← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Anthony Griffith Barker κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 4374/2010, 12/1/2017

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Anthony Griffith Barker κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 4374/2010, 12/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A11 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 4374/2010 Μεταξύ :- Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσα και

  1. Anthony Griffith Barker
  2. Dawn Aretha Barker
  3. Alpha Panareti Public Ltd Εναγόμενοι Ημερομηνία Αίτησης :- 3/12/2015 Ημερομηνία Έκδοσης της Απόφασης :- Τετάρτη 12η Ιανουαρίου 2017 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές :- κα. Άννα Γρύλλη για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Μαριλένα Κάιζερ Απόφαση 1 Οι εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι»), αφού προηγουμένως απέσυραν άνευ βλάβης[1] παρόμοια αίτηση καταχώρησαν την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 2 Στην περίπτωση υπό εξέταση το Δικαστήριο θεωρεί πως όχι μόνο θα ήταν χρήσιμη αλλά και απαραίτητη προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης η παράθεση των θεραπειών τις οποίες αιτούνται οι εναγόμενοι. 3 Συγκεκριμένα αιτούνται οι εναγόμενοι την έκδοση δύο διαταγμάτων. Με το πρώτο - ουσιαστικά διαιρεμένο διαζευκτικά σε δύο μέρη - ζητούν όπως με αυτό να «...διατάσσεται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής με αρ. 4374/2010 του Ε. Δ. Πάφου προς τον φερόμενο ως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο των Αιτητών 1 - 2 κο Κωνσταντίνο Καλαβά και / ή προς τους Αιτητές στις 1.7.2011». 4 Κατ΄ αρχάς αναφορικά με το αρχικό μέρος του πρώτου αιτούμενου διάταγματος διαπιστώνεται πως δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ή οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο εντός του φακέλου της αγωγής σε σχέση με επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο κατονομαζόμενο πρόσωπο. Ως εκ τούτου το αίτημα των εναγόμενων είναι δυνατό να εξεταστεί μόνο με το διαζευκτικά διατυπωμένο δεύτερο μέρος αυτού δηλαδή σε σχέση με την επίδοση η οποία έγινε προς τους ίδιους. Ανεξάρτητα και από το δεδομένο ότι η ημερομηνία επίδοσης για την εναγόμενη 2 διαφέρει από την ημερομηνία επίδοσης προς τον εναγόμενο
  4. 5 Με το δεύτερο διάταγμα οι εναγόμενοι αιτούνται όπως με αυτό να «...διατάσσεται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός της επίδοσης της δικαστικής απόφασης της Αγωγής υπ΄αρ. 4374/2010 του Ε.Δ.Πάφου η οποία εκδόθηκε εναντίον των Εναγομένων-Αιτητών 1-2 και υπέρ των Εναγόντων-Καθ΄ων η Αίτησις [2] στις 12.10.2011». 6 Αξίζει να σημειωθεί σε σχέση με το δεύτερο αιτούμενο διάταγμα πως βάσει μίας κυριολεκτικής ανάγνωσης του αιτητικού, αυτό το οποίο σαφώς ζητείται είναι η ακύρωση ή παραμερισμός της επίδοσης της απόφασης και όχι η ακύρωση ή παραμερισμός της ίδιας της απόφασης. Επί αυτού του θέματος διαπιστώνεται πως δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε σαφές στοιχείο σε σχέση με την επίδοση της επίδικης απόφασης. Δεν αποκλείεται οι δικηγόροι των εναγόμενων να είχαν πρόθεση όπως αναφερθούν στην έκδοση και όχι στην επίδοση απόφασης και αυτός να είναι και ο λόγος βάσει του οποίου αναφέρονται στη συνέχεια σε ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση αντί σε ημερομηνία κατά την οποία επιδόθηκε. 7 Κυρίως όμως αυτό το οποίο δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί από το Δικαστήριο είναι πως το συγκεκριμένο μέρος του αιτήματος όχι μόνο προωθήθηκε από τους δικηγόρους των εναγόμενων αλλά αντιμετωπίστηκε επίσης και από τους ίδιους τους δικηγόρους της ενάγουσας ως αίτημα παραμερισμού της απόφασης η οποία εκδόθηκε εις βάρος των εναγόμενων στην ημερομηνία η οποία αναφέρεται στο αιτητικό μέρος της αίτησης. 8 Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κρίνει ορθό και δίκαιο όπως αντιμετωπίσει το αίτημα των εναγόμενων ως αίτημα παραμερισμού της επίδικης απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον τους και όχι ως αίτημα παραμερισμού της επίδοσης αυτής της απόφασης. 9 Ως σημείο αναφοράς υπενθυμίζεται απλά πως η επίδικη απόφαση εναντίον των εναγόμενων εκδόθηκε στις 12/10/2011 ενώ χρήσιμο επίσης θα ήταν όπως παρατεθούν εντός αυτής της απόφασης ορισμένες άλλες σχετικές ημερομηνίες. 10 Το Δικαστήριο εξέδωσε την επίδικη απόφαση λαμβάνοντας υπόψη και τα ακόλουθα δεδομένα σε σχέση με το κατά πόσο οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση της αγωγής η οποία σημειωτέον καταχωρήθηκε στις 20/12/
  5. o Συγκεκριμένα μετά και από καταχώρηση αίτησης στις 20/1/2011 εκδόθηκε στις 8/2/2011 διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σύμφωνα και με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/
  6. Τέθηκε ως προθεσμία καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης χρονική περίοδος 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης. o Στις 14/9/2011 η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόμενων προς υποστήριξη της οποίας επισυνάφθηκαν, στη ένορκη δήλωση η οποία τη συνόδευε, πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις επίδοσης από την υπηρεσία παραλαβής στο Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με τα οποία η επίδοση έγινε προσωπικά σε αμφότερους τους εναγόμενους, στην περίπτωση του εναγόμενου 1 την 1/7/2011 και στην περίπτωση της εναγόμενης 2 στις 7/7/
  7. Δηλαδή, τουλάχιστον 2 μήνες πριν από την καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 14/9/2011 ενώ η αίτηση ορίστηκε από τον Πρωτοκολλητή για ακρόαση περίπου 3 μήνες μετά την επίδοση, δηλαδή στις 3/10/
  8. o Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ημερομηνίας 14/9/2011 οι εναγόμενοι παρέλειψαν εντός 30 ημερών να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Πέραν όμως και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης όντως διαπιστώνεται πως εντός του φακέλου δεν είχε καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης από τους εναγόμενους όχι μόνο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας αλλά και μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης απόφασης. o Αξίζει να σημειωθεί πως στην ίδια ένορκη δήλωση, σε κάθε περίπτωση, επισυνάπτονται το πιστοποιητικό ή βεβαίωση επίδοσης και τα έγγραφα τα οποία επιδόθηκαν στους εναγόμενους, μεταξύ των οποίων το κλητήριο ένταλμα, μετάφραση αυτού στην αγγλική γλώσσα και το διάταγμα επίδοσης το οποίο εξασφαλίστηκε με τη μονομερή αίτηση ημερομηνίας 20/1/
  9. o Αξιοσημείωτο επίσης σε σχέση με το περιεχόμενο της κάθε βεβαίωσης επίδοσης είναι και το γεγονός πως επί αυτής αναφέρεται και στις δύο περιπτώσεις πως η επίδοση έγινε προσωπικά προς αμφότερους τους εναγόμενους. o Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 3/10/2011 και τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία επισυνάφθηκαν σε ξεχωριστή ένορκη δήλωση με την ίδια όμως ημερομηνία το Δικαστήριο εξέδωσε στις 12/10/2011 την επίδικη απόφαση της οποίας ζητείται ο παραμερισμός. 11 Υπάρχει ένα στοιχείο εντός του φακέλου της αγωγής την ύπαρξη του οποίου δεν αποκλείεται οι δικηγόροι τόσο της ενάγουσας όσο και των εναγόμενων να αγνοούν - εύλογα θα ανέμενε το Δικαστήριο, σε διαφορετική περίπτωση, να υπήρχε αναφορά σε αυτό - και το οποίο όμως εφόσον αποτελεί μέρος του περιεχομένου του φακέλου του Δικαστηρίου ασφαλώς δεν μπορεί να παραγνωριστεί από το Δικαστήριο. 12 Συγκεκριμένα στις 22/11/2011, δηλαδή περίπου 40 ημέρες μετά και από την έκδοση της επίδικης απόφασης, οι εναγόμενοι όχι μόνο καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης αλλά μάλιστα αυτή συνοδεύεται από διοριστήρια τα οποία φέρουν, στην κάθε περίπτωση, μονογραφές και υπογραφή των ίδιων των εναγόμενων, έστω και εάν αυτό βάσει της Δ.16 θ. 11 δεν ήταν απαραίτητο εφόσον οι εναγόμενοι δεν κατοικούν στην Κύπρο. 13 Βεβαίως η καταχώρηση αυτή δεν θα ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη εκ των υστέρων σε σχέση με την έκδοση της επίδικης απόφασης. Δικονομικά δηλαδή δεν υπήρχε πλέον η δυνατότητα καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από τους εναγόμενους εφόσον ήδη είχε εκδοθεί απόφαση εις βάρος τους. 14 Όμως το στοιχείο αυτό αποτελεί ένα σημαντικό ενισχυτικό στοιχείο ως προς το ότι οι εναγόμενοι όντως είχαν λάβει γνώση της αγωγής η οποία είχε καταχωρηθεί εναντίον τους. Σημειώνεται απλά ότι οι δικηγόροι οι οποίοι καταχώρησαν αυτό το σημείωμα εμφάνισης είναι διαφορετικοί από τους δικηγόρους οι οποίοι σήμερα εκπροσωπούν τους εναγόμενους. 15 Βεβαίως περισσότερη σημασία έχει η ίδια η πιστοποίηση της επίδοσης σύμφωνα με τα επισυνημμένα τεκμήρια στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 14/9/2011 και η οποία ασφαλώς δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί ή ακόμη και να αμφισβητηθεί από το Δικαστήριο κατά την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης απόφασης (βλ. σχετικά τις αποφάσεις της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 113/2012, V. K. C. Quality Investments Ltd. v. Shammusi-Deen Alabi, Shitta Bey, ημερομηνίας 4/3/2014 και της Πολιτικής Αίτησης 193/2014 για την έκδοση εντάλματος της φύσης certiorari, ημερομηνίας 26/3/2015, Αναφορικά με την Αίτηση της Alpha Bank Cyprus Ltd v. Andrew Timothy Edward Popple). 16 Σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία, διατηρώντας υπόψη την ύπαρξη του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου και της ανάγκης για διασφάλιση της εσωτερικής αγοράς ως ένα από τους πρωταρχικούς σκοπούς θέσπισης του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 και την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας του συγκεκριμένου κανονισμού, από τη στιγμή που αποστέλλονται από την υπηρεσία παραλαβής τα προβλεπόμενα πιστοποιητικά επίδοσης μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα μπορούσε να είναι δυνατή η άρνηση της επίδοσης. 17 Επί αυτού του θέματος, διαπιστώνεται από το Δικαστήριο πως στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση οι εναγόμενοι δεν προβάλλουν οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να δικαιολογήσει την άρνηση της επίδοσης και κατ΄ επέκταση την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραμερισμού αυτής. 18 Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα θα ήταν δυνατό να διαπιστωθούν μέχρι αλλά και μετά από την εκπρόθεσμη καταχώρηση του προαναφερόμενου σημειώματος εμφάνισης, διαπιστώνεται πως οι εναγόμενοι δεν έπραξαν οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την αγωγή για την ύπαρξη της οποίας αποδεδειγμένα είχαν λάβει γνώση, δηλαδή για μία χρονική περίοδο από τις αρχές Ιουλίου του 2011 μέχρι και την 21/10/2014, δηλαδή για περίπου 3 χρόνια μετά και από την έκδοση της επίδικης απόφασης και σχεδόν επίσης 3 χρόνια μετά και από την ημερομηνία καταχώρησης του προαναφερόμενου σημειώματος εμφάνισης. 19 Διαπιστώνεται πως η απραξία αυτή των εναγόμενων για μία τόσο μεγάλη χρονική περίοδο δεν δικαιολογείται καθόλου είτε με την πρώτη αίτηση η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης είτε με την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 20 Ως προς το γεγονός ότι καταχωρήθηκαν δύο αιτήσεις από τους εναγόμενους αξίζει να σημειωθούν τα ακόλουθα. Βεβαίως η πρώτη αίτηση αποσύρθηκε και δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο με αυτή την απόφαση αλλά έστω και για σκοπούς σύγκρισης αυτή λαμβάνεται υπόψη, ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη όχι μόνο το γεγονός πως ακόμη και οι ίδιοι οι εναγόμενοι, εκ του περισσού ουσιαστικά εφόσον τα έγγραφα αυτά αποτελούν μέρος του φακέλου της αγωγής, επισυνάπτουν ως τεκμήρια προς υποστήριξη της αίτησης τους τόσο αντίγραφο της πρώτης αίτησης όσο και της πρώτης ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης αλλά επιπλέον λαμβάνοντας υπόψη και την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της ενάγουσας στην αίτηση υπό εξέταση εντός της οποίας συμπεριλαμβάνεται και σχετικός λόγος ένστασης, δηλαδή ο λόγος ένστασης (α), σύμφωνα με τον οποίο απλά και μόνο επειδή η αίτηση υπό εξέταση είναι η δεύτερη αίτηση η οποία καταχωρείται από μέρους των εναγόμενων με την οποία αξιώνουν πανομοιότυπες θεραπείες αυτό συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. 21 Βεβαίως απλή σύγκριση μεταξύ των δύο αιτήσεων αναδεικνύει σημαντική διαφορά σε σχέση με την πρώτη θεραπεία, δηλαδή το πρώτο αιτούμενο διάταγμα καθότι σε αυτό έχει προστεθεί το προαναφερόμενο δεύτερο μέρος σύμφωνα με το οποίο οι εναγόμενοι αιτούνται τον παραμερισμό της επίδοσης και προς τους ίδιους. Ενώ βεβαίως, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, το πρώτο μέρος αυτού του διατάγματος, όντως πανομοιότυπο με το διάταγμα το οποίο είχαν αιτηθεί οι εναγόμενοι, ήδη κρίνεται από το Δικαστήριο ως εντελώς αβάσιμο (βλ. σχετικά την παράγραφο 4 αυτής της απόφασης) παρά και το γεγονός πως ακόμη και με τη γραπτή αγόρευση αυτό προωθήθηκε ανεξάρτητα και από την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρικής βάσης προς υποστήριξη αυτού. 22 Παρεμπιπτόντως αναφορικά με τον λόγο ένστασης (α) η μαρτυρία στη ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης, στην παράγραφο 3 (α) είναι εντελώς ανακριβής καθότι λανθασμένα αναφέρεται πως η πρώτη αίτηση αποσύρθηκε χωρίς επιφύλαξη των δικαιωμάτων των εναγόμενων για καταχώρηση νέας αίτησης ενώ η πραγματικότητα είναι πως αυτή αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Δίχως όμως να αναφέρονται από την δικηγόρο (και όχι τον κατονομαζόμενο δικηγόρο) η οποία εμφανίστηκε τα όσα παρατίθενται στην προτελευταία παράγραφο της σελίδα 8 της γραπτής αγόρευσης. 23 Εντούτοις, ανεξάρτητα από τη λανθασμένη εντύπωση στην παράγραφο 3 (α) της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης ως προς την απόσυρση της αίτησης χωρίς επιφύλαξη, αυτό το οποίο όντως διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι πως ισχύουν τα όσα αναφέρονται σχετικά στην επόμενη παράγραφο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης, δηλαδή στην παράγραφο 3 (β) ως προς το ότι όντως οι εναγόμενοι έλαβαν δεόντως γνώση για την ύπαρξη της αγωγής εναντίον τους. Η απόδειξη αυτής της γνώσης βεβαίως ενισχύεται επίσης και από το προαναφερόμενο γεγονός της εκπρόθεσμης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης μέσω άλλων από τους νυν δικηγόρους των εναγόμενων. 24 Αξίζει επίσης να σημειωθεί, έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης, σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο οι εναγόμενοι είχαν αντιδράσει έγκαιρα μετά και από την έκδοση της επίδικης απόφασης, πως δεν διαφωτίζεται με οποιοδήποτε τρόπο το Δικαστήριο είτε σε σχέση με την ενημέρωση την οποία οι ίδιοι είχαν - ή αν είχαν - από τους πρώην δικηγόρους τους αναφορικά με την εμπρόθεσμη καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, το οποίο θα πρέπει να καταχωρήθηκε με δικές τους οδηγίες, έχοντας υπόψη και τις μονογραφές και υπογραφές τους επί των διοριστηρίων, είτε αναφορικά με τους λόγους - εάν όντως έτυχαν κάποιας ενημέρωσης αναφορικά με την έκδοση της επίδικης απόφασης - γιατί δεν καταχωρήθηκε νωρίτερα αίτηση παραμερισμού αυτής. 25 Οι ίδιοι οι εναγόμενοι εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης τους ουσιαστικά προβάλλουν μία θέση, με παραπομπή στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της πρώτης αίτησης, η οποία, διατηρώντας υπόψη βεβαίως και το γενικό και αόριστο τρόπο με την οποία αυτή προβάλλεται, απορρίπτεται από το Δικαστήριο ως εντελώς αναξιόπιστη. Ότι δηλαδή δεν επιδόθηκε δεόντως στους εναγόμενους το κλητήριο ένταλμα. 26 Ή ακόμη και ότι δεν επιδόθηκε η επίδικη απόφαση, θέμα το οποίο βεβαίως δεν έχει σχέση με το αίτημα παραμερισμού στο βαθμό στον οποίο αποπειρώνται με αυτό τον τρόπο οι εναγόμενοι να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. 27 Επιπλέον, στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της πρώτης αίτησης, παρατηρείται πως με ένα παράδοξο τρόπο παρά και το γεγονός πως ο ενόρκως δηλών είναι δικηγόρος ο οποίος ισχυρίζεται να έχει εξουσιοδοτηθεί από τους εναγόμενους οι οποίοι διαμένουν μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο να προβεί στην ένορκη δήλωση εντούτοις, με εξαίρεση τις εισαγωγικές παραγράφους 1 έως και 3 και τις καταληκτικές παραγράφους 10 έως και 12, ορκίζεται στο πρώτο πρόσωπο και προβάλλει ισχυρισμούς ωσάν να ορκιζόταν ένας από τους εναγόμενους αντί ο ίδιος εκ μέρους και των δύο. 28 Παραδείγματος χάριν, ισχυρίζεται ότι ενημερώθηκε για την έκδοση της επίδικης απόφασης «...μετά την έκδοση της ... και αφού έγινε πρώτα επιχείρηση εκτέλεσης της ... εναντίον μου μέσω των δικηγόρων των Καθ΄ων η Αίτησις - Εναγόντως στο Ηνωμένο Βασίλειο περί τα μέσα του 2014» (παράγραφος 4) προσθέτοντας πως ο ίδιος (ή η ίδια, καθώς παραμένει άγνωστο ποιος από τους δύο εναγόμενους «ορκίζεται») αμέσως κινητοποίησε τους δικηγόρους του στην Κύπρο «...για να διαπιστώσω, γιατί επιδόθηκε αφενός το κλητήριο ένταλμα της ... αγωγής στον κ. Καλαβά αντί σ΄ εμένα ...» (παράγραφος 5) προσθέτοντας επίσης πως «...δεν υπήρχε περίπτωση να μην δώσω στους δικηγόρους μου εντολή να καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης και Υπεράσπιση...» (παράγραφος 6). 29 Όμως δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στην προσωπική επίδοση προς αμφότερους τους εναγόμενους ή ακόμη και στην εκπρόθεσμη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους τους από άλλους δικηγόρους με επισυνημμένα μάλιστα σε αυτό διοριστήρια τα οποία φέρουν τις μονογραφές και υπογραφές τους. 30 Όχι μόνο η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της πρώτης αίτησης αλλά ούτε και η ίδια η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση ή ακόμη και η επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της δίδει οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση ως προς το θέμα της επίδοσης. Καθότι όλες οι ενδείξεις παραμένουν ακλόνητες, σε βαθμό στον οποίο να αποτελούν αδιαμφισβήτητη απόδειξη ως προς το ότι όντως οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση αναφορικά με τα δικαστικά μέτρα τα οποία είχαν ληφθεί εναντίον τους, ενώ οι ίδιοι δεν προτάσσουν οποιοδήποτε γεγονός ή λόγο βάσει του οποίου αυτό να είναι δυνατό να κριθεί από το Δικαστήριο πως δεν ισχύει όντως. 31 Παρά και το γεγονός ότι - και πάλι αχρείαστα - συμπλέκει ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης το θέμα της επίδοσης των διαφόρων εγγράφων βάσει και του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 8/2/2011 και με την «επίδοση» της δικαστικής απόφασης η οποία εκδόθηκε εις βάρος των εναγόμενων στις 12/10/2011, ασφαλώς το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο ερώτημα κατά πόσο πρώτο, οι εναγόμενοι όντως έλαβαν γνώση για τα δικαστικά μέτρα τα οποία είχαν ληφθεί εναντίον τους και επί αυτού του θέματος συμφωνεί με τους δικηγόρους της ενάγουσας, καταλήγοντας σε ασφαλές συμπέρασμα πως όντως αυτό είχε συμβεί στα χρονικά σημεία τα οποία αναφέρονται στις προαναφερόμενες βεβαιώσεις επίδοσης ενώ, δεύτερο, επίσης διαπιστώνει, συμφωνώντας και πάλι με τα όσα αναφέρονται στον λόγο ένστασης (β) ως προς το ότι οι εναγόμενοι κωλύονται να προβάλλουν τους λόγους τους οποίους αναφέρουν επί του θέματος καθότι όντως είχαν λάβει αυτή τη γνώση. 32 Κωλύονται βεβαίως όχι υπό την έννοια ότι κρίνεται ανεπίτρεπτο να προβάλλουν την οποιαδήποτε θέση επιθυμούν μέσω των δικηγόρων τους οι εναγόμενοι επί του θέματος δια μέσω της αίτησης υπό εξέταση. Δικαιωματικά μπορούν να προβάλλουν την οποιαδήποτε θέση επιθυμούν. Θα πρέπει όμως μία τέτοια θέση να υποστηρίζεται από την ανάλογη μαρτυρία και εάν αυτό κρίνεται απαραίτητο και από την αντίστοιχη επί του θέματος επιχειρηματολογία. 33 Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως η θέση αυτή των εναγόμενων ως προς το ότι δεν υπάρχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο επίδοσης των δικαστικών εγγράφων σε αυτούς «...το οποίο να ταυτοποιεί ότι τα ακριβή έγγραφα που ισχυριζομένως παραδόθηκαν ...περιλαμβάνουν τα δέοντα δικαστικά έγγραφα που θα έπρεπε να τεθούν σε γνώση...» των εναγόμενων (παράγραφος 11 της ένορκης δήλωσης) κρίνεται όχι μόνο εντελώς αβάσιμη και ανυποστήρικτη από οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά ακόμη και αναξιόπιστη έχοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου υπό μορφή τόσο μαρτυρίας όσο και το ίδιο το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής και σε σχέση με τα οποία ουσιαστικά οι εναγόμενοι δεν προτείνουν οποιαδήποτε εναλλακτική και αξιόπιστη εξήγηση ως προς τη σημασία αυτών. 34 Πραγματικά δεν εμπεριέχει οποιοδήποτε στοιχείο πειστικότητας η θέση των δικηγόρων των εναγόμενων σε σχέση με τον λόγο ένστασης (β) ως προς το ότι δηλαδή «...στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν γίνεται δικονομική εξέταση της επίδοσης των Εναγόντων...» έτσι ώστε να είναι δυνατό παράλληλα να προτάσσεται η θέση πως ο λόγος ένστασης (β) είναι «...εν μέρει άσχετος με το υπό κρίση ζήτημα προς εξέταση, που είναι το γεγονός ότι, οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν είχαν ενημερωθεί για τα δικαστικά μέτρα που εκκρεμούσαν εναντίον τους στα πλαίσια της παρούσας αγωγής» (σελίδα 9 της γραπτής αγόρευσης). 35 Βεβαίως και εξετάζεται η δικονομική πτυχή του θέματος από το Δικαστήριο και αυτό το οποίο διαπιστώνεται δίχως οποιαδήποτε αμφιβολία επί του συγκεκριμένους θέματος είναι ότι όντως οι εναγόμενοι είχαν λάβει έγκαιρα έγκυρη και πλήρη ενημέρωση για τα δικαστικά μέτρα τα οποία είχαν ληφθεί εναντίον τους αλλά παρέλειψαν να λάβουν εμπρόθεσμα οποιαδήποτε μέτρα αναφορικά με αυτά. Ουσιαστικά αυτό το οποίο κρίνεται από το Δικαστήριο είναι πως ευσταθεί και ο λόγος ένστασης (ε) ως προς το ότι δηλαδή οι εναγόμενοι δεν έχουν δώσει οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο για την μη έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. 36 Επιπλέον, διατηρώντας υπόψη τα ακλόνητα στοιχεία ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι εναγόμενοι έλαβαν προσωπικά γνώση για τα δικαστικά μέτρα τα οποία είχαν ληφθεί εναντίον τους, είναι πραγματικά εκπληκτικό να εξακολουθεί να προβάλλεται ως επιχείρημα για την μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης ότι «...η επίδοση των δικαστικών εγγράφων έγινε σε πρόσωπο άλλο και όχι στους ίδιους...» ενώ ασφαλώς απορρίπτεται και ως εντελώς αβάσιμη η θέση ότι οι εναγόμενοι «...προέβησαν στη λήψη μέτρων, μόλις ενημερώθηκαν για την ύπαρξη έστω της παρούσας Αγωγής...» (σελίδα 11 της γραπτής αγόρευσης). 37 Ουσιαστικά με την επιχειρηματολογία προς αντιμετώπιση του λόγου ένστασης (στ) οι δικηγόροι των εναγόμενων παρακάμπτουν εντελώς την πραγματικότητα επί του θέματος η οποία είναι πολύ απλά ότι η επίδοση προς τους εναγόμενους έγινε προσωπικά σύμφωνα με τα όσα προνοούνται σχετικά από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/07 και όχι στον οποιοδήποτε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους (σελίδες 11 έως και 13 της γραπτής αγόρευσης) ενώ το Δικαστήριο θεωρεί πως το θέμα αυτό έχει εξαντληθεί καθώς , όπως αναφέρεται και πιο πάνω, αυτό δεν βασίζεται επί οποιασδήποτε μαρτυρικής βάσης. 38 Βασική διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι ότι παρά και το γεγονός ότι οι εναγόμενοι είχαν λάβει προσωπικά γνώση αναφορικά με τα δικαστικά μέτρα τα οποία είχαν ληφθεί εναντίον τους από τις αρχές του μηνός Ιουλίου 2011 παρέλειψαν να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα για παραμερισμό της επίδικης απόφασης ημερομηνίας 12/10/2011 για τουλάχιστον τρία χρόνια, έστω λαμβάνοντας υπόψη και την ημερομηνία καταχώρησης της πρώτης αίτησης η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης και η οποία είχε καταχωρηθεί στις 21/10/
  10. Η καθυστέρηση αυτή υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις σύμφωνα με τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κρίνεται εντελώς αδικαιολόγητη. 39 Παρά και το συμπέρασμα του Δικαστηρίου αναφορικά με την αποτυχία των εναγόμενων να δικαιολογήσουν την παράλειψη τους να καταχωρήσουν εμφάνιση εντούτοις κρίνεται ορθό και σύμφωνο με τη νομολογία επί του θέματος όπως εξεταστεί και ο πρωταρχικής σημασίας παράγοντας σε περιπτώσεις όπως αυτή υπό εξέταση, δηλαδή κατά πόσο βάσει της μαρτυρίας την οποία οι εναγόμενοι έχουν παρουσιάσει όντως στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως μία καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση. 40 Η οποιαδήποτε προτεινόμενη ως καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής προβάλλεται από τους εναγόμενους εμπεριέχεται στις παραγράφους 13 και 14 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. 41 Κατ΄ αρχάς αυτή η ίδια η προβολή κρίνεται αντιφατική καθότι ενώ με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 14 οι εναγόμενοι ουδέποτε νομίμως υπέγραψαν ή εξουσιοδότησαν οποιοδήποτε πρόσωπο να υπογράψει εκ μέρους τους την επίδικη δανειακή σύμβαση με την παράγραφο 13 εντούτοις ισχυρίζονται ότι η σύναψη δανείου μεταξύ τους και της ενάγουσας υπήρξε το προϊόν δόλου, παραπλάνησης και αμέλειας της ενάγουσας εξαιτίας της γενικά και αόριστα προβαλλόμενης νομικής θέσης ως προς το ότι ουσιαστικά η ενάγουσα χωρίς να έχει «...το νόμιμο δικαίωμα προώθησης επενδυτικού προϊόντος όπως ήταν η σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα, σε πρόσωπα που δεν διέμεναν στην Ελβετία, ούτε είχαν εισοδήματα σε Ελβετικά Φράγκα, στα οποία δεν εξηγήθηκε ως οφείλετο από τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτησις, ο συναλλαγματικός κίνδυνος μεταξύ άλλων που οι τελευταίοι αντιμετώπιζαν από την αυξομείωση της ισοτιμίας των Ελβετικών Φράγκων και του Ευρω που είναι η μονάδα νομίσματος που χρησιμοποιείται στην Κύπρο, ανέφεραν σε αυτούς και τους έπεισαν ότι τους συνέφερε να συνάψουν σύμβαση δανείου με μακροπρόθεσμο χρόνο εξόφλησης του, ενώ γνώριζαν αφενός ότι, τέτοιου είδους δάνεια γίνονται μόνο σε βραχυπρόθεσμη βάση και αφετέρου ότι, ο μόνος λόγος που προωθούσαν το εν λόγω επενδυτικό προϊόν προς αυτούς σχετιζόταν με την αποκόμιση μεγαλύτερου χρηματικού οφέλους σε βάρος των συμφερόντων των Εναγομένων 1-2-Καθ΄ ων η Αίτησις». 42 Προκαλεί απορία βεβαίως το γεγονός πως η ενάγουσα ανέφερε στους εναγόμενους και έπεισε αυτούς τα όσα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και πως η σύναψη δανείου ήταν προϊόν δόλου, παραπλάνησης και αμέλειας της ενάγουσας εφόσον οι εναγόμενοι ισχυρίζονται τα όσα αναφέρονται μέσω του ενόρκως δηλούντος στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης πως ουδέποτε νομίμως υπέγραψαν ή εξουσιοδότησαν οποιοδήποτε πρόσωπο να υπογράψει εκ μέρους τους και άρα η δανειακή σύμβαση ήταν άκυρη εξ υπαρχής (ab initio). 43 Έστω όμως και να θεωρηθεί πως μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει τη βασιμότητα προβολής αυτή της υπεράσπισης όπως έχει τεθεί ενδεχομένως στηριζόμενο στο ότι δεν ήταν νόμιμη η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου ή ακόμη και η εξουσιοδότηση του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους, εξουσιοδότηση βεβαίως για την οποία η ενάγουσα τουλάχιστον παρουσίασε επαρκή μαρτυρία βάσει και της οποίας εκδόθηκε η επίδικη απόφαση, δεν παύει η προβολή αυτής της υπεράσπισης να παραμένει γενική και αόριστη δίχως οποιαδήποτε αναγκαία μαρτυρία έστω και για εκ πρώτης όψεως στοιχειοθέτηση καλόπιστης υπεράσπισης (σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση Αρ. 121/10, ημερομηνίας 14/10/2015 μεταξύ
  11. N. S. M. Democars Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ). 44 Ασφαλώς, διατηρώντας υπόψη ότι ουσιαστικά εξετάζεται αίτηση παραμερισμού απόφασης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε μία ενδελεχή εξέταση της ουσίας μίας προβαλλόμενης υπεράσπισης, όμως το ελάχιστο το οποίο θα αναμενόταν από τους εναγόμενους μέσω των δικηγόρων τους να αναδείξουν είναι επαρκή αλλά και πειστικά έστω και εκ πρώτης όψεως στοιχεία ως προς την ύπαρξη τέτοιας υπεράσπισης και όχι με γενικές αλλά ακόμη και αντιφατικές και ανεπαρκείς αναφορές σε ύπαρξη δόλου, παραπλάνησης των εναγόμενων και αμέλειας της ενάγουσας με πλήρη απουσία αναφοράς ακόμη και ως προς τον τρόπο συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας δανείου ή να περιορίζεται η προβολή αυτής της υπεράσπισης σε γενικές νομικές θέσεις αναφορικά με συμβάσεις δανείου σε ξένο νόμισμα. 45 Πραγματικά το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί με βάση τα όσα σχετικά αναφέρουν οι εναγόμενοι μέσω των δικηγόρων τους ως προς την ικανοποίηση και αυτής της βασικής προϋπόθεσης προς έγκριση του αιτήματος τους για παραμερισμό της επίδικης απόφασης. 46 Θεωρώ ως μη αναγκαία την εξέταση οποιωνδήποτε άλλων λόγων ένστασης, όπως, παραδείγματος χάριν, μέρος του λόγου ένστασης ως προς το ότι η ένορκη δήλωση έχει γίνει από δικηγόρο, σημείο το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να υπερπηδηθεί διατηρώντας υπόψη σχετική νομολογία επί του θέματος (βλ. σχετικά την απόφαση Rybolovlev v. Rybolovleva

(2010)1 Α.Α.Δ. 82) καθότι βεβαίως ούτε και αυτό θα αλλοίωνε με οποιονδήποτε τρόπο το γενικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου βάσει του οποίου η αίτηση των εναγόμενων κρίνεται εντελώς αδικαιολόγητη καθώς όπως διαπιστώνεται δεν ικανοποιούνται οι βασικές προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από τη νομολογία μας προς παραμερισμό της επίδικης απόφασης. 47 Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται ως αβάσιμη ενώ διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος των εναγόμενων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. 48 Τέλος, θεωρώ πως θα ήταν παράλειψη μου να μην εκφράσω τη λύπη μου ως προς την καθυστέρηση σε σχέση με την έκδοση αυτής της απόφασης και η οποία βεβαίως δεν οφείλεται είτε στο χειρισμό της υπόθεσης από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων είτε στη δυσκολία του ερωτήματος το οποίο τέθηκε προς απάντηση από το Δικαστήριο αλλά στο φόρτο εργασίας του Δικαστηρίου επί καθημερινής βάσης και στον αριθμό και άλλων επιφυλαγμένων αποφάσεων με ανάλογη χρονική προτεραιότητα ως προς την έκδοση τους είτε συνήθως έχοντας ως βασικό κριτήριο την ημερομηνία επιφύλαξης τους είτε διαφορετικά σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις εξαιτίας της επείγουσας φύσης της διαδικασίας βάσει της οποίας αυτές προέκυψαν και των οποίων επιφυλαγμένων αποφάσεων είτε η έκδοση εξακολουθεί να εκκρεμεί είτε έχει κατ΄ εξαίρεση προηγηθεί της έκδοσης της απόφασης σε αυτή την αίτηση παρά και τη μεταγενέστερη ημερομηνία επιφύλαξης των. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] O τονισμός των γραμμάτων, ως επίσης η οποιαδήποτε υπογράμμιση ή μορφοποίηση του κειμένου εντός αυτής της απόφασης, σε κάθε περίπτωση είναι του Δικαστηρίου ενώ τα οποιαδήποτε αποσπάσματα είτε από τα δικόγραφα ή άλλα έγγραφα ή από τη νομοθεσία ή νομολογία παρατίθενται με κυρτά γράμματα (italics). [2] Διευκρινίζεται προς αποφυγή σύγχυσης πως παρά και τις αναφορές στους ενάγοντες στον πληθυντικό, εντός της αίτησης υπό εξέταση και στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της, το Δικαστήριο αναφέρεται στην ενάγουσα, ως εταιρεία, στον ενικό. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.