← Κύπρος

Laouris Home Style Ltd κ.α. ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αριθμός Αίτησης - Έφεσης :- 232/2016, 10/1/2017

Laouris Home Style Ltd κ.α. ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αριθμός Αίτησης - Έφεσης :- 232/2016, 10/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A5 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αίτησης - Έφεσης :- 232/2016 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις Αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ :-

  1. Laouris Home Style Ltd
  2. Νίκος Λαούρης
  3. Ανθή Σταυρινίδου
  4. Ρεβέκκα Ιωάννου Λιασίδη Αιτητές - Εφεσείοντες και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη Ημερομηνία :- Τρίτη 10η Ιανουαρίου 2017 Για τους Αιτητές - Εφεσείοντες :- κος. Ανδρέας Κασιανής για κο. Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Μαριλένα Κάιζερ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη :- κα. Άντρη Νεοφύτου για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 1 Οι αιτητές - εφεσείοντες (στο εξής θα καλούνται οι «εφεσείοντες») έχουν καταχωρήσει την παρούσα αίτηση - έφεση (στο εξής θα καλείται η «έφεση») εναντίον της ειδοποίησης Τύπου «Ι» (στο εξής θα καλείται η «επίδικη ειδοποίηση») η οποία έχει εκδοθεί από την καθ΄ ης η αίτηση - εφεσίβλητη (στο εξής θα καλείται η «εφεσίβλητη»). 2 Η επίδοση της επίδικης ειδοποίησης προνοείται από το εδάφιο

(1)του άρθρου 44Γ των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως (Αρ. 11) του 2015 (στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος»). 3 Υπενθυμίζεται απλά πως το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου προστέθηκε από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2014 142(Ι)/2014 (στο εξής θα καλείται ο «Τροποποιητικός Νόμος του 2014»). Ο Τροποποιητικός Νόμος του 2014 τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δηλαδή στις 9/9/2014 με εξαίρεση περιπτώσεων ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία με ημερομηνία έναρξης της ισχύος από την 1/1/2015. 4 Με τις πρώτες τέσσερεις εξαιτούμενες θεραπείες οι εφεσείοντες ζητούν είτε τον παραμερισμό είτε την ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης ή εναλλακτικά είτε την αναστολή είτε την ακύρωση της διαδικασίας η οποία προβλέπεται από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου ένεκα είτε της ακυρότητας είτε του παραμερισμού της επίδικης ειδοποίησης. Ουσιαστικά τόσο η τρίτη όσο και η τέταρτη θεραπεία συνδέονται άρρηκτα με τις πρώτες δύο θεραπείες με τις οποίες ζητείται είτε ο παραμερισμός είτε η ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης. Με την πέμπτη θεραπεία επίσης ζητείται ο παραμερισμός της επίδικης ειδοποίησης αλλά για το λόγο ότι εκκρεμεί η αγωγή 1343/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ενώ για τον ίδιο λόγο ζητείται με την έκτη θεραπεία η αναστολή της διαδικασίας η οποία προβλέπεται από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου μέχρι την εκδίκαση της προαναφερόμενης αγωγής. 5 Δεν κρίνω σκόπιμο όπως αναφερθώ γενικά στη νομική βάση της έφεσης καθώς σχετικές αναφορές υπάρχουν εντός της απόφασης όπου αυτό κρίνεται βοηθητικό είτε προς επεξήγηση των θέσεων των εφεσειόντων είτε προς αιτιολόγηση της απόφασης. Η έφεση στηρίζεται σε 19 συνολικά λόγους. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως αυτοί προβάλλονται συνδεδεμένα μεταξύ τους με διαζευκτικό και συζευκτικό σύνδεσμο («ή και») στο τέλος του κάθε λόγου έφεσης. Καλούν το Δικαστήριο δηλαδή οι εφεσείοντες όπως η έφεση γίνει δεκτή είτε βάσει ενός ή περισσοτέρων λόγων έφεσης οι οποίοι ενδεχομένως και να συνδέονται μεταξύ τους. Τουλάχιστον με την ίδια τη διατύπωση της προβολής των λόγων έφεσης αυτή η διασύνδεση θεωρείται ως πιθανώς δεδομένη. 6 Με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης η εφεσίβλητη παραθέτει 21 λόγους ένστασης βάσει των οποίων η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. 7 Τόσο η έφεση όσο και η ένσταση υποστηρίζονται από μαρτυρία υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων με επισυνημμένα σε αυτές τεκμήρια. Ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της έφεσης είναι ο εφεσείων 3, δηλαδή ο Νίκος Λαούρης (η ένορκη δήλωση του στο εξής θα αναφέρεται ως η «ένορκη δήλωση Λαούρη») ενώ ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης είναι ο Μιχάλης Κωνσταντίνου, υπάλληλος της εφεσίβλητης (η ένορκη δήλωση του στο εξής θα αναφέρεται ως η «ένορκη δήλωση Κωνσταντίνου»). 8 Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο έφεσης η εφεσίβλητη δεν νομιμοποιείται να αποστείλει την επίδικη ειδοποίηση καθότι αυτή δεν είναι η κατά το Νόμο ενυπόθηκος δανειστής ή διότι η επίδικη υποθήκη ουδέποτε είχε εγγραφεί νόμιμα ή και έγκυρα προς όφελος τη ή και επ΄ ονόματι της. Η μαρτυρία προς υποστήριξη αυτού του λόγου εντός της ένορκης δήλωσης Λαούρη δεν διαφέρει ιδιαίτερα στη διατύπωση της από αυτή του ίδιου του λόγου έφεσης. Ούτε και επισυνάπτονται οποιαδήποτε σχετικά τεκμήρια. Ουσιαστικά η μαρτυρία δεν αποτελεί οτιδήποτε περισσότερο από επανάληψη του λόγου έφεσης. Υπάρχει βεβαίως αναφορά στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης Λαούρη ως προς το ότι η επίδικη υποθήκη συστάθηκε προς εξασφάλιση πιστωτικής διευκόλυνσης η οποία παραχωρήθηκε από την Ελληνική Τράπεζα Λτδ. Προφανώς ο πρώτος λόγος έφεσης εστιάζεται στη διαφορά αυτής της ονομασίας με αυτή της εφεσίβλητης. Με τον λόγο ένστασης 3 η εφεσίβλητη υποστηρίζει πως είναι ο ενυπόθηκος δανειστής ο οποίος υπέγραψε και έστειλε την επίδικη ειδοποίηση και πως η εφεσίβλητη είναι ο ενυπόθηκος δανειστής ενώ με σχετική αναφορά στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης Κωνσταντίνου επισημαίνεται πως κατά το χρόνο εξασφάλισης σχετικών λογαριασμών με την επίδικη υποθήκη το όνομα της εφεσίβλητης ήταν Ελληνική Τράπεζα Λτδ ενώ στην παράγραφο 6 της ίδιας ένορκης δήλωσης περιγράφεται η μετονομασία της εφεσίβλητης σε Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Επισυνάπτονται ως σχετικά τεκμήρια αντίγραφα της επίδικης υποθήκης και του πιστοποιητικού αλλαγής ονόματος. Σαφώς η εφεσίβλητη, ως νομικό πρόσωπο, μετά και από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης και δήλωσης της επίδικης υποθήκης στις 12/6/2002 με ειδικό ψήφισμα την 1/6/2005 άλλαξε το όνομα της και το γεγονός αυτό πιστοποιήθηκε από σχετικό πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος του Έφορου Εταιρειών σύμφωνα και με το εδάφιο
(3)του άρθρου 19 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του ίδιου άρθρου αλλαγή ονόματος από εταιρεία που έγινε βάσει του συγκεκριμένου άρθρου «...δεν επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα ή υποχρεώσεις της εταιρείας ή καθιστά ελαττωματική οποιαδήποτε νομική διαδικασία από ή εναντίον της και οποιαδήποτε νομική διαδικασία που δυνατό να συνεχίζεται ή άρχισε εναντίον της με το προηγούμενο της όνομα, δύναται να συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της με το νέο της όνομα». Έχοντας υπόψη τόσο τη σχετική νομική πτυχή επί του θέματος όσο και τη μαρτυρία την οποία η εφεσίβλητη προσκόμισε ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος. 9 Σύμφωνα με το δεύτερο λόγο έφεσης η επίδικη ειδοποίηση «...είναι πρόωρη ή και αποστάληκε ... πρόωρα καθότι δεν είχε παρέλθει κατά τον χρόνο επίδοσης της ... η ταχθείσα υπό του Νόμου προθεσμία...». Όπως ο ενόρκως δηλών επεξηγεί σε σχέση με αυτό τον λόγο έφεσης και βάσει της νομικής συμβουλής η οποία του δόθηκε (παράγραφος 9.2 της ένορκης δήλωσης Λαούρη) ο λόγος για τον οποίο η επίδικη ειδοποίηση είναι πρόωρη είναι διότι ενώ ήταν απαραίτητη προϋπόθεση προ της αποστολής της επίδικης ειδοποίησης να είχε προηγηθεί η ειδοποίηση Τύπου «Θ» εντούτοις αυτό δεν συνέβη. Εξαιτίας αυτής της παράλειψης εκπλήρωσης από την εφεσίβλητη απορρέουσας υποχρέωσης της σύμφωνα και με το σχετικό Νόμο η επίδικη ειδοποίηση ως αποτέλεσμα είναι πρόωρη και θα πρέπει για αυτό το λόγο να ακυρωθεί ή να παραμεριστεί. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τη θέση ότι ο σχετικός Νόμος θέτει ως προϋπόθεση την αποστολή ειδοποίησης Τύπου «Θ» πριν από την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «Ι». Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 44Β του σχετικού Νόμου καθορίζεται η έννοια της υπερημερίας και η δυνατότητα η οποία στη συνέχεια παρέχεται στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει στη διαδικασία η οποία προβλέπεται στο Μέρος VIA του ίδιου Νόμου. Ενώ σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου
(2)του ίδιου άρθρου καθορίζεται πως οποιαδήποτε ειδοποίηση ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους η οποία αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή όταν αυτός είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο θα συνοδεύεται από την ειδοποίηση Τύπου «Θ». Αυτή η οποιαδήποτε ειδοποίηση ή απαίτηση την οποία θα συνοδεύει η ειδοποίηση Τύπου «Θ» δεν έχει οποιοδήποτε καθορισμένο τύπο σύμφωνα με το σχετικό Νόμο αλλά ούτε και περιορίζεται αριθμητικά. Ούτε και καθορίζεται από το σχετικό Νόμο πως θα πρέπει τέτοια ειδοποίηση ή απαίτηση να σταλεί πριν από οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία δύναται να προχωρήσει ο ενυπόθηκος δανειστής. Δεν αποκλείεται βεβαίως ο ίδιος ο ενυπόθηκος δανειστής να αποστείλει τέτοια γενική ειδοποίηση ή απαίτηση. Απλά ο σχετικός Νόμος καθορίζει πως εάν επιλέξει να στείλει τέτοιου είδους ειδοποίηση ή απαίτηση ο ενυπόθηκος δανειστής τότε, εάν αυτός είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος του σχετικού Νόμου. Σύμφωνα με την παράγραφο (β), επίσης του εδαφίου
(2)του άρθρου 44Β, η συγκεκριμένη ειδοποίηση Τύπου «Θ» συνοδεύει και την ειδοποίηση η οποία προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου (δηλαδή, την ειδοποίηση Τύπου «Ι») ενώ παράλληλα καθορίζεται πως η ειδοποίηση Τύπου «Θ» δεν συνοδεύει οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση η οποία προβλέπεται στο Μέρος VIA του σχετικού Νόμου. Συνεπώς η μοναδική προϋπόθεση σε σχέση με την ειδοποίηση Τύπου «Θ» η οποία τίθεται σε περίπτωση κατά την οποία ο ενυπόθηκος δανειστής προχωρήσει στη διαδικασία του Μέρους VIA είναι όπως αυτή συνοδεύει την ειδοποίηση Τύπου «Ι». Σύμφωνα με τη μαρτυρία ακόμη και προς υποστήριξη της έφεσης αυτό ακριβώς έχει συμβεί στην περίπτωση της επίδικης ειδοποίησης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος έφεσης επίσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται. Οφείλει όμως το Δικαστήριο να παρατηρήσει πως η ταυτόχρονα συζευκτική και διαζευκτική διατύπωση του λόγου ένστασης 4 - ωσάν να προβάλλεται ισχυρισμός σε δικόγραφο[1] - δεν είναι καθόλου σαφής ως προς το να καθορίζει κατά πόσο όντως εστάλη ειδοποίηση Τύπου «Θ» πριν από την αποστολή της επίδικης ειδοποίησης. Ούτε και με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος στις παραγράφους 14.1 και 14.2 της ένορκης δήλωσης Κωνσταντίνου διασαφηνίζεται κατά πόσο είχε προηγηθεί η επίδοση ειδοποίησης Τύπου «Θ» καθώς η χρήση της φράσης «...πέραν του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύει...» αφήνει να νοηθεί ότι αυτό όντως είχε συμβεί ενώ παράλληλα απορρίπτεται και ως λανθασμένη η θέση των εφεσείοντων ως επίσης και πως αυτή δεν συνάδει με την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του Νόμου. Όμως αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με τα όσα προνοούνται από το σχετικό Νόμο επί του συγκεκριμένου θέματος. Επισημαίνεται βεβαίως από τον ενόρκως δηλούντα η απουσία αμφισβήτησης ως προς το ότι οι ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» συνοδεύονταν από την ειδοποίηση Τύπου «Θ». 10 Σύμφωνα με τον τρίτο λόγο έφεσης η επίδικη ειδοποίηση «...δεν έχει νόμιμα ή και νομότυπα επιδοθεί προς τους Αιτητές όπως καθορίζεται από το ...» Μέρος VIA του σχετικού Νόμου ενώ με τον τέταρτο λόγο έφεσης υποστηρίζεται η θέση πως η επίδικη ειδοποίηση «...δεν έχει επιδοθεί ή και δεν έχει νομότυπα επιδοθεί προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη και προς όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ως ορίζεται...», επίσης από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου. Αναφέρεται σχετικά στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης Λαούρη πως ο ενόρκως δηλών παρέλαβε προσωπικά στις 12/10/2016 τρεις ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» εκ των οποίων μόνο η μία αφορούσε τον ίδιο προσωπικά ενώ οι άλλες δύο αφορούσαν την Αιτήτρια 1 εταιρεία και τη σύζυγο του Αιτήτρια 3. Η επίδοση προς τη μητέρα του, Αιτήτρια 4, έγινε προσωπικά στις 13/10/2016 και αφού παραδόθηκε σε αυτόν η δική της ειδοποίηση αμέσως ενημέρωσε τον δικηγόρο τους (ο οποίος και καταχώρησε την έφεση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση) και διευθέτησαν συνάντηση στο γραφείο του στην Λάρνακα όπου και τους εξήγησε τη νέα διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου. Μετά από τη νομική του συμβουλή οι εφεσείοντες αποφάσισαν όπως προχωρήσουν στην καταχώρηση της έφεσης. Σαφώς δηλαδή σύμφωνα με αυτή την μαρτυρία οι εφεσείοντες βάσει και της επίδοσης η οποία έγινε έλαβαν γνώση ως προς την επιλογή της εφεσίβλητης ως ο ενυπόθηκος δανειστής όπως προχωρήσει στη διαδικασία η οποία προβλέπεται από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου. Συνεπώς προκαλεί απορία στο Δικαστήριο το αίτημα των εφεσειόντων όπως ακυρωθεί ή παραμεριστεί η επίδικη ειδοποίηση καθότι αυτή δεν έχει νόμιμα επιδοθεί αλλά ούτε και επιδοθεί στον ενυπόθηκο οφειλέτη όπως ο σχετικός Νόμος ρητά αναφέρει. Το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο όπως εξεταστούν είτε οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος επί του προκειμένου είτε οι θέσεις των εφεσειόντων ως προς τη νομιμότητα της επίδοσης η οποία έγινε είτε προς την εταιρεία είτε προς τη σύζυγο του ενόρκως δηλούντος. Υπενθυμίζει σχετικά το Δικαστήριο πως το δικαίωμα το οποίο παρέχεται από το άρθρο 44ΙΓ του σχετικού Νόμου για καταχώρηση έφεσης για οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη υφίσταται σε περιπτώσεις όπου παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου από τέτοια ειδοποίηση ή πράξη. Το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται τη συγκεκριμένη πρόνοια του σχετικού Νόμου ως μία βασική μεν παροχή δικαιώματος ως προς τη δυνατότητα καταχώρησης έφεσης αλλά επί μίας πραγματικής και όχι θεωρητικής βάσης έτσι ώστε δηλαδή να καλείται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο όπως απαραίτητα αναδείξει πως υπό τις δοσμένες περιστάσεις όντως έχουν επηρεαστεί και μάλιστα σε βαθμό πρόκλησης ζημιάς σε αυτά, τα έννομα συμφέροντα του και όχι απλά να προτάσσεται θεωρητικά το ενδεχόμενο τέτοιου επηρεασμού. Διατηρώντας υπόψη την πραγματική πτυχή του θέματος της επίδοσης πραγματικά το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει να έχει προκληθεί με οποιοδήποτε τρόπο ζημιά στα έννομα συμφέροντα των εφεσειόντων έτσι ώστε να επιβάλλεται η ακαδημαϊκή ουσιαστικά εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος της επίδοσης και του ερωτήματος ως προς το κατά πόσο έγινε νόμιμα ή νομότυπα επίδοση προς τους εφεσείοντες. Σαφώς τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών αναδεικνύουν πως δεν έχουν με οποιοδήποτε τρόπο παραβλαφθεί τα έννομα συμφέροντα των εφεσειόντων από την επίδοση η οποία έγινε προς αυτούς της επίδικης ειδοποίησης. Αντιθέτως αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως όλοι οι εφεσείοντες έλαβαν γνώση ως προς την ύπαρξη της επίδικης ειδοποίησης και αντέδρασαν αναλόγως. Επιπλέον αξίζει να σημειωθεί πως η επίδικη ειδοποίηση δεν καλύπτεται από το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ βάσει του οποίου παρέχεται η δυνατότητα προβολής ως ενός από τους λόγους παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» η μη δέουσα επίδοση της συγκεκριμένης ειδοποίησης. Ως εκ τούτου τόσο ο τρίτος όσο και ο τέταρτος λόγος έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται. 11 Σύμφωνα με τον πέμπτο λόγο έφεσης η επίδικη ειδοποίηση «...αποστάληκε προς τους Αιτητές παράνομα ή και κατά παράβαση του Κώδικα Συμπεριφοράς ή και των Οδηγιών που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αναφορικά με την διαχείριση καθυστερήσεων...». Εντός της ένορκης δήλωσης Λαούρη αναφέρονται στις υποπαραγράφους 9.4.1 έως και 9.4.4 συγκεκριμένες παραβάσεις του Κώδικα, δηλαδή ο «Οδηγός Κώδικα Συμπεριφοράς για το Χειρισμό Δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου» (στο εξής θα καλείται ο «Κώδικας»). Σημειώνεται απλά πως στην υποπαράγραφο 9.4.3 επαναλαμβάνεται ουσιαστικά ο δεύτερος λόγος έφεσης ο οποίος έχει ήδη εξεταστεί και απορριφθεί από το Δικαστήριο. Ενώ σε σχέση με την υποπαράγραφο 9.4.4 επισημαίνεται πως εξαιτίας της συμπεριφοράς της εφεσίβλητης οι εφεσείοντες έχουν απωλέσει τα δικαιώματα τους όπως αυτά ρητά προβλέπονται εντός του Κώδικα. Ουσιαστικά οι παραβάσεις στις οποίες αναφέρεται ο ενόρκως δηλών είναι η παράλειψη της εφεσίβλητης να επικοινωνήσει μαζί τους έτσι ώστε να προταθεί λύση αναδιάρθρωσης ή έτσι ώστε οι ίδιοι οι εφεσείοντες να προβούν σε πρόταση για αναδιάρθρωση του χρέους. Επισημαίνεται ως βασική αρχή του Κώδικα ότι το τραπεζικό ίδρυμα έχει υποχρέωση όπως καλέσει τον οφειλέτη για να προβεί σε αναδιάρθρωση. Επιπλέον, ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών πως η εφεσίβλητη έχει κατατάξει τους εφεσείοντες ως μη συνεργάσιμους δανειολήπτες χωρίς να τους καλέσει ή να τους ειδοποιήσει για να προβούν σε αίτηση αναδιάρθρωσης. Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 6 παρά και το γεγονός πως εκ πρώτης όψεως η παράλληλα συζευκτική και διαζευκτική του διατύπωση με τη χρήση της φράσης «και/ή» προκαλεί σύγχυση καθώς προκύπτει ασάφεια ως προς τη θέση ακριβώς της εφεσίβλητης επί του συγκεκριμένου θέματος εντούτοις αυτός καταλήγει με δήλωση πως ο Κώδικας δεν τυγχάνει εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση. Παράλληλα δηλώνεται πως καμία παράβαση του Κώδικα δεν είναι δυνατό να καταδειχθεί ακριβώς γι΄ αυτό το λόγο, δηλαδή επειδή αυτός δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Η δε μαρτυρία προς υποστήριξη του λόγου ένστασης 6 περιορίζεται σε αναφορά νομικής συμβουλής των δικηγόρων της εφεσίβλητης σύμφωνα με την οποία οι αναφερόμενες παραβάσεις δεν ευσταθούν καθότι ο Κώδικας δεν εφαρμόζεται στην υπό εξέταση περίπτωση. Σύμφωνα και με τη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της ένστασης η θέση ως προς το ότι ο Κώδικας δεν εφαρμόζεται βασίζεται στο γεγονός του τερματισμού των επίδικων λογαριασμών οι οποίοι εξασφαλίζονται από την επίδικη υποθήκη από το 2012 ενώ ο Κώδικας τέθηκε σε εφαρμογή το 2013 και τροποποιήθηκε το 2015. Επιπλέον, προστίθεται, ο Κώδικας αφορά περιπτώσεις όπου παρουσιάζονται καθυστερήσεις πληρωμών δανείου για αναδιάρθρωση του χρέους πριν η πιστωτική διευκόλυνση τερματιστεί. Προτείνεται επίσης εισήγηση ως προς το ότι ο στόχος του Κώδικα στις περιπτώσεις καθυστερήσεων είναι η μείωση του πιστωτικού κινδύνου και η αποφυγή της περαιτέρω επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης του δανειολήπτη, με απώτερο στόχο την αποκατάσταση, όπου αυτό είναι εφικτό, της δυνατότητας του δανειολήπτη να ανταποκρίνεται στις πιστοληπτικές του υποχρεώσεις. Θέτοντας το πολύ απλά η θέση της εφεσίβλητης είναι ότι καμία παράβαση του Κώδικα δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί καθότι αυτός δεν εφαρμόζεται εφόσον οι επίδικοι λογαριασμοί τερματίστηκαν πριν τεθεί σε ισχύ. Η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εφεσειόντων επί αυτού του θέματος είναι ότι σύμφωνα με το σχετικό Νόμο οι προθεσμίες, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο Μέρος VIA δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνίας έναρξης του Τροποποιητικού Νόμου του 2014 σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Α του σχετικού Νόμου. Συγκεκριμένα αναφέρεται στην επιφύλαξη του εδαφίου 3 πως "... σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους [δηλαδή, του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου], τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου". Συνεπώς, είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εφεσειόντων, πως η εφεσίβλητη δεσμεύεται από τον Κώδικα εφόσον οι διαδικασίες και προθεσμίες που αναφέρονται στο σχετικό Νόμο τυγχάνουν εφαρμογής στις περιπτώσεις ενυπόθηκου χρέους το οποίο κατέστη πληρωτέο πριν από την έναρξη ισχύος του Τροποποιητικού Νόμου του 2014. 12 Όντως ο Κώδικας έχει ως στόχο την αντιμετώπιση περιπτώσεων επιλέξιμων δανειοληπτών οι οποίοι έχουν δυσκολίες στην αποπληρωμή των δόσεων των δανείων τους και την εξεύρεση, εάν αυτό είναι εφικτό, σχεδίου αναδιάρθρωσης του δανείου τους. Θέτει ο Κώδικας ένα πλαίσιο το οποίο πρέπει να εφαρμόζεται από πιστωτικά ιδρύματα κατά το χειρισμό επιλέξιμων δανειοληπτών των οποίων τα δάνεια παρουσιάζουν καθυστερήσεις. Θεωρώ ότι είναι εκτός του πλαισίου αυτής της απόφασης η οποιαδήποτε εμβάθυνση και διεξοδική ανάλυση της γενικής εφαρμογής είτε του Κώδικα είτε της περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία του 2015 (στο εξής θα καλείται η «Οδηγία») σκοπός της οποίας είναι η εφαρμογή «...αποδοτικών και αποτελεσματικών στρατηγικών, πολιτικών, δομών, διαδικασιών και μηχανισμών για τη διαχείριση καθυστερήσεων και την επίτευξη δίκαιων και βιώσιμων αναδιαρθρώσεων των χορηγήσεων των δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, με απώτερο σκοπό την αντιμετώπιση των οικονομικών δυσχερειών που προκλήθηκαν από την οικονομική κρίση που διέρχεται η Κυπριακή Δημοκρατία» (άρθρο 3 της Οδηγίας). 13 Παρά και το γεγονός πως ο Κώδικας όντως έχει ως λειτουργικό σκοπό την αντιμετώπιση και διαχείριση καθυστερήσεων πληρωμής δανείων, δεδομένο το οποίο δεν διαπιστώνεται να υπάρχει στην περίπτωση υπό εξέταση εφόσον ούτε ακόμη και οι ίδιοι οι εφεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι πληρώνουν οτιδήποτε προς εξόφληση του επίδικου δανείου, εντούτοις δεν θα συμφωνήσω ότι ο Κώδικας δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση των εφεσειόντων. Ο λόγος είναι πολύ απλός. Ο ίδιος ο σχετικός Νόμος μέσω προβλεπόμενου εντύπου εμπεριέχει αναφορά στον Κώδικα. Όπως αναφέρεται στο εδάφιο
(2)παράγραφος (α) του άρθρου 44Β οποιαδήποτε ειδοποίηση ως προς παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πλήρωμή συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος. Όπως φαίνεται και από τις ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» οι οποίες επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην έφεση υπάρχουν αναφορές στον Κώδικα. Βεβαίως αυτές θα πρέπει να ιδωθούν εντός του πλαισίου των δεδομένων της περίπτωσης υπό εξέταση. Όμως πραγματικά η εφεσίβλητη δεν μπορεί να επικαλείται ως θέση την μη εφαρμογή του Κώδικα. Σύμφωνα βεβαίως με το περιεχόμενο της ειδοποίησης Τύπου «Θ» δεν καθορίζεται ως δεδομένο ότι οι εφεσείοντες έχουν δικαίωμα αναδιάρθρωσης του χρέους τους δυνάμει του Κώδικα. Όμως ενημερώνονται με τη συγκεκριμένη ειδοποίηση ότι ενδεχομένως να έχουν αυτό το δικαίωμα. Παρά και τη διαπίστωση πως όντως ο Κώδικας τυγχάνει εφαρμογής και στην περίπτωση υπό εξέταση αυτό το οποίο δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο είναι η ύπαρξη των ούτω καλούμενων «παραβάσεων» του Κώδικα σύμφωνα και με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση Λαούρη. Καθότι ουσιαστικά οι εφεσείοντες έχουν ενημερωθεί για το ενδεχόμενο ύπαρξης του δικαιώματος αναδιάρθρωσης ως επίσης και για τους λόγους τους οποίους θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μη συνεργάσιμοι και ως αποτέλεσμα να χάσουν τα δικαιώματα τους όπως αυτά προβλέπονται στον Κώδικα. Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω ολόκληρο το περιεχόμενο της ειδοποίησης Τύπου «Θ» εντός αυτής της απόφασης. Σημασία έχει η ενημέρωση η οποία όντως έχει παρασχεθεί προς τους εφεσείοντες όχι μόνο ως προς το ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης αλλά και την προτιθέμενη ενεργοποίηση διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σε περίπτωση μη εξεύρεσης κοινώς αποδεκτής λύσης για το χρέος. Σημαντική επίσης θεωρείται από το Δικαστήριο και η επισήμανση στην παράγραφο 5 της ειδοποίησης Τύπου «Θ». Διατηρώντας υπόψη αυτά τα δεδομένα πραγματικά το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ως προς τη βασιμότητα της θέσης των εφεσειόντων αναφορικά με την ύπαρξη των ούτω καλούμενων «παραβιάσεων» του Κώδικα από την εφεσίβλητη. Εφάρμοσε η εφεσίβλητη γενικά τη διαδικασία η οποία προβλέπεται από το άρθρο 44Β του σχετικού Νόμου με την ειδοποίηση Τύπου «Θ» να συνοδεύει την ειδοποίηση Τύπου «Ι». Απορρίπτεται συνεπώς από το Δικαστήριο ως αβάσιμος ο πέμπτος λόγος έφεσης ως προς το ότι η επίδικη ειδοποίηση αποστάλθηκε προς τους εφεσείοντες «...παράνομα ή και κατά παράβαση του Κώδικα Συμπεριφοράς ή και των Οδηγιών που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αναφορικά με τη διαχείριση καθυστερήσεων...». 14 Ουσιαστικά ο έκτος λόγος έφεσης παραπέμπει στο ίδιο θέμα το οποίο εξετάστηκε από το Δικαστήριο σε σχέση με το δεύτερο λόγο έφεσης και ο οποίος δεν έγινε δεκτός ως βάσιμος. Συνεπώς ούτε και ο έκτος λόγος έφεσης γίνεται δεκτός από το Δικαστήριο καθώς ούτε υποχρέωση διαπιστώνεται να υπήρχε για αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «Θ» πριν από την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου «Ι» ενώ όντως αυτή συνόδευε την επίδικη ειδοποίηση. 15 Σύμφωνα με τον έβδομο λόγο έφεσης η επίδικη ειδοποίηση «...δεν πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος ή και του Τύπου όπως αυτός παρατίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου...». Ουσιαστικά αυτός ο λόγος έφεσης καλύπτει με γενικό τρόπο το θέμα του περιεχομένου της επίδικης ειδοποίησης ενώ όπως διαπιστώνεται τόσο αυτός ο λόγος έφεσης όσο και οι επόμενοι λόγοι έφεσης από τον όγδοο μέχρι και τον δέκατο πέμπτο, με εξαίρεση τον ένατο λόγο έφεσης, έχουν σχέση με το περιεχόμενο της επίδικης ειδοποίησης. Ως εκ τούτου εξετάζονται από το Δικαστήριο στο σύνολο τους ως μία ενιαία ενότητα λόγων έφεσης. 16 Κατ΄ αρχάς υπενθυμίζεται και τονίζεται από το Δικαστήριο πως βασική προϋπόθεση σε σχέση με το δικαίωμα το οποίο παρέχεται από το άρθρο 44ΙΓ του σχετικού Νόμου για καταχώρηση έφεσης για οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη είναι να παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου από τέτοια ειδοποίηση ή πράξη. Ο λόγος για αυτή την υπενθύμιση προκύπτει από το δεδομένο πως σε αντίθεση με την ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» δεν τίθενται συγκεκριμένοι λόγοι από το σχετικό Νόμο για παραμερισμό της επίδικης ειδοποίησης. Παραδείγματος χάριν, δεν αναφέρεται ρητά λόγος παραμερισμού της επίδικης ειδοποίησης όπως αυτός στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου σε σχέση με τον παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης Τύπου «ΙΑ». Συνεπώς, σε σχέση με την εξέταση των λόγων έφεσης αναφορικά με το περιεχόμενο της επίδικης ειδοποίησης, εφόσον ο σχετικός Νόμος δεν θέτει συγκεκριμένους λόγους παραμερισμού, όπως και στην περίπτωση της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης Τύπου «ΙΑ», τότε αυτό το οποίο αναμένεται από το Δικαστήριο είναι όπως οι εφεσείοντες αναδείξουν πως υπό τις δοσμένες περιστάσεις όντως έχουν επηρεαστεί και μάλιστα σε βαθμό πρόκλησης ζημιάς σε αυτά, τα έννομα συμφέροντα τους και όχι απλά να προτάσσουν θεωρητικά το ενδεχόμενο της ύπαρξης τέτοιου επηρεασμού. 17 Συνοπτικά με τους λόγους ένστασης επιπρόσθετα από τον γενικά διατυπωμένο έβδομο λόγο έφεσης εγείρονται τα ακόλουθα σημεία αναφορικά με το περιεχόμενο της επίδικης ειδοποίησης. o Η επίδικη ειδοποίηση δεν υπογράφεται νομότυπα από τον ενυπόθηκο δανειστή όπως επιτακτικά αναφέρεται στο σχετικό Νόμο. o Η επίδικη ειδοποίηση είναι λανθασμένη ή και ελλιπής και το περιεχόμενο της είναι λανθασμένο ή και δεν συνάδει ή και αντίκειται με τις διατάξεις του σχετικού Νόμου. o Το ποσό των εξόδων το οποίο καλείται να πληρώσει ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν περιλαμβάνει τα έξοδα της ειδοποίησης. o Το ποσό του ενυπόθηκου υπόλοιπου της επίδικης υποθήκης όπως αυτό αναφέρεται εντός της επίδικης ειδοποίησης είναι λανθασμένο ή και αυθαίρετο ή κατά παράβαση της σύμβασης και δήλωσης της επίδικης υποθήκης. o Η επίδικη ειδοποίηση είναι ελλιπής ή και παράνομη ή και αποστέλλεται κατά παράβαση του σχετικού Νόμου επειδή η κατάσταση λογαριασμού η οποία τη συνοδεύει και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όπως ορίζει ο σχετικός Νόμος είναι περιληπτική ή και ελλιπής ή και δεν αναφέρει ή και δεν επεξηγεί με σαφήνεια και λεπτομέρεια τους τόκους ή και τις χρεώσεις ή και τα έξοδα ή και τον τρόπο υπολογισμού των τόκων. o Η κατάσταση λογαριασμού η οποία συνοδεύει την επίδικη ειδοποίηση είναι λανθασμένη ή και το υπόλοιπο που αναγράφεται είναι εσφαλμένο ή και λανθασμένο ή και κατά παράβαση της δήλωσης και σύμβασης της επίδικης υποθήκης. 18 Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται σχετικά στην ένορκη δήλωση Λαούρη δεν αναφέρονται στην επίδικη ειδοποίηση τα ονόματα των υπογραφόντων. Όχι μόνο δεν αναφέρονται τα ονόματα αυτών αλλά δεν φαίνεται σε ποιον ανήκουν οι υπογραφές ή κατά πόσο οι υπογράφοντες είναι δεόντως εξουσιοδοτημένοι όπως υπογράφουν εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή. Υπάρχει σχετική αναφορά στον Τύπο «Ι» στο σημείο κάτω από την υπογραφή του ονοματεπωνύμου και μάλιστα «ολογράφως» ενώ αμέσως πιο κάτω αναφέρεται η φράση «Ενυπόθηκος Δανειστής» εντός παρενθέσεως. Όντως δεν αναφέρονται τα ονόματα των υπογραφόντων ή η ιδιότητα τους ή κατά πόσο αυτοί έχουν σχετική εξουσιοδότηση από τον ενυπόθηκο δανειστή. Βεβαίως οι εφεσείοντες με ακριβοδίκαιο τρόπο έχουν επισυνάψει ως μέρος των τεκμηρίων και τη συνοδευτική επιστολή της επίδικης ειδοποίησης επί της οποίας αναφέρονται τόσο τα ονόματα όσο και οι ιδιότητες των υπογραφουσών. Βεβαίως η θέση των εφεσειόντων είναι πως αυτά τα στοιχεία θα έπρεπε να αναφέρονται επί της επίδικης ειδοποίησης. Πέραν όμως και από το γεγονός ότι οι εφεσείοντες έχουν άμεσα ενημερωθεί για τα συγκεκριμένα στοιχεία πραγματικά δεν πείθεται το Δικαστήριο ως προς το πως ακριβώς έχουν επηρεαστεί τα έννομα συμφέροντα των εφεσειόντων επειδή ελλείπουν αυτά τα στοιχεία από την επίδικη ειδοποίηση έτσι ώστε να δικαιολογείται όχι απλώς η επιδίκαση της αιτούμενης θεραπείας ακύρωσης ή παραμερισμού της επίδικης ειδοποίησης γι΄ αυτό το λόγο αλλά ακόμη και η ίδια η καταχώρηση της έφεσης. Βεβαίως η νομική πραγματικότητα σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 44ΙΓ του σχετικού Νόμου είναι πως ο μόνος τρόπος ελέγχου κατά πόσο παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου είναι η εξέταση της έφεσης σε σχέση με το δικαίωμα καταχώρησης της οποίας προνοεί το συγκεκριμένο άρθρο. Βεβαίως η γενική αυτή παρατήρηση του Δικαστηρίου ως προς τη σύνδεση αυτού του δικαιώματος ανεξαρτήτως και της βασιμότητας μίας έφεσης ισχύει γενικά και σε σχέση με τις υπόλοιπες αιτούμενες θεραπείες δίχως όμως με αυτό τον τρόπο να προδικάζεται η βασιμότητα του οποιουδήποτε λόγου έφεσης. Όμως σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα των υπογραφών πραγματικά δεν διαπιστώνεται, ιδιαίτερα δε υπό τις δοσμένες περιστάσεις, έχοντας υπόψη και το περιεχόμενο της συνοδευτικής επιστολής, να έχει προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στα έννομα συμφέροντα των εφεσειόντων έτσι ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση ή παραμερισμός της επίδικης ειδοποίησης γι΄ αυτό το λόγο έφεσης. 19 Αναφορικά με το θέμα των εξόδων όντως αναφέρεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Γ πως η επίδικη ειδοποίηση θα συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξη του και ότι με αυτή θα καλείται ο ενυπόθηκος οφειλέτης όπως εξοφλήσει το ποσό σύμφωνα με την επιδοθείσα ειδοποίηση. Επιπλέον, όντως από την επίδικη ειδοποίηση απουσιάζει η φράση «...περιλαμβανομένων των εξόδων της ειδοποίησης αυτής...» μετά και από τη φράση «...έξοδα μέχρι σήμερα...». Διερωτάται όμως το Δικαστήριο πως παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα των εφεσειόντων από αυτή την παράλειψη. Δεν προβάλλεται με οποιοδήποτε τρόπο η θέση πως πρόθεση των εφεσειόντων ήταν η εξόφληση του οφειλόμενου ποσού εντός της παρεχόμενης προθεσμίας των τριάντα ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού και πως όμως αυτό δεν κατέστη εφικτό εξαιτίας της μη αναφοράς της συγκεκριμένης φράσης. Ουσιαστικά το αίτημα των εφεσειόντων είτε για παραμερισμό είτε για ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης θα πρέπει να έχει και κάποια πραγματική βάση και όχι να βασίζεται τυπικά στην παράλειψη πλήρους συμμόρφωσης της εφεσίβλητης ως προς τη διατύπωση ή ακόμη και πληρότητα της επίδικης ειδοποίησης. Το Δικαστήριο οδηγείται σε αυτό το συμπέρασμα διατηρώντας υπόψη πως σε αντίθεση με την ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ο σχετικός Νόμος δεν προνοεί παρόμοιο λόγο για παραμερισμό της επίδικης ειδοποίησης όπως αυτόν ο οποίος προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ. Συνεπώς, η νομική βάση επί της οποίας είναι δυνατό να κριθεί πως θεμελιώνεται η έφεση υπό εξέταση δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή η οποία παρέχεται από το άρθρο 44ΙΓ, βασική προϋπόθεση της οποίας παραμένει γενικά η διαπίστωση να παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου. Επιπλέον, αυτό το οποίο δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο είναι και το γεγονός πως εντός της επίδικης ειδοποίησης εμπεριέχεται και συγκεκριμένη αναφορά στην τελευταία παράγραφο της (σύμφωνα και με τον προβλεπόμενο τύπο στο Δεύτερο Παράρτημα του σχετικού Νόμου) βάσει της οποίας καλούνται οι εφεσείοντες εάν έχουν διαφορετική γνώμη, προφανώς σε σχέση με το ποσό το οποίο αναφέρεται εντός της επίδικης ειδοποίησης στο σύνολο του, όπως πληροφορήσουν την εφεσίβλητη γραπτώς σε διάστημα τριάντα ημερών στη διεύθυνση της Υπηρεσίας Ανάκτησης Χρεών. Συνεπώς, εάν οι εφεσείοντες είχαν όντως διαφορετική γνώμη επί του θέματος του απαιτητού από την εφεσίβλητη ποσού, όπως ισχυρίζονται εντός της ένορκης δήλωσης Λαούρη, είχαν κάθε δικαίωμα να ενεργήσουν αναλόγως, κάτι το οποίο όμως επέλεξαν να μην πράξουν αλλά αντί αυτού καταχώρησαν την έφεση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Τονίζεται και πάλι όμως πως δεν διαπιστώνεται από το Δικαστήριο να είχαν παραβλαφθεί τα έννομα τους συμφέροντα, όχι απλώς από την παράλειψη αναφοράς της οποιασδήποτε φράσης από τον προβλεπόμενο τύπο ειδοποίησης σε σχέση με τα έξοδα της ειδοποίησης, αλλά αναφορικά και με την αναφορά του οποιουδήποτε ποσού ή ακόμη και τόκου. Παρεμπιπτόντως ακόμη και με τον προβλεπόμενο τύπο δεν αναφέρεται συγκεκριμένο ποσό εξόδων της επίδικης ειδοποίησης αλλά ότι ουσιαστικά στο απαιτητό ποσό περιλαμβάνονται και τα έξοδα της επίδικης ειδοποίησης. Βεβαίως τα όσα αναφέρονται εντός αυτής της παραγράφου της απόφασης ισχύουν και σε σχέση με την οποιαδήποτε άλλη θέση των εφεσειόντων σε σχέση με το ποσό του ενυπόθηκου υπολοίπου της επίδικης υποθήκης όπως αυτό αναφέρεται εντός της επίδικης ειδοποίησης είτε ως λανθασμένο ή αυθαίρετο είτε κατά παράβαση της σύμβασης και δήλωσης της επίδικης υποθήκης. Το ίδιο βεβαίως ισχύει αναφορικά με τη θέση ως προς την μη πληρότητα της κατάστασης η οποία συνοδεύει την επίδικη ειδοποίηση. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται ουσιαστικά είναι πως παρά και το γεγονός ότι οι εφεσείοντες θα μπορούσαν να είχαν εκφράσει και αναλόγως διατυπώσει την οποιαδήποτε διαφορετική γνώμη σε σχέση με το απαιτητό βάσει της επίδικης ειδοποίησης ποσό επέλεξαν - δικαιωματικά - να καταχωρήσουν αυτή την έφεση. Η οποία όμως για να πετύχει με την έκδοση των οποιωνδήποτε αιτούμενων θεραπειών σε σχέση με το ίδιο το περιεχόμενο της επίδικης ειδοποίησης θα πρέπει όχι μόνο να ικανοποιήσει την προϋπόθεση του άρθρου 44ΙΓ του σχετικού Νόμου αλλά και για να το πετύχει αυτό θα πρέπει επίσης επί της πραγματικής πτυχής αυτής να συνοδεύεται και από μαρτυρία αναφορικά με τις ενέργειες των εφεσειόντων ακριβώς σε σχέση με το ίδίο το περιεχόμενο της ειδοποίησης. Τέτοια μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί. Παραδείγματος χάριν, έκφραση μεν διαφορετικής γνώμης από τους εφεσείοντες παράλειψη όμως οποιασδήποτε ανταπόκρισης από την εφεσίβλητη, δίχως βεβαίως με αυτό το παράδειγμα μαρτυρίας το Δικαστήριο να προσθέτει οποιαδήποτε νέα προϋπόθεση στο σχετικό Νόμο σε σχέση με την πιθανή επιτυχή έκβαση μίας έφεσης η οποία να καταχωρείται βάσει και του άρθρου 41ΙΓ του σχετικού Νόμου. Ένα επιπρόσθετο τελικό σημείο επί αυτού του θέματος είναι βεβαίως και επισήμανση του Δικαστηρίου ως προς το ότι δεν προβλέπεται από το σχετικό Νόμο καθιερωμένος τύπος κατάστασης λογαριασμού η οποία να συνοδεύει την επίδικη ειδοποίηση και εντός της οποίας να περιέχονται τα όσα αναφέρουν οι εφεσείοντες αναφορικά με λεπτομέρειες τόκων ή χρεώσεων ή εξόδων ή τρόπου υπολογισμού των τόκων. 20 Σύμφωνα με τον ένατο λόγο έφεσης η επίδικη ειδοποίηση «...αποστάληκε προς τους Αιτητές κατά παράβαση των Διαδικασιών και των Διατάξεων του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου ... ή και των εκδοθέντων υπό αυτού Κανονισμών...». Η μαρτυρία προς υποστήριξη αυτού του γενικής ουσιαστικά μορφής λόγου έφεσης τον συνδέει με το περιεχόμενο της επίδικης ειδοποίησης όπως με αναφορά στο ενυπόθηκο υπόλοιπο ή το ποσοστό του τόκου ή διότι η συνοδευτική κατάσταση λογαριασμού είναι περιληπτική και ελλιπής. Συνεπώς ισχύουν και σε σχέση με αυτό τον λόγο έφεσης τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με τους λόγους έφεσης οι οποίοι συνδέονται άμεσα με το ίδιο το περιεχόμενο της επίδικης ειδοποίησης. 21 Σύμφωνα με τον δέκατο έκτο λόγο έφεσης η επίδικη ειδοποίηση «...είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο διότι η ενυπόθηκος οφειλέτης - Αιτήτρια αρ. 4 - δεν είναι υπερήμερη με βάση το άρθρο 27 και 44 του Νόμου (Ν.9/1965)...». Βεβαίως ως βασική προϋπόθεση σύμφωνα με το εδάφιο του άρθρου 44Β του σχετικού Νόμου έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα έναρξης της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή θα πρέπει να προηγηθεί υπερημερία «...κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των εκατόν είκοσι
(120)ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του παρόντος Νόμου...». Σύμφωνα με το άρθρο 27 του σχετικού Νόμου οσάκις «...εν συμβάσει υποθήκης προνοείται ότι το διά της υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν θα αποπληρωθή διά δόσεων πληρωτέων κατά τας εν τη συμβάσει καθωρισμένας ημερομηνίας και η πληρωμή οιασδήποτε δόσεως καθίσταται υπερήμερος, ολόκληρο το ούτω εξασφαλιζόμενον ποσόν καθίσταται απαιτητόν από της ημερομηνίας καθ΄ην η πληρωμή της δόσεως κατέστη υπερήμερος, εκτός εάν η σύμβασις διαλαμβάνη ρήτραν περί του εναντίου». Με τη μαρτυρία προς υποστήριξη αυτού του λόγου έφεσης απλά επαναλαμβάνεται το περιεχόμενο του δίχως οποιαδήποτε επιπρόσθετη διευκρίνιση. Επιπλέον η διασύνδεση του άρθρου 44 του σχετικού Νόμου, το οποίο σημειωτέον ανήκει στο Μέρος VI του σχετικού Νόμου, είτε με το άρθρο 27 αλλά περισσότερο είτε με το Μέρος VIA δεν επεξηγείται με σχετική επιχειρηματολογία. Αντιθέτως η εφεσίβλητη υποστηρίζει με σχετικού λόγους ένστασης (10 και 11) αλλά και μαρτυρία την ύπαρξη υπερημερίας. Επιπλέον τόσο η ειδοποίηση Τύπου «Θ» όσο και η επίδικη ειδοποίηση ενημερώνουν σχετικά τους εφεσείοντες ως προς τις δυνατότητες οι οποίες παρέχονται σε αυτούς. Δηλαδή, βάσει της ειδοποίησης Τύπου «Θ», σε περίπτωση ύπαρξης επαρκών λόγων ότι δεν πιστεύουν ότι οφείλουν το απαιτούμενο ποσό ή εάν έχουν επαρκείς λόγους να πιστεύουν ότι ο δανειστής τους δεν έχει ενεργήσει σύμφωνα με το Νόμο. Ενώ με την επίδικη ειδοποίηση ενημερώνονται ως προς τη δυνατότητα να πληροφορήσουν γραπτώς τον ενυπόθηκο δανειστή εάν έχουν διαφορετική γνώμη ως προς τα όσα αναφέρονται εντός της ειδοποίησης. Πραγματικά διατηρώντας υπόψη αυτά τα δεδομένα ο δέκατος έκτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος. 22 Σύμφωνα με τον δέκατο έβδομο λόγο ένστασης η επίδικη ειδοποίηση «...είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο διότι η σύμβαση και η δήλωση της επίδικης υποθήκης ... είναι έγγραφα άκυρα ή και παράνομα ή και η ως άνω αναφερόμενη επίδικη υποθήκη εγγράφηκε κατά παράβαση του άρθρου 5 και 21
(1)(γ) του Ν.9/1965...». Πραγματικά δεν έχει πεισθεί το Δικαστήριο πως το θέμα το οποίο εγείρεται με τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης είναι ορθό να εξεταστεί εντός του πλαισίου της διαδικασίας αυτής της έφεσης με την οποία αυτό το οποίο εξετάζεται είναι κατά πόσο παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα των εφεσειόντων από την επίδικη ειδοποίηση. Υπενθυμίζονται οι δυνατότητες οι οποίες παρέχονται από τις ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι» ιδιαίτερα δε στην ειδοποίηση Τύπου «Θ» με αναφορά στο ενδεχόμενο ο ενυπόθηκος οφειλέτης να έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει στην απαίτηση του χρέους. 23 Αξίζει να σημειωθεί αναφορικά με το πιο πάνω θέμα σε σχέση με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της έφεσης και ιδιαίτερα δε του δέκατου όγδοου λόγου έφεσης πως σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμό ακυρότητα της επίδικης υποθήκης ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση Λαούρη (υποπαράγραφος 9.10), βάσει και της νομικής συμβουλής η οποία έχει δοθεί στους εφεσείοντες, η ουσία των θέσεων τους θα εξεταστεί και θα κριθεί τελεσίδικα από το Δικαστήριο στην αγωγή την οποία έχουν καταχωρίσει, την οποία μάλιστα περιγράφει και ως την ορθή και πρέπουσα διαδικασία για να εκδικαστούν τα συγκεκριμένα επίδικα θέματα. Βάσει και του δέκατου όγδοου λόγου έφεσης η επίδικη ειδοποίηση «...είναι άκυρη ή και δεν [προφανώς πρόκειται περί λανθασμένης δακτυλογράφησης της λέξης «δέον»] όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο ή και περαιτέρω όπως το Δικαστήριο διατάξει την αναστολή της διαδικασίας του ΜΕΡΟΥΣ VIA ... καθότι εκκρεμεί η Αγωγή με αρ. 1343/2016 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με την οποία οι Αιτητές 1 - 4 εξαιτούνται την ακύρωση ή και την εξάλειψη της επίδικης υποθήκης ... ένεκα του ότι η σύμβαση και η δήλωση της ... είναι έγγραφα παράνομα ή και άκυρα ή και εγγράφηκαν κατά παράβαση του άρθρου 5 και 21
(1)(γ) του Ν.9/1965...». Βεβαίως αναφορικά με το ενδεχόμενο ύπαρξης αγωγής ο νομοθέτης έχει συμπεριλάβει σχετική πρόνοια στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή, δηλαδή τον λόγο της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ σε σχέση με την ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης Τύπου «ΙΑ». Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει πως θα ήταν πρόωρο να εξεταστεί αυτό το θέμα εντός του πλαισίου αυτής της έφεσης η οποία έχει καταχωρηθεί σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη ειδοποίηση Τύπου «Ι». 24 Σύμφωνα με τον δέκατο ένατο λόγο έφεσης εγείρεται θέμα συνταγματικότητας ολόκληρου του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου ή και ότι αυτό αντίκειται στα άρθρα 26 και 28 του Συντάγματος. Υποστηρίζονται από τη μαρτυρία προς υποστήριξη αυτού του λόγου έφεσης τα εξής. Πρώτο, σε σχέση με το άρθρο 26, το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι, υποστηρίζεται η θέση πως η προσθήκη του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου «...αποτελεί επέμβαση στις επίδικες συμβάσεις και δηλώσεις των επίδικων υποθηκών αφού όταν αυτός καταρτίζοντο εφαρμοζόταν...» ο Νόμος ως είχε προηγουμένως. Δεύτερο, σε σχέση με το άρθρο 28 του Συντάγματος καθότι «...η νέα διαδικασία για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή ... τοποθετεί τον ενυπόθηκο οφειλέτη του οποίου ο ενυπόθηκος δανειστής δεν είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα σε δυσμενέστερη θέση από αυτόν του οποίου ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ... διότι μόνον τα αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα ως ενυπόθηκοι δανειστές δύναται να αποστείλουν ειδοποιήσεις Τύπος «Θ» με την οποία να καλούν τον ενυπόθηκο οφειλέτη για αναδιάρθρωση σύμφωνα με την Οδηγία που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για την Διαχείριση Καθυστερήσεων». Επί του θέματος προβάλλονται διάφορες θέσεις με τον λόγο ένστασης 15. 25 Η νομολογία ως προς το θέμα της συνταγματικότητας ενός Νόμου είναι σαφής. Όπως αναφέρεται σχετικά στη Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ. ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α. Α. Δ. 315 το κριτήριο, βάσει του οποίου αποφασίζεται η συνταγματικότητα νόμου, είναι κατά πόσο οι πρόνοιες του εναρμονίζονται με το Σύνταγμα ενώ εάν αυτές προσκρούουν ή είναι αντίθετες με τις διατάξεις του Συντάγματος τότε ο νόμος κρίνεται αντισυνταγματικός. Επιπλέον, διευκρινίζεται πως η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος έχοντας ως στόχο τη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Προστίθεται επίσης αναφορά πως το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος αλλά ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα. Αξίζει να σημειωθεί πως η προσέγγιση των εφεσειόντων δεν είναι η αντιπαραβολή συγκεκριμένων διατάξεων αλλά ολόκληρου του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου. Αναπόφευκτα συνεπώς εκφεύγει του αναμενόμενου καθορισμού συγκεκριμένων διατάξεων προς αντιπαραβολή με σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Ασφαλώς, η προσέγγιση αυτή δεν συμβαδίζει με σαφή ανάδειξη της σύγκρουσης συγκεκριμένων διατάξεων του σχετικού Νόμου, ή ακόμη και διατάξεων από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου, με διατάξεις του Συντάγματος. Θέτοντας το διαφορετικά αυτό το οποίο καλείται να πράξει το Δικαστήριο είναι δίχως καθορισμό συγκεκριμένων άρθρων του σχετικού Νόμου να κρίνει ένα ολόκληρο μέρος του ως αντισυνταγματικό. Καθόλου βοηθητική δεν κρίνεται η όλη προσέγγιση των εφεσειόντων. Αντιθέτως αυτή κρίνεται ως αόριστη και γενική δίχως οποιαδήποτε αναμενόμενη, σύμφωνα με τη νομολογία μας, στόχευση ως προς τον τρόπο βάσει του οποίου συγκεκριμένο άρθρο του σχετικού Νόμου παραβιάζει και πάλι συγκεκριμένο άρθρο του Συντάγματος. Όπως αναφέρεται και στην απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Πάμπου Πογιατζή
(1992)3 Α. Α. Δ. 196 με αναφορά στην απόφαση The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C. L. R. 167, η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Συνεπώς ευθύς εξ αρχής η όλη προσέγγιση των εφεσειόντων υποσκάπτεται από την έλλειψη αυτού του επακριβή καθορισμού. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως δεν έχει προταθεί και οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξη του δέκατου ένατου λόγου έφεσης. Διατηρώντας υπόψη και πάλι πως όπως έχει νομολογηθεί θέματα αντισυνταγματικότητας πρέπει να εγείρονται εξειδικευμένα και να διατυπώνονται με πλήρη λεπτομέρεια (Ανδρέα Οικονόμου ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) μέσω του Προέδρου αυτού
(2002)3 Α. Α. Δ. 676) καθίσταται βεβαίως πιο δύσκολο αν όχι και αδύνατο το έργο του Δικαστηρίου ως προς την εξέταση του θέματος της συνταγματικότητας του σχετικού Νόμου ή έστω το Μέρος VIA αυτού. Έστω όμως και όπως έχει προωθηθεί ο δέκατος ένατος λόγος έφεσης το Δικαστήριο δεν πείθεται πως όντως υπάρχει η οποιαδήποτε παραβίαση του Συντάγματος και συγκεκριμένα των άρθρων 26 και
  1. Κατ΄ αρχάς δεν έχει επεξηγηθεί πως το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου αποτελεί επέμβαση στις επίδικες συμβάσεις και δηλώσεις των επίδικων υποθηκών ενώ όπως διαπιστώνεται το συγκεκριμένο Μέρος του Νόμου σχέση έχει ουσιαστικά με την εφαρμογή ή ουσιαστικά την εκπλήρωση του σκοπού μίας σύμβασης υποθήκης σε περίπτωση κατά την οποία προκύπτει μετά και από τήρηση των απαραίτητων προϋποθέσεων η δυνατότητα ή ουσιαστικά η αναγκαιότητα έναρξης διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Δεν διαπιστώνεται δηλαδή η οποιαδήποτε επέμβαση στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι για συμβάσεις οι οποίες ήδη έχουν συνομολογηθεί και με τις οποίες ουσιαστικά έχει προσφερθεί προς εξασφάλιση τραπεζικής διευκόλυνσης ενυπόθηκο ακίνητο. Επιπλέον, με αναφορά στους εφεσείοντες δεν έχει επεξηγηθεί καθόλου πως έχει επηρεαστεί το συγκεκριμένο δικαίωμα τους. Ενώ σε σχέση με την αναφορά ως προς την παραβίαση του άρθρου 28 πέραν από τη γενικότητα της αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι ασφαλώς δεν προτάσσεται καν εισήγηση πως οι εφεσείοντες ως ενυπόθηκοι οφειλέτες βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση εξαιτίας του σχετικού Νόμου αλλά ακριβώς το αντίθετο. Όμως και ως επιχείρημα το γεγονός ότι επιβάλλονται επιπρόσθετες υποχρεώσεις σε αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα δεν πείθει σε σχέση με παραβίαση του άρθρου 28 του Συντάγματος. Συνεπώς ούτε ο δέκατος ένατος λόγος έφεσης κρίνεται βάσιμος. 26 Έχοντας εξετάσει όλους τους λόγους έφεσης βάσει των οποίων οι εφεσείοντες αιτούνται την επιδίκαση θεραπειών οι οποίες εστιάζονται σε παραμερισμό ή ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης ή ακύρωση ή αναστολή της διαδικασίας πώλησης του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα πως αυτοί δεν ευσταθούν στο σύνολο τους. Ως εκ τούτου η έφεση απορρίπτεται ενώ έχοντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εις βάρος των εφεσειόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
  2. Η Ειδοποίηση Τύπου «Ι» αποστάλθηκε σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν.9/1965 και/ή συνοδεύεται από την ειδοποίηση τύπου «Θ» ως ο Ν. 9/1965ορίζει και/ή αφού προηγουμένως αποστάλθηκε η ειδοποίηση τύπου «Θ». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.