← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. OSBORNE HOWARD NIGLEL κ.α., Αρ. Αγωγής 90/2014, 10/1/2017

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. OSBORNE HOWARD NIGLEL κ.α., Αρ. Αγωγής 90/2014, 10/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A4 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 90/2014 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ από τη Λευκωσία Εναγόντων και

  1. OSBORNE HOWARD NIGLEL
  2. OSBORNE HELENA TRACY
  3. ABITARE CONSTRACTING LTD Εναγόμενων -------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 16.5.2016 ΓΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2 ΛΟΓΩ ΠΑΡΑΔΟΧΗΣ Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου 2017 Για τους ενάγοντες - Αιτητές : κα Μ. Πατσαλίδου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους 1 και 2 - καθ΄ ων η αίτηση: κ. Ν. Κούρρης για Ν. Παπαθεοχάρους & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, οι Ενάγοντες - Αιτητές αιτούνται όπως εκδοθεί απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ΄ ων για το ποσό των €60,000 δυνάμει παραδοχής όπως προκύπτει από την επιστολή τους με την οποία παρέχουν στην ενάγουσα διευκρινήσεις και/ή λεπτομέρειες ως προς την παράγραφο 7 της Υπεράσπισης τους. Αναφέρεται στην αίτηση πως τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση των εναγόντων εμφαίνονται στον φάκελο της διαδικασίας και προκύπτουν από την παράγραφο 7 της Υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 2 και την επιστολή με την οποία οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέχουν διευκρινήσεις και/ή λεπτομέρειες ως προς την παράγραφο 7 της Υπεράσπισης τους, η οποία καταχωρήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου στις 21/04/2016 και με την οποία οι εναγόμενοι 1 και 2 παραδέχονται ξεκάθαρα ότι οφείλεται πραγματικά στους ενάγοντες ποσό ύψους €60,
  4. Η αίτηση των εναγόντων βασίζεται στην Δ.24 θ.6, στην Δ.48 1- 4, 8 9 (m), και στην Δ.64, στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, στην γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Οι καθ΄ων η αίτηση εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση και προβάλουν τους ακόλουθους λόγους προς απόρριψη της αίτησης των εναγόντων: Η αίτηση δεν περιέχει όλα τα στοιχεία και/ή είναι αντικανονική και/ή μη σύμφωνη με το νόμο και τους θεσμούς. Οι αιτητές επιχειρούν την έκδοση απόφασης για το ποσό των €60.000 εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 βάση της επιστολής με την οποία οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέχουν διευκρινήσεις και/ή λεπτομέρειες ως προς την παράγραφο 7 της Υπεράσπισης τους. Ωστόσο, το ποσό αυτό δεν δύναται να διαχωριστεί στο παρόν στάδιο από τα υπόλοιπα ποσά τα οποία απαιτούν οι αιτητές στην έκθεση απαίτησης τους αφού το Δικαστήριο οφείλει πρώτα να εξετάσει όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καθώς και την συμπεριφορά των διάδικων μερών τα οποία δεσμεύονται και/ή δεσμεύονταν από συμβατικές υποχρεώσεις. Είναι ορθό ως προς την απονομή της δικαιοσύνης πως όλα τα ποσά εξεταστούν κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής. Η ένσταση των εναγομένων 1 και 2 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου τους κ. Ν. Παπαθεοχάρους και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: Είμαι ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στην παρούσα υπόθεση και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβώ στην κάτωθι δήλωση λόγω του ότι αυτοί απουσιάζουν στο εξωτερικό. Έχω αναγνώσει την αίτηση απόφασης ημερομηνίας 16.5.2016 των αιτητών καθώς και τους λόγους που ισχυρίζονται την έκδοση απόφασης εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και
  5. Υιοθετώ και επαναλαμβάνω τους λόγους που εκτίθενται στην συνημμένη ειδοποίηση ένστασης. Η αίτηση των εναγόντων δεν περιέχει όλα τα στοιχεία και/ή είναι αντικανονική και/ή μη σύμφωνη με τον νόμο και τους θεσμούς. Οι αιτητές με την παρούσα αίτηση τους ημερομηνίας 16.5.2016 επιχειρούν την έκδοση απόφασης για το ποσό των €60.000 εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 βάση ως προς την παράγραφο 7 της υπεράσπισης τους. Ωστόσο, το ποσό αυτό δεν δύναται να διαχωριστεί στο παρόν στάδιο από τα υπόλοιπα ποσά τα οποία απαιτούν οι αιτητές στην έκθεση απαίτησης τους αφού το Δικαστήριο οφείλει πρώτα να εξετάσει όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καθώς και την συμπεριφορά των διάδικων μερών τα οποία δεσμεύονται και/ή δεσμεύονταν από συμβατικές υποχρεώσεις. Είναι ορθό ως προς την απονομή της δικαιοσύνης πως όλα τα ποσά εξεταστούν κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής. Εν όψει των ανωτέρω ειλικρινά πιστεύω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως απορριφθεί η αίτηση των αιτητών ως νομικά και πραγματικά αβάσιμη με έξοδα εις βάρος τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ: Η αίτηση στηρίζεται ουσιαστικά στη Δ.24 θ.6, η οποία έχει ως εξής: "Οιοσδήποτε διάδικος μπορεί, σε οιονδήποτε στάδιο θέματος ή ζητήματος που έγιναν παραδοχές γεγονότος είτε στα δικόγραφα ή διαφορετικά, να αποταθεί στο Δικαστήριο ή Δικαστή για τοιαύτη απόφαση ή διάταγμα που θα δικαιούται σύμφωνα με τις τοιαύτες παραδοχές, χωρίς να περιμένει την αποπεράτωση οιουδήποτε άλλου ζητήματος μεταξύ των διαδίκων και το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί μετά από τέτοια αίτηση να εκδόσει τέτοιο διάταγμα ή να δώσει τέτοια απόφαση που θα κρίνει δικαία". Ο πιο πάνω θεσμός αντιστοιχεί με την παλαιά αγγλική 0.32 r.6, η οποία είναι ταυτόσημη. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958, στις σελ. 736 και 737: "This rule enables the plaintiff or defendant to get rid of so much of the action as to which there is no controversy" ............................... The Court will not allow final judgment to be signed upon admissions in a pleading or affidavit, unless the admissions are clear and unequivocal". Όπως εξηγείται περαιτέρω στη σελ. 738, σε κάθε περίπτωση η εξουσία του δικαστηρίου είναι διακριτική και ο εν λόγω θεσμός δεν προορίζεται για εφαρμογή όταν υπάρχει οποιοδήποτε σοβαρό νομικό ζήτημα να προβληθεί και συζητηθεί. Εν σχέσει με την αγγλική 0.32 r.6 στην υπόθεση Sol Ferries Ltd κ.α v. Naoum Agency Ltd κ.α, (Αγωγή Ναυτοδικείου)

(1985)1 C.L.R 73, υιοθετήθηκε απόσπασμα από την Ellis v. Allen (1911 - 1913) All E.R. Rep. 906 με βάση το οποίο ο εν λόγω θεσμός τυγχάνει εφαρμογής οποτεδήποτε υπάρχει καθαρή παραδοχή γεγονότων λόγω της οποίας είναι αδύνατο για το διάδικο που έχει προβεί σ' αυτήν να επιτύχει. Στην υπόθεση Τσιμεντοποιία Βασιλικού Λτδ ν. Μακαρίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 370, ο τότε Νικήτας, Δ., απαγγέλλοντας την ομόφωνη Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου άρχισε με τα ακόλουθα: (σελ. 372) «Η Δ.24 θ.6 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού παρέχει την ευχέρεια σε διάδικο - οποτεδήποτε κατά την εκκρεμοδικία αγωγής - να αποταθεί για την έκδοση απόφασης κατά αντιδίκου του κατόπιν παραδοχών του τελευταίου, είτε στις έγγραφες προτάσεις είτε διαφορετικά, στην οποία ο διάδικος δικαιούται με βάση τέτοιες παραδοχές. Αυτό μπορεί να συμβεί χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναμένει την έκβαση οποιουδήποτε διαμφισβητούμενου στην υπόθεση ζητήματος. Είναι μια από τις δικονομικές διατάξεις που αποσκοπούν στην ταχεία διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων με την επίσπευση των σχετικών μηχανισμών που ισχύουν για τα αμφισβητούμενα επίδικα θέματα που, φυσικά, διατηρούνται εν ζωή μέχρι την τελική ετυμηγορία του δικαστηρίου.» Ακολούθως στην σελ. 375 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η φύση των παραδοχών κάτω από τη Δ.24 θ.6 στην οποία είναι θεμιτό να βασισθεί δικαστήριο για την έκδοση απόφασης πρέπει να είναι τέτοια που να κλείνει κάθε δρόμο για την προβολή υπεράσπισης. Αυτό είναι το πνεύμα της σχετικής νομολογίας: Ellis v. Allen (1911-1913) All E.R. Rep. 906, Technistudy Ltd v. Kelland
(1976)3 All E.R. 632 και Murphy v. Culhane
(1976)3 All E.R.
  1. Βλέπε επίσης την απόφαση του Γ. Νικολάου, Π.Ε.Δ. στην υπόθεση 878/89 Νίκος Χριστοφή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ & Άλλου, ημερομηνίας 6/2/
  2. Η εφεκτικότητα στη χρήση της διάταξης για πρόωρη απόφαση, εκτός φυσικά στην περίπτωση που μια παραδοχή δεν αφήνει περιθώρια υπεράσπισης, υπογραμμίζει εμφαντικά και την ανάγκη για προσεκτική στάθμιση των δεδομένων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης.» Στην υπόθεση Ελληνίδης κ.α. ν. Καζαντζιάν
(1990)1 Α.Α.Δ. 128, ο Πικής, Δ. όπως ήταν τότε, ανέφερε τα ακόλουθα: (σελ. 132) «Η αντιμετώπιση του ουσιαστικού θέματος που εγείρεται με την Έφεση δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία. Οι διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας δεν παρέχουν ευχέρεια για τον προσδιορισμό παραδοχής γεγονότων ή τη διαπίστωση ευρημάτων έξω από το πλαίσιο της δίκης και ανεξάρτητα από την υποβολή Αίτησης για την έκδοση Απόφασης για οποιοδήποτε μέρος της απαίτησης γίνεται παραδεκτό (Δ.24, θ.6). Τα επίδικα θέματα είναι εκείνα τα οποία προσδιορίζονται στη δικογραφία. Η διαπίστωση γεγονότος έξω από το πλαίσιο της δίκης και ανεξάρτητα από την ετυμηγορία του Δικαστηρίου δεν είναι επιτρεπτή εκτός εκεί που γίνεται ειδική πρόβλεψη από τους δικονομικούς θεσμούς όπως είναι η περίπτωση της Δ.24, θ.6.» Στην Αγγλική υπόθεση Murphy v. Calhane
(1976)3 All E.R. 533 στην οποία γίνεται αναφορά στην Τσιμεντοποιία Βασιλικού
(1993)πιο πάνω, ο τότε Denning M.R. ανέφερε ότι εάν από τους ισχυρισμούς στα Δικόγραφα δεν μπορούν να διαφανούν τα πραγματικά γεγονότα χωρίς περαιτέρω διερεύνηση, τότε δεν είναι ορθό να εκδίδεται Απόφαση. Στην Αγγλική Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) 1958 αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα στο κεφάλαιο που αφορά την τότε Δ.32, θ.6, που αντιστοιχούσε στην Κυπριακή Δ.24, θ.6: «O.32, r.6: Judgment or order upon admissions of facts: Admissions must be Clear. - The Court will not allow final judgment to be signed upon admissions in a pleading or affidavit, unless the admissions are clear and unequivocal (Landergan v. Feast, 34 W. R. 691; Hughes v. London, etc., Assurance Co., 8 T.L.R. 81; cf Ellis v. Allen, [1914] 1 Ch. 904). The plaintiff must have a clear case, and the mere admission or non-denial by the defendant of a right asserted by plaintiff, but which in fact has no existence in law, is not sufficient to entitle the plaintiff to a judgment establishing the right (Chilton v. Corporation fo London, 7 Ch. D. 735; and see Gilbert v. Smith, 2 Ch. D. 686, judgment of Melish, L.J.; Rutter v. Tregent, 12 Ch. D. 758; Landergan v. Feast, 34 W.R. 691)." Aπό τις πιο πάνω νομικές αρχές προκύπτει ότι λόγω του ότι η Δ.24, θ.6 παρέχει μια εξαιρετικά δραστική ευχέρεια, το Δικαστήριο θα πρέπει να αντιμετωπίζει με προσοχή και κάποια επιφυλακτικότητα τυχόν επίκληση της. Μόνο σε αποκρυσταλλωμένες περιπτώσεις παραδοχών το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρά στην έκδοση Απόφασης στερώντας από τον ένα διάδικο το δικαίωμα να ακουστεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Στην υπό κρίση περίπτωση, κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των εναγόντων - αιτητών και των εναγομένων 1 και 2 έχουν καταθέσει γραπτώς τις αγορεύσεις τους προς υποστήριξη των θέσεων και εισηγήσεων τους, το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί από το δικαστήριο και λαμβάνεται υπόψη, χωρίς ανάγκη επανάληψης του, εκτός εάν τούτο κριθεί αναγκαίο. Κρίνω ορθό όπως αρχικά εξετάσω το ζήτημα που θίγουν οι συνήγοροι των εναγόντων - αιτητών στην γραπτή τους αγόρευση και αφορά το γεγονός ότι η ένσταση των εναγομένων 1 και 2 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του συνήγορου τους. Η ενέργεια και τακτική των δικηγόρων να δίδουν μαρτυρία σε υποθέσεις έχει χαρακτηρισθεί σε πλείστες αποφάσεις σαν απαράδεκτη και αποφευκτέα, αν και δεν προσκρούει σε οποιαδήποτε νομοθετική απαγόρευση (Andreou v. Andreou
(1969)1 C.L.R 533, In re Efthymiou
(1987)C.L.R. 329). Τονίζεται η ανάγκη όπως η πρακτική αυτή να αποφεύγεται εκτός αν υφίσταται αδήριτη ανάγκη η οποία θα εξυπηρετούσε την απονομή της δικαιοσύνης. Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας μας ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα δικηγόρος, εφόσον έχει καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα γεγονότων, κωλύεται λόγω ασυμβίβαστου να συνεχίσει να ενεργεί ως δικηγόρος του διαδίκου πελάτη του (In re Eftymiou
(1987)1 C.L.R 319 και D. Rybolovlev v. E. Rybolovlena και M. Holdinngs Ltd v. E. Rybolovleva, Πολικές Εφέσεις αρ. 130/2009 και 131/2009 ημερομηνίας 29/1/2010). Στις περιπτώσεις δε που ο ομνυών είναι δικηγόρος, κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται εκεί που δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Παρά το ότι πρόκειται, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, για ενέργεια και τακτική απαράδεκτη και αποφευκτέα, στην κρινόμενη περίπτωση, λαμβάνω υπόψη μου ότι πλείστα από αυτά που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του συνηγόρου των εναγομένων 1 και 2 καθ΄ων η αίτηση, υπό μορφή γεγονότων, προκύπτουν και από τον φάκελο της διαδικασίας ώστε να ήταν απαραίτητη η επιβεβαίωση τους από πρόσωπο που έχει προσωπική γνώση. Επίσης, ο ενόρκως δηλών, με την ένορκη του δήλωση δηλώνει ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από τους εναγόμενους 1 και 2 - αιτήτες να προβεί σε ένορκη δήλωση για σκοπούς υποστήριξης της αίτησης τους. Επίσης θεωρώ πως δίδεται εξήγηση από τον ενόρκως δηλούντα βασισμένη κυρίως στη απουσία των εναγομένων 1 και 2 στο εξωτερικό σύμφωνα με την υπόθεση D. Rybolovlev (πιο πάνω) και καταλήγω πως να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου η μαρτυρία αυτή να μην γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Προχωρώντας για σκοπούς εξέτασης της ουσία του αιτήματος, καταγράφω συνοπτικά τους ισχυρισμούς των εναγόντων που προβάλλονται με την έκθεση απαίτησης τους και αντίστοιχα τους ισχυρισμούς των εναγομένων 1 και 2 που προβάλλονται στην έκθεση υπεράσπισης τους. Η Έκθεση Απαίτησης: Οι ενάγοντες οι οποίοι διεξάγουν τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο, παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 και 2 δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 6.11.2007 δάνειο ύψους €88.000,00 με όρους αποπληρωμής και εγγύηση παραχωρηθείσα από την εναγομένη 3 .Οι Εναγόμενοι 1 και 2 με έγγραφη συμφωνία εκχώρησαν, κατ' ισχυρισμό των εναγόντων, τα δικαιώματα τους τα οποία απορρέουν από πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 6.11.2007 το οποίο συνήφθη μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 από τη μια και των Εναγομένων 3 από την άλλη, δυνάμει του οποίου οι Εναγόμενοι 1 και 2 αγόρασαν από τους Εναγόμενους 3 ένα διαμέρισμα στην Πάφο. Στην παράγραφο 23 του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου τίθενται οι ισχυρισμοί ότι οι Ενάγοντες τερμάτισαν την πιο πάνω συμφωνία δανείου ενόψει οφειλόμενων ποσών κατά παράβαση της εν λόγω συμφωνίας δανείου, οπότε με το παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης τους, οι Ενάγοντες, με διάφορα αιτητικά, επιδιώκουν την είσπραξη του ποσού των €80.973,09 δυνάμει της πιο πάνω ισχυριζόμενης συμφωνίας δανείου και δυνάμει των πιο πάνω ισχυριζόμενων εξασφαλίσεων καθώς και διατάγματα σχετικά με το ακίνητο που ήταν το αντικείμενο του πωλητήριου έγγραφου ημερομηνίας 6.11.
  1. Η Υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2 : Με την Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται όλους τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς των εναγόντων που προβάλουν με την έκθεση απαίτησης τους και σχετίζονται με την παραχώρηση του δανείου και των εξασφαλίσεων. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που αποδειχτεί η εγκυρότητα των συμβάσεων το υπόλοιπου του δανείου δεν είναι ως αναφέρεται στην παράγραφο 24 της έκθεσης απαίτησης αλλά πολύ μικρότερο. Επίσης άνευ βλάβης των πιο πάνω ισχυρισμών τους, οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες προέβαιναν σε χρεώσεις τόκων πέραν του επιτρεπόμενου δια νόμου ορίου και/η ανατοκισμού και/ή σε παράνομες και αδιευκρίνιστες χρεώσεις και/ή χρεώσεις τις οποίες δεν είχαν δικαίωμα να προβούν γεγονός το οποίο δημιουργεί ακυρότητα ως προς αιτούμενο ποσό. Περαιτέρω και σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Στα πλαίσια παροχής περαιτέρω και καλύτερων διευκρινήσεων, οι ενάγοντες μέσω των δικηγόρων τους, μεταξύ άλλων, ζήτησαν δια επιστολής τους ημερομηνίας 07/04/2016, τις ακόλουθες διευκρινήσεις: «Ως προς την παράγραφο 7 της έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 Ζητούμενες διευκρινήσεις: «α) Ποιο είναι το ποσό που οφείλεται στους Ενάγοντες και το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόμενων 1 και 2 είναι μικρότερο από τα αναφερθέντα στην παράγραφο 24 της Έκθεσης Απαίτησης;» Ο συνήγορος των εναγομένων 1 και 2 με επιστολή του 21/04/2016 απάντησε τα ακόλουθα: «Περαιτέρω διευκρινήσεις και/ή λεπτομέρειες ως προς την παράγραφο 7 της υπεράσπισης των εναγόμενων 1 και 2: Α και Β. Το ποσό το οποίο οφείλεται πραγματικά στους ενάγοντες είναι του ύψους των €60.000,00 και όχι του ύψους των €80.973,09 λόγω του ότι οι ενάγοντες προέβαιναν σε υπερχρεώσεις και/ή παράνομες χρεώσεις και/ή παρά των συμφωνηθέντων. Ειδικότερα οι ενάγοντες υπολογίζοντας το υπόλοιπο του ποσού του επιτοκίου διαιρούν δια 360 ημέρες ενώ εισπράττουν για 365 ημέρες. Η συγκεκριμένη ρήτρα η οποία επιτρέπει στους ενάγοντες να πράττουν ως ανωτέρω αποτελεί καταχρηστική ρήτρα. Επιπρόσθετα ο υπολογισμός του υπολοίπου ποσού της δανειακής σύμβασης από τους εναγόντες βάση του τόκου υπερημερίας 12% ετησίως αποτελεί και αυτή καταχρηστική τακτική. Το συμφωνηθέν επιτόπιο βάση της δανειακής σύμβασης που υπέγραψαν οι εναγόμενοι μετά τους ενάγοντας έχει συμφωνηθεί αρχικά στο 5% με δικαίωμα διακύμανσης από τους ενάγοντες. Ωστόσο, η επιβολή τόκου πέραν του έκνομου επιτρεπομένου επιτοκίου 2% δεν επιτρέπει στους ενάγοντες να ανακτήσουν οποιαδήποτε ποσά από τους εναγόμενους.» Με βάση το περιερχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση των εναγομένων 1 και 2 δεν προκύπτει ισχυρισμός άρνησης της προηγούμενης παραδοχής που περιέχεται πιο πάνω και αφορά το ποσό των €60,
  2. Συνεπώς η δήλωση ότι «Το ποσό το οποίο οφείλεται πραγματικά στους ενάγοντες είναι του ύψους των €60.000,00» πρόκειται για καθαρή παραδοχή γεγονότων. Είναι όμως η θέση των εναγομένων 1 και 2 και του συνηγόρου τους, ότι το ποσό των €60,000.- δεν δύναται να διαχωριστεί από τα υπόλοιπα ποσά που οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον τους αφού το Δικαστήριο οφείλει πρώτα να εξετάσει όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καθώς και την συμπεριφορά των διάδικων μερών. Εάν διαχωριστεί, αναφέρουν, το ποσό των €60,000 από το σύνολο του αξιούμενου ποσού, προκύπτει το εύλογο ερώτημα ποιος θα είναι το τόκος που επιβαρύνει το ποσό αυτό και από πότε θα ξεκινήσει η επιβάρυνση καθώς και το δικαίωμα ανατοκισμού του ποσού και ισχυρίζονται πως το συγκεκριμένο ερώτημα δύναται να ξεκαθαρίσει μόνο στην ακροαματική διαδικασία. Επιπρόσθετα είναι η θέση των εναγομένων 1 και 2 καθώς και του συνηγόρου τους, ότι δεν μπορεί να εκδοθεί απόφαση για το ποσό των €60,000 καθότι θα πρέπει να εξεταστεί η συμπεριφορά των διάδικων μερών και η οποία θα διαφανεί μόνο κατά την ακροαματική διαδικασία όπου θα εξεταστούν οι μάρτυρες από κάθε πλευρά όπου θα διαφανεί η καταχρηστική τακτική που ακολουθούσε η ενάγουσα εναντίον των εναγόμενων 1 και
  3. Με δεδομένο ότι η παραδοχή είναι ξεκάθαρη το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτά που ο συνήγορος των εναγομένων 1 και 2 θίγει και καταγράφονται πιο πάνω συνιστούν με βάση την νομολογία και τα γεγονότα της υπόθεσης εμπόδιο στην έκδοση απόφασης δυνάμει της Δ.24 θ.
  4. Σε ότι αφορά το ζήτημα του τόκου, η αίτηση δεν περιλαμβάνει και δεν αφορά την επιδίκαση τόκου επί του πιο πάνω ποσού ώστε να πρέπει το δικαστήριο να αποφασίσει επί τούτο. Το ζήτημα του τόκου, παραμένει επίδικο θέμα αφού οι εναγόμενοι 1 και 2 αμφισβητούν και προβάλλουν με την έκθεση υπεράσπισης τους ισχυρισμό για χρεώσεις τόκων πέραν του επιτρεπόμενου δια νόμου ορίου. Σε ότι αφορά το δεύτερο σκέλος της εισήγησης, θεωρώ ότι η έκδοση απόφασης για το ποσό που οι εναγόμενοι 1 και 2 παραδέχονται ότι οφείλουν στους ενάγοντες δεν εμποδίζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στην ανίχνευση της συμπεριφοράς των εναγόντων που οι εναγόμενοι τους καταλογίζουν και οι οποίες είναι συνυφασμένες με το σύνολο του ποσού που αξιώνουν εναντίον τους και ξεπερνά το ποσό το οποίο πραγματικά οφείλεται στους ενάγοντες όπως οι ίδιοι παραδέχονται. Άλλωστε είναι οι ενάγοντες που θα πρέπει να προσκομίσουν μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών τους για το σύνολο του αξιούμενου ποσού και πως αυτό προκύπτει. Κατά συνέπεια τίποτε από αυτά που προβάλουν οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν συνιστούν βάσιμο λόγο για την μη έγκριση της αίτησης. Με δεδομένο ότι παραμένει ως επίδικο θέμα το ζήτημα του τόκου και το υπόλοιπο αξιούμενο ποσό από τους ενάγοντες καθώς και τα αιτούμενα διατάγματα που σχετίζονται με τις δοθείσες εξασφαλίσεις, μ' έχει προβληματίσει το κατά πόσον η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για αναστολή εκτέλεση της απόφασης, παρά το ότι δεν υπήρξε τέτοια εισήγηση. Σύμφωνα με την Δ.40 θ. 7 (β) το δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να πράξει κάτι τέτοιο είτε κατά, είτε μετά το χρόνο που δίδει την απόφαση του, δηλαδή να αναστείλει για οποιαδήποτε χρονική περίοδο ήθελε κρίνει πρέπουσα. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνω υπόψη μου όλα τα προαναφερθέντα που έχουν να κάνουν με το ζήτημα του τόκου ως επίσης και τα λοιπά επίδικα θέματα που έχουν να κάνουν με τις δοθείσες εξασφαλίσεις και συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, κρίνω ορθότερο όπως ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης μέχρι τελικής εκδίκασης της αξίωσης. Κατάληξη Με βάση όλα τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ' ων 1 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσόν των €60.000 πλέον τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η εκτέλεση της απόφασης αναστέλλεται μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής. (Υπ.)........... Κ. Κουνίδου Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.