← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) ν. Mary Teresa Chapple κ.α., Αρ. Αγωγής: 3042/2011, 31/1/2017

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) ν. Mary Teresa Chapple κ.α., Αρ. Αγωγής: 3042/2011, 31/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3042/2011 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd), από τη Λευκωσία Εναγόντων και

  1. Mary Teresa Chapple, από το Ηνωμένο Βασίλειο
  2. Alfred John Chapple, από το Ηνωμένο Βασίλειο
  3. Laprinom Enterprises Ltd, από την Πάφο Εναγομένων Ημερομηνία: 31.01.17 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Ν. Μάντης για κ.κ. Mantis & Athinodorou LLC (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγομένους 1, 2 & 3: κα Δ. Καρακώστα για κ.κ. Α. Χρ. Δημητριάδη & Σία ΔΕΠΕ (ο κ. Κ. Χατζηλαμπρής για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €548,37 και παράλληλα εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 επίσης αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €44.066,13 ως κατ' ισχυρισμό χρεωστικά υπόλοιπα που οφείλονται, διαζευκτικά ως ειδικές αποζημιώσεις λόγω ισχυριζόμενης παράβασης συμφωνιών και εναλλακτικά στη βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον τόκους και έξοδα, κατόπιν πιστωτικών διευκολύνσεων που έχουν παρασχεθεί. Περαιτέρω οι Ενάγοντες ζητούν την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 με τα οποία ουσιαστικά διεκδικούν την αποκλειστική κυριότητα και κατοχή του διαμερίσματος υπ' αριθμό 9 δύο υπνοδωματίων στο συγκρότημα 'Anavargos Gardens' σε μέρος του τεμαχίου με αρ. εγγραφής 0/3404, Φ/Σχ. 45/60, τεμάχιο 617 που βρίσκεται στο χωριό Αναβαργός της επαρχίας Πάφου (στο εξής το 'ακίνητο' ή το 'διαμέρισμα'), το οποίο είχε πωληθεί από την Εναγόμενη 3 στην Εναγόμενη 1 δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 15.04.
  4. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι απορρίπτουν τις απαιτήσεις των Εναγόντων και ανταπαιτούν από αυτούς την καταβολή ποσού €44.066,13 πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα συνεπεία ζημιών που ισχυρίζονται ότι επωμίστηκαν λόγω επιλήψιμης συμπεριφοράς που αποδίδουν στους Ενάγοντες. Επιπλέον οι Εναγόμενοι επιδιώκουν δήλωση με την οποία να κηρύσσονται άκυρες και/ή χωρίς νομική ισχύ όλες οι επίδικες συμφωνίες που οι Ενάγοντες επικαλούνται στην έκθεση απαίτησης τους. Η δε Εναγόμενη 3 ανταπαιτεί ακόμη την έκδοση διατάγματος με το οποίο ζητεί την απόρριψη της παρούσας αγωγής ή εναλλακτικά αναστολή εκτέλεσης ενδεχόμενης απόφασης εναντίον της μέχρι οι Ενάγοντες εξαντλήσουν όλα τα μέτρα εκτέλεσης εναντίον των Εναγομένων 1 και
  5. Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων: Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι, δυνάμει γραπτής συμφωνίας περί τις 03.05.06 στην Πάφο μεταξύ αυτών και των Εναγομένων 1 και 2, δημιουργήθηκε στο όνομα των εν λόγω Εναγομένων ο τρεχούμενος λογαριασμός υπ' αριθμό 133-11-005277 χωρίς πιστωτικό όριο στον οποίον παραχωρήθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες μέσα από τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο στις 23.09.11 ανερχόταν στα €546,37, του οποίου την πληρωμή απαιτούν. Οι Ενάγοντες επίσης ισχυρίζονται ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 03.05.06 παραχώρησαν στεγαστικό δάνειο στην Εναγόμενη 1 ύψους Λ.Κ.£30.000 (ισότιμο σε €51.258,04) που σχετιζόταν με την αγορά του πιο πάνω διαμερίσματος. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες το δάνειο θα αποπληρωνόταν σε 168 μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.£264,75 (ισότιμο σε €452,35) η κάθε μία με την πρώτη δόση να είναι πληρωτέα την 05.06.06 και στη συνέχεια κάθε 5η ημέρα εκάστου επομένου μήνα με αναμενόμενη ημερομηνία εξόφλησης την 05.05.
  6. Είναι θέση των Εναγόντων ότι τα πιο κάτω αποτελούσαν, ανάμεσα σ' άλλους, όρους της συμφωνίας δανείου: (α) το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ήταν το ισχύον κάθε φορά βασικό επιτόκιο της τράπεζας προσαυξημένο κατά 1,85%, (β) κατά την υπογραφή της συμφωνίας δανείου το ισχύον βασικό επιτόκιο της τράπεζας ήταν 4,25% και με το περιθώριο στο 1,85% ανερχόταν συνολικά σε 6,1%, (γ) ο τόκος υπερημερίας θα ήταν 5% μεγαλύτερος από το επιτόκιο που θα ισχύει κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας. Παράλληλα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δυνάμει εγγράφου εγγύησης ημερομηνίας 03.05.06 οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν προσωπικά αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 που πηγάζουν από την εν λόγω συμφωνία δανείου. Ως περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 σχετικά με την συμφωνία δανείου, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με βάση έγγραφο ημερομηνίας 03.05.06 η Εναγόμενη 1 τους εκχώρησε όλα τα δικαιώματα της που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 15.04.
  7. Είναι ακόμη η θέση των Εναγόντων ότι μέσα από τη λειτουργία του λογαριασμού δανείου υπ' αριθμό 133-12-010274 κατά την 30.06.11 υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €44.066,13, του οποίου την πληρωμή απαιτούν. Όπως οι Ενάγοντες αναφέρουν, σε σχέση με τα χρεωστικά υπόλοιπα του τρεχουμένου λογαριασμού και του λογαριασμού δανείου, αποστάληκαν στους Εναγομένους προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 04.11.10 και 26.11.10 με τις οποίες τους καλούσαν να αποπληρώσουν τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι επειδή οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών, με νέες επιστολές τους ημερομηνίας 03.01.11 πληροφόρησαν τους Εναγομένους ότι τερματίζουν τις συμφωνίες τρεχουμένου λογαριασμού και δανείου καλώντας τους εκ νέου να καταβάλουν τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά, χωρίς όμως να το πράξουν μέχρι σήμερα. Από την άλλη οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 απορρίπτουν όλες τις θέσεις των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν κοινό δικόγραφο υπεράσπισης και ανταπαίτησης ενώ το περιεχόμενο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της Εναγομένης 3 είναι πανομοιότυπο με αυτό των συνεναγόντων του (Εναγομένους 1 και 2) με τη διαφορά ότι το δικόγραφο των Εναγομένων 1 και 2 περιστρέφεται γύρω από τις επίδικες συμφωνίες τρεχουμένου λογαριασμού, δανείου, εγγύησης και εκχώρησης δικαιωμάτων του πωλητηρίου εγγράφου του διαμερίσματος ενώ το δικόγραφο της Εναγομένης 3 περιορίζεται στις επίδικες συμφωνίες εγγύησης και εκχώρησης δικαιωμάτων του πωλητηρίου εγγράφου του διαμερίσματος. Αυτό που όλοι μαζί οι Εναγόμενοι απορρίπτουν είναι τη συνομολόγηση οποιασδήποτε συμφωνίας που οι Ενάγοντες επικαλούνται μέσα από την έκθεση απαίτησης τους. Είναι ακόμη η κοινή θέση των Εναγομένων ότι αν ήθελε αποδειχτεί η ύπαρξη των συμφωνιών που οι Ενάγοντες επικαλούνται, αυτές είναι παράνομες και κατ' επέκταση άκυρες και/ή ακυρώσιμες επειδή έγιναν χωρίς την ελεύθερη βούληση τους και επειδή αποτελούν προϊόν αμέλειας, απάτης και/ή δόλου, ψευδών παραστάσεων, αθέμιτου επιρροής, παράβασης εμπιστευτικής σχέσης, παράβασης επαγγελματικού καθήκοντος, σύγκρουσης συμφερόντων και άσκησης ψυχικής πίεσης από τους Ενάγοντες εις βάρος τους, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται μέσα από τις εκθέσεις υπεράσπισης τους. Επίσης οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι οι όροι της μεταξύ των ιδίων και των Εναγόντων συμφωνίας είναι αυτοί που οι Ενάγοντες επικαλούνται στην έκθεση απαίτησης τους. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στην πληρωμή οποιουδήποτε αξιούμενου ποσού. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι αμφισβητούν τη θέση των Εναγόντων ότι οι συμφωνίες που οι Ενάγοντες επικαλούνται έχουν νόμιμα τερματιστεί και ότι τα ποσά που διεκδικούν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα, οφειλόμενα και απαιτητά. Επιπλέον είναι η θέση των Εναγομένων ότι τα ποσά που οι Ενάγοντες αξιώνουν περιέχουν παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις, οι οποίες παραβαίνουν τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν.93(Ι)/96)αλλά και αντιβαίνουν τις παράλληλες παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των Εναγόντων. Επιπροσθέτως οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες επέδειξαν τέτοια συμπεριφορά και προέβηκαν σε τέτοιες ενέργειες αλλά και σε παραλείψεις που τους προκάλεσαν ζημιές που για την παρούσα υπόθεση αναλογούν στο ύψος που ανταπαιτούν. Η καταχώρηση κοινού δικογράφου υπεράσπισης και ανταπαίτησης από τους Εναγομένους 1 και 2 και η παράλληλη καταχώρηση πανομοιότυπου περιεχομένου δικογράφου από την Εναγόμενη 3 οδήγησε στην υποβολή δύο πανομοιότυπων δικογράφων απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση από τους Ενάγοντες. Εις αντίκρουση των θέσεων των Εναγομένων, οι Ενάγοντες απορρίπτουν τη συμπεριφορά που τους αποδίδεται καθώς και για πράξεις και παραλείψεις που τους χρεώνονται και ότι προκάλεσαν τις ζημιές και απώλειες που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται λέγοντας πως ουδέποτε ανέλαβαν ρόλο επαγγελματικού συμβούλου και/ή διεξήγαγαν επαγγελματική μελέτη καθώς επίσης ουδέποτε παρείχαν συμβουλές και διαβεβαιώσεις στους Εναγομένους αναφορικά με επαγγελματικές δραστηριότητες και επενδύσεις τους. Παράλληλα τονίζουν ότι η συνεργασία τους με τους Ενάγοντες περιορίστηκε στα πλαίσια τραπεζίτη με πελάτη. Επίσης οι Ενάγοντες αρνούνται ότι εξ' υπαιτιότητας συμπεριφοράς τους οι Εναγόμενοι υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά, βλάβη ή απώλεια και απορρίπτουν τα ποσά που ανταπαιτούνται. Περαιτέρω οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το περιεχόμενο των επιδίκων συμφωνιών είχε επεξηγηθεί στους Ενάγοντες όπως οι κίνδυνοι αλλά και επιπτώσεις που εγκυμονούνταν και ότι αυτοί ήταν σε θέση να αντιληφθούν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους. Είναι ακόμη η θέση τους ότι οι εν λόγω συμφωνίες είναι νόμιμες και έγκυρες και ότι υπογράφτηκαν με την ελεύθερη βούληση των Εναγομένων. Είναι επίσης η θέση τους ότι οι εν λόγω συμφωνίες τερματίστηκαν νόμιμα και έγκυρα. Την ίδια στιγμή οι Ενάγοντες απορρίπτουν τη θέση των Εναγομένων για παράνομες χρεώσεις και/ή υπερχρεώσεις στους επιδίκους λογαριασμούς. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης τους οι Ενάγοντες παρουσίασαν πέντε μάρτυρες, τέσσερις εκ των οποίων εργάζονται στην υπηρεσία των Εναγόντων ενώ ο πέμπτος το έτος 2006 εργαζόταν στον τότε τραπεζικό οργανισμό γνωστό στο κοινό ως Λαϊκή Τράπεζα. Συγκεκριμένα στο Δικαστήριο προσήλθαν οι κύριοι Ανδρόνικος Σταυρινού (ΜΕ1), Αιμίλιος Μακρίδης (ΜΕ2) και Γιώργος Χατζηχριστοδούλου (ΜΕ5) αλλά και η κυρία Μαρία Ταμπουτσιάρη (ΜΕ4), όλοι υπάλληλοι των Εναγόντων, καθώς και ο κύριος Έρμος Μιχαηλίδης (ΜΕ3), πρώην υπάλληλος της τότε Λαϊκής Τράπεζας το έτος 2006 και σήμερα ιδιώτης σύμβουλος αφερεγγυότητας. Προς υπεράσπιση τους και παράλληλα για σκοπούς απόδειξης της ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι κάλεσαν δύο μάρτυρες και ειδικότερα τον διευθυντή της Εναγομένης 3 κύριο Ανδρέα Γεωργίου (ΜΥ1) και τον κύριο Ανδρέα Χαραλαμπίδη (ΜΥ2), πρώην υπάλληλο της τότε Λαϊκής Τράπεζας. Επιπλέον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 1, 2, 2Α-2Γ και 3-10 καθώς και ένα τεκμήριο προς αναγνώριση (Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση). Έχοντας σκιαγραφήσει τις βασικές θέσεις και ισχυρισμούς των μερών δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας αφού πλήρης έκταση του είναι καταγραμμένο στα πρακτικά. Αναφορά στη μαρτυρία καθώς και στα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια θα γίνεται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης τους, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Οι θέσεις και ισχυρισμοί των μερών μαζί με την προσαχθείσα μαρτυρία αλλά και τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας αγωγής έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Τελικές Αγορεύσεις: Στις τελικές αγορεύσεις τους αμφότερες οι πλευρές προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με παραπομπή σε νομολογία και σε διάφορες νομοθεσίες να πείσουν για την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί την μαρτυρία που προσκομίστηκε από τους μάρτυρες των πελατών του κρίνοντας τους ως μάρτυρες αλήθειας. Παράλληλα ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 των Εναγομένων θα πρέπει να απορριφθεί επειδή πρώτον αρκετές από τις αναφορές του δεν έχουν δικογραφηθεί μέσα από την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης και δεύτερο επειδή πρόκειται για ανειλικρινή μάρτυρα, του οποίου η μαρτυρία δεν ήταν πειστική. Σε σχέση με την μαρτυρία του ΜΥ2 των Εναγομένων, ο εν λόγω συνήγορος υπέβαλε ότι ούτε αυτή θα πρέπει να γίνει δεκτή επειδή είναι γενική και αόριστη. Είναι η θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι όλοι ισχυρισμοί που συνθέτουν το πλαίσιο τόσο της υπεράσπισης όσο και της ανταπαίτησης των Εναγομένων θα πρέπει να απορριφθούν με έξοδα εναντίον τους επειδή στερούνται επαρκούς στοιχειοθέτησης. Παράλληλα ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει απόφαση εναντίον των Εναγομένων ως οι αξιούμενες θεραπείες που σημειώνονται στην έκθεση απαίτησης επειδή οι Ενάγοντες απέδειξαν την απαίτησης τους στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγομένων, ο οποίος ουσιαστικά υποστήριξε ότι μέσα από την μαρτυρία που προσκομίστηκε έχουν αποδειχθεί όλες οι υπερασπιστικές θέσεις των πελατών του. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο όλοι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων παρέμειναν αστήριχτοι και μετέωροι, συνεπεία των οποίων οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την απαίτηση τους ως όφειλαν, η οποία, όπως εισηγήθηκε, θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον τους. Καταλήγοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ των πελατών του και εναντίον των Εναγόντων ως η ανταπαίτηση. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Το νομικό καθεστώς και οι επαγγελματικές δραστηριότητες της Εναγομένης 3 είναι ζητήματα που δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Είναι κοινό έδαφος των διαδίκων ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο η Εναγόμενη 3 είναι εταιρεία ανάπτυξης γης περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, η οποία ασχολείται επαγγελματικά με την αγορά, ανάπτυξη και πώληση ακίνητης περιουσίας. Επίσης είναι κοινό έδαφος των διαδίκων ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο ΜΥ1, Ανδρέας Γεωργίου, ήταν διευθυντής της Εναγομένης 3 εταιρείας. Περαιτέρω είναι κοινό έδαφος των διαδίκων ότι στα πλαίσια των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της η Εναγόμενη 3, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 15.04.04 (Τεκμήριο 6), πώλησε στην Εναγόμενη 1 το επίμαχο ακίνητο έναντι του συμφωνημένου τιμήματος των Λ.Κ.£72.000, όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (ισότιμο σε €123.019,30). Επιπλέον είναι κοινό έδαφος των διαδίκων ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο Εναγόμενος 2 ήταν ο σύζυγος της Εναγομένης
  8. Τα γεγονότα αυτά που δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η προδικαστική ένσταση της Εναγομένης 3: Στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της Εναγομένης 3 και ειδικότερα στην παράγραφο 2 καταγράφεται μία προδικαστική ένσταση. Η Εναγόμενη 3 όμως επέλεξε να μην προβεί στα δέοντα δικονομικά διαβήματα έτσι ώστε η εν λόγω ένσταση της να εκδικαστεί πριν από την ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Η μη προώθηση της ένστασης αυτής με το δέοντα δικονομικό μηχανισμό που οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας προνοούν σφραγίζει τη μοίρα αυτής. Ανεξάρτητα της πιο πάνω αναπόφευκτης απορριπτικής κατάληξης, η προδικαστική ένσταση αναφέρεται σε παράλειψη των Εναγόντων να καθορίσουν εξ' αρχής την εμβέλεια των επιθυμούμενων εξασφαλίσεων τους σε περιουσιακά στοιχεία και ότι είναι ορθό, έντιμο και δίκαιο να στραφούν πρώτα στην Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδα προτού οχλήσουν την Εναγομένη 3 ως εγγυήτρια. Επ' αυτού θα πρέπει να λεχθεί ότι κατά την εκδίκαση της αγωγής η Εναγόμενη 3 ως εγγυήτρια, δεν έθεσε θέμα προστασίας της με ισχυρισμό για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης στην περίπτωση που κριθεί ότι θα εκδοθεί εναντίον της προκειμένου να εξεταστεί στη βάση προσκομισθείσας μαρτυρίας σύμφωνα με τη διαδικασία που προνοείται από τον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 μετά των συναφών τροποποιήσεων (Ν.197(Ι)/2003). Ως εκ τούτου, περαιτέρω σχολιασμός επί ενός τέτοιου ζητήματος είναι άνευ ουσίας και αντικειμένου. Νομικό καθεστώς Εναγόντων: Προτού υπεισέλθω στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, θα ασχοληθώ με το νομικό καθεστώς των Εναγόντων, η περιγραφή του οποίου, όπως δικογραφείται μέσα από την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης, αμφισβητείται από τους Εναγομένους. Είναι γνωστό ότι στοιχεία που βρίσκονται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης και μπορούν να διευκολύνουν το έργο του Δικαστηρίου ή να βοηθήσουν στη διαφώτιση του δεν αγνοούνται. Είχα την ευκαιρία να ανατρέξω στο περιεχόμενο του δικαστηριακού φακέλου της υπόθεσης και εντός αυτού παρατηρώ ότι βρίσκεται γραπτή ειδοποίηση που καταχωρήθηκε σ' αυτόν στις 31.05.12 από το δικηγόρο των Εναγόντων με την οποίαν παρέχεται το ιστορικό αλλαγών επωνυμίας των Εναγόντων, το οποίο υποστηρίζεται από έγγραφα του αρχείου του Εφόρου Εταιρειών που είναι επισυνημμένα σ' αυτήν. Μελέτη αυτών καθιστούν σαφές ότι: (α) Μέχρι τις 28.03.05 οι Ενάγοντες ονομάζονταν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. (β) Περί τις 28.03.05 οι Ενάγοντες μετονομάστηκαν σε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (γ) Περί τις 04.12.06 οι Ενάγοντες μετονομάστηκαν σε Marfin Popular Bank Public Co Ltd. (δ) Περί τις 04.12.06 οι Ενάγοντες μετονομάστηκαν σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Μέσα από την πιο πάνω γραπτή ειδοποίηση ουσιαστικά ζητήθηκε η συνέχιση της διαδικασίας λαμβανομένου υπόψη της νέας μετονομασίας των Εναγόντων. Επίσης εντός του δικαστηριακού φακέλου της υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 07.06.13 νέα και συνάμα μεταγενέστερη γραπτή ειδοποίηση από το δικηγόρο των Εναγόντων με την οποίαν σημειώνεται ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ έχει αναλάβει ως αποκτών πρόσωπο τις εργασίες της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν.17(Ι)/2013)μετά των συναφών τροποποιήσεων και τον περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 που εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα (Κ.Δ.Π.104/2013). Η εν λόγω ειδοποίηση συνοδεύεται από την Κ.Δ.Π.104/2013 και σχετικό τροποποιητικό διάταγμα καθώς και από την Κ.Δ.Π.103/2013 που είναι το περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του
  9. Αυτό που βρίσκεται εντός του δικαστηριακού φακέλου και συνοδεύει την προαναφερόμενη σχετική ειδοποίηση στο πρωτοκολλητείο είναι αντίγραφο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 29.03.13 υπ' αριθμό 4645 όπου στις σελίδες 769-788 βρίσκονται δημοσιευμένες η Κ.Δ.Π.103/2013 και Κ.Δ.Π.104/
  10. Ο Ν.17(Ι)/2013 είναι η κατ' εξοχήν νομοθεσία που καθιδρύει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως την αρχή εξυγίανσης τραπεζικών οργανισμών και πιστωτικών ιδρυμάτων. Το άρθρο 10 της κείμενης νομοθεσίας παρέχει δυνατότητα στην αρχή εξυγίανσης, με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, να απαιτήσει, μέσω της έκδοσης διατάγματος, τη μεταβίβαση είτε όλων είτε ορισμένων περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση σε άλλη ενδιάμεση τράπεζα χωρίς τη συγκατάθεση του Διοικητικού Συμβουλίου ή των μετόχων ή μελών του εν λόγω ιδρύματος. Προέκταση του σκοπού του νομοθέτη αποτελεί το άρθρο 28 της εν λόγω νομοθεσίας όπου τονίζεται ότι οποιαδήποτε αγωγή και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που κατά το χρόνο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή προς όφελος του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, δεν τερματίζεται, ούτε διακόπτεται, ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο ένεκα της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου, αλλά μπορεί να καταχωρείται ή να συνεχίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αποκτώντος προσώπου ή της ενδιάμεσης τράπεζας ή της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ανάλογα με την περίπτωση. Η δε αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του ιδρύματος υπό εξυγίανση σε διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου πραγματοποιείται με την καταχώρηση από το αποκτών πρόσωπο ή την ενδιάμεση τράπεζα ή την εταιρεία διαχείρισης, σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο. Είναι πάνω στη βάση του σκεπτικού του άρθρου 28 του Ν.17(Ι)/2013 που στις 07.06.13 καταχωρήθηκε η εν λόγω γραπτή ειδοποίηση στον πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου επί το ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ έχει αναλάβει ως αποκτών πρόσωπο τις εργασίες της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Από τις πρόνοιες του Ν.17(Ι)/2013 πηγάζουν η Κ.Δ.Π.103/2013 και η Κ.Δ.Π.104/2013, αμφότερες οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ στις 29.03.
  11. Η Κ.Δ.Π.104/2013 είναι το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013, στη βάση του οποίου ακολούθησαν τροποποιητικά διατάγματα. Το άρθρο 5 της Κ.Δ.Π.104/2013 τονίζει ότι η γνωστή στο κοινό ως Λαϊκή Τράπεζα που στο ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω δευτερεύουσας νομοθεσίας σημαίνει την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd με αριθμό εγγραφής C1 μεταβιβάζει στο αποκτών πρόσωπο που με βάση το ίδιο ερμηνευτικό πλαίσιο σημαίνει την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με αριθμό εγγραφής ΗΕ165 όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις στο πλαίσιο που τα εν λόγω διατάγματα προσδιορίζουν από 29.03.
  12. Επίσης το άρθρο 7 της Κ.Δ.Π.104/2013 αναφέρει ότι από την ημερομηνία μεταβίβασης η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων θεωρείται έγκυρη, παράγει τα ίδια σκοπούμενα έννομα αποτελέσματα και ισχύει έναντι τρίτων. Το δε άρθρο 13 σημειώνει ότι κατά την ημερομηνία μεταβίβασης η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως το αποκτών πρόσωπο, υποκαθιστά την Λαϊκή Τράπεζα αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία η οποία σχετίζεται με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται. Περαιτέρω το άρθρο 14

(1)επισημαίνει ότι από την ημερομηνία της μεταβίβασης συμφωνίες οι οποίες έχουν συναφθεί από ή σε σχέση με τη Λαϊκή Τράπεζα και οι οποίες αφορούν τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις λογίζονται ως αν να είχαν συναφθεί με ή σε σχέση με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Για σκοπούς ολοκληρωμένης εξέτασης του υπό κρίση ζητήματος ανάτρεξα και στις πρόνοιες του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997 (Ν.66(Ι)/97) μετά των συναφών τροποποιήσεων όπου υποδεικνύεται ότι οργανισμός που χρησιμοποιεί τη λέξη τράπεζα ως μέρος της επωνυμίας του είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο χορηγήθηκε σχετική άδεια από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ανάμεσα σ' άλλα, για να διεξάγει τραπεζικές εργασίες και να παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις και χρηματοδοτήσεις σε τρίτα άτομα (Παράρτημα IV). Από τη μελέτη του πιο πάνω νομοθετικού πλαισίου μέσα από το οποίο αναγράφονται οι αριθμοί εγγραφής της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, γνωστή στο κοινό ως Λαϊκή Τράπεζα και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως οργανισμοί που έχουν ιδρυθεί, προκύπτει ότι αμφότεροι οι οργανισμοί αυτοί έχουν συσταθεί και εγγραφεί δεόντως στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών ως νομικά πρόσωπα σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Αυτό διαπιστώνεται από τους αριθμούς εγγραφής που έχουν αποκαλυφθεί πιο πάνω. Επίσης προκύπτει ότι αμφότεροι οργανισμοί κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα που, ανάμεσα σ' άλλα, διεξήγαγαν τραπεζικές εργασίες και παρείχαν πιστωτικές διευκολύνσεις και χρηματοδοτήσεις σε τρίτα άτομα. Περαιτέρω διαπιστώνεται ότι από τις 29.03.13 η Λαϊκή Τράπεζα τέθηκε υπό το καθεστώς εξυγίανσης και στη βάση νομοθετικής ρύθμισης όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα, υποχρεώσεις, εργασίες και εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες μεταβιβάστηκαν και αναλήφθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Συνεπώς η ιδιότητα των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή καλύπτει τις ενέργειες της τότε Λαϊκής Τράπεζας κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, στο πρόσωπο πλέον της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ προς την οποία έχουν μεταβιβαστεί όλες οι εργασίες, περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις και η οποία ανέλαβε να διεκπεραιώσει όλες τις εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες που αφορούν τέτοιες εργασίες, περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, ανάμεσα στις οποίες είναι η συνέχιση προώθησης και εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Θα υπεισέλθω τώρα στο κεφάλαιο αξιολόγησης της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από τους μάρτυρες των διαδίκων. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Ο ΜΕ1 είναι ένας μάρτυρας, του οποίου η μαρτυρία εδράζεται σε γεγονότα που επικαλέστηκε για τα οποία όμως δεν έχει προσωπική αντίληψη υπό την έννοια να τα έχει βιώσει και να έχει ιδίαν γνώση όταν αυτά είχαν συμβεί. Ούτε ο ίδιος καθ' οιονδήποτε τρόπο είχε συμμετοχή σ' αυτά ή διαδραματίσει κάποιο ρόλο. Ο εν λόγω μάρτυρας σε διάφορες περιπτώσεις όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του ως προς την πηγή της γνώσης του σ' αυτά που αναφέρει παραδέχτηκε ότι η μαρτυρία που κατέθετε στο Δικαστήριο ήταν προϊόν ενημέρωσης που είχε από συναδέλφους του αλλά και από μελέτη του φακέλου από τον ίδιο. Προς τεκμηρίωση αυτών αναφέρω ενδεικτικά τα εξής: (α) Σε ερώτηση αν ο ίδιος ήταν παρών κατά τη συνομολόγηση των επιδίκων συμφωνιών απάντησε αρνητικά λέγοντας παράλληλα ότι άντλησε γνώση από το περιεχόμενο των εγγράφων που βρίσκονται στον τραπεζικό φάκελο της υπόθεσης που βρίσκεται στην κατοχή του. (β) Σε ερώτηση αν οι Ενάγοντες παρείχαν συμβουλές στους Εναγομένους απάντησε ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση αλλά έτυχε ενημέρωσης γι' αυτό από συνάδελφο του. (γ) Σε ερώτηση πως γνωρίζει ότι είχαν εξηγηθεί οι όροι των συμφωνιών στους Εναγομένους, απάντησε από πληροφόρηση που είχε από τρίτους. (δ) Σε ερώτηση αν γνωρίζει αν οι όροι του Τεκμηρίου 1, το οποίο είναι έγγραφο που παραπέμπει στη δημιουργία τρεχουμένου λογαριασμού εις τα ονόματα των Εναγομένων 1 και 2, συμφωνήθηκαν από τους Ενάγοντες και τους εν λόγω Εναγομένους μετά από διαπραγμάτευση, ο ίδιος απάντησε ότι δεν ήταν παρών αλλά έτυχε ενημέρωσης γι' αυτό. (ε) Ενημέρωση ο ΜΕ1 είπε ότι είχε και για το θέμα χρέωσης τόκου σε σχετική ερώτηση που του υπεβλήθηκε. (στ) Ο ΜΕ1 είπε ακόμη ότι έτυχε ενημέρωσης από συναδέλφους τους για την πρακτική της τότε Λαϊκής Τράπεζας ως προς τη δυνατότητα των πελατών να έχουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή σε σχέση με νομική φύσεως τραπεζικά θέματα. Η παρουσία του εν λόγω μάρτυρα στο Δικαστήριο οφείλεται κυρίως στο ότι ο ίδιος κατέχει τον τραπεζικό φάκελο της υπόθεσης εντός του οποίου υπάρχουν έγγραφα που σχετίζονται με επίδικα ζητήματα και τα οποία κατατέθηκαν από τον ίδιο. Με την προσκόμιση των Τεκμηρίων 1, 2, 2Α-2Γ και 3-5, οι αναφορές του μάρτυρα αυτού που ουσιαστικά παραπέμπουν στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων δεν προσφέρουν οτιδήποτε και κατ' επέκταση είναι άνευ σημασίας ένεκα του ότι με την κατάθεση των εγγράφων το Δικαστήριο είχε από μόνο του την ευκαιρία να τα εξετάσει και αξιολογώντας τα να ερμηνεύσει το περιεχόμενο τους καταλήγοντας σε σχετικά ευρήματα και συμπεράσματα. Όσον αφορά την επίκληση γεγονότων από τον ΜΕ1 ως αποτέλεσμα πληροφόρησης που είχε από συναδέλφους του, πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία αφού μεταφέρει δηλώσεις που έγιναν από άλλα άτομα. Ασφαλώς το ότι η μαρτυρία αυτή του ΜΕ1 είναι εξ' ακοής δεν την αποκλείει από αξιολόγηση και έτσι δεν την καθιστά απορριπτέα απλά επειδή είναι εξ' ακοής (βλέπε άρθρο 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων). Παράμετροι που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όταν αξιολογεί τέτοια μαρτυρία παρέχονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Κεφ.9, στο περιεχόμενο του οποίου παραπέμπω. Με γνώμονα την χαραγμένη μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής εκδοχή των Εναγομένων και έχοντας υπόψη τις προαναφερόμενες παραμέτρους αξιολόγησης αναφέρω τα εξής: (α) Πρόκειται για γενικές, αόριστες και ασαφείς δηλώσεις αφού, με εξαίρεση σε μία περίπτωση, καμία από αυτές προσδιορίζει πότε υπήρξαν αυτές οι διάφορες ενημερώσεις, από ποιον και για ποιο λόγο. (β) Ο ΜΕ1 έχει κάθε λόγο και κίνητρο να μην μεταφέρει τις αρχικές δηλώσεις των συναδέλφων του στο Δικαστήριο ακριβώς όπως αυτές έγιναν επειδή ο ίδιος, ως έμμισθος λειτουργός των Εναγόντων που είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή, έχει συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης αυτής. (γ) Η περίπτωση της εξαίρεσης αφορά ενημέρωση που ο ΜΕ1 λέει ότι είχε από τον ΜΕ2, του οποίου η ενόρκως κατατεθείσα μαρτυρία έτυχε αξιολόγησης από το Δικαστήριο. (δ) Δεν διευκρινίζεται αν ο ΜΕ1 κάθε φορά είχε ενημέρωση από άτομο που είχε άμεση γνώση των γεγονότων που επικαλέστηκε στο Δικαστήριο ή αν τα μετέφερνε από άτομα που και αυτά είχαν ενημέρωση από άλλους συναδέλφους τους. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του ΜΕ
  1. Σχετικά με την παρουσία του ΜΕ2 από το εδώλιο του μάρτυρα η εικόνα που το Δικαστήριο σχημάτισε μόνο θετική μπορεί να χαρακτηριστεί. Με σεβασμό στην αλήθεια και με πλήρη αντίληψη της υποχρέωσης που αισθανόταν ότι είχε ως μάρτυρας στο χώρο που βρισκόταν, το εν λόγω άτομο, ως υπάλληλος στην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd από τον Ιούνιο 1990 μέχρι τις 29.03.13 και αμέσως στη συνέχεια λειτουργός των Εναγόντων, ήλθε και ανάφερε τα γεγονότα που ο ίδιος βίωσε και που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Εκεί που δεν είχε προσωπική γνώση ή ανάμιξη το αποκάλυπτε ευθαρσώς, στοιχείο που αναδεικνύει την ειλικρίνεια και του αισθήματος ευθύνης που τον διακατείχε απέναντι στο Δικαστήριο. Στις διάφορες ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν απαντούσε επί της ουσίας τους με σαφήνεια και υπευθυνότητα χωρίς να υπεκφεύγει, φλυαρεί ή να προβαίνει σε εικασίες και δίχως να επιδεικνύει τάση υπερβολής. Παράλληλα ο μάρτυρας αυτός σε καμία περίπτωση μου έδωσε την εντύπωση ότι κατασκεύαζε τις απαντήσεις του. Αντίθετα οι αναφορές του ήταν τεκμηριωμένες, υποστηρίζονταν από πραγματική μαρτυρία και διαπνέονταν από σιγουριά. Χωρίς να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα έπλητταν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του, το επίπεδο της οποίας παρέμεινε ακλόνητα υψηλό μέχρι τέλους, αποδέχομαι την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη και ότι αυτή εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων. Ειδικότερα τα πιο κάτω από την μαρτυρία του ΜΕ2 αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 03.05.06 μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1, οι πρώτοι παραχώρησαν στη δεύτερη δάνειο ύψους Λ.Κ.£30.000 (ισότιμο σε €51.258,04) με αριθμό λογαριασμού 133-12-010274, το οποίο θα αποπληρωνόταν σε 168 μηνιαίες δόσεις. Το συμφωνημένο ύψος της κάθε δόσης ανέρχεται στις Λ.Κ.£264,75 (ισότιμο σε €452,35) με την πληρωμή της πρώτης μηνιαίας δόσης να είναι στις 05.06.
  2. Η αναφορά αυτή επαληθεύεται απόλυτα από το Τεκμήριο 2 που είναι η επικαλούμενη συμφωνία δανείου με επισυνημμένους όρους, το περιεχόμενο της οποίας κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του αποδέχομαι ως αληθές και αξιόπιστο. Χωρίς αμφιβολία σ' αυτό συνηγορεί και η κατηγορηματική δήλωση του μάρτυρα ότι υπέγραψε ως μάρτυρας στη συμφωνία αναγνωρίζοντας την υπογραφή του στο Τεκμήριο 2 όπως επιβεβαίωσε ότι ήταν παρών όταν εκπρόσωπος των Εναγόντων και η Εναγόμενη 1 υπέγραψαν την πιο πάνω συμφωνία ως συμβαλλόμενα μέρη. Περαιτέρω με ενυπόγραφο έγγραφο ημερομηνίας 03.05.06 οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 στους Ενάγοντες, οι οποίες πηγάζουν από την προαναφερόμενη συμφωνία δανείου. Το έγγραφο αυτό που περιέχει όρους είναι ενσωματωμένο στο Τεκμήριο
  3. Ο ΜΕ2 υπέγραψε ως μάρτυρας στο έγγραφο εγγύησης αναγνωρίζοντας την υπογραφή του σ' αυτό. Σημειώνεται ακόμη η αποδεκτή θέση του ΜΕ2 ότι ο ίδιος ήταν παρών όταν ο Εναγόμενος 2 και εκπρόσωπος της Εναγομένης 3 υπέγραψαν το έγγραφο αυτό ως εγγυητές. Η αναφορά του ΜΕ2 ότι η Εναγόμενη 3 έλαβε σχετική απόφαση να προβεί σε υπογραφή του εγγυητήριου εγγράφου επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 3 που είναι απόσπασμα πρακτικών συνεδρίας διοικητικού συμβουλίου ημερομηνίας 02.05.06 όπου καταγράφεται η ομόφωνη λήψη τέτοιας απόφασης με την οποίαν εξουσιοδοτήθηκαν οι αξιωματούχοι Ανδρέας Γεωργίου (διευθυντής-μέτοχος) και Σούλλα Σοφοκλέους (γραμματέας) να υπογράψουν κάθε αναγκαίο έγγραφο εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 3 εταιρείας με σκοπό την παροχή εγγύησης των τραπεζικών διευκολύνσεων που η τότε Λαϊκή Τράπεζα παραχώρησε και/ή θα παραχωρούσε στην Εναγόμενη
  4. Κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του Τεκμηρίου 3 αποδέχομαι το περιεχόμενο του ως αληθές και αξιόπιστο. Μέσα από την μαρτυρία του ΜΕ2 προκύπτει ακόμη ότι ο ίδιος ήταν ένας από αυτούς που υπέγραψε ως μάρτυρας στη συμφωνία εκχώρησης των δικαιωμάτων της Εναγομένης 1 σε σχέση με το ακίνητο που αγόρασε από την Εναγόμενη 3 δυνάμει της σύμβασης πώλησης (Τεκμήριο 6). Η συμφωνία εκχώρησης που υπογράφεται από τους Ενάγοντες, Εναγομένη 1 και Εναγομένη 3 φέρει ημερομηνία 03.05.06 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Όπως διαπιστώνεται από το περιεχόμενο της, η συνομολόγηση της έγινε ως επιπλέον εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Cyprus Popular Bank Ltd αναφορικά με την παροχή δανείου. Ο ΜΕ2 αναγνώρισε την υπογραφή του που έθεσε ως μάρτυρας της εν λόγω συμφωνίας και όπως είπε ότι συμβαίνει κάθε φορά που χρησιμοποιείται ως μάρτυρας σε συμφωνία, ήταν παρών όταν τα συμβαλλόμενα μέρη την υπέγραψαν. Το γεγονός ότι κάτω από το όνομα του μάρτυρα υπάρχει σφραγίδα με την επωνυμία Marfin Popular Bank Public Co Ltd αντίς Cyprus Popular Bank Ltd που προφανώς θα έπρεπε να ήταν δεν προκαλεί ρήγμα στην αξιοπιστία του μάρτυρα, ο οποίος από την πρώτη στιγμή που ερωτήθηκε χωρίς περιστροφές είπε ότι δεν ήταν ο ίδιος που την τοποθέτησε. Δεν αποκλείεται η σφραγίδα του οργανισμού να τοποθετήθηκε μεταγενέστερα των υπογραφών. Αυτό όμως δεν έχει σημασία και δεν διαφοροποιεί οποιαδήποτε νομική κατάσταση. Αυτό που έχει σημασία είναι η βεβαίωση του ΜΕ2 ότι ο ίδιος είναι που τοποθέτησε τη σφραγίδα του ονόματος του στο Τεκμήριο 4 δίπλα από το οποίο υπέγραψε ως μάρτυρας τη στιγμή που οι συμβαλλόμενοι το υπέγραψαν. Επίσης έχει σημασία η αποδεκτή δήλωση του μάρτυρα ότι ο ίδιος ήταν παρών όταν οι συμβαλλόμενοι υπέγραφαν το Τεκμήριο
  6. Είναι άνευ ουσίας όμως αν το όνομα κάποιου που υπογράφει ως μάρτυρας σε μία συμφωνία, εδώ του ΜΕ2, συνοδεύεται ή όχι από σφραγίδα του οργανισμού στον οποίον εργάζεται. Αρκεί το όνομα και η υπογραφή του μάρτυρα για να προσδώσει το νόημα ότι η συμφωνία επιμαρτυρείται. Η τοποθέτηση της σφραγίδας της Marfin Popular Bank Public Co Ltd θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Το ότι ενδεχομένως η εν λόγω σφραγίδα τοποθετήθηκε μεταγενέστερα των υπογραφών δεν υπονομεύει την εγκυρότητα και νομιμότητα του Τεκμηρίου 4, το οποίο κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του αποδέχομαι το περιεχόμενο του ως αληθές και αξιόπιστο, έχοντας υπόψη το ότι είναι προφανές ότι η επωνυμία του τραπεζικού οργανισμού ήταν η Cyprus Popular Bank Ltd, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο αλλά και από την σφραγίδα κάτω από την υπογραφή του εκπροσώπου της, καθώς επίσης με δεδομένο τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ΜΕ2 υπέγραψε ως μάρτυρας, το γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα των υπογραφών των συμβαλλομένων μερών αλλά και το ότι ουδείς από τους διαδίκους αμφισβήτησε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Αξιοσημείωτες παραμένουν οι σαφείς και κατηγορηματικές δηλώσεις του ΜΕ2 ότι ουδέποτε συμβούλευσε τόσο την Εναγόμενη 1 να λάβει τραπεζική διευκόλυνση όσο και την Εναγόμενη 3 να προχωρήσει με την υπογραφή του εγγυητηρίου εγγράφου. Με τρόπο εμπεριστατωμένο και πειστικό ο ΜΕ2 εξήγησε ότι ένας τραπεζικός υπάλληλος δεν θα μπορούσε να συμβουλεύει κάποιον ως προς τη δυνατότητα καλύτερης αξιοποίησης του δανείου που ζητούσε. Απορρίπτοντας τη θέση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες συμβούλευσαν την Εναγόμενη 1 ότι η αγορά του ακινήτου θα ήταν προς όφελος της και επομένως να της προσφέρουν δάνειο γι' αυτό, ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει επειδή η Εναγόμενη 1 είχε αγοράσει το επίμαχο ακίνητο από την Εναγόμενη 3 δύο χρόνια προηγουμένως. Πρόκειται για μία πειστική θέση που αποδέχομαι και η οποία επαληθεύεται από το Τεκμήριο 6, το περιεχόμενο του οποίου δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε διάδικο και κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του αποδέχομαι ως ορθό και αληθές. Το Τεκμήριο 6 περιέχει συμφωνία ημερομηνίας 15.04.04 με την οποίαν η Εναγόμενη 1 αγόρασε από την Εναγόμενη 3 εταιρεία το επίμαχο ακίνητο για το ποσό των Λ.Κ.£72.000 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας), από το οποίο ποσό Λ.Κ.£7.200 πληρώθηκε προκαταβολικά με την υπογραφή του εγγράφου, με την Εναγόμενη 3 να αναλαμβάνει την ανέγερση του. Εξίσου σημαντική και συνάμα αποδεκτή από το Δικαστήριο είναι η δήλωση του ΜΕ2 ότι η Εναγόμενη 3 ως πωλήτρια ακινήτων έφερνε άτομα στην τότε Λαϊκή Τράπεζα ζητώντας να τους χορηγηθούν δάνεια γνωρίζοντας ότι για να γίνει κάτι τέτοιο απαιτείτο η παραχώρηση εγγύησης. Έχοντας υπόψη ότι με τη χορήγηση δανείων θα επωφελείτο η ίδια αφού θα πληρωνόταν το τίμημα πώλησης, η Εναγόμενη 3 ασκούσε πιέσεις στην τράπεζα για να εγκριθεί η χορήγηση τέτοιων δανείων και παράλληλα προσφερόταν από μόνη της να παρέχει εγγύηση υπογράφοντας προς τούτο τα αναγκαία έγγραφα. Μάλιστα ο ΜΕ2 ανάφερε συγκεκριμένα μία περίπτωση που όταν απέρριψε αίτημα παροχής δανείου σε πελάτη της Εναγομένης 3, αυτή αντέδρασε δια του διευθυντή και μετόχου κυρίου Λεριού, ο οποίος τον κατάγγειλε στους ανώτερους του για επίδειξη υπέρμετρης αυστηρότητας και λανθασμένης εκτέλεσης των καθηκόντων του. Ο ΜΕ3 εργαζόταν το έτος 2006 στο υποκατάστημα Ελευθέριου Βενιζέλου της τότε Λαϊκής Τράπεζας στην Πάφο. Ήταν το άτομο που προσωπικά χειρίστηκε την περίπτωση χορήγησης δανείου στην Εναγόμενη 1 περιλαμβανομένου των απαιτουμένων εξασφαλίσεων και εγγυήσεων. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του ταυτίζεται με την μαρτυρία του ΜΕ2, αμφότερες οι οποίες επιβεβαιώνονται από την ίδια πραγματική μαρτυρία. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν απλός και ουσιαστικός στις τοποθετήσεις του. Με λεπτομέρεια και παραστατικότητα εξήγησε το ρόλο του στην υπόθεση αυτή. Τα γεγονότα που ανάφερε στο Δικαστήριο ήταν αυτά για τα οποία ήταν θετικά σίγουρος. Ότι δεν θυμόταν το ανάφερε ευθαρσώς. Δεν έχω αμφιβολία ότι πρόκειται για φιλαλήθη και ειλικρινή άτομο και τούτο διαπιστώνεται μέσα από τοποθετήσεις του επί γεγονότων που δεν βοηθούν την εκδοχή των Εναγόντων. Το ότι πλέον δεν εργάζεται στην υπηρεσία των Εναγόντων αλλά ασκεί το επάγγελμα του ιδιώτη συμβούλου αφερεγγυότητας αφαιρεί, έστω και θεωρητικά, οποιοδήποτε κίνητρο που κάποιος θα μπορούσε να του αποδώσει, ότι ήλθε να βοηθήσει την υπόθεση των Εναγόντων εις βάρος των Εναγομένων κατασκευάζοντας τις απαντήσεις του. Η δε μαρτυρία του είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις αντιφάσεις, πράγμα που την καθιστά αξιόπιστη και κατ' επέκταση πειστική στο Δικαστήριο. Στη βάση αυτών αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ3 ως αληθή και αξιόπιστη. Από την μαρτυρία του ΜΕ3 τα πιο κάτω αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου: Η Εναγόμενη 1 αποτάθηκε στην τότε Λαϊκή Τράπεζα, με συστάσεις από την Εναγόμενη 3, υποβάλλοντας αίτημα να της χορηγηθεί στεγαστικό δάνειο για σκοπούς πληρωμής μέρος του τιμήματος αγοράς του επίμαχου διαμερίσματος, ακίνητο που είχε αγοράσει δύο χρόνια προηγουμένως από την Εναγόμενη 3 δυνάμει σχετικής σύμβασης ημερομηνίας 15.04.04 (Τεκμήριο 6). Ως αρμόδιος λειτουργός χορηγήσεων δανείων, ο ΜΕ3 εξέτασε το αίτημα της Εναγομένης 1 και το έγκρινε στη βάση συγκεκριμένων εξασφαλίσεων. Ακολούθησε ετοιμασία και υπογραφή συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 03.05.06 που περιείχε όρους και με βάση τις λεπτομέρειες που αναφέρθηκαν μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ2 αλλά και διαπιστώνονται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  7. Οι εξασφαλίσεις που δόθηκαν στην τότε Λαϊκή Τράπεζα ήταν η εκχώρηση των δικαιωμάτων της Εναγομένης 1 δυνάμει σχετικής σύμβασης ημερομηνίας 03.05.06 (Τεκμήριο 4) που πηγάζουν από τη σύμβαση αγοράς του επίμαχου ακινήτου με τίμημα Λ.Κ.£72.000, η εκχώρηση δικαιωμάτων της Εναγομένης 1 από ασφάλεια ζωής αξίας Λ.Κ.£30.000, ξεχωριστές εγγυήσεις ύψους Λ.Κ.£30.000 από τους Εναγομένους 2 και 3 δυνάμει σχετικού εγγράφου που ενσωματώθηκε στη συμφωνία δανείου και αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου
  8. Η Εναγόμενη 3 εταιρεία συγκατατέθηκε μετά από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ημερομηνίας 02.05.06 (Τεκμήριο 3). Την περίοδο εκείνη αποτελούσε πρακτική της τότε Λαϊκής Τράπεζας ότι για τη χορήγηση στεγαστικού δανείου, στα πλαίσια αγοράς ενός ακινήτου όπου ο αγοραστής δεν είχε τίτλο ιδιοκτησίας εις το όνομα του, απαιτείτο από τον πωλητή να δώσει τη συγκατάθεση του στην εκχώρηση των δικαιωμάτων του αγοραστή που πηγάζουν από τη συμφωνία πώλησης στην εν λόγω τράπεζα έτσι ώστε με την έκδοση του το αγορασμένο ακίνητο να μπορεί να υποθηκευτεί προς όφελος της τράπεζας αυτής, ως εξασφάλιση του χορηγηθέντος δανείου. Η εγγύηση του πωλητή τερματιζόταν με την μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου εις το όνομα της εν λόγω τράπεζας. Ο ΜΕ3 ουδέποτε συμβούλευσε τόσο την Εναγόμενη 1 να λάβει το δάνειο όσο και τους Εναγομένους 2 και 3 να παράσχουν εγγυήσεις και ουδέποτε τους έδωσε επαγγελματική συμβουλή. Λόγω των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της η Εναγόμενη 3 απέστελλε διάφορους πελάτες της στην τότε Λαϊκή Τράπεζα με σκοπό να υποβάλουν αιτήματα για χορήγηση δανείων, η έγκριση των οποίων θα διευκόλυνε την αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς του ακινήτου που αγόρασαν από την Εναγόμενη
  9. Αυτό αφορούσε το υπό ανάπτυξη έργο στην κοινότητα Αναβαργός της επαρχίας Πάφου με άλλους πελάτες που αγόρασαν διαμερίσματα από την Εναγόμενη 3 και αποτάθηκαν για δάνεια στην τότε Λαϊκή Τράπεζα, τα οποία και εγκρίθηκαν. Η ΜΕ4 βρισκόταν στην υπηρεσία της τότε Λαϊκής Τράπεζας από τις 02.04.96 μέχρι τις 28.03.13 και στη συνέχεια από τις 29.03.13 ανέλαβε καθήκοντα στο τμήμα δικαστικών υποθέσεων των Εναγόντων στην Πάφο, υπηρεσία στην οποία εξακολουθεί να εργάζεται μέχρι σήμερα. Όπως η ίδια παραδέχτηκε ουδεμία σχέση έχει με τα γεγονότα των επίμαχων συμφωνιών και κανένα ρόλο είχε στην όποια σχέση των Εναγομένων αρχικά με την Λαϊκή Τράπεζα και ακολούθως με τους Ενάγοντες. Σύμφωνα με τα δικά της λεγόμενα η γνώση για την υπόθεση περιορίζεται από μελέτη του περιεχομένου του τραπεζικού φακέλου που περιήλθε για πρώτη φορά στην κατοχή της 7 ημέρες περίπου πριν από την ημερομηνία που προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει ενόρκως (ήτοι 7 ημέρες περίπου πριν από τις 19.04.16), από την εικοσάχρονη εμπειρία της σε τραπεζικό οργανισμό αλλά και από συζητήσεις που είχε με άλλους συναδέλφους της χωρίς όμως να κατονομάζει με ποιον ή ποιους συγκεκριμένα είχε συζητήσεις, δίχως να προσδιορίζει πότε τις είχε αυτές τις συζητήσεις και χωρίς να αποκαλύπτει από πού οι συνάδελφοι της γνώριζαν αυτά που της είπαν και μετέφερνε στο Δικαστήριο, δηλαδή αν τα γνώριζαν προσωπικά ή αν τα είχαν ακούσει από άλλους. Ως μάρτυρας η ΜΕ4 έκανε πολύ φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου η εν λόγω μάρτυρας ενώ επικαλέστηκε γεγονότα ότι είχαν διαδραματιστεί στην πορεία αποδείχτηκαν ότι ήταν προϊόν δικών της εικασιών και θεωριών και κατ' επέκταση απλά δικές της επινοήσεις. Χαρακτηριστικά δείγματα της πιο πάνω συμπεριφοράς της ΜΕ4 αποτελούν τα εξής: (α) Καταθέτοντας τα Τεκμήρια 2Α, 2Β και 2Γ που ήταν 'Γενικοί Όροι και Κανονισμοί' ('General Terms and Conditions') και 'Κατάλογος Επιτοκίων και Χρεώσεων' ημερομηνιών 13.02.06 και 28.06.10 της τότε Λαϊκής Τράπεζας, η ΜΕ4 ανάφερε ότι τα έγγραφα αυτά είχαν δοθεί στους Εναγομένους και ότι αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 2) στηρίζοντας τη θέση αυτή στη θεωρία της ότι ήταν τακτική του εν λόγω τραπεζικού οργανισμού να δίδει τέτοια έγγραφα στους πελάτες τους σε περιπτώσεις όπως την παρούσα και παράλληλα πιθανολογώντας ότι από τις ημερομηνίες που αυτά φέρουν πρέπει να είχαν δοθεί στους Εναγομένους, χωρίς όμως να μπορεί να πιστοποιήσει αν τα συγκεκριμένα έγγραφα που προσκόμισε είχαν δοθεί στους Ενάγοντες ως μέρος του Τεκμηρίου 2, πότε, πως, κάτω από ποιες συνθήκες και αν όντως είναι αυτά για τα οποία γίνεται αναφορά στην πρώτη παράγραφο της τρίτης σελίδας του Τεκμηρίου
  10. (β) Δικαιολογεί χρέωση επιτοκίου 8% στον τρεχούμενο λογαριασμό επικαλούμενη ότι ήταν η συνήθης τακτική της τότε Λαϊκής Τράπεζας και εκλαμβάνει ότι αυτό καλύπτεται από τον όρο 4 της συμφωνίας (Τεκμήριο 1), χωρίς όμως να είναι σε θέση να βεβαιώσει ότι το ύψος του επιτοκίου που χρεώθηκε είχε όντως συμφωνηθεί μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένων 1 και
  11. (γ) Παρουσιάζει ως γεγονός επικαλούμενη αποδοχή των Εναγομένων που θεωρεί ότι υπάρχει από τη μη εκδήλωση παραπόνου στην ενέργεια των Εναγόντων να αυξήσουν τη χρέωση επιτοκίου στον τρεχούμενο λογαριασμό από 8% σε 8,75%. (δ) Εκλαμβάνει ως γεγονός ότι έχει εξηγηθεί στους Εναγομένους 1 και 2 στα πλαίσια των προνοιών του όρου 4 του Τεκμηρίου 1 ότι θα υπάρχει κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε τρεις μήνες. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η συμπεριφορά αυτή της ΜΕ4 αγγίζει τα όρια προσπάθειας για παραπλάνηση του Δικαστηρίου και σίγουρα είναι κατακριτέα. Περαιτέρω η ΜΕ4 παρόλο ότι ισχυρίστηκε μελέτη των Τεκμηρίων 7 και 9 που κατάθεσε στο Δικαστήριο, έγγραφα όπου το μεν Τεκμήριο 7 παρουσιάζει αναλυτική κατάσταση λειτουργίας τρεχουμένου λογαριασμού χωρίς όριο για την περίοδο από 01.05.06 μέχρι 04.02.16 και το δε Τεκμήριο 9 αναλυτική κατάσταση λειτουργίας λογαριασμού δανείου για την περίοδο από 01.05.06 μέχρι 04.02.16 και παρά το γεγονός ότι από την αρχή είχε ισχυριστεί εικοσάχρονη επαγγελματική εμπειρία σε τραπεζικό οργανισμό, εντούτοις: (α) επικαλέστηκε αδυναμία να τοποθετηθεί αν ο τόκος είχε υπολογιστεί στη βάση 360 ημερών του έτους, (β) δεν μπορούσε να εξηγήσει τη σημασία και διαφορά των στηλών με τις ονομασίες 'Αξία' και 'Ημερομηνία' που περιέχονταν στα εν λόγω τεκμήρια, (γ) δεν μπορούσε να εξηγήσει από τη συμφωνία δανείου τι είναι το βασικό επιτόκιο και πως προκύπτει, (δ) δεν μπορούσε να εξηγήσει τι είναι το τοκοφόρο υπόλοιπο από την πρώτη σελίδα της δέσμης του Τεκμηρίου 7, (ε) δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τον σκοπό των ημερομηνιών 26.08.15 και 03.02.16 που σημειώνονται επί των Τεκμηρίων 7 και 9 αντίστοιχα. Η αδυναμία αναφοράς επί των πιο πάνω σημείων ουσιαστικά εκθεμελιώνει την αλήθεια του ισχυρισμού της ΜΕ4 ότι είχε μελετήσει τα Τεκμήρια 7 και 9 και γενικότερα το περιεχόμενο του τραπεζικού φακέλου της υπόθεσης. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ενώ στην τελευταία παράγραφο της σελίδας 6 της γραπτής δήλωσης της που κατατέθηκε στα πλαίσια του άρθρου 25 του Κεφ.9 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της ΜΕ4 επισημαίνει τα διάφορα ύψη επιτοκίων με τα οποία ισχυρίζεται ότι ο λογαριασμός δανείου χρεωνόταν κατά διαστήματα, κατά την αντεξέταση της παραδέχτηκε πως, με εξαίρεση αυτό που σημειωνόταν στο σημείο (λ), δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει κανένα από όλα τα υπόλοιπα, με αποτέλεσμα η αρχική της θέση να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ορισμένες από τις απαντήσεις της ΜΕ4 ήταν καθ' όλα γενικές, αόριστες και ασαφείς αφαιρώντας έτσι την όποια πειστικότητα θα μπορούσαν να είχαν. Ειδικότερα επικαλέστηκε εγκυκλίους της Λαϊκής Τράπεζας χωρίς να προσδιορίζει σε ποιες αναφέρεται και τι ημερομηνίες αυτές έφεραν. Επίσης η ΜΕ4 ισχυρίστηκε δημοσίευση στον τύπο των μεταβολών του ύψους του επιτοκίου που θα χρεωνόταν κατά διαστήματα αποφεύγοντας όμως να αναφέρει σε ποιες εφημερίδες είχε δημοσιευτεί και πότε έγινε αυτό. Επιπλέον ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας της ΜΕ4 επικρίνεται ως λανθασμένο και μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα από την μαρτυρία του ΜΕ
  12. Συγκεκριμένα: (α) Η ΜΕ4 ισχυρίστηκε ότι αυτή ήταν που εκτύπωσε τα Τεκμήρια 7 και 9 καθώς και τους αναδομημένους λογαριασμούς τρεχουμένου και δανείου, οι οποίοι κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 8 και 10 αντίστοιχα, περιγράφοντας μάλιστα τη διαδικασία στην οποία προέβηκε, πλην όμως ο ΜΕ5 λέει ότι αυτός ήταν που το έπραξε σε διαφορετικό μάλιστα χρονικό διάστημα, έγγραφα που όπως είπε μελέτησε. (β) Η αναφορά της ΜΕ4 για κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε τριμηνία μέχρι τον ισχυριζόμενο τερματισμό των επιδίκων συμφωνιών και κάθε εξάμηνο έκτοτε χαρακτηρίζεται μέσα από την μαρτυρία του ΜΕ5 ότι είναι λανθασμένη. Όλα τα πιο πάνω είναι αρνητικά στοιχεία που εκμηδενίζουν την αξιοπιστία της ΜΕ4, στην μαρτυρία της οποίας δεν αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα αφού δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων. Ο ΜΕ5 εργάστηκε στην υπηρεσία της τότε Λαϊκής Τράπεζας από το 2000-2013 και έκτοτε μέχρι σήμερα είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων στην Πάφο. Όπως ο ίδιος ανάφερε χωρίς περιστροφές, η γνώση του ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης βασικά πηγάζει από το περιεχόμενο του τραπεζικού φακέλου της υπόθεσης, ο οποίος του δόθηκε από την υπηρεσία του, ως έγινε και σε άλλους συναδέλφους του, λίγες ημέρες πριν από την ένορκη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, τον οποίο φάκελο είχε την ευκαιρία να μελετήσει και να ενημερωθεί για την υπόθεση προβαίνοντας παράλληλα σε ενέργειες και ελέγχους που θα τον βοηθούσαν να έχει μία, κατά το δυνατό και καλύτερα, ολοκληρωμένη ενημέρωση των γεγονότων της υπόθεσης αυτής. Ως μάρτυρας σε γενικές γραμμές δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο τρόπος που απαντούσε ήταν σαφής και ευθύς χωρίς υπερβολές και δίχως να φλυαρεί. Κάθε απάντηση του συνοδευόταν από εξήγηση, ανεξάρτητα αν αυτή τελικά γίνεται ή όχι αποδεκτή από το Δικαστήριο. Σε κανένα στάδιο της ένορκης κατάθεσης του δεν αντιλήφθηκα ότι προσπαθούσε να αποκρύψει στοιχεία κατασκευάζοντας περιστατικά που μόνο παραπλάνηση και παραπληροφόρηση θα προκαλούσαν στο Δικαστήριο. Εκεί που δεν γνώριζε κάτι το έλεγε ευθαρσώς. Εκεί που είτε η γνώση του στο συγκεκριμένο ζήτημα που ερωτάτο είτε η ενέργεια στην οποία προέβηκε περιορίζονταν από περιβάλλοντα δεδομένα το ανέφερε ευθύς. Αυτά είναι στοιχεία που καθιστούν τον μάρτυρα ειλικρινή και φιλαλήθη. Μέρος της μαρτυρίας του επαληθεύεται από πραγματική μαρτυρία και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Το δε περιεχόμενο της μαρτυρίας αυτής αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Ωστόσο ένα κομμάτι της μαρτυρίας του, παρά τις εξηγήσεις που ο μάρτυρας παρέχει, στερείται της αναγκαίας τεκμηρίωσης που θα την καθιστούσαν πειστική με αποτέλεσμα να μην γίνεται δεκτή. Αυτό σε καμία περίπτωση έχει μολύνει την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα, το επίπεδο της οποίας παρέμεινε ακλόνητα υψηλό μέχρι το τέλος. Προς καλύτερη αντίληψη των πιο πάνω αναφέρω τα εξής: Ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε στη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 03.05.06 μεταξύ της τότε Λαϊκής Τράπεζας και της Εναγομένης 1 δίδοντας στοιχεία και λεπτομέρειες. Η μαρτυρία αυτή επαληθεύεται από το Τεκμήριο 2, στο οποίο έγγραφο περιέχονται όλα τα στοιχεία, πληροφορίες και δεδομένα που ο ΜΕ5 ανάφερε. Επειδή έχει ήδη γίνει προηγουμένως αναφορά της εν λόγω συμφωνίας δανείου καθώς επίσης εκτεταμένη καταγραφή των στοιχείων και λεπτομερειών που αναφέρει δεν κρίνεται αναγκαία η επαναδιατύπωση τους. Η δε αναφορά του μάρτυρα ότι την ίδια χρονική στιγμή οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 στους Ενάγοντες, οι οποίες πηγάζουν από την συμφωνία δανείου επαληθεύεται επίσης από το Τεκμήριο 2, στο οποίο, όπως ήδη λέχθηκε, υπάρχει ενσωματωμένο σχετικό έγγραφο. Αποδεκτή είναι και η αναφορά του μάρτυρα ότι ως επιπλέον εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Cyprus Popular Bank Ltd αναφορικά με την παροχή δανείου, στις 03.05.06 υπογράφηκε συμφωνία εκχώρησης από την τότε Λαϊκή Τράπεζα, την Εναγόμενη 1 και την Εναγόμενη 3, των δικαιωμάτων της Εναγομένης 1 προς την τότε ΛαΊκή Τράπεζα με τη συγκατάθεση της Εναγομένης 3, τα οποία δικαιώματα απορρέουν από την πώληση του επιδίκου ακινήτου που είναι ο λόγος για το οποίο παραχωρήθηκε το δάνειο στην Εναγόμενη 1, ένα γεγονός που επαληθεύεται από τα Τεκμήρια 4 και
  13. Όσον αφορά όμως την αναφορά του μάρτυρα ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 2) η Εναγόμενη 1 έλαβε αντίγραφο των γενικών όρων και κανονισμών της τότε Λαϊκής Τράπεζας και του καταλόγου επιτοκίων και χρεώσεων της Λαϊκής δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο μάρτυρας υποστήριξε τη θέση του λέγοντας ότι γίνεται μνεία γι' αυτό μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 και υπάρχει σχετική σημείωση στον τραπεζικό φάκελο της υπόθεσης που βρίσκεται στην κατοχή του, χωρίς όμως να έχει προσωπική γνώση του ζητήματος. Η εξήγηση αυτή δεν με πείθει. Πράγματι στη σελίδα 3 του Τεκμηρίου 2 καταγράφεται δήλωση της Εναγομένης 1 ότι έχει λάβει έγγραφο με τον τίτλο 'Bank Interest and Charges' καθώς και το έγγραφο με τον τίτλο 'General Terms and Conditions' που θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 2). Με δεδομένο ότι το βασικό σκέλος της συμφωνίας ήταν τυποποιημένο, δεν έχει αποδειχτεί ότι όντως τα αναφερόμενα έγγραφα είχαν δοθεί στην Εναγόμενη 1 κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου
  14. Ούτε όμως η γενική και αόριστη αναφορά για σχετική σημείωση στο φάκελο, απογυμνωμένη από οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και δίχως αυτή να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να αξιολογηθεί μπορεί να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα. Ακόμη όμως και να θεωρηθεί για σκοπούς συζήτησης ότι όντως τα αναφερόμενα έγγραφα είχαν δοθεί στην Εναγόμενη 1 με την υπογραφή του Τεκμηρίου 2, δεν μπορεί να λεχθεί και ούτε έχει αποδειχτεί ότι τα έγγραφα που είχαν δοθεί στην Εναγόμενη 1 ήταν τα Τεκμήρια 2Α, 2Β και 2Γ. Τα εν λόγω τεκμήρια δεν περιέχουν οτιδήποτε που να πιστοποιεί παραλαβή τους από την Εναγόμενη
  15. Για παράδειγμα πως είναι δυνατό να έχει θεωρηθεί ότι στις 03.05.06 είχε δοθεί το Τεκμήριο 2Γ όταν αυτό φαίνεται να φέρει ημερομηνία 28.06.
  16. Κάτω από αυτά τα δεδομένα δεν αποδέχομαι τη θέση αυτή του μάρτυρα και καταλήγω ότι τα Τεκμήρια 2Α, 2Β και 2Γ δεν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του Τεκμηρίου 2 και ούτε σχετίζονται με αυτό. Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει κατατεθεί η κατάσταση λογαριασμού του δανείου υπ' αριθμό 133-12-010274 (Τεκμήριο 9), η αναδομημένη κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού που περιορίζει τη χρέωση επιτοκίου σε 5,1% από 01.01.11 μέχρι 11.02.16 (Τεκμήριο 10), η κατάσταση υπ' αριθμό 133-11-005277 (Τεκμήριο 7), η οποία αφορά τη συμφωνία των Εναγόντων με τους Εναγομένους 1 και 2 ημερομηνίας 03.05.06 για άνοιγμα και λειτουργία τρεχουμένου λογαριασμού χωρίς όριο (Τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του αποδέχομαι ως αληθές και αξιόπιστο, καθώς και η αναδομημένη κατάσταση του λογαριασμού αυτού που περιορίζει τη χρέωση επιτοκίου σε 4,5% από 01.01.11 μέχρι 04.02.16 (Τεκμήριο 8). Δέχομαι ότι ο ΜΕ5 ήταν αυτός που εκτύπωσε τα Τεκμήρια 7, 8, 9 και 10 από το ηλεκτρονικό σύστημα των Εναγόντων. Ο μάρτυρας έδωσε εξήγηση γι' αυτό, την οποία και αποδέχομαι. Όπως είπε οι ημερομηνίες 03.02.16 και 26.08.15 που αναγράφονται αντίστοιχα στις αναλυτικές καταστάσεις των Τεκμηρίων 7 και 9 αντίστοιχα αποτελούν το χρονικό σημείο που φορτώθηκε το λογότυπο των Εναγόντων στα έγγραφα και όχι ότι τότε είχαν εκτυπωθεί. Αυτό που έχει σημασία για το Δικαστήριο είναι η τοποθέτηση του μάρτυρα ότι όλες οι πράξεις και συναλλαγές που εμφανίζονται στις εν λόγω αναλυτικές καταστάσεις των λογαριασμών και δείχνουν την κίνηση τους για τις περιόδους που σημειώνουν δεν επηρεάστηκαν από την εμφάνιση του λογότυπου. Αυτό καθιστά άνευ σημασίας το λόγο πίσω από την ημερομηνία. Σημασία έχει ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών εκτυπώθηκαν και βρίσκονταν στον τραπεζικό φάκελο της υπόθεσης από τον οποίον κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, τις οποίες ο μάρτυρας έλεγξε και σύγκρινε με τον τρόπο που έκανε και στο πλαίσιο των ενεργειών που περιγράφει ότι προέβηκε μέσα από τη γραπτή του δήλωση και στις οποίες θα αναφερθώ αμέσως στη συνέχεια. Ο ΜΕ5 είναι άτομο που είχε πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα της τότε Λαϊκής Τράπεζας και μετέπειτα έχει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα των Εναγόντων και είχε και έχει τη δυνατότητα να εκτυπώσει τους επιδίκους λογαριασμούς. Με θετική μαρτυρία επιβεβαιώνει ότι τα τραπεζικά βιβλία που τηρούνταν πριν από τις 29.03.13 από την τότε Λαϊκή Τράπεζα και μετά τις 29.03.13 από τους Ενάγοντες φέρουν ηλεκτρονική μορφή και σ' αυτό φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και πράξεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, τους επιδίκους λογαριασμούς. Ο εν λόγω μάρτυρας είναι σε θέση και επιβεβαιώνει ότι τόσο η τότε Λαϊκή Τράπεζα όσο και οι Ενάγοντες διατηρούν τραπεζικά βιβλία σε χάρτινη μορφή που αφορούν, ανάμεσα σ' άλλα, τους επιδίκους λογαριασμούς. Ο εν λόγω μάρτυρας πιστοποιεί ότι τα Τεκμήρια 7 και 9 εκτυπώθηκαν από το ηλεκτρονικό σύστημα των Εναγόντων που ήταν τα τραπεζικά βιβλία που διατηρούσαν η τότε Λαϊκή Τράπεζα και οι Ενάγοντες αποτελώντας αντίγραφο καταχώρησης στο τραπεζικό βιβλίο ηλεκτρονικής μορφής. Ακόμη ο μάρτυρας πιστοποιεί ότι τα Τεκμήρια 8 και 10 αποτελούν και αυτά αντίγραφα των αρχικών καταχωρήσεων με μόνη διαφοροποίηση την αλλαγή του επιτοκίου. Ως εκ της θέσεως που κατείχε στο παρελθόν στη τότε Λαϊκή Τράπεζα αλλά και της θέσης που κατέχει στους Ενάγοντες καθώς και μέσα από πληροφορίες που μάζεψε είναι σε θέση να πιστοποιήσει ότι το ηλεκτρονικό σύστημα της τότε Λαϊκής Τράπεζας αλλά και των Εναγόντων χρησιμοποιείτο συστηματικά για να συγκεντρώνει και να επεξεργάζεται πληροφορίες κατά τη συνήθη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων των τραπεζών τις περιόδους που σχετίζονται με τους επιδίκους λογαριασμούς. Ο ίδιος βεβαιώνει ότι κατά τη συνήθη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων των τραπεζών το ηλεκτρονικό αρχείο των τραπεζών λειτουργούσε κανονικά και χωρίς πρόβλημα τροφοδοτούμενο συστηματικά με τις πληροφορίες που περιέχονται στις καταστάσεις των επιδίκων λογαριασμών. Ο ΜΕ5 προέβηκε σε έλεγχο μέσα από τον οποίον διαπίστωσε ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στις καταστάσεις των επιδίκων λογαριασμών ταυτίζονται με αυτές που τροφοδοτήθηκε το ηλεκτρονικό αρχείο των τραπεζών κατά τη συνήθη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων τους. Περαιτέρω ο μάρτυρας βεβαιώνει ότι ο ίδιος σύγκρινε το περιεχόμενο των καταστάσεων των επιδίκων λογαριασμών που εκτύπωσε με το περιεχόμενο του τραπεζικού βιβλίου ηλεκτρονικής μορφής από το οποίο εκτυπώθηκε και διαπίστωσε ότι ήταν ορθές. Επιπλέον ο μάρτυρας βεβαιώνει ότι ο ίδιος σύγκρινε τις πράξεις και καταχωρήσεις που περιέχονται στις καταστάσεις των επιδίκων λογαριασμών με αυτές που περιέχονται στα τραπεζικά βιβλία σε χάρτινη μορφή και διαπίστωσε ότι ήταν ορθές. Ερχόμενος στην μαρτυρία του ΜΕ5 για τις χρεώσεις δέχομαι τη θέση ότι η εκάστοτε χρέωση του τόκου εμφανιζόταν πάνω σε τριμηνιαία βάση και υπολογιζόταν σύμφωνα με το υπόλοιπο χωρίς ανατοκισμό και η κεφαλαιοποίηση του τόκου γινόταν κάθε εξάμηνο. Αυτό διαπιστώνεται μέσα από μελέτη των αναλυτικών καταστάσεων που αποτελούν τα Τεκμήρια 7 και
  17. Σε σχέση με τη διακύμανση του ύψους του επιτοκίου με το οποίον χρεώνονταν κατά καιρούς οι επίδικοι λογαριασμοί ο μάρτυρας προβαίνει σε αναλυτική καταγραφή τους ανά περίοδο στο τελευταίο κομμάτι της παραγράφου 11 της σελίδας 4 της γραπτής δήλωσης του και στο πρώτο μέρος στη σελίδα 5 αυτής. Δεν αμφιβάλλω ότι είναι αυτές οι χρεώσεις που έχουν γίνει και ούτε κάτι τέτοιο αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους. Ο ΜΕ5 επικαλείται ότι έλεγξε την ορθότητα του εκάστοτε διαφοροποιούμενου ύψους του επιτοκίου που χρεωνόταν μέσα από δημοσιεύσεις που έγιναν στον τύπο, αντίγραφα των οποίων όπως είπε έλαβε από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών. Ο ίδιος όμως δεν έλεγξε πως προέκυπτε κάθε φορά η διακύμανση του ύψους. Παράλληλα κανένα αντίγραφο της διακύμανσης του ύψους του επιτοκίου που λέει ότι είχε προμηθευτεί από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Ούτε οποιαδήποτε επικαλούμενη δημοσίευση στον τύπο για τη διαφοροποίηση του ύψους του επιτοκίου για οποιαδήποτε περίοδο τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. Ούτε τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε τέτοια κοινοποίηση απευθείας στους εναγομένους. Ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να καταδείξει ότι οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν κάθε φορά για τη διαφοροποίηση του επιτοκίου που οι επίδικοι λογαριασμοί χρεώνονταν. Την ίδια στιγμή το διαφοροποιούμενο ύψος του επιτοκίου που κατά καιρούς χρεωνόταν δεν σημειωνόταν στις αναλυτικές καταστάσεις των επιδίκων λογαριασμών (Τεκμήρια 7 και 9) για να μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τους Εναγομένους όταν αυτές τους αποστέλλονταν. Η δε αναφορά του ΜΕ5 ότι η χρέωση επιτοκίου 14% στους επιδίκους λογαριασμούς (Τεκμήρια 7 και 9) μετά τον ισχυριζόμενο τερματισμό τους καθοριζόταν από τον κατάλογο επιτοκίων και χρεώσεων ομιλεί από μόνη της χωρίς να χρειάζεται άλλη επεξήγηση. Ωστόσο θεωρώ σημαντικό να επαναλάβω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει αποδειχτεί η παράδοση τέτοιου εγγράφου σε οποιονδήποτε εναγόμενο καθώς και ούτε οποιοδήποτε από τα Τεκμήρια 2Α, 2Β και 2Γ. Συνεπώς δεν μπορώ να ασπαστώ την ορθότητα των χρεώσεων αυτών, ως είναι η θέση του ΜΕ
  18. Τα όσα ανάφερα αμέσως προηγουμένως ισχύουν για τον ίδιο λόγο αναφορικά με το ύψος των χρεώσεων που αφορούν loan arrears fees καθώς επίσης για τη χρήση του διαιρέτη 360 ημερών αλλά και για το κόστος των επικαλούμενων επιστολών. Ως εκ τούτου, ούτε εδώ συμφωνώ με την ορθότητα των θέσεων του μάρτυρα. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ5 στο βαθμό και την έκταση που σχολιάστηκε πιο πάνω. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν διευθυντής της Εναγομένης 3 εταιρείας, Ανδρέας Γεωργίου (ΜΥ1), η οποία εταιρεία, όπως ο μάρτυρας είπε, συστάθηκε και εγγράφηκε το έτος 2003 ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με τον ίδιο να είναι από της ιδρύσεως της μέχρι σήμερα μέτοχος και διευθυντής της. Η επαγγελματική του σχέση με την Εναγόμενη 1 ξεκίνησε όταν η εταιρεία του της είχε πωλήσει το επίδικο ακίνητο και τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο 2006 (προφανώς η αναφορά σε 2016 στην παράγραφο 13 της σελίδας 3 στη γραπτή δήλωση του μάρτυρα οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος) την οδήγησε στην τότε Λαϊκή Τράπεζα με σκοπό να εξασφαλίσει δάνειο για την αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς. Ως μάρτυρας ο ΜΥ1 έκανε φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του καθοδηγείται από στοιχεία συμφέροντος και κίνητρο οφέλους για την Εναγόμενη 3 εταιρεία που εκπροσωπεί ως αξιωματούχος της. Προέβαλε θέσεις που στερούνται της αναγκαίας τεκμηρίωσης με αποτέλεσμα να παραμείνουν στη σφαίρα του ισχυρισμού. Αυτοί είναι παράγοντες που μαζί με άλλες παραμέτρους έπληξαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του μάρτυρα εκμηδενίζοντας παράλληλα το βαθμό πειστικότητας της μαρτυρίας του. Η προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν ευθύνεται για τις συνέπειες των πράξεων του και τις δεσμεύσεις που ανέλαβε ήταν έκδηλη. Μέσα από την υπόθεση αυτή παρουσιάζει την εταιρεία που εκπροσωπεί (Εναγόμενη 3) ως να είναι το μοναδικό θύμα στην υπόθεση λησμονώντας ότι ουσιαστικά η Εναγόμενη 3 ήταν το πρώτο πρόσωπο που θα λάμβανε αμέσως όφελος από μία ενδεχόμενη συνεργασία της Εναγομένης 1 με τους Ενάγοντες. Είχε επομένως κάθε κίνητρο και συνάμα συμφέρον να επιδιώξει στην θετική κατάληξη μιας τέτοιας συνεργασίας και παράλληλα να εργαστεί προς την κατεύθυνση αυτή. Στην προσπάθεια του να δημιουργήσει εντυπώσεις και να καταστήσει την εκδοχή του πειστική δεν δίστασε να κατασκευάσει επιχειρήματα και να προβεί σε εικασίες. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν το πρόσωπο, που όπως ο ίδιος είπε, με δική του πρωτοβουλία μερίμνησε ώστε η Εναγόμενη 1 να έλθει σε επαφή με τον ΜΕ3 από τον οποίον ζήτησε να την πείσει να της παραχωρηθεί δάνειο από τους Ενάγοντες που θα ήταν τα χρήματα που η Εναγόμενη 3 εταιρεία θα εισέπραττε σε σχέση με το ακίνητο που της είχε πωλήσει. Την ίδια τακτική και πρακτική εφάρμοζε η Εναγόμενη 3 δια του ΜΥ1 και με πολλούς άλλους πελάτες που αγόρασαν ακίνητη περιουσία από την ίδια. Μεριμνούσε ώστε οι πελάτες αυτοί να αποκτούν δάνεια από την τότε Λαϊκή Τράπεζα με τα ποσά των δανειοδοτήσεων να πηγαίνουν κάθε φορά σε λογαριασμό της Εναγομένης 3 προς όφελος της εν λόγω εταιρείας. Αυτό, όπως ο ίδιος ο μάρτυρας είπε, συνέβαινε για μια σειρά ετών και επομένως το όφελος που η Εναγόμενη 3 αποκόμιζε ήταν μακροχρόνιο. Από τον κύκλο εργασιών της Εναγομένης 3 ο ΜΥ1 δηλώνει ευχαριστημένος όπως ευχαριστημένος δήλωσε από την πορεία των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της εν λόγω εταιρείας. Επικαλείται ότι απέκτησε πολύ καλή εμπειρία στην αγορά ανάπτυξης ακινήτων και πώλησης τους σε πελάτες της Εναγομένης
  19. Οι τοποθετήσεις του αυτές καθιστούν μη ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα τις δηλώσεις του ΜΥ1 ότι κατέφευγε για συμβουλές στον ΜΕ3, εναντίον του οποίου στρέφει παράπονο για την ποιότητα τους αλλά και ισχυρισμό για επιζήμια επίδραση τους. Ο ΜΥ1 παραπονιέται ότι υστερούσε σε επαρκή ομιλία και γραφή της ελληνικής γλώσσας. Επίσης παραπονιέται ότι δεν του επεξηγήθηκαν οι όροι των συμφωνιών που υπέγραψε καθώς και το ότι δεν τον συμβούλευσαν να μελετήσει τα εν λόγω έγγραφα προτού τα υπογράψει. Με κάθε σεβασμό στον ΜΥ1 πρόκειται για εκ των υστέρων προφάσεις που σκοπό έχουν μόνο να πετύχουν αποδέσμευση της Εναγομένης 3 από τις υποχρεώσεις που ο ίδιος δημιούργησε θέτοντας την υπογραφή του στα έγγραφα. Ο ίδιος ο ΜΥ1 ανάφερε στο Δικαστήριο ότι γνώριζε τι υπέγραφε. Οι επίμαχες συμφωνίες ήταν συνταγμένες στην αγγλική γλώσσα που σύμφωνα με τον ίδιο ήταν η μητρική του γλώσσα. Τα έγγραφα τέθηκαν στη διάθεση του και ο ίδιος μπορούσε και είχε κάθε δικαίωμα να τα μελετήσει αλλά και να αναζητήσει νομική ή άλλου είδους εξειδικευμένη συμβουλή. Ουδέποτε ανάφερε στο Δικαστήριο ότι ζήτησε οποιαδήποτε επεξήγηση ή διευκρίνιση ή είχε απορία για οποιοδήποτε ζήτημα ή ότι ζήτησε να λάβει συμβουλή από οποιονδήποτε ειδικό και ότι του στερήθηκε τέτοια δυνατότητα. Αντί' αυτού εισέπραξε το ποσό του δανείου της Εναγομένης 1 προς όφελος και για λογαριασμό της Εναγομένης
  20. Είναι ακόμη η θέση του ΜΥ1 ότι υπήρχε συνεννόηση με την τότε Λαϊκή Τράπεζα ότι μόλις εκδίδονταν τίτλοι ιδιοκτησίας η συμφωνία εγγύησης που η Εναγόμενη 3 είχε υπογράψει θα ακυρωνόταν και παρόλο ότι αυτοί εκδόθηκαν πριν από 5 χρόνια κάτι τέτοιο δεν έγινε. Προς απόδειξη όμως της θέσης αυτής κανένα στοιχείο προσκομίστηκε. Ειδικότερα καμία αλληλογραφία προσκομίστηκε που να θίγει το ζήτημα αυτό, καμία μαρτυρία από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας καθώς επίσης κανένα έγγραφο που να δείχνει την έκδοση των τίτλων ιδιοκτησίας που ο ίδιος ισχυρίστηκε. Την ίδια στιγμή το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 στο οποίο βρίσκεται ενσωματωμένο το έγγραφο εγγύησης αφήνει εκτεθειμένη τη θέση αυτή του ΜΥ1 αφού ουδεμία τέτοια αναφορά απαλλαγής υπάρχει. Συνεπώς η θέση του αυτή παρέμεινε μετέωρη και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πέραν και ανεξαρτήτως του πιο πάνω, η τοποθέτηση του εν λόγω μάρτυρα περί απαλλαγής της Εναγομένης 3 από την παροχή εγγύησης μόλις εκδίδονταν τίτλοι ιδιοκτησίας δεν συνάδει καθόλου με την ανησυχία που ισχυρίζεται ότι εξέφρασε στον ΜΕ3 περί δυνατότητας της Εναγομένης 1 να αποπληρώσει το χρέος της φοβούμενος ότι θα είχε αντίκτυπο στη δική του υποχρέωση εγγύησης όταν, όπως λέει, περιήλθε στην αντίληψη του πρόβλημα υγείας που αυτή τότε αντιμετώπιζε. Εάν η θέση του ΜΥ1 ότι μόλις εκδοθούν τίτλοι ιδιοκτησίας το έγγραφο εγγύησης θα ακυρωνόταν περιείχε ίχνος αλήθειας τότε δεν θα χρειαζόταν να ανησυχούσε για τη δυνατότητα της Εναγομένης 3 να αποπληρώσει το δάνειο της αφού είναι αυτονόητο ότι το καθήκον της Εναγομένης 3 για έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας είναι ανεξάρτητο από την υποχρέωση της Εναγομένης 3 να είναι συνεπής στο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής του δανείου της. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου η προσπάθεια του ΜΥ1 να καταλήγει σε αυθαίρετα νομικά συμπεράσματα για τα οποία όχι μόνο δεν διαθέτει τις στοιχειώδεις νομικές γνώσεις για να μπορούν να θεωρούνται υπολογίσιμα, ως μάρτυρας γεγονότων που είναι, αλλά δεν υποστηρίζονται από την απαραίτητη πραγματική μαρτυρία. Δείγμα της ενέργειας του ΜΥ1 να μην περιοριστεί σε αναφορές γεγονότων που βρίσκονταν σε γνώση του ήταν η δήλωση του ότι δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός των επιδίκων συμφωνιών επειδή πιστεύει ότι οι επικαλούμενες επιστολές τερματισμού δεν πρέπει να είχαν αποσταλεί. Συνεπώς βασίζει μία εκφρασμένη νομική θέση που συμπεραίνει πάνω σε μία απλή εικασία, κάτι βεβαίως που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΥ1 στερείται πειστικής ισχύος και αφού δεν προσφέρεται για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων δεν λαμβάνεται υπόψη. Ο ΜΥ2 βρισκόταν στην υπηρεσία της τότε Λαϊκής Τράπεζας μέχρι το 2013 που αποχώρησε στη βάση εθελοντικού σχεδίου αφυπηρέτησης κατέχοντας τη θέση τμηματάρχη. Η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα είναι τυπικού και συνάμα γενικού χαρακτήρα. Ο ίδιος ουδεμία προσωπική ανάμιξη είχε στα περιστατικά της υπόθεσης αυτής αλλά και ούτε τα γνωρίζει. Σε καμία περίπτωση η μαρτυρία αυτή παραθέτει γεγονότα που κατά τη γνώμη του μάρτυρα διαδραματίστηκαν και σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής. Ολόκληρη η μαρτυρία του ΜΥ2 περιστρέφεται απλά σε ζητήματα τακτικής και πρακτικής που ακολουθούσε το τότε τραπεζικό ίδρυμα. Η γενικής φύσεως μαρτυρία του ΜΥ2 θα μπορούσε να έχει κάποια αξία υπό την έννοια της δυνατότητας παροχής ενίσχυσης του περιεχομένου της μαρτυρίας του ΜΥ1 που ασχολείται με γεγονότα της παρούσας αγωγής, εφόσον βέβαια αυτή γινόταν αποδεκτή. Από τη στιγμή όμως που η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο για τους λόγους που έχουν εκτεθεί πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΥ2, αποσυνδεδεμένη πλήρως από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και εκφρασμένη μέσα σε γενικό και αόριστο πλαίσιο, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα της αγωγής. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας ανάφερε ότι αποτελούσε τακτική της τότε Λαϊκής Τράπεζας να ακυρώνει την παροχή εγγύησης που ζητούσε από την εταιρεία ανάπτυξης γης (developer) ως μέρος των εξασφαλίσεων στα πλαίσια έγκρισης δανείου στον αγοραστή ακίνητης περιουσίας όταν εκδιδόταν ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Για την προκειμένη όμως περίπτωση δεν ανάφερε ότι η πιο πάνω επικαλούμενη τακτική όντως εφαρμόστηκε. Ούτε του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί το περιεχόμενο του ενσωματωμένου στο Τεκμήριο 2 εγγράφου εγγύησης που η Εναγόμενη 3 υπέγραψε δια του διευθυντή της (ΜΥ1) προς την τότε Λαϊκή Τράπεζα δεν ανταποκρίνεται με το σκεπτικό της εν λόγω τακτικής που ανάφερε ότι ακολουθείτο από τον ίδιο τότε τραπεζικό οργανισμό. Ομοίως γενικά και αόριστα ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ως πρακτική της τότε Λαϊκής Τράπεζας να εξηγούσαν στους πελάτες τους ορισμένους όρους των εγγράφων που αυτοί τους ζητούσαν όταν τα κοίταζαν προτού τα υπογράψουν. Ωστόσο, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, δεν γνωρίζει τι ακριβώς εξηγήθηκε και τι δεν αναλύθηκε από τους λειτουργούς της τότε Λαϊκής Τράπεζας στους Εναγομένους σχετικά με τα επίμαχα έγγραφα. Εξίσου άνευ σημασίας είναι η τοποθέτηση του ΜΥ2 στις ημερομηνίες που αναγράφονται στο πάνω δεξιό μέρος των Τεκμηρίων 7 και 9 (03.02.16 στο Τεκμήριο 7 και 26.08.15 στο Τεκμήριο 9) επειδή η εν λόγω αναφορά του σαφώς παραγνωρίζει τις ηλεκτρονικές αλλαγές και εισαγωγές δεδομένων που επήλθαν στο ηλεκτρονικό σύστημα των Εναγόντων, ένα γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους, συνεπεία της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί στη λειτουργία των εργασιών της τότε Λαϊκής Τράπεζας το 2013, όπως αυτές εκτέθηκαν από τον ΜΕ5 που αρχικά εργάστηκε στην τότε Λαϊκή Τράπεζα και ακολούθως συνέχισε να εργάζεται στην υπηρεσία των Εναγόντων βιώνοντας προσωπικά την ενσωμάτωση αυτών των ηλεκτρονικών αλλαγών και δεδομένων. Η όποια συνήθης τακτική και/ή πρακτική ακολουθούσε η τότε Λαϊκή Τράπεζα σε ζητήματα περιπτώσεων, παρόμοιων όπως εδώ, δεν σημαίνει ότι όντως αντιπροσωπεύει την πραγματική και νομική κατάσταση που πραγματικά επικρατούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η πραγματική κατάσταση που ισχύει στα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής διαφαίνεται μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή κατόπιν αξιολόγησης της ενώ η νομική κατάσταση σύμφωνα με τα νομικά στοιχεία και δεδομένα που κρίνονται να ισχύουν. Στη βάση των προαναφερομένων αποδίδω μηδενική βαρύτητα στην μαρτυρία του ΜΥ
  21. Σε σχέση με τη δέσμη εγγράφων που συνθέτουν το Τεκμήριο 5, δεν έχω αμφιβολία ότι οι 10 πρώτες επισυνημμένες επιστολές ετοιμάστηκαν από το προσωπικό της τότε Λαϊκής Τράπεζας και οι δύο τελευταίες επιστολές συντάχθηκαν από το δικηγορικό γραφείο Mantis & Athinodorou LLC που τότε ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό του τότε εν λόγω τραπεζικού οργανισμού. Μελέτη του περιεχομένου τους καθιστά αντιληπτό τα εξής: (α) Η επιστολή ημερομηνίας 04.11.10 της τότε Λαϊκής Τράπεζας με την ένδειξη 'συστημένη' απευθύνεται στην Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδα, αφορά το στεγαστικό δάνειο και σκοπό είχε να αποσταλεί ως προειδοποίηση προκειμένου να πληρωθεί το τότε ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο των €1.809,40 εντός 21 ημερών. (β) Η επιστολή ημερομηνίας 04.11.10 της τότε Λαϊκής Τράπεζας με την ένδειξη 'συστημένη' απευθύνεται στους Εναγομένους 1 και 2 ως πρωτοφειλέτες, αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό χωρίς όριο και σκοπό είχε να αποσταλεί ως προειδοποίηση προκειμένου να πληρωθεί το τότε ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο των €182,05 εντός 21 ημερών. (γ) Η επιστολή ημερομηνίας 26.11.10 της τότε Λαϊκής Τράπεζας απευθύνεται στους Εναγομένους 1 και 2, αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό χωρίς όριο και σκοπό είχε να αποσταλεί ως δεύτερη προειδοποίηση προκειμένου να πληρωθεί το τότε ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο των €182,05 εντός 21 ημερών. (δ) Η επιστολή ημερομηνίας 26.11.10 της τότε Λαϊκής Τράπεζας απευθύνεται στον Εναγόμενο 2 υπό την ιδιότητα του εγγυητή, αφορά το στεγαστικό δάνειο και σκοπό είχε να αποσταλεί ως προειδοποίηση προκειμένου να πληρωθεί το τότε ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο των €2.261,75 εντός 21 ημερών. (ε) Η επιστολή ημερομηνίας 26.11.10 της τότε Λαϊκής Τράπεζας απευθύνεται στην Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδα, αφορά το στεγαστικό δάνειο και σκοπό είχε να αποσταλεί ως δεύτερη προειδοποίηση προκειμένου να πληρωθεί το τότε ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο των €2.261,75 εντός 21 ημερών. (στ) Η επιστολή ημερομηνίας 26.11.10 της τότε Λαϊκής Τράπεζας απευθύνεται στην Εναγόμενη 3 εταιρεία υπό την ιδιότητα του εγγυητή, αφορά το στεγαστικό δάνειο και σκοπό είχε να αποσταλεί ως προειδοποίηση προκειμένου να πληρωθεί το τότε ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο των €2.261,75 εντός 21 ημερών. (ζ) Η επιστολή ημερομηνίας 03.01.11 της τότε Λαϊκής Τράπεζας απευθύνεται στους Εναγομένους 1 και 2, αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό χωρίς όριο και σκοπό είχε να αποσταλεί ως επιστολή τερματισμού της σχετικής συμφωνίας καλώντας παράλληλα την εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου ύψους €244,16 πλέον τόκο προς 14% από 03.01.
  22. (η) Η επιστολή ημερομηνίας 03.01.11 της τότε Λαϊκής Τράπεζας απευθύνεται στην Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδα, αφορά το στεγαστικό δάνειο και σκοπό είχε να αποσταλεί ως επιστολή τερματισμού της σχετικής συμφωνίας καλώντας παράλληλα την εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου ύψους €41.300,65 πλέον τόκο προς 14% από 03.01.
  23. (θ) Η επιστολή ημερομηνίας 03.01.11 της τότε Λαϊκής Τράπεζας απευθύνεται στον Εναγόμενο 2 υπό την ιδιότητα του εγγυητή, αφορά το στεγαστικό δάνειο και σκοπό είχε να αποσταλεί ως επιστολή ενημέρωσης για τερματισμό της σχετικής συμφωνίας δανείου καλώντας παράλληλα την εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου ύψους €41.300,65 πλέον τόκο προς 14% από 03.01.
  24. (ι) Η επιστολή ημερομηνίας 03.01.11 της τότε Λαϊκής Τράπεζας απευθύνεται στην Εναγόμενη 3 εταιρεία υπό την ιδιότητα του εγγυητή, αφορά το στεγαστικό δάνειο και σκοπό είχε να αποσταλεί ως επιστολή ενημέρωσης για τερματισμό της σχετικής συμφωνίας δανείου καλώντας παράλληλα την εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου ύψους €41.300,65 πλέον τόκο προς 14% από 03.01.
  25. (κ) Η επιστολή ημερομηνίας 05.10.11 του δικηγορικού γραφείου Mantis & Athinodorou LLC με την ένδειξη 'συστημένη' και μαζί με το σχετικό έντυπο συστημένης αποστολής απευθύνεται στην Εναγόμενη 3 εταιρεία υπό την ιδιότητα του εγγυητή, αφορά το στεγαστικό δάνειο και σκοπό είχε να αποσταλεί ως επιστολή με την οποία να ζητείται η πληρωμή του ποσού €44.066,13 εντός 15 ημερών. (λ) Η επιστολή ημερομηνίας 30.09.11 του δικηγορικού γραφείου Mantis & Athinodorou LLC με την ένδειξη 'συστημένη' και μαζί με το σχετικό έντυπο συστημένης αποστολής απευθύνεται στους Εναγομένους 1 και 2, αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό χωρίς όριο και σκοπό είχε να αποσταλεί ως επιστολή με την οποία να ζητείται η πληρωμή του ποσού €548,37 πλέον τόκο προς 14% από 28.07.11 εντός 15 ημερών. (μ) Η επιστολή ημερομηνίας 04.10.11 του δικηγορικού γραφείου Mantis & Athinodorou LLC με την ένδειξη 'συστημένη' και μαζί με το σχετικό έντυπο συστημένης αποστολής απευθύνεται στους Εναγομένους 1 και 2, αφορά το στεγαστικό δάνειο και σκοπό είχε να αποσταλεί ως επιστολή με την οποία να ζητείται η πληρωμή του ποσού €44.066,13 πλέον τόκο προς 14% από 01.07.11 εντός 15 ημερών. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 'Α' προς αναγνώριση, από τη στιγμή που το εν λόγω έγγραφο δεν μετατράπηκε σε κανονικό τεκμήριο για να αξιολογηθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης το περιεχόμενο του καθώς και όλη η μαρτυρία που δόθηκε επ' αυτού αγνοείται παντελώς από το Δικαστήριο καθότι η όποια μαρτυρία καταγράφηκε σε σχέση με αυτό παρέμεινε ανενεργή (Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Έχοντας υπόψη του την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στην οποία προέβηκε και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του.
(1)Κατά πόσο οι συμφωνίες ανοίγματος τρεχουμένου λογαριασμού χωρίς όριο, παροχής δανείου και εγγύησης έγιναν με την ελεύθερη βούληση των Εναγομένων Η επίδικη σύμβαση ανοίγματος και λειτουργίας τρεχουμένου λογαριασμού χωρίς όριο εις τα ονόματα των Εναγομένων 1 και 2 αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 1, το οποίο υπογράφεται στις 03.05.06 τόσο από εκπρόσωπο των Εναγόντων όσο και από τους εν λόγω Εναγομένους. Το ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν τη σύμβαση αυτή δεν αμφισβητείται. Όπως σημειώνεται ρητά στο Τεκμήριο 1, ο τρεχούμενος λογαριασμός δημιουργήθηκε μετά από παράκληση των Εναγομένων 1 και 2 ενώ όταν το υπόλοιπο αυτού είναι χρεωστικό καθίσταται οφειλόμενο και πληρωτέο και θα επιβαρύνεται με το ισχύον επιτόκιο της περιόδου (όρος 3 της σύμβασης ανοίγματος και λειτουργίας τρεχουμένου λογαριασμού χωρίς όριο). Πίσω από τη σύμβαση επισυνάπτεται, ως μέρος του Τεκμηρίου 1, ενυπόγραφη κοινή αίτηση των Εναγομένων 1 και 2 προς τους Ενάγοντες ιδίας ημερομηνίας με την οποίαν ζητούν το άνοιγμα τρεχουμένου λογαριασμού χωρίς όριο με σκοπό τη λειτουργία του αναλαμβάνοντας επ' αυτού οι εν λόγω εναγόμενοι κοινή και συνάμα κεχωρισμένη ευθύνη. Θέμα γνησιότητας υπογραφής που εμφανίζεται στο έντυπο της αίτησης σε σχέση με οποιονδήποτε εναγόμενο δεν υφίσταται. Η έγκριση της κοινής αίτησης των Εναγομένων κατόπιν αυθημερόν εξέτασης της από τους Ενάγοντες οδήγησε στη συνομολόγηση και υπογραφή της σύμβασης από τα συμβαλλόμενα μέρη και ακολούθως τη δημιουργία και λειτουργία από τους Εναγομένους 1 και 2 του κοινού τρεχουμένου λογαριασμού χωρίς όριο υπ' αριθμό 133-11-
  1. Η επίμαχη συμφωνία χορήγησης δανείου στην Εναγόμενη 1 που περιέχεται στο Τεκμήριο 2, υπογράφεται στις 03.05.06 τόσο εκ μέρους των Εναγόντων όσο και από την Εναγόμενη
  2. Το ότι η Εναγόμενη 1 υπέγραψε τη σύμβαση αυτή όχι μόνο δεν αμφισβητείται αλλά επιβεβαιώνεται από τον ΜΕ2, του οποίου η μαρτυρία έγινε αποδεκτή. Με βάση τη σύμβαση αυτή οι Ενάγοντες παραχώρησαν στην Εναγόμενη 1 δάνειο ύψους Λ.Κ.£30.000 (ισότιμο σε €51.258,04) με αριθμό λογαριασμού 133-12-010274, το οποίο θα αποπληρωνόταν σε 168 μηνιαίες δόσεις. Το συμφωνημένο ύψος της κάθε δόσης ανέρχεται στις Λ.Κ.£264,75 (ισότιμο σε €452,35) με την πληρωμή της πρώτης μηνιαίας δόσης να είναι στις 05.06.
  3. Σύμφωνα με το ενσωματωμένο έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης ιδίας ημερομηνίας, οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα την ορθή εκτέλεση των όρων της σύμβασης χορήγησης δανείου από την Εναγόμενη 1 και παράλληλα ανέλαβαν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα να αποζημιώσουν τους Ενάγοντες αναφορικά με οποιαδήποτε ζημιά που υποστούν ένεκα παράβασης της σύμβασης αυτής εξ' υπαιτιότητας της Εναγομένης
  4. Ούτε εδώ υφίσταται ζήτημα αμφισβήτησης της υπογραφής οποιουδήποτε από τους Εναγομένους 2 και 3 που εμφανίζεται στο σχετικό έγγραφο. Πέραν αυτού όμως αποτελεί εύρημα Δικαστηρίου που πηγάζει μέσα από θετική μαρτυρία του ΜΕ2 που έγινε αποδεκτή ότι ο Εναγόμενος 2 και εκπρόσωπος της Εναγομένης 3 υπέγραψαν το εν λόγω έγγραφο αυτό ως εγγυητές. Ως επιπρόσθετη εξασφάλιση ζητήθηκε στη βάση σχετικού συμφωνητικού εγγράφου που συνομολογήθηκε η εκχώρηση των δικαιωμάτων της Εναγομένης 1 που πηγάζει από τη σύμβαση αγοράς του επίμαχου διαμερίσματος από την Εναγόμενη 3 εταιρεία. Το εν λόγω έγγραφο υπογράφτηκε από τους Ενάγοντες, Εναγομένη 1 και Εναγόμενη
  5. Ούτε εδώ υφίσταται ζήτημα αμφισβήτησης της υπογραφής οποιουδήποτε από τους Εναγομένους 1 και 3 που εμφανίζεται στο σχετικό έγγραφο. Εν πάση όμως περιπτώσει αποτελεί εύρημα Δικαστηρίου που πηγάζει μέσα από θετική μαρτυρία του ΜΕ2 που έγινε αποδεκτή ότι η Εναγόμενη 1 και εκπρόσωπος της Εναγομένης 3 υπέγραψαν το εν λόγω έγγραφο αυτό ως συμβαλλόμενα μέρη. Αποτελεί δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι οι πιο πάνω συμφωνίες δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση τους. Εξ' όσον μπορεί να γίνει κατανοητό από τα δύο πολυσέλιδα δικόγραφα της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, οι Εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση αυτή επικαλούμενοι ότι οι προαναφερόμενες συμφωνίες είναι προϊόν ψευδών παραστάσεων, απάτης και/ή δόλου και ψυχικής πίεσης. (α) Ψευδείς παραστάσεις: Εξ' όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό από τα δύο πολυσέλιδα δικόγραφα της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, λεπτομέρειες που παραπέμπουν σε ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις περιέχονται ουσιαστικά στις παραγράφους 15, 16 και 23.9 της έκθεσης υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 και βασικά στις παραγράφους 21 και 22 της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγομένης
  6. Επειδή η εκ νέου παράθεση αυτών των λεπτομερειών δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό δεν θα τις επαναδιατυπώσω. Αυτό όμως που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι το περιεχόμενο αυτών των λεπτομερειών κανένα απολύτως έρεισμα έχει με την ουσία της παρούσας αγωγής, η οποία, όπως διαμορφώθηκε από την προσκομισθείσα μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Η δημιουργία τρεχουμένου λογαριασμού χωρίς όριο εις το όνομα των Εναγομένων 1 και 2 εγκρίθηκε μετά από εξέταση σχετικής γραπτής αίτησης των ιδίων των Εναγομένων. Αυτό αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τη συμφωνία δανείου, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι αυτή συνομολογήθηκε όταν η Εναγόμενη 1, με συστάσεις της Εναγομένης 3, προσήλθε στα γραφεία των Εναγόντων ζητώντας να της παραχωρηθεί πιστωτική διευκόλυνση υπό τη μορφή χορήγησης δανείου προκειμένου να εξοφλήσει την Εναγόμενη 3 το υπόλοιπο ποσό του συμφωνημένου τιμήματος από την οποίαν είχε αγοράσει δύο περίπου χρόνια προηγουμένως το επίμαχο διαμέρισμα. Συνεπώς η Εναγόμενη 1 αναζητούσε δανειοδότηση για να αποπληρώσει το ακίνητο που αγόρασε με τα χρήματα των Εναγόντων από αυτή τη χρηματοδότηση να προορίζονται για την Εναγόμενη
  7. Ως εξασφαλίσεις για την παροχή δανείου ζητήθηκαν εγγυήσεις από τους Εναγομένους 2 και 3 και η εκχώρηση των δικαιωμάτων αγοράς του ακινήτου από την Εναγόμενη 1 στους Ενάγοντες, δίδοντας προς τούτο τη γραπτή συγκατάθεση της και η Εναγόμενη
  8. Κατά την εκδίκαση της αγωγής προβλήθηκε η θέση ότι αξιωματούχοι της τότε Λαίκής Τράπεζας συμβούλευσαν τους Εναγομένους 1 και 2 να υπογράψουν κάποια έγγραφα για τη δημιουργία τρεχουμένου λογαριασμού. Με κάθε σεβασμό στους Εναγομένους δεν έχω αντιληφθεί τι πρόβλημα τους έχει προκαλέσει η υπογραφή εγγράφων, τα οποία δεν προσδιορίζουν, προκειμένου να γίνει κατανοητό το παράπονο τους. Αυτό όμως που έχει σημασία και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1 και 2 αποτάθηκαν στην τότε Λαϊκή Τράπεζα και ζήτησαν το άνοιγμα τρεχουμένου λογαριασμού χωρίς όριο με σχετική υπογεγραμμένη αίτηση τους, η οποία αφού εξετάστηκε από λειτουργούς της τότε Λαϊκής Τράπεζας εγκρίθηκε. Αποτελεί διαπίστωση μου ότι ουδεμία συμβουλή ή παρότρυνση ή παράσταση ή παράλληλη διαβεβαίωση έγινε στους εν λόγω Εναγομένους από οποιονδήποτε λειτουργό της τότε Λαϊκής Τράπεζας σε σχέση με τον κοινό τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αριθμό 133-11-005277 χωρίς όριο, ο οποίος ανοίχτηκε εις τα ονόματα των Εναγομένων 1 και 2 μετά από δική τους επιθυμία και πρωτοβουλία. Επίσης παρουσιάστηκε η θέση ότι αξιωματούχοι της τότε Λαϊκής Τράπεζας συμβούλευσαν την Εναγόμενη 1 να λάβει δάνειο για την αγορά του επίμαχου διαμερίσματος αναφέροντας της ότι επρόκειτο για καλή επένδυση που θα είχε μεγαλύτερη αξία από την τιμή αγοράς του ακινήτου. Η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η Εναγόμενη 1 αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα από την Εναγόμενη 3 στις 15.04.04 (Τεκμήριο 6) καταβάλλοντας μέρος χρημάτων ως έναντι του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς. Μετά πάροδο δύο ετών περίπου ο διευθυντής της Εναγομένης 3 (ΜΥ1) ανέλαβε πρωτοβουλία και απέστειλε την Εναγόμενη 1 στα γραφεία των Εναγόντων, κατόπιν μεταξύ τους συνεννόησης, προκειμένου να ζητήσει τη χορήγηση πιστωτικής διευκόλυνσης υπό τη μορφή δανείου για να χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση του υπόλοιπου ποσού που αφορούσε το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος. Μεταβαίνοντας στους Ενάγοντες η Εναγόμενη 1 ζήτησε να λάβει στεγαστικό δάνειο για συγκεκριμένο σκοπό που ήταν για να εξοφλήσει την Εναγόμενη 3 που της πώλησε το επίμαχο διαμέρισμα. Δεν είχε κανένα νόημα αλλά και ούτε χρειαζόταν λειτουργός της τότε Λαϊκής Τράπεζας να προσπαθήσει να συμβουλεύσει την Εναγόμενη 1 να λάβει δάνειο και ούτε διαπιστώνω να υπήρξε συμβουλή, παρότρυνση ή παράσταση από οποιονδήποτε λειτουργό της τότε Λαϊκής Τράπεζας στην Εναγόμενη 1 δεδομένου της ειλημμένης πρόθεσης της τελευταίας να ζητήσει δανειοδότηση για ακίνητο που είχε ήδη αγοράσει πριν από δύο χρόνια. Με γνώμονα την προ πολλού ολοκλήρωση της συναλλαγής αγοράς του επίμαχου ακινήτου όταν η Εναγόμενη 1 μετέβηκε στα γραφεία των Εναγόντων, η αναφορά περί δήθεν δήλωσης των Εναγόντων στην Εναγόμενη 1 ότι η αγορά του ακινήτου ήταν καλή επένδυση είναι άνευ σημασίας και παραμένει εκτεθειμένη σε απόρριψη αφού δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση της Εναγομένης 1 βασιζόμενη σ' αυτή καθ' ότι η τελευταία όταν προσήλθε στα γραφεία των Εναγόντων είχε ήδη διαμορφώσει την πρόθεση της να ζητήσει τη χορήγηση δανείου για να εξοφλήσει την Εναγόμενη
  9. Πράγματι υπέβαλε αίτημα που εγκρίθηκε στη βάση εξασφαλίσεων, ανάμεσα στις οποίες ήταν η υπογραφή εγγράφου εγγύησης από τους Εναγομένους 2 και 3 καθώς και η εκχώρηση των δικαιωμάτων αγοράς του εν λόγω διαμερίσματος στους Ενάγοντες, όπως αυτά πηγάζουν από το συμφωνητικό έγγραφο πώλησης του ακινήτου. Περαιτέρω η Εναγόμενη 3 προέβαλε τη θέση ότι η υπογραφή εγγράφου εγγύησης από μέρους της έγινε αφού είχε προηγηθεί παράσταση των Εναγόντων πως με την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας η συμφωνία αυτή θα ακυρωνόταν και αυτή θα αποδεσμευόταν από την εν λόγω υποχρέωση της. Για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί η θέση αυτή αξιολογήθηκε και δεν έγινε δεκτή. Παράλληλα, εκτός από το ότι το έγγραφο εγγύησης δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο (μέρος του Τεκμηρίου 2) αλλά και η αποδεκτή προσαχθείσα μαρτυρία δεν το επαληθεύει, η Εναγόμενη 3 γνώριζε για την πρακτική που η τότε Λαϊκή Τράπεζα εφάρμοζε στο ζήτημα αυτό, η οποία δεν περιλάμβανε τέτοιο περιορισμό και έτσι εδώ δεν θα μπορούσε να είχε ακολουθηθεί μια διαφορετική τακτική. Από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία η ύπαρξη και συνομολόγηση των επιδίκων συμφωνιών σε καμία περίπτωση σχετίζονται με την επικαλούμενη βιωσιμότητα, επιχειρηματική ανάπτυξη και επενδυτικά σχέδια των Εναγομένων 1, 2 και
  10. Παράλληλα ουδεμία μαρτυρία υπάρχει που να αποδεικνύει ότι λειτουργός της τότε Λαϊκής Τράπεζας ενθάρρυνε, συμβούλεψε, παρότρυνε, υπέδειξε ή εισηγήθηκε οτιδήποτε σε οποιονδήποτε Εναγόμενο προκειμένου να τον επηρεάσει και να υπογράψει τη σύμβαση τρεχουμένου λογαριασμού, τη σύμβαση παροχής δανείου, το έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης ή τη συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων. Συνεπώς δεν υφίσταται ζήτημα ψευδών παραστάσεων από τους Ενάγοντες προκειμένου να πειστεί οποιοσδήποτε από τους Εναγομένους να υπογράψει οποιαδήποτε από τις επίδικες συμφωνίες. (β) Απάτη και/ή δόλος: Είναι ο δικογραφημένος ισχυρισμός των Εναγομένων ότι προέβησαν στις πιο πάνω συμφωνίες ως αποτέλεσμα εξαπάτησης τους από τους Ενάγοντες. Περιορίζομαι στο να αναφέρω ότι η παρούσα υπερασπιστική θέση δεν έχει προωθηθεί κατά την εκδίκαση της αγωγής και ως εκ τούτου εκλαμβάνεται ότι έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση όμως περιπτώσει, από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία η εν λόγω δικογραφημένη θέση δεν έχει θεμελιωθεί. (γ) Ψυχική πίεση: Είναι η θέση των Εναγομένων ότι για την υπογραφή των συμβάσεων δημιουργίας τρεχουμένου λογαριασμού χωρίς όριο, δανείου, του εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης και εγγράφου εκχώρησης δικαιωμάτων από την αγορά του ακινήτου τους ασκήθηκε ψυχική πίεση από τους Ενάγοντες. Ο ορισμός της ψυχικής πίεσης δίδεται μέσα από το άρθρο 16 του Περί Συμβάσεων Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.149). Παραθέτω αυτούσιες τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου για καλύτερη αντίληψη του ζητήματος: "16.—
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο— (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου· ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου." Από τη μελέτη των πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι για να εκληφθεί ότι η σύμβαση συνάφθηκε ως αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης απαιτείται το ένα μέρος να χρησιμοποιεί τη θέση του και να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου επωφελούμενος εις βάρος του. Όταν αποδειχτεί η κυριαρχία του ενός στη θέληση του άλλου και η σύμβαση φαίνεται από το ενυπάρχον αποδεικτικό υλικό ότι είναι υπέρμετρα επαχθής το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν είναι προϊόν ψυχικής πίεσης βρίσκεται τους ώμους του ατόμου που είναι σε θέση να κυριαρχήσει στη θέληση του άλλου. Συνεπώς είτε θα πρέπει η κυριαρχία του ενός λόγω της θέσης του στη θέληση του άλλου να αποδεικνύεται ως πραγματικό γεγονός από το πρόσωπο που την επικαλείται είτε αν εμπίπτει στις νομοθετικές περιπτώσεις που εκλαμβάνεται ότι ένα άτομο βρίσκεται σε θέση να κυριαρχήσει στη θέληση του άλλου τεκμαίρεται ότι υπάρχει ψυχική πίεση και το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη έχει το βάρος να αποδείξει ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις απαιτείται να καταδειχτεί από το μαρτυρικό υλικό ότι η εν λόγω σύμβαση είναι υπέρμετρα επαχθής. Μία από τις περιπτώσεις που ένα πρόσωπο εκλαμβάνεται ότι βρίσκεται σε θέση να κυριαρχήσει στη θέληση του άλλου είναι όταν υπάρχει πραγματική προφανή εξουσία ή σχέση εμπιστοσύνης. Η απόδειξη άσκησης πίεσης στη συνομολόγηση μιας σύμβασης επηρεάζει τη συναίνεση που πρέπει ελεύθερα να παρέχεται από τους συμβαλλομένους. Με βάση το άρθρο 10 του Κεφ.149 η παροχή ελεύθερης συναίνεσης αποτελεί συστατικό στοιχείο κάθε νόμιμης σύμβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Κεφ.149, σύμβαση που προέκυψε από την άσκηση ψυχικής πίεσης δεν είναι άκυρη αλλά ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση εξασφαλίστηκε με τον τρόπο αυτό. Αυτό σημαίνει ότι το αθώο μέρος θα επιδιώξει την ακύρωση της και θα πρέπει να το πράξει τούτο με βάση τους γενικούς κανόνες του δικαίου της επιείκειας ως δόγμα τέτοιο που η ψυχική πίεση αποτελεί και από το οποίο αναζητείται προστασία. Με το θέμα της ψυχικής πίεσης ασχολήθηκε η υπόθεση Κεφάλας και άλλη v. Νικόλα
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1226 στην οποίαν τονίστηκαν, ανάμεσα σ' άλλα τα πιο κάτω: "Εκ των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο ότι η ψυχική πίεση, ως δόγμα του δικαίου της επιείκειας, δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που αποκτάται ή όπου έχει προδοθεί η εμπιστοσύνη που δόθηκε. Η έννοια της ψυχικής πίεσης δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια από τη νομολογία και συνεπώς δεν υπάρχουν στεγανά. Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Σε μια αντιδικία, ο ενάγων μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις· ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μια δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others [1970] 2 All E.R. 390. Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ' αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση. Στην δεύτερη περίπτωση, όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να καταδείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, ο μόνος τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη ότι το μέρος που επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής πήρε ανεξάρτητη συμβουλή πριν από τη σύναψη της συμφωνίας την οποία και ακολούθησε." Το ζήτημα της ψυχικής πίεσης εξετάστηκε εξαντλητικά στην μεταγενέστερη υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως v. Ουρανίας Κώστα Πουλλά και άλλων
(2004)1Β Α.Α.Δ. 961 όπου λέχθηκαν, μεταξύ άλλων τα εξής: "Η ψυχική πίεση μπορεί να προέλθει από μια εμπιστευτική ή εξαρτώμενη σχέση μεταξύ δύο προσώπων, όπου η εξάρτηση του ενός θέτει τον άλλο σε πλεονεκτική θέση να εξασκήσει επιρροή επ΄αυτού, επιρροή η οποία μπορεί μεν να θεωρηθεί ως απόλυτα φυσική, αλλά από την άλλη είναι ικανή να χρησιμοποιηθεί άδικα (βλέπε Χαραλάμπους ν. Αριστοτέλους
(2001)1 Α.Α.Δ. 750). Το άρθρο 16
(1)του Κεφ. 149, προνοεί ότι σύμβαση θεωρείται ότι συνήφθη συνεπεία ψυχικής πίεσης, όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ούτως ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται της θέσης αυτής για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου συμβαλλόμενου. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, ειδικότερα θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης κάποιου, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επ΄αυτού ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντί του ή καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης (άρθρο 16
(2)του Κεφ.149. Βλέπε επίσης Δημητρίου κ.ά. ν. Κωνσταντινίδη, Π.Ε. 10792, ημερ. 10.10.2002). Η ψυχική πίεση δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού, αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που δόθηκε (Κεφάλας κ.ά. ν. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226, Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου
(1998)1 Α.Α.Δ. 555, Chitty on Contract, General Principles, 27η έκδοση, παραγρ. 7-024). Οι συμβάσεις που είναι ακυρώσιμες λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών, ενώ η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει ακριβώς μια τέτοια ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Στην περίπτωση όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση, θα πρέπει απαραίτητα να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη σύναψη της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Στη δεύτερη περίπτωση όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να δείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την ακύρωση της σύμβασης, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης (Κεφάλας κ.ά. ν. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226). Όταν δεν υφίσταται ειδική σχέση ανάμεσα στα μέρη, το βάρος απόδειξης της ψυχικής πίεσης ανήκει στο διάδικο ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή. Η ψυχική πίεση θα πρέπει να αποδειχθεί με το να καταδειχθεί ότι ο παραλήπτης της δωρεάς άσκησε πραγματικό εξαναγκασμό ή ότι ο τελευταίος άσκησε επί του δωρητή τέτοιο βαθμό γενικής κυριαρχίας ή ελέγχου, ούτως ώστε να είχε υπονομευθεί ουσιωδώς η δυνατότητά του να καταλήξει σε ανεξάρτητη απόφαση. Στη δεύτερη περίπτωση όπου η πίεση τεκμαίρεται από κάποια σχέση ανάμεσα στα μέρη, ο διάδικος ο οποίος λαμβάνει το όφελος βαρύνεται να αποδείξει ότι η δωρεά δεν έχει εξασφαλιστεί λόγω ψυχικής πίεσης (βλέπε άρθρο 16
(3)του Κεφ.149 και Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου, ανωτέρω). Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, αφού η θέση εμπιστοσύνης που έχει ο ένας τον τοποθετεί σε θέση ασυνήθιστης εξουσίας, σε βαθμό που να δικαιολογείται η λήψη ανεξάρτητης συμβουλής. Η πιθανότητα να θέσει το πρόσωπο αυτό τα δικά του συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα του άλλου που μπορεί να επηρεαστεί είναι τόσο ορατή, που ο νόμος του επιβάλλει την υποχρέωση να αποδείξει ότι δεν έχει καταχραστεί τη θέση του (Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602). Το τεκμήριο ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση εγείρεται μόνο αν η συναλλαγή ήταν υπερβολικά επαχθής για το πρόσωπο που επηρεάστηκε ([1985] Α.C. 686, 704, relying on a Privy Council decision on the Indian Contracts Act, Poosathurai v. Kannappa Chettiar [1919] L.R. 47 Ind. App.1) ή όπως τέθηκε από τον Nourse L.J. στην υπόθεση Goldsworthy v. Brickell [1987] Ch. 378, 401, το τεκμήριο παραμένει ανενεργό μέχρις ότου ο διάδικος ο οποίος επιδεικνύει την εμπιστοσύνη προβαίνει σε μία δωρεά τόσο μεγάλη ή συνάπτει σύμβαση τόσο ανισοσκελή, ούτως ώστε να μην δικαιολογείται από φιλία, συγγένεια, φιλανθρωπία ή άλλα συνήθη ελατήρια. Κατά το δίκαιο της επιείκειας η εφαρμογή της αρχής της ψυχικής πίεσης είχε πρόθεση να εξασφαλίσει ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί σε κανένα να διατηρήσει το όφελος, που προέκυψε από το δόλο του ή την παράνομή του πράξη. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Allcard v. Skinner 56 L.J. Ch. 1052 η αρχή αυτή αποτελεί εμπόδιο στη συνείδηση του δωρεοδόχου, που προκύπτει από την έντιμη συμπεριφορά. Ως αποτέλεσμα η αρχή αυτή επεκτείνεται όχι μόνο σε υποθέσεις άσκησης πίεσης, αλλά και σε όλες τις υποθέσεις στις οποίες η επιρροή αποκτάται και της γίνεται κατάχρηση, όπου η εμπιστοσύνη επιδεικνύεται και προδίδεται (Smith v. Kay [1859] 7 H.L.C. 750, 779). Αν δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, όπως αυτή στην οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω, ο συμβαλλόμενος που αξιώνει την ακύρωση της σύμβασης θα πρέπει να αποδείξει τη ψυχική πίεση (Allcard v. Skinner, ανωτέρω). Αυτό μπορεί να γίνει αποδεικνύοντας είτε ότι υπήρξε πραγματική πίεση από το δωρεοδόχο ή ότι αυτός άσκησε επί του μυαλού του δωρητή τέτοιου βαθμού γενική επιβολή ή έλεγχο, ούτως ώστε η ανεξαρτησία στη λήψη της απόφασης να είχε ουσιαστικά υπονομευθεί, (Smith v. Kay, ανωτέρω, Bank of Montreal v. Stuart [1911] A.C. 120. Βλέπε επίσης Coldunell Ltd v. Gallon and another [1986] 1 All E.R. 429). Η επίδραση τεκμαίρεται αν οι συμβαλλόμενοι ήταν κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, σε ορισμένου τύπου σχέση εμπιστοσύνης (Allcard v. Skinner, ανωτέρω). Όταν η σύμβαση αποδειχθεί ότι είναι επαχθής, το βάρος τίθεται επί των ώμων του διάδικου που έχει το όφελος, ο οποίος θα πρέπει να δικαιολογήσει ότι η σύμβαση ήταν ελεύθερη ψυχικής πίεσης. Τέτοιες εμπιστευτικές σχέσεις είναι οι σχέσεις γονιού και παιδιού, κηδεμόνα και κηδεμονευόμενου, δικηγόρου και πελάτη, καθώς και σε ορισμένες συμβάσεις μεταξύ μνηστευμένων, γιατρού και ασθενούς. Το τεκμήριο δεν περιορίζεται μόνο σε αυτές τις ειδικές σχέσεις. Αν ο ενάγων αποδείξει ότι κατά το χρόνο της ετεροβαρούς σύμβασης, υπήρχε πράγματι σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, προκύπτει το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης (Tufton v. Sperni [1952] 2 T.L.R. 516, 522). Το τεκμήριο εφαρμόζεται σε όλη την ποικιλία των σχέσεων στις οποίες ασκείται, κυριαρχία από το ένα πρόσωπο επί του άλλου (Huguenin v. Baseley [1807] 14 Ves. 286). Για να καταρριφθεί το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης, το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο δωρητής ενεργούσε ανεξάρτητα οιασδήποτε επιρροής από το δωρεοδόχο και με πλήρη συνείδηση του τι έπραττε (Inche Noriah v. Shaik Allie Bin Omar [1929] A.C. 127, 135). Ο συνηθέστερος τρόπος απόδειξης του πιο πάνω είναι ότι ο δωρητής είχε ικανοποιητική και ανεξάρτητη συμβουλή (Morley v. Loughnan [1893] 1 Ch. 736, 752). Σε υποθέσεις αυτού του είδους εκείνο που χρειάζεται να αποδειχθεί είναι ότι το καθήκον που προκύπτει από τη σχέση εμπιστοσύνης έχει εκπληρωθεί. Τι συνιστά εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος εξαρτάται από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά γενικά το καθήκον αυτό απαιτεί ότι το πρόσωπο που υπάρχει ισχυρισμός ότι έχει επηρεαστεί ήταν σε θέση να διαμορφώσει ανεξάρτητη και εμπεριστατωμένη κρίση (Lloyd΄s Bank Ltd v. Bundy [1974] 3 All E.R. 757). Όπου διάδικος προσπαθεί να αποφύγει τις συνέπειες σύμβασης λόγω ψυχικής πίεσης, που ασκήθηκε από τρίτο πρόσωπο, θα πρέπει να αποδειχθεί είτε ότι το τρίτο πρόσωπο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του συμβαλλόμενου ή ότι ο συμβαλλόμενος είχε πραγματική ή τεκμαρτή γνώση της ψυχικής πίεσης (Chitty on Contracts, ανωτέρω, παραγρ. 7-040)." Οι πιο πάνω νομικές αρχές της ψυχικής πίεσης επαναλαμβάνονται σε συντομία και στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1131, στην οποία και παραπέμπω. Αναφορικά με το θέμα αυτό άντλησα επίσης καθοδήγηση από το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο των Συμβάσεων' του Πολύβιου Π. Πολυβίου, Τόμος 'Α', σελίδες 291-319, στις οποίες και παραπέμπω. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι μεταξύ αυτών και του λειτουργού της Λαϊκής Τράπεζας κυρίου Έρμου Μιχαηλίδη δημιουργήθηκε σχέση εμπιστοσύνης, ο οποίος, όπως λένε, τους συμβούλευε και τους καθοδηγούσε σε επαγγελματικά και οικονομικά τους ζητήματα. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι αυτή η σχέση εμπιστοσύνης που επικαλούνται έχει παραβιαστεί από τους Ενάγοντες. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι αναφορές αυτές των Εναγομένων δεν με έχουν πείσει. Σε καμία περίπτωση δεν έχει αποδειχτεί από το ενώπιον μου αποδεκτό μαρτυρικό υλικό ότι ο Μιχαηλίδης ανέλαβε οποτεδήποτε ρόλο συμβούλου ή καθοδηγητή των Εναγομένων σε σχέση με τις πιο πάνω συμβάσεις. Ειδικότερα στην περίπτωση αυτή όπου οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν ζητήσει τη δημιουργία του εν λόγω κοινού τρεχουμένου λογαριασμού, η Εναγόμενη 1 σε συνεννόηση με την Εναγόμενη 3 αιτήθηκε δανειοδότηση με σκοπό να εξοφλήσει την τελευταία για διαμέρισμα που είχε ήδη αγοράσει πριν από δύο χρόνια, οι εξασφαλίσεις που οι Ενάγοντες ζητούσαν για να παρέχουν το αιτούμενο δάνειο ήταν εις γνώση των Εναγομένων τις οποίες αποδέχτηκαν και η Εναγόμενη 3 γνώριζε την τακτική των Εναγόντων στο ζήτημα παροχής εγγύησης η επικαλούμενη σχέση εμπιστοσύνης, ακόμη και αν όντως υφίστατο, δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει και κατ' επέκταση δεν διαδραμάτισε οποιοδήποτε ρόλο στις αποφάσεις των διαδίκων. Την ίδια που έχει καταδειχτεί ότι κανένα ρόλο διαδραμάτισε τυχόν εμπιστευτική σχέση, παρατηρώ ότι ουδείς από τους Εναγομένους βρέθηκε σε μειονεκτική θέση από την υπογραφή των επιδίκων συμφωνιών. Σε σχέση με τον κοινό τρεχούμενο λογαριασμό είναι, όπως ήδη λέχθηκε οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1 και 2 που προσέγγισαν τους Ενάγοντες από τους οποίους ζήτησαν το άνοιγμα τέτοιου κοινού λογαριασμού. Όταν η γραπτή αίτηση τους εγκρίθηκε συνομολογήθηκε το Τεκμήριο
  1. Ακολούθως λόγω αυτής της συμφωνίας οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι αυτοί που λειτουργούσαν τον εν λόγω κοινό λογαριασμό. Επιπλέον η Εναγόμενη 1, εις γνώση του Εναγομένου 2 που είναι ο σύζυγος της, σε συνεννόηση με την Εναγόμενη 3 αποτάθηκε στους Ενάγοντες ζητώντας τους να της χορηγηθεί δάνειο. Η παροχή δανείου από τη μία θα διευκόλυνε οικονομικά την Εναγόμενη 1 να αποπληρώσει το τίμημα αγοράς του επίμαχου διαμερίσματος που είχε αγοράσει πριν από δύο χρόνια και προφανώς δεν μπορούσε να το πράξει χωρίς πιστωτική βοήθεια ενώ από την άλλη θα διευκόλυνε την οικονομική κατάσταση της Εναγομένης 3, η οποία θα ήταν αυτή που εισέπραττε ολόκληρο το ποσό δανείου. Η συνομολόγηση του Τεκμηρίου 2 ήταν το προϊόν της συνεννόησης της Εναγομένης 1 και της Εναγομένης 3 με γνώση του Εναγομένου 2 που σκοπό είχε την δανειοδότηση για αμοιβαίο όφελος. Με τη συναλλαγή της δανειοδότησης ωφελήθηκαν όχι μόνο οι Εναγόμενοι 1 και 3 αλλά και ο Εναγόμενος 2 αφού το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος που ο ίδιος κατείχε με τη σύζυγο του (Εναγόμενη 1) εξοφλήθηκε. Η υπογραφή εγγράφου εγγύησης, ως μέρος των εξασφαλίσεων, δεν προσέκρουσε στην αντίδραση ή επιφύλαξη του Εναγομένου 2 ενώ παράλληλα αποτέλεσε ζήτημα προς συζήτηση και εξέταση από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγομένης 3 σε σχετική συνεδρίαση που διεξήχθη στις 02.05.06 μέσα από την οποίαν λήφθηκε θετική απόφαση (Τεκμήριο 3). Αυτό δείχνει ότι η Εναγόμενη είχε την ευκαιρία να προβληματιστεί μέσα από συζήτηση, να εξετάσει και εν τέλει να κρίνει θετικά την απαίτηση αυτή της τότε Λαϊκής Τράπεζας προτού αποφασίσει να προχωρήσει με υπογραφή του εγγράφου εγγύησης. Μέσα από την ίδια συνεδρίαση το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγομένης 3 αποφάσισε επίσης να συγκατατεθεί, όπως και η Εναγόμενη 1 το έπραξε χωρίς αντίδραση ή επιφύλαξη, στην εκχώρηση των δικαιωμάτων της Εναγομένης 1 που πηγάζουν από το πωλητήριο έγγραφο. Αυτά οδήγησαν στην υπογραφή του εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης καθώς και του Τεκμηρίου
  2. Είναι προφανές ότι όλες οι αναφορές των Εναγομένων στην μαρτυρία που προσάχθηκε εκ μέρους τους είναι εκ των υστέρων προφάσεις και ατεκμηρίωτες δικαιολογίες προκειμένου να αποφύγουν τις συνέπειες των πράξεων και υποχρεώσεων τους. Αυτά είναι στοιχεία που αποδεικνύουν ότι όχι μόνο οι Ενάγοντες δεν βρίσκονταν σε θέση να κυριαρχήσουν στη θέληση των Εναγομένων αλλά απουσιάζει και το πραγματικό υπόβαθρο που θα θεμελίωνε ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι υπέρμετρα επαχθή. Ως εκ τούτου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα επίδικα έγγραφα δεν είναι προϊόντα ψυχικής πίεσης που ασκήθηκε από τους Ενάγοντες εις βάρος των Εναγομένων αλλά πρόκειται για έγγραφα που συνομολογήθηκαν με την συναίνεση και ελεύθερη βούληση των Εναγομένων.
(2)Η θέση των Εναγομένων ότι δεν τους εξηγήθηκε το περιεχόμενο και οι κίνδυνοι των επίμαχων εγγράφων και δεν ενημερώθηκαν ότι θα μπορούσαν να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή για τα εν λόγω έγγραφα Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν τους επεξήγησαν το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1, 2 και 4 και δεν τους πληροφόρησαν ότι δύναται να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή για τα τεκμήριο αυτά. Σε σχέση με την πιο πάνω θέση των Εναγομένων, παρατηρώ ότι όλα τα επίμαχα έγγραφα είχαν συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα που είναι η μητρική γλώσσα των Εναγομένων. Όταν τα επίδικα έγγραφα είχαν ετοιμαστεί, οι Εναγόμενοι κλήθηκαν στα γραφεία των Εναγόντων όπου εκεί το κείμενο των εν λόγω εγγράφων τέθηκε εις γνώση των Εναγομένων. Ουδείς από τους Εναγομένους είχε οποιαδήποτε διευκρίνιση επί οποιουδήποτε όρου οποιουδήποτε εγγράφου και ουδείς υπέβαλε οποιαδήποτε ερώτηση ή εξέφρασε οποιαδήποτε απορία ή επιφύλαξη επί του περιεχομένου αυτών. Εξ' ου και τα έγγραφα αυτά υπεγράφησαν από τους Εναγομένους ενσυνείδητα και με την θέληση τους. Ακόμη σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν σχετική δήλωση που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 2 με την οποίαν δηλώνουν ρητά ότι έχουν μελετήσει και πλήρως κατανοήσει τους όρους του εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης. Επίσης την ίδια στιγμή που το Τεκμήριο 2 τέθηκε υπόψη των Εναγομένων οι τελευταίοι και ιδιαίτερα η Εναγόμενη 1 έγιναν κοινωνοί της γραπτής προειδοποίησης που περιλαμβανόταν στο εν λόγω έγγραφο περί κινδύνου απώλειας του επίμαχου διαμερίσματος, προφανώς υπό το φως του Τεκμηρίου 4, αν δεν υπήρχε συνέπεια στις πληρωμές του στεγαστικού δανείου αλλά και σε σχέση με τον λογαριασμό του τρεχουμένου λογαριασμού. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, η Εναγόμενη 3 εταιρεία δεν ήταν άπειρη με τέτοιου είδους θέματα αλλά είχε τριβή με ζητήματα πιστωτικών διευκολύνσεων από τραπεζικούς οργανισμούς. Η εν λόγω εταιρεία ασκούσε για μια σειρά ετών το επάγγελμα του πωλητή ακίνητης ιδιοκτησίας. Καθ' όλη αυτή τη διάρκεια συνόδευσε ή απέστειλε αρκετούς πελάτες στην τότε Λαϊκή Τράπεζα με σκοπό την απόκτηση δανειοδότησης και εξασφάλισης χρηματοδότησης γι' αυτούς. Στις περιπτώσεις αυτές συνομολογήθηκαν σχετικές συμβάσεις. Ακόμη στην εν λόγω εταιρεία ήταν γνωστή η πρακτική της τότε Λαϊκής Τράπεζας να ζητεί από τον επιχειρηματία ανάπτυξης γης να υπογράψει σχετικό έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης ως μέρος των εξασφαλίσεων για την παροχή δανείου. Η Εναγόμενη 3 το είχε πράξει σε διάφορες περιπτώσεις στο παρελθόν. Το ίδιο έπραξε και στην προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς η Εναγόμενη 3 γνώριζε τι σημαίνει να είναι κάποιος εγγυητής και γνώριζε και τι υπέγραφε. Η μακρόχρονη εμπειρία και τριβή της Εναγομένης 3 με τραπεζικά ιδρύματα σε θέματα χρηματοδοτήσεων υπαγορεύουν τουλάχιστο όχι άγνοια της ιδίας για τη σημασία, τις υποχρεώσεις που θα αναλάμβανε, τους κινδύνους και τις συνέπειες που το Τεκμήριο 2 ενείχε. Η δε συμπεριφορά του Εναγομένου 2, όπως και της Εναγομένης 3, να υπογράψουν την προαναφερόμενη ρητή δήλωση σε συνδυασμό με τις γραπτές προειδοποιήσεις που περιέχονταν στο Τεκμήριο 2 καθιστούν αντιληπτό ότι οι εν λόγω Εναγόμενοι είχαν κατανοήσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 καθώς και τους κινδύνους που αυτό εγκυμονούσε. Περαιτέρω δεν μπορεί να παραγνωριστεί η επιπλέον ενυπόγραφη ρητή δήλωση στην οποία προέβηκε ο Εναγόμενος 2 με την οποία δηλώνει ότι συγκατατίθεται τόσο στη χορήγηση δανείου στη σύζυγο του (Εναγόμενη 1) όσο και στο να εκχωρήσει αυτή τα δικαιώματα που απορρέουν από την αγορά του επίδικου διαμερίσματος προς όφελος των Εναγόντων στη βάση των όρων των Τεκμηρίων 2 και 4. Θέτοντας ενσυνείδητα και με τη θέληση του την υπογραφή του στην πιο πάνω δήλωση που προφανώς ετοιμάστηκε από τους Ενάγοντες και τέθηκε υπόψη του, ο Εναγόμενος 2 έδειξε ότι είχε κατανοήσει το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 και 4 καθώς και τους κινδύνους που αυτά εγκυμονούσαν (Barclay's Bank plc v. O' Brien [1993] 4 All E.R. 417, Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1101, Μαρκίδης v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Α Α.Α.Δ. 324 και Μαυροσκούφη v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (πρώην Arab Bank Plc) Πολιτική Έφεση Αρ. 352/2008 ημερομηνίας 16.04.14). Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 1 οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν ζητήσει το άνοιγμα κοινού τρεχουμένου λογαριασμού εις τα ονόματα τους και αμφότεροι θα ωφελούνταν από την ορθή λειτουργία του. Σχετικά με το Τεκμήριο 4 η Εναγόμενη 1 συμφώνησε στην υπογραφή του αφού είχε την ευκαιρία να το μελετήσει ενώ η Εναγόμενη 3 συναίνεσε γραπτώς μετά από συζήτηση που διεξήγαγε για το θέμα αυτό σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της. Η Εναγόμενη 3, έμπειρη σε τέτοια θέματα, αν αισθανόταν ότι χρειαζόταν τη βοήθεια νομικού συμβούλου θα φρόντιζε να είχε προτού υπογράψει. Είχε το χρόνο να προβεί σε τέτοια διευθέτηση αν το επιθυμούσε λαμβάνοντας υπόψη ότι η απόφαση της για συμμετοχή στα Τεκμήρια 2 και 4 λήφθηκε, όπως ήδη λέχθηκε σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της. Οι δε Εναγόμενοι 2 και 3 από τη στάση που τήρησαν έδειξαν ότι δεν επιθυμούσαν να έχουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Τούτο λεχθέντος έχοντας υπόψη ότι μέσα από το περιεχόμενο της σύμβασης εγγύησης και αποζημίωσης καταγράφεται ρητά το δικαίωμα των Εναγομένων 2 και 3, ως εγγυητές, να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή για τα ζητήματα της σύμβασης αυτής, ένα δικαίωμα που οι εν λόγω Εναγόμενοι πληροφορήθηκαν και αναγνώρισαν όταν το κείμενο της εν λόγω σύμβασης τέθηκε ενώπιον τους και το υπέγραψαν. Παράλληλα μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε που να με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες εμπόδισαν τους Εναγομένους να ασκήσουν το δικαίωμα τους για λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, οι εν λόγω θέσεις των Εναγομένων κρίνονται αβάσιμες και ως εκ τούτου απορρίπτονται.
(3)Ενδεχόμενη αμέλεια Εναγόντων - παράβαση επαγγελματικού καθήκοντος Από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία δεν έχει θεμελιωθεί κανένα συστατικό στοιχείο της αμέλειας από μέρους των Εναγόντων, όπως αυτά έχουν κωδικοποιηθεί μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148) μετά των συναφών τροποποιήσεων αλλά και έχουν διαμορφωθεί μέσα από τη νομολογία (Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ
(1989)1 C.L.R. 453).
(4)Ενδεχόμενη παράβαση υποχρεώσεων που απορρέουν από νομοθεσία Παρόλο ότι δικογραφείται ισχυρισμός των Εναγομένων για παράβαση εκ του νόμου απορρεόντων υποχρεώσεων των Εναγόντων εντούτοις τέτοια υπερασπιστική θέση δεν προωθείται κατά την εκδίκαση της αγωγής και ως εκ τούτου θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει, από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία δεν υφίσταται τέτοιο ζήτημα.
(5)Αθέμιτη επιρροή και σύγκρουση συμφερόντων από τους Ενάγοντες Οι εν λόγω δικογραφημένες υπερασπιστικές θέσεις των Εναγομένων δεν έχουν προωθηθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης και συνεπώς εκλαμβάνεται ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει, ενώπιον μου δεν υπάρχει η θετική μαρτυρία εκείνη που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει τις θέσεις αυτές στον απαιτούμενο βαθμό.
(6)Κατά πόσο τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά που πηγάζουν από τη σύμβαση ανοίγματος και λειτουργίας κοινού τρεχουμένου λογαριασμού, σύμβαση λογαριασμού δανείου και σύμβαση εγγύησης και αποζημίωσης κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά Το κατά πόσο τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά, που πηγάζουν από τη σύμβαση ανοίγματος και λειτουργίας κοινού τρεχουμένου λογαριασμού χωρίς όριο υπ' αριθμό 133-11-005277 (Τεκμήριο 1), από τη σύμβαση λογαριασμού δανείου υπ' αριθμό 133-12-010274 (Τεκμήριο 2) καθώς και από τη σύμβαση εγγύησης και αποζημίωσης, κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά αποτελεί επίδικο θέμα. Με την κατάθεση των επιστολών τους ημερομηνίας 03.01.11 (μέρος εγγράφων που συνθέτουν το Τεκμήριο 5) οι Ενάγοντες υποστήριξαν ότι οι εν λόγω συμβάσεις τερματίστηκαν νόμιμα και ως εκ τούτου τα επικαλούμενα οφειλόμενα ποσά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά. Αντίθετα οι Εναγόμενοι κατά την εκδίκαση της αγωγής προώθησαν τη θέση ότι οι εν λόγω επιστολές δεν αποστάληκαν στους Εναγομένους και ως εκ τούτου, ως είνα

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.