← Κύπρος

Dario Sergio Pinto De Lima Fiqueiredo ν. Κώστα Νεοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής: 2224/14, 7/2/2017

Dario Sergio Pinto De Lima Fiqueiredo ν. Κώστα Νεοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής: 2224/14, 7/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2224/14 Μεταξύ: Dario Sergio Pinto De Lima Fiqueiredo, από την Πάφο Ενάγοντα και

  1. Κώστα Νεοκλέους, από την Πάφο
  2. Μαρίας Γιάγκου, από την Πάφο Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 22.01.16 07.02.17 Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Ε. Πατσαλίδη για Ανδρέας Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Στ. Πολεμίτης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η H υπό κρίση αίτηση είναι η δεύτερη κατά σειρά αίτηση με την οποία ο Ενάγων (στο εξής ο Αιτητής) αξιώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 (στο εξής «Καθ' ων η Αίτηση»). Η πρώτη αίτηση καταχωρήθηκε στις 05.03.15 και κατόπιν ακρόασης το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε την προαναφερόμενη αίτηση στις 16.11.
  3. Για τους λόγους απόρριψης της πρώτης αίτησης ημερομηνίας 05.03.15 θα γίνει λόγος πιο κάτω. Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι περί τον Μάρτιο του 2012 ο Καθ' ου η Αίτηση 1 υπέγραψε έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος 11 γραμμάτια συνήθους τύπου για το ποσό των €1.400 έκαστο, με τόκο προς 9% ετησίως από της ημερομηνίας λήξεως του κάθε γραμματίου μέχρι της εξοφλήσεώς του (Τεκμήρια 1 - 11 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή). Η Καθ' ης η Αίτηση 2 υπέγραψε ως εγγυήτρια του Καθ' ου η Αίτηση 1 σε όλα τα προαναφερόμενα γραμμάτια. Σε διάφορες ημερομηνίες ο Καθ' ου η Αίτηση 1 κατέβαλε το συνολικό ποσό των €3.600 το οποίο και λογίστηκε προς εξόφληση των γραμματίων με ημερομηνία λήξεως 15.05.12 και 15.07.12 (Τεκμήρια 1 και 2 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή). Το υπόλοιπο ποσό των €800,00 λογίστηκε έναντι του γραμματίου με ημερομηνία λήξεως 15.09.12 (Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή). Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις για εξόφληση του υπολοίπου ποσού των €10.900 πλέον τόκους, οι Καθ' ων η Αίτηση εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να αρνούνται να πληρώσουν με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο το πιο πάνω ποσό. Μετά την απόρριψη από το Δικαστήριο της αίτησης για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 05.03.15 οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν στις 17.11.15 την Υπεράσπισή τους. Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν αποκαλύπτουν καλή υπεράσπιση και αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους 6 και 7 της Υπεράσπισης περί του ότι εξαπατήθηκαν από τον ίδιο και υπέγραψαν τα επίδικα γραμμάτια. Καταληκτικά ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η απαίτησή του είναι ξεκάθαρη και ότι η υπεράσπιση προβάλλεται μόνο για το σκοπό της πρόκλησης καθυστέρησης. Οι Καθ' ων η ECLI:CY:AD:2016:D147, Αίτηση 1 και 2 στις 31.03.2016 καταχώρισαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση
  4. Ο τελευταίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από την Καθ' ης η αίτηση 2 για να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Η υπό κρίση αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθώς αυτή καταχωρήθηκε μετά την απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία απέρριψε την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερομηνίας 05.03.
  5. Επί της ουσίας ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής απέκρυψε γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποκαλύπτουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η Αίτηση 1 μεταξύ του ιδίου και του Αιτητή καταρτίστηκε συμφωνία πωλήσεως των μετοχών του τελευταίου στην εταιρεία Μ. A. D. CALIFORNIA BEACH BAR LTD (στο εξής η «εταιρεία») της οποίας τις υπόλοιπες μετοχές είχε αγοράσει από τους δύο άλλους μετόχους της, ήτοι τον Μάριο Φιλίππου και τον Αντρέα Αριστοτέλους. Για την αγορά των εν λόγω μετοχών υπέγραψε και εξέδωσε προς όφελος του Αιτητή μεταχρονολογημένες επιταγές που εκδόθηκαν από την εταιρεία MICHANOURGIO COSTAS NEOCLEOUS LTD, στην οποία διευθυντής είναι ο ίδιος και η σύζυγός του - Καθ' ης η Αίτηση
  6. O Aιτητής παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να μεταβιβάσει τις μετοχές επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση 1 και/ή να τον εφοδιάσει με τα απαραίτητα πιστοποιητικά από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη στα οποία να εμφαίνεται ότι έγιναν οι αλλαγές στο μητρώο της εταιρείας, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να ανακαλέσει την πληρωμή των επιταγών. Ο Αιτητής αντιδρώντας στην προαναφερόμενη ενέργεια καταχώρισε εναντίον της εκδότριας των επιταγών, καθώς επίσης και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ως διευθυντών της εκδότριας εταιρείας τρεις ποινικές υποθέσεις (Τεκμήρια 2 - 4 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή). Yπό το κράτος έντονης ψυχικής πίεσης και απειλών ότι, τόσο ο Καθ' ου η Αίτηση 1 όσο και η Καθ' ης η Αίτηση 2, θα κατέληγαν στη φυλακή, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 εξαναγκάστηκε να υπογράψει με την εγγύηση της Καθ' ης η Αίτηση 2 τα επίδικα γραμμάτια με αντάλλαγμα την απόσυρση των προαναφερόμενων ποινικών υποθέσεων. Περαιτέρω, υπό συνθήκες που συνιστούν απάτη ο Αιτητής διαβεβαίωσε τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1 ότι θα τον εφοδίαζε με τα νέα πιστοποιητικά και έγγραφα της εταιρείας, πράγμα που μέχρι σήμερα δεν έχει πράξει. Ενόψει των πιο πάνω, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε νόμιμο αντάλλαγμα για την υπογραφή των επίδικων γραμματίων και ως εκ τούτου, τόσο ο ίδιος όσο και η Καθ΄ ης η Αίτηση 2 έχουν δικαίωμα προβολής υπεράσπισης και εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Μετά από διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο εκδόθηκε εκ συμφώνου, δόθηκε άδεια στον Αιτητή όπως καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προκειμένου να απαντήσει στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους 5 - 17 της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η Αίτηση
  7. Ο Αιτητής ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι συντελέστηκε η μεταβίβαση των μετοχών που διατηρούσε στην εταιρεία επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση
  8. Μάλιστα επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 την αίτηση μεταβίβασης μετοχών ημερομηνίας 19.01.10 και ως Τεκμήριο 4 τα πιστοποιητικά του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ημερομηνίας 25.02.11 στα οποία εμφαίνεται ότι μοναδικός διευθυντής, γραμματέας και μέτοχος της εταιρείας είναι ο Καθ' ου η Αίτηση
  9. Τα προαναφερόμενα έγγραφα στάληκαν στον προηγούμενο δικηγόρο του Καθ' ου η Αίτηση 1, ο οποίος τα είχε ζητήσει με επιστολή του ημερομηνίας 11.11.
  10. Σύμφωνα με τον Αιτητή ο λόγος για τον οποίο καταχωρήθηκαν οι ποινικές υποθέσεις ήταν η συμπεριφορά του Καθ' ου η Αίτηση 1, ο οποίος δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει έναντί του. Μετά την καταχώρηση των εν λόγω υποθέσεων οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 πρότειναν στον Αιτητή, μέσω του δικηγόρου τους, όπως υπογραφούν τα επίδικα γραμμάτια προς το σκοπό εξώδικης διευθέτησης, πρόταση την οποία ο τελευταίος αποδέχτηκε. Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους να επιχειρηματολογούν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Νομική πτυχή Η βασική δικονομική διάταξη επί της οποίας εδράζεται η υπό κρίση αίτηση είναι η Δ.18 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία καθορίζονται με σαφήνεια οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση δυνάμει της Δ.18 θ.1 χωρίς να δοθεί το δικαίωμα στον Εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του. Ενδεικτικά αναφέρομαι στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. -v- Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ

(2005)1 Α.Α.Δ. 818, όπου ειπώθηκαν τα εξής σχετικά με τον σκοπό της Δ.18 θ.1: «.O σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant
(1895)1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ (Β) 782, RCK SPORTS v. PERSONA ADVERTISING LTD. [1996] 1 A.A.Δ. 1074, SUBOTIC v. Στυλιανίδη [1998] 1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα [1999] 1 Α.Α.Δ. 817. και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. EUROINVESTMENT & FINANCE LTD.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και SIGMA RADIO T.V. LTD. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Πολ. Εφ. 11803, 11804, 11805 ημερ. 18/3/05).» Για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει ο Αιτητής να ικανοποιήσει τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 θ.1(α) οι οποίες, σύμφωνα με την Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. -v- Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω), είναι οι ακόλουθες: «. (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2 Κ.
  1. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» Εφόσον ικανοποιηθούν οι προαναφερόμενες τρεις προϋποθέσεις, τότε το βάρος μετατίθεται στον Εναγόμενο για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση ή ότι έχουν αποκαλυφθεί τέτοια γεγονότα που είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Συμπεράσματα Θεωρώ ορθό να ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με το ζήτημα που εγείρουν οι Καθ' ων η αίτηση περί κατάχρησης της διαδικασίας επί τη βάσει του ότι η υπό κρίση αίτηση είναι η δεύτερη που καταχωρείται από τον Αιτητή. Υπενθυμίζω ότι προηγήθηκε η αίτηση ημερομηνίας 05.03.15 με την οποία αξιωνόταν και πάλι η έκδοση συνοπτικής απόφασης και η οποία απορρίφθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.11.
  2. Επισημαίνεται ότι το ζήτημα της κατάχρησης δεν αναπτύσσεται στην αγόρευση του συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση, ωστόσο ενόψει του ότι δεν έχει εγκαταλειφθεί με ρητή δήλωση του κ. Πολεμίτη θεωρώ ορθό όπως εξεταστεί. Αυτό διότι εάν διαπιστωθεί ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά, τότε μοιραία θα πρέπει να απορριφθεί. Καταρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 16.11.15 δεν αποφάσισε κατά τρόπο τελικό οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα το οποίο να κρίνεται ως δεσμευτικό για την μετέπειτα πορεία της υπόθεσης. Όπως προκύπτει από την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 16.11.15, κρίθηκε ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με την τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 θ.1 εφόσον η ενόρκως δηλούσα δεν ήταν πρόσωπο που μπορούσε να ορκιστεί θετικά εν τη εννοία της Δ.18 θ.
  3. Η πιο πάνω διαπίστωση καθιστούσε εκ προοιμίου την αίτηση υποκείμενη σε απόρριψη χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η ουσία της (Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130), η οποία σημειώνεται ότι δεν εξετάστηκε. Όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση C & H HEAT FLOW LTD
(2002)1 Α.Α.Δ 355 «Η ικανοποίηση των προϋποθέσεων της Δ.18 θ.1 αποτελεί θέμα καθαρά διαδικαστικό. Δεν αποτελεί θέμα ουσίας.» Στην υπόθεση Χάσικος κ.α ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ 389, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση για συνοπτική απόφαση διότι η ένορκη δήλωση έγινε από πρόσωπο που δεν είχε ίδια γνώση των γεγονότων που περιλαμβάνονταν σε αυτήν. Παρά ταύτα, προχώρησε και κατέγραψε τις απόψεις του ως προς το ποια θα ήταν η τύχη της αίτησης αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εξέταση της ουσίας της. Ο συνήγορος των εφεσειόντων προσέβαλε, μεταξύ άλλων, το συγκεκριμένο μέρος της απόφασης ανησυχώντας για τις προεκτάσεις που θα μπορούσε να έχει η υποθετική κρίση του Δικαστηρίου στα δικαιώματα του πελάτη του. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφαινόμενο ότι το συγκεκριμένο μέρος της απόφασης δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έφεσης, υπέδειξε τα ακόλουθα: «Ο κ. Χατζηϊωάννου διατύπωσε ανησυχίες αναφορικά με τις επιπτώσεις στα δικαιώματα του πελάτη του που θα μπορούσαν να προκύψουν από την προέκταση του σκεπτικού της απόφασης με τη συμπερίληψη της υποθετικής κρίσης του Δικαστηρίου στην περίπτωση που θα στοιχειοθετόταν έγκυρα η αίτηση για συνοπτική απόφαση. Ανησυχεί, όπως ανέφερε, από το ενδεχόμενο να κριθεί το ουσιαστικό θέμα ως δεδικασμένο ενόψει των θέσεων που εκτίθενται στην απόφαση. Επισημαίνουμε ότι ο εφεσείων (εναγομένος) έχει ήδη υποβάλει την υπεράσπισή του χωρίς οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Δεδικασμένο μπορεί να προκύψει μόνο από δεσμευτική απόφαση του Δικαστηρίου, καθοριστική για την επίλυση της διαφοράς, όπως προσδιορίζεται από τη δικογραφία (βλ, μεταξύ άλλων, Theori and Another v. Djoni and Another
(1984)1 C.L.R. 296, και Nicolaides v. Yerolemi
(1984)1 C.L.R. 742). Το μέρος της απόφασης που αμφισβητείται δεν ήταν καθοριστικό για τα δικαιώματα των διαδίκων, ούτε μπορούσε να δημιουργήσει κώλυμα (estoppel) για την εξέταση του θέματος σε οποιοδήποτε μελλοντικό στάδιο ήθελε εγερθεί.» Ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορεί να εγείρεται ζήτημα κατάχρησης. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην αίτηση ημερομηνίας 05.03.15 δεν ήταν επί της ουσίας και όπως αναφέρεται στη Χάσικος κ.α ν. Χαραλαμπίδη (ανωτέρω) δεν δημιουργεί κώλυμα για την εξέταση του θέματος σε οποιοδήποτε μελλοντικό στάδιο. Από την τελευταία αυτή επισήμανση συνάγεται, κατά την κρίση μου, ότι θα μπορούσε το θέμα να τύχει εκ νέου εξέτασης σε μία νέα ενδεχομένως αίτηση για συνοπτική απόφαση. Ερχόμενος τώρα στην ουσία της υπό κρίση αίτησης, θεωρώ ότι ο Αιτητής έχει ικανοποιήσει τις τρείς προϋποθέσεις της Δ.18 θ.
  1. Συγκεκριμένα το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο, οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά εντός της έννοιας της Δ.18 θ.
  2. Σε σχέση με το τελευταίο αυτό ζήτημα σημειώνω ότι ο Αιτητής - ενόρκως δηλών, αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και βεβαιώνει την αιτία αγωγής, η οποία συνίσταται στην έκδοση 11 γραμματίων συνήθους τύπου από τον Καθ' ου η αίτηση 1 με την εγγύηση της Καθ' ης η αίτηση 2 προς όφελος του. Παράλληλα εκφράζει την πίστη του ότι δεν υπάρχει καλή υπεράσπιση από μέρους των Καθ' ων η αίτηση. Ως εκ των ανωτέρω, το βάρος μετατίθεται πλέον στους Καθ' ων η αίτηση προκειμένου να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι διαθέτουν καλή υπεράσπιση ή ότι αποκαλύπτουν τέτοια γεγονότα που είναι ουσιώδη για να τους δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 1 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι οι διάδικοι υπέγραψαν συμφωνία πώλησης και μεταβίβασης των μετοχών που διατηρούσε ο Αιτητής στην εταιρεία. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι προς εξόφληση του τιμήματος αγοράς των μετοχών εξέδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές προς όφελος του Αιτητή. Συγκεκριμένα οι μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόθηκαν από την εταιρεία MICHANOURGIO COSTAS NEOCLEOUS LTD στην οποία είναι διευθυντές ο ίδιος και η σύζυγος του. Η πληρωμή των επιταγών ανακλήθηκε διότι, ως οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται, ο Αιτητής παρέλειψε και/ή αμέλησε να εφοδιάσει τον Καθ' ου η αίτηση 1 με τα απαραίτητα πιστοποιητικά του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη που θα βεβαίωναν τις αλλαγές στη διοικητική και μετοχική δομή της εταιρείας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την καταχώρηση τριών ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων (Τεκμήρια 2 - 4 της ένορκης δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 1) εναντίον των Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με το αδίκημα της παροχής συνδρομής στη μη εξόφληση επιταγής χωρίς εύλογη αιτία. Υπό την απειλή της επιβολής ποινής φυλάκισης στους Καθ' ων η αίτηση, εξαναγκάστηκαν να υπογράψουν τα επίδικα γραμμάτια ο μεν Καθ' ου η αίτηση 1 ως πρωτοφειλέτης, η δε Καθ' ης η αίτηση 2 ως εγγυήτρια του. Παράλληλα οι Καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής εξαπάτησε τον Καθ' ου η αίτηση 1 διαβεβαιώνοντας τον ότι θα προέβαινε στις αναγκαίες αλλαγές στο μητρώο της εταιρείας και θα τον εφοδίαζε με τα σχετικά πιστοποιητικά του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Καθίσταται επομένως φανερό ότι οι Καθ' ων η αίτηση, μέσα από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 1, ισχυρίζονται ότι η έκδοση των επίδικων γραμματίων επιτεύχθηκε κατόπιν εξαναγκασμού και απάτης. Είναι επίσης φανερό ότι δεν περιορίζονται σε μία γενική και αόριστη επίκληση απάτης και εξαναγκασμού, αλλά δίδουν συγκεκριμένες λεπτομέρειες των ισχυρισμών τους περί εξαπάτησης και εξαναγκασμού τους για την υπογραφή των επίδικων γραμματίων. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η αξίωση του Αιτητή εδράζεται επί των επίδικων γραμματίων συνήθους τύπου. Στην ένσταση των Καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητείται η νομική υπόσταση των επίδικων εγγράφων ως γραμματίων συνήθους τύπου. Με αυτό το δεδομένο λοιπόν η μόνη υπεράσπιση που μπορούν να προβάλουν οι Καθ' ων η αίτηση είναι ότι η υπογραφή τους σε αυτά τέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη (βλ. άρθρο 80 του Κεφ.149 και Πανίκος Α. Λεωνίδου κ.α ν. Δρ. Θρασύβουλου Σπυριδάκη
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1694). Ο Αιτητής από την άλλη στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αρνείται τους ισχυρισμούς περί απάτης και εξαναγκασμού, παραθέτοντας επίσης λεπτομέρειες των δικών του ισχυρισμών. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι οι σχετικές αλλαγές στο μητρώο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη σε σχέση με την εταιρεία έγιναν από τις 25.02.11 (Τεκμήριο 4 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) και για το γεγονός αυτό ενημερώθηκε ο τότε δικηγόρος του Καθ' ου η αίτηση 1. Περαιτέρω, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι τα επίδικα γραμμάτια υπογράφηκαν κατόπιν εισήγησης και παράκλησης των Καθ' ων η αίτηση, την οποία αποδέχθηκε ο Αιτητής αποσύροντας τις ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούσαν εναντίον τους. Το ερώτημα επομένως που αναδύεται είναι κατά πόσο το Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, μπορεί να προβεί σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν προβαλλόμενων ισχυρισμών. Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα δίδεται στην υπόθεση J&M LOIZIDES AGENCIES LTD Κ.Α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
(2011)1Β Α.Α.Δ 1280(απόφαση πλειοψηφίας), όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος). .................................. Είναι φανερό ότι τα συμπεράσματα και οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βασίστηκαν στην αξιολόγηση του περιεχομένου των ενώπιον του ενόρκων δηλώσεων. Είναι επίσης φανερό ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο κανόνας O΄Brien δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση έχει ως υπόβαθρο τα συμπεράσματα στα οποία το Δικαστήριο κατέληξε ως αποτέλεσμα της εν λόγω αξιολόγησης, την ορθότητα των οποίων όμως αμφισβητεί έντονα η υπεράσπιση, η οποία υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν το αποτέλεσμα εσφαλμένης καθοδήγησης ως προς τις αρχές που διέπουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα. Έχουμε την άποψη ότι ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο χειρίστηκε το ενώπιον του υλικό βρίσκεται εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου της διαδικασίας της Δ.18 και κατά την κρίση μας μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Ως εκ των πιο πάνω, η απόφαση θα πρέπει να παραμερισθεί και συνακόλουθα να δοθεί στους εφεσείοντες η ευκαιρία να προβάλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς, η ορθότητα των οποίων θα κριθεί στο πλαίσιο διακρίβωσης της ουσίας των επίδικων διαφορών. Η φύση των νομικών θεμάτων που εγείρονται και των ισχυρισμών που προβάλλονται από πλευράς εφεσειόντων είναι τέτοια, που θα πρέπει να δοθεί η άδεια στους εφεσείοντες να υπερασπιστούν.» Η νομολογία είναι σαφής και σύμφωνα με αυτή το Δικαστήριο στα πλαίσια διαδικασίας συνοπτικής απόφασης δεν επιτρέπεται να προχωρήσει σε αξιολόγηση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπου υπάρχουν συγκρουόμενες εκδοχές, μόνο μετά από αξιολόγηση των ισχυρισμών των διαδίκων θα μπορούσε να επιλεγεί η μία εκ των δύο. Ειδικότερα όσον αφορά τον ισχυρισμό περί εξαναγκασμού θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Αιτητής δεν αρνείται το γεγονός της καταχώρησης ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων εναντίον των Καθ' ων η αίτηση και της απόσυρσης τους ενόψει της υπογραφής των επίδικων γραμματίων. Σημειώνω ότι δεν παραγνωρίζω την αρχή ότι κατά κανόνα η επίκληση νόμιμων μέτρων δεν συνιστά εξαναγκασμό, παρά μόνο κατ' εξαίρεση. Στην υπόθεση Μάρκου κ.α ν. Ταμείου Προνοίας του τακτικού προσωπικού των εταιρειών Πατισερί Παναγιώτης και Παπαφιλίππου Λτδ και Παγωτά Παπαφιλίππου και Πατισερί Παναγιώτης Λτδ, Πολ. έφεση 219/10 ημερομηνίας 26.06.15 αναφέρθηκαν τα εξής: «Τέλος, αν και το θέμα της πίεσης με αναφορά σε λήψη νομικών μέτρων, παρέμεινε σε επίπεδο υποβολών χωρίς να στοιχειοθετηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο, υπενθυμίζουμε την αρχή ότι, η επίκληση νόμιμων μέτρων, έστω και υπό τη μορφή άμεσης απειλής, σε αντιδιαστολή προς μία άνομη απειλή, δεν συνιστά, κατ' αρχήν, εξαναγκασμό, παρά μόνο κατ' εξαίρεση, όταν από το σύνολο των περιστάσεων κρίνεται παράλογη (R. v. Attorney General for England and Wales [2003] UKPC 22).» Από τα πιο πάνω καθίσταται, κατά την κρίση μου, ξεκάθαρο ότι μόνο στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς μπορούν να διαπιστωθούν οι περιστάσεις υπό τις οποίες αποσύρθηκαν οι ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις και υπογράφηκαν τα επίδικα γραμμάτια. Άλλωστε, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Καταληκτικά και σε σχέση με την επισήμανση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή ότι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 1 δεν περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της Υπεράσπισης, αναφέρω ότι στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη του την καταχωρημένη Υπεράσπιση, αλλά τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στις ενόρκους δηλώσεις (SIGMA RADIO T.V LTD ν. ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
(2005)1Α Α.Α.Δ 408). Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ ότι θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους Καθ' ων η αίτηση να προβάλουν την υπεράσπιση τους, η ορθότητα της οποίας θα κριθεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.)...................................... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.