Alpha Panareti Public Ltd ν. Susan Jenkins, Αριθμός Αγωγής :- 3156/2009, 15/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A51 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 3156/2009 Μεταξύ :- Alpha Panareti Public Ltd. Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση Και Susan Jenkins Εναγόμενη - Αιτήτρια Ημερομηνία Αίτησης 1/2/2016 Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Τετάρτη 15η Φεβρουαρίου 2017 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Στέλλα Μιχαήλ για Χλωρακιώτης και Φλωράκη Δ. Ε. Π. Ε. και Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Στέλλα Μιχαήλ Για την Εναγόμενη - Αιτήτρια :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία για G. Kouzalis L. L. C. Δαμιανού και Λάρκου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Παναγιώτα Θεμιστοκλέους Ενδιάμεση Απόφαση 1 Αιτείται η εναγόμενη την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της με την προσθήκη δύο νέων παραγράφων. Η αίτηση της υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου καθότι η εναγόμενη διαμένει στο εξωτερικό. 2 Η ενάγουσα έχει καταχωρίσει ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με 6 λόγους ένστασης η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας, Ανδρέα Ιωάννου (στο εξής θα καλείται η «ένορκη δήλωση Ιωάννου»). Η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε επιχειρηματολογία μέσω υιοθέτησης γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων. 3 Έχοντας υπόψη τον επακριβή προσδιορισμό της ένστασης της ενάγουσας στο αίτημα της εναγόμενης σε συγκεκριμένους λόγους, η όλη εξέταση του αιτήματος επικεντρώνεται σε αξιολόγηση από το Δικαστήριο της βασιμότητας αυτών των λόγων. 4 Οφείλει το Δικαστήριο παράλληλα να συγχαρεί την ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας για τον τρόπο με τον οποίο αναδεικνύεται αποτελεσματικά η όλη ουσία της διαφωνίας της ως προς την έγκριση της αίτησης μέσω τόσο της στοχευμένης χρήσης περιορισμένου αριθμού λόγων ένστασης όσο και της γραπτής αγόρευσης της με εστιασμένη την προσοχή της και στις δύο περιπτώσεις σε μία συνεκτική εκδοχή ως προς τους λόγους βάσει των οποίων το αίτημα της εναγόμενης δεν θα πρέπει να γίνει δεκτό από το Δικαστήριο. 5 Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο ένστασης η «...αιτούμενη τροποποίηση είναι ουσιαστική καθώς συνεπάγεται τον πλήρη επαναπροσδιορισμό της υπεράσπισης της Εναγομένης και/ή του ουσιωδέστερου σημείου αυτής, που είναι η καταγγελία και/ή η υπαναχώρηση της από την επίδικη Συμφωνία Πώλησης κατά ή περί τον Απρίλιο του 2009»[1]. 6 Προσεχτική εξέταση και των επόμενων δύο λόγων ένστασης αναδεικνύει το γεγονός ότι αυτοί είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με τον πρώτο λόγο ένστασης καθότι εντός αυτών ουσιαστικά υπάρχει αναφορά στις συνέπειες των όσων αναφέρονται στον πρώτο λόγο ένστασης. 7 Καθώς, όπως υποστηρίζεται με τον δεύτερο λόγο ένστασης, τα «...γεγονότα τα οποία η Ενάγουσα[2] προσπαθεί να εισάγει στα δικόγραφα ... είναι γεγονότα και/ή συμπεράσματα επί γεγονότων τα οποία επεσυνέβησαν πολύ μετά τον επίδικο για την ... αγωγή χρόνο και/ή πολύ μετά την καταχώρηση της ... αγωγής και των δικογράφων της». 8 Ενώ, σύμφωνα με τον τρίτο λόγο ένστασης, «...τυχόν επιτυχία της αιτούμενης τροποποίησης θα προκαλέσει κατάφορη αδικία για την Ενάγουσα και δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων της καθώς τα επίδικα θέματα της αγωγής και της ανταπαίτησης θα τροποποιηθούν άρδην». 9 Διατηρώντας υπόψη αυτή την άμεση σύνδεση μεταξύ τους, οι λόγοι ένστασης 1, 2 και 3 εξετάζονται από το Δικαστήριο ως μία ενιαία ενότητα ή ομάδα λόγων ένστασης. 10 Όπως επεξηγούνται οι προαναφερόμενοι λόγοι ένστασης στην ένορκη δήλωση Ιωάννου - από την οποία παρατίθενται πιο κάτω αποσπάσματα - με αναφορά σε γεγονότα αλλά παράλληλα και επιχειρηματολογία, η οποία αναπτύσσεται σε εκτενέστερο βαθμό εντός της γραπτής αγόρευσης της ευπαιδεύτου δικηγόρου της ενάγουσας, η προσπάθεια της εναγόμενης είναι «...να εισάγει στην εκδίκαση της ... αγωγής γεγονότα και συμπεράσματα επί γεγονότων που ισχυρίζεται ότι συνέβησαν μετά τον ουσιώδη για την ... αγωγή χρόνο που είναι ο Απρίλιος του 2009 και/ή προγενέστερα, αλλά και μετά την καταχώρηση της αγωγής και της υπεράσπισης της ίδιας» (υποπαράγραφος (γ) της παραγράφου 6). 11 Επιπλέον, και πιο συγκεκριμένα «...η Εναγομένη προσπαθεί να εισάξει στην ... αγωγή και να καταστήσει επίδικο θέμα ότι η Ενάγουσα μετά την καταχώρηση της ... αγωγής, της έκθεσης απαίτησης και της έκθεσης υπεράσπισης, παρέβη ουσιώδη όρο της μεταξύ των μερών Συμφωνίας, ήτοι δεν ολοκλήρωσε την ανέγερση της επίδικης κατοικίας κατά ή μετά τον χρόνο παράδοσης σύμφωνα με το επίδικο Πωλητήριο Έγγραφο και γι' αυτό το λόγο η Εναγόμενη εκ νέου στις 27/01/2016 τερμάτισε και/ή κατήγγειλε και/ή επανέλαβε την υπαναχώρησή της από την επίδικη συμφωνία δια επιστολής της προς την Ενάγουσα» (υποπαράγραφος (δ) της παραγράφου 6 της ένορκης δήλωσης Ιωάννου). 12 Θέση της ενάγουσας είναι πως η εναγόμενη με την αίτηση υπό εξέταση «...επιζητεί ουσιαστικά να ανατρέψει τα μέχρι σήμερα επίδικα θέματα, με την εισαγωγή γεγονότων, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με τη μέχρι σήμερα αντιδικία των διαδίκων, όπως αυτή έχει αναδειχθεί από τα δικόγραφα» (παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης Ιωάννου). 13 Πιο συγκεκριμένα με την αίτηση της η εναγόμενη «...προσπαθεί να εισάξει γεγονότα τα οποία συνέβησαν περίπου επτά χρόνια μετά τον ουσιώδη για την ... αγωγή χρόνο, τα οποία τροποποιούν άρδην το ουσιωδέστερο σημείο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης ... ήτοι τον κατ΄ ισχυρισμό της Εναγόμενης για υπαναχώρηση της από την επίδικη Συμφωνία (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης Ιωάννου). 14 Υπενθυμίζεται, εντός της ένορκης δήλωσης Ιωάννου, πως με την αγωγή της η ενάγουσα ζητά δήλωση του Δικαστηρίου πως η επίδικη συμφωνία πώλησης εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ και ζητά την εκτέλεση της με την καταβολή σε αυτή μέρους του τιμήματος. Ενώ η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι αυτή η συμφωνία κατέστη άκυρη αφού καταγγέλθηκε από την ίδια ή υπήρξε υπαναχώρηση της η οποία έγινε δεκτή από την ενάγουσα από τις 3/4/2009 ή περί τις αρχές Απριλίου του 2009 ή προγενέστερα και ως εκ τούτου ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ως προς την ακυρότητα της συμφωνίας και επιστροφή του μέρους του τιμήματος το οποίο κατέβαλε (παράγραφος 6 (α) της ένορκης δήλωσης Ιωάννου). Συνεπώς, είναι ουσιώδες επίδικο θέμα εάν η επίδικη σύμβαση κατέστη άκυρη, εάν καταγγέλθηκε από την εναγόμενη ή εάν υπήρξε υπαναχώρηση της η οποία έγινε δεκτή από την ενάγουσα από τις 3/4/2009 ή αρχές Απριλίου του
- 15 Προτού ληφθούν υπόψη και οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης θα ήταν χρήσιμο να εξεταστεί κατά πόσο ευσταθεί η θέση πως η αίτηση αποσκοπεί σε πλήρη επαναπροσδιορισμό της υπεράσπισης της εναγόμενης και του ουσιωδέστερου σημείου αυτής δηλαδή την καταγγελία της επίδικης συμφωνίας κατά ή περί τον Απρίλιο του 2009 (βλ. σχετικά τον πρώτο λόγο έντασης). 16 Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να διατηρείται υπόψη κατά την εξέταση του αιτήματος της εναγόμενης πως η αξίωση εναντίον της αποσκοπεί κυρίως στην εξασφάλιση πληρωμής ενός συγκεκριμένου ποσού, δηλαδή αυτό των €70.000,00, το οποίο είχε ζητηθεί από την εναγόμενη δίχως όμως αυτή να ανταποκριθεί. 17 Αναφορικά με αυτή την πληρωμή και πως οδηγήθηκε η ενάγουσα στο να την διεκδικεί, αρχικά με επιστολή της και στη συνέχεια με αγωγή εναντίον της εναγόμενης, διαπιστώνεται, βάσει και του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης, η σημασία όχι μόνο του παράγοντα του χρόνου σε σχέση με την οποιαδήποτε πληρωμή θα μπορούσε να αξιώσει η ενάγουσα, σύμφωνα και με την επίδικη συμφωνία πώλησης ενός διαμερίσματος αλλά και η διασύνδεση αυτού με την πρόοδο στην όλη διαδικασία ανέγερσης αυτού του διαμερίσματος. Τονίζεται πως το βασικό αυτό δεδομένο σαφώς προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. 18 Όπως αναφέρεται σχετικά στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης το διαμέρισμα «θα ανεγειρόταν» ενώ, σε σχέση με τον τρόπο πληρωμής, αναφέρεται στην παράγραφο 6 (γ) πως το ποσό των €105,386.54 «...θα πληρωνόταν κατευθείαν στους ενάγοντες[3] κατόπιν απαίτησης τους σταδιακά και σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών ανέγερσης του εν λόγω διαμερίσματος». Υπενθυμίζεται πως η αξίωση της ενάγουσας είναι μόνο για μέρος του ποσού των €105,386.54, δηλαδή για το ποσό των €70.000,
- Το γεγονός αυτό έχει τη δική του σημασία στην οποία το Δικαστήριο θα επανέλθει πιο κάτω. 19 Ο προαναφερόμενος τρόπος πληρωμής, από την προκαταβολή μέχρι και την παράδοση κατοχής του διαμερίσματος, παρατίθεται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης ενώ τονίζεται στην παράγραφο 7 πως ήταν ρητός όρος της επίδικης συμφωνίας πως η εναγόμενη θα συμμορφωνόταν με τον τρόπο πληρωμής διαφορετικά η ενάγουσα θα είχε τα όσα δικαιώματα θα προέκυπταν από παράλειψη της εναγόμενης να κατέβαλε το τίμημα όπως είχε συμφωνηθεί. 20 Αξιοσημείωτος επί του θέματος του τρόπου πληρωμής είναι και ο ισχυρισμός της ενάγουσας στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης σύμφωνα με τον οποίο η ίδια είχε «...συμμορφωθεί πλήρως με τους όρους της...» επίδικης συμφωνίας «...και η ανέγερση του ... διαμερίσματος προχώρησε σε μεγάλο βαθμό και/ή έχει σχεδόν αποπερατωθεί». 21 Βεβαίως ακόμη και δίχως να υπεισέρχεται το Δικαστήριο σε εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής παρά μόνο σε σχέση με το κατά πόσο δικαιολογείται να εγκριθεί το αίτημα τροποποίησης, αξιοσημείωτο επίσης είναι το γεγονός ότι με την επιστολή της ημερομηνίας 24/4/2009, η ενάγουσα καλούσε την εναγόμενη να καταβάλει το ποσό των €70,000.00 και παρά το γεγονός ότι η αγωγή καταχωρίσθηκε περίπου 6 μήνες αργότερα στις 16/10/2009, το ποσό το οποίο, ακόμη και σε αυτό το μεταγενέστερο χρονικό σημείο, εξακολουθούσε να διεκδικεί η ενάγουσα παράμενε το ίδιο. 22 Λογικά, βάσει απλού συσχετισμού του ποσού σε συνάρτηση με το συμφωνημένο τρόπο πληρωμής, το ποσό αυτό θα πρέπει να συνδεόταν άμεσα με την πρόοδο των εργασιών ανέγερσης του διαμερίσματος. Ανεξάρτητα βεβαίως και από το ποσό το οποίο είχε συμφωνηθεί ότι θα πληρωνόταν με την παράδοση της κατοχής στην εναγόμενη (δηλαδή, ποσό €6,586.66) ή τα άλλα δύο ποσά συνδεδεμένα με την πληρωμή προκαταβολής και την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. 23 Δηλαδή, εάν ιδωθεί ξεχωριστά το στάδιο πληρωμής το οποίο συνδεόταν με την πληρωμή του ποσού των €105,386.54 τότε το ποσό των €70.000,00 αποτελούσε ένα ποσοστό της τάξης περίπου των 2/3 του συγκεκριμένου ποσού. Ενδεικτικά, βάσει του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης, αυτό θα μπορούσε να συσχετιστεί με «...την πρόοδο των εργασιών ανέγερσης του εν λόγω διαμερίσματος». 24 Συνεπώς, το εναπομείναν έργο ανέγερσης του διαμερίσματος κατά το χρονικό σημείο απαίτησης του ποσού των €70.000,00, είναι δυνατό λογικά να θεωρηθεί ως το 1/3 αυτού. Μάλιστα με την ίδια λογική είναι επίσης δυνατό να θεωρηθεί πως από την ημερομηνία αποστολής της επιστολής με την οποία ζητείτο η πληρωμή του ποσού των €70.000,00 μέχρι και την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής δεν υπήρξε οποιαδήποτε πρόοδος σε σχέση με τις εργασίες ανέγερσης του διαμερίσματος. Έστω ακόμη και εάν στην παράγραφο στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης η ενάγουσα ισχυρίζεται πως είχε «...συμμορφωθεί πλήρως με τους όρους της...» επίδικης συμφωνίας «...και η ανέγερση του ... διαμερίσματος προχώρησε σε μεγάλο βαθμό και/ή έχει σχεδόν αποπερατωθεί». 25 Βεβαίως, τα όσα αναφέρονται πιο πάνω δεν προκαθορίζουν ή προδικάζουν με οποιοδήποτε τρόπο τα μέχρι σήμερα επίδικα θέματα της αγωγής καθότι δεν έχει καν αρχίσει η ακρόαση της αγωγής έτσι ώστε να έχει δοθεί η ευκαιρία στους διάδικους να τοποθετηθούν σχετικά με μαρτυρία και επιχειρηματολογία επί του συγκεκριμένου θέματος. 26 Διευκρινίζεται δηλαδή πως ο σκοπός της λογικής σύνδεσης του συγκεκριμένου ποσού με τα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται εντός του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης περιορίζεται σε σχέση με την εξέταση του αιτήματος τροποποίησης. Σημασία δηλαδή δεν αποδίδεται στον εκ των προτέρων καθορισμό του οποιουδήποτε συσχετισμού του ποσού της αξίωσης με την πρόοδο σε σχέση με τις εργασίες ανέγερσης του διαμερίσματος αλλά το γεγονός ότι ακόμη και έχοντας ως βάση και μόνο το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης όντως αναδεικνύεται η δυνατότητα ενός τέτοιου συσχετισμού. 27 Απλά για σκοπούς πληρότητας σε σχέση με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω υπενθυμίζεται πως ακόμη και με την υφιστάμενη μορφή της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης η εναγόμενη απορρίπτει το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της έκθεσης απαίτησης. Αναφορικά δηλαδή με τον ισχυρισμό της ενάγουσας ως προς το ότι αυτή έχει «...συμμορφωθεί πλήρως με τους όρους της...» επίδικης συμφωνίας «...και η ανέγερση του ... διαμερίσματος προχώρησε σε μεγάλο βαθμό και/ή έχει σχεδόν αποπερατωθεί». 28 Σχετική επί του θέματος είναι η παράγραφος 9 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες «...ουδέποτε καθόρισαν ή και προκάλεσαν τον καθορισμό οιουδήποτε σταδίου πληρωμής ή χρόνου πληρωμής σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην συμφωνία και ... ουδέποτε συγκεκριμένο ποσό ζητήθηκε από την εναγόμενη να πληρωθεί για συγκεκριμένο στάδιο εργασίας ούτε και αναφέρθηκε ή ενημερώθηκε η εναγόμενη συγκεκριμένα με κάτι τέτοιο ή και σύμφωνα με την συμφωνία...» ενώ θέση της εναγόμενης είναι «...ότι κανένα ποσό δεν κατέστη πληρωτέο και απαιτητό». 29 Σαφώς δηλαδή βασικά επίδικα θέματα δεν είναι μόνο η απαίτηση της ενάγουσας για πληρωμή του ποσού της αξίωσης ή η θέση της εναγόμενης ως προς την ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας εξαιτίας της δικής της καταγγελίας ή ακόμη και η υπαναχώρηση της και η αποδοχή αυτής από τους ενάγοντες. 30 Υπόβαθρο για όλα τα επίδικα θέματα αποτελεί και το μέρος της επίδικης συμφωνίας το οποίο έχει σχέση με τον τρόπο πληρωμής του τιμήματος πώλησης του διαμερίσματος. 31 Υπάρχει αναφορά στην αξίωση της ενάγουσας (παράγραφος 16 (Β)) στον όρο 2.3 της επίδικης συμφωνίας, δίχως όμως ο όρος αυτός να συνδέεται με άμεση αριθμητική αναφορά εντός του υπόλοιπου περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης με τον καθορισμό του τρόπου πληρωμής. Δίχως όμως παράλληλα αυτό να αποκλείεται. Ενώ στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης η εναγόμενη προβάλει την εξής θέση. Ότι «... ο όρος 2.3 της συμφωνίας δεν καθιστούσε πληρωτέα ποσά σε πρώτη ζήτηση αλλά προϋπόθετε τον καθορισμό σταδίων που προοδευτικά καλύπτονταν ή και σταδίων σύμφωνα με την άδεια οικοδομής ή και σύμφωνα με τα στάδια ή και τους χρόνους που θα καθορίζοντο ελλείψει συμφωνίας με βάση τον εύλογο χρόνο ή και σύμφωνα με τα κριτήρια του σχετικού νόμου ή και λαμβανομένων των περιστάσεων». 32 Συνεπώς, τουλάχιστον σε σχέση με το μέρος του αιτήματος τροποποίησης το οποίο είναι δυνατό να συσχετιστεί με τον τρόπο πληρωμής του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος, το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τη θέση η οποία εμπεριέχεται στον πρώτο λόγο ένστασης ως προς το ότι η αιτούμενη τροποποίηση συνεπάγεται τον πλήρη επαναπροσδιορισμό της υπεράσπισης της εναγόμενης ή του ουσιωδέστερου σημείου της, δηλαδή την καταγγελία της επίδικης συμφωνίας ή την υπαναχώρηση της εναγόμενης από την επίδικη συμφωνία. 33 Με το ίδιο σκεπτικό ούτε και είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως βάσιμη η θέση ότι η εναγόμενη προσπαθεί να εισαγάγει στα δικόγραφα γεγονότα ή συμπεράσματα επί γεγονότων τα οποία συνέβησαν πολύ μετά τον επίδικο για την αγωγή χρόνο ή μετά από την καταχώριση της. Η σύνδεση του τρόπου πληρωμής με την πρόοδο στις εργασίες ανέγερσης του διαμερίσματος από τον οποίο προκύπτει και η αξίωση της ενάγουσας ήδη προβάλλεται εντός της ίδιας της έκθεσης απαίτησης. 34 Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ως άσχετη η προσπάθεια συμπερίληψης ισχυρισμών σχετικούς με τον συμφωνημένο τρόπο πληρωμής ή ακόμη και με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ως προς την πρόοδο των εργασιών ανέγερσης του διαμερίσματος. Ιδιαίτερα δε όταν στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η ίδια είχε «...συμμορφωθεί πλήρως με τους όρους της...» επίδικης συμφωνίας «...και η ανέγερση του ... διαμερίσματος προχώρησε σε μεγάλο βαθμό και/ή έχει σχεδόν αποπερατωθεί». 35 Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι η ύπαρξη μίας αναπόφευκτης συνέχισης αλλά και συνοχής ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της αγωγής. 36 Δηλαδή, όσο και να μην κρίνεται αβάσιμη η θέση της ενάγουσας ως προς το ότι όντως ουσιώδης για την αγωγή χρόνος είναι ο Απρίλιος του 2009 και ο χρόνος προγενέστερα αυτού, ή τουλάχιστον και τα δύο αυτά χρονικά διαστήματα, εντούτοις η ίδια η φύση της αξίωσης είναι τέτοια έτσι ώστε να προκύπτει ως λογική συνέπεια το εξής. Η άρρηκτη σύνδεση αυτού του χρόνου ή αυτών των χρονικών διαστημάτων και με τα όσα ακολούθησαν ακόμη και μετά την καταχώριση της αγωγής. 37 Μάλιστα με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε, ως αποτέλεσμα, να παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο και επί αυτής της βάσης να κρίνει κατά πόσο ευσταθεί ή όχι η όλη αξίωση της ενάγουσας τόσο σε σχέση με το συγκεκριμένο ποσό της αξίωσης όσο και αναφορικά γενικότερα με τη βασιμότητα της αγωγής της. Ιδιαίτερα δε σε σχέση με τις θεραπείες τις οποίες ζητά βάσει και της δικής της εκδοχής τόσο ως προς τον τρόπο πληρωμής του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος όσο και αναφορικά με την πρόοδο των εργασιών ανέγερσης του διαμερίσματος. 38 Θέτοντας το όσο πιο απλά γίνεται τόσο ο τρόπος πληρωμής όσο και - εξαιτίας της σύνδεσης της με τον τρόπο πληρωμής - η πρόοδος των εργασιών ανέγερσης του διαμερίσματος αποτελούν βασικά επίδικα θέματα. 39 Συνεπώς, στο βαθμό βεβαίως στον οποίο η αιτούμενη τροποποίηση είναι δυνατό να κριθεί πως συνδέεται γενικά με αυτά τα θέματα, δεν γίνεται δεκτή ως βάσιμη η θέση της ενάγουσας ότι η εναγόμενη προσπαθεί να εισαγάγει στην εκδίκαση της αγωγής γεγονότα και συμπεράσματα επί γεγονότων τα οποία όπως η ίδια ουσιαστικά προτείνει είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα καθότι χρονικά αυτά συνέβησαν μετά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ή όπως το θέτει χαρακτηριστικά η ευπαίδευτης δικηγόρος της ενάγουσας αυτά αποτελούν «...γεγονότα τα οποία αφορούν το σήμερα...». 40 Ούτε και βεβαίως είναι δυνατό να γίνει δεκτή ως βάσιμη, τουλάχιστον όχι στην ολότητα της - ανεξάρτητα δηλαδή και από την προσπάθεια εισαγωγής ως επίδικου θέματος της αποστολής της επιστολής ημερομηνίας 27/1/2016 και της σημασίας ή νομικές συνέπειες αυτής - η θέση της ενάγουσας πως η εναγόμενη επιδιώκει ουσιαστικά να ανατρέψει τα μέχρι σήμερα επίδικα θέματα με την εισαγωγή γεγονότων τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με την μέχρι σήμερα αντιδικία των διαδίκων όπως αυτή αναδεικνύεται από τα δικόγραφα. Αντιθέτως, εκείνο το μέρος της αιτούμενης τροποποίησης το οποίο είναι δυνατό να κριθεί ως σχετικό με τα ήδη υφιστάμενα επίδικα θέματα τόσο του τρόπου πληρωμής όσο και της προόδου στις εργασίες ανέγερσης του διαμερίσματος, ασφαλώς και δεν είναι δυνατό να κριθεί πως επηρεάζεται ή αποκλείεται εξαιτίας αυτής της θέσης. 41 Παράλληλα όμως, όπως εξηγείται πιο κάτω, διαπιστώνεται πως παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο αποδοχής ως βάσιμου του σκεπτικού επί του οποίου βασίζεται η θέση της ενάγουσας σε σχέση με το θέμα της επιστολής ημερομηνίας 27/1/2016 και κατ΄ επέκταση ανάλογου διαχωρισμού του αιτήματος της εναγόμενης ως προς το μέρος αυτού το οποίο όντως κρίνεται δυνατό να ασκηθεί προς όφελος της η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με μερική δηλαδή αποδοχή του αιτήματος της ή ουσιαστικά με μερικό περιορισμό ως προς την έκταση αυτής της αποδοχής. 42 Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη το συμπέρασμα του αναφορικά με τους λόγους ένστασης 1, 2 και 3 και τη σημασία της μη αποδοχής αυτών ασφαλώς προσεγγίζει τους υπόλοιπους τρεις λόγους ένστασης διατηρώντας υπόψη του και αυτό το τόσο βασικό συμπέρασμα σε σχέση με την έκβαση αυτής της απόφασης. 43 Επιπλέον βεβαίως διατηρείται υπόψη η θεμελιακή αρχή πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών με εξαίρεση μόνο εκείνων των περιπτώσεων όπου η αιτούμενη τροποποίηση είναι δυνατό να κριθεί πως θα επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όταν η κακή πιστή του αιτητή είναι εμφανής (βλ. σχετικά την Χρίστου ν. Αζά
(1992)1Α Α. Α. Δ. 704, 707), 44 Αναφορικά με τον λόγο ένστασης 4 ως προς το ότι η αίτηση «...καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και συγκεκριμένα σχεδόν έξι χρόνια μετά την Έκθεση Υπεράσπισης, χωρίς να παρατίθεται οποιοσδήποτε από πλευράς της Εναγομένης εύλογη δικαιολογία για την υπέρμετρη αυτή καθυστέρηση» παρατηρούνται τα ακόλουθα. 45 Κατ΄ αρχάς δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί η σημασία του γεγονότος ότι η αίτηση τροποποίησης καταχωρίσθηκε πριν από την έναρξη της ακρόασης της αγωγής. Συνεπώς, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο από μία τέτοια έναρξη ενώ ασφαλώς δεν είναι δυνατό καν να θεωρηθεί πως θα προκύψει εκτροχιασμός της δίκης και ότι με αυτό τον τρόπο θα προκληθεί οποιαδήποτε βλάβη στα δικαιώματα της ενάγουσας (βλ. σχετικά την Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. κ. ά.
(1989)1Ε Α. Α. Δ.33). 46 Η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης προβάλει ως λόγο για την καθυστέρηση την νεότερη μελέτη της υπόθεσης από τους δικηγόρους της ενάγουσας. Ενδεχόμενο το οποίο δεν αποκλείεται λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός του ορισμού για ακρόαση της αγωγής την 1/2/2016 μετά και από καταβολή εντατικής προσπάθειας εντός χρονικής περιόδου περίπου δύο μηνών από τις 14/10/2015 μέχρι και τις 10/12/2015 για καλύτερο προγραμματισμό της ακρόασης της αγωγής με καθορισμό παραδεκτών γεγονότων και περιορισμό της διαφοράς σε εκδίκαση μόνο νομικών σημείων, με παράδοση μάλιστα, από τις 14/10/2015 και της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα με τον οποίο η ενάγουσα θα άρχιζε την παρουσίαση της υπόθεσης της. 47 Αναφέρεται η ενόρκως δηλούσα και στον εξής επιπρόσθετο λόγο αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης. Ότι δηλαδή τα γεγονότα τα οποία επιδιώκονται να προστεθούν έλαβαν χώρα ή απέκτησαν νομική σημασία πρόσφατα. Μάλλον η αναφορά αυτή θα έχει σχέση με την επιστολή ημερομηνίας 27/1/2016 γεγονός το οποίο το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αναφορικά με την εξέταση του θέματος καθυστέρησης καθότι αυτό από μόνο του ως αυτοδημιούργητο δεδομένο ασφαλώς δεν είναι δυνατό να εκμηδενίζει ουσιαστικά την ύπαρξη καθυστέρησης. 48 Δέχεται όμως το Δικαστήριο ότι η προσεχτικότερη και εντατικότερη μελέτη της αγωγής ενόψει και του ενδεχόμενου της σύντομης έναρξης της ακρόασης και της προσπάθειας κατάληξης σε παραδεκτά γεγονότα δεν αποκλείεται να οδήγησε τους δικηγόρους της εναγόμενης σε συμπέρασμα αναγκαιότητας τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Συμπέρασμα στο οποίο να είχαν παραλείψει να καταλήξουν κατά τη διάρκεια της μέχρι τότε χρονικής περιόδου καθυστέρησης στην έναρξη της ακρόασης της αγωγής. 49 Επιπλέον βεβαίως δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί πως δεν διαπιστώνεται η οποιαδήποτε προσπάθεια στο παρελθόν από την εναγόμενη για πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής σε συνάρτηση με το δεδομένο ότι αυτή οφείλεται κυρίως στο πρόγραμμα του Δικαστηρίου και αδυναμία του ιδίου, λόγω έλλειψης χρόνου, να αρχίσει την εκδίκαση της αγωγής. Παρά και την καθυστέρηση στην παροχή καλύτερων λεπτομερειών από την εναγόμενη διαπιστώνεται πως σε καμία περίπτωση δεν ζήτησε η ίδια αναβολή της ακρόασης της αγωγής. Συνεπώς ο λόγος ένστασης 4 δεν γίνεται δεκτός από το Δικαστήριο. 50 Αναφορικά με τον λόγο ένστασης 5 ότι η αίτηση είναι καταχρηστική καθότι μοναδικός της σκοπός ήταν η αποτροπή της έναρξης της ακρόασης καθώς μάλιστα η καταχώριση της έγινε την ίδια ημερομηνία κατά την οποία είχε οριστεί η αγωγή για έναρξη της ακρόασης, υπενθυμίζεται κατ΄ αρχάς πως ο λόγος αναβολής της ακρόασης ήταν η αδυναμία του ίδιου του Δικαστηρίου κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία να αρχίσει την ακρόαση της αγωγής. Γεγονός το οποίο αναγνωρίζεται και από την ίδια την ευπαίδευτη δικηγόρο της ενάγουσας εντός της γραπτής αγόρευσης της. Επομένως, πέραν και της εντελώς θεωρητικής υπόστασης αυτού του λόγου ένστασης υπό την έννοια ότι όχι μόνο δεν εξετάστηκε καν αίτημα αναβολής της ακρόασης την 1/2/2016 αλλά επιπλέον έχοντας εξετάσει και την ουσία του αιτήματος τροποποίησης ως επίσης και την εισήγηση ως προς την ύπαρξη καθυστέρησης στην καταχώριση της αίτησης και διατηρώντας υπόψη γενικότερα τη δικονομική συμπεριφορά της εναγόμενης αναφορικά με το ενδεχόμενο έναρξης της ακρόασης της αγωγής, το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τη θέση της ενάγουσας ως προς την ύπαρξη κατάχρησης σε σχέση με την καταχώρηση της αίτησης την ίδια ημερομηνία κατά την οποία η αγωγή είχε οριστεί για ακρόαση. 51 Με τον τελευταίο λόγο ένστασης υποστηρίζεται η θέση πως οι ισχυρισμοί τους οποίους η εναγόμενη προσπαθεί να εντάξει στο δικόγραφο της είναι «...εν πάση περιπτώσει γενικοί, αόριστοι, ασαφώς διατυπωμένοι και δυσνόητοι, και σε κάθε περίπτωση τυχόν έγκριση της ... αίτησης και εισαγωγή των ισχυρισμών της Ενάγουσας[4] ως έχουν, θα καταστήσει απαραίτητη την καταχώρηση αίτησης από πλευράς της Ενάγουσας για περισσότερες λεπτομέρειες επί των ισχυρισμών της Εναγομένης, επιβαρύνοντας την ... υπόθεση με περαιτέρω έξοδα και επιφέροντας ακόμα μεγαλύτερη καθυστέρηση στην εκδίκαση της». Πέραν και από απόρριψη της περιγραφής της φύσης των ισχυρισμών της εναγόμενης ως «...γενικοί, αόριστοι, ασαφώς διατυπωμένοι και δυσνόητοι...», στο βαθμό στον οποίο το αίτημα τροποποίησης είναι δυνατό να κριθεί ως δικαιολογημένο, το ενδεχόμενο καταχώρισης αίτησης για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες και οι οποιεσδήποτε συνέπειες αυτής, δεν διαπιστώνεται να αποτελεί με οποιοδήποτε τρόπο εμπόδιο ως προς την έγκριση της αίτησης. 52 Όπως διαφαίνεται και πιο πάνω το Δικαστήριο κρίνει πως η αιτούμενη τροποποίηση είναι δυνατό να εγκριθεί με περιορισμό όμως του αιτήματος της εναγόμενης. Ο περιορισμός αυτός έγκειται στη διαγραφή από την προτεινόμενη παράγραφο 13Β της πρώτης πρότασης αυτής. 53 Οι λόγοι για αυτό τον περιορισμό είναι οι ακόλουθοι. Κατ΄ αρχάς πρόκειται για ένα ισχυρισμό εντελώς εκτός του ήδη διαπιστωμένου ως υπαρκτού πλαισίου των επίδικων θεμάτων της αγωγής. Επιπλέον, παρά και τη διαζευκτική του διατύπωση, η προβολή του ισχυρισμού ο οποίος εμπεριέχεται στην πρώτη πρόταση με αναφορά σε επιστολή ημερομηνίας 27/1/2016 εύλογα ενδέχεται να προκαλέσει σύγχυση σε σχέση με τα υπόλοιπα επίδικα θέματα κατά τη διάρκεια εκδίκασης της αγωγής. 54 Επίσης, παρά και τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ως προς την ύπαρξη σύνδεσης μεταξύ των υπολοίπων ισχυρισμών τους οποίους η εναγόμενη ζητάει να προσθέσει και των υφιστάμενων επίδικων θεμάτων, δηλαδή τον τρόπο πληρωμής και την πρόοδο στις εργασίες ανέγερσης του διαμερίσματος, εντούτοις σε σχέση με το μέρος του αιτήματος τροποποίησης για συμπερίληψη του ισχυρισμού αναφορικά με την επιστολή ημερομηνίας 27/1/2016 και τις συνέπειες αποστολής αυτής, διαπιστώνεται το εξής. 55 Αυτό το μέρος του αιτήματος τροποποίησης πηγάζει από μία απομονωμένη και ουσιαστικά αυτοδημιούργητη ενέργεια της εναγόμενης όχι μόνο χρόνια μετά και από την καταχώριση της αγωγής αλλά και σε σχέση με την οποία προκύπτει επίσης η ακόλουθη διαπίστωση. 56 Η ενέργεια αυτή έχει ως βάση όχι τόσο την οποιαδήποτε παράλειψη της ενάγουσας αναφορικά με την πρόοδο των εργασιών ανέγερσης του διαμερίσματος αλλά κυρίως με τη μεταγενέστερη προσπάθεια διασφάλισης ενός επιπρόσθετου πλεονεκτήματος ή τρόπου τερματισμού της επίδικης συμφωνίας σε περίπτωση κατά την οποία παρά και την αποδοχή από το Δικαστήριο των υπολοίπων θέσεων της εναγόμενης μετά και από εκδίκαση της αγωγής εντούτοις δεν γίνει επίσης δεκτός και ο ισχυρισμός της ως προς την καταγγελία της ή υπαναχώρηση της από την επίδικη συμφωνία. 57 Επομένως, ανεξάρτητα, σε περίπτωση αποδοχής του αιτήματος τροποποίησης ακριβώς όπως αυτό διατυπώνεται στην προτεινόμενη παράγραφο 13Β, της εύλογα αναμενόμενης παράλληλης προώθησης κατά την εκδίκαση και του ενός και του άλλου τρόπου με τον οποίο η εναγόμενη θα ισχυρίζεται ότι έθεσε τέλος στην επίδικη συμφωνία, αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι, όπως και να ιδωθεί ο ισχυρισμός ο οποίος εμπεριέχεται στην πρώτη πρόταση της προτεινόμενης παραγράφου 13Β, πραγματικά δεν κρίνεται δικαιολογημένη η προσθήκη του, με αποδοχή του αιτήματος τροποποίησης ως έχει. 58 Ουσιαστικά αυτό το οποίο επιδιώκει η εναγόμενη με αυτό το μέρος του αιτήματος της είναι να επιτύχει την αναγνώριση από το Δικαστήριο δικής της ενέργειας όχι μόνο μερικές μέρες πριν από την καταχώριση της αίτησης τροποποίησης αλλά και χρόνια μετά και από την καταχώριση της αγωγής, ως ένα από τα επίδικα θέματα. Πρόκειται περί μίας αδικαιολόγητης προσπάθειας εισαγωγής ενός έκδηλα αυτοδημιούργητου προτεινόμενου επίδικου θέματος όχι μόνο μετά και από την καταχώριση της αγωγής αλλά και εκκρεμότητας της προς εκδίκαση για χρόνια μέχρι και την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος τροποποίησης. 59 Πραγματικά το Δικαστήριο θεωρεί ως δικονομικά παρακινδυνευμένη την αποδοχή μίας τέτοιας τακτικής κατά την εφαρμογή της οποίας κατ΄ αρχάς, αφού πρώτα προηγείται ή ουσιαστικά δημιουργείται ένα γεγονός μονομερούς επικοινωνίας διάδικου με αντίδικο, στη συνέχεια, αμέσως μετά, καταβάλλεται προσπάθεια, μέσω τροποποίησης δικογράφου, ένταξης αυτού του γεγονότος ως μέρος όχι απλά των επίδικων θεμάτων αλλά ακόμη και της ουσίας μίας αγωγής η εκδίκαση της οποίας ήδη εκκρεμεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και στην οποία ήδη τίθεται υπό διαφορετική μεν μορφή παρόμοιο γεγονός αλλά με τις ίδιες ουσιαστικά κατ΄ ισχυρισμό συνέπειες ανάλογες και με το προτεινόμενο νεοεισαχθέν γεγονός. 60 Συνεπώς με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω εν τέλει κρίνεται από το Δικαστήριο πως παρέχεται η δυνατότητα άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας προς έγκριση μέρους του αιτήματος της εναγόμενης. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η αίτηση παράγραφος Α (α) και (β) με διαγραφή όμως από την νέα παράγραφο 13Β της πρώτης πρότασης αυτής. 61 Διαπιστώνεται ουσιαστικά πως η δεύτερη πρόταση της προτεινόμενης παραγράφου 13Β συνάδει και συμπληρώνει την νέα παράγραφο 13Α. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος βάσει του οποίου το διάταγμα τροποποίησης συμπεριλαμβάνει και αυτό το μέρος της προτεινόμενης παραγράφου 13Β. 62 Η τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης θα πρέπει να καταχωρισθεί εντός 14 ημερών από την ημερομηνία σύνταξης του διατάγματος τροποποίησης ενώ στη συνέχεια θα πρέπει να καταχωρισθεί η τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση εντός 14 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης στη διεύθυνση επίδοσης της ενάγουσας. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 4/4/2017 και ώρα 09:00. 63 Όπως έχει καθιερωθεί με σχετική νομολογία επί του θέματος η επιδίκαση των εξόδων σε αιτήσεις τροποποίησης αποτελεί ουσιαστικά θεραπεία προς τον καθ΄ ου η αίτηση παρά και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης. Ως εκ τούτου τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα τα οποία θα προκύψουν από την μερική έγκριση της επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος της εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολληγή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση της αγωγής ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της. 64 Τέλος, θεωρώ πως θα ήταν παράλειψη μου να μην εκφράσω τη λύπη μου ως προς την καθυστέρηση σε σχέση με την έκδοση αυτής της απόφασης και η οποία βεβαίως δεν οφείλεται είτε στο χειρισμό της υπόθεσης από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων είτε στη δυσκολία του ερωτήματος το οποίο τέθηκε προς απάντηση από το Δικαστήριο αλλά στο φόρτο εργασίας του Δικαστηρίου επί καθημερινής βάσης και στον αριθμό και άλλων επιφυλαγμένων αποφάσεων με ανάλογη χρονική προτεραιότητα ως προς την έκδοση τους είτε συνήθως έχοντας ως βασικό κριτήριο την ημερομηνία επιφύλαξης τους είτε διαφορετικά σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις εξαιτίας της επείγουσας φύσης της διαδικασίας βάσει της οποίας αυτές προέκυψαν και των οποίων επιφυλαγμένων αποφάσεων είτε η έκδοση εξακολουθεί να εκκρεμεί είτε έχει κατ΄ εξαίρεση προηγηθεί της έκδοσης της απόφασης σε αυτή την αίτηση παρά και τη μεταγενέστερη ημερομηνία επιφύλαξης των. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] O τονισμός των γραμμάτων, ως επίσης η οποιαδήποτε υπογράμμιση ή μορφοποίηση του κειμένου εντός αυτής της απόφασης, σε κάθε περίπτωση είναι του Δικαστηρίου ενώ τα οποιαδήποτε αποσπάσματα είτε από τα δικόγραφα ή άλλα έγγραφα ή από τη νομοθεσία ή νομολογία παρατίθενται με κυρτά γράμματα (italics). [2] Προφανώς σε αυτό το σημείο η αναφορά θα έπρεπε να ήταν στην εναγόμενη και όχι στην ενάγουσα. [3] Διευκρινίζεται προς αποφυγή σύγχυσης πως παρά και τις αναφορές εντός των δικογράφων στους ενάγοντες στον πληθυντικό το Δικαστήριο αναφέρεται στην ενάγουσα, ως εταιρεία, στον ενικό. [4] Προφανώς και σε αυτό το σημείο η αναφορά θα έπρεπε να ήταν στην εναγόμενη και όχι στην ενάγουσα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο