Νεόφυτος άλλως "Nick" Γεωργίου κ.α. ν. Facebook Inc. κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 569/2015, 7/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A44 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 569/2015 Μεταξύ :-
- Νεόφυτος άλλως "Nick" Γεωργίου
- A. & N. Entertainment Center Ltd Και
- Facebook Inc.
- Maximilian άλλως "Max" J. White Sansom
- Edessa Enterprises Ltd
- Duane Gary Lineker
- Wayne Lineker Αίτηση Ημερομηνίας 11/11/2015 Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Τρίτη 7η Φεβρουαρίου 2017 Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση :- κος. Χαράλαμπος Σαββίδης για Χ. Π. Σαββίδης & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Σοφία Κύρου Για την Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια :- κα. Κατερίνα Ανδρέου για Ανδρέας Νεοκλέους & Σια Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Κατερίνα Ανδρέου Ενδιάμεση Απόφαση 1 Με την αίτηση υπό εξέταση η εναγόμενη 1 (στο εξής θα καλείται η «εναγόμενη») αιτείται την έκδοση ενός μόνο διατάγματος με το οποίο όμως να διατάσσεται η ακύρωση «και/ή» ο παραμερισμός διαφόρων δικονομικών μέτρων τα οποία έχουν ληφθεί από τους ενάγοντες μετά και από την καταχώριση της αγωγής τους εναντίον της. 2 Ουσιαστικά το αίτημα για την έκδοση αυτού του διατάγματος εμπεριέχει διάφορα επιμέρους αιτήματα. Αυτά εξετάζονται λαμβάνοντας υπόψη τη σειρά με την οποία αυτά παρατίθενται στην αίτηση της εναγόμενης με επικεντρωμένη όμως την προσοχή του Δικαστηρίου στους λόγους τους οποίους η εναγόμενη προτείνει ως η όλη βάση δικαιολόγησης αποδοχής των αιτημάτων της. 3 Καθότι στην κάθε περίπτωση το αίτημα για ακύρωση ή παραμερισμό στηρίζεται στην ύπαρξη συγκεκριμένων λόγων εξαιτίας και των οποίων ζητείται κατ΄ επέκταση και η ανάλογη θεραπεία. Ουσιαστικά μόνο εάν κατά την εξέταση της αίτησης διαπιστωθεί ότι όντως υπάρχουν οι συγκεκριμένοι λόγοι τότε θα παρέχεται και η βάση επί της οποίας το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείται και η έγκριση του οποιουδήποτε αιτήματος της εναγόμενης. 4 Παραδείγματος χάριν, το αίτημα για ακύρωση ή παραμερισμό της αγωγής. Αυτό βασίζεται στο λόγο ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφασίσει τη διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Συνεπώς, σε αυτή την περίπτωση αυτό το οποίο απαιτείται να εξεταστεί είναι κατά πόσο όντως ευσταθεί η θέση της εναγόμενης ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή η οποία καταχωρίσθηκε εναντίον της. 5 Με τον ίδιο τρόπο θα εξεταστεί κατά πόσο δικαιολογείται η επιδίκαση οποιασδήποτε άλλης αιτούμενης θεραπείας είτε βάσει αυτού είτε οποιουδήποτε άλλου λόγου επί του οποίου η εναγόμενη στηρίζει την αίτηση της. 6 Αρχίζοντας με το θέμα της δικαιοδοσίας υπενθυμίζεται πως η εναγόμενη βασίζει τη θέση της ως προς την έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να αποφασίσει αναφορικά με τη διαφορά μεταξύ των διαδίκων, στην ύπαρξη σχετικής ρήτρας δικαιοδοσίας εντός της συμφωνίας με την οποία, όπως εισηγείται, δεσμεύονται τόσο οι χρήστες της πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης με την ονομασία Facebook (στο εξής θα καλείται το «Facebook») όσο και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έρχεται σε επαφή και έχει αλληλεπίδραση με τη συγκεκριμένη πλατφόρμα. Σύμφωνα με αυτή τη ρήτρα δικαιοδοσίας όλες οι διαφορές οι οποίες ανακύπτουν μεταξύ του Facebook και των χρηστών αυτού πρέπει να επιλύονται στη βάση του δικαίου της Καλιφόρνιας είτε στο U. S. District Court for the Northern District of California είτε σε Δικαστήριο το οποίο να βρίσκεται στην San Mateo County. 7 Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με προσοχή τόσο τη νομική [1] όσο και την πραγματική πτυχή αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας. 8 Βασική διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι πως θα ήταν πρόωρο και παρακινδυνευμένο, έχοντας ως μοναδική βάση τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί εντός του πλαισίου εκδίκασης αυτής της αίτησης, να κριθεί το θέμα της δικαιοδοσίας και να οδηγηθεί σε συμπέρασμα βάσει του οποίου να γίνει δεκτή η θέση της εναγόμενης αναφορικά με αυτό το μέρος του αιτήματος της. 9 Κατ΄ αρχάς αμφισβητείται κατά πόσο ο ενάγων 1 δεσμεύεται από τους όρους παροχής υπηρεσιών του Facebook είτε ως χρήστης είτε ως πρόσωπο το οποίο έρχεται σε επαφή και έχει αλληλεπίδραση με τη συγκεκριμένη πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτό βεβαίως είναι θέμα γεγονότων αναφορικά με το οποίο θα πρέπει όχι μόνο να ακουστεί αλλά επίσης και να αξιολογηθεί μαρτυρία. Με τα κατ΄ ισχυρισμό δεδομένα τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κρίνεται πως αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την εκδίκαση της αγωγής. 10 Ουσιαστικά, αυτό το οποίο κρίνεται από το Δικαστήριο ως νομικά ορθό και δίκαιο είναι το εξής. Δεν θα πρέπει οι ενάγοντες να στερηθούν του δικαιώματος ακρόασης και όπως τους παρασχεθεί, εντός του πλαισίου εκδίκασης της αγωγής, η ευκαιρία παρουσίασης μαρτυρίας σχετική με αυτό το θέμα, αντί αυτό να κριθεί εκτός αυτού του πλαισίου και μάλιστα προδικαστικά εξαιτίας της αίτησης υπό εξέταση. 11 Επιπλέον, βάσει και αυτής της μαρτυρίας οι διάδικοι θα είναι σε θέση να στοιχειοθετήσουν καλύτερα τις θέσεις τους ως επίσης και να τις πλαισιώσουν στο τέλος της δίκης και με σχετική επιχειρηματολογία αναφορικά με την ισχύ και δεσμευτικότητα της συγκεκριμένης ρήτρας δικαιοδοσίας ανάλογα με την ιδιότητα του ενάγοντα 1 είτε ως χρήστης είτε ως άτομο το οποίο είχε αλληλεπίδραση με το Facebook ή ακόμη και ως άτομο το οποίο δεν ανήκει είτε στην μία είτε στην άλλη κατηγορία. 12 Συνεπώς, η γενικότερη θέση της εναγόμενης αναφορικά με τη σημασία της ρήτρας δικαιοδοσίας δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας έτσι ώστε ως αποτέλεσμα να οδηγήσει στην ακύρωση ή παραμερισμό της αγωγής των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης. 13 Βεβαίως «....πέραν της έννοιας της δικαιοδοσίας ως θέματος δικαίου, υπάρχουν και τα στοιχεία και δεδομένα που συνθέτουν το αξίωμα του κατάλληλου δικαιοδοτικού φορέα (forum convienens) ή καλύτερα του μη κατάλληλου δικαιοδοτικού φορέα (forum non conveniens)...» δηλαδή «...σε ορισμένες περιπτώσεις, και παρά το ότι τα Δικαστήρια κάποιας χώρας έχουν δικαιοδοσία από τη σκοπιά της εφαρμογής των εφαρμοσμένων νομικών κριτηρίων, είναι δυνατόν να κριθεί ότι η σχέση της χώρας αυτής και των Δικαστηρίων της με τα επίδικα θέματα είναι τόσο ισχνή σε σχέση με άλλες χώρες και τα Δικαστήρια τους ώστε να μην δικαιολογείται η ανάληψη δικαιοδοσίας από τα Δικαστήρια της πρώτης χώρας...» (βλ. σχετικά, σελίδα 503, «Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης» του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, έκδοση 2013). 14 Υπενθυμίζεται πως το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων βασίζεται κυρίως στην ύπαρξη δημοσιευμάτων με δυσφημιστικό περιεχόμενο σε δύο συγκεκριμένες ημερομηνίες. Θέση της εναγόμενης είναι πως το κατάλληλο και βολικό Δικαστήριο για εκδίκαση της αγωγής δεν είναι η Κύπρος αλλά τα Δικαστήρια τα οποία αναφέρονται στον όρο 15.1 των Όρων Παροχής Υπηρεσιών του Facebook (βλ. σχετικά την παράγραφο 6 αυτής της απόφασης). 15 Βεβαίως η θέση της εναγόμενης είναι πως η καταλληλόλητα αυτή προκύπτει λόγω και του εφαρμοστέου δικαίου ενώ όλη η μαρτυρία την οποία προτίθεται να παρουσιάσει η εναγόμενη βρίσκεται στην Καλιφόρνια. Αυτό το οποίο παραγνωρίζει η θέση της εναγόμενης είναι και το γεγονός πως τα κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα εντός των δημοσιευμάτων έχουν σχέση με το άτομο του ενάγοντα 1 αλλά και τη γενικότερη συμπεριφορά του τόσο εντός όσο και εκτός του επαγγελματικού του χώρου στην πόλη της Πάφου. Συνεπώς η μαρτυρία η οποία θα παρουσιαστεί από τον ίδιο αλλά ακόμη και από τους εναγόμενους σε περίπτωση κατά την οποία επιλέξουν να προβάλλουν οποιαδήποτε υπεράσπιση όπως αυτή της αλήθειας ή του έντιμου σχολίου λογικά θα συνίσταται και από μαρτυρία προσώπων τα οποία είτε κατοικούν είτε εργάζονται στην πόλη της Πάφου. Ενώ η εισήγηση της εναγόμενης είναι ότι η μαρτυρία ή τα άτομα τα οποία θα δώσουν μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισης βρίσκεται ή βρίσκονται στην Καλιφόρνια. Πραγματικά η θέση αυτή κρίνεται ως γενική και αόριστη και δεν πείθει καθόλου ως προς τη βασιμότητα της. Όπως και να ιδωθούν τα επίδικα θέματα της αγωγής η θέση ότι η Κύπρος στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι forum non conveniens κρίνεται αβάσιμη ως λόγος επί του οποίου να επιδικαστεί η οποιαδήποτε από τις αιτούμενες θεραπείες βάσει αυτής. 16 Προβάλλονται τέσσερεις λόγοι ακύρωσης ή παραμερισμού της ειδοποίησης της μονομερούς αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων και της συνοδεύουσας ένορκης δήλωσης και οι οποίοι παρατίθενται και παράλληλα εξετάζονται πιο κάτω. 17 Πρώτο, ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να συμμορφωθούν με τη Διαταγή 6 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. 18 Αναφορικά με αυτό τον λόγο το Δικαστήριο συμφωνεί απόλυτα με την ορθότητα της αναφοράς στον λόγο ένστασης 3 ως προς το ότι η εφαρμογή της Διαταγής 6 περιορίζεται σε επίδοση εκτός δικαιοδοσίας κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης αυτού. Ο περιορισμός αυτός της εμβέλειας της Διαταγής 6 είναι σαφέστατος σύμφωνα και με τη διατύπωση της δίχως να κρίνεται απαραίτητη η επανάληψη της εντός αυτής της απόφασης. 19 Δεύτερο, ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να επιδώσουν κατά τον ορθό τρόπο τα σχετικά έγγραφα στην εναγόμενη σύμφωνα με τις αρχές της ορθής και νομότυπης επίδοσης σε οντότητες ευρισκόμενες εκτός Κύπρου. 20 Αναφορικά με αυτό τον λόγο παρά και το ότι προτείνεται ως υπαρκτή η αποτυχία επίδοσης κατά τον ορθό τρόπο εντούτοις ο ορθός τρόπος τον οποίο η ίδια η εναγόμενη προτείνει βασίζεται στη Διαταγή 6 η οποία όπως ήδη έχει κριθεί από το Δικαστήριο τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε σχέση με την επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης αυτού. Συνεπώς, εάν αυτός ήταν ο ορθός τρόπος με τον οποίο θα έπρεπε τα συγκεκριμένα έγγραφα να είχαν επιδοθεί σύμφωνα και με τις γενικά και αόριστα προτεινόμενες από την εναγόμενη ως αρχές της ορθής και νομότυπης επίδοσης σε οντότητες εκτός δικαιοδοσίας, ασφαλώς αυτή η θέση δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ως ορθή. 21 Πραγματικά δεν είναι δυνατό να κριθεί από το Δικαστήριο ως ορθή μία θέση σύμφωνα με την οποία είναι δυνατό να θεμελιωθεί επί μίας δικονομικής διάταξης η οποία έχει συγκεκριμένο σκοπό, ο καθορισμός όχι απλά γενικών αρχών επίδοσης του οποιουδήποτε εγγράφου εκτός δικαιοδοσίας αλλά μάλιστα - όπως προτείνεται ουσιαστικά - επιτακτικών προνοιών ορθής και νομότυπης επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Τονίζεται και πάλι πως σαφώς η εμβέλεια της Διαταγής 6 περιορίζεται από την ίδια τη διατύπωση της σε πρόνοιες ως προς την επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης αυτού. 22 Επιπλέον, αυτό το οποίο διατηρείται υπόψη από το Δικαστήριο είναι ότι κατά την εξέταση της αίτησης για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων προφανώς εξετάστηκε κατά πόσο υπήρχαν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση αυτών, μεταξύ των οποίων βεβαίως συμπεριλαμβανόταν και η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλού αγώγιμου δικαιώματος, προϋπόθεση η οποία αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησης σε σχέση με την ικανοποίηση των προϋποθέσεων οι οποίες τίθενται από τη Διαταγή
- Όμως αυτή η σύμπτωση προϋποθέσεων ασφαλώς δεν σημαίνει πως όφειλε το Δικαστήριο να εξέταζε και τις προϋποθέσεις τις οποίες θέτει η Διαταγή 6 αναφορικά και με την επίδοση της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. 23 Γενικά, η καταχώριση μονομερών αιτήσεων αυτού του είδους, όπως είναι γνωστό, συνήθως γίνεται με σκοπό τον ορισμό τους για ακρόαση σε σύντομη ημερομηνία και την εξασφάλιση προσωρινής θεραπείας προτού ακόμη επιδοθεί μία αγωγή. Η διαφορά βεβαίως στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι αυτή η επίδοση δικονομικά δεν θα ήταν εφικτή εάν δεν ζητείτο προηγουμένως άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Ασφαλώς, στη συνέχεια, καταχωρίσθηκε αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σε σχέση με την εναγόμενη και η οποία εγκρίθηκε προφανώς καθότι το Δικαστήριο είχε ικανοποιηθεί ως προς την τήρηση των προϋποθέσεων της Διαταγής
- 24 Τρίτο, ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να συμμορφωθούν με την ενδεδειγμένη διαδικασία η οποία κατοχυρώνει και προστατεύει το δικαίωμα της εναγόμενης να έχει εύλογο χρόνο για να ετοιμάσει την υπόθεση της καθώς και το δικαίωμα της να τύχει δίκαιης δίκης. 25 Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο σε σχέση με αυτή τη θέση πως θα ήταν δυνατό να κριθεί ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να συμμορφωθούν με οποιαδήποτε ενδεδειγμένη διαδικασία η οποία θα καταχωρούσε και προστάτευε το προτεινόμενο δικαίωμα της εναγόμενης να έχει εύλογο χρόνο προετοιμασίας της υπόθεσης της και διασφάλισης μίας δίκαιης δίκης. Υπενθυμίζεται πως είναι το ίδιο το Δικαστήριο το οποίο μετά και από την έκδοση της απόφασης του αναφορικά με τη αποδοχή ή μη της μονομερούς αίτησης για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων καθόρισε το χρονικό πλαίσιο της ούτω καλούμενης γνωστοποίησης της αίτησης. Οι δε ενάγοντες συμμορφώθηκαν με το χρονικό πλαίσιο το οποίο το ίδιο το Δικαστήριο είχε καθορίσει. 26 Συνεπώς, πως είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως ορθή η θέση ότι είναι οι ενάγοντες οι οποίοι απέτυχαν να συμμορφωθούν με κάποια αόριστα προτεινόμενη διαδικασία όταν το ίδιο το Δικαστήριο ήδη είχε καθορίσει μία συγκεκριμένη διαδικασία με την οποία οι ενάγοντες όντως συμμορφώθηκαν. Αυτός ήταν και ο λόγος βάσει του οποίου το Δικαστήριο προχώρησε στις 5/5/2015 στην έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Το κατά πόσο το Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε δώσει περισσότερο χρόνο δεν είναι θέμα το οποίο καθοριζόταν από τους ίδιους τους ενάγοντες οι οποίοι απλά μερίμνησαν να συμμορφωθούν με το χρονικό περιθώριο το οποίο καθορίστηκε από το ίδιο το Δικαστήριο. 27 Επομένως, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση πως ουσιαστικά οι ενάγοντες θα πρέπει να υποστούν τις οποιεσδήποτε συνέπειες από ενέργειες οι οποίες ασφαλώς δεν ήταν ανεξάρτητες αλλά αντιθέτως σύμφωνες με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Προφανώς το Δικαστήριο θεώρησε ότι παρά και την μη αποδοχή της μονομερούς αίτησης των εναγόντων, αντί ως αποτέλεσμα απλά η αίτηση να είχε απορριφθεί[2], βάσει και της κατάληξης του ότι οι αιτούμενες θεραπείες δεν θα έπρεπε να δοθούν μονομερώς, πως εξακολουθούσε να παρεχόταν στο Δικαστήριο η δυνατότητα να είχε προβεί στην έκδοση των οδηγιών για γνωστοποίηση της αίτησης. Ενδεχομένως, θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο τύγχανε εφαρμογής και Δ.48 θ. 8
(3)παρά και το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε άμεση σχετική αναφορά στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/4/2015. Διευκρινίζεται πως ασφαλώς με αυτή την απόφαση δεν εξετάζεται η ορθότητα της συγκεκριμένης ρύθμισης όπως αυτή ακολουθήθηκε από το Δικαστήριο. Ούτε μάλιστα και τέθηκε υπό μορφή επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της αίτησης η ορθότητα της επιλογής της συγκεκριμένης ρύθμισης, παρά μόνο η όλη επιχειρηματολογία αναφερόταν στις συνέπειες αυτής της επιλογής. 28 Τέλος, ότι η εσφαλμένη, αντινομική και παράτυπη επίδοση της μονομερούς αίτησης στην εναγόμενη αποτελεί κατάχρηση εξουσίας. 29 Εξετάζοντας την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη αυτής της θέσης διαπιστώνεται πως με αυτή παραγνωρίζεται το εξής βασικό στοιχείο. Σε όλες τις αυθεντίες οι οποίες παρατίθενται στην επιχειρηματολογία προς υποστήριξη αυτής της αίτησης η οποιαδήποτε κατάχρηση είναι αυτή της διαδικασίας και όχι κατάχρηση εξουσίας. Βεβαίως η αναφορά στην παράγραφο (ii) της αίτησης στα Αγγλικά σε "abuse of the court process" αντικατοπτρίζει ορθότερα την έννοια της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας από τους διάδικους ενώ η αναφορά σε κατάχρηση εξουσίας θέτει υπό αμφισβήτηση όχι τις οποιεσδήποτε ενέργειες των εναγόντων αλλά των οδηγιών οι οποίες είχαν δοθεί από το Δικαστήριο. 30 Χαρακτηριστικά, όπως αναφέρεται και σε σχετικό απόσπασμα στη σελίδα 38 της γραπτής αγόρευσης προς υποστήριξη της αίτησης από την απόφαση στην Διευθυντής των Φυλακών ν. Αναφορικά με την Αίτηση του Τζεννάρο Περρέλα για την έκδοση εντάλματος της φύσεως Habeas Corpus
(1995)1 A. A. Δ. 217, 232, η διαδικασία για την παρεμπόδιση διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου είναι σύμφυτη σε κάθε Δικαστήριο ως απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης και αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. 31 Δηλαδή, όπως αναφέρεται και στην ίδια τη γραπτή αγόρευση, η αναφορά γίνεται σε σχέση με την ύπαρξη διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση της διαδικασίας από τους διαδίκους. Ουσιαστικά όμως η όλη θέση η οποία προτείνεται για ακύρωση ή παραμερισμό της ειδοποίησης της μονομερούς αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων και της συνοδεύουσας ένορκης δήλωσης βασίζεται και πάλι όχι σε ενέργειες των εναγόντων αλλά σε σχέση με οδηγίες του ίδιου του Δικαστηρίου καθότι, όπως και πάλι υπενθυμίζεται, αυτό το οποίο είχε συμβεί ήταν η έκδοση ανάλογων οδηγιών από το Δικαστήριο και στη συνέχεια η συμμόρφωση των εναγόντων με αυτές. Επομένως, πως θα ήταν λογικά εφικτό ή νομικά ορθό να κριθεί πως όντως όχι μόνο η επίδοση της μονομερούς αίτησης στην εναγόμενη ήταν εσφαλμένη, αντινομική και παράτυπη επίδοση αλλά επιπλέον και πως αυτή αποτελεί κατάχρηση είτε της διαδικασίας είτε «εξουσίας» όπως το θέτει η εναγόμενη; 32 Η εναγόμενη αιτείται επίσης ακύρωση και παραμερισμό «του ενδιάμεσου διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 5 Μαΐου 2015» [3] για δύο λόγους. Πρώτο, για το λόγο ότι δεν παρασχέθηκε εύλογος χρόνος στην ίδια έτσι ώστε να προετοιμαστεί κατάλληλα ή έτσι ώστε να ακουστεί κατά παράβαση των αρχών της δίκαιης δίκης. Δεύτερο, το αίτημα για ακύρωση και παραμερισμό του συγκεκριμένου «διατάγματος» ζητείται για το λόγο ότι οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/4/2015 βάσει του οποίου θα έπρεπε να είχαν προβεί σε γνωστοποίηση και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Εγείρονται δηλαδή δύο θέματα προς εξέταση από το Δικαστήριο και τα οποία εξετάζονται πιο κάτω. 33 Αναφορικά με το πρώτο θέμα υπενθυμίζεται απλά πως ο καθορισμός της ημερομηνίας ορισμού κατά την οποία η αίτηση ορίστηκε για γνωστοποίηση προς την εναγόμενη δεν ήταν αποτέλεσμα αιτήματος των εναγόντων αναφορικά με το χρονικό διάστημα το οποίο θα παρεχόταν προς την εναγόμενη για οποιοδήποτε λόγο, όπως είτε για προετοιμασία παρουσίασης των δικών της θέσεων είτε για ακρόαση της αίτησης, αλλά αποτέλεσμα κρίσης του Δικαστηρίου τόσο ως προς το χρόνο ο οποίος θα ήταν απαραίτητος για εφαρμογή των δύο μεθόδων γνωστοποίησης της αίτησης αλλά έτσι ώστε όντως να επιτυγχανόταν αυτή η γνωστοποίηση. 34 Ουσιαστικά η γνωστοποίηση αυτή επιλέγηκε ως ένας τρόπος με τον οποίο οι ενάγοντες θα καθιστούσαν γνωστή στην εναγόμενη την ίδια την ύπαρξη της αίτησης δίχως παράλληλα να τίθενται οποιεσδήποτε άλλες δικονομικές προϋποθέσεις, παραδείγματος χάριν σε σχέση με την προθεσμία καταχώρησης ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης στην αίτηση, τις οποίες η εναγόμενη θα έπρεπε να ικανοποιήσει πριν από την ημερομηνία κατά την οποία είχε οριστεί η αίτηση (βλ. σχετικά τη Δ.48 θ. 4
(1)των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας). Ούτε και ορίστηκε από το Δικαστήριο για ακρόαση η αίτηση αλλά όπως σαφώς διευκρινίζεται στην απόφαση ημερομηνίας 23/4/2015 «...για Γνωστοποίηση στην άλλη πλευρά...». 35 Συνεπώς, ο χρόνος αυτός προφανώς καθορίστηκε από το Δικαστήριο έτσι ώστε η εναγόμενη να λάβει γνώση αναφορικά με την ύπαρξη της αίτησης και αναλόγως να τοποθετηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Εφόσον δηλαδή είχε κριθεί πως οι αιτούμενες θεραπείες δεν θα έπρεπε να εκδοθούν μονομερώς το Δικαστήριο, αν και ουσιαστικά θα μπορούσε να θεωρηθεί πως δεν εφάρμοσε την Δ.48 θ. 8
(3), εφόσον ήδη η αίτηση είχε εξεταστεί ως μία μονομερώς υποβαλλόμενη αίτηση, εντούτοις όπως εν τέλει κρίθηκε ουσιαστικά αυτή θα μπορούσε να εξεταστεί εκ νέου αφού πρώτα όμως η εναγόμενη θα λάμβανε γνώση ως προς την ύπαρξη της. 36 Διατηρώντας υπόψη πως ήδη το Δικαστήριο επέλεξε την εφαρμογή αυτής της ιδιόμορφης διαδικασίας, καθορίζοντας προς τούτο σύμφωνα με τη δική του κρίση σχετικό χρονικό πλαίσιο, πραγματικά διερωτάται το παρόν Δικαστήριο εάν αυτό το οποίο καλείται από την εναγόμενη να πράξει είναι ουσιαστικά να ασκήσει δευτεροβάθμια εξουσία επί αυτής της δικαστικής κρίσης. 37 Θέτοντας το διαφορετικά, το παράπονο της εναγόμενης δεν είναι δυνατό να διασυνδεθεί με οποιεσδήποτε ενέργειες ή παραλείψεις των εναγόντων αλλά αποκλειστικά με τον τρόπο τον οποίο άσκησε τις εξουσίες τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι του παρείχε το σχετικό νομικό πλαίσιο κατά τον ορισμό της αίτησης για «γνωστοποίηση» στην εναγόμενη ως προς την ύπαρξη της αίτησης. 38 Συνεπώς, το παρόν Δικαστήριο διερωτάται πραγματικά ως προς την καταλληλότητα του ένδικου μέσου το οποίο έχει επιλεγεί από την εναγόμενη προς αμφισβήτηση όχι πράξεων ή παραλείψεων των εναγόντων αλλά της ίδιας της διαδικασίας όπως αυτή καθορίστηκε από το Δικαστήριο και σε σχέση με την οποία οι ενάγοντες ως απλοί διάδικοι μερίμνησαν όπως συμμορφωθούν. 39 Διευκρινίζεται παράλληλα πως το Δικαστήριο με την παρούσα διαφορετική του σύνθεση σε σχέση με το Δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης των εναγόντων ημερομηνίας 7/4/2015 ασφαλώς δεν εξετάζει την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση θεωρώντας πως δεν δεσμεύεται από την οποιαδήποτε προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου απλά και μόνο λόγω της διαφορετικότητας στη σύνθεση του Δικαστηρίου στην κάθε περίπτωση. Σημασία δηλαδή δεν έχει το κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο είτε διαφωνεί είτε θα ενεργούσε με διαφορετικό τρόπο εάν είχε τεθεί ενώπιον του η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 7/4/2015. 40 Αντιθέτως, το Δικαστήριο θεωρεί πως συνεχίζει να υφίσταται ως το ίδιο Δικαστήριο το οποίο είχε επιληφθεί της αίτησης ανεξάρτητα και από τη διαφορετικότητα στη σύνθεση του. Συνεπώς δεσμεύεται απόλυτα από την οποιαδήποτε προηγούμενη απόφαση του επί του συγκεκριμένου θέματος και η μοναδική δυνατότητα η οποία παρέχεται σε αυτό είναι η ίδια την οποία θα είχε το Δικαστήριο σε περίπτωση κατά την οποία η σύνθεση του είχε παραμείνει η ίδια. 41 Επομένως, η εξουσία η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο ασφαλώς δεν είναι παρόμοια με δευτεροβάθμια εξουσία ως προς την οποιαδήποτε προηγούμενη απόφαση του αλλά έλεγχος κατά πόσο όντως διαπιστώνεται η οποιαδήποτε βασιμότητα στο αίτημα της εναγόμενης βάσει και του οποίου θα μπορούσε όντως να ακυρωθεί ή παραμεριστεί το οποιοδήποτε προηγούμενο διάταγμα του Δικαστηρίου βάσει της Δ.48 θ. 8
(4). 42 Αναφορικά με το πρώτο θέμα το οποίο τίθεται προς εξέταση ουσιαστικά δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου το Δικαστήριο να παραμερίσει το ενδιάμεσο διάταγμα ημερομηνίας 5/5/2015 (όπως η εναγόμενη περιγράφει τα επίδικα προσωρινά διατάγματα) εξαιτίας του χρονικού διαστήματος το οποίο είχε παρασχεθεί έτσι ώστε η εναγόμενη να λάβει γνώση ως προς την ύπαρξη της αίτησης ημερομηνίας 7/4/
- 43 Παράλληλα επισημαίνεται και πάλι πως το Δικαστήριο δεν όρισε την αίτηση για ακρόαση αλλά απλά για «γνωστοποίηση». Επομένως, το μόνο το οποίο θα μπορούσε έστω να θεωρηθεί πως απαιτείτο από την εναγόμενη κατά την ημερομηνία ορισμού της αίτησης για «γνωστοποίηση» στις 5/5/2015 θα ήταν η εμφάνιση δικηγόρου εκ μέρους της έτσι ώστε εάν αυτό κρινόταν απαραίτητο να αιτηθεί αυτά τα οποία ακριβώς η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι στερήθηκε. Δηλαδή, εύλογο χρόνο προετοιμασίας για να ακουστεί και το δικαίωμα να ακουστεί σε ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο στη συνέχεια θα όριζε την αίτηση γι΄ ακρόαση. 44 Αναφορικά με το δεύτερο θέμα προς εξέταση αυτό το οποίο κατ΄ αρχάς παρατηρείται από το Δικαστήριο είναι πως για την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων του Δικαστηρίου στις 5/5/2015 προφανώς το Δικαστήριο, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση τους, έλεγξε και έλαβε υπόψη του και κατά πόσο οι ενάγοντες είχαν συμμορφωθεί με τις δύο μεθόδους γνωστοποίησης όπως αυτές είχαν καθοριστεί στην απόφαση του ημερομηνίας 23/4/
- 45 Επιπλέον, βάσει βεβαίως και του περιεχομένου του φακέλου της αγωγής διαπιστώνεται πως σύμφωνα και με σχετικές ένορκες δηλώσεις, αμφότερες ημερομηνίας 4/5/2015, η μία από υπάλληλο της Υπηρεσίας Διεθνών Ταχυμεταφορών συγκεκριμένης εταιρείας και η άλλη από δικηγόρο στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, οι συγκεκριμένες μέθοδοι γνωστοποίησης όντως εφαρμόστηκαν από τους ενάγοντες, στη δε περίπτωση της γνωστοποίησης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο βαθμό στον οποίο αυτό ήταν εφικτό σύμφωνα και με τα στοιχεία τα οποία η εναγόμενη παρέχει στο ευρύτερο κοινό σε σχέση με αυτή τη δυνατότητα επικοινωνίας μαζί της. Σημασία βεβαίως έχει το γεγονός πως το Δικαστήριο βάσει και του περιεχομένου αυτών των ενόρκων δηλώσεων έκρινε πως όντως η αίτηση είχε γνωστοποιηθεί στην εναγόμενη και προφανώς γι΄ αυτό το λόγο προχώρησε και στην έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 5/5/
- 46 Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ως δικαιολογημένο το αίτημα για ακύρωση και παραμερισμό του ενδιάμεσου διατάγματος ημερομηνίας 5/5/2015 (όπως η εναγόμενη περιγράφει τα επίδικα προσωρινά διατάγματα) δηλαδή των δύο προσωρινών διαταγμάτων τα οποία εκδόθηκαν στις 5/5/2015, είτε για τον πρώτο είτε για το δεύτερο λόγο τον οποίο προτείνει η εναγόμενη (βλ. σχετικά την παράγραφο 32 αυτής της απόφασης). 47 Το τελευταίο αίτημα της εναγόμενης σύμφωνα με την παράγραφο (iv) της αίτησης είναι για ακύρωση και παραμερισμό της επίδοσης η οποία έγινε στις 18/6/2015 συγκεκριμένων δικαστικών εγγράφων για το λόγο ότι η επίδοση αυτών έγινε χωρίς να συμπεριληφθεί η μονομερής αίτηση και η συνοδεύουσα ένορκη δήλωση όπως προνοείται με τη Δ.48 θ.
- 48 Βεβαίως σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου η συγκεκριμένη επίδοση έγινε στις 17/6/2015 όμως το αίτημα της εναγόμενης εξετάζεται ως προς την ουσία του. Δεν καθορίζεται με το αίτημα, στο τέλος δηλαδή της υποπαραγράφου (iv), ποια ακριβώς μονομερή αίτηση δεν επιδόθηκε ενώ όπως διαπιστώνεται η αίτηση ημερομηνίας 13/5/2015 με την οποία εξασφαλίστηκαν τα διατάγματα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, ως επίσης και μετάφραση της, συμπεριλαμβάνεται στα έγγραφα τα οποία επιδόθηκαν. 49 Διευκρινίζεται όμως με τη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησης (σελίδες 45 έως και 47) πως η μονομερής αίτηση η οποία δεν συμπεριλήφθηκε μαζί με τη συνοδεύουσα ένορκη δήλωση είναι η αίτηση ημερομηνίας 7/4/2015 βάσει και της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 5/5/
- 50 Το συγκεκριμένο μέρος του αιτήματος της εναγόμενης κρίνεται αβάσιμο καθώς πέραν και από το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν εξέδωσε το διάταγμα μετά από έγκριση μονομερούς αίτησης αλλά μετά από γνωστοποίηση της προς την εναγόμενη, επιπλέον, τόσο η συγκεκριμένη αίτηση στο σύνολο της μαζί με την επισυνημμένη ένορκη δήλωση αλλά και μετάφραση των είχε γνωστοποιηθεί στην εναγόμενη πριν από την ημερομηνία έκδοσης των διαταγμάτων ημερομηνίας 5/5/
- 51 Ούτε και συμφωνεί το Δικαστήριο με τη θέση πως θα έπρεπε να επιδοθεί εκ νέου η αίτηση ημερομηνίας 7/4/2015 προς συμμόρφωση με τη Δ.48 θ.
- Ενώ παράλληλα υπενθυμίζεται πως υπήρξε συμμόρφωση με τη Δ.
- θ. 13 σε σχέση με την αίτηση ημερομηνίας 13/5/2015 αναφορικά και με την οποία αίτηση κρίνεται πως τυγχάνει εφαρμογής η Δ.48 θ. 13 σε σχέση με τα διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν στις 20/5/
- 52 Έχοντας εξετάσει το αίτημα της εναγόμενης στο σύνολο του κρίνεται πως δεν δικαιολογείται η έγκριση οποιουδήποτε μέρους αυτού. Ως εκ τούτου η αίτηση της απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων 1 και 2 και εις βάρος της εναγόμενης 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της αγωγής. 53 Τέλος, θεωρώ πως θα ήταν παράλειψη μου να μην εκφράσω τη λύπη μου ως προς την καθυστέρηση σε σχέση με την έκδοση αυτής της απόφασης και η οποία βεβαίως δεν οφείλεται είτε στο χειρισμό της υπόθεσης από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων είτε στη δυσκολία του ερωτήματος το οποίο τέθηκε προς απάντηση από το Δικαστήριο αλλά στο φόρτο εργασίας του Δικαστηρίου επί καθημερινής βάσης και στον αριθμό και άλλων επιφυλαγμένων αποφάσεων με ανάλογη χρονική προτεραιότητα ως προς την έκδοση τους είτε συνήθως έχοντας ως βασικό κριτήριο την ημερομηνία επιφύλαξης τους είτε διαφορετικά σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις εξαιτίας της επείγουσας φύσης της διαδικασίας βάσει της οποίας αυτές προέκυψαν και των οποίων επιφυλαγμένων αποφάσεων είτε η έκδοση εξακολουθεί να εκκρεμεί είτε έχει κατ΄ εξαίρεση προηγηθεί της έκδοσης της απόφασης σε αυτή την αίτηση παρά και τη μεταγενέστερη ημερομηνία επιφύλαξης των. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παρατηρείται απλά, σε σχέση με τη νομική πτυχή της αγωγής, ότι η απόφαση στην οποία αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων με την αγόρευση του ανατράπηκε σε δευτεροβάθμιο επίπεδο στις 19/6/2015, δηλαδή πριν από την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης στις 27/5/2016, με την απόφαση Douez v. Facebook Inc., 2015 BCCA 279, με την οποία το Court of Appeal for British Columbia εφάρμοσε τη ρήτρα αναφορικά με την επιλογή του χώρου εκδίκασης της αγωγής και ανέστειλε την αγωγή η οποία καταχωρίσθηκε στον Καναδά. Βεβαίως σε σχέση και με αυτή την απόφαση εκκρεμεί η εκδίκαση έφεσης από το Supreme Court of Canada, δηλαδή σε τριτοβάθμιο επίπεδο. Επιπλέον, το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του και την αναφορά του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων ως προς την ύπαρξη της απόφασης του Γαλλικού Εφετείου σύμφωνα με την οποία η επίδικη ρήτρα δικαιοδοσίας κρίθηκε καταχρηστική. Η απόφαση αυτή είχε σχέση με την ανάρτηση από τον Frédéric Durand-Baissas χρήστη του Facebook του πίνακα «L' Origine du Monde» του ζωγράφου Gustave Courbet και η σημασία αυτής είναι η αναγνώριση του δικαιώματος του να καταχωρίσει αγωγή στην Γαλλία και όχι στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α.. [2] Η απόρριψη της μονομερούς αίτησης δεν αποκλειόταν ως μία καθόλα εύλογη επιλογή για το Δικαστήριο διατηρώντας υπόψη ότι όπως είχε κριθεί δεν ικανοποιείτο συγκεκριμένη προϋπόθεση για έγκριση της αίτησης μονομερώς, δηλαδή εξαιτίας της απουσίας είτε του παράγοντα του κατεπείγοντος του αιτήματος είτε των οποιωνδήποτε ιδιαίτερων περιστάσεων. [3] Η αναφορά σε ενδιάμεσο διάταγμα στον ενικό ημερομηνίας 5/5/2015 παραγνωρίζει το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη ημερομηνία εκδόθηκαν δύο διατάγματα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο