← Κύπρος

Cote Royal Properties Limited κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αριθμός Αίτησης - Έφεσης :- 2/17, 8/2/2017

Cote Royal Properties Limited κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αριθμός Αίτησης - Έφεσης :- 2/17, 8/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A47 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αίτησης - Έφεσης :- 2/17 Επί τοις αφορώσι το άρθρο 44Γ

(3)του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις Αφορώσι και τον περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ :-
  1. Cote Royal Properties Limited
  2. Νίκος Κληρίδης
  3. Δέσπω Παρασκευαϊδου Αιτητές - Εφεσείοντες Και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Τετάρτη 8η Φεβρουαρίου 2017 Για τους Αιτητές - Εφεσείοντες :- κα. Άννα Παπαντωντίου για Λεύκος Κληρίδης & Υιοί Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Σοφία Κύρου Για την Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη :- κος. Μάριος Σωφρονίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία Τελική Απόφαση 1 Με την Αίτηση - Έφεση (στο εξής θα καλείται η «έφεση») οι αιτητές - εφεσείοντες (στο εξής θα καλούνται οι «εφεσείοντες») αιτούνται από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνονται ή και να παραμερίζονται οι ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» και Τύπου «ΙΑ» οι οποίες εκδόθηκαν από την καθ΄ ης η αίτηση - εφεσίβλητη (στο εξής θα καλείται η «εφεσίβλητη») και ως συνεπακόλουθο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία πώλησης όπως προβλέπεται στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως (Αρ. 11) του 2015 (στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος»). 2 Κατ΄ αρχάς διαπιστώνεται πως στο βαθμό στον οποίο η έφεση στρέφεται εναντίον της ειδοποίησης Τύπου «Ι» αυτή είναι εκπρόθεσμη καθότι δεν καταχωρίσθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών από την ημερομηνία που οι εφεσείοντες γνώριζαν για τέτοια ειδοποίηση (βλ. σχετικά το άρθρο 44ΙΓ του σχετικού Νόμου). Ο ίδιος ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εφεσειόντων με την τελική αγόρευση του περιορίζει το αίτημα τους σε ακύρωση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν εξετάζει οποιοδήποτε θέμα το οποίο έχει άμεση σχέση με την ειδοποίηση Τύπου «Ι» αλλά περιορίζεται σε εξέταση του αιτήματος αποκλειστικά σε σχέση με την ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» (στο εξής θα καλείται η «επίδικη ειδοποίηση»). 3 Επίσης γενικά σε σχέση με την έφεση, παρατηρείται και το εξής. Παρά και το γεγονός πως η έφεση στηρίζεται σε 17 λόγους έφεσης και όπως αναφέρεται εντός αυτής τα γεγονότα επί των οποίων αυτοί στηρίζονται αναφέρονται εντός της ένορκης δήλωσης της εφεσείουσας 3, εντούτοις δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία προς υποστήριξη όλων των λόγων έφεσης. 4 Επιπλέον, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εφεσειόντων σαφώς με την επιχειρηματολογία στην τελική αγόρευση του περιόρισε δραστικά τους λόγους επί τους οποίους καλούσε το Δικαστήριο όπως η έφεση γίνει δεκτή. Ουσιαστικά οι λόγοι αυτοί συνδέονται με τον λόγο έφεσης 16 σύμφωνα με τον οποίο η καθ΄ ης η αίτηση δεν είναι ενυπόθηκος δανειστής αλλά, σύμφωνα και με τη δικαστική απόφαση η οποία εκδόθηκε υπέρ της, εξ αποφάσεως πιστωτής και συνεπώς δεν μπορεί να προωθεί τη διαδικασία του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. 5 Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ως προς το ότι δεν υποστηρίζονται όλοι οι λόγοι έφεσης από μαρτυρία, αποτελεί ο πρώτος λόγος έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο η εφεσίβλητη δεν νομιμοποιείται ως προς την αποστολή της επίδικης ειδοποίησης καθότι δεν είναι ο κατά τον Νόμο ενυπόθηκος δανειστής ή και διότι η επίδικη υποθήκη ουδέποτε ενεγράφη προς όφελος της ή επ΄ ονόματι της. Δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από τους εφεσείοντες αναφορικά με αυτό το λόγο έφεσης. Η απλή υιοθέτηση και επανάληψη αυτολεξεί από την ενόρκως δηλούσα εντός της ένορκης δήλωσης της προς υποστήριξη της έφεσης όλων ανεξαιρέτως των λόγων έφεσης δίχως οποιαδήποτε αναφορά σε σχετικά γεγονότα ασφαλώς δεν συνιστά μαρτυρία προς υποστήριξη τους. Παραδείγματος χάριν, σε σχέση με τον πρώτο λόγο έφεσης θα αναμενόταν όπως αυτός στοιχειοθετηθεί με ανάλογη μαρτυρία ως προς τα συγκεκριμένα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η προβολή του. 6 Αναφορικά με τη διαπίστωση ότι οι εφεσείοντες δεν έχουν παρουσιάσει μαρτυρία προς υποστήριξη όλων των λόγων έφεσης διευκρινίζεται το εξής. Το γεγονός ότι η εφεσίβλητη έχει επιλέξει να παρουσιάσει μαρτυρία για να αντικρούσει ακόμη και λόγους έφεσης οι οποίοι δεν έχουν αρχικά υποστηριχθεί από μαρτυρία ή στη συνέχεια και από επιχειρηματολογία, θα είχε μόνο σημασία εάν με βάση αυτή την ίδια τη μαρτυρία της εφεσίβλητης το αίτημα των εφεσειόντων θα μπορούσε να κριθεί δικαιολογημένο. Έχοντας ελέγξει τη μαρτυρία την οποία η εφεσίβλητη έχει προσκομίσει δεν διαπιστώνεται να προκύπτει τέτοιο ενδεχόμενο. 7 Επιπλέον, απλά υπενθυμίζεται πως νομικά η επίδικη ειδοποίηση θα ήταν δυνατό να παραμεριστεί από το Δικαστηρίο εάν διαπιστωνόταν η ύπαρξη οποιουδήποτε εκ των τεσσάρων λόγων οι οποίοι αναφέρονται εντός του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ. Με αναφορά και στα γεγονότα της έφεσης το Δικαστήριο εξετάζει πιο κάτω εάν όντως προκύπτει οποιοσδήποτε από αυτούς τους λόγους. 8 Ως προς τον πρώτο λόγο ότι δηλαδή η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις η ενόρκως δηλούσα περιορίζεται απλώς σε επανάληψη του λόγου έφεσης (vii) δίχως οποιαδήποτε επιπρόσθετη αναφορά ή διευκρίνηση. Έστω και όπως αυτός ο λόγος προβάλλεται, δίχως ουσιαστικά να προστίθεται οτιδήποτε στο λεκτικό του σχετικού Νόμου, διαπιστώνεται από έλεγχο της επίδικης ειδοποίησης ότι η θέση αυτή δεν ευσταθεί. 9 Σε σχέση με το δεύτερο λόγο, ως προς το ότι δηλαδή η επίδικη ειδοποίηση δεν έχει επιδοθεί, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται (παράγραφος 4 της ένορκης δήλωσης) πως αυτή ουδέποτε στάλθηκε στον εφεσείοντα
  1. Ο ισχυρισμός αυτός διαψεύδεται από τη μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης. Σχετική είναι η παράγραφος 13 της ένορκης δήλωσης του Ανδρόνικου Σταυρινού και το τεκμήριο 4 σύμφωνα με το οποίο η επίδικη ειδοποίηση επιδόθηκε στον εφεσείοντα 2 τόσο προσωπικά όσο και υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εφεσείουσας
  2. 10 Αναφορικά με τον τρίτο λόγο, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία στο σύνολο της δεν διαπιστώνεται η επίδικη ειδοποίηση να είχε αποσταλεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή. Υπενθυμίζονται επί αυτού του θέματος οι ημερομηνίες επίδοσης της ειδοποίησης Τύπου «Ι» (1/9/2016 και 14/9/2016) σε σχέση με την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης ειδοποίησης (28/11/2016) ενώ η προθεσμία καταβολής πληρωμής του απαιτητού ποσού, σύμφωνα με την ειδοποίηση Τύπου «Ι» είναι αυτή των 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβαν γνώση οι εφεσείοντες. 11 Ως προς τον τέταρτο λόγο, ότι δηλαδή εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση Τύπου «Ι» αυτός ούτε καν εγείρεται ως λόγος έφεσης. 12 Συνεπώς, όπως διαπιστώνεται δεν στοιχειοθετείται οποιοσδήποτε από τους λόγους παραμερισμού της επίδικης ειδοποίησης σύμφωνα και με το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. 13 Παρά και το συμπέρασμα αυτό βάσει και του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να απορρίψει την έφεση σε αυτό το σημείο της απόφασης εντούτοις εγείρονται και κάποια άλλα θέματα από τους εφεσείοντες τα οποία εξετάζονται έστω και εκτός του πλαισίου το οποίο τίθεται από το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ, εφόσον αυτά προωθούνται βάσει άλλων διατάξεων του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου ή αναφορικά με διαδικασίες οι οποίες σύμφωνα με τους εφεσείοντες συνδέονται με την εφαρμογή του σχετικού Νόμου. 14 Ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα, πως ουδέποτε προσεγγίστηκε οποιοσδήποτε εκ των εφεσειόντων για αναδιάρθρωση του χρέους. Προφανώς ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται σε σχέση και με τον λόγο έφεσης 5, ως προς το ότι η επίδικη ειδοποίηση είχε αποσταλεί παράνομα ή και κατά παράβαση του Κώδικα Συμπεριφοράς ή και των οδηγιών που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αναφορικά με τη διαχείριση καθυστερήσεων. 15 Βεβαίως σκοπός της Οδηγίας της Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 (Κ. Δ. Π. 315/2013 Ε.Ε. Παρ ΙΙΙ (Ι) Αρ. 4713, 9.9.2013) αναφέρεται στο άρθρο 3 ως «...η εφαρμογή από τα ΑΠΙ αποδοτικών και αποτελεσματικών στρατηγικών, πολιτικών, δομών, διαδικασιών και μηχανισμών για τη διαχείριση καθυστερήσεων και την επίτευξη δίκαιων και βιώσιμων αναδιαρθρώσεων των χορηγήσεων των δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, με απώτερο σκοπό την αντιμετώπιση των οικονομικών δυσχερειών που προκλήθηκαν από την οικονομική κρίση που διέρχεται η Κυπριακή Δημοκρατία». 16 Σύμφωνα και με τον «Κώδικα Συμπεριφοράς για το Χειρισμό Δανειοληπτών που Αντιμετωπίζουν Οικονομικές Δυσκολίες» (στο εξής θα καλείται ο «Κώδικας») τα ΑΠΙ οφείλουν να εφαρμόζουν τις αρχές του Κώδικα σε όλους τους δανειολήπτες και, όπου εφαρμόζεται, στους εγγυητές τους, ενώ, όπως διευκρινίζεται, η αποτελεσματική διαχείριση των καθυστερήσεων των βιώσιμων δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες αποτελεί βασικό στοιχείο της διαχείρισης κινδύνων του ΑΠΙ έχοντας ως στόχο την μείωση του πιστωτικού κινδύνου και την αποφυγή της περαιτέρω επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης του δανειολήπτη, έχοντας ως απώτερο στόχο την αποκατάσταση, όπου είναι δυνατόν, της ικανότητας του δανειολήπτη να ανταποκρίνεται στις πιστοληπτικές του υποχρεώσεις. 17 Αν και δεν κρίνεται αναγκαία μία λεπτομερή υπενθύμιση ως προς το περιεχόμενο της ειδοποίησης Τύπου «Θ» η οποία επιδόθηκε στους εφεσείοντες δεν παύει εντός αυτού να υπάρχει αναφορά στο ενδεχόμενο της υπάρξης του δικαιώματος αναδιάρθρωσης του χρέους των εφεσειόντων. 18 Βεβαίως, η όλη προσέγγιση επί του συγκεκριμένου θέματος της αναδιάρθρωσης του χρέους από τους εφεσείοντες είναι εντελώς αντιφατική σε σχέση και με τη βασικότερη τους θέση. Ότι δηλαδή, σύμφωνα και με τη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εφεσειόντων, όταν «...υπάρχει δικαστική απόφαση, δεν τίθεται θέμα αναδιάρθρωσης διότι δεν υπάρχει συμβατικό χρέος από δάνειο ή υποθήκη...» αλλά πλέον υπάρχει δικαστική απόφαση και «...το χρέος δεν αναδιαρθρώνεται αλλά μόνον εξοφλάται». 19 Μάλιστα η αντιφατικότητα η οποία διαπιστώνεται είναι τέτοιου βαθμού ώστε εύλογα να είναι δυνατό για το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε συμπέρασμα πως ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης έχει εγκαταλειφθεί. Ανεξαρτήτως όμως και αυτής της δυνατότητας λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο τόσο τα όσα αναφέρονται σχετικά στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης και την αλληλογραφία μεταξύ της εφεσίβλητης και των εφεσειόντων (τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού) ένα χρόνο πριν από την έναρξη της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό με την οποία διαψεύδεται και ο ισχυρισμός ως προς την απουσία οποιασδήποτε προσέγγισης για αναδιάρθρωση του χρέους. Πραγματικά, όπως και να ιδωθεί ο λόγος έφεσης 5, αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός ως βάσιμος. 20 Τέλος, όπως σαφώς αναδεικνύεται και από τη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της έφεσης η αιχμή του δόρατος της έφεσης σύμφωνα και με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της είναι η θέση ότι δεν είναι εφικτή η εφαρμογή του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου και η προβλεπόμενη διαδικασία πώλησης από την εφεσίβλητη ως η ενυπόθηκος δανείστρια, εξαιτίας της έκδοσης δικαστικής απόφασης στην αγωγή 323/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στις 28/4/
  1. 21 Η θέση αυτή ουσιαστικά αντικατοπτρίζει τα όσα αναφέρονται σχετικά στον λόγο έφεσης 16 ως προς το ότι η επίδικη ειδοποίηση δεν δύναται να προωθείται εφόσον η εφεσίβλητη εξαιτίας της έκδοσης δικαστικής απόφασης υπέρ της δεν είναι ενυπόθηκος δανειστής αλλά εξ αποφάσεως πιστωτής και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προωθεί τη διαδικασία του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της έφεσης η «...διαδικασία που προνοείται στο Μέρος VIA του Νόμου ... δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση καθότι έχει προγενέστερα εκδοθεί δικαστική απόφαση με σχετικά διατάγματα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου...». 22 Η θέση αυτή βασίζεται σε συγκεκριμένη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας την οποία ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εφεσειιόντων περιγράφει ως η «...ορθή νομολογία περί του θέματος...». 23 Βεβαίως, αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων, όπως και η παρούσα απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, δεν αποτελούν νομολογία ενώ μέχρι και σήμερα δεν έχει εκδοθεί οποιαδήποτε καθοδηγητική επί του θέματος απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με την εφαρμογή του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου. Όμως αυτό το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει τη συγκεκριμένη πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας σε δική του απόφαση, το σκεπτικό της οποίας υιοθετείται πλήρως και σε σχέση με την έφεση υπό εξέταση με αποτέλεσμα η όλη θέση των εφεσειόντων και σε αυτή την περίπτωση, αναφορικά δηλαδή με τα ιδιαίτερα της γεγονότα, να μην γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ως ορθή ερμηνεία του σχετικού Νόμου. Παρατίθεται δε πιο κάτω, ως μέρος της αιτιολόγησης αυτής της απόφασης, στο τέλος αυτής της απόφασης, υπό μορφή υποσημείωσης, εκτενέστατο απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου με την ίδια σύνθεση στην Αίτηση - Έφεση 190/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου μεταξύ Costas Economou Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερομηνίας 26/10/2016[†]. 24 Διατηρώντας υπόψη ότι το Δικαστήριο έχει εξετάσει την έφεση, όπως βεβαίως αυτή έχει προωθηθεί από τους εφεσείοντες τόσο υπό μορφή μαρτυρίας όσο και επιχειρηματολογίας, τελική κατάληξη του αναφορικά με αυτή είναι ότι δεν δικαιολογείται είτε πραγματικά είτε και νομικά η επιδίκαση των αιτούμενων θεραπειών. Ως εκ τούτου η έφεση απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της τα έξοδα της επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εις βάρος των εφεσειόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [ 3 ] [†] «....διαπιστώνεται από το Δικαστήριο πως η εφεσείουσα σαφώς βασίζει τόσο το αίτημα της γενικότερα όσο και την επιχειρηματολογία της στο περιεχόμενο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην Αίτηση-Έφεση 39/2016, ημερομηνίας 12/9/2016, μεταξύ M. K. Petrou Developers Ltd. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (στο εξής θα καλείται η «πρωτόδικη απόφαση»). Μάλιστα η γραπτή αγόρευση η οποία υιοθετήθηκε προς υποστήριξη της βασιμότητας της έφεσης εμπεριέχει ολόκληρες παραγράφους οι οποίες επαναλαμβάνουν αυτολεξεί το περιεχόμενο παραγράφων από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης. [ 4 ] Ασφαλώς αυτό το Δικαστήριο ως πρωτόδικο και ισοβάθμιο με το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν δεσμεύεται από την πρωτόδικη απόφαση όπως αυτό θα ίσχυε σε σχέση με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνεπώς ο πρώτος λόγος ένστασης απλά παραθέτει το αυτονόητο και η αποδοχή του δεν οδηγεί σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα σε σχέση με την εκδίκαση της έφεσης. [ 5 ] Παράλληλα όμως αυτό το Δικαστήριο αντιμετωπίζει την πρωτόδικη απόφαση με τον προσήκοντα σεβασμό ως μία απόφαση η οποία έχει εκδοθεί από αδελφό Δικαστή του οποίου γενικά η γνώμη επί νομικών θεμάτων εκτιμάται ιδιαίτερα. Όμως το ενδεχόμενο συμφωνίας αυτού του Δικαστηρίου με την πρωτόδικη απόφαση δεν εξαρτάται από αυτή την εκτίμηση αλλά από το ίδιο το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης. Θέτοντας το πολύ απλά, εάν το Δικαστήριο καταλήξει σε συμφωνία με το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης τότε δεν θα έχει οποιοδήποτε ενδοιασμό να το υιοθετήσει. Όπως έτυχε πρόσφατα σε παρόμοια περίπτωση ερμηνείας νομοθετήματος από τον ίδιο Δικαστή (βλ. σχετικά την απόφαση αυτού του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6/9/2016 σε σχέση με την Αίτηση με Αρ. 201/15 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου, Αναφορικά με την Αίτηση των Λυσάνδρου κ. ά. ν. Λευτέρη Φιλίππου). [ 6 ] Ως γενική παρατήρηση προσθέτω το εξής. Λόγω και του χρόνου ο οποίος απαιτείται προς εκδίκαση μίας έφεσης και κατ΄ επέκταση του ενδεχόμενου δημιουργίας σχετικής νομολογίας, ιδιαίτερα δε νομολογίας σε σχέση με την εφαρμογή μίας νέας νομοθεσίας, σε αρκετές περιπτώσεις, πέραν ασφαλώς και από καταβολή της ίδιας της προσπάθειας του Δικαστηρίου ως προς την ερμηνεία της συγκεκριμένης νομοθεσίας, η μόνη μορφή καθοδήγησης η οποία προσφέρεται όχι μόνο σε δικηγόρους αλλά και σε πρωτόδικα Δικαστήρια είναι οι αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται από άλλα ισοβάθμια Δικαστήρια. Εξ ου και η ευπαίδευτη συνήγορος της εφεσίβλητης έχει παρουσιάσει, προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας της, αποφάσεις άλλων πρωτόδικων Δικαστηρίων και όχι του Ανωτάτου Δικαστηρίου εφόσον αυτές δεν υπάρχουν. Ενώ σαφώς ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας, παρά και τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 4.2 της γραπτής αγόρευσης του[†], αναμφίβολα βασίζει την επιχειρηματολογία του στην πρωτόδικη απόφαση. [ 7 ] Η ανυπαρξία δεσμευτικής νομολογίας σε σχέση με μία νέα νομοθεσία αναμφίβολα αναθέτει και σε αυτό το Δικαστήριο ως μέρος του δικαστικού του έργου την ερμηνεία αυτής της νομοθεσίας, σε σχέση βεβαίως με την εφαρμογή της στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Ανεξάρτητα δηλαδή και από το σκεπτικό άλλων πρωτόδικων Δικαστών σε σχέση με την ερμηνεία της ίδιας νομοθεσίας. Έστω βεβαίως και εάν αυτό θα μπορούσε υποβοηθητικά να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Ιδιαίτερα δε το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης εφόσον μάλιστα αυτό έχει, έστω και σιωπηρά, ενσωματωθεί στην όλη επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου της εφεσείουσας. [ 8 ] ..... [ 9 ] ..... [ 10 ] .... [ 11 ] Αναφέρεται στην παράγραφο 1 της έφεσης η εκκρεμότητα διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και η έκδοση προγενέστερου διατάγματος εκποίησης της υποθήκης και πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με απόφαση Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/1/2012 στην αγωγή 3216/11 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου αναφορικά με το «... κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος, των τόκων και όλων των εξόδων τα οποία αναφέρονται στην Ειδοποίηση ημερ. 19/08/2016 και/ή τις Ειδοποιήσεις ημερ. 15/02/2016 οι οποίες προηγήθηκαν της παρούσης» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). [ 12 ] Υποστηρίζεται με την παράγραφο 1.1 πως δεν «...μπορούν να συνυπάρξουν η Διαδικασία Μέρους VIA και σχετική αγωγή και/ή δεν δύναται να κινηθεί διαδικασία του Μέρους VIA μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης που διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει της Υποθήκης υπ΄αριθμόν Υ3186/2006". [ 13 ] Υποστηρίζεται επίσης, με την παράγραφο 1.2, πως το «...ποσό το οποίο αναφέρει η υπό κρίση Ειδοποίηση είναι το μέρος του εξ αποφάσεως χρέους που εξασφαλίζεται από την υποθήκη υπ΄αριθμόν Υ3186/2006 όχι το περιγραφόμενο στις ειδοποιήσεις της εφεσίβλητης δυνάμει του Μέρους VIA του περί μεταβιβάσεως και υποθηκεύσεως Ακινήτου Νόμου". [ 14 ] Αναφέρεται γενικά στην παράγραφο 2 πως η «...επίδικη ειδοποίηση και/ή διαδικασία που ακολουθείται είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή καταχρηστική και κατά συνέπεια άκυρη». [ 15 ] Στη συνέχεια με τις υποπαραγράφους
  2. 1 έως και 2.4 αναπτύσσεται αυτή η γενικότερη θέση ως ακολούθως. [ 15.1 ] Πρώτο, με εισήγηση πως οι «... προϋποθέσεις για την προώθηση της διαδικασίας του Μέρους VIA του Ν.9/1965 είναι ουσιαστικά ανεφάρμοστες στην παρούσα περίπτωση διότι υφίσταται δικαστική απόφαση που διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου» · [ 15.2 ] δεύτερο, με εισήγηση πως χρησιμοποιείται «... διαδικασία που προνοείται σε νομοθέτημα ώστε να επιδιωχθεί πώληση ενυπόθηκου ακινήτου η οποία έχει ήδη διαταχθεί με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 27/01/2012 στην αγωγή αρ. 3216/2011 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου» · [ 15.3 ] τρίτο, με εισήγηση πως η «... ειδοποίηση και/ή διαδικασία που ακολουθείται από πλευράς των Καθ΄ων η αίτηση / Εφεσίβλητων στερείται αντικειμένου και/ή είναι ουσιαστικά αβάσιμη αφού το μόνο χρέος που υφίσταται είναι το εξ' αποφάσεως χρέος στην αγωγή αρ. 3216/2011 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου και/ή δεν υφίσταται ενυπόθηκο χρέος και/ή οφειλόμενο ποσό και/ή ποσό που έγινε απαιτητό σύμφωνα με δήλωση σύμβασης υποθήκης» και τέλος [ 15.4 ] με εισήγηση πως δεν «... πληρούνται οι απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις για την προώθηση της υπό κρίση ειδοποίησης και/ή διαδικασίας». [ 16 ] Βεβαίως ιδιαίτερα σε σχέση με την τέταρτη εισήγηση θεωρώ παράδοξο γενικότερα η εφεσείουσα να επικαλείται την απουσία της δυνατότητας εφαρμογής του σχετικού Νόμου στην περίπτωση της αλλά παράλληλα να προτείνει τη θέση πως δεν έχουν τηρηθεί τα όσα προβλέπει ο σχετικός Νόμος σε σχέση με την προώθηση της ειδοποίησης και διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. [ 17 ] Περιορίζεται το Δικαστήριο σε αυτό το σημείο της απόφασης να παρατηρήσει απλά πως συσχετισμός του περιεχομένου της παραγράφου 1.1 με αυτό της παραγράφου 2.1 σαφώς αναδεικνύει πως η θέση η οποία προβάλλεται ουσιαστικά είναι η ίδια. Η ομοιότητα είναι εμφανής. Δηλαδή η θέση πως δεν μπορεί να συνυπάρξει η προβλεπόμενη διαδικασία σύμφωνα με το Μέρος VIA και σχετική αγωγή ή ότι δεν δύναται να ενεργοποιηθεί η διαδικασία του συγκεκριμένου Μέρους του σχετικού Νόμου μετά και από την έκδοση απόφασης η οποία να διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει της υποθήκης με αριθμό Υ3186/2006 δεν διαφέρει ιδιαίτερα από τα όσα αναφέρονται σχετικά στην παράγραφο 2.
  3. Ως επίσης και στην παράγραφο 2.2, ότι δηλαδή αυτό το οποίο γίνεται είναι η χρήση διαδικασίας η οποία προνοείται σε νομοθέτημα ώστε να επιδιωχθεί η πώληση ενυπόθηκου ακινήτου η οποία ήδη έχει διαταχθεί με δικαστική απόφαση. [ 18 ] ..... [ 19 ] ..... [ 20 ] .... [ 21 ] Βάσει και της παραγράφου 6.2 ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της έφεσης, με αναφορά σε συμβουλή από τον δικηγόρο του, αναφέρει χαρακτηριστικά πως μετά από την έκδοση δικαστικής απόφασης δεν υπάρχει οφειλόμενο χρέος της εφεσείουσας προς την εφεσίβλητη αλλά χρέος οφειλόμενο δυνάμει δικαστικής απόφασης και συνεπώς κακώς επιδόθηκαν από την εφεσίβλητη τα έντυπα Τύπος Θ και Τύπος Ι προσθέτοντας πως η συγκεκριμένη διαδικασία δεν τυγχάνει εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση. [ 22 ] Πραγματικά προκαλεί απορία η επίπλαστη διάκριση η οποία προτείνεται από την εφεσείουσα επί αυτού του θέματος. Ουσιαστικά πρόκειται περί ενός επινοήματος δίχως νόημα. Ποιο είναι το νόημα της ύπαρξης όχι «οφειλόμενου χρέους» της εφεσείουσας προς την εφεσίβλητη αλλά «χρέος οφειλόμενο δυνάμει δικαστικής απόφασης» ; Δεν οφείλει και στις δύο περιπτώσεις η εφεσείουσα ένα χρέος προς την εφεσίβλητη; [ 23 ] Πραγματικά δεν επεξηγεί με οποιοδήποτε πειστικό τρόπο είτε ο ενόρκως δηλών είτε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας τη διαφορά η οποία προτείνεται μεταξύ «οφειλόμενου χρέους» και «χρέους οφειλόμενου δυνάμει δικαστικής απόφασης» έτσι ώστε στη δεύτερη περίπτωση να μην τυγχάνει εφαρμογής η διαδικασία η οποία προβλέπεται από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου. [ 24 ] Υπενθυμίζω σχετικά το εδάφιο
(2)του άρθρου 44Α του σχετικού Νόμου σύμφωνα με το οποίο καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA. [ 25 ] Ως επίσης και το εδάφιο
(1)του ίδιου άρθρου σύμφωνα με το οποίο οι διατάξεις του Μέρους VIA εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2014 Ν. 142(Ι) του 2014 ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του συγκεκριμένου Τροποποιητικού Νόμου. [ 26 ] Σε ποιο σημείο του σχετικού Νόμου αναφέρεται πως σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει δικαστική απόφαση τότε ο συγκεκριμένος Νόμος δεν εφαρμόζεται; Πως συνάγεται αυτό το συμπέρασμα από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της εφεσείουσας; [ 27 ] Ενώ βεβαίως όχι μόνο σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Α καμία διάταξη του Μέρους VIA δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI αλλά επιπλέον σύμφωνα με σχετική επιφύλαξη αναφέρεται το εξής. Ότι σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Μέρους VIA, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο Μέρος VIA δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης του Τροποποιητικού Νόμου. Δηλαδή, από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, στις 9/9/2014, με εξαίρεση ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία και στην οποία περίπτωση ο συγκεκριμένος Νόμος τίθεται σε ισχύ από την 1/1/2015. [ 28 ] ..... [ 29 ] ..... [ 30 ] ..... [ 31 ] ..... [ 32 ] ..... [ 33 ] ..... [ 34 ] ..... [ 35 ] .... [ 36 ] .... [ 37 ] .... [ 38 ] Επιπλέον, αυτό το οποίο παρατηρείται και πάλι είναι το εξής παράδοξο. Ενώ ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο 6.2 της ένορκης δήλωσης του, βάσει της νομικής συμβουλής η οποία του έχει δοθεί, αναφέρει πως μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης δεν υπάρχει οφειλόμενο χρέος της εφεσείουσας προς την εφεσίβλητη αλλά χρέος οφειλόμενο δυνάμει δικαστικής απόφασης και κακώς η εφεσίβλητη επέδωσε στην εφεσείουσα τα έντυπα Τύπος «Θ» και Τύπος «Ι» και πως η συγκεκριμένη διαδικασία δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση της εφεσείουσας εντούτοις στην παράγραφο 6.3 ουσιαστικά επικαλείται εφαρμογή του σχετικού Νόμου και ασφαλώς και της συγκεκριμένης διαδικασίας και εισηγείται πως η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε είναι λανθασμένη. [ 39 ] Προτάσσεται δηλαδή η θέση όχι ότι η συγκεκριμένη διαδικασία δεν έπρεπε να είχε εφαρμοστεί αλλά ότι δεν εφαρμόστηκε ορθά. Ορθά βεβαίως σύμφωνα και με το σχετικό Νόμο. Η θέση γενικότερα συνεπώς της εφεσείουσας είναι αντιφατική. Είτε επικαλείται ως θέση ότι η διαδικασία η οποία προβλέπεται από το σχετικό Νόμο δεν τυγχάνει εφαρμογής στη δική της περίπτωση και συνεπώς λογικά δεν θα πρέπει να έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο αυτή η διαδικασία εφαρμόστηκε είτε θα πρέπει να δεχτεί ουσιαστικά ότι η διαδικασία αυτή όντως εφαρμόζεται και στη δική της περίπτωση αλλά αυτή δεν εφαρμόστηκε ορθά. [ 40 ] Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι μία καθολική αμφισβήτηση των οποιωνδήποτε ενεργειών της εφεσείουσας σε σχέση με την εφαρμογή της διαδικασίας η οποία προβλέπεται από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου δίχως αυτή η αμφισβήτηση να βασίζεται σταθερά σε μία θέση ως προς το ότι ο συγκεκριμένος Νόμος δεν τυγχάνει εφαρμογής αλλά σε μία αόριστη θέση με την οποία η εφεσείουσα ταυτόχρονα να επικαλείται τόσο την απουσία της δυνατότητας εφαρμογής του σχετικού Νόμου όσο και την εφαρμογή του αλλά, σύμφωνα με την ίδια, τη λανθασμένη εφαρμογή του. Πραγματικά όσο περισσότερο εξετάζονται οι θέσεις της εφεσείουσας τόσο πιο απομακρυσμένο καθίσταται το ενδεχόμενο αυτές να γίνουν δεκτές από το Δικαστήριο ως βάσιμες. [ 41 ] .... [ 42 ] .... [ 43 ] .... [ 44 ] .... [ 45 ] .... [ 46 ] .... [ 47 ] Σύμφωνα και με τη νομική συμβουλή την οποία ο ενόρκως δηλών έλαβε, αναφέρει σχετικά στην παράγραφο 7.1 της ένορκης δήλωσης του πως όπως πιστεύει η διαδικασία πλειστηριασμού την οποία προβλέπει το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση της εφεσείουσας καθότι έχει προηγηθεί η έκδοση δικαστικού διατάγματος το οποίο διατάσσει την εκποίηση της υποθήκης Υ3186/06 και ως εκ τούτου θα πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία εκποίησης μέσω του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. [ 48 ] Βεβαίως η νομική συμβουλή την οποία έχει λάβει ο ενόρκως δηλών αγνοεί παντελώς την εφαρμογή του εδαφίου
(2)του άρθρου 44Α του σχετικού Νόμου σύμφωνα με το οποίο καμία διάταξη του Μέρους VI (στο οποίο βεβαίως προβλέπεται και η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου) δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου. [ 49 ] Ουσιαστικά με το υπόλοιπο μέρος του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της έφεσης ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει διάφορες βασικές θέσεις της εφεσείουσας όπως, πρώτο, ότι η διαδικασία εκποίησης ακινήτου η οποία προβλέπεται στο Μέρος VIA του σχετικού Νόμου είναι ανεφάρμοστη όταν υφίσταται δικαστική απόφαση η οποία διατάσσει την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Βεβαίως δεν εξηγεί ούτε ο ίδιος ο ενόρκως δηλών, ούτε και ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας, με την επιχειρηματολογία του, το σκεπτικό με το οποίο καταλήγουν σε αυτό το συμπέρασμα. Δεύτερο, ότι τόσο η ειδοποίηση Τύπου «Θ» όσο και η ειδοποίηση Τύπου «Ι» δεν τυγχάνουν εφαρμογή στα περιστατικά της περίπτωσης της εφεσείουσας. Διαπιστώνεται και πάλι πως καμία πειστική εξήγηση δεν δίδεται σε σχέση και με αυτό το συμπέρασμα. Τρίτο, άλλη θέση περιφερόμενη και αυτή γύρω από το γεγονός της ύπαρξης δικαστικής απόφασης, είναι και η θέση πως η διαδικασία του Μέρους VIA, την οποία ξεκίνησε η εφεσίβλητη δεν μπορεί να συνυπάρχει και να εξελίσσεται επειδή ήδη έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση στην αγωγή 3216/2011 του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης και πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου. [ 50 ] .... [ 51 ] .... [ 52 ] .... [ 53 ] Υπενθυμίζω σχετικά πως σύμφωνα με τον πρώτο λόγο, βάσει του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να διατάξει τον παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, η επιδοθείσα ειδοποίηση θα πρέπει να μην πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις. [ 54 ] Η επιχειρηματολογία η οποία προτείνεται προς υποστήριξη αυτής της θέσης δεν μπορεί παρά να κριθεί ως αντιφατική καθότι ενώ υποστηρίζεται πως το λεκτικό του Τύπου «ΙΑ» προϋποθέτει την ύπαρξη ενυπόθηκου χρέους και τήρηση των προϋποθέσεων του νόμου και των κανονισμών το λεκτικό της επιδοθείσας ειδοποίησης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθώς όχι μόνο δεν υπάρχει ενυπόθηκο χρέος αλλά στην πραγματικότητα «...κατά το χρόνο της έφεσης ευρίσκοντο υπό εξέλιξη διαπραγματεύσεις για την εξόφληση του χρέους...» ενώ προσθέτει πως αυτό επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο 6. Κατ΄ αρχάς είτε υπήρχε είτε δεν υπήρχε χρέος. Καθότι εάν δεν υπήρχε χρέος τότε προς τι οι διαπραγματεύσεις; Όμως το Δικαστήριο δεν είναι κυρίως επί αυτού του σημείου που εντοπίζει αντιφατικότητα στην όλη επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ύπαρξης του συγκεκριμένου λόγου για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης. Η συγκεκριμένη αντιφατικότητα περιγράφεται πιο κάτω. [ 55 ] Αξίζει όμως να σημειωθεί έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης πως το τεκμήριο 6 στο οποίο αναφέρεται ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας φέρει ημερομηνία 13/6/2016 δηλαδή σχεδόν δύο μήνες πριν από την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» (στις 2/9/2016) και σχεδόν 4 μήνες μετά και από την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «Ι». Πραγματικά είναι εμφανές πως η εφεσείουσα δεν απέδιδε ιδιαίτερη σημασία στις οποιεσδήποτε προθεσμίες για τις οποίες ενημερωνόταν με τις ειδοποιήσεις οι οποίες επιδίδονταν σε αυτή προ και της επίδοσης της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης. [ 56 ] Επιστρέφοντας όμως και στην αντιφατικότητα η οποία παρατηρείται στην όλη επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ύπαρξης του λόγου της παραγράφου (α) του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου, παρατηρούνται τα ακόλουθα. Θέτοντας το πολύ απλά αυτό το οποίο εισηγείται ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας είναι πως δεν υπάρχει ενυπόθηκο χρέος αλλά χρέος εκ δικαστικής απόφασης, σύμφωνα δηλαδή με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου στην αγωγή 3216/2011. Βεβαίως, όπως και στην περίπτωση της ένορκης δήλωσης, δεν επεξηγείται η διαφορά μεταξύ ενός ενυπόθηκου χρέους και χρέους εκ δικαστικής απόφασης ή η διάκριση στην οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να οδηγηθεί έτσι ώστε να καταλήξει πως ευσταθεί η όλη θέση της εφεσείουσας. Υπενθυμίζω και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στην παράγραφο [45]Error! Reference source not found. αυτής της απόφασης ως προς το ποσό το οποίο αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού η οποία επισυνάπτεται στην ειδοποίηση Τύπου «Ι». Παρατηρείται επίσης πως το ποσό το οποίο αναφέρεται στην ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» συμφωνεί με αυτό το οποίο αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού στην ειδοποίηση Τύπου «Ι». [ 57 ] Στη συνέχεια της επιχειρηματολογίας του ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας εισηγείται πως η ειδοποίηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του σχετικού Νόμου και ιδιαίτερα του Μέρους VIA. Αναφέρεται επίσης πως το Μέρος αυτό του σχετικού Νόμου «...αποτελεί διαδικασία η οποία προβλέπεται από το Νόμο και αφορά τη διαδικασία η οποία ακολουθείται στις περιπτώσεις που ενυπόθηκα δάνεια δεν εξυπηρετούνται και οι οφειλέτες καθίστανται υπερήμεροι για χρόνο πέραν των 120 ημερών». [ 58 ] Βεβαίως, με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο δικηγόρο της εφεσείουσας, όχι μόνο η αναφορά αυτή αποτελεί υπεραπλούστευση του Μέρους VIA του σχετικού Νόμου αλλά παράλληλα δεν εμπεριέχει και οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση του τρόπου με τον οποίο, όπως εισηγείται, η συγκεκριμένη ειδοποίηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του σχετικού Νόμου. [ 59 ] Σύμφωνα δηλαδή και με τον πρώτο λόγο ο οποίος αναφέρεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. Ως προς το ότι δηλαδή η «...επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις...». [ 60 ] Βεβαίως πέραν και από την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της έφεσης σημασία έχει και η μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί για τον ίδιο σκοπό. Η οποία δεν υποστηρίζει με οποιοδήποτε τρόπο τη βασιμότητα του λόγου παραμερισμού ο οποίος αναφέρεται στην παράγραφο (α). Συνεπώς όχι μόνο δεν έχει προταθεί επιχειρηματολογία αναφορικά με το κατά πόσο η συγκεκριμένη ειδοποίηση πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις αλλά ούτε και οποιαδήποτε μαρτυρία. Επιπλέον, ακόμη και το ίδιο το Δικαστήριο παρά και την εμφανή απουσία τόσο επιχειρηματολογίας όσο και μαρτυρίας επί του συγκεκριμένου θέματος ελέγχοντας την ειδοποίηση δεν εντοπίζει οτιδήποτε εμφανές βάσει του οποίου να είναι δυνατό να κριθεί ότι όντως ικανοποιείται ο λόγος παραμερισμού ο οποίος αναφέρεται στην παράγραφο (α). [ 61 ] Συνοψίζοντας, η επιχειρηματολογία αναφορικά με το κατά πόσο η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» η οποία επιδόθηκε στην εφεσείουσα δεν πληροί τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις βασίζεται, πρώτο, στην αόριστη ουσιαστικά θέση πως δεν υπάρχει ενυπόθηκο χρέος αλλά χρέος εκ δικαστικής απόφασης, δεύτερο, σε γενική και ατεκμηρίωτη θέση ως προς το ότι η ειδοποίηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του σχετικού Νόμου και τέλος, ότι ήδη υπάρχει διάταγμα το οποίο διατάσσει την εκποίηση της υποθήκης, θέση η οποία ουσιαστικά αποτελεί επανάληψη της πρώτης θέσης. [ 62 ] Στη συνέχεια προτείνονται θέσεις οι οποίες αποτελούν επανάληψη ουσιαστικά του σκεπτικού της πρωτόδικης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (βλ. πιο πάνω). Διευκρινίζω πως το Δικαστήριο με αυτή την απόφαση του δεν εξετάζει την ορθότητα της συγκεκριμένης απόφασης αλλά της επιχειρηματολογίας η οποία έχει προταθεί προς υποστήριξη της έφεσης και η οποία όντως, όπως διαπιστώνεται πιο πάνω, βασίζεται σε αυτή την πρωτόδικη απόφαση. Εντούτοις, διευκρινίζω επίσης πως με αυτή την απόφαση δεν εξετάζεται η ορθότητα με αόριστη και γενική έννοια της συγκεκριμένης πρωτόδικης απόφασης, αλλά η βασιμότητα της επιχειρηματολογίας βασισμένης σε αυτή την πρωτόδικη απόφαση σε σχέση βεβαίως με τα γεγονότα της συγκεκριμένης περίπτωσης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Ανεξάρτητα δηλαδή και από το βαθμό στον οποίο αυτή η επιχειρηματολογία βασίζεται στη συγκεκριμένη πρωτόδικη απόφαση. [ 63 ] Ως προς τη θέση ότι το θεμελιακό ζήτημα το οποίο εγείρεται είναι κατά πόσο ο ενυπόθηκος δανειστής διατηρεί τη δυνατότητα να επιδιώξει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA όταν ήδη έχει εξασφαλίσει τελεσίδικη δικαστική απόφαση για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, παρατηρώ το εξής. Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με το άρθρο 44Α του σχετικού Νόμου, το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ότι όντως η δυνατότητα αυτή υπάρχει ενώ επαναλαμβάνω και την παρατήρηση του Δικαστηρίου ως προς το ότι καμία πρόνοια του σχετικού Νόμου δεν απαγορεύει ρητά την εφαρμογή της διαδικασίας η οποία προβλέπεται με το Μέρος VIA σε περίπτωση ύπαρξης δικαστικής απόφασης αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο. Απλά προσφέρεται προς τον ενυπόθηκο δανειστή με το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου μία εναλλακτική ουσιαστικά μέθοδος ή διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Αναφορικά δηλαδή με την επίτευξη του ίδιου σκοπού ο οποίος θα ήταν εφικτός με την εκτέλεση της οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης στην οποία έχει εκδοθεί και διάταγμα εκποίησης του επίδικου ακινήτου. [ 64 ] Η δε χρήση ή ακόμη και ύπαρξη της διαδικασίας η οποία προνοείται στο Μέρος VIA δεν είναι δυνατό να κριθεί, όπως ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας την περιγράφει, ως κάτι ανορθόδοξο ή καταχρηστικό, προς επιδίωξη ενός αποτελέσματος, δηλαδή την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, απλά και μόνο επειδή αυτή η πώληση έχει ήδη διαταχθεί από ένα Δικαστήριο. Επισημαίνεται σχετικά πως αυτό το οποίο επιδιώκει η εφεσίβλητη με την εφαρμογή της συγκεκριμένης διαδικασίας δεν είναι η εξασφάλιση εκ νέου του οποιουδήποτε διατάγματος πώλησης αλλά ουσιαστικά το αποτέλεσμα το οποίο θα μπορούσε να προκύψει και από την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Το ίδιο αποτέλεσμα όπως οι ήδη υπάρχουσες διαδικασίες τις οποίες ο νομοθέτης δεν έχει καταργήσει και σε σχέση με τις οποίες επέλεξε όπως προσθέσει και προσφέρει μία εναλλακτική διαδικασία. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει βεβαίως και ούτε και επεμβαίνει στο έργο της νομοθετικής εξουσίας αναφορικά με αυτή την επιλογή. Ενδεχομένως ο νομοθέτης να θεωρούσε τις υπάρχουσες διαδικασίες ως χρονοβόρες. Τονίζω όμως πως το Δικαστήριο δεν εξετάζει το λόγο για τον οποίο ο νομοθέτης έχει προβεί στην τροποποίηση του σχετικού Νόμου. Σημασία έχει η ύπαρξη του σχετικού Νόμου και το ανάλογο καθήκον του Δικαστηρίου εφαρμογής του. [ 65 ] Ως προς τη θέση ότι το εδάφιο
(4)του άρθρου 44Α του σχετικού Νόμου δεν προνοεί ρητά ότι μπορεί να συνυπάρξουν η διαδικασία του Μέρους VIA και σχετική αγωγή παρατηρείται απλά πως, με την ίδια λογική, το εδάφιο
(4)του άρθρου 44Α του σχετικού Νόμου δεν προνοεί ρητά ότι δεν μπορεί να συνυπάρξουν η διαδικασία του Μέρους VIA και σχετική αγωγή ή η συγκεκριμένη διαδικασία και μία ήδη εκδοθείσα απόφαση σε αγωγή. [ 66 ] Πραγματικά η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου ως προς το ότι δεν είναι δυνατό να ενεργοποιηθεί η διαδικασία του Μέρους VIA σε περίπτωση όπου έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν πείθει το Δικαστήριο ως βάσιμη. Θεωρώ πως η θέση αυτή δεν υποστηρίζεται καν από τα όσα προνοούνται στο εδάφιο
(4)του άρθρου 44Α ή από οποιαδήποτε άλλη διάταξη του σχετικού Νόμου ή σε οποιαδήποτε διάταξη στην οποία ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας να έχει παραπέμψει το Δικαστήριο. [ 67 ] Ούτε και θα συμφωνήσω με τη θέση πως εξυπακούεται η προαναφερόμενη θέση (δηλαδή, ως προς το ότι το εδάφιο
(4)του άρθρου 44Α του σχετικού Νόμου δεν προνοεί ρητά ότι μπορεί να συνυπάρξουν η διαδικασία του Μέρους VIA και σχετική αγωγή) από τη διατύπωση του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ του σχετικού Νόμου. Το συγκεκριμένο εδάφιο απλά παραθέτει τους λόγους παραμερισμού σε περίπτωση καταχώρησης έφεσης. Η δε θέση ως προς το ότι το υπό κρίση ζήτημα είναι η ερμηνεία του «εδαφίου» (α) (προφανώς δηλαδή η παράγραφος (α) του εδαφίου
(3)) πραγματικά δεν έχω πεισθεί ότι όντως είναι δυνατό αυτή η ερμηνεία να θεωρηθεί με οποιοδήποτε τρόπο ως το «υπό κρίση ζήτημα». Η παράγραφος (α) αποτελεί απλά και μόνο ένα από τους τέσσερεις λόγους για τον παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Ο λόγος αυτός έχει συγκεκριμένο σκοπό εντός του πλαισίου λειτουργίας της προβλεπόμενης διαδικασίας παραμερισμού και όχι οτιδήποτε περισσότερο. [ 68 ] Ούτε και έχει πεισθεί το Δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα της θέσης ότι είναι άτοπο να εξετάζονται οι ασφαλιστικές δικλίδες οι οποίες υφίστανται στο Μέρος VIA προς εξασφάλιση των συμφερόντων του ενυπόθηκου οφειλέτη ή ότι μία τέτοια εξέταση όντως είναι αντιφατική και ασεβής προς τη δικαστική απόφαση με την οποία διατάχθηκε η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. [ 69 ] Υπενθυμίζω και πάλι πως η ύπαρξη του σχετικού Νόμου αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο δεδομένο και πως δεν τίθεται θέμα της οποιασδήποτε επιλογής του Δικαστηρίου να μην εφαρμόσει το συγκεκριμένο Νόμο ακόμη και στη περίπτωση όπου όντως έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση στην οποία προνοείται και πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Αντιθέτως αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι όχι μόνο δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια εντός του σχετικού Νόμου η οποία να απαγορεύει την εφαρμογή του Μέρους VIA στις περιπτώσεις όπου έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση με την οποία να διατάσσεται η πώληση ενυπόθηκου ακινήτου αλλά ούτε και είναι δυνατό να κριθεί ότι εξυπακούεται με οποιαδήποτε ερμηνεία του σχετικού Νόμου μία τέτοια ερμηνεία. [ 70 ] Επιπλέον ούτε και έχει επεξηγηθεί με οποιοδήποτε τρόπο από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της εφεσείουσας ποιες είναι οι «πολλές» όπως τις χαρακτηρίζει προϋποθέσεις για την χρησιμοποίηση της διαδικασίας του Μέρους VIA οι οποίες είναι αντικειμενικά ανεφάρμοστες όταν υφίσταται δικαστική απόφαση η οποία διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. [ 71 ] Διευκρινίζω βεβαίως πως οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ασφαλώς έχουν σχέση με την περίπτωση της εφεσείουσας, όπως αυτή έχει παρουσιαστεί κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης, παράλληλα όμως οι θέσεις οι οποίες προτείνονται προς υποστήριξη της έφεσης της δεν πείθουν το Δικαστήριο και γενικά ως προς την εφαρμογή του σχετικού Νόμου ή τη μη εφαρμογή του Μέρους VIA σε περιπτώσεις στις οποίες ήδη έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.