ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Kαλλισθένη Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 499/2015, 18/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A20 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΑΓΙΟΜΑΜΙΤΗ, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 499/2015 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD, από την Λευκωσία Εναγόντων και
- Kαλλισθένη Γεωργίου (Α. Τ. 624193), από την Πάφο
- Eπίσημος Παραλήπτης ως Διαχειριστής της περιουσίας του Γεώργιου Γεωργίου (Α. Τ. 581320) πτωχεύσαντα
- Παναγιώτα Ιωαννίδου (Α.Τ.515703), από την Πάφο
- Μιχάλης Γεωργίου (Α.Τ.555497), από την Πάφο Εναγομένων ---------------------- Ημερομηνία: 18 Ιανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 4/ Αιτητή: κα. Γ. Παπασάββα Για την Ενάγουσα/ Καθ' ης η αίτηση: κα. Σ. Μιχαήλ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 24.06.15 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 4 για το ποσό των €12.935,12 πλέον συσσωρευμένους τόκους από 01.01.15 μέχρι 13.01.15 εκ ποσού €37,86 πλέον τόκο επί των πιο πάνω ποσών προς 9,25% το χρόνο από 14.01.15 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30.06 και 31.12 εκάστου έτους πλέον τα δικηγορικά έξοδα. Η Ενάγουσα στις 17.11.15 ενέγραψε την πιο πάνω δικαστική απόφαση επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγόμενου
- Η προαναφερόμενη επιβάρυνση (ΜΕΜΟ) φέρει τον αριθμό ΕΒ 2200/
- Η εν λόγω πράξη αποτέλεσε την αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία ο Εναγόμενος 4 (στο εξής «Αιτητής») αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες: «Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η εγγραφή της δικαστικής απόφασης στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία εκδόθηκε την 24.06.2015 και καταχωρήθηκε ως τέτοια την 17.11.2015 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου με αριθμό ΜΕΜΟ ΕΒ 2200/2015 προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον της περιουσίας του πιο πάνω Εναγομένου 4, σύμφωνα με τα συνημμένα αντίγραφα με τον σχετικό κατάλογο ακινήτων του Εναγομένου
- Β. Διαζευκτικά και/ή χωρίς να επηρεάζονται τα πιο πάνω, διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου, με την οποία να περιορίζεται η πιο πάνω εγγραφή ΜΕΜΟ με τον αριθμό ΕΒ 2200/2015 επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγομένου 4 δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης δικαστικής απόφασης στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή σε ακίνητα ή μερίδια ακινήτου από τα πιο πάνω προαναφερόμενα ακίνητα, τα οποία να αντιστοιχούν σε αξία στην απαίτηση των Εναγομένων στην ειρημένη αγωγή και/ή σε ακίνητο/ακίνητα τα οποία θα υπερβαίνουν σε αξία της απαίτησης στην ειρημένη αγωγή, τα οποία θα υποδείξει ο Αιτητής.» Η αίτηση βασίζεται στον Νόμο Περί Πολιτικής Δικονομίας Κεφ.6, άρθρα 53, 54, 55 και 71, στην Διαταγή 48 θ.1 μέχρι 4, 8 και 9, στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος, στη Νομολογία, την Πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, και υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις του Αιτητή. Στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 06.10.16 ο Αιτητής αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η αξία της δεσμευμένης με το ΜΕΜΟ ΕΒ 2200/2015 περιουσίας του υπερβαίνει κατά πολύ το εξ αποφάσεως χρέος. Συγκεκριμένα η αξία των ακινήτων που έχουν δεσμευτεί υπερβαίνει το ποσό των €590.000,
- Η ενέργεια της Ενάγουσας να προβεί στη δέσμευση περιουσίας τόσο μεγάλης αξίας για διασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους είναι καταχρηστική και εκβιαστική και του στερεί τη δυνατότητα αξιοποίησης της περιουσίας του, αλλά και τη δυνατότητα να προβεί σε αναδιάρθρωση δανείου που διατηρεί στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου. Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η επιβάρυνση επί του συνόλου των ακινήτων του συνιστά κατάφορη παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος για απόκτηση και/ή κατοχή ακίνητης περιουσίας. Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 03.11.16 ο Αιτητής παρουσίασε ως Τεκμήρια το αντίγραφο του πιστοποιητικού έρευνας της ακίνητης περιουσίας του, καθώς και τις επιστολές της δικηγόρου του προς τη δικηγόρο της Ενάγουσας. Στην αντίπερα όχθη η Ενάγουσα (στο εξής «Καθ' ης η αίτηση») αντέδρασε καταχωρώντας ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην οποία εγείρονται 23 συνολικά λόγοι. Οι λόγοι ένστασης που εγείρει η Καθ' ης η αίτηση μπορούν να συνοψισθούν στις πιο κάτω κατηγορίες:
- Ο νόμος δεν επιβάλλει οποιοδήποτε όριο σε σχέση με την αξία περιουσίας που μπορεί να επιβαρυνθεί με την εγγραφή δικαστικής απόφασης.
- Στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση αφενός δεν αποκαλύπτονται όλα τα γεγονότα και αφετέρου όσα αποκαλύπτονται δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία εμπειρογνώμονα σε σχέση με την αξία των ακινήτων που επιβαρύνονται με το ΜΕΜΟ ΕΒ 2200/2015, ούτε και υπάρχει μαρτυρία για την αξία τους σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική.
- Σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων η Καθ' ης η αίτηση θα τεθεί σε δυσμενή θέση, καθώς η απαίτηση της δεν θα είναι πλέον εξασφαλισμένη.
- Η εγγραφή της δικαστικής απόφασης έγινε ορθά και νομότυπα προς διασφάλιση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του Αιτητή. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Κώστα Βρυώνη, υπαλλήλου της Καθ' ης η αίτηση και σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους μέχρι και την 30.06.16 ανερχόταν στο ποσό των €16.190,24 πλέον τόκους από 01.07.16 μέχρι εξοφλήσεως, καθώς από την έκδοση της απόφασης ουδείς εκ των Εναγομένων περιλαμβανομένου και του Αιτητή κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Υπάρχει σοβαρότατος κίνδυνος σε περίπτωση εκποίησης και πώλησης των ακινήτων που επιβαρύνονται με το ΜΕΜΟ ΕΒ 2200/2015 η απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση να παραμείνει ανικανοποίητη. Αυτό διότι τα πλείστα ακίνητα επιβαρύνονται με προγενέστερες υποθήκες και άλλα ΜΕΜΟ τα οποία ο Αιτητής παραλείπει να αναφέρει στην ένορκη του δήλωση. Περαιτέρω, κάποια εκ των ακινήτων που επιβαρύνονται με το επίδικο ΜΕΜΟ είναι αγροτικά, γεγονός το οποίο τα καθιστά μη εμπορεύσιμα. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση εγγράφοντας την απόφαση επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του Αιτητή ενήργησε νόμιμα προς εξασφάλιση του λαβείν της. Ο Αιτητής αδυνατεί να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος και δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να εξασφαλίσει τα δικαιώματα της η Καθ' ης η αίτηση. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση απέσυρε άνευ βλάβης την αίτηση μηνιαίων δύσεων που καταχώρησε εναντίον του, ενόψει της αδυναμίας του να καταβάλλει μηνιαίως οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Στα πλαίσια της προαναφερόμενης αίτησης μηνιαίων δόσεων ενώ ο Αιτητής είχε προτείνει αρχικά την έκδοση διατάγματος εναντίον του για το ποσό των €70,00 και την καταβολή ποσού €1.000 για απαλλαγή συγκεκριμένου ακινήτου από το επίδικο ΜΕΜΟ, εντούτοις στη συνέχεια υπαναχώρησε. Συνεπώς, υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών, δεν είναι η Καθ' ης η αίτηση που ενήργησε καταχρηστικά με την εγγραφή της απόφασης επί της ακίνητης περιουσίας του Αιτητή, αλλά ο τελευταίος με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης αφού δεδηλωμένος σκοπός του είναι σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση δανείου με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου και να αγνοήσει ουσιαστικά το επίδικο εξ αποφάσεως χρέος. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους να αναπτύσσουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Νομική πτυχή Η εγγραφή μιας δικαστικής απόφασης ως επιβάρυνσης (MEMO) επί ακινήτου ενός εξ αποφάσεως οφειλέτη, αποτελεί μέτρο εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης (βλ. άρθρο 14
(1)(β) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος»)). Η εγγραφή αυτή επενεργεί ως εγγύηση για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους, παρέχοντας δικαίωμα στον εξ αποφάσεως πιστωτή να προωθήσει αίτηση για εκποίηση του ακινήτου που βαρύνεται με την εγγραφή της απόφασης (βλ. άρθρα 53, 22, 23, 24 και 27 του Νόμου). Η εγγραφή ΜΕΜΟ επί ακίνητης ιδιοκτησίας διέπεται ουσιαστικά από το Μέρος V του Νόμου, και πιο συγκεκριμένα από τα άρθρα 53-62 κάτω από τον τίτλο «Επιβάρυνση Γης με Εγγραφή Απόφασης». Στο άρθρο 71 του Νόμου, επί του οποίου ουσιαστικά εδράζεται η υπό κρίση αίτηση, προβλέπεται η δυνατότητα ακύρωσης οποιασδήποτε εγγραφής έγινε δυνάμει του Μέρους V του Νόμου. Ειδικότερα, το άρθρο 71 υπό τον πλαγιότιτλο, «αίτηση για ακύρωση της εγγραφής» προβλέπει ότι: «Κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο την ακύρωση οποιασδήποτε εγγραφής που διενεργήθηκε δυνάμει του μέρους αυτού.» Δεδομένη και εκ του Νόμου αναγνωρισμένη είναι λοιπόν η δυνατότητα εγγραφής μιας δικαστικής απόφασης ως επιβάρυνσης επί ακινήτου εξ αποφάσεως οφειλέτη, η οποία επενεργεί ως εγγύηση για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Συμπεράσματα Το βασικό επιχείρημα και κύριο παράπονο του Αιτητή έγκειται στον ισχυρισμό ότι η αξία των ακινήτων επί των οποίων έχει εγγραφεί η δικαστική απόφαση υπερβαίνει κατά πολύ το εξ αποφάσεως χρέος. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι η αξία των ακινήτων υπερβαίνει συνολικά το ποσό των €590.
- Συνεπώς η εγγραφή της δικαστικής απόφασης επί του συνόλου των προαναφερόμενων ακινήτων παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα του Αιτητή για απόκτηση και/ή κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας και απολήγει σε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της Καθ' ης η αίτηση. Καταρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Αιτητής δεν υποστηρίζει ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 53 του Νόμου αντιστρατεύονται εκείνες του άρθρου 23 του Συντάγματος. Δεν εγείρει επομένως ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 53 του Νόμου. Εν πάση περιπτώσει σημειώνεται ότι η άσκηση του δικαιώματος εγγραφής δικαστικής απόφασης έστω και επί του συνόλου της ακίνητης περιουσίας ενός εξ αποφάσεως χρεώστη δεν επηρεάζει, από μόνη της, το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας κατοχυρώνεται ασφαλώς στο άρθρο 23 του Συντάγματος, στα πλαίσια του οποίου όμως προβλέπεται επίσης ότι η άσκηση αυτού του δικαιώματος δύναται να υποβληθεί σε δεσμεύσεις ή περιορισμούς οι οποίοι είναι αναγκαίοι, ανάμεσα σε άλλα, και για την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων (βλ. άρθρο 23.3 Συντάγματος). Όσον αφορά τώρα την ουσία του επιχειρήματος που προβάλλεται από τον Αιτητή, σημειώνεται ότι κατ' επανάληψη έχει διακηρυχτεί από τη νομολογία ότι η καταχρηστική άσκηση ενός δικαιώματος μπορεί να εκδηλωθεί και να λάβει διάφορες μορφές. Αποτελεί δε καθήκον του Δικαστηρίου, όπου διαπιστώσει τούτο, παρεμβαίνοντας να ανακόπτει τέτοιες συμπεριφορές. Στην προκείμενη περίπτωση η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι υπάρχει κατάχρηση από τη στιγμή που η συνολική αξία των ακινήτων επί των οποίων έχει εγγραφεί η δικαστική απόφαση υπερβαίνει το ποσό των €590.000, ενώ η απόφαση εκδόθηκε για το ποσό των €12.935,12 πλέον τόκους. Θεωρώ σκόπιμο σε αυτό το σημείο να παραθέσω αυτούσιο το άρθρο 53 του Νόμου: «
- Ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής δύναται, όπως ορίζεται πιο κάτω, αφού εγγράψει τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, να καταστήσει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία επι της οποίας ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρο (is beneficially interested) και η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, εγγύηση για την πληρωμή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους.» Από τη γραμματική ερμηνεία του προαναφερόμενου άρθρου προκύπτει ότι ο νομοθέτης δεν θέλησε να διασυνδέσει την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας με το ποσό της δικαστικής απόφασης. Η διατύπωση του άρθρου 53 είναι σαφής και διαλαμβάνει «οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία». Εάν ο νομοθέτης ήθελε να διασυνδέσει την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας με το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους θεωρώ ότι θα το έπραττε ρητά, όπως, τηρουμένων των αναλογιών, έπραξε στο άρθρο 5
(1)του Νόμου. Συγκεκριμένα στο άρθρο 5
(1)περιορίζεται η έκταση του συντηρητικού διατάγματος σε τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας όσο θα είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα. Ως εκ των ανωτέρω, για τους σκοπούς του άρθρου 53 του Νόμου, η αξία της ακίνητης περιουσίας επί της οποίας εγγράφεται δικαστική απόφαση είναι ουδέτερης σημασίας. Συνακόλουθα η εισήγηση της κας. Παπασάββα, ότι από τη σύγκριση της αξίας της ακίνητης περιουσίας με το εξ αποφάσεως χρέος καταδεικνύεται η καταχρηστική συμπεριφορά της Καθ' ης η αίτηση, δεν ευσταθεί. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να σημειωθούν και τα ακόλουθα. Η θέση του Αιτητή ότι η αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας του υπερβαίνει το ποσό των €590.000 παρουσιάζει την εξής εγγενή αδυναμία, η οποία έχει επισημανθεί από μέρους της Καθ' ης η αίτηση. Συγκεκριμένα δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου έκθεση εκτίμησης πραγματογνώμονα η οποία να υποστηρίζει τη θέση του Αιτητή ως προς την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας του. Από την άλλη, ο Αιτητής στις ένορκες δηλώσεις του δεν υποστηρίζει ότι διαθέτει ειδικές γνώσεις αναφορικά με την εκτίμηση ακινήτων. Η θέση του ως προς την αξία των ακινήτων προκύπτει προφανώς από το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (Παράρτημα Β της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του ημερ. 03.11.16). Το Δικαστήριο ωστόσο δεν μπορεί να δώσει την παραμικρή βαρύτητα στις αξίες που καταγράφονται στο Παράρτημα Β. Αυτό διότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία για τον τρόπο υπολογισμού της αξίας των ακινήτων, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να ελέγξει την ορθότητα τους. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι οι αξίες των ακινήτων που καταγράφονται στο Παράρτημα Β αφορούν προφανώς την αγοραία τους αξία. Δεν φαίνεται στο Παράρτημα Β να γίνεται οποιαδήποτε μνεία για την αξία αυτών των ακινήτων σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης τους. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το Παράρτημα Β, στα δύο ακίνητα με την υψηλότερη αξία (ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/10346 και 0/5418) υπάρχουν εμπράγματα βάρη τα οποία προηγούνται του επίδικου ΜΕΜΟ και για τα οποία ουδεμία αναφορά γίνεται στις ένορκες δηλώσεις του Αιτητή. Τέλος, δεν θα ήταν χωρίς σημασία να αναφερθεί ότι η αξία της ακίνητης περιουσίας αποτελεί πάντα μεταβλητό παράγοντα κατά τρόπο που δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με στενούς μαθηματικούς όρους. Ανάλογα με τη συμπεριφορά του εξ αποφάσεως οφειλέτη, το χρέος, σε περίπτωση ως η υπό συζήτηση που είναι τοκοφόρο, δυνατό να αυξάνεται γεγονός που σε συνδυασμό με πιθανή μείωση της αξίας της ακίνητης περιουσίας να καθιστά την αυστηρή μαθηματική προσέγγιση και τους όποιους μαθηματικούς υπολογισμούς ακροσφαλείς. Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο