ALPΗA BANK CYPRUS LTD ν. T. ANTONIOU DEVELOPERS LTD κ.α., Aρ. Αγωγής: 402/2016, 31/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Aρ. Αγωγής: 402/2016 Μεταξύ: ALPΗA BANK CYPRUS LTD, από την Λευκωσία Εναγόντων - και - T. ANTONIOU DEVELOPERS LTD, από τη Γεροσκήπου Τίτος Αντωνίου, από τη Γεροσκήπου Εναγομένων -------------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους 1 και 2 - αιτητές: κ. Σ. Ζαννούπας Για τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση: Α. Πολυδώρου -------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 1.6.2016 Α Π Ο Φ Α Σ Η Για να αντιληφθεί κανείς τη φύση και θεραπεία που επιδιώκουν οι εναγόμενοι 1 και 2 - αιτητές με την παρούσα αίτηση τους, πρέπει να ανατρέξει στο ιστορικό της δικογραφίας, το οποίο θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω. Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 15/03/2016 και επιδόθηκε, σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης που βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης, προσωπικά στον εναγόμενο 2 στις 05/04/2016 και για την εναγόμενη 1 της οποίας διευθυντής είναι ο εναγόμενος 2, στον εναγόμενο 2 την ίδια ημέρα. Παρελθούσης της προθεσμίας για καταχώρηση εμφάνισης από τους εναγομένους 1 και 2, οι ενάγοντες, στις 19/04/2016 καταχώρησαν μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον τους δυνάμει της Δ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 10/05/
- Στις 10/05/2016 το δικαστήριο επιλήφθηκε της πιο πάνω αίτησης και στην απουσία εμφάνισης από τους εναγόμενους 1 και 2, αφού βεβαιώθηκε ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε κανονικά σε αυτούς, σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης του επιδότη (Τεκμήρια 1 και 2), προχώρησε και έκδωσε απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ως η έκθεση απαίτησης, πλέον έξοδα. Με αίτηση που έχει, μεταξύ άλλων, ως νομική της βάση την Δ.48 θ.1 - 6 και 9 (h), την Δ.64, την Δ.16 θ.7, Δ.17 θ.10 και την Δ.26 θ. 1-14 , οι εναγόμενοι 1 και 2 επιδιώκουν τον παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης η οποία αφορά το Ηποσό των €143.725,54 πλέον τόκους και έξοδα και περιλαμβάνει διατάγματα αναφορικά με τις Υποθήκες Υ7815/07, Υ7817/07 και Υ3928/08 και την εκποίηση τους για κάλυψη πιο πάνω ποσού και των εξόδων. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2, το περιεχόμενο της οποίας χωρίζεται σε δύο σκέλη, το πρώτο που περιλαμβάνει τις παραγράφους 4 μέχρι 19 αφορά τους λόγους που οδήγησαν στην μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 και το δεύτερο σκέλος της, που είναι οι παράγραφοι 25 μέχρι 26, καλύπτουν την υπεράσπιση των εναγόμενων 1 και 2 που έχουν και θα εγείρουν αν τους επιτραπεί έναντι της απαίτησης των εναγόντων. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση των εναγομένων 1 και 2 και προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Οι εναγόμενοι - αιτητές δεν έχουν καμία υπεράσπιση στην αγωγή.
- Οι εναγόμενοι - αιτητές καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να καταχωρήσουν εμφάνιση επιδεικνύοντας περιφρόνηση προς την Δικαστική διαδικασία.
- Οι εναγόμενοι - αιτητές με την αίτηση τους κάνουν κατάχρηση της διαδικασίας. Η ένσταση των εναγόντων υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Κ. Βρυώνη Μενέλαου, ο οποίος, όπως αναφέρει, βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγόντων και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Με την ένορκη του δήλωση, αρνείται τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση που σχετίζονται με τις ενέργειες των εναγομένων μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, επαναλαμβάνει και εξειδικεύει τους λόγους της ένστασης, αναφέρεται στα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης και απορρίπτει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του αιτητή ως προς την ύπαρξη καλής υπεράσπισης, τέλος ζητά απόρριψη της αίτησης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και της ένστασης, υποστηρίζοντας με σχετικές αγορεύσεις η κάθε πλευρά την θέση της. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Επίσης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη οτιδήποτε οι συνήγοροι των διαδίκων αναφέρουν στις γραπτές τους αγορεύσεις. Επιγραμματικά να αναφέρω ότι σε αυτές αφού γίνεται αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης, προβάλλονται αντίστοιχες εισηγήσεις ως προς την ύπαρξη των στοιχείων εκείνων που συνηγορούν από την μια στην αποδοχή του αιτήματος ενώ από την άλλη στο ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ενόψει της μη τήρησης των δύο προϋποθέσεων που νομολογιακά έχουν καθιερωθεί. Επίσης αναφορά σε αυτές, γίνεται και σε νομολογία επί του θέματος, αρκετές δε από τις αποφάσεις που επικαλούνται οι συνήγοροι των διαδίκων , αναφέρονται πιο κάτω κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής του θέματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ: Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.17 θ. 10 είναι αυτές που διέπουν το παραμερισμό της απόφασης δυνάμει της Δ.33 θ.5 και της Δ.26 θ.14 Η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου αποτελεί ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, το οποίο οφείλει κατά την άσκηση της να σταθμίσει δύο σημαντικούς παράγοντες: α) Την αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και η απόφαση η οποία εκδίδεται κανονικά να παραμένει ως έχει δηλαδή την διαφύλαξη της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων (Finality of judgments) με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη αλλά και γενικότερα την κοινωνία και β) Την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης Αναφορικά με πιο πάνω θέμα η νομολογία είναι αρκετά διαφωτιστική. Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί στην αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All ER 646, έχουν υιοθετηθεί στις Κυπριακές αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 και Μilouca Motor Trading Ltd v. Κόυρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 941, Κourbatova v. Rousos Leisure Industries Ltd
(2001)1 (A) A.Α.Δ 345, Βοθροτεξ Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1(Α) Α.Α.Δ 339 κ.α. Το τι συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, διατυπώνεται στην υπόθεση Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 (σελ 1345 - 1346) ως εξής: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17 θ. 10, εξουσία η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό το στάδιο λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut fit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχτηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» Σύμφωνα με την νομολογία για να επιτύχει ο αιτητής τον παραμερισμό μίας απόφασης θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του και εφ΄ ετέρου να δώσει επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη του να εμφανιστεί στην διαδικασία. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (βλ. Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin Πολιτική Έφεση 11606 ημερομηνίας 25.10.2004) Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε κα η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης ( βλ. Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχω αντιληφθεί ποιό ήταν το πραγματικό εμπόδιο που αντιμετώπισαν οι εναγόμενοι 1 και 2 για να καταχωρήσουν εγκαίρως την εμφάνιση τους. Οι εναγόμενοι, ενώ είχαν χρόνο να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης μετά την επίδοση της αγωγής και αφού ήδη αποτέθηκαν σε δικηγόρο, δεν εξηγούν γιατί το σημείωμα εμφάνισης, έστω και εάν το πρώτο ραντεβού με τον δικηγόρο τους ακυρώθηκε και πραγματοποιήθηκε στην συνέχεια στις 21.4.2016, δεν καταχωρήθηκε και έγινε προσπάθεια να καταχωρηθεί στις 12.5.2016, δηλαδή 37 ημέρες μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Ο ενόρκως δηλών στην αίτηση, δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικά με τον χρόνο της υπογραφής διοριστήριων προς τον κ. Σάββα για την καταχώρηση εμφάνισης, αλλά αναφέρεται μόνο στα έγγραφα που του ζητήθηκαν σε σχέση με την υπεράσπιση τους τα οποία αναζητούσε για να του τα παραδώσει. Λαμβάνοντας υπόψη, ότι είχαν υπογραφεί τα διοριστήρια από τους εναγόμενους, εφόσον στις 12.5.2016 ο δικηγόρος κ. Σάββα μετέβηκε στο Πρωτοκολλητείο για την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, γιατί ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει πότε αυτά υπογράφηκαν και σε ποια συνάντηση και γιατί δεν καταχωρήθηκε η εμφάνιση τους εγκαίρως; Τα όσα αναφέρει ο εναγόμενος 2 ενόρκως δηλών, σχετίζονται με την ετοιμασία της υπεράσπισης και δεν δικαιολογεί ούτε αναφέρει τον λόγο αλλά και ποιο ήταν το εμπόδιο ώστε να μην καταχωρηθεί η εμφάνισης τους εγκαίρως. Το ότι τα δικαστήρια ήταν κλειστά για τα τις διακοπές του Πάσχα, που ήταν όμως μόνο για λίγες ημέρες, γεγονός το οποίο ο εναγόμενος 2 επικαλείται στην ένορκη του δήλωση, δεν προκάλεσε κάποιο εμπόδιο στην έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από του εναγόμενους, η επίδοση έγινε στις 5/4/2017 και το Πάσχα ήταν την 1/5/
- Οι μόνες ημέρες που δεν λειτουργούσε το Πρωτοκολλητείο του δικαστηρίου, ήταν από τις 29/4/2016 μέχρι 2/5/2016 ενώ επαναλειτούργησε στις 3/5/2016, όπου μπορούσαν και πάλι οι εναγόμενοι να καταχωρήσουν το σημείωμα εμφάνισης τους. Η πρώτη εργάσιμη ημέρα για το Πρωτοκολλητείο του δικαστηρίου ήταν 3/5/2016 και όχι 9/5/2016 που αναφέρει ο ενόρκως δηλών στην ένορκη του δήλωση, η ημερομηνία 9/5/2016 ήταν η πρώτη εργάσιμη ημέρα για τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται πολιτικών υποθέσεων. Επίσης η απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2 εκδόθηκε στις 10/5/2026 και όχι στις 9/5/2016 που αναφέρει ο εναγόμενος 2 στην ένορκη του δήλωση του. Ο εναγόμενος 2, μπορεί κατά τον ίδιο να προβάλλει λόγους για την μη εμφάνιση των εναγομένων 1 και 2, αλλά ουσιαστικά αυτοί δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτοί από το Δικαστήριο ενόψει όλων των πιο πάνω. Πρόκειται κατά την άποψη μου για εκ των υστέρων δικαιολογίες ώστε η συμπεριφορά των εναγομένων να μην χαρακτηριστεί από έλλειψη επαρκούς και συνεχούς ενδιαφέροντος για την υπόθεση τους μετά την επίδοση της αγωγής και κατά τον κρίσιμο χρόνο που έπρεπε να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Καταλήγω υπό τις περιστάσεις ότι οι λόγοι που προβάλλονται από τους εναγομένους 1 και 2 για μη εμφάνιση τους στην υπόθεση δεν είναι ικανοποιητικοί. Το επόμενο ζήτημα που θα εξετάσω αφορά την προβολή υπεράσπισης από μέρους των εναγομένων 1 και
- Σημειώνεται ότι εκείνο που διερευνά το δικαστήριο δεν είναι αν έχει αποδειχθεί υπεράσπιση, αλλά ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και σε αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου ν. Αρίστου Καναουρίδου Π.Ε. 10015/26.4.99 Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 AAΔ.1 Γ 1774). Από την άλλη όμως ο αιτών διάδικος, έχει υποχρέωση να παραθέσει στοιχεία και λεπτομέρειες της επικαλούμενης υπεράσπισης του, πείθοντας έτσι το δικαστήριο για το εύλογο αυτής (βλ. Πίττας ν Unigoods Trading Co Ltd
(2004)1 AAΔ 1761). Όπως στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.α ν. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 A.A.Δ Πολιτική Έφεση 9153 ημερομηνίας 31.10.1996: «Το βάρος απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επαναεκδικαστεί η υπόθεση επί της ουσίας» Η σημασία της κατάδειξης από την ένορκη δήλωση της ύπαρξης υπεράσπισης έχει τονιστεί με εμφαντικό τρόπο στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ (πιο πάνω) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρόμοιας φύσεως κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν την δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλήν υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε κα η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μονολότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδης, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης» Ο όρος καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να γίνεται κατανοητός με την έννοια της υπόθεσης που δημιουργείται από τον ένα διάδικο χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογηθεί με αντικρουστική μαρτυρία που προβάλλεται από τον άλλο διάδικο. Στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (ανωτέρω) έχει λεχθεί ότι το έργο του Δικαστηρίου όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθονται ενώπιον του ή προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας του Δικαστηρίου, πάνω στο θέμα του απανανοίγματος της υπόθεσης. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν. ΑLPHA BANK LTD Πολική Έφεση 11115 ημερομηνίας 18.6.2002 το Εφετείο στην απόφαση του αναφέρει το εξής απόσπασμα από την απόφαση το Πρωτόδικου Δικαστηρίου: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή.» Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Γεώργιος Δανιήλ ν. Ελληνικής Τράπεζα Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A7, Πολιτική Έφεση 340/2010, ημερομηνίας 17.1.2017, όπου επικυρώθηκε η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απέρριψε την αίτηση του εφεσείοντα για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του, αναφορικά με αυτά που ο εφεσείων ανάφερε στην ένορκη του δήλωση σε σχέση με την υπεράσπιση του λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων, αφού επισύναψε στην ένορκη δήλωσή του τα έγγραφα των συμφωνιών επί των οποίων φέρεται να βασιζόταν η απαίτηση των εφεσιβλήτων στην αγωγή, ακολούθως, επιχείρησε να προβάλει, μέσω αυτής, την υπεράσπισή του. Οι ισχυρισμοί του, σχετικά, ήταν του τύπου ότι «Ουδέποτε το οφειλόμενο ποσό κατέστη πληρωτέο και απαιτητό» και ότι «ουδέποτε η Ενάγουσα τράπεζα τήρησε τις προϋποθέσεις για την είσπραξη του οφειλομένου ποσού από τον πρωτοφειλέτη», (παράγραφος 10.α.). Οι υπόλοιποι τρεις υποπαράγραφοι της εν λόγω παραγράφου, (β έως δ), περιέχουν παρόμοιου τύπου ισχυρισμούς, που αφορούν στην ίδια πιο πάνω πτυχή, δηλαδή την ενεργοποίηση των εν λόγω συμφωνιών. Στη συνέχεια, στην παράγραφο 11, περιλαμβάνονται ισχυρισμοί, με τους οποίους προβάλλεται η θέση ότι η συμφωνία εγγύησης έχει, ουσιαστικά, παύσει να ισχύει. Ο ισχυρισμός στην υποπαράγραφο α. αυτής είναι χαρακτηριστικός ως προς τον τρόπο διατύπωσης της πιο πάνω θέσης. Αναφέρει: «Οι Ενάγοντες μετέβαλαν τους όρους της συμφωνίας των μετά του πρωτοφειλέτη άνευ της συναινέσεως μου και εν αγνοία μου». Στο ίδιο πλαίσιο και με τον ίδιο γενικόλογο τρόπο είναι διατυπωμένοι και οι λοιποί ισχυρισμοί της παραγράφου
- Βασικά, με τους ισχυρισμούς στις παραγράφους 10 και 11 της ένορκης δήλωσης του εφεσείοντος, προβάλλονται νομικές θέσεις, χωρίς να γίνεται, συγχρόνως, αναφορά στους σχετικούς όρους των συμφωνιών και στα γεγονότα, τα οποία θα μπορούσαν να καταδείξουν την παραβίασή τους και, κατά συνέπεια, την ύπαρξη ικανής υπεράσπισης εναντίον της απαίτησης των εφεσιβλήτων, στους τομείς που αυτές αφορούν. Με τον ίδιο γενικό τρόπο, χωρίς, δηλαδή, να υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία, προβάλλεται, από τον εφεσείοντα, και ο ισχυρισμός ότι η εγγύησή του για ποσό Λ.Κ.1.800,00 έχει μετατραπεί σε απαίτηση για το ποσό, περίπου, των Λ.Κ.10.000,00.». Τα πιο πάνω αρμόζουν και εφαρμόζονται στην υπό κρίση περίπτωση. Ο ενόρκως δηλών στην υπό κρίση αίτηση, στην παράγραφο 25 της ένορκης του δήλωσης, καταγράφει τους ισχυρισμούς που θα προβάλουν οι εναγόμενοι 1 και 2 με την υπεράσπισης τους έναντι της απαίτησης των εναγόντων, με γενικόλογο τρόπο. Προβάλει αρχικά κάποιες προδικαστικές ενστάσεις που θα εγείρουν οι εναγόμενοι 1 και 2 και αφορούν ζητήματα αφερεγγυότητας των εναγόντων, αναφέρεται σε διαγραφή και/ή αποκλεισμό της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων λόγω μη συμμόρφωσης με την Δ.19 των Θεσμών Πολικής Δικονομίας, ισχυρίζεται καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής, αναφέρεται σε διάφορα κωλύματα για την έγερση της αγωγής από τους ενάγοντες, προβάλει ισχυρισμούς για παράνομες χρεώσεις, για παραβίαση διαφόρων νομοθετημάτων, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι δεν υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία και διαζευκτικά τον ισχυρισμό ότι και αν ακόμα την υπέγραψαν υπήρξε παραβίαση νομοθετικών διατάξεων και τέλος, στην παρ. 26 της ένορκης του δήλωσης, αναφέρει ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση και για αυτό είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Συνεπώς, έχοντας υπόψη την έννοια που προσδίδεται στον όρο καλόπιστη υπεράσπιση, καταλήγω ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν πείσει το Δικαστήριο ότι έχουν μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον τους καθότι δεν έχουν παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία και λεπτομέρειες που να πείθουν το δικαστήριο για το εύλογο της και για αυτό κρίνω πως η κρινόμενη περίπτωση, δεν μπορεί οδηγήσει σε ανατροπή της τελεσιδικίας και επανάνοιγμα της υπόθεσης τους. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 - αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο