← Κύπρος

Μάριος Γιαννάκη Χατζηνεοφύτου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αριθμός Αίτησης - Έφεσης :- 266/2016, 24/1/2017

Μάριος Γιαννάκη Χατζηνεοφύτου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αριθμός Αίτησης - Έφεσης :- 266/2016, 24/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A26 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μ. Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αίτησης - Έφεσης :- 266/2016 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις Αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ :- Μάριος Γιαννάκη Χατζηνεοφύτου Αιτητής - Εφεσείων και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Τρίτη 24η Ιανουαρίου 2017 Για τον Αιτητή - Εφεσείοντα :- κα. Μαριλένα Κάιζερ για κο. Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Σοφία Κύρου Για την Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη :- κα. Έλισα Θεοδώρου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία Τελική Απόφαση 1 Οι αιτητής - εφεσείων (στο εξής θα καλείται ο «εφεσείων») έχει καταχωρίσει την παρούσα αίτηση - έφεση (στο εξής θα καλείται η «έφεση») εναντίον της ειδοποίησης Τύπου «ΙΓ» (στο εξής θα καλείται η «επίδικη ειδοποίηση») και το Δελτίο Α που τη συνοδεύει (στο εξής θα καλείται το «σχετικό δελτίο»). Τόσο η επίδικη ειδοποίηση όσο και το σχετικό δελτίο έχουν εκδοθεί από την καθ΄ ης η αίτηση - εφεσίβλητη (στο εξής θα καλείται η «εφεσίβλητη»). 2 Ουσιαστικά με τις αιτούμενες θεραπείες ο εφεσείων επιδιώκει την ακύρωση της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τη διαδικασία η οποία προβλέπεται από το εδάφιο

(1)του άρθρου 44Η των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως (Αρ. 11) του 2015 (στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος»). Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται σε περίπτωση που δεν πραγματοποιείται πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου κατά τον πρώτο πλειστηριασμό και μετά από επιλογή του ενυπόθηκου δανειστή να προβεί σε πώληση και πάλι με πλειστηριασμό αντί με απ' ευθείας πώληση. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 44Η σε τέτοια περίπτωση ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 44Ζ τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(4)του άρθρου 44Ε. 3 Δεν κρίνω σκόπιμο όπως το Δικαστήριο επαναλάβει εντός αυτής της απόφασης τις αιτούμενες θεραπείες, τους λόγους έφεσης και τους λόγους ένστασης. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει με προσοχή τόσο το περιεχόμενο της έφεσης όσο και της ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης και των ενόρκων δηλώσεων από τις οποίες αυτές συνοδεύονται και των τεκμηρίων τα οποία επισυνάπτονται επί αυτών, ως επίσης και τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων. 4 Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τη θέση της εφεσίβλητης ότι η επίδικη ειδοποίηση δεν συνιστά εφέσιμη ειδοποίηση (λόγος ένστασης 1). Απορρίπτεται επίσης η παράλληλα προβαλλόμενη θέση ότι η μοναδική εφέσιμη ειδοποίηση είναι αυτή του Τύπου «ΙΑ». Αντιθέτως συμφωνεί το Δικαστήριο με την ερμηνεία η οποία δίδεται από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εφεσείοντα στο άρθρο 44ΙΓ του σχετικού Νόμου. 5 Όπως προνοείται σχετικά στο άρθρο 44ΙΓ του σχετικού Νόμου, σε σχέση µε την άσκηση των δικαιωµάτων και των υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή, σύµφωνα µε τις διατάξεις του Μέρους VIA, ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόµενο πρόσωπο, του οποίου τα έννοµα συµφέροντα παραβλάπτονται από οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη, στα πλαίσια του Μέρους VIA, δύναται εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις τριάντα
(30)ηµέρες από την ηµεροµηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση ή πράξη, να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό ∆ικαστήριο. Επιπλέον, σύμφωνα με σχετική επιφύλαξη νοείται ότι, οι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (∆ιακατοχή, Εγγραφή και Εκτίµηση) Νόµου εφαρµόζονται, κατ' αναλογίαν και όπου στα άρθρα αυτά αναφέρεται η λέξη «∆ιευθυντής», για σκοπούς εφαρµογής των συγκεκριμένων διατάξεων, αυτή αντικαθίσταται µε τις λέξεις «ενυπόθηκος δανειστής». 6 Παράλληλα, ως μέρος του πρώτου λόγου ένστασης, προβάλλεται και η θέση πως ο εφεσείων έχει απωλέσει το δικαίωμα του να καταχωρίσει έφεση εφόσον ουσιαστικά δεν το έπραξε αυτό πριν από τον πρώτο πλειστηριασμό. Η εισήγηση των ευπαίδευτων δικηγόρων της εφεσίβλητης είναι πως η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με δεύτερο πλειστηριασμό δεν είναι αυτοτελής αλλά απορρέει συναφώς από την ούτω καλούμενη «πρώτη διαδικασία» και η οποία δεν αμφισβητήθηκε μέσω έφεσης. 7 Αναμφίβολα εάν δεν είχε προηγηθεί ο πρώτος πλειστηριασμός τριών συνολικά ακινήτων με αποτέλεσμα εκ των τριών να μην είχε πωληθεί το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο, τότε δεν θα προέκυπτε η δυνατότητα προσπάθειας πώλησης του ίδιου ακινήτου για δεύτερη φορά είτε με πλειστηριασμό είτε απ' ευθείας με πώληση σύμφωνα και με το άρθρο 44Η. Όμως το δεδομένο αυτό δεν αναιρεί το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης το οποίο παρέχεται από το άρθρο 44ΙΓ. 8 Ενδεχομένως το γεγονός ότι το άρθρο 44Η προνοεί για επίδοση της επίδικης ειδοποίησης σε χρονική περίοδο όχι μικρότερη των 20 ημερών από την ημερομηνία πώλησης να διαφοροποιούσε την ερμηνεία η οποία δίδεται από το Δικαστήριο ως προς τη δυνατότητα καταχώρισης έφεσης η οποία παρέχεται από το άρθρο 44ΙΓ. Όμως τέτοια διαφοροποίηση δεν κρίνεται εφικτή καθότι σύμφωνα και με το εδάφιο
(2)του άρθρου 44Η σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής επιλέγει τη διενέργεια πώλησης μέσω πλειστηριασμού τότε ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 44Ζ τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(4)του άρθρου 44Ε. 9 Επομένως, εφόσον το εδάφιο
(2)του άρθρου 44Ζ προνοεί για ειδοποίηση πλειστηριασμού η οποία επιδίδεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο εντός χρονικής περιόδου όχι μικρότερης των 30 ημερών από την καθορισμένη ημερομηνία πλειστηριασμού διαπιστώνεται η ύπαρξη αντιφατικότητας στο σχετικό Νόμο, η αντιμετώπιση της οποίας όμως δεν κρίνεται ορθό να οδηγεί σε παραγνώριση της διαδικασίας η οποία προβλέπεται από το άρθρο 44Ζ καθότι σύμφωνα και με την επιτακτική ουσιαστικά πρόνοια του εδαφίου
(2)του άρθρου 44Η σε περίπτωση επιλογής διενέργειας πώλησης μέσω πλειστηριασμού ακολουθείται η διαδικασία η οποία προβλέπεται στο άρθρο 44Ζ. 10 Επομένως, ανεξάρτητα και από το γεγονός πως η διαδικασία πώλησης του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου με δεύτερο πλειστηριασμό όντως αποτελεί μία δυνητική συνέχιση της διαδικασίας πώλησης η οποία αρχικά είχε οδηγήσει στον πρώτο πλειστηριασμό εντούτοις αυτό δεν αφαιρεί το στοιχείο της αυτοτέλειας από την ανεξάρτητη ουσιαστικά διαδικασία πώλησης με δεύτερο πλειστηριασμό. Πηγάζει μεν η διαδικασία πώλησης με δεύτερο πλειστηριασμό από το προγενέστερο στάδιο εφαρμογής της διαδικασίας πώλησης κατά την αρχική προσπάθεια πώλησης μόνο με πλειστηριασμό (βλ. σχετικά το εδάφιο
(1)του άρθρου 44Ε) αλλά δεν παύει να αποτελεί μία δυνατότητα βάσει επιλογής αποκλειστικά του ενυπόθηκου δανειστή και σε σχέση με την εφαρμογή της οποίας επιβάλλεται από τον σχετικό Νόμο η επίδοση επιπρόσθετης ειδοποίησης, δηλαδή της ειδοποίησης Τύπου «ΙΓ» συνοδευόμενης από το Δελτίο Α. Συνεπώς αυτόματα ενεργοποιείται και η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου ΙΓ, όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω. 11 Επομένως, ο πρώτος λόγος ένστασης απορρίπτεται καθώς δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο η διττή θέση της εφεσίβλητης, πρώτο, ότι ο εφεσείων έχει απωλέσει το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης κατά την πρώτη διαδικασία πλειστηριασμού και δεύτερο, ότι η παρούσα διαδικασία δεν είναι αυτοτελής αλλά απορρέει συναφώς εκ της πρώτης διαδικασίας η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Ανεξάρτητα βεβαίως και από το δεδομένο πως η διαδικασία πώλησης με δεύτερο πλειστηριασμό ασφαλώς απορρέει και δεν θα μπορούσε να προκύψει εάν δεν είχε προηγηθεί η αρχική προσπάθεια για πώληση του επίδικου ακινήτου με πλειστηριασμό εντούτοις το γεγονός και μόνο έκδοσης ξεχωριστής ειδοποίησης προς επίδοση προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο καθορίζει το στοιχείο της αυτοτέλειας και σε σχέση με την ξεχωριστή διαδικασία πώλησης με δεύτερο πλειστηριασμό και ως εκ τούτου, έστω και εάν δεν αμφισβητήθηκε η αρχική διαδικασία πώλησης, παρέχει το δικαίωμα στον εφεσείοντα καταχώρισης της έφεσης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 12 Επομένως, το κύριο ερώτημα το οποίο προκύπτει πλέον είναι κατά πόσο παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα του εφεσείοντα ως αποτέλεσμα της επίδικης ειδοποίησης. Καθότι το δικαίωμα καταχώρισης έφεσης παρέχεται από το άρθρο 44ΙΓ είτε σε ενυπόθηκο οφειλέτη είτε σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο του οποίου τα έννομα συμφέροντα παραβλάπτονται από οποιαδήποτε πράξη ή ειδοποίηση στα πλαίσια του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου. Θα πρέπει δηλαδή ο εφεσείων να αποδείξει στο Δικαστήριο πως όντως αυτό είναι το αποτέλεσμα της επίδοσης της επίδικης ειδοποίησης συνοδευόμενης από το σχετικό δελτίο. 13 Τα θέματα τα οποία ο εφεσείων θέτει προς απόδειξη της πρόκλησης βλάβης ή ζημιάς στα έννομα συμφέροντα του έχουν σχέση, πρώτο, με την επίδοση της επίδικης ειδοποίησης και του σχετικού δελτίου (τα οποία στο εξής όταν θα αναφέρονται μαζί θα καλούνται «τα σχετικά έντυπα»), δεύτερο, το περιεχόμενο των σχετικών εντύπων, τρίτο, την ύπαρξη ή μη υπερημερίας και τέλος, την εισηγούμενη αντισυνταγματικότητα του σχετικού Νόμου. 14 Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με προσοχή τις θέσεις του εφεσείοντα, οι οποίες προκύπτουν βάσει των προαναφερόμενων θεμάτων και πραγματικά δεν διαπιστώνεται πως παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα του εξαιτίας της διαδικασίας η οποία έχει ακολουθηθεί από την εφεσίβλητη. 15 Ουσιαστικά, η όλη προσέγγιση του εφεσείοντα κλίνει προς μία τυπολατρική εφαρμογή του σχετικού Νόμου και των όσων προνοούνται σχετικά κατά τη διενέργεια της διαδικασίας πώλησης ενός ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Ενώ παράλληλα, παρά και τη βασική εισήγηση ως προς το ότι επιβάλλεται το Δικαστήριο να μεριμνήσει για την απόλυτη εφαρμογή των προνοιών του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου, εντούτοις ταυτόχρονα καλεί το Δικαστήριο όπως κρίνει ως αντισυνταγματικό τον ίδιο το Νόμο την αυστηρή εφαρμογή του οποίου επικαλείται έτσι ώστε να ανατραπεί η διαδικασία πώλησης του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου με δεύτερο πλειστηριασμό. Όμως ούτε στην πρώτη αλλά ούτε και στη δεύτερη περίπτωση πείθει το Δικαστήριο ως προς την πρόκληση βλάβης ή ζημιάς στα έννομα συμφέροντα του. 16 Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη ότι τόσο με τη μαρτυρία όσο και με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της έφεσης αυτό το οποίο σαφώς αναδεικνύεται είναι το εξής. Η όλη προσπάθεια του εφεσείοντα επικεντρώνεται και περιορίζεται στον εντοπισμό ορισμένων - κατά τον ίδιο βεβαίως - παραλείψεων της εφεσίβλητης ή ελλείψεων ή ακόμη και κενών στην όλη εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης μέσω ενός δεύτερου πλειστηριασμού δίχως όμως παράλληλα να καταβάλλεται μία ισοδύναμη προσπάθεια απόδειξης πως εξαιτίας αυτών των επισημάνσεων όντως παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα του. 17 Παραδείγματος χάριν, το Δικαστήριο αποδέχεται ως ορθή τη θέση του εφεσείοντα ότι, σύμφωνα και με το σχετικό Νόμο (βλ. σχετικά το άρθρο 44ΙΕ), ο ορισμός του ενυπόθηκου οφειλέτη στην περίπτωση υπό εξέταση καλύπτει όχι μόνο τον ίδιο, ως κύριο του ακινήτου ο οποίος συνέστησε υποθήκη επί αυτού αλλά και τον οφειλέτη του χρέους το οποίο εξασφαλίζεται με την υποθήκη και πως σε περίπτωση κατά την οποία τα δύο αυτά πρόσωπα είναι διαφορετικά, κάθε ειδοποίηση επιδίδεται και στα δύο πρόσωπα. Όπως το Δικαστήριο επίσης αποδέχεται ως ορθή τη θέση του ότι η επίδικη ειδοποίηση στην περίπτωση υπό εξέταση δεν έχει επιδοθεί με έγκυρο τρόπο προς την εταιρεία Certus General Trading Limited (στο εξής θα καλείται η «εταιρεία»), δηλαδή την οφειλέτρια του χρέους. 18 Τα όσα δε αναφέρει ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης του δεν δικαιολογούν με οποιοδήποτε τρόπο το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η επίδοση προς την εταιρεία δεν ήταν έγκυρη. Η εικασία ότι ο επιδότης ενδεχομένως να έλαβε υπόψη του πως ο εφεσείων ήταν μέτοχος της εταιρείας όταν επέδιδε την επίδικη ειδοποίηση ασφαλώς και δεν δικαιολογεί ή καθιστά έγκυρη την επίδοση προς την εταιρεία. Ούτε και πείθει καν ως βάσιμη αυτή η εικασία, ως ένα πιθανό δηλαδή ενδεχόμενο, εφόσον σε αμφότερες τις περιπτώσεις επίδοσης προς την εταιρεία (βλ. την παράγραφο 19 αυτής της απόφασης) ο ίδιος ο επιδότης περιγράφει τον εφεσείοντα ως Διευθυντή της εταιρείας. 19 Η δε θέση ως προς το ότι θα έπρεπε ο εφεσείων να είχε καταχωρίσει αίτηση παραμερισμού λόγω κακής επίδοσης όχι μόνο εκδηλώνει μία μάταια προσπάθεια άρνησης της ευθύνης η οποία βαρύνει την ίδια την εφεσίβλητη να είχε μεριμνήσει για την ορθή επίδοση προς την εταιρεία αλλά ρεαλιστικά κρίνεται και εντελώς εκτός του πλαισίου μίας διαδικασίας με αυστηρά χρονικά περιθώρια τόσο ως προς την καταχώριση έφεσης όσο και ως προς την έκδοση απόφασης, ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη και τη σύντομη ημερομηνία του δεύτερου πλειστηριασμού στις 26/1/2017. Όφειλε η ίδια η εφεσίβλητη να είχε μεριμνήσει έτσι ώστε η επίδοση προς την εταιρεία να ήταν έγκυρη και όχι εκ των υστέρων είτε να προσπαθεί να δικαιολογήσει επί μίας εντελώς αβάσιμης εικασίας τις ενέργειες του επιδότη είτε να θεωρεί ότι η εγκυρότητα της συγκεκριμένης επίδοσης θα έπρεπε να είχε αμφισβητηθεί με διαφορετικό τρόπο από τον εφεσείοντα ο οποίος δεν έφερε οποιαδήποτε ευθύνη για το γεγονός ότι η επίδοση για την εταιρεία έγινε προς τον ίδιο. Ούτε και τίθεται ως θέμα προς εξέταση από το Δικαστήριο, ο εφεσείων να είχε οποιεσδήποτε εμπειρίες ή νομικές γνώσεις έτσι ώστε να ήταν σε θέση να διαμαρτυρηθεί και αρνηθεί την επίδοση της επίδικης ειδοποίησης και του σχετικού δελτίου προς την εταιρεία όταν αυτή επιδόθηκε στον ίδιο και μάλιστα δύο φορές, δηλαδή τόσο στις 16/12/2016 όσο και στις 28/12/2016 (βλ. σχετικά το Τεκμήριο 3 προς υποστήριξη της ένστασης) ημερομηνία κατά την οποία εν πάση περιπτώσει καταχωρίσθηκε η έφεση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Ενώ ούτε και ο επιδότης είναι δυνατό να κριθεί ότι έφερε οποιαδήποτε ευθύνη επί του συγκεκριμένου θέματος καθώς προφανώς ο ίδιος θα πρέπει να βασιζόταν σε πληροφόρηση από την εφεσίβλητη έτσι ώστε να θεωρούσε τον εφεσείοντα ως τον Διευθυντή της εταιρείας και το κατάλληλο αλλά και αρμόδιο άτομο στο οποίο να είχε επιδώσει τα σχετικά έντυπα όχι μόνο μία αλλά δύο φορές συνολικά. 20 Έστω όμως και διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το ερώτημα το οποίο εύλογα προκύπτει είναι το εξής. Πως παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα του εφεσείοντα από το γεγονός ότι τα σχετικά έντυπα δεν επιδόθηκαν στην εταιρεία; 21 Το Δικαστήριο θεωρεί πως το γεγονός ότι δεν επιδόθηκαν τα σχετικά έντυπα στην εταιρεία από μόνο του, έστω και κατά παράβαση ρητών προνοιών των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 44Η και κατ΄ επέκταση ρητής πρόνοιας και της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2)του άρθρου 44Ζ, δεν αποδεικνύει την πρόκληση βλάβης ή ζημιάς στα έννομα συμφέροντα του εφεσείοντα. Μάλιστα σύμφωνα με το Τεκμήριο 5 προς υποστήριξη της έφεσης αλλά και το Τεκμήριο 3 προς υποστήριξη της ένστασης τα σχετικά έντυπα είχαν επιδοθεί προς την Διευθύντρια της εταιρείας, Μαρία Ευσταθίου, με επίδοση προς τον σύζυγο της, Ευστάθιο Ευσταθίου. Επομένως, δεν αποκλείεται η εταιρεία ως νομικό πρόσωπο οι ενέργειες του οποίου εκδηλώνονται μέσω και των αξιωματούχων αυτής να είχε επιλέξει όπως μην ασκήσει οποιαδήποτε δικαιώματα της παρέχει ο σχετικός Νόμος. 22 Όμως, ανεξάρτητα και από την ύπαρξη αυτής της πιθανότητας, ο εφεσείων δεν πείθει το Δικαστήριο πως είναι δυνατό είτε από την μη έγκυρη επίδοση προς την εταιρεία είτε εξαιτίας της ενδεχόμενης επιλογής της εταιρείας να ανταποκριθεί διαφορετικά στην επίδοση της επίδικης ειδοποίησης και του σχετικού δελτίου με καταχώριση έφεσης ή συμμετοχή της στη διαδικασία του δεύτερου πλειστηριασμού, να κριθεί όχι απλά ότι έχουν επηρεαστεί ή επηρεάζονται αλλά μάλιστα ότι όντως έχουν παραβλαφθεί ή παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα του ιδίου. Ούτε καν σε σχέση με την ύπαρξη επηρεασμού δεν πείθει το Δικαστήριο ο εφεσείων με τα όσα αναφέρει προς υποστήριξη της έφεσης του. Ούτε και πείθει το Δικαστήριο η αναφορά στην αγόρευση (σελίδα 9) προς υποστήριξη της έφεσης ότι πλήττονται τα δικαιώματα του εφεσείοντα διότι δεν δίδεται το δικαίωμα στην εταιρεία, ως ο έτερος ενυπόθηκος οφειλέτης, να εξασκήσει τα δικαιώματα του τα οποία απορρέουν από το άρθρο 44ΙΑΑ να παρίσταται η εταιρεία στον πλειστηριασμό έτσι ώστε να επωφεληθεί από το προνομιακό καθεστώς έναντι του τελευταίου προσφοροδότη ο οποίος έχει υποβάλει την υψηλότερη προσφορά. Καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί ως προς την ύπαρξη πρόθεσης καταχώρισης έφεσης από την εταιρεία ή ακόμη και οικονομικής δυνατότητας της για αξιοποίηση του προνομιακού καθεστώτος της σε περίπτωση παρουσίας της κατά τη διεξαγωγή του δεύτερου πλειστηριασμού. Βάσει της μαρτυρίας και της επιχειρηματολογίας την οποία έχει παρουσιάσει ο εφεσείων καλεί ουσιαστικά το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του όχι προβλεπτές ή υπαρκτές προθέσεις της εταιρείας αλλά πιθανές συνέπειες οι οποίες να προκύπτουν ως αποτέλεσμα από την μη έγκυρη επίδοση προς αυτήν. Υπενθυμίζεται επιπλέον βεβαίως πως τουλάχιστον η διευθύντρια της εταιρείας έλαβε γνώση και για το δεύτερο πλειστηριασμό. 23 Διευκρινίζεται απλά πως γενικά σε σχέση με το θέμα της επίδοσης δεν διαπιστώνεται να προκύπτει οποιοδήποτε σημείο βάσει του οποίου θα κρινόταν δικαιολογημένη η επιδίκαση των αιτούμενων θεραπειών. Διατηρώντας παράλληλα υπόψη και τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί και από την εφεσίβλητη αναφορικά με τις επιδόσεις στον εφεσείοντα και στα υπόλοιπα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. 24 Δίδεται ιδιαίτερη έμφαση από τον εφεσείοντα στο περιεχόμενο των σχετικών εντύπων και σε σχέση με το οποίο καλεί το Δικαστήριο όπως ακυρωθούν τόσο αυτά όσο και η διαδικασία πώλησης. Τονίζεται και πάλι πως ασφαλώς το βασικό κριτήριο σε κάθε περίπτωση όπου καλείται το Δικαστήριο να επιδικάσει τέτοιες θεραπείες θα πρέπει πρώτα να είναι να διαπιστωθεί πως όντως παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα του εφεσείοντα. Ούτε και σε σχέση με τις επισημάνσεις του εφεσείοντα ως προς το περιεχόμενο των σχετικών εντύπων είναι δυνατό να κριθεί πως όντως δικαιολογείται η επιδίκαση οποιωνδήποτε εκ των αιτούμενων θεραπειών. 25 Όπως και στην περίπτωση του θέματος της επίδοσης έτσι και σε σχέση με το περιεχόμενο των σχετικών εντύπων ο εφεσείων εντοπίζει ορισμένα σημεία βάσει των οποίων καλεί το Δικαστήριο να κάνει δεκτή την έφεση του. Πράγματι διαφέρει η ημερομηνία του δεύτερου πλειστηριασμού όπως αυτή αναφέρεται στην επίδικη ειδοποίηση η οποία επιδόθηκε στις 16/12/2016 και αυτής η οποία αναφέρεται στο σχετικό δελτίο. Όμως ως προγενέστερη καν της ημερομηνίας της επίδικης ειδοποίησης ή ακόμη και του σχετικού δελτίου (9/12/2016) είναι εμφανές και θέμα απλής λογικής να γίνει αντιληπτό πως η ημερομηνία στο σχετικό δελτίο είναι λανθασμένη και προφανώς δεν αλλάχτηκε καθώς βεβαίως είναι η ίδια με αυτή του πρώτου πλειστηριασμού, δηλαδή η ημερομηνία 23/6/2016. Εντούτοις επί της επίδικης ειδοποίησης αναφέρεται η ορθή ημερομηνία, δηλαδή 26/1/2017. 26 Επιπλέον βεβαίως δεν είναι δυνατό να αγνοηθούν από το Δικαστήριο και οι διάφοροι τρόποι δημοσίευσης της επίδικης ειδοποίησης σύμφωνα και με τις υποπαραγράφους (i) έως και (v) της παραγράφου (β) του εδαφίου
(2)του άρθρου 44Ζ. Κυρίως όμως σημασία έχει το κατά πόσο ο ίδιος ο εφεσείων έλαβε γνώση της ορθής ημερομηνίας του δεύτερου πλειστηριασμού. Αναφορικά με αυτό το θέμα το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως όντως αυτό έχει συμβεί. Ενώ ως προς την ώρα παρατηρείται πως σύμφωνα με τον σχετικό Τύπο «ΙΓ» δεν αναφέρεται η ώρα του πλειστηριασμού επί αυτού. Το στοιχείο αυτό αναφέρεται στο σχετικό δελτίο σύμφωνα με τον προβλεπόμενο τύπο βάσει του κανονισμού 4 των περί Πώλησης Ενυπόθηκου Ακινήτου σύμφωνα με το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Κανονισμών του 2015. Ενδεχομένως αυτός να ήταν και ο λόγος για τον οποίο η εφεσίβλητη επέδωσε στον εφεσείοντα την ίδια ημερομηνία κατά την οποία είχε καταχωρισθεί η έφεση (28/12/2016) εκ νέου τα σχετικά έντυπα με την ορθή ημερομηνία και ώρα να αναφέρονται επί του σχετικού δελτίου. 27 Ένα άλλο σημείο σε σχέση με το οποίο ο εφεσείων καλεί το Δικαστήριο να ακυρώσει τα σχετικά έντυπα και τη διαδικασία πώλησης με δεύτερο πλειστηριασμό είναι η μη αναφορά επιφυλασσόμενης τιμής επί του σχετικού δελτίου. Όμως, όπως ουσιαστικά ακόμη και ο ίδιος ο εφεσείων παραδέχεται σε σχέση με τα όσα προνοούνται από το σχετικό Νόμο, σύμφωνα και με την προτελευταία επιφύλαξη του εδαφίου
(4)του άρθρου 44Ε, μετά από την πάροδο χρονικής περιόδου 3 μηνών από την ημερομηνία λήξης του πρώτου πλειστηριασμού δεν καθορίζεται επιφυλασσόμενη τιμή. 28 Βεβαίως αναπτύσσει μία θέση ο εφεσείων ως προς το ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να σταματήσει την πώληση διότι προφανώς δεν εξασφαλίζεται οποιοδήποτε λογικό και δίκαιο τίμημα πώλησης χωρίς καθορισμένη τιμή πώλησης. Όμως το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει την ύπαρξη της συγκεκριμένης πρόνοιας του σχετικού Νόμου ενώ όπως αναφέρεται και στην τελευταία επιφύλαξη του ίδιου εδαφίου ο ενυπόθηκος δανειστής διατηρεί τη δυνατότητα να σταματήσει τη διαδικασία πώλησης σε περίπτωση που θεωρεί ότι με βάση τις εκθέσεις εκτίμησης οι οποίες έχουν ετοιμαστεί δυνάμει του άρθρου 44Δ δεν εξασφαλίζεται λογικό και δίκαιο τίμημα πώλησης. Ούτε και κρίνεται ως πειστικό ή θεωρείται εύλογο από το Δικαστήριο ο ενυπόθηκος δανειστής να μην προσπαθήσει προς το συμφέρον και του ιδίου να εξασφαλίσει όντως λογικό και δίκαιο τίμημα πώλησης. 29 Άλλο σημείο το οποίο εγείρει ο εφεσείων είναι η παράλειψη αναφοράς στο σχετικό δελτίο όλων των νομικών δεδομένων που επηρεάζουν το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο. Παραλείπει όμως ο ίδιος να προτείνει είτε με μαρτυρία είτε σχετική επιχειρηματολογία ποια ακριβώς είναι αυτά τα νομικά δεδομένα έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει αυτή τη θέση. 30 Αναφορικά δε με τη θέση του εφεσείοντα ως προς την απουσία αναφοράς των ονομάτων των ατόμων τα οποία υπογράφουν εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή και κατά πόσο αυτά είναι εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή πραγματικά δεν διαπιστώνεται πως παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντα του από το γεγονός της απουσίας των ονομάτων των υπογραφόντων την επίδικη ειδοποίηση. Κατ΄ αρχάς σύμφωνα με το σχετικό Τύπο αν και υπάρχει αναφορά σε ονοματεπώνυμο ολογράφως με αναφορά από κάτω στον ενυπόθηκο δανειστή δεν είναι σαφές κατά πόσο αυτό το οποίο θα πρέπει να αναφέρεται σε περίπτωση νομικού προσώπου ως ενυπόθηκου δανειστή δεν είναι μόνο το όνομα του αλλά και αυτό του ατόμου ή ατόμων (ο συγκεκριμένος τύπος δεν καθορίζει αριθμό ατόμων) το οποίο ή τα οποία υπογράφουν εκ μέρους του. 31 Ενώ σε σχέση με την εξουσιοδότηση των υπογραφόντων δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο υπόψη του Δικαστηρίου βάσει του οποίου θα μπορούσε να κριθεί ως βάσιμη η θέση του εφεσείοντα ως προς το να δημιουργείται καν η οποιαδήποτε ένδειξη έλλειψης εξουσιοδότησης των υπογραφόντων. Μάλιστα η χρήση επιστολόχαρτου της εφεσίβλητης αποτελεί ένδειξη για το αντίθετο όπως βεβαίως επίσης όλες οι υπόλοιπες ενέργειες οι οποίες έχουν ληφθεί από την εφεσίβλητη προς προώθηση της διαδικασίας πώλησης. Ουσιαστικά ο εφεσείων προβάλει ως πιθανή τη διοργάνωση της όλης διαδικασίας πώλησης από δύο άτομα ανεξάρτητα και από την οποιαδήποτε απόφαση της εφεσίβλητης. Καθόλου δεν πείθει αυτή η θέση ενώ όντως εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο και ο εφεσείων είχε στην κατοχή του βάσιμα στοιχεία τότε θα έπρεπε να είχε επιλέξει διαφορετική διαδικασία διεκδίκησης θεραπείας από αυτή της έφεσης. Το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία δεν υπεισέρχεται σε τέτοια θέματα καθότι τεκμαίρεται ουσιαστικά πως μέσω κάποιων υπαλλήλων της η εφεσίβλητη όντως έχει ενεργήσει ως το νομικό πρόσωπο το οποίο τυγχάνει να είναι ο ενυπόθηκος δανειστής και ακριβώς γι΄ αυτό το λόγο έχει καταχωρίσει και ένσταση εναντίον της έφεσης. 32 Προβάλει επίσης τη θέση ο εφεσείων πως ο ίδιος ως ενυπόθηκος οφειλέτης δεν είναι υπερήμερος με βάση τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Σύμφωνα με αυτή τη θέση η διαδικασία πώλησης όπως αυτή προβλέπεται στο Μέρος VIA του σχετικού Νόμου προϋποθέτει την ύπαρξη υπερημερίας χρέους ενώ στη δική του περίπτωση από τη στιγμή που έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση και διάταγμα προς εκποίηση της επίδικης υποθήκης δεν υφίσταται πλέον θέμα ύπαρξης υπερημερίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εφαρμοστεί η νέα διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή αφού απαραίτητη προϋπόθεση για την έναρξη αυτής της διαδικασίας είναι η ύπαρξη υπερημερίας πέραν των 120 ημερών. 33 Σύμφωνα και με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη αυτής της θέσης, με σχετική αναφορά στα άρθρα 27 και 44Β του σχετικού Νόμου, υπερημερία σημαίνει την καθυστέρηση πληρωμής δόσης ή τόκου όπως προκύπτει από την εν ισχύ σύμβαση υποθήκης. Επομένως, εφόσον ήδη έχει εκδοθεί απόφαση και διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης δεν υφίσταται πλέον ζήτημα υπερημερίας αφού πλέον δεν υπάρχει σύμβαση υποθήκης σε ισχύ. Δηλαδή αφ΄ ης στιγμής έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση δεν τίθεται πλέον θέμα υπερημερίας καθότι το μόνο που υπάρχει πλέον είναι εξ αποφάσεως χρέος και δεν υπάρχει πλέον ούτε λογαριασμός ούτε συμφωνία για τη δημιουργία ή τη λειτουργία τέτοιου λογαριασμού έτσι ώστε να τίθεται θέμα υπερημερίας. 34 Βασίζεται ουσιαστικά αυτή η θέση τόσο στο σχετικό Νόμο όσο και στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερομηνίας 12/9/2016 στην Αίτηση - Έφεση 39/16, Μ. Κ. Petrou Developers Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να μελετήσει τη συγκεκριμένη απόφαση κατά την εκδίκαση και έκδοση της απόφασης του στην Αίτηση - Έφεση 190/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, Costas Economou Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ημερομηνίας 26/10/2016. Υιοθετώ πλήρως το σκεπτικό της απόφασης του Δικαστηρίου στην Αίτηση - Έφεση 190/16 βάσει του οποίου δεν γίνεται δεκτό ως ορθό το σκεπτικό της απόφασης στην Αίτηση - Έφεση 39/16 και επί του οποίου ο εφεσείων βασίζει τη θέση του σε σχέση με το θέμα της υπερημερίας. 35 Υπενθυμίζεται επίσης πως όπως αναφέρεται ρητά στην επιφύλαξη του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Α σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την έναρξη της ισχύος του Μέρους VIA τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο Μέρος VIA δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014 (Ν.142(Ι)/2014). 36 Ο εφεσείων θίγει επίσης θέμα αντισυνταγματικότητας του σχετικού Νόμου το οποίο είχε προταθεί με παρόμοιο τρόπο από τον ίδιο δικηγόρο του εφεσείοντα και εξετάστηκε από το Δικαστήριο στην Αίτηση - Έφεση 232/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου μεταξύ
  1. Laouris Home Style Ltd v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε σχέση με την οποία εκδόθηκε απόφαση ημερομηνίας 10/1/
  2. Υιοθετείται πλήρως και σε αυτή την απόφαση το σκεπτικό επί του συγκεκριμένου θέματος όπως αυτό παρατίθεται στις παραγράφους 24 και 25 της απόφασης στην Αίτηση - Έφεση 232/16 και η όλη θέση του εφεσείοντα επί αυτού του θέματος απορρίπτεται ως αβάσιμη. 37 Έχοντας εξετάσει όλους τους λόγους έφεσης βάσει των οποίων ο εφεσείων αιτείται την επιδίκαση θεραπειών οι οποίες εστιάζονται σε παραμερισμό ή ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης συνοδευόμενης από το σχετικό δελτίο ή ακύρωση ή αναστολή της διαδικασίας πώλησης του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα πως αυτοί δεν ευσταθούν στο σύνολο τους. Ως εκ τούτου η έφεση απορρίπτεται ενώ έχοντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εις βάρος του εφεσείοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.