← Κύπρος

MICKY'S CAR RENTALS LTD κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 3110/2014, 27/1/2017

MICKY'S CAR RENTALS LTD κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 3110/2014, 27/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3110/2014 Μεταξύ:

  1. MICKY'S CAR RENTALS LTD, από Πάφο
  2. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ, από Πάφο
  3. ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, από Πάφο Εναγόντων και ALPHA BANK CYPRUS LTD, εκ Πάφου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 28.12.16 για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος Ημερομηνία: 27.01.17 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες 1, 2 & 3- κος Α. Χρ. Δημητριάδης για κ.κ. Ανδρέα Χρ. Αιτητές 1, 2 & 3: Δημητριάδη Δ.Ε.Π.Ε. (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγομένους- κα Χρ. Μαυρικίου για κ. κ. Χρυσαφίνη & Πολυβίου Καθ' ων η αίτηση: Δ.Ε.Π.Ε (η κα Σ. Ζαχαρία για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 31.12.14 οι Ενάγοντες 1, 2 και 3 καταχώρησαν την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή υπό τη μορφή γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στην οποίαν αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων την επιδίκαση αποζημιώσεων καθώς και διατάγματα ακύρωσης συμφωνιών χρηματοδότησης/δανειοδότησης, εγγύησης, ενυπόθηκης εξασφάλισης και επιβάρυνσης λόγω, μεταξύ άλλων, ισχυριζόμενης παρανομίας, ψευδών παραστάσεων και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 12.09.16 οι Ενάγοντες προώθησαν την έκθεση απαίτησης τους, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχουν συμπληρωθεί τα δικόγραφα. Στις 28.12.16 οι Ενάγοντες (στο εξής οι 'Αιτητές') προώθησαν την παρούσα μονομερή αίτηση με την οποία ζητούν τα πιο κάτω, το περιεχόμενο των οποίων θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο: "Α. Προσωρινού Διατάγματος που να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στην Καθ' ης η αίτηση και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες της και/ή οιωνδήποτε άλλων προσώπων ενεργούντων αντ' αυτής και/ή για λογαριασμό της, από του να προβεί σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία, πλειστηριασμό, πώληση, μεταβίβαση, αποξένωση, επιβάρυνση, δημοσίευση για πώληση της ακινήτου ιδιοκτησίας της Αιτήτριας 1, με αρ. εγγραφής 0/6202, Φ/Σχ. 45/44/0, Τεμάχιο 130, Μερίδιο όλο, Τρεμιθούσα, Πάφος, το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη υπ' αριθμό Υ70/2007, μέχρι τελικής εκδικάσεως της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ή/και νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Β) Οποιαδήποτε άλλη διαταγή που το Δικαστήριο θα κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Γ) Έξοδα της αίτησης." Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στα άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-4, 8

(1)(ee) και 9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη γενική πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος περιέχονται σε ένορκη δήλωση του Αιτητή 3, στην οποία επισυνάπτονται επτά τεκμήρια. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, ολόκληρο το μερίδιο του τεμαχίου 130 με αρ. εγγραφής 0/6202, Φ/Σχ. 45/44/0 που βρίσκεται στην κοινότητα Τρεμιθούσας στην επαρχία Πάφου (στο εξής το 'ακίνητο') και είναι ιδιοκτησίας της Αιτήτριας 1 βαρύνεται με την υποθήκη Υ70/2007 (στο εξής η 'υποθήκη'). Όπως ο Αιτητής 1 δηλώνει, στην αγωγή αμφισβητείται η νομιμότητα και εγκυρότητα του χρέους των Αιτητών προς τους Εναγομένους (στο εξής οι 'Καθ' ων η αίτηση') αλλά και των σχετικών προς αυτό συμφωνιών χρηματοδότησης καθώς και εγγράφων υποθήκης και παροχής εξασφαλίσεων. Ένα από τα έγγραφα που οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι είναι άκυρο και παράνομο είναι η προαναφερόμενη υποθήκη που επιβαρύνει το επίμαχο ακίνητο ως μέρος εξασφάλισης που δόθηκε στα πλαίσια παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων από τους Καθ' ων η αίτηση στους Αιτητές, την οποία θεωρούν ότι είναι προϊόν δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, αθέμιτης επιρροής, ψυχικής πίεσης και αμέλειας. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι στις 02.09.16 οι Καθ' ων η αίτηση επέδωσαν στους Αιτητές δύο επιστολές που φέρουν τίτλο 'ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ (ΤΥΠΟΣ 'ΙΑ')' και 'ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ (ΤΥΠΟΣ 'ΙΒ')', οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
  1. Με την επιστολή τύπος ΙΒ οι Καθ' ων η αίτηση κάλεσαν τους Αιτητές όπως εντός 10 ημερών από την παραλαβή της εν λόγω ειδοποίησης να διορίσουν εκτιμητή με σκοπό τον καθορισμό της αγοραίας αξίας του επίμαχου ενυπόθηκου ακινήτου και να τους ενημερώσουν ανάλογα. Σε περίπτωση δε παράλειψη τους να διορίσουν εκτιμητή εντός της πιο πάνω προθεσμίας οι Καθ' ων η αίτηση θα προχωρούσαν στο διορισμό νέου εκτιμητή. Μπροστά στην εξέλιξη αυτή οι Αιτητές καταχώρησαν στις 13.10.16 την Έφεση/Αίτηση υπ' αριθμό 203/2016 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3, με την οποία ζητήθηκε η έκδοση διατάγματος που να παραμερίζει τις Ειδοποιήσεις 'ΙΑ' και 'ΙΒ'. Στις 07.11.16 καταχωρήθηκε ένσταση από τους Καθ' ων η αίτηση, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  2. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 12.12.16 οι Καθ' ων η αίτηση επέδωσαν στους Αιτητές 'Ειδοποίηση Πλειστηριασμού (Δελτίο Α) με επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  3. Ακολούθως οι Καθ' ων η αίτηση κοινοποίησαν στους Αιτητές επιτολή με τίτλο 'ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ (ΤΥΠΟΣ 'ΙΑ')' με την οποία τους πληροφορεί για την πρόθεση της να προχωρήσει με πλειστηριασμό του ακινήτου στις 30.01.17 ισχυριζόμενοι ότι το ποσό που κατέστη απαιτητό δυνάμει της υποθήκης ανέρχεται στα CHF455.880,39 πλέον τόκοι επί CHF455.691,
  4. Στις 14.12.16 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε την απόφαση του στην Έφεση/Αίτηση υπ' αριθμό 203/2016 με την οποίαν απέρριψε τις αιτούμενες αξιώσεις των Αιτητών. Αντίγραφο της δικαστικής απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  5. Στις 22.12.16 ασκήθηκε έφεση εναντίον της πιο πάνω δικαστικής απόφασης. Αντίγραφο της ειδοποίησης έφεσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  6. Σύμφωνα με το ενόρκως δηλών το επίμαχο ενυπόθηκο ακίνητο θα πωληθεί στις 30.01.17 δια πλειστηριασμού με τη διαδικασία που προβλέπεται από στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965). Από ότι τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Αιτητών έχουν πολύ καλή και γνήσια υπόθεση καθώς και μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Προς ενίσχυση της θέσης αυτής καταγράφεται το πολυσέλιδο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης της αγωγής αυτής. Δεν χρειάζεται να επαναδιατυπώσω τις λεπτομέρειες του εν λόγω δικογράφου αφού θα γίνει αναφορά εκεί και όπου καθώς και στο βαθμό και την έκταση αυτών που κριθεί αναγκαίο για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι τυχόν μη έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα οδηγήσει στην εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, γεγονός που θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Αιτητές. Αυτό με τη σειρά του, όπως λέχθηκε, θα εμποδίσει την απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο και κατ' επέκταση κώλυμα στην ικανοποίηση των Αιτητών. Ειδικότερα ο Αιτητής 1 αναφέρει ότι η εκποίηση του ακινήτου θα καταστρέψει επενδυτικό σχέδιο ανάπτυξης ακίνητης περιουσίας που έχει σχεδιαστεί και προωθηθεί από την Αιτήτρια 1 με επίκεντρο το επίμαχο ακίνητο, η μελλοντική οικονομική αξία του οποίου στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Ο ενόρκως δηλών ακόμη αναφέρει ότι τυχόν εκποίηση του ακινήτου θα πλήξει ανεπανόρθωτα τη φήμη και εμπορική εύνοια της Αιτήτριας 1, πράγμα που θα οδηγήσει στην καταστροφή τους αφού θα την καταστήσει αναξιόπιστη επιχείρηση στους πελάτες της. Επίσης ο Αιτητής 1 δηλώνει πως αν αφεθούν οι Καθ' ων η αίτηση να πωλήσουν το επίδικο ακίνητο, η Αιτήτρια 1 θα απολέσει την εμπειρία και τεχνογνωσία του προσωπικού της αφού θα υποχρεωθούν να προβούν σε απόλυση αριθμού εργαζομένων τους. Επιπλέον ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι το επίδικο ακίνητο έχει συναισθηματική αξία για τους Αιτητές. Σύμφωνα με τον Αιτητή 1 η ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης του επίμαχου ακινήτου συνιστά κατάχρηση διαδικασίας επειδή ενώπιον του Δικαστηρίου εκκρεμεί η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Όπως ο ενόρκως δηλών αναφέρει, η πώληση του επιδίκου ακινήτου από τους Καθ' ων η αίτηση θα εξοστρακίσει και θα περιπλέξει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση αυτή και να απονέμει δικαιοσύνη. Καταλήγοντας ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα διατηρήσει την πρότερη κατάσταση πραγμάτων γεγονός που θα υποβοηθήσει την απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου η υπό κρίση αίτηση επιδόθηκε στους Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι στις 17.01.17 καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί των ακόλουθων λόγων: 1) Η αίτηση συνιστά κατάφωρη κατάχρηση και περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών επειδή παρά την ύπαρξη δικαστικής απόφασης που απέρριπτε την Αίτηση/Έφεση υπ' αρ. 203/2016 που οι Αιτητές καταχώρησαν, οι τελευταίοι καταχώρησαν την ενδιάμεση αίτηση αυτή στα πλαίσια της αγωγής επιδιώκοντας την έκδοση των ιδίων θεραπειών που αξίωσαν χωρίς επιτυχία στην άλλη υπόθεση. 2) Με την αίτηση οι Αιτητές επιδιώκουν παράκαμψη της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης ζητώντας ουσιαστικά από το παρόν Δικαστήριο να υποκαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου. 3) Η αίτηση εδράζεται σε λανθασμένη νομική βάση επειδή σύμφωνα με το Μέρος VIA του Ν.9/1965 η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω ιδιωτικού πλειστηριασμού από τον ενυπόθηκο δανειστή είναι δυνατό να ακυρωθεί μόνο μέσω της καταχώρησης Αίτησης-Έφεσης εναντίον της Ειδοποίησης Τύπου 'ΙΑ' εντός 30 ημερών από την επίδοση της εν λόγω ειδοποίησης, νομικό μέτρο που οι Αιτητές έχουν λάβει εναντίον των Καθ' ων η αίτηση με την καταχώρηση της Αίτησης-Έφεσης υπ' αρ. 203/2016 η οποία απορρίφτηκε από το Δικαστήριο. 4) Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  7. 5) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθεί η αιτούμενη θεραπεία. 6) Τυχόν έγκριση της αίτησης θα αποστερήσει τα νόμιμα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση καταστρατηγώντας το σκοπό των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/1965 που διέπουν την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. 7) Δεν ικανοποιείται το στοιχείο του 'κατεπείγοντος' επειδή οι Αιτητές καταχώρησαν την Αίτηση-Έφεση υπ' αρ. 203/2016 εντός των χρονοδιαγραμμάτων που προνοούνται από το Μέρος VIA του Ν.9/1965 στην οποίαν προέβαλαν τις θέσεις τους, οι οποίες απορρίφτηκαν από το Δικαστήριο με την έκδοση απόφασης πριν την καθορισμένη ημερομηνία πλειστηριασμού. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στα άρθρα 21, 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στις Διαταγές 32, 35, 39, 48 και 64 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 27, 44Α-44ΙΑΑ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965)και παραρτήματα αυτού, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς (Κ.Δ.Π. 185/2015), στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (Κεφ.224), στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς, στους γενικούς κανόνες επιείκειας, στη νομολογία, στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου Δημήτριου Ε. Παπαδόπουλου, Προϊστάμενου του Τμήματος Εκποιήσεων και Αξιοποίησης Ενυπόθηκων Ακινήτων των Καθ' ων η αίτηση, στην οποία περιέχονται γεγονότα και επισυνάπτονται δύο έγγραφα της υποθήκης του επιδίκου ακινήτου ως τεκμήρια που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν την απόρριψη της αίτησης. Στην ένορκη δήλωση του ο ενόρκως δηλών παραπέμπει σ' αυτό που θεωρεί ως ιστορικό των γεγονότων και αφορά το ενυπόθηκο ακίνητο. Σύμφωνα με τον κύριο Παπαδόπουλο, στις 05.01.07 η Αιτήτρια 1 σύναψε σύμβαση δανείου με τους Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των CHF620.000 πλέον τόκοι. Προς εξασφάλιση του εν λόγω δανείου εγγράφηκε η υποθήκη με αριθμό Υ70/2007 επί του επιδίκου ακινήτου για το ποσό των €264.000 πλέον τόκους. Αντίγραφο του εντύπου σύμβασης και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου της υποθήκης καθώς και οι όροι του εγγράφου υποθήκης επισυνάπτονται ως τεκμήριο. Με έγγραφο εγγύησης οι Αιτητές 1 και 2 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της Αιτήτριας 1 που πηγάζουν από την πιο πάνω συμφωνία δανείου. Επειδή υπήρξαν καθυστερήσεις από την Αιτήτρια σε πληρωμές, οι Καθ' ων η αίτηση με επιστολή ημερομηνίας 10.08.15 τερμάτισαν την εν λόγω συμφωνία δανείου και ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό δυνάμει αυτής καθώς και το ενυπόθηκο χρέος κατέστησαν πληρωτέα και απαιτητά. Η μη καταβολή του ενυπόθηκου χρέους υποχρέωσε τους Καθ' ων η αίτηση να επιδώσουν στους Αιτητές οι Ειδοποιήσεις Τύπος 'Θ' και 'Ι' στις 22.07.16 που συνοδεύονταν από σχετική κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους. Ακολούθως στις 14.09.16 οι Καθ' ων η αίτηση επέδωσαν στους Αιτητές τις Ειδοποιήσεις Τύπος 'ΙΑ' και 'ΙΒ'. Όπως ο ενόρκως δηλών ανάφερε, οι Αιτητές αντέδρασαν στις 13.10.16 με την καταχώρηση της Αίτησης-Έφεσης υπ' αρ. 203/2016 με τους Καθ' ων η αίτηση να υποβάλλουν ένσταση στις 07.11.
  8. Στις 14.12.16 το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εξέδωσε την απόφαση του απορρίπτοντας την πιο πάνω αίτηση-έφεση. Στις 28.12.16 οι Αιτητές προώθησαν την παρούσα ενδιάμεση αίτηση ζητώντας την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος που ο ενόρκως δηλών θεωρεί ότι είναι πανομοιότυπο με αυτό που ζητήθηκε προηγουμένως στην Αίτηση-Έφεση υπ' αρ. 203/
  9. Επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης ο ενόρκως δηλών προσθέτει ότι: (α) Οι Καθ' ων η αίτηση ενεργούσαν καθ' όλα ορθά, νόμιμα και πάντοτε εντός των καθοριζομένων τραπεζικών πρακτικών. (β) Οι Καθ' ων η αίτηση προσφέρουν αποκλειστικά τραπεζικές εργασίες και δεν αποτελούν χρηματοοικονομικό, συμβουλευτικό ή επενδυτικό οργανισμό και ουδέποτε παρείχαν χρηματοοικονομικές συμβουλές προς τους Αιτητές. (γ) Οι επίδικες συμφωνίες υπεγράφησαν από τα μέρη με την ελεύθερη βούληση τους και τους Αιτητές να έχουν δικαίωμα να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή αν επιθυμούσαν. (δ) Οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε προέβηκαν σε ψευδείς, αμελείς παραστάσεις ή ανακριβείς δηλώσεις προς τους Αιτητές. (ε) Οι Αιτητές ενέργησαν κερδοσκοπικά αποκτώντας αθέμιτο πλουτισμό με τη χρήση του ποσού του δανείου και καταχώρησαν την αγωγή αυτή με μοναδικό σκοπό την αποφυγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τους απέναντι στους Καθ' ων η αίτηση. Σύμφωνα ακόμη με τον ενόρκως δηλών οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως ή εν πάση περιπτώσει μπορεί να αποτιμηθούν σε χρήμα χωρίς έτσι να περικλείουν το στοιχείο της ανεπανόρθωτης ζημιάς. Όπως ο ενόρκως δηλών αναφέρει, οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι τυχόν ζημιά που θα υποστούν δεν μπορεί έστω και δύσκολα να αποτιμηθεί σε χρήμα. Όπως επίσης ο ενόρκως δηλών αναφέρει, η ικανότητα των Καθ' ων η αίτηση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας αγωγής δεν έχει αμφισβητηθεί. Αυτά κατά τη γνώμη του κυρίου Παπαδόπουλου συνθέτουν παράγοντα που θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της παρούσας αίτησης. Από νομική συμβουλή που ο ενόρκως δηλών έχει λάβει, θεωρεί ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης καθότι θα πρέπει να ισοζυγιστούν από τη μία τα δικαιώματα των Αιτητών στη βάση των δεδομένων που έχουν προαναφερθεί και από την άλλη τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση αλλά και η ανάγκη τήρησης των προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/1965 σχετικά με τη διαδικασία ακύρωσης πλειστηριασμού, η οποία φανερώνει το σκοπό του νομοθέτη. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Θα ξεκινήσω την ενασχόληση μου από τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγο ένστασης, του οποίους θα εξετάσω μαζί λόγω των κοινών στοιχείων που πραγματεύονται. Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η υπό κρίση αίτηση εδράζεται σε λανθασμένη νομική βάση επειδή η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου μέσω ιδιωτικού πλειστηριασμού από τον ενυπόθηκο δανειστή δύναται μόνο να ακυρωθεί μόνο μέσω της καταχώρησης αίτησης-έφεσης, νομικό μέτρο που λήφθηκε από τους Αιτητές και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Είναι ακόμη η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση συνιστά κατάχρηση και περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών επειδή προωθείται παρά την απόρριψη της αίτησης-έφεσης υπ' αριθμό 203/2016 ζητώντας από το παρόν Δικαστήριο να υποκαταστήσει την κρίση του ομοβάθμιου Δικαστηρίου που αποφάσισε το αποτέλεσμα της εν λόγω αίτησης-έφεσης. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι στις 13.10.16 οι Αιτητές καταχώρησαν την αίτηση-έφεση υπ' αριθμό 203/2016 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με την οποία ζητήθηκε η έκδοση διατάγματος που να παραμερίζει τις ειδοποιήσεις Τύπος 'ΙΑ' και 'ΙΒ' που τους είχε επιδοθεί από τους Καθ' ων η αίτηση. Η εν λόγω υπόθεση προωθήθηκε στη βάση των προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/1965 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(2)της εν λόγω νομοθεσίας η ειδοποίηση Τύπος 'ΙΑ' αποτελεί γραπτή πληροφόρηση ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Με βάση δε το άρθρο 44Δ
(2)της ιδίας νομοθεσίας η ειδοποίηση Τύπος 'ΙΑ' αποσκοπεί στο να ενημερώσει γραπτώς τον ενυπόθηκο οφειλέτη όπως εντός 10 ημερών από την επίδοση της να προχωρήσει στο διορισμό εκτιμητή. Ασκώντας το δικαίωμα που τους παρέχεται από τις διατάξεις του Ν.9/1965 οι Αιτητές καταχώρησαν την αίτηση-έφεση υπ' αριθμό 203/2016 με την οποίαν ουσιαστικά αξίωσαν την ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού του επιδίκου ενυπόθηκου ακινήτου. Η αίτηση εκδικάστηκε και κρίθηκε στη βάση των προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/
  1. Η παρούσα περίπτωση είναι διαφορετική. Πρόκειται για ενδιάμεση αίτηση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια αγωγής όπου διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις και με την οποίαν ζητείται η έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Το αιτούμενο διάταγμα ζητείται με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 καθώς και δυνάμει των άρθρων 4 και 5 του Κεφ.6 και ουσιαστικά παραπέμπει σε προσωρινή αναστολή του πλειστηριασμού του επιδίκου ενυπόθηκου ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της εκκρεμούσας αγωγής. Το νομικό υπόβαθρο που διέπει την εξέταση της αίτησης αυτής είναι διαφορετικό από αυτό της αίτησης-έφεσης που εκδικάστηκε και εδραζόταν στις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/
  2. Οι δε παράγοντες που διέπουν την εξέταση της παρούσας αίτησης είναι εντελώς ξεχωριστοί από την περίπτωση της εν λόγω αίτησης-έφεσης. Το δικαιοδοτικό υπόβαθρο που γενικά παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα είναι το άρθρο 32 του Ν.14/60 συνεπικουρούμενο, αναλόγως της περίπτωσης, από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.
  3. Προσεκτική μελέτη των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/1965 καθιστά αντιληπτό ότι σκοπός του νομοθέτη δεν ήταν είτε να καταργήσει είτε να περιορίσει την εμβέλεια και το πεδίο εφαρμογής τόσο του άρθρου 32 του Ν.14/60 όσο και των άρθρων 4 και 5 του Κεφ.6 στα πλαίσια εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης όπου ζητείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, των οποίων η εφαρμογή των προνοιών τους είναι διαφορετική από την αξίωση μόνιμης θεραπείας ακύρωσης διαδικασίας πλειστηριασμού με βάση τις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/
  4. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεν διαπιστώνω κατάχρηση και περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας με τον τρόπο που το έθεσαν οι Καθ' ων η αίτηση. Συνακόλουθα η άσκηση κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αίτησης δεν ισοδυναμεί με υποκατάσταση της απόφασης του Δικαστηρίου που εξέτασε και έκρινε την αίτηση-έφεση υπ' αριθμό 203/
  5. Κατά συνέπεια ο πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγος ένστασης δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Προχωρώ με την εξέταση του τέταρτου και πέμπτου λόγου ένστασης, οι οποίοι άπτονται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως. Είναι βασικά η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα οι Αιτητές θεωρούν ότι αυτές ικανοποιούνται. Από το νομικό καθεστώς της υπό κρίση αίτησης παρατηρώ ότι οι Αιτητές επικαλούνται ότι η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος δικαιολογείται στη βάση των προνοιών του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60)καθώς και των διατάξεων των άρθρων 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6). Το άρθρο 32 του Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα καλύπτοντας τόσο τα διηνεκή όσο και τα παρεμπίπτοντα. Επομένως στη βάση του άρθρου αυτού δύναται να εκδοθούν όλα τα είδη διαταγμάτων. Όταν επιζητείται διάταγμα που να δεσμεύει το ακίνητο από αποξένωση ή επιβάρυνση, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής έρεισμα στη νομική βάση αποτελεί και το άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Όταν δε επιζητείται η έκδοση διατάγματος που να δεσμεύει ακίνητη περιουσία του καθ' ου η αίτηση σε περιπτώσεις που εκκρεμεί εναντίον του αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις για χάριν εκτέλεσης δύναται να συμπεριληφθεί στη νομική βάση και το άρθρο 5 του Κεφ.
  6. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 καλύπτει όλες τις περιπτώσεις ενώ τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6 εφαρμόζονται στις ειδικές περιπτώσεις που έχουν αναφερθεί αμέσως προηγουμένως στα πλαίσια έκδοσης μόνο παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Διατάγματα' των κ.κ. Γιώργου Ερωτοκρίτου & Πέτρου Αρτέμη, σελίδες 38-41 και 101-197). Στην προκειμένη περίπτωση το επίμαχο υποθηκευμένο ακίνητο δεν εμπίπτει στην έννοια του αντικειμένου της αγωγής. Πρόκειται για ακίνητο που όχι μόνο βρίσκεται υπό την κυριότητα και κατοχή της Αιτήτριας 1 αλλά, σύμφωνα με τις αναφορές του Αιτητή 3 μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, τελεί υπό ανάπτυξη αποτελώντας επίκεντρο μέρος επενδυτικού σχεδίου ανάπτυξης ακίνητης περιουσίας της Αιτήτριας 1 με σκοπό τη διάθεση της σε τρίτα άτομα έναντι οικονομικού οφέλους. Παράλληλα το αιτούμενο διάταγμα δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου οι Αιτητές σκοπεύουν στη δέσμευση του επίμαχου ακινήτου για χάριν διασφάλισης εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που τυχόν εκδοθεί υπέρ τους. Κατά συνέπεια οι πρόνοιες των άρθρων 4 και 5 του Κεφ.6 δεν τυγχάνουν εδώ εφαρμογής. Επομένως έπεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι το μόνο από το οποίο πηγάζει η εξουσία που παρέχεται για εξέταση της υπό κρίση αίτησης που αφορά τη δυνατότητα έκδοσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. Ένα ενδιάμεσο απαγορευτικής φύσεως διάταγμα εκδίδεται εφόσον πληρούνται τα κριτήρια που απαιτούνται και περιέχονται στο πιο πάνω άρθρο. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλέπε Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. H απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει αναγνωρισθεί επανειλημμένα από τη δική μας νομολογία. Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 785, η οποία αφορούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγορευτικού της αποξένωσης ακινήτου, το οποίο δεν αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής, έγινε επισκόπηση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Αναφέρεται στις σελίδες 789-790: "Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Lakatamitis, ανωτέρω, στη σελ. 525) ... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στη Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου (Αρ. 1),
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 εκδίδεται το διάταγμα ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων. Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του κ. Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785, εκείνο που απαιτείται είναι 'η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» «Όπου λοιπόν ενδέχεται να υπάρχει οτιδήποτε το αρνητικό στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, εναπόκειται στον οφειλέτη να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία. Η υποχρέωση του πιστωτή εκπληρώνεται με την παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με μόνο τη γενικότερη εικόνα για στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας. Και αυτό η εφεσίβλητη κατά τη γνώμη μας το έπραξε. Δεν είναι δυνατό να αναμένεται η ανάληψη ανιχνευτικού έργου από τον εξ αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για να παρουσιάσει ο πρώτος στοιχεία τα οποία βασικά ενδιαφέρουν τον δεύτερο και τα οποία μπορεί ο ίδιος να παρουσιάσει αν επιθυμεί. Επρόκειτο για αίτηση δια κλήσεως. θα το θεωρούσαμε δε αδιανόητο να ήταν αλλιώς." Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται με την σωρευτική εκπλήρωση των πιο πάνω κριτηρίων. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση, μέσα από πρόχειρη ανάγνωση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καθώς και του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης αλλά της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, παρατηρώ ότι η αγωγή προωθείται πάνω σε διάφορες νομικές βάσεις περιέχοντας σωρεία δικογραφημένες θέσεις, λεπτομέρειες και γεγονότα που οι Αιτητές επικαλούνται ότι διαδραματίστηκαν. Τόσο η έκθεση απαίτησης όσο και η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι πολυσέλιδες. Αυτό που συνοπτικά μπορεί να καταγραφεί για σκοπούς εξέτασης του πρώτου κριτηρίου του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι ότι οι Αιτητές ισχυρίζονται πως μέσα από μακρόχρονη επαγγελματική συνεργασία που είχαν με τους Καθ' ων η αίτηση που βασιζόταν στη συμβουλή και καθοδήγηση των τελευταίων δημιουργήθηκε μεταξύ τους εμπιστευτική σχέση, η οποία στην πορεία παραβιάστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, στους οποίους αποδίδουν κερδοσκοπία εις βάρος των Αιτητών, σύγκρουση συμφερόντων και άσκηση αθέμιτης επιρροής. Επίσης οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι κατά την συνεργασία τους με τους Καθ' ων η αίτηση οι τελευταίοι επέδειξαν επαγγελματικά αμελή συμπεριφορά επειδή τους συμβούλευσαν και στη συνέχεια τους χορήγησαν δάνειο ξένου νομίσματος έναντι εξασφαλίσεων στη βάση ανακριβών, ασαφών και παραπλανητικών πληροφοριών και παραστάσεων, τη στιγμή που τα οικονομικά δεδομένα των Αιτητών δεν επέτρεπαν τέτοια χρηματοδότηση, χωρίς να ελέγξουν την εισοδηματική ικανότητα και περιουσιακή κατάσταση των Αιτητών, χωρίς να τους συμβουλεύσουν κατάλληλα για τους κινδύνους που εγκυμονούσαν οι πιστωτικές διευκολύνσεις που θα τους παραχωρούσαν στα επενδυτικά σχέδια των Αιτητών προκειμένου να επιτύχουν τους επαγγελματικούς τους στόχους και δίχως το προσωπικό των Καθ' ων η αίτηση να διαθέτει την απαραίτητη εμπειρία, τεχνογνωσία και εκπαίδευση. Οι πρόνοιες του άρθρου 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148) μετά των συναφών τροποποιήσεων κωδικοποιεί τις νομικές αρχές της αμέλειας καθώς και της δυνατότητας επιδίκασης αποζημιώσεων υπέρ του ατόμου, έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια. Μέσα από τη νομολογία έχουν διαμορφωθεί τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή αμέλειας, τα οποία είναι η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής (δηλαδή η τέλεση αμελούς πράξης ή παράλειψης) από μέρους ενός μέσου συνετού ανθρώπου, η πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της τέλεσης αμελούς πράξης ή παράλειψης (αιτιώδης συνάφεια) και η δυνατότητα πρόβλεψης ότι η τέλεση της εν λόγω πράξης ή παράλειψης μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ
(1989)1 C.L.R. 453, Κυπριακό Νομικό Σύγγραμμα κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 2, σελ. 103-104). Ακόμη επιρρίπτεται ευθύνη στους Καθ' ων η αίτηση ότι δεν επέτρεψαν στους Αιτητές να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή ενώ περαιτέρω τους αποδίδεται ευθύνη ότι παραβίασαν θεσμοθετημένα καθήκοντα τους. Ο προσδιορισμός της νομοθεσίας που ενέχεται, σε συνδυασμό με τον καθορισμό των νομοθετικών υποχρεώσεων που κατ' ισχυρισμό παραβιάστηκαν, θα κρίνουν την ύπαρξη ή όχι αγώγιμου δικαιώματος και κατ' επέκταση την δυνατότητα παροχής ή όχι αστικής θεραπείας με γνώμονα πάντοτε τις εξαιρέσεις του κανόνα (κυπριακό νομικό σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Τόμος 2, σελ. 375-386, Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811, Lonrho Ltd. & Others v. Shell Petroleum Co. Ltd and Others
(1981)1 All E.R. 456). Αυτό που επίσης διατείνεται μέσα από την έκθεση απαίτησης καθώς και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση είναι ότι οι Καθ' ων η αίτηση προέβηκαν σε ψευδείς και δόλιες παραστάσεις, στις οποίες οι Αιτητές βασίστηκαν για να υπογράψουν συμφωνίες δανείου, εγγύησης και υποθήκευσης του επίμαχου ακινήτου. Επιπλέον δικογραφείται ισχυρισμός των Αιτητών ότι η υπογραφή των πιο πάνω συμφωνιών είναι προϊόν ψυχικής πίεσης που οι Καθ' ων η αίτηση άσκησαν εις βάρος τους. Οι Αιτητές θέτουν στοιχεία παρανομίας και συνάμα θέμα ακυρότητας-ακυρωσιμότητας των συμφωνιών δανείου, εγγύησης και υποθήκευσης του επιδίκου ακινήτου και θεωρούν τους Καθ' ων η αίτηση υπεύθυνους για την παραβίαση τους. Το άρθρο 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.149) παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις. Η επιδίκαση τέτοιου ποσού ως αποζημιώσεις έχει σκοπό να αποκαταστήσει τη χρηματική απώλεια που οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι επωμίστηκαν (Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679 και Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes, Πολ.Εφ. 11422, ημερ. 21/4/04 και Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 867). Συνεπεία των πιο πάνω, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν ζημιές, έξοδα και απώλειες τις οποίες καθορίζουν στα €492.925. Γι' αυτό διεκδικούν ειδικές αποζημιώσεις ισοδύναμου ύψους με αυτού των επικαλουμένων ζημιών και εξόδων τους. Εκ του περισσού και ουσιαστικά καλυπτόμενη από την αξιούμενη θεραπεία των αποζημιώσεων, η οποία διεκδικείται, ανάμεσα σ' άλλα λόγω ισχυριζόμενης ακυρότητας-ακυρωσιμότητας συμφωνιών δανείου, εγγυήσεων και υποθήκευσης του επίμαχου ακινήτου ένεκα επικαλούμενης μη ύπαρξης ελεύθερης συναίνεσης των Αιτητών στη συνομολόγηση τους ως αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων, δόλου, απάτης και ψυχικής πίεσης, ζητείται δήλωση ή εναλλακτικά έκδοση διατάγματος ακύρωσης των εν λόγω συμφωνιών, απαιτώντας ουσιαστικά έτσι από το Δικαστήριο να επαναλάβει το νομικό συμπέρασμα που τυχόν καταλήξει. Την ίδια στιγμή από ότι μπορεί να διαφανεί από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση οι Καθ' ων η αίτηση δέχονται την παροχή δανείου στους Αιτητές έναντι εξασφαλίσεων και υποθήκευσης του επίμαχου ακινήτου αλλά απορρίπτουν κατηγορηματικά όλα όσα τους καταλογίζονται και που έχουν καταγραφεί πιο πάνω. Έχοντας υπόψη τους πιο πάνω ισχυρισμούς των Αιτητών, όπως αυτοί προκύπτουν από το περιεχόμενο τόσο των έγγραφων προτάσεων όσο και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση μαζί με τα επισυνημμένα σ' αυτή έγγραφα, κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν σωρεία σοβαρών ζητημάτων τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέτοια νομικά ζητήματα που έχουν αναδειχθεί είναι η εγκυρότητα και νομιμότητα των συμφωνιών δανείου, εγγυήσεων και υποθήκευσης του επίμαχου ακινήτου στη βάση ισχυρισμών για ψευδείς παραστάσεις, δόλο, απάτη και άσκησης ψυχικής πίεσης, εάν οι Καθ' ων η αίτηση ευθύνονται για παραβίαση των επιδίκων συμφωνιών, το κατά πόσο οι Καθ' ων η αίτηση επέδειξαν επαγγελματικά αμελή συμπεριφορά και ποιο το πλαίσιο αυτής, εάν οι Καθ' ων η αίτηση ευθύνονται που οι Αιτητές δεν έτυχαν ανεξάρτητης νομικής συμβουλής, εάν οι Καθ' ων η αίτηση παραβίασαν νομοθετικές υποχρεώσεις και προσδιορισμός τυχόν αυτών, κατά πόσο δημιουργήθηκε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων η οποία έχει παραβιαστεί και εάν υπήρξε σύγκρουση συμφερόντων. Αυτά τα νομικά θέματα επισημαίνουν το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης των Αιτητών ως ενάγοντες της αγωγής και παράλληλα διαμορφώνουν το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου θα εκδικαστούν οι νομικές αξιώσεις τους. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Εξετάζοντας το δεύτερο κριτήριο θα πρέπει να σημειωθεί ότι από την ενώπιον μου καταχωρημένη δικογραφία αλλά και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση και ένσταση αντίστοιχα μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα, προκύπτει ότι οι Αιτητές προωθούν την απαίτηση τους επί των νομικών βάσεων που έχουν καταγραφεί πιο πάνω για τις οποίες βασικά αξιώνεται η επιδίκαση αποζημιώσεων. Όπως έχει ήδη λεχθεί προηγουμένως, οι Καθ' ων η αίτηση δέχονται ότι υπήρξε επαγγελματική συνεργασία μεταξύ αυτών και των Αιτητών και ότι στα πλαίσια αυτής υπογράφτηκαν συμφωνίες δανείου, εγγύησης και υποθήκευσης του επιδίκου ακινήτου, πλην όμως αρνούνται την συμπεριφορά που οι Αιτητές τους αποδίδουν ότι επέδειξαν σε όλο της το προβαλλόμενο πλαίσιο και έκταση. Ειδικότερα, όπως φαίνεται από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, οι Καθ' ων η αίτηση αναφέρουν ότι ενέργησαν ορθά, νόμιμα και σύμφωνα με τις τραπεζικές πρακτικές. Επιπλέον αναφέρουν ότι παρέχουν μόνο τραπεζικές εργασίες και ουδέποτε παρείχαν χρηματοοικονομικές συμβουλές στους Αιτητές. Αποποιούνται δε την ταυτότητα του χρηματοοικονομικού, συμβουλευτικού ή επενδυτικού οργανισμού που οι Αιτητές τους προσδίδουν. Επίσης οι Καθ' ων η αίτηση θεωρούν ότι οι επίδικες συμφωνίες που οι Αιτητές επικαλούνται να είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες συνομολογήθηκαν και υπεγράφησαν με την ελεύθερη βούληση των Αιτητών, οι οποίοι είχαν δικαίωμα να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή αν επιθυμούσαν χωρίς το δικαίωμα τους αυτό να είχε εμποδιστεί ή παραβιαστεί από τους Καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω δηλώνεται κατηγορηματικά ότι οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε προέβηκαν σε ψευδείς, αμελείς παραστάσεις ή ανακριβείς δηλώσεις προς τους Αιτητές, αλλά αντίθετα οι τελευταίοι ενέργησαν κερδοσκοπικά αποκτώντας αθέμιτο πλουτισμό με τη χρήση του ποσού του δανείου και καταχώρησαν την αγωγή αυτή με μοναδικό σκοπό την αποφυγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τους απέναντι στους Καθ' ων η αίτηση. Η είσπραξη και χρησιμοποίηση του ποσού του δανείου από τους Αιτητές δεν προσκρούει στην άρνηση των τελευταίων. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις των διαδίκων επί σειρά θεμάτων. Το ποια εκδοχή αληθεύει αναφορικά με τα πιο πάνω δεν αποφασίζεται στο στάδιο αυτό. Το Δικαστήριο δεν σκοπεύει να ασχοληθεί με τους εκατέρωθεν αντίθετους ισχυρισμούς των μερών. Είναι επίδικα ζητήματα που θα κριθούν μέσα από την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής όταν θα υπάρξει πλήρης πληροφόρηση στη βάση ολοκληρωμένης μαρτυρίας που θα προσαχθεί από μέρους των διαδίκων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Ανεξαρτήτως του πιο πάνω και δίχως καθ' οιονδήποτε τρόπο να θεωρείται ότι αξιολογείται η εκδοχή οποιουδήποτε μέρους, δεν μπορεί να αγνοηθεί η απουσία προσκόμισης στοιχείων που να αναδεικνύει δυνατότητα επιτυχίας της αγωγής αυτής. Αυτό που ουσιαστικά σημειώνεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 3 είναι απλά καταγραφή των θέσεων και ισχυρισμών των Αιτητών όπως δικογραφούνται στην έκθεση απαίτηση. Οι εν λόγω θέσεις και ισχυρισμοί των Αιτητών δεν υποστηρίζονται από τέτοια στοιχεία, πληροφορίες και δεδομένα που να δημιουργούν προοπτική επιτυχίας τους κατόπιν εκδίκασης της υπόθεσης. Παρέμειναν στη σφαίρα γενικής λεκτικής διατύπωσης και η πιθανότητα επιτυχίας τους δεν μπορεί να εκληφθεί ως δεδομένη. Πέραν αυτού όμως η αναγκαιότητα προσκόμισης στοιχείων και πληροφοριών που να φανερώνουν στον ορίζοντα δυνατότητα επιτυχίας της αγωγής αναδεικνύεται περισσότερο, για σκοπούς πάντοτε και μόνο της παρούσας διαδικασίας, όταν ενώπιον του Δικαστηρίου αιωρούνται δηλώσεις από τον ίδιο διάδικο, οι οποίες αντικειμενικά παρατηρώντας τις τείνουν εκ πρώτης όψεως να αποδυναμώσουν τέτοια προοπτική. Συγκεκριμένα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση προβάλλεται η θέση ότι η παροχή χρηματοδότησης για την αγορά του επίμαχου ακινήτου είναι προϊόν επαγγελματικής αμέλειας, σύγκρουσης συμφερόντων, παράβασης εμπιστευτικής σχέσης συνεπεία των οποίων οι Αιτητές υπέστηκαν μεγάλες ζημιές. Αυτό που οι Αιτητές ισχυρίζονται είναι ότι μέσα από αμελείς συμβουλές, πράξεις και παραλείψεις και ανεπαρκείς γνώσεις, εμπειρία και τεχνογνωσία του προσωπικού των Καθ' ων η αίτηση τους παραχωρήθηκε το επίδικο ποσό δανείου τη στιγμή που τα οικονομικά δεδομένα τους δεν επέτρεπαν τη λήψη τέτοιας χρηματοδότησης με αποτέλεσμα να προκληθούν απώλειες και βλάβες στους επενδυτικούς στόχους των Αιτητών. Ωστόσο η εν λόγω τοποθέτηση δυσκολεύεται να συμβιβαστεί με τη θέση που ο Αιτητής 3 παρουσιάζει μέσα από το περιεχόμενο του ιδίου εγγράφου με την οποία αναφέρει ότι το επίμαχο ακίνητο αποτελεί το επίκεντρο ενός επενδυτικού σχεδίου ακίνητης περιουσίας της Αιτήτριας 1 που τελεί υπό σύνθετη ανάπτυξη, το οποίο θα πρέπει να αφεθεί να ολοκληρωθεί. Σύμφωνα με τον Αιτητή 3 το επενδυτικό αυτό έργο έχει τόση μεγάλη αξία που στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να εκτιμηθεί και ότι εξαιτίας αυτού εργοδοτείται αριθμός υπαλλήλων με εμπειρία και τεχνογνωσία που προσθέτουν στη φήμη και εμπορική εύνοια της Αιτήτριας
  1. Επιπλέον η εκφρασμένη, μέσα από την ένορκη δήλωση του Αιτητή 3, θέση ότι το επίδικο ακίνητο έχει συναισθηματική αξία για τους Αιτητές και επομένως θα πρέπει να παραμείνει στην κατοχή τους εκ πρώτης όψεως δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με την προαναφερόμενη δήλωση του Αιτητή 3 ότι το υπό σύνθετη ανάπτυξη επενδυτικό έργο, στο οποίο περιλαμβάνεται το εν λόγω ακίνητο μάλιστα έχοντας κεντρική θέση σ' αυτό, θα πρέπει να υλοποιηθεί προκειμένου να πωληθεί σε τρίτα άτομα που είναι πελάτες της Αιτήτριας 1 αλλιώς τυχόν ματαίωση του θα προκαλέσει ανυπολόγιστες ζημιές στην επιχείρηση της. Εν πάση περιπτώσει αυτό που προβάλλει και παραμένει ως κοινό έδαφος των διαδίκων είναι το γεγονός ότι μέσα από επαγγελματική συνεργασία των μερών οι Καθ' ων η αίτηση παραχώρησαν πιστωτικές διευκολύνσεις στους Αιτητές υπό τη μορφή του επίμαχου δανείου, οι οποίοι φαίνεται να το εισέπραξαν και φαίνεται να το χρησιμοποίησαν για επίτευξη δικών τους επαγγελματικών στόχων. Στη βάση των ενώπιον μου αναφορών μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους θα έλεγα ότι η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής πάνω στις βάσεις που αυτή εδράζεται κάθε άλλο παρά ορατή φαίνεται να είναι. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι η δεύτερη προϋπόθεση δεν δικαιολογείται. Σε περίπτωση δε που οι Αιτητές δικαιωθούν στις θέσεις τους δεν μπορεί να λεχθεί ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Οι θεραπείες που βασικά οι Αιτητές διεκδικούν μέσα από την έκθεση απαίτησης είναι χρηματικής φύσεως υπολογισμένης αξίας. Ειδικότερα οι Αιτητές διεκδικούν ειδικές αποζημιώσεις τις οποίες καθορίζουν στα €492.
  2. Αυτό καθιστά την ενδεχόμενη επιδίκαση συγκεκριμένου ποσού αποζημιώσεων σ' αυτούς επαρκή και ικανοποιητική θεραπεία στις αξιώσεις τους εάν και εφόσον αυτές μέσα από την εκδίκαση της αγωγής κριθούν ότι ευσταθούν. Ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να εκτιμηθεί η αξία του υπό ανάπτυξη έργου δεν σημαίνει ότι το ύψος της ζημιάς που θα προκληθεί αν εμποδιστεί να ολοκληρωθεί με όλες τις τυχόν επικαλούμενες συνέπειες στην επιχείρηση της Αιτήτριας 1 δεν δύναται να υπολογιστεί ή να αποκρυσταλλωθεί σε χρηματική μορφή σε μεταγενέστερο στάδιο. Η δυνατότητα υπολογισμού του ύψους των αποζημιώσεων που οι Αιτητές τυχόν δικαιούνται καθιστά τη ζημιά που αυτοί θεωρούν ότι έχουν υποστεί λόγω ισχυριζόμενης υπαιτιότητας των Καθ' ων η αίτηση μη ανεπανόρθωτης φύσεως. Όσον αφορά την οικονομική δυνατότητα των Καθ' ων η αίτηση να παρέχουν τέτοιες αποζημιώσεις στο βαθμό και την έκταση που τυχόν επιδικαστούν, κανένα στοιχείο ή δεδομένο έχει τεθεί ενώπιον μου που να δημιουργεί καθεστώς αμφιβολίας ως προς την φερεγγυότητα των Καθ' ων η αίτησης και την οικονομική ικανότητα τους να ανταποκριθούν εάν και εφόσον κληθούν να το πράξουν. Στη βάση των πιο πάνω δεν βλέπω πως εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως εκ τούτου δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση. Παράλληλα η μη πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στους Αιτητές σε συνδυασμό με την αποτυχία απόδειξης αφερεγγυότητας και οικονομικής αδυναμίας των Καθ' ων η αίτηση να ικανοποιήσουν χρηματικά τους Αιτητές σε περίπτωση που εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ τους με επιδίκαση των αξιούμενων ειδικών αποζημιώσεων τείνει να καταδείξει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν κλίνει υπέρ της χορήγησης του αιτουμένου διατάγματος αλλά συγκλίνει στην διατήρηση της υφιστάμενης κατάσταση των πραγμάτων. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς και ο παράγοντας του ισοζυγίου της ευχέρειας με αποτέλεσμα ο τέταρτος και πέμπτος λόγος ένστασης να επιτυγχάνουν. Η προδιαγραφόμενη κατάληξη αυτής της αίτησης καθιστά άνευ αντικειμένου την εξέταση του έκτου και έβδομου λόγου ένστασης που αν γίνει θα έχει μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Έχοντας συνεκτιμήσει και σταθμίσει όλα τα ενώπιον μου δεδομένα και παραμέτρους στη βάση του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που έχουν προσκομιστεί και με γνώμονα το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης, κρίνω ότι η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων 1, 2 και 3-Αιτητών 1, 2 και 3 και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ..................................... Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Applications/Interim Order Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Προσωρινό Διάταγμα/Ενδιάμεση Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.