← Κύπρος

ALPHA BANK LIMITED ν. ΔΕΣΠΩ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1739/2006, 15/2/2017

ALPHA BANK LIMITED ν. ΔΕΣΠΩ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1739/2006, 15/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A49 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1739/2006 Μεταξύ: ALPHA BANK LIMITED Ενάγουσας και

  1. ΔΕΣΠΩ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ
  2. ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΟΥΝΤΗΣ ή άλλως ΜΙΧΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΥΝΤΗ
  3. ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΒΡΑΑΜΙΔΗΣ
  4. ΛΟΥΛΛΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΑΒΒΙΔΗ Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερομηνίας 26/08/2016 Ημερομηνία: 15/02/2017 Εμφανίσεις Για τον Εναγόμενο 3/Αιτητή: κ. Χ Τσέλιγκας Για τους Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση: κα. Φ. Στεφάνου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε ----------------------- Στις 22.04.10 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 - 3 για το ποσό των €270.233,75 πλέον τόκο προς 10,25% ετησίως από 01.01.06 μέχρι 03.01.06 και τόκο προς 14,25% ετησίως από 04.01.06 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30.06 και 31.12 εκάστου έτους, πλέον τα δικηγορικά έξοδα. Περαιτέρω διατάχθηκε η εκποίηση των υποθηκών με αρ. Υ818/01 και Υ819/01 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου που εκτέλεσαν προς όφελος της Ενάγουσας οι Εναγόμενοι 4 και 2 αντίστοιχα. Ο Εναγόμενος 3 (στο εξής ο «Αιτητής») καταχώρησε στις 26.08.16 την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αξιώνει την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: "Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό εναντίον του Εναγομένου 3 στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή αίτηση καταβολής μηνιαίων δόσεων όπως προβλέπεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ή αίτηση έκδοση διατάγματος παραλαβής όπως προβλέπεται στον περί Πτώχευσης Νόμο." Η αίτηση βασίζεται στον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003, Ν.197(Ι)/2003, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, άρθρα 2, 3, 9, 10, 11 και 13, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 θθ. 1, 2, 3, 7 και 9 και στις γενικές και σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, η οποία υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι στις 29.03.00 υπέγραψε σύμβαση εγγύησης δυνάμει της οποίας εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 - πρωτοφειλέτριας προς την Ενάγουσα (στο εξής «Καθ' ης η αίτηση»). Στις 22.04.10 εκδόθηκε απόφαση τόσο εναντίον της πρωτοφειλέτριας, όσο και εναντίον του Αιτητή ως εγγυητή της. Μετά την έκδοση της ως άνω δικαστικής απόφασης η Καθ' ης η αίτηση ενέγραψε τη δικαστική απόφαση (ΜΕΜΟ) επί ακινήτων της Εναγόμενης
  5. Συγκεκριμένα από τα 15 ακίνητα τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της Εναγόμενης 1 εγγράφηκε η προαναφερόμενη δικαστική απόφαση στα 14 δυνάμει των ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ 814/10 και ΕΒ 1272/13 (Τεκμήριο Δ της αίτησης). Η συνολική αγοραία αξία των 14 ακινήτων που επιβαρύνονται με τα ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ 814/10 και ΕΒ 1272/13 ανέρχεται, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αρμόδιων λειτουργών του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο ποσό των €2.958.633,
  6. Το εξ αποφάσεως χρέος, με βάση κατάσταση λογαριασμού που στάλθηκε στον δικηγόρο του Αιτητή από την Καθ' ης η αίτηση (Τεκμήριο Ζ της αίτησης), ανερχόταν μέχρι τις 22.07.16 στο ποσό των €1.212.105,
  7. Συνεπώς, ισχυρίζεται ο Αιτητής, η Εναγόμενη 1 διαθέτει εκ πρώτης όψεως περιουσία η αξία της οποίας είναι αρκετή για την ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν έγινε από την Καθ' ης η αίτηση οποιαδήποτε προσπάθεια πώλησης των ακινήτων που επιβαρύνονται με τα ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ 814/10 και ΕΒ 1272/
  8. Επιπρόσθετα η Καθ' ης η αίτηση επιβάρυνε στις 25.05.10 και 27.05.10 το σύνολο της ακίνητης ιδιοκτησίας στην οποία ο Αιτητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης καταχωρώντας τα ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ 835/10 και ΕΒ 1292/
  9. Η αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας του Αιτητή που έχει επιβαρυνθεί με τα εν λόγω ΜΕΜΟ υπολογίζεται, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αρμόδιων λειτουργών του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο ποσό των €466.266,67 (Τεκμήριο Η της αίτησης). Καταληκτικά ο Αιτητής υποστηρίζει ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εφαρμοστεί στην προκείμενη περίπτωση ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος, Ν.197(Ι)/2003, καθώς πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 10

(1)(γ) αυτού. Η Καθ' ης η αίτηση, στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εγείρει εννέα λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στο ότι η αίτηση είναι παράτυπη και στερείται νομικού υποβάθρου, καθώς και στο ότι προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης του Δικαστηρίου και των δικαιωμάτων της Καθ' ης η αίτηση αφού καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Περαιτέρω, ως λόγος ένστασης προβάλλεται η θέση ότι ο Αιτητής δεν παρουσιάζει σοβαρούς λόγους που να δικαιολογούν την αιτούμενη θεραπεία, ενώ σε περίπτωση έγκρισης της θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη και αδικία στην Καθ' ης η αίτηση. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του υπαλλήλου της Καθ' ης η αίτηση Σάββα Άδωνη ο οποίος επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 δεν επαρκεί και δεν αποτελεί ικανοποιητική εξασφάλιση για την εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 22.04.
  1. Αυτό διότι από τη μία το εξ αποφάσεως χρέος, λόγω της ύπαρξης τόκων, συνεχώς αυξάνεται και από την άλλη παρατηρείται συνεχής μείωση της αξίας των ακινήτων. Το εξ αποφάσεως χρέος κατά την 10.10.16 ανερχόταν στο ποσό των €1.246.684,73 (Τεκμήριο 15 της ένστασης). Από την άλλη, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που διενεργήθηκαν για τα ακίνητα της Εναγόμενης 1, η αξία των ακινήτων της στο χωριό Αναρίτα της Επαρχίας Πάφου σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης τους ανέρχεται στις €614.000 (Τεκμήριο 16 της ένστασης) και η αντίστοιχη αξία των ακινήτων της στον Άγιο Θεόδωρο Πάφου στις €665.000 (Τεκμήριο 17 της ένστασης). Η συνολική επομένως αξία των ακινήτων της Εναγόμενης 1 σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης είναι €1.279.000, εξαιρουμένων των ακινήτων με αρ. εγγραφής 0/26501 και 0/26502 τα οποία επιβαρύνονται με την υποθήκη με αρ. Υ476/88 προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και η οποία προηγείται των ΜΕΜΟ που έχει εγγράψει η Καθ' ης η αίτηση. Σημειώνεται ότι τα προαναφερόμενα ακίνητα δεν συμπεριλαμβάνονται στις εκθέσεις εκτίμησης - Τεκμήρια 16 και 17 της ένστασης. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν προχώρησε σε διαδικασία πώλησης των ακινήτων της Εναγόμενης 1 διότι, σε σχέση με τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/5422, 0/5423, 0/5431, 0/5432 και 2/243 που καλύπτονται από το ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ 1272/13 η Εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια κατά 1/3 μερίδιο, ενώ στα ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/29951, 0/29952, 0/29959 και 0/29960 που καλύπτονται από το ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ 814/10 η Εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια κατά ½ μερίδιο και επομένως η Καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει στην πώληση τους. Όσον αφορά τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 4/335 και 4/351 (ΜΕΜΟ 1272/13) η πώληση τους δεν θα ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος αφού η αξία τους σε καταναγκαστική πώληση ανέρχεται σε €34.
  2. Επίσης η Καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει ούτε στην πώληση των ακινήτων με αρ. εγγραφής 0/26501 και 0/26502 (ΜΕΜ0 814/10), καθώς αυτά επιβαρύνονται με την υποθήκη με αρ. Υ476/88, η οποία προηγείται της επιβάρυνσης της Καθ' ης η αίτηση. Καταληκτικά ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η εγγραφή της δικαστικής απόφασης επί της ακίνητης περιουσίας του Αιτητή συνιστά νομότυπο μέτρο εκτέλεσης στο οποίο δικαιωματικά προέβη η Καθ' ης η αίτηση. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα παραβίαζε την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης σύμφωνα με την οποία ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει χωρίς εύλογη αιτία να στερείται τους καρπούς της επιτυχίας του. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η αίτηση, πέραν της Καθ' ης η αίτηση, επιδόθηκε τόσο στην Εναγόμενη 1, όσο και στον Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, οι οποίοι όμως επέλεξαν να μην εμφανιστούν. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάσει των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους υποστηρίζοντας τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις τους. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση, ως ήδη αναφέρθηκε, στηρίζεται στον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο, Ν.197(Ι)/2003, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος») και πιο συγκεκριμένα στα άρθρα 9 και 10
(1)(γ). Παραθέτω αυτούσιες τις ρυθμίσεις των εν λόγω άρθρων: "9. Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου παρέχεται εξουσία σε δικαστήριο να διατάξει καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή αίτηση καταβολής μηνιαίων δόσεων όπως προβλέπεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ή αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής όπως προβλέπεται στον περί Πτώχευσης Νόμο, ως ακολούθως: (α) κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτή εκδίδεται εκ συμφώνου ή κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν παρουσίασης στο δικαστήριο από τον εγγυητή όλων των σχετικών στοιχείων· (β) σε περίπτωση έκδοσης απόφασης και τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 10, οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης με τη συγκατάθεση του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη ή χωρίς τέτοια συγκατάθεση· (γ) κατά το χρόνο έκδοσης απόφασης ή διατάγματος δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 7." "10.
(1)Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις: ........................... (γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης: Νοείται ότι κατά την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εναντίον του εγγυητή το δικαστήριο αναφέρει τα οικονομικά στοιχεία ή και προσδιορίζει την περιουσία για την οποία το δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ή για την οποία ο πιστωτής, ο εγγυητής και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν, ανάλογα με την περίπτωση, ότι είναι δυνατόν εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή και απαγορεύει στον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει την προσδιοριζόμενη στο διάταγμα περιουσία ή τα οικονομικά στοιχεία, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ' αποφάσεως οφειλή ή οποιοδήποτε μέρος της: Νοείται περαιτέρω ότι απαγόρευση εναντίον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει περιουσία του δεν επηρεάζει τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση άλλης προϋπάρχουσας δικαστικής απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη ή την εκποίησή της στα πλαίσια εκτέλεσης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που υφίστατο ήδη κατά το χρόνο της απαγόρευσης, καθώς επίσης και τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων από τον πιστωτή εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του και εναντίον του πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένου και του μέτρου της εκποίησης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση της αποπληρωμής της οφειλής: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης, εάν ο πιστωτής δεν αποδείξει- (i) ότι έχει λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία· ή (ίί) σε περίπτωση που ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή διάταγμα πτώχευσης εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πτώχευσης Νόμου· ή (ίίi) σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης είναι εταιρεία, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου· ή (ίν) σε περίπτωση που έχει εκδοθεί διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παράβασης του σχετικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων· ή (ν) σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου." Συμπεράσματα Θεωρώ ορθό να ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με δύο ζητήματα που εγείρονται υπό μορφή προδικαστικών ενστάσεων από την Καθ' ης η αίτηση. Αναφέρομαι αφενός στο ζήτημα της υπερβολικής και/ή υπέρμετρης καθυστέρησης η οποία, κατά την εισήγηση της Καθ' ης η αίτηση, συνιστά υπό τις περιστάσεις κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και αφετέρου στο ζήτημα της νομικής βάσης της αίτησης. Ξεκινώντας από το πρώτο ζήτημα, ως αυτό περιγράφεται πιο πάνω, η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση επισημαίνει ότι από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης παρήλθε περίοδος περίπου 6 ετών και 5 μηνών εντός της οποίας ο Αιτητής επέδειξε πλήρη αδράνεια. Η επισήμανση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση ως προς το χρόνο που μεσολάβησε είναι ορθή, όπως ορθή είναι και η αναφορά της ότι ο Αιτητής δεν δίδει την παραμικρή εξήγηση για τον λόγο που καταχώρησε την επίδικη αίτηση μετά την πάροδο του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος. Το ερώτημα επομένως είναι κατά πόσο το πιο πάνω αναφερόμενο γεγονός μπορεί να επιφέρει τις συνέπειες που εισηγείται η Καθ' ης η αίτηση. Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι, κατά την κρίση μου, αρνητική. Η πάροδος έξι περίπου ετών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης και η απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον Αιτητή για την εν λόγω καθυστέρηση, δεν καθιστά άνευ ετέρου την παρούσα διαδικασία καταχρηστική. Οι πρόνοιες του Νόμου αποκαλύπτουν ότι ο νομοθέτης δεν θέλησε να θέσει χρονικούς περιορισμούς στην καταχώρηση αιτήσεων όπως η παρούσα, αλλά αντίθετα, χρησιμοποιώντας τη λέξη «οποτεδήποτε» (βλ. άρθρα 9(β) και 10
(1)(γ)) επιτρέπει ρητά την καταχώρηση αιτήσεων για αναστολή εκτέλεσης απόφασης σε οποιοδήποτε χρόνο. Συνεπώς το ζήτημα του χρόνου, από μόνο του, δεν υποδεικνύει την ύπαρξη κατάχρησης. Αναφορικά με το δεύτερο ζήτημα η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση εισηγείται με παραπομπή στο άρθρο 13 του Νόμου ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν εφαρμόζεται ο Νόμος. Αυτό διότι η συμφωνία εγγύησης που υπέγραψε ο Αιτητής είναι ημερομηνίας 29.03.00, δηλαδή προγενέστερη της έναρξης ισχύος του Νόμου. Καταρχάς θα πρέπει να αναφέρω ότι στην αγόρευση της συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση παρατίθεται το άρθρο 13 του Νόμου, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση του με τον νόμο 58(Ι)/2015 ο οποίος δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 07.05.15. Στην προκείμενη περίπτωση όμως, όπου η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 26.08.16, ίσχυε και εξακολουθεί να ισχύει το άρθρο 13 όπως τροποποιήθηκε από τον νόμο 58(Ι)/2015. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 13 του Νόμου όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα: "13.
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται σε σχέση με συμβάσεις εγγύησης που συνάπτονται μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος αυτού καθώς και σε σχέση με συμβάσεις εγγύησης που συνήφθησαν πριν την εν λόγω ημερομηνία.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), οι διατάξεις των άρθρων 6, 7, 8, 9 και 10 εφαρμόζονται σε αποφάσεις δικαστηρίων και σε διαιτητικές αποφάσεις δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου που είχαν ήδη εκδοθεί πριν ή κατά ή που εκδίδονται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2003.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2), οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν εφαρμόζονται σε σχέση με συμβάσεις εγγύησης στις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις για τα προσωπικά σχέδια αποπληρωμής ή τα σχέδια αναδιάρθρωσης νομικού προσώπου που διαλαμβάνονται στον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 ή στον περί Εταιρειών (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2015." Σύμφωνα επομένως με το άρθρο 13 του Νόμου η ημερομηνία σύναψης της εγγύησης δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο εφόσον ο Νόμος καλύπτει πλέον και συμβάσεις εγγύησης που καταρτίστηκαν πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος του. Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμη και με το προϊσχύων καθεστώς, η επίδικη περίπτωση θα ενέπιπτε εντός του πεδίου εφαρμογής του Νόμου. Αυτό διότι το άρθρο 13
(2)του Νόμου ρητά προβλέπει ότι ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου 1 του άρθρου 13, οι διατάξεις των άρθρων 6 - 10 εφαρμόζονται σε όλες τις αποφάσεις είτε αυτές εκδόθηκαν πριν, είτε μετά την 31.12.
  1. Καθίσταται επομένως φανερό ότι, παρά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης στις 29.03.00, ο Νόμος εφαρμόζεται αφ' ης στιγμής η απόφαση εκδόθηκε στις 22.04.
  2. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι εν προκειμένω εφαρμόζεται ο Νόμος θέτει, κατά την άποψη μου, εκ ποδών την επιχειρηματολογία της Καθ' ης η αίτηση ότι η νομική βάση είναι ελλιπής διότι δεν περιλαμβάνονται σε αυτή η Δ.40 θ.7(β) και 11 και ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ.
  3. Η εν λόγω επιχειρηματολογία θα είχε σημασία εάν κρινόταν ότι ο Νόμος δεν εφαρμόζεται, οπότε και θα παρέμεινε ουσιαστικά χωρίς νομικό υπόβαθρο η αίτηση. Οι νομοθετικές όμως διατάξεις που περιλαμβάνονται στη νομική βάση της αίτησης είναι ικανές για να ενεργοποιήσουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Επισημαίνω ότι το άρθρο 9 του Νόμου παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει αναστολή εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης «παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου». Μετά την εξέταση των πιο πάνω ζητημάτων που εγέρθηκαν υπό μορφή προδικαστικών ενστάσεων, θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση της ουσίας της επίδικης αίτησης. Από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων προκύπτουν τα ακόλουθα αδιαμφισβήτητα γεγονότα:
  4. Η Καθ' ης η αίτηση παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στην Εναγόμενη 1 και συγκεκριμένα όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό και δάνειο.
  5. Ο Αιτητής υπέγραψε σύμβαση εγγύησης προς εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 έναντι της Καθ' ης η αίτηση.
  6. Στις 22.04.10 εκδόθηκε απόφαση εναντίον, μεταξύ άλλων, της Εναγόμενης 1 και του Αιτητή.
  7. Η Καθ' ης η αίτηση ενέγραψε τη δικαστική απόφαση επί ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1, δυνάμει των ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ 814/10 και ΕΒ 1272/
  8. Η Καθ' ης η αίτηση ενέγραψε τη δικαστική απόφαση και επί ακίνητης ιδιοκτησίας του Αιτητή με τα ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ 835/10 και ΕΒ 1292/
  9. Το εξ αποφάσεως χρέος εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο. Σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)(γ) (βλ. ανωτέρω) το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό και εφόσον ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης διαθέτει περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Όπως ήδη αναφέρθηκε η Εναγόμενη 1 διαθέτει περιουσία επί της οποίας η Καθ' ης η αίτηση έχει εγγράψει τη δικαστική απόφαση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι τα ΜΕΜΟ με αρ. ΕΒ 814/10 και ΕΒ 1272/13 καλύπτουν 15 ακίνητα της Εναγόμενης 1 και όχι 14 όπως εκ λάθους αναφέρει ο Αιτητής. Το επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο η περιουσία της Εναγόμενης 1 είναι τέτοιας αξίας ώστε να μπορεί να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Εδώ εντοπίζεται διαφωνία μεταξύ των διαδίκων. Ο μεν Αιτητής ανεβάζει την αξία των 15 υπό αναφορά ακινήτων στο ποσό των €3.144.033,66 βασιζόμενος στις εκτιμήσεις του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (Τεκμήριο Δ της αίτησης), η δε Καθ' ης η αίτηση στο ποσό των €1.279.000, σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης τους, βασιζόμενη στις εκθέσεις εκτίμησης των εγκεκριμένων εκτιμητών Ρούσος & Αγγελίδης (Τεκμήρια 16 και 17 της ένστασης). Διευκρινίζεται ότι στο ποσό των €1.279.000 δεν υπολογίζονται τα δύο ακίνητα που επιβαρύνονται με την υποθήκη Υ476/
  1. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση εισηγείται ότι η αξία της περιουσίας της Εναγόμενης 1, όπως προσδιορίζεται από τον Αιτητή, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθώς αναφέρεται στην αγοραία αξία των ακινήτων σε τιμές μάλιστα 01.01.
  2. Η εν λόγω εισήγηση με βρίσκει σύμφωνο. Είναι προφανές ότι ενδεχόμενη πώληση των ακινήτων που επιβαρύνονται με τα ΜΕΜΟ ΕΒ 814/10 και 1272/13 δεν θα γίνει στην ελεύθερη αγορά, αλλά μέσω δημόσιου πλειστηριασμού (βλ. άρθρο 33 του Κεφ.6), ήτοι υπό συνθήκες καταναγκαστικής πώλησης. Όπως δε προκύπτει από το Τεκμήριο Δ της αίτησης, η αναγραφόμενη ως αξία των ακινήτων της Εναγόμενης 1 αφορά την αγοραία αξία τους σε τιμές 01.01.
  3. Θα προσέθετα επίσης ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία επί του Τεκμηρίου Δ για τον τρόπο υπολογισμού της αξίας των ακινήτων, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να ελέγξει και την ορθότητα τους. Συνεπώς ως αξία των ακινήτων της Εναγόμενης 1 μπορεί να ληφθεί υπόψη η αξία τους σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης, όπως αυτή δίδεται στις εκθέσεις εκτίμησης των εκτιμητών Ρούσος & Αγγελίδης ημερομηνίας 11.11.16 (Τεκμήρια 16 και 17 της ένστασης). Σύμφωνα επομένως με τις εκθέσεις εκτίμησης (Τεκμήρια 16 και 17 της ένστασης) η συνολική αξία των ακινήτων της Εναγόμενης 1 που επιβαρύνονται με τα ΜΕΜΟ ΕΒ 814/10 και 1272/13 σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης, εξαιρουμένων των ακινήτων με αρ. εγγραφής 0/26501 και 0/26502 που επιβαρύνονται με την προγενέστερη υποθήκη Υ476/88, ανέρχεται στο ποσό των €1.279.
  4. Το εξ αποφάσεως χρέος, σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε η Καθ' ης η αίτηση (Τεκμήριο 15 της ένστασης), ανέρχεται στο ποσό των €1.246.684,
  5. Από τη σύγκριση της αξίας της περιουσίας της Εναγόμενης 1 και του εξ αποφάσεως χρέους είναι εμφανές ότι η πρώτη υπερκαλύπτει το δεύτερο. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση εισηγείται ωστόσο ότι η αξία της περιουσίας της Εναγόμενης 1 δεν αποτελεί επαρκή εξασφάλιση για ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Η εν λόγω εισήγηση βασίζεται στους ακόλουθους δύο παράγοντες. Αφενός στη γενικότερη οικονομική ύφεση που υπάρχει και τη μειωμένη ζήτηση ακινήτων και αφετέρου στην ύπαρξη μεριδίων σε αρκετά από τα ακίνητα που επιβαρύνονται από τα ΜΕΜΟ γεγονός που επηρεάζει αρνητικά την εμπορευσιμότητα τους. Οι πιο πάνω ωστόσο επισημάνσεις της Καθ' ης η αίτηση λήφθηκαν υπόψη κατά τη διενέργεια της εκτίμησης των ακινήτων της Εναγόμενης
  6. Παραπέμπω συγκεκριμένα στις σελ. 19 και 7 των Τεκμηρίων 16 και 17 της ένστασης αντίστοιχα, όπου ρητά αναφέρεται ότι η αγοραία αξία διαμορφώθηκε λαμβάνοντας υπόψη τα τρέχοντα δεδομένα της οικονομικής κρίσης. Ειδικότερα όσον αφορά την ύπαρξη μεριδίων οι εκτιμητές προχώρησαν σε αφαίρεση ποσοστού 20% από την αξία των ακινήτων στα οποία η Εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια μεριδίου. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι ένεκα της ύπαρξης μεριδίων στα ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/5422, 0/5423, 0/5431, 0/5432, 2/243, 0/29951, 0/29952, 0/29959 και 0/29960 δεν μπορεί η Καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει στην πώληση τους. Καταρχάς θα πρέπει να επισημάνω ότι η θέση ότι το ΜΕΜΟ 814/10 επιβαρύνει μόνο το ½ μερίδιο της Εναγόμενης 1 στα ακίνητα με αρ. εγγραφής 0/29951, 0/29952, 0/29959 και 0/29960 δεν επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια Δ της αίτησης και 6 της ένστασης. Από τα εν λόγω Τεκμήρια προκύπτει ότι τα προαναφερόμενα ακίνητα ανήκουν εξ ολοκλήρου στην Εναγόμενη 1 και το ΜΕΜΟ εγγράφηκε επί του όλου μεριδίου. Εν πάση περιπτώσει η ύπαρξη μεριδίων δεν συνιστά, κατά την κρίση μου, εμπόδιο στην πώληση των ακινήτων. Ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ.6 (άρθρα 22 - 52 και 97 - 99) δεν απαγορεύει την έκδοση εντάλματος πώλησης ακινήτων στη βάση του ότι ο οφειλέτης χρέους είναι ιδιοκτήτης μεριδίου. Έχοντας επομένως υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και συγκεκριμένα το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους, το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 - πρωτοφειλέτης είναι ιδιοκτήτρια 15 συνολικά ακινήτων επί των οποίων η Καθ' ης η αίτηση έχει εγγράψει την απόφαση (ΜΕΜΟ ΕΒ 814/10 και 1272/13) και η αξία των οποίων σε περίπτωση καταναγκαστικής πώλησης ανέρχεται σε €1.279.000, σε συνδυασμό με το ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν απέδειξε ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει κινητή περιουσία, ή ότι εκδόθηκε εναντίον της διάταγμα παραλαβής ή πτώχευσης, ή διάταγμα πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις προς το οποίο δεν συμμορφώνεται, ή τέλος ότι υπάρχει υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία της Εναγόμενης 1 που δεν έχει εκποιηθεί, κρίνω ότι η Εναγόμενη 1 διαθέτει περιουσία που δύναται εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Έχοντας κατά νου ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν ζήτησε μέχρι σήμερα την έκδοση εντάλματος για πώληση των ακινήτων που επιβαρύνονται με τα ΜΕΜΟ ΕΒ 814/10 και 1272/13, παρά το γεγονός ότι μπορούσε να το πράξει κάτω τουλάχιστον από τις πρόνοιες του άρθρου 98 του Κεφ.6, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως χορηγηθεί το αιτούμενο διάταγμα. Μόνο με την ενεργοποίηση της διαδικασίας πώλησης των προαναφερόμενων ακινήτων θα μπορεί να κριθεί αντικειμενικά κατά πόσο η περιουσία της Εναγόμενης 1 μπορεί ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Λύρα ν. Alpha Bank Ltd Πολ. Έφεση 186/10 ημερ.24.04.15, ο σκοπός του νομοθέτη δεν είναι η παραχώρηση αναστολών εκτέλεσης εκεί όπου αντικειμενικά η περιουσία δεν μπορεί να ικανοποιήσει το χρέος. Στην προκείμενη περίπτωση ελλείπει ακριβώς η δυνατότητα αντικειμενικής θεώρησης, εφόσον δεν επιχειρήθηκε η πώληση των ακινήτων των οποίων η εκτιμημένη τους αξία υπερβαίνει την εξ αποφάσεως οφειλή. Πριν τη διατύπωση της κατάληξης του Δικαστηρίου θα πρέπει να σχολιαστεί η εισήγηση της Καθ' ης η αίτηση ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι αόριστο επειδή ο Αιτητής δεν αναφέρει τις λεπτομέρειες της ακίνητης ιδιοκτησίας σε σχέση με την οποία ζητά αναστολή της επιβάρυνσης. Δεν θεωρώ ότι κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο. Το άρθρο 9 του Νόμου παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία όπως αναστείλει την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης σε σχέση με τον εγγυητή σε όση έκταση αφορά, μεταξύ άλλων, την πώληση ή επιβάρυνση της ακίνητης ιδιοκτησίας του. Παρέχεται επομένως η ευχέρεια έκδοσης διατάγματος που να αφορά γενικά την ακίνητη ιδιοκτησία του εγγυητή, καλύπτοντας προφανώς και ιδιοκτησία που μπορεί να περιέλθει στην κυριότητα του μετά την έκδοση του διατάγματος. Συνεπώς δεν θεωρώ ότι υπάρχει πρόβλημα στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επειδή δεν δίδονται από τον Αιτητή λεπτομέρειες της ακίνητης ιδιοκτησίας του. Άλλωστε εκεί όπου ο νομοθέτης ήθελε να προσδιοριστεί η περιουσία περιέλαβε ρητή πρόνοια. Αναφέρομαι λ.χ. στο άρθρο 10
(1)(γ) σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να προσδιορίσει στο διάταγμα την περιουσία του πρωτοφειλέτη που θεώρησε ως ικανή να καλύψει το εξ αποφάσεως χρέος. Για όλους του λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της αίτησης. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 1 - πρωτοφειλέτριας με το οποίο απαγορεύεται η αποξένωση των ακινήτων που αναφέρονται πιο κάτω, η αξία των οποίων εκ πρώτης όψεως δύναται να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή, ενόσω η τελευταία ή οποιοδήποτε μέρος της παραμένει ανικανοποίητη: Αρ. Εγγραφής Φύλλο/Σχέδιο Τεμάχιο Περιοχή 0/26501 51/110206 3926 Δήμος Πάφου, Άγιος Θεόδωρος 0/26502 51/110210 3925 Δήμος Πάφου, Άγιος Θεόδωρος 0/29951 0/2-148-350 106 Δήμος Πάφου, Άγιος Θεόδωρος 0/29952 0/2-149-350 107 Δήμος Πάφου, Άγιος Θεόδωρος 0/29959 0/2-148-350 105 Δήμος Πάφου, Άγιος Θεόδωρος 0/29960 0/2-148-350 108 Δήμος Πάφου, Άγιος Θεόδωρος 0/5422 51/31 254 Πάφος, Αναρίτα 0/5423 51/31 255 Πάφος, Αναρίτα 0/5431 51/6107V01 54 Πάφος, Αναρίτα 0/5432 51/6107V01 216 Πάφος, Αναρίτα 2/243 0/2-156-346 261 Πάφος, Αναρίτα 2/245 0/2-157-346 263 Πάφος, Αναρίτα 2/247 0/2-157-346 265 Πάφος, Αναρίτα 4/335 0/2-158-345 341 Πάφος, Αναρίτα 4/351 0/2-158-345 357 Πάφος, Αναρίτα Tα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Μ. Αγιομαμίτης, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.