ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΡΟΔΑ ΜΑΡΙΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1035/15, 30/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A33 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1035/15 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD, από τη Λευκωσία Ενάγουσας-Αιτήτριας και ΡΟΔΑ ΜΑΡΙΑ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, (ΗΕ125637) υπό διαχείριση με διορισμένο τον Χριστάκη Ιακωβίδη διαχειριστή και παραλήπτη, Γιόλου 8720 Πάφος ΑΝΔΡΕΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΝΑΞΑΓΟΡΑ (Α.Τ.554000), Λεωφ. Ανεξαρτησίας 39, Γιόλου, Πάφος. ΡΟΔΟΥΛΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (Α.Τ.622958), Λεωφ. Ανεξαρτησίας 39, Γιόλου, Πάφος. Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση ---------------------------- Αίτηση ημερ. 14.9.2016 για παροχή λεπτομερειών ---------------------------- Ημερομηνία: 30.1.2017 Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Ε. Σκουζού για ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΠΑΥΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Ευσταθίου για Λ. Λουκαϊδου Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την κρινόμενη αίτηση η Ενάγουσα αιτείται την παροχή εντός 7 ημερών περισσότερων και καλύτερων λεπτομερειών αναφορικά με δύο παραγράφους της Έκθεσης Υπεράσπισης, και συγκεκριμένα τις παραγράφους 11Γ και 24 (το περιεχόμενο των οποίων καταγράφεται κατωτέρω). Αιτείται περαιτέρω την έκδοση διαταγμάτων (α) ώστε να διαγράφεται η Έκθεση Υπεράσπισης σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι δεν συμμορφωθούν και (β) να μην δικαιούνται να προσκομίσουν μαρτυρία για τα εν λόγω θέματα. Την αίτηση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του Κώστα Βρυώνη, τραπεζικού υπαλλήλου στην υπηρεσία της Ενάγουσας. Αναφέρει σε αυτήν πως πριν την καταχώριση της αίτησης είχε αποστείλει επιστολή προς τους Εναγόμενους, ημερ. 1.6.2016, δυνάμει της Δ.19 θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πλην όμως δεν ανταποκρίθηκαν. Η εν λόγω επιστολή στάληκε με τηλεομοιότυπο (Τεκμήριο 1) και επιδόθηκε μέσω δικαστικού επιδότη (Τεκμήριο 2). Θεωρεί ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες είναι απαραίτητες για την ετοιμασία της υπόθεσης της Ενάγουσας, καθώς θα διευκρινισθούν και συγκεκριμενοποιηθούν κάποιοι ισχυρισμοί των Εναγομένων, ενώ θα καθορισθούν πιο συγκεκριμένα τα επίδικα θέματα. Το αίτημα τούτο της Ενάγουσας συνάντησε την ένσταση των Εναγομένων οι οποίοι εγείρουν διάφορους λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν να ομαδοποιηθούν ως κάτωθι: - Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και η νομική βάση της αίτησης λανθασμένη. - Οι ζητούμενες λεπτομέρειες αφορούν γεγονότα τα οποία ήδη είναι εις γνώση της Ενάγουσας. - Οι θεραπείες που ζητούνται και/ή εναλλακτικές θεραπείες στο παρακλητικό της αίτησης επιδιώκουν την αποκάλυψη της μαρτυρίας που υποστηρίζει τους σχετικούς ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση εφόσον ο σκοπός των περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών είναι να διευκρινίσουν και/ή να εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ΄ ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν και/ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν. Οι συνήγοροι έχουν αναπτύξει την επιχειρηματολογία τους με γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει και έχω υπόψη μου κατά τη συγγραφή της παρούσας απόφασης. Κρίνεται σκόπιμο σε αυτό το στάδιο να υπομνησθεί η αρχή πως τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο θ.4 περιέχει τον πιο θεμελιακό: "Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved .". H μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Αν παρεισφρύσει πρέπει να διαγραφεί (Merchants' and Manufacturers' Insurance Co v. Davies
(1938)1 K.B. 196, 207). Έτσι δεν είναι συγχωρητή η παράθεση ολόκληρου εγγράφου. Είναι αρκετό να δηλωθεί η έννοια και το αποτέλεσμα του (Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 44). Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι' αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine
(1994)72 B.L.R. 26: "The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. ............................... Pleadings are not a gave to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing." Βασική αρχή επί της οποίας στηρίζεται η διαδικασία είναι πως οι διάδικοι πρέπει και δικαιούται να γνωρίζουν την υπόθεση του αντιδίκου τους κατά την ακροαματική διαδικασία ώστε να μην βρεθούν προ εκπλήξεως. Σχετική αναφορά γίνεται στο Annual Practice 1956 σελ. 339: "In every pleading a certain amount of detail is necessary to ensure clearness and to prevent "surprise" at the trial. Each party must state his case with precision; otherwise his opponent will not know for certain what is the real point in dispute and therefore will not be able to properly prepare his evidence for the trial." Τα Δικαστήρια συνήθως βλέπουν αρνητικά την παροχή λεπτομερειών όταν αυτές συνιστούν μαρτυρία και δεν πρέπει να συγχύζονται με interrogatories ή με την αποκάλυψη ή επιθεώρηση εγγράφων. Στην υπόθεση Cyprus Airways Ltd v. Eydokios Savva
(1992)1(A) Α.Α.Δ. 1, αναφέρονται και τα ακόλουθα στη σελ.5: "Particulars should not be confused with interrogatories or discovery and inspection of documents. The particulars must be material in the sense of O.19 r. 4, necessary for the purpose of formulating a complete cause of action and to be required for the formulation of the defense so as the other party not to be taken by surprise. Particulars are, of course, required of facts and not of evidence - [see Panayiotou v. Solomou
(1979)1 C.L.R. 779]." Στην υπόθεση Αναστάση Ιωακείμ Κουρσουμά ν. Ευριπίδη Κώστα Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973, τα πιο κάτω σχετικά έχουν λεχθεί από το Δικαστή κ. Κωνσταντινίδη στη σελ. 981: «Όμως είναι και ειδικά θεμελιωμένο ότι ο διάδικος που παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από αυτές έτσι που να μη μπορεί κατά τη δίκη να αποκλείσει την εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη κάποιου γενικού ισχυρισμού. [Βλ. Dean and Chapter of Chester v. Smelting Corporation Ltd
(1902)W.N.5 - 85 L.T. 67, Bullen and Leake (ανωτέρω) σελ. 114, Αnnual Practice 1958 σελ. 460, Αnnual Practice 1988, τόμος 1, σελ. 287].» Λέχθηκε περαιτέρω στη Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 157, την οποίαν αμφότεροι οι συνήγοροι επικαλούνται: «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται ε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ΄ ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν.» Με βάση τις ανωτέρω νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα, ακολουθεί η εξέταση του αιτήματος της Ενάγουσας, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη και τους λόγους ένστασης. Θα πρέπει πρωτίστως να σημειωθεί πως η αίτηση στηρίζεται στη Δ.19 θ.4, 5, 6, 7, 9, 13, 16 και 26, δηλαδή στο ορθό και απαραίτητο για νομική στήριξη της αίτησης δικονομικό έρεισμα. Της καταχώρισης της αίτησης προηγήθηκε επιστολή με την οποίαν εζητούντο οι εν λόγω λεπτομέρειες, όπως η σχετική Διάταξη 19 θ.7 επιτάσσει. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν. Ως προς την παράγραφο 11Γ της Έκθεσης Υπεράσπισης το αίτημα έχει ως ακολούθως: «Διευκρινίστε πότε και ποιος για λογαριασμό των Εναγόντων παρείχε τις ισχυριζόμενες διαβεβαιώσεις «περί μη ύπαρξης κινδύνου» αναφορικά με την υπογραφή των συμφωνιών εγγύησης. Η σχετική παράγραφος 11Γ της Έκθεσης Υπεράσπισης αναφέρει: «
- Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι οι επίδικες συμφωνίες εγγυήσεως ημερ. 06/02/07 και/ή 14/04/08 και/ή άλλης ημερομηνίας είναι παράνομες, άκυρες ή και ανεφάρμοστες για τους ακόλουθους λόγους: Γ) Οι Ενάγοντες και/ή οι υπάλληλοί της και/ή αντιπρόσωποι τους οι οποίοι διατελούσαν τραπεζίτες και/ή εμφανίζονταν ως σύμβουλοι επενδύσεων και/ή άλλως πώς και/ή οι οποίοι τελούσαν σε θέση εμπιστευτική έναντι των Εναγομένων 2 και 3 και/ή σε θέση υπεροχής η οποία επηρέαζε την βούληση των Εναγόμενων 2 και 3 να υπογράψουν ως εγγυητές και/ή να υπογράψουν τις συμφωνίες εγγυήσεως παρουσίασαν στους Εναγόμενους 2 και 3 ότι δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο εάν το έπρατταν και/ή ότι δεν θα πλήρωναν οιοδήποτε ποσό και/ή ότι ήταν πλήρως εξασφαλισμένοι με τον τρόπο που γινόταν η διαδικασία ώστε να μην αναγκασθούν ποτέ να πληρώσουν οιοδήποτε ποσό για τους λογαριασμούς και/ή τρεχούμενο λογαριασμό και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Το επικαλούμενο ουσιώδες γεγονός σε αυτή τη θέση είναι πως η Ενάγουσα παρέστησε ως ανωτέρω την ιδιότητα της στους Εναγόμενους 2 και 3 και τους διαβεβαίωσε ότι ήσαν πλήρως εξασφαλισμένοι. Παρέχεται δε με αρκετή σαφήνεια η σχετική παράσταση και διαβεβαίωση. Θεωρώ ότι η αποκάλυψη του ονόματος του προσώπου που προέβη στην παράσταση δεν αποτελεί λεπτομέρεια του γεγονότος αλλά προσπάθεια εκμαίευσης μαρτυρίας. Το Δικαστήριο δεν αγνοεί την αρχή ότι σε μερικές περιπτώσεις, όπως π.χ. δυσφήμισης ή επίδειξης προσβλητικής συμπεριφοράς ή σκληρότητας η διευκρίνιση των ονομάτων των εμπλεκομένων είναι άμεσα σχετική με την υπεράσπιση της αλήθειας της αναφοράς ή της ουσίας της υπόθεσης (Zierenberg v. Laboudhere
(1893)2 Q.B. 183). Στην υπόθεση Χριστόδουλου Κ. Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 157, λέχθηκε πως: «Σε υποθέσεις δυσφήμισης το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να διατάξει λεπτομέρειες των ονομάτων προσώπων τα οποία εμπλέκονται από τον εναγόμενο σε αναφορά με την υπεράσπιση της αλήθειας της αναφοράς. Αυτό φαίνεται να συνδέεται όχι μόνο προς την ιδιαίτερη υφή, δικογραφική και άλλη, της δυσφήμισης αλλά και προς την αρχή ότι αν οι λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για σκοπούς διευκρίνισης της θέσης του αντιδίκου, δεν μπορεί να υπάρξει άρνηση στην παραχώρηση τους μόνο και μόνο διότι θα έχουν ως επακόλουθο την αποκάλυψη των ονομάτων ενδεχόμενων μαρτύρων.» Η χρονική όμως στιγμή κατά την οποία δόθηκαν οι παραστάσεις και διαβεβαιώσεις, την οποία καλύπτει αοριστία, είναι εύλογο να προσδιορισθεί. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να δοθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με το χρόνο, με το πότε παρασχέθησαν οι ισχυριζόμενες διαβεβαιώσεις. Ως προς την παράγραφο 24 της Έκθεσης Υπεράσπισης το αίτημα έχει ως εξής: «Σχετικά με τις επιμέρους χρεώσεις τις οποίες χαρακτηρίζετε ως «υπερχρεώσεις» παρακαλούμε όπως μας δώσετε πλήρεις λεπτομέρειες όλων των ποσών που αμφισβητείτε καθώς και σε ποιο συνολικό ποσό συμποσούνται οι εν λόγω χρεώσεις.» Αναφέρει η παράγραφος 24 της Έκθεσης Υπεράσπισης: «24. Οι Εναγόμενοι αρνούνται τις παραγράφους 68(α)-(δ) της Έκθεσης Απαίτησης και λέγουν ότι τα ποσά που αναφέρουν οι Ενάγοντες δεν οφείλονται προς αυτούς και/ή είναι υπερδιογκωμένα και/ή περιέχουν παράνομες χρεώσεις και/ή τόκους.» Με αυτή την παράγραφο προβάλλεται ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός περί υπερδιογκωμένων ποσών και παράνομων χρεώσεων. Η Ενάγουσα θα πρέπει να γνωρίζει επακριβώς σε τι συνίσταται το γεγονός αυτό, ώστε να μπορέσει να το αντιμετωπίσει κατά την ακροαματική διαδικασία. Προβάλλοντας οι Εναγόμενοι τον ισχυρισμό περί παράνομων χρεώσεων και ουσιαστικά περί παρανομίας έχουν καθήκον να προσδιορίσουν αυτή. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα παροχής των καθορισμένων ως ανωτέρω καλύτερων και περαιτέρω λεπτομερειών εντός 15 ημερών από σήμερα. Σε περίπτωση κατά την οποίαν οι Εναγόμενοι παραλείψουν να συμμορφωθούν με το εκδοθέν διάταγμα εντός της ταχθείσας προθεσμίας, θα έχουν ως συνέπεια τη μη δυνατότητα παρουσίασης μαρτυρίας προς υποστήριξη των σχετικών ισχυρισμών τους (δέστε Annual Practice 1958 σελ. 460). Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως ανωτέρω. Στο παρόν στάδιο κρίνεται σκόπιμο να μην τεθεί οποιοσδήποτε άλλος όρος. Τα έξοδα θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγοντας-Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτησης όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: (Αίτηση για παροχή λεπτομερειών) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο