← Κύπρος

Χρυσόστομος Σωτηριάδης ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου, Αρ. Αγ.: 3215 / 2011, 24/2/2017

Χρυσόστομος Σωτηριάδης ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου, Αρ. Αγ.: 3215 / 2011, 24/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 3215 / 2011 Μεταξύ: Χρυσόστομος Σωτηριάδης από την Πάφο Ενάγοντα και Αρχή Λιμένων Κύπρου από τη Λευκωσία Εναγομένου --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση Τροποποίησης Ημερομηνίας 24/01/2017 Ημερομηνία: 24/02/2017 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κα Α. Λουκαρή για κ.κ. Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για τον Ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κ. Χ. Σωτηριάδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή αξιώνει εναντίον της εναγομένης αποζημιώσεις για τραυματισμούς που υπέστη κατά ή περί τις 27/11/10 καθώς περπατούσε στο μόλο του λιμανιού στο Λατσί και στο χώρο που ονομάζεται «Kαρνάγιο», ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος και/ή διαχεριστής, όπως ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης του, είναι η εναγόμενη. Η εναγόμενη με την Έκθεση Υπεράσπισης της παραδέχεται ότι είναι ιδιοκτήτρια και/ή κάτοχος και/ή διαχειρίστρια του λιμανιού και/ή αλιευτικού καταφυγίου που βρίσκεται στο Προδρόμι στην περιοχή «Λατσί» της Πόλης Χρυσοχούς αλλά αρνείται ότι επεσυνέβη οποιοδήποτε ατύχημα και αν επεσυνέβη δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 08/12/2011 και τελικά η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε στις 17/01/2017 με την κατάθεση του ενάγοντα και την ολοκλήρωση της κυρίως του εξέτασης. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης, η συνήγορος της εναγομένης ζήτησε αναβολή καθότι πρόσφατα ανέλαβε τον χειρισμό της παρούσας υπόθεσης αφού μέχρι πρότινος τη χειριζόταν άλλος συνάδελφος της από το γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων και ζήτησε λίγο χρόνο για να επικοινωνήσει με τους πελάτες της και να είναι σε θέση να αντεξετάσει τον ενάγοντα, αίτημα το οποίο έγινε αποδεκτό και η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση στις 24/01/

  1. Κατ' εκείνη την ημέρα καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία η εναγόμενη - αιτήτρια, αιτείται την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης της ως οι παράγραφοι, ουσιαστικά, Α και Β της αίτησης. Βασικά η εναγόμενη - αιτήτρια ζητά όπως τροποποιήσει την παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης της με την οποία να γίνεται μόνο παραδοχή ότι είναι ιδιοκτήτες του λιμανιού στο Λατσί αλλά να αρνούνται ότι είναι κάτοχοι ή/και διαχειριστές του εν λόγω χώρου. Ειδικότερα επίσης, ζητείται να προστεθούν ισχυρισμοί ότι δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 25/09/2010 μεταξύ εναγομένης και του Τμήματος Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών (ΤΑΘΕ), οι εναγόμενοι παραχώρησαν άδεια από 1/1/2010 στο ΤΑΘΕ για χρήση του χώρου στο οποίο επισυνέβη το κατ' ισχυρισμό ατύχημα του ενάγοντα. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, το ΤΑΘΕ αποτελούσε κάτοχο και διαχειριστή του χώρου στο οποίο επισυνέβη το κατ' ισχυρισμό ατύχημα του ενάγοντα. Ήταν επίσης όρος της εν λόγω συμφωνίας ότι η ευθύνη για την ασφάλεια, ευταξία και εύρυθμη λειτουργία, κατοχή και χρήση των χώρων βαραίνει αποκλειστικά το ΤΑΘΕ. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία κάποιου Χρυσόστομου Χριστοδούλου, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγομένων από το
  2. Σε αυτή αναφέρει ότι μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 17/01/2017, διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής και από αθώο λάθος, δεν ενημέρωσαν τους δικηγόρους που εκπροσωπούν την εναγομένη για την ύπαρξη της έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 25/09/2010 μεταξύ εναγομένης και ΤΑΘΕ, την οποία επισυνάπτει ως τεκμήριο
  3. Παρά το ότι η εν λόγω συμφωνία προϋπήρχε του κατ' ισχυρισμό ατυχήματος, αναφέρει, η παράλειψη αναφοράς σε αυτή στην Έκθεση Υπεράσπισης τους, διαπιστώθηκε μετά την κυρίως εξέταση του ενάγοντος στις 17/01/2017 και κατόπιν πληροφόρησης που έλαβαν από του δικηγόρους τους σχετικά με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ενάγοντα. Είναι βασικά η θέση του ότι εκ παραδρομής και από καλόπιστο λάθος δεν έχουν συμπεριληφθεί στο κείμενο της υπεράσπισης των εναγομένων τα πιο πάνω, τα οποία κρίνονται απαραίτητα για την απρόσκοπτη συνέχιση και διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας και την καλύτερη και ορθότερη επίλυση των επίδικων θεμάτων που εμπλέκονται στην παρούσα υπόθεση. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις ισχυρίζεται δεν θα προκαλέσουν οποιαδήποτε ζημιά στον ενάγοντα και ούτε και οποιαδήποτε δυσμενή καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Η πιο πάνω αίτηση, συνάντησε την ένσταση του ενάγοντα - καθ' ού η αίτηση ο οποίος προβάλλει 11 λόγους γιατί αυτή δεν θα πρέπει να εγκριθεί, ως εμφαίνονται στο σώμα της γραπτής αίτησης που καταχώρησε. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του ενάγοντα ο οποίος ουσιαστικά αναφέρει ότι τα γεγονότα αυτά που επιχειρούν οι εναγόμενοι να εισάξουν στην Έκθεση Υπεράσπισης τους ήταν γνωστά σε αυτούς προ πολλού και δεν αποκαλύφθηκαν μετά την μαρτυρία του ενάγοντα, όπως ισχυρίζονται. Καμιά ουσιαστική δικαιολογία δεν δίνεται για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και με αυτή επιδιώκεται η εισαγωγή νέων ισχυρισμών. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την μεταβολή της βάσης της υπεράσπισης με αποτέλεσμα η υπόθεση να τεθεί κάτω από νέο νομικό και πραγματικό πέπλο. Είναι περαιτέρω η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτόν αφού θα καθυστερήσει ακόμη περισσότερο η εκδίκαση της παρούσας η οποία εκκρεμεί από το 2011 και θα καταστρατηγηθούν τα συνταγματικά του δικαιώματα. Η ακρόαση της πιο πάνω αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Σε αυτές γίνεται παραπομπή στις αρχές που έχει θέσει η νομολογία αναφορικά με την τροποποίηση ενός δικογράφου σε συσχετισμό με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Οι εν λόγω αγορεύσεις και επιχειρήματα των διαδίκων λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο και δεν κρίνω απαραίτητο να κάνω λεπτομερή αναφορά σε αυτά. Θα γίνει αναφορά στις εν λόγω θέσεις τους κατωτέρω και εφόσον κριθεί σκόπιμο κατά την κρίση της παρούσας αίτησης. Οι αρχές για την τροποποίηση ενός δικογράφου έχουν εξηγηθεί και αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης είναι η Διαταγή 25, Θ.
  4. Εκείνο που αναφύεται από τα πιο πάνω είναι ότι το ζήτημα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχουν καθιερωθεί αλλά πάντοτε σε συσχετισμό με τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Όσον αφορά τις βασικές αρχές σε θέματα τροποποίησης στο The Annual Practice 1958, στη σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: "In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L. R.931, C.A and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711, of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy,

(1891)2 Ch. 39, and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.P. 558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided." Eιδικότερα στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 624, γίνεται εκτενής αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης: "Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B. D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs .» Όπως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180: «The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or.19, r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party΄s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails". Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Κυρίαρχο επίσης στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11 και Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 162 στη σ. 164 επισημαίνεται: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223). Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν Αθηναϊδος Ι. Χριστοδούλου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. SABA & Co. (T.M.P) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Φυσικά το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, γιατί διαφορετικά θα ήταν άσκοπη η ενασχόληση με το θέμα, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης και ο χρόνος που επέλεξε για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω, αποτελεί αρχή ότι τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν σαφώς φανερή ή έκδηλη από καιρό αλλά δεν ζητήθηκε, δεν θα επιτραπεί λόγω του ότι θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση αλλά και διότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη σχετική δικογραφία τους με την απαραίτητη ενδελέχεια και να καταγράφουν από νωρίς τις συγκεκριμένες τους θέσεις οι οποίες είναι ή θα πρέπει να είναι γνωστές σ΄ αυτούς από την αρχή που εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας, ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (πιο πάνω), Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 607, και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.A.Δ. 501). Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το όλο ζήτημα αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα από την ΚAYAT TRADING LIMITED v. GENZYME CORPORATION, Πολ. Έφεση Αρ. 58/2012, Ημερ. 4 Μαρτίου 2013: «Το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από τη νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. v. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτη Λτδ κα
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 237. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω την παρούσα αίτηση, στα πλαίσια πάντοτε των δικών της περιστατικών. Εκείνο το οποίο αρχικά θα πρέπει να εξεταστεί είναι η φύση των αιτούμενων τροποποιήσεων και η αναγκαιότητα τους στην συμπερίληψη της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγομένων. Ουσιαστικά επιχειρείται να δικογραφηθούν ισχυρισμοί με τους οποίους θα αναιρείται η παραδοχή στο δικόγραφο των εναγομένων ότι αυτοί, πέραν από ιδιοκτήτες, είναι και κάτοχοι και/ή διαχειριστές του χώρου όπου έγινε το κατ' ισχυρισμό επίδικο ατύχημα. Στα πλαίσια αυτά και προς υποστήριξη της θέσης της ότι δεν ήταν κάτοχος και/ή διαχειριστής του επίδικου χώρου, ζητείται και η δικογράφηση της ύπαρξης της συμφωνίας ημερομηνίας 25/09/2010 με το ΤΑΘΕ (τεκμήριο Α στην αίτηση) η οποία όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αποτελεί άδεια κατοχής και χρήσης του εν λόγω χώρου η οποία παρασχέθηκε σε αυτούς από τους εναγομένους για περίοδο 33 χρόνων και με τους όρους που περιλαμβάνονται σε αυτή. Σίγουρα το ζήτημα της κατοχής του επίδικου χώρου είναι ουσιώδη ζήτημα στην παρούσα περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη και της βάσης της αγωγής. Χωρίς να θέλω να υπεισέλθω στην ουσία των επιδιωκόμενων τροποποιήσεων και να αποφασιστεί κατά πόσο αυτές ευσταθούν ή όχι, θα πρέπει να εξεταστεί η αναγκαιότητα αυτών λαμβανομένου υπόψη και του περιεχομένου της επισυναπτόμενης στην ένορκη ομολογία που συνοδεύει την αίτηση συμφωνίας ημερομηνίας 25/09/2010 καθώς επίσησ και του σχετικού Νόμου δυνάμει του οποίου ιδρύθηκε η εναγόμενη. Και η αναγκαιότητα των εν λόγω τροποποιήσεων συναρτάται με το ζήτημα της κατοχής και διαχείρισης του λιμανιού στο Λατσί. Εξετάζοντας την εν λόγω συμφωνία αλλά και έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του Περί Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόµων του 1973 έως 2016 με τον οποίο ιδρύθηκε η Αρχή Λιμένων Κύπρου ως νομικό πρόσωπο με σκοπό την διαχείριση και εκμετάλλευση των λιμανιών της Κύπρου (βλ. άρθρο 4) και χωρίς επαναλαμβάνω να υπεισέρχομαι και να αποφασίζω κατά τελεσίδικο τρόπο το ζήτημα της κατοχής του επίδικου χώρου, κρίνω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν καθίστανται σημαντικές και αναγκαίες, υπό τις περιστάσεις, για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης. Η κατοχή και διαχείριση των λιμένων ανατέθηκαν στην εναγομένη δυνάμει Νόμου. Από εκεί και πέρα η οποιαδήποτε συμφωνία για παραχώρηση άδειας χρήσης μέρους συγκεκριμένου λιμένα θα πρέπει να είναι σύμφωνη με το Νόμο και αυτό αναφέρεται και στη συμφωνία η οποία επισυνάπτεται στην υπό κρίση αίτηση. Το δε περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας επίσης δεν φαίνεται ούτε μπορεί να συγκρούεται με τις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου σε σχέση με την ευθύνη που προκύπτει από την κατοχή και διαχείριση του συγκεκριμένου λιμένα. Εν πάσει περιπτώσει, θεωρώ ότι δεν είναι το κατάλληλο στάδιο να αναλυθεί και να επεξηγηθεί η σημασία της εν λόγω συμφωνίας και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στο ζήτημα της κατοχής του συγκεκριμένου λιμένα. Με τα δεδομένα που υπάρχουν και εν όψει και των προνοιών της Νομοθεσίας θεωρώ ότι η δικογράφηση των αιτούμενων ισχυρισμών δεν μπορεί να είναι αποφασιστικής σημασίας στα πλαίσια πάντοτε της επίλυσης των επίδικων θεμάτων, επαναλαμβάνω, μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης. Επιπρόσθετα και/ή ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, ακόμη και να θεωρηθεί ότι είναι σημαντικά και αναγκαία γεγονότα τα οποία θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα σε σχέση και με το ζήτημα της κατοχής των επίδικων χώρων, για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και κάποιοι άλλοι παράγοντες και παράμετροι που αναφύονται με βάση τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Η θέση της υπεράσπισης ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται να εισαχθεί νέα βάση υπεράσπισης με την έννοια ότι αν επιτραπούν θα καταστήσουν επίδικο ζήτημα και αυτό της κατοχής του επίδικου χώρου ή καλύτερα θα πρέπει ενδεχομένως να παρουσιάσουν μαρτυρία και γι αυτό το ζήτημα, είναι ορθή. Αυτό από μόνο του όμως, δεν αποτελεί λόγο για την μη έγκριση της αίτησης. Στην Αντώνης Ανδρέου v. Αdboard Media Ltd κ.α. Αγ. Αρ. 4/11, Ημερ. 16/09/2014 η οποία αφορούσε αίτηση τροποποίησης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης και λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Η εισαγωγή νέου ζητήματος, δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου πάντοτε, ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες στην άλλη πλευρά.» Όπως περαιτέρω έχει λεχθεί στην πιο πάνω απόφαση, ακόμη και στην περίπτωση της εισαγωγής νέου ζητήματος ή νέας βάσης αγωγής, η αίτηση δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται πάντοτε υπό το πρίσμα των στοιχείων της κάθε περίπτωσης. Κυρίαρχος παράγοντας κατά πάντα χρόνο και σε κάθε περίπτωση ώστε να επιτραπεί η τροποποίηση, συνιστά το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εκείνο το οποίο αναφύεται ως κυρίαρχο στοιχείο για την έγκριση μιας αίτησης τροποποίησης είναι ότι αυτό δεν θα προκαλέσει οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να θεραπευθεί με έξοδα, αφού προηγουμένως δοθεί και κάποια εξήγηση για το χρόνο στον οποίο το αίτημα υποβάλλεται και να δικαιολογηθεί τυχόν καθυστέρηση του. Αυτό είναι το ουσιαστικό ακόμη και στην περίπτωση που ζητείται η αναίρεση παραδοχών που έγιναν σε ένα δικόγραφο δίνοντας ταυτόχρονα και λόγο για την περίληψη τους στο δικόγραφο (βλ. Η. Clark (Dancaster) Ltd v. Wilkinson
(1965)1 All E.R. 934 και Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση 1975). Στην παρούσα περίπτωση η δικαιολογία που οι αιτητές παραθέτουν για την παραδοχή που είχαν προβεί με την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης τους είναι ότι αυτή εκ παραδρομής καταχωρήθηκε, αφού η συμφωνία ημερομηνίας 25/09/2010 προϋπήρχε του επίδικου ατυχήματος. Δεν έχω διαπιστώσει ότι οι αιτητές προέβηκαν στην εν λόγω παραδοχή για οποιονδήποτε άλλο λόγο πέραν αυτού που αναφέρουν στην αίτηση τους, ούτε έχει προβληθεί αντίθετη θέση. Παρόλα αυτά παραμένει ως κύριο ζητούμενο το κατά πόσο ο ενάγοντας θα έχει οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό από την ζητούμενη τροποποίηση. Αδιαμφισβήτητα το ζήτημα κατοχής του επίδικου χώρου είναι ένα ουσιώδες ζήτημα το οποίο θα καθορίσει και την υποχρέωση των εναγομένων για αποζημιώσεις στην περίπτωση που ο ενάγοντας αποδείξει τα υπόλοιπα στοιχεία της ισχυριζόμενης αμέλειας και τις αποζημιώσεις που αξιώνει. Επομένως, είναι σημαντικό η αγωγή να στρέφεται εναντίον του κατόχου του χώρου. Η κατοχή και διαχείριση του λιμανιού στο Λατσί αλλά και γενικότερα όλων των λιμανιών της Κύπρου έχουν ανατεθεί στους εναγομένους δυνάμει του σχετικού Νόμου και ο ενάγοντας στράφηκε εναντίον των εναγομένων. Δεν θα μπορούσε ούτε θα ήταν σε θέση να υποψιαστεί και να γνωρίζει κατά πόσο υπήρχε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία μεταξύ εναγομένων και ΤΑΘΕ για το θέμα της κατοχής και διαχείρισης του εν λόγω χώρου. Με την υπεράσπιση επίσης γινόταν παραδοχή ότι η κατοχή και διαχείριση του χώρου ανήκει στους εναγομένους. Επομένως, προώθησε τη αγωγή του εναντίον των υφιστάμενων εναγομένων και μάλιστα άρχισε να παρουσιάζει την υπόθεση του έχοντας ως δεδομένο ότι αυτοί είναι οι κάτοχοι και διαχειριστές του επίδικου χώρου. Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων θα επιφέρουν οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα του ενάγοντα, λαμβάνοντας υπόψη και το στάδιο που βρίσκεται η αγωγή του και μετά από πάροδο πέραν των 5 χρόνων από την καταχώρηση της και πέραν των έξι χρόνων από το κατ' ισχυρισμό ατύχημα. Είναι προφανές ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται να ή αναπόφευκτα θα εμπλακεί και τρίτο πρόσωπο στη διαφορά μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης, το οποίο κατ' ισχυρισμό είχε την κατοχή του επίδικου χώρου. Ο ενάγοντας σε αυτή την περίπτωση θα βρεθεί αντιμέτωπος με το ζήτημα της παραγραφής του αγώγιμου του δικαιώματος εναντίον του τρίτου αυτού προσώπου στην περίπτωση που επιθυμεί να τον συνενώσει ως διάδικο. Πέραν δηλαδή από το ζήτημα της περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής του, εγείρεται άμεσα στην παρούσα περίπτωση και το ζήτημα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του εναντίον του ΤΑΘΕ στην περίπτωση που οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αποδειχτούν αλλά και προηγουμένως ενδεχομένως να εμποδίζεται από το να επιλέξει να προσθέσει διάδικο στην αγωγή του. Προκύπτει ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται να εμπλακεί τρίτο πρόσωπο στην παρούσα υπόθεση που ο ενάγοντας δεν γνώριζε την εμπλοκή του ούτε έχει διαφανεί ότι θα μπορούσε να την γνωρίζει κατά την έγερση της αγωγής του. Σύμφωνα με το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, κάθε αγωγή για ισχυριζόμενη διάπραξη οποιουδήποτε αστικού αδικήματος που προνοεί ο Νόμος θα πρέπει να εγείρεται εντός 3 χρόνων από την επέλευση του συμβάντος. Ο Περί Παραγραφής Νόμος Ν.66(Ι)/2012 δεν κατάργησε το πιο πάνω άρθρο για πράξη ή παράλειψη που επισυνέβη πριν από την έναρξη ισχύος του Νόμου. Επίσης, το άρθρο 26 του Νόμου έχει ως ακολούθως: «Καµιά αγωγή δεν εγείρεται µετά την 31η ∆εκεµβρίου 2015, αν η βάση της αγωγής συµπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου, εκτός αν ο χρόνος µεταξύ της ηµέρας κατά την οποία είχε συµπληρωθεί η βάση της αγωγής µέχρι την 31η ∆εκεµβρίου 2015 είναι µικρότερος από τον δυνάµει του παρόντος Νόµου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριµένο δικαίωµα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόµενος από τον παρόντα Νόµο χρόνος» Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6
(3)που δίδεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη τους χρόνους παραγραφής, ακόμη και να θεωρηθεί ότι έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, εντούτοις δεν εφαρμόζεται όταν έχουν ήδη παρέλθει δύο χρόνια από την ημέρα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος. Πέραν των πιο πάνω, φαίνεται οι πρόνοιες του άρθρου 22 του Νόμου να μην εξαρτώνται από οποιεσδήποτε άλλες πρόνοιες και με βάση αυτές το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να επεκτείνει το χρόνο παραγραφής. Η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης προβαίνει σε λεπτομερή ανάλυση των προνοιών του πιο πάνω Νόμου και παραπέμπει σε Αγγλική νομολογία για να καταδείξει ότι ο χρόνος έναρξης της παραγραφής θα πρέπει να αρχίζει από την ημέρα που ο ενάγοντας έλαβε γνώση για την ταυτότητα του εναγομένου και ως εκ τούτου το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα δεν έχει παραγραφεί στην παρούσα περίπτωση ή μπορεί να επεκταθεί ο χρόνος παραγραφής αφού τώρα λαμβάνει γνώση για την ταυτότητα του νέου εναγόμενου αν επιθυμεί να τον προσθέσει ως διάδικο ή να εγείρει άλλη αγωγή εναντίον του. Επίσης, ισχυρίζεται ότι η βάση αγωγής που αφορά την παράβαση νομοθετικών υποχρεώσεων δεν έχει παραγραφεί. Αναφορικά με την τελευταία πιο πάνω θέση της συνηγόρου, θα πρέπει να αναφερθεί ότι εξετάζοντας την Έκθεση Απαίτησης, φαίνεται να μην είναι συνταγμένη κατά τον ορθό τρόπο έτσι ώστε να μπορεί να διαχωριστεί η βάση αγωγής για αμέλεια από την παράβαση των νομοθετικών καθηκόντων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αλέξανδρου Κωστάκη Ανήλικου, μέσω των γονέων του και φυσικού κηδεμόνων του Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1Α Α.Α.Δ. 432). Εκείνο το οποίο φαίνεται να προκύπτει από την δικογράφηση είναι ότι ουσιαστικά υπάρχουν ισχυρισμοί και λεπτομέρειες αμέλειας της εναγομένης ένεκα της οποίας ο ενάγοντας υπέστη τραυματισμούς. Δεν προκύπτει ότι αυτές οι ζημιές και τραυματισμοί του ενάγοντα προέκυψαν από την παράβαση συγκεκριμένων νομοθετικών καθηκόντων της εναγομένης ή τουλάχιστον δεν διευκρινίζεται ούτε διακρίνεται κάτι τέτοιο, παρά την γενική αναφορά που γίνεται. Ούτε φαίνεται να δικογραφούνται κατά τον ορθό τρόπο όπως τάσσει η νομολογία. Ανεξάρτητα και/ή επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι ο ενάγοντας θα βρεθεί αντιμέτωπος με το ζήτημα της παραγραφής το οποίο θα πρέπει να ξεπεράσει εφόσον λάβει συγκεκριμένα μέτρα και εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της παράτασης του χρόνους παραγραφής. Επομένως, σε κάθε περίπτωση προκύπτει ότι αν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις τίθεται άμεσα ζήτημα δυσμενή επηρεασμού του ενάγοντα αφού θα έχει να αντιμετωπίσει νέους ισχυρισμούς αναφορικά με το ζήτημα της κατοχής και θα έχει υποχρέωση να αποδείξει και αυτό το θέμα αλλά θα πρέπει να γίνουν προσπάθειες και άλλες ενέργειες έτσι ώστε να πρέπει να ξεπεράσει το θέμα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του εναντίον του κατονομαζόμενου τρίτου προσώπου, αν επιθυμεί να τον συνενώσει ως διάδικο ή να εγείρει εναντίον του άλλη αγωγή. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και τα ζητήματα που εγείρονται με τις αιτούμενες τροποποιήσεις στο στάδιο αυτό καθιστούν ανεπιθύμητη την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης. Είναι εμφανές ότι θα θέσει σε δυσμενή θέση την πλευρά του ενάγοντα και θα εκτροχιάσει την δίκη της υπόθεσης η οποία έχει αρχίσει. Από την άλλη, δεν παραγνωρίζω και τη θέση των εναγομένων, οι οποίοι επιθυμούν να παραθέσουν στο Δικαστήριο, κατά τη θέση τους, όλα τα πραγματικά γεγονότα για να αποφασίσει για το κατά πόσο ευθύνονται ή όχι έναντι του ενάγοντα, σε περίπτωση φυσικά που ευσταθούν οι θέσεις και ισχυρισμοί του περί ατυχήματος. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται όμως ότι για μια τόσο παλαιά υπόθεση, της οποίας ήδη η ακροαματική διαδικασία άρχισε, τα δικόγραφα έπρεπε να ήταν σε τάξη και όχι στο στάδιο αυτό να ανακύπτουν ζητήματα τα οποία όχι μόνο δεν έχουν σκοπό και στόχο να διασαφηνίσουν υφιστάμενους ισχυρισμούς της Έκθεσης Υπεράσπισης αλλά αναιρούν υφιστάμενες παραδοχές και προσθέτουν νέα γεγονότα και ισχυρισμούς με σοβαρές διαστάσεις. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης σίγουρα δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας, εφόσον φυσικά είναι αναγκαίες οι αιτούμενες τροποποιήσεις και δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του καθ' ού η αίτηση. Δεν είναι όμως άνευ σημασίας και θα πρέπει να εξηγείται η αργοπορία στην υποβολή της αίτησης. Εδώ ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι διαπίστωσε την ανάγκη για τροποποίηση μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και με βάση τα όσα ο ενάγοντας ανάφερε. Αυτό το τελευταίο δεν μπορεί να γίνει αποδεχτό και ούτε ευσταθεί. Δεν προστέθηκε οτιδήποτε με τις αναφορές του ενάγοντα στο θέμα της κατοχής πέραν από τα όσα αναφέρονται στα δικόγραφα. Ακόμη όμως και να θεωρήσω ότι κατ' εκείνο το στάδιο διαπιστώθηκε το λάθος στις αναφορές της Έκθεσης Υπεράσπισης, θεωρώ ότι ούτε αυτό αποτελεί επαρκή δικαιολογία και οι εναγόμενοι όφειλαν κατά πολύ προηγουμένως να είχαν εντοπίσει το λάθος αυτό. Η συμφωνία ήταν στην κατοχή και γνώση τους από το 2010 και η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης αναβλήθηκε κατ' επανάληψη και ως εκ τούτου είναι φανερό ότι θα μπορούσαν να εντοπίσουν το ζήτημα αυτό ενωρίτερα αν επιδείκνυαν εύλογη επιμέλεια. Είναι δεδομένο λοιπόν ότι η αίτηση γίνεται σε πολύ αργοπορημένο στάδιο της διαδικασίας χωρίς να παρατεθεί επαρκής δικαιολογία γι αυτό, στοιχείο το οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σε συνδυασμό με τη φύση των αιτούμενων τροποποιήσεων και τις επιπτώσεις που αυτές μπορεί να έχουν στα δικαιώματα του ενάγοντα καθώς επίσης και τον εκτροχιασμό της δικαστικής διαδικασίας (βλ. ΙΚOS CIF LTD v. 1. MARTIN COWARD κ.α, Πολ. Έφ. Αρ. 137/2013 και 138/2013). Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω αλλά και τις θέσεις που η συνήγορος των εναγομένων εκφράζει στην αγόρευση της και συγκεκριμένα ότι κατά αυτόν τον τρόπο, μεταξύ άλλων, θα της δοθεί η ευκαιρία να καλέσει ως τριτοδιάδικο το ΤΑΘΕ, κρίνω ότι την όποια θεραπεία ενδεχομένως οι εναγόμενοι να έχουν εναντίον του ΤΑΘΕ μπορούν να την διεκδικήσουν με ξεχωριστή αγωγή εναντίον τους στην περίπτωση που υποχρεωθούν στην παρούσα να καταβάλουν οποιαδήποτε ποσά. Άλλωστε αυτό φαίνεται να προνοείται και στη συμφωνία ημερομηνίας 25/09/2010. Αν οι εναγόμενοι επιθυμούσαν να προβούν σε μια τέτοια διαδικασία στα πλαίσια της παρούσας αγωγής όφειλαν εν πάσει περιπτώσει αυτό να το είχαν πράξει προ πολλού. Δεν είναι δυνατό στα στάδιο αυτό να επιζητείται η συμπερίληψη τέτοιων ισχυρισμών με σκοπό ενδεχομένως να δυνηθούν να προχωρήσουν και με διαδικασία τριτοδιαδίκου. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε περαιτέρω καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης, εκτροχιασμό της και θα παράβλαπτε περαιτέρω τα δικαιώματα του ενάγοντα και ειδικότερα θα παραβίαζε το Συνταγματικό του Δικαίωμα για διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων εντός ευλόγου χρόνου. Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω θα τον έθετε εξ' απροόπτου και θα είχε να αντιμετωπίσει νέες θέσεις και ισχυρισμούς περί της κατοχή του επίδικου χώρου με περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης και ενδεχομένως με ανυπέρβλητες δυσκολίες. Από την άλλη θεωρώ ότι οι εναγόμενοι, σε περίπτωση που υποχρεωθούν να καταβάλουν οποιαδήποτε ποσά στον ενάγοντα ένεκα πράξεων ή παραλείψεων του ΤΑΘΕ που όπως διατείνονται είχε την ευθύνη διαχείρισης και ασφάλειας του συγκεκριμένου χώρου δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 25/09/2010, θα έχουν το δικαίωμα όπως και η συνήγορος των εναγομένων παραδέχεται στην αγόρευση της και δεν θα τίθεται ζήτημα παραγραφής γι αυτούς, να τα διεκδικήσουν με ξεχωριστή αγωγή. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν δύναται να ασκηθεί υπέρ της αίτησης και ως εκ τούτου αυτή δεν μπορεί να εγκριθεί. Επομένως, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα - καθ' ού η αίτηση και εναντίον της εναγομένης - αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/ Interim Aναφορά: aitisi tropopoiisis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.