του δρόμου στο σημείο του επίδικου ατυχήματος ήταν 4,40μ.. Επομένως, κάθε λωρίδα κυκλοφορίας, της οδού Ν. Οικονόμου είχε πλάτος 2,20 μ. Η ενάγουσα σε ότι αφορά τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος και επειδή σε αυτό εμπλέκετο ο σύζυγος της, θεωρώ όπως οδηγήθηκε στο να μην είναι αντικειμενική και να πει όλη την αλήθεια στο δικαστήριο για την οδική συμπεριφορά του συζύγου της, εναγόμενου 2 . Ενώ η ενάγουσα με την γραπτή της δήλωση υιοθετεί τις λεπτομέρειες αμελείας των εναγόμενων 1 και 2 που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης της, στις οποίες, μεταξύ άλλων αναφέρει, ότι ο εναγόμενος 2, ο σύζυγος της δεν σταμάτησε στο σημείο του αλτ (παρ. 6 (β) της Ε/Α), κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της από την δικηγόρου του εναγόμενου 1, επέμενε ότι ο σύζυγος της σταμάτησε στο σημείο του αλτ και κοίταξε στον δρόμο προτού εισέλθει από την πάροδο στην κύρια οδό. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με την παράγραφο 6 (ε) της έκθεσης απαίτησης της στην οποία αναφέρει ότι ο εναγόμενος 2 «επιχείρησε να διασταυρώσει τον δρόμο προτού βεβαιωθεί ότι ήτο ασφαλές να πράξει τούτο..». Συνεπώς η επιμονή της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος 2 σταμάτησε στο αλτ και βεβαιώθηκε ότι ήταν ασφαλές να εισέλθει στην κύρια οδό προτού επιχειρώντας αριστερή στροφή δεν γίνεται αποδεκτή. Σε ότι αφορά τους εναγόμενους 1 και 2 επίσης κρίνω ότι κανένας από τους δύο δεν έχει αποκαλύψει την πραγματικότητα και την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εκδοχή τους δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία και ούτε ανταποκρίνεται στα δεδομένα που επικρατούσαν στην σκηνή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο καθένας τους ήθελε να αποποιηθεί της ευθύνης για την πρόκληση του δυστυχήματος αποδίδοντας στον άλλο ανάρμοστη οδική συμπεριφορά, καταλογίζοντας το σε ενέργειες και παραλήψεις του. Λαμβανομένου υπόψη του ότι κανένας από τους δύο οδηγούς δεν αντιλήφθηκε την κίνηση του άλλου στον δρόμο θεωρώ ότι και οι δύο δεν ήταν ούτε προσεκτικοί ούτε επέδειξαν επιμέλεια κατά την οδήγηση. Ο εναγόμενος 1 όπως παραδέχτηκε δεν χρησιμοποίησε καθόλου τα φρένα του οχήματος του, που αυτό σημαίνει, λαμβανομένης υπόψη και της ορατότητας που ο εναγόμενος 1 παραδέχτηκε ότι είχε προς την πάροδο, ότι ο εναγόμενος 1 δεν αντιλήφθηκε το όχημα του εναγόμενου 2 όταν βρισκόταν στην δεξιά πάροδο σύμφωνα με την πορεία του και άρα δεν μπορεί να ισχύει αυτό που αναφέρει την γραπτή του δήλωση/κύρια εξέταση ότι ενώ πλησίαζε στο ύψος της παρόδου Ν.Γ Οικονόμου είδε ένα όχημα να βγαίνει από την πάροδο χωρίς να σταματήσει και να έρχεται πάνω του, αφού σε τέτοια περίπτωση, ο εναγόμενος 1 θα λάμβανε έστω κάποια προληπτικά μέτρα, όπως η χρήση των φρένων του ή η διενέργεια ελιγμού προς τα αριστερά του δρόμου. Ένα άλλο στοιχείο το οποίο συνηγορεί στο ότι ο εναγόμενος 1 δεν αντιλήφθηκε καθόλου το όχημα του εναγόμενου 2 ενώ βρισκόταν στην πάροδο και κινείτο προς την οδό Ν. Οικονόμου, είναι η απάντηση του εναγόμενου 1 στην ερώτηση του συνηγόρου του εναγόμενου 2 κατά την αντεξέταση του, εάν για πρώτη φορά είδε το όχημα του εναγόμενου 2 την στιγμή της σύγκρουσης όταν πλέον το αυτοκίνητο ήταν στο κύριο δρόμο, ο οποίος εναγόμενος 1 απάντησε θετικά. Η εκδοχή του εναγομένου 1 δεν μπορεί να γίνει πιστευτή επίσης και για τον ακόλουθο λόγο: Σύμφωνα με την δική του εκδοχή αλλά και το υποδειχθέν υπό αυτού σημείο σύγκρουσης ως σημείο Χ1 επί του Τεκμηρίου 1, το Χ1 βρίσκεται σε απόσταση από την δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του 3.10μ. Με βάση αυτή την εκδοχή του το εναπομείναν μέρος του δρόμου στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του ήταν 1,30μ, άρα, λαμβάνοντας τα πλάτος του δρόμου, εάν το σημείο σύγκρουσης ήταν το Χ1 θα σήμαινε ότι το όχημα του εναγόμενου 1 κινείτο εκτός της οδού από τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του και τούτο γιατί το όχημα του, σύμφωνα με τις διαστάσεις που ο Μ.Ε.1 κατάγραψε στο Τεκμήριο 1, είχε πλάτος 160μ. Ούτε η εκδοχή του εναγομένου 2 ισχύει ότι έλεγξε επαρκώς την κίνηση στον δρόμο προτού εισέλθει από την πάροδο στον κύριο δρόμο, και τούτο γιατί (α) η σύγκρουση έγινε πλησίον της παρόδου μετά την έξοδο του οχήματος του από την πάροδο στον κύριο δρόμο, και (β) επειδή το όχημα του εναγόμενου 1 ήδη κινείτο στον κύριο δρόμο και η ορατότητα ήταν τέτοια, 50 μέτρα σύμφωνα με τον Μ.Ε.1, η οποία θεωρώ ότι επέτρεπε στον εναγόμενο 1 να την αντιληφθεί έγκαιρα. Σε ότι αφορά την ταχύτητα του οχήματος του εναγόμενου 1, δεν υπήρξε κάποια μαρτυρία που να στηρίζει εύρημα ως προς το ύψος αυτής. Συνεπώς με βάση τις περιστάσεις και τις συνθήκες που επικρατούσαν στην σκηνή του δυστυχήματος, καταλήγω πως εάν ο εναγόμενος 1 έλεγχε την κύρια οδό, θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί την κίνηση του οχήματος του εναγόμενου 2 στην οδό Ν. Οικονόμου. Η αναφορά του και ο ισχυρισμός του ότι είδε και αντιλήφθηκε το όχημα του εναγόμενου 1 μόλις εισήλθε στην κύρια οδό, όταν ήδη έστριψε αριστερά από την πάροδο στην κύρια οδό, δεν συνάδει με τον ισχυρισμό του ότι έλεγξε τον δρόμο επαρκώς προτού εισέλθει. Συνεπώς, απορρίπτω το μέρος της μαρτυρία του σε σχέση με την συμπεριφορά του κατά την είσοδο του, οδηγώντας το όχημα του, στην κύρια οδό. Επίσης με βάση την πραγματική μαρτυρία και ειδικότερα τις τελικές θέσεις των δύο οχημάτων, εάν το όχημα του εναγόμενου 2 ευθυγραμμιζόταν στον δρόμο, στην οδό Ν. Οικονόμου μετά την έξοδο του από την πάροδο, και μετά επισυνέβαινε η σύγκρουση, ως ο ισχυρισμός του εναγόμενου 2 ότι μάλιστα προχώρησε περί τα 10 μέτρα, το όχημα του εναγόμενου 2 το οποίο μετακινήθηκε προς τα πίσω συνεπεία της σύγκρουσης 5 περίπου μέτρα, θα ακολουθούσε το πιθανότερο ευθεία πορεία και όχι να εισέλθει στην πάροδο. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό λαμβάνω υπόψη και της διαστάσεις του οχήματος του εναγόμενου 2, το οποίο είχε μήκος 4.00 μέτρα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, και παραδεκτά γεγονότα καταλήγω ότι, το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων είναι το σημείο Χ, επί του Τεκμηρίου 1, που αποτελεί την λογικότερη εκδοχή με βάση τα δεδομένα της σκηνής. Επίσης, καταλήγω ότι ο εναγόμενος 2 δεν έλεγξε και/ή ακόμα δεν σταμάτησε καθόλου στο σημείο του αλτ επί της οδού Ν.Γ. Οικονόμου για να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να εισέλθει στην οδό Ν. Οικονόμου σε σχέση με τα άλλα οχήματα που κινούταν σε αυτή, επίσης καταλήγω ότι ο εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα του καταλαμβάνοντας μέρος της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία το όχημα που εναγόμενου 1 θα εισερχόταν. Οι πιο πάνω οδική συμπεριφορά των εναγόμενων 1 και 2 είχε ως αποτέλεσμα την σύγκρουση των οχημάτων τους και ως επακόλουθο τον τραυματισμό της ενάγουσας. ΑΜΕΛΕΙΑ: Βάση της υπό εκδίκαση αγωγής αποτελεί το αστικό αδίκημα της αμέλειας όπως προδιαγράφεται από το άρθρο 51 του Κεφ.
- Τα στοιχεία που συνθέτουν το αστικό αδίκημα της αμέλειας τέθηκαν στην υπόθεση Στρατμαρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1 C.L.R. 453, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στο σημείο αυτό επιβάλλεται μια διευκρίνιση των στοιχείων που συνθέτουν το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων,..........................παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενεργούσε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του μέσου συνετού ανθρώπου' και του 'πλησίον' διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης ότι, δηλαδή η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα.» Το πώς ενεργεί ένας οδηγός σε συγκεκριμένη περίπτωση σχετικά με το θέμα της αμέλειας έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και το μέτρο ο προσεκτικός οδηγός (βλ. Μελέτιος Ρούσου ν. Χρίστος Αριστοδήμου
(1989)1 Α.Α.Α 12) και όχι ο εναγόμενος οδηγός (βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκης
(1989)1 Α.Α.Δ 387) ή ο τέλειος οδηγός (βλ. Σωκράτους ν. Αστυνομίας Ποινική Εφεση 5071 ημερ. 9.1.1990) Στην υπόθεση Άδωνης Αλεξάντρου ν. Αντρης Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ 420 έχουν λεχθεί τα εξής: Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού ο οποίος χρησιμοποιεί τον δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση της ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Στην υπόθεση Constantinou v. katsouris
(1975)1 CLR 108, αναφέρθηκε ότι οι οδηγοί έχουν καθήκον να ελέγχουν την κίνηση του δρόμου σε κάθε στιγμή οδήγησης τους και σε όλες τις περιπτώσεις. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, η αμέλεια είναι θέμα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλέπε Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84 και Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215). Αποτελεί θεμελιωμένη αρχή ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλέπε Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλέπε Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387), ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Αποτελεί γενική αρχή αναφορικά με το καθήκον οδηγών οχημάτων που χρησιμοποιούν τον δρόμο ότι αυτοί είναι αμελείς εκεί όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα εμφανής και δεν λαμβάνουν οποιαδήποτε προφυλακτικά μέτρα. Ένας συνετός άνθρωπος οφείλει να λαμβάνει υπόψη την πιθανή αμέλεια άλλων κυρίως εκεί όπου η εμπειρία δείχνει ότι τέτοια αμέλεια είναι συνθήκη και κοινή. Επί τούτου παραπέμπω στην υπόθεση Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriacou Mavrou. Η ίδια νομική αρχή υιοθετήθηκε και στις υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Μπίλλη
(1998)1 Α.Α.Δ. 164 και Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1460, όπου τονίστηκε ότι το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών, εκτός εάν η πείρα δείχνει ότι μια συγκεκριμένη αμέλεια είναι συνηθισμένη κάτω από τις περιστάσεις. Στην υπόθεση Σοφοκλέους v. Χαριλάου,
(1998)1Γ ΑΑΔ 645 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πρόσωπο που χρησιμοποιεί κύριο δρόμο δεν αναμένεται να προβλέψει ότι άλλος οδηγός σε πάροδο, κατά παράβαση των οδικών του υποχρεώσεων, θα εισέλθει στον κύριο δρόμο χωρίς να σταματήσει και γενικά χωρίς να βεβαιωθεί ότι η είσοδος του σ΄αυτό είναι ασφαλής, εκτός αν έχει κάποια ένδειξη πως τέτοια εξέλιξη είναι εύλογα πιθανή (βλ. Τουμαζή κ.α. v. Κούλα,
(1994)1 ΑΑΔ 420. ................. Αν κάτω από τις περιστάσεις του συγκεκριμένου ατυχήματος θεωρούσαμε ότι ο εφεσείων είχε την υποχρέωση να λάβει προφυλάξεις για το ενδεχόμενο εξόδου οχήματος σε λεωφόρο με προτεραιότητα χωρίς να τηρηθεί το σημείο του αλτ, θα επιβάλλαμε στους ώμους των οδηγών τέτοιο βάρος που ουσιαστικά η τροχαία κίνηση θα παρέλυε.» Στην υπόθεση Σοφοκλέους v. Χαριλάου, ο εφεσίβλητος εισήλθε από πάροδο, έχοντας πρόθεση να διασταυρώσει και να εισέλθει σε απέναντι οδό, παραλείποντας να σταματήσει στο σημείο του αλτ, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του εφεσείοντα. Υπό τα περιστατικά της εξεταζόμενης υπόθεσης, τα οποία θεωρώ ότι διαφέρουν από τις πιο πάνω περιπτώσεις, για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω κρίνω τους και τους δύο εναγόμενους υπόλογους για αμέλεια λόγω των παραλήψεων και ενεργειών τους, που επίσης καταγράφονται πιο πάνω. Με τα δεδομένα που επικρατούσαν στην σκηνή, και λαμβανομένου υπόψη ότι το χωμάτινο αυλάκι στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του εναγόμενου 1, περιόριζε το πλάτος της οδού Ν. Οικονόμου, ο εναγόμενος 1 θα έπρεπε λαμβανομένου υπόψη και του γεγονός ότι κινείτο σε κύρια οδό να τηρεί την αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του όχι να καταλαμβάνει μέρος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και μάλιστα τέτοιο μέρος του δρόμου που να μην μπορεί να κινηθεί άλλο εξ αντιθέτου όχημα. Το σημείο Χ βρίσκεται σε απόσταση 1,70μ. μετά το χωμάτινο αυλάκι και συνεπώς το όχημα του εναγόμενου 1 καταλάμβανε 2.70 στον δρόμο ενώ η κάθε λωρίδα κυκλοφορίας, της οδού Ν. Οικονόμου είχε πλάτος 2,20 μ.. Ο εναγόμενος 1 κινείτο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του εναγόμενου 2 αποκόπτοντας του την πορεία επί της κύριας οδού μετά την έξοδο του από την πάροδο. Ο εναγόμενος 2 επίσης , όφειλε κατά την έξοδο του και προτού εισέλθει στον κύριο δρόμο να σταματήσει επί του σημείου αλτ και να βεβαιωθεί ότι η έξοδος του ήταν ασφαλής. Με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης είναι εμφανές ότι ο εναγόμενος 2 δεν προέβηκε σε ένα τέτοιο ικανοποιητικό και επαρκή έλεγχο. Με τον τρόπο που και οι δύο εναγόμενοι ενήργησαν υπέδειξαν αδιαφορία κατά την οδήγηση των οχημάτων τους εφόσον κανένας δεν αντιλήφθηκε την κίνηση και τις προθέσεις του άλλου επί της οδού, εάν και οι δύο ήταν προσεκτικότεροι και τηρούσαν την πρέπουσα οδική συμπεριφορά με βάση τα δεδομένα της σκηνής η σύγκρουση των οχημάτων τους θα αποφεύγετο. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του δικαστηρίου, τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και ο εναγόμενος 2 χρησιμοποιούσαν τον δρόμο ανεξάρτητα από την παρουσία του άλλου και αυτό αποκαλύπτει έλλειψη επιμέλειας εκ μέρους τους. Στον καταμερισμό ευθύνης μεταξύ δύο οδηγών οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών, της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης (βλ. Χαραλάμπους ν. Στυλιανού,
(1991)1 Α.Α.Δ. 284. Έχει ως συνισταμένη τη συμβολή του καθενός από τα μέρη στην πρόκληση της ζημίας και το μέτρο είναι η λογική πρόβλεψη των συνεπειών που θα προκύψουν εξαιτίας της παρέκκλισης από το καθήκον επιμέλειας που αναλογεί στο καθένα από τα μέρη (βλ. Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastics Industry Ltd (πιο πάνω) Α). Όσον αφορά τους συνεναγόμενους 1 και 2 παρέχεται το δικονομικό υπόβαθρο για καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ τους εφόσον δόθηκε σχετική ειδοποίηση μεταξύ τους δυνάμει της Δ.10,θ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Κατ΄ ακολουθία το δικαστήριο με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης που έχουν βρεθεί και έχουν γίνει αποδεκτά, ως επίσης και την συμπεριφορά ενός εκάστου των διαδίκων, εναγομένων 1 και 2, που ενέχονται στο δυστύχημα, η οποία πιο πάνω περιγράφεται, καταλογίζω στον εναγόμενο 1 ποσοστό ευθύνης 30% και στον εναγόμενο 2 ποσοστό ευθύνης 70%. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των €16.000 υπό μορφή γενικών και ειδικώς αποζημιώσεων, πλέον νόμιμο τόκο από 18.2.2016 μέχρι εξόφλησης ως η δήλωση των συνηγόρων των διαδίκων και κατ' επέκταση εκδίδεται απόφαση υπέρ της και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. Όσον αφορά τον καθορισμό ευθύνης ανάμεσα στους συνεναγομένους 1 και 2 μεταξύ των οποίων κατεχωρήθη ειδοποίηση προς συνεναγόμενους, αυτή καταμερίζεται στο πιο πάνω ποσοστό και εκδίδεται ανάλογο διάταγμα συνεισφοράς μεταξύ τους. Επιδικάζονται, τέλος, προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, επίσης ως δήλωσης των συνηγόρων των διαδίκων, €6,000 πλέον νόμιμο τόκο από 18.2.2016 μέχρι εξόφλησης . (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο