Alpha Bank Cyprus Ltd ν. David Sean Dixon κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2294/2014, 22/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A58 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 2294/2014 Μεταξύ:- Alpha Bank Cyprus Ltd. Και
- David Sean Dixon
- Christine Anne Thackeray Dixon
- Alpha Panareti Public Ltd Αίτηση Ημερομηνίας 6/7/2015 Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Τετάρτη 22η Φεβρουαρίου 2017 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές :- κος. Κυριάκος Κουκούνης για Γεώργιος Κουκούνης Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Μόνικα Τσαντικίδου Ενδιάμεση Απόφαση Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1 Ευθύς εξ αρχής αυτό το οποίο παρατηρείται ως προς το αίτημα των εναγόμενων 1 και 2 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι») είναι η δυσνόητη διατύπωση των θεραπειών τις οποίες αιτούνται. Εκτίθενται οι θεραπείες αυτές σε τέσσερεις παραγράφους. Η κάθε παράγραφος αποτελείται από μία πρόταση μόνο δίχως να υπάρχει ούτε ένα κόμμα σε αυτή. Παράλληλα γίνεται χρήση του διαζευκτικού συνδέσμου «ή». Προφανώς για διαζευκτική σύνδεση αλληλοαποκλειόμενων θεραπειών ή λόγων παραμερισμού ή ακύρωσης. Παραμερισμού ή ακύρωσης είτε του διατάγματος ημερομηνίας 3/2/2015 με το οποίο διατάχθηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγόμενους (στο εξής θα καλείται το «επίδικο διάταγμα») είτε της ίδιας της επίδοσης γενικότερα (στο εξής θα καλείται η «επίδικη επίδοση»). 2 Παραδείγματος χάριν, η μοναδική πρόταση στην παράγραφο Α της αίτησης αποτελείται από 23 γραμμές και σε αυτή γίνεται χρήση του διαζευκτικού συνδέσμου «ή» 15 φορές. Η έκταση της πρότασης είναι περίπου 276 λέξεις. 3 Βεβαίως δεν θα έπρεπε καν να εξετάζεται ένα τέτοιο θέμα από το Δικαστήριο. Όφειλαν οι δικηγόροι των εναγόμενων να διατύπωναν το αίτημα τους απλά και εύληπτα. Αναφέρεται το Δικαστήριο στην έλλειψη σαφήνειας της διατύπωσης του αιτήματος υπό εξέταση απλά ως μία γενική παρατήρηση όχι μόνο σε σχέση με τη δυνατότητα άμεσης αντίληψης του αιτήματος των εναγόμενων αλλά και ως προς την αναπόφευκτη αποδυνάμωση του εξαιτίας της απουσίας σαφούς στόχευσης του καθώς οι εναγόμενοι εγείρουν διάφορα επιμέρους θέματα προς εξέταση, ενδεχομένως ευελπιστώντας ότι κάποιο από αυτά θα κριθεί βάσιμο. 4 Επιπλέον, αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως εμπεριέχεται επίσης και αντιφατικότητα στο αίτημα των εναγόμενων, η οποία δεν αποκλείεται να προκύπτει και ως αποτέλεσμα της ίδιας της διατύπωσης των αιτούμενων θεραπειών. Παραδείγματος χάριν, ενώ οι εναγόμενοι αιτούνται, στην παράγραφο Α της αίτησης, ακύρωση ή παραμερισμό του επίδικου διατάγματος - δηλαδή, όπως αναφέρεται πιο πάνω, το διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας προς τους εναγόμενους - εντούτοις στη συνέχεια αιτούνται διάταγμα ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση αναφορικά με την επίδοση «...ως προνοείται...» στο επίδικο διάταγμα και, μεταξύ άλλων, τους σχετικούς ευρωπαϊκούς κανονισμούς ή ότι «....οι ενάγοντες[1]... απέτυχαν να συμμορφωθούν με ή να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες εκδόθηκε[2]...» το επίδικο διάταγμα. 5 Βεβαίως, ανεξάρτητα και από τις προαναφερόμενες παρατηρήσεις, το Δικαστήριο βασίζεται προς όσο το δυνατό καλύτερη αντίληψη των αιτούμενων θεραπειών τόσο - αναπόφευκτα - στην ίδια τη διατύπωση τους όσο και στη μαρτυρία προς υποστήριξη του αιτήματος των εναγόμενων αλλά και στην επιχειρηματολογία με την οποία εν τέλει υποστηρίχθηκε η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 6 Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Ζαντή, ενός εκ των δικηγόρων των εναγόμενων (στο εξής θα καλείται η «ένορκη δήλωση Ζαντή»). 7 Από πλευράς της ενάγουσας καταχωρίσθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με 13 λόγους ένστασης, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της. Ασφαλώς το Δικαστήριο κατά την εξέταση της βασιμότητας της αίτησης υπό εξέταση διατηρεί υπόψη του αυτούς τους λόγους ένστασης. Η δομή όμως αυτής της απόφασης δεν καθορίζεται από αυτούς αλλά από τα διάφορα θέματα τα οποία εγείρονται από την αίτηση των εναγόμενων και κυρίως όπως αυτά τελικά έχουν προωθηθεί υπό μορφή επιχειρηματολογίας. 8 Προσπάθεια του Δικαστηρίου είναι όπως η σειρά εξέτασης αυτών των θεμάτων να αντανακλά μεν το βαθμό σημασίας τους σε σχέση με την έκβαση αυτής της απόφασης παράλληλα όμως να διενεργείται μία όσο το δυνατό πληρέστερη εξέταση των όσων θεμάτων εγείρονται προς εξέταση από τους εναγόμενους. 9 Οφείλει όμως το Δικαστήριο να παρατηρήσει πόσο λυπηρό είναι πραγματικά το γεγονός ότι οι δικηγόροι των εναγόμενων εγείρουν με την αίτηση τους θέματα τα οποία ήδη έχουν επιλυθεί από σχετική νομολογία με την οποία εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο αιτήσεις παρόμοιες με την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση και οι οποίες μάλιστα είχαν καταχωρισθεί από τους ίδιους δικηγόρους. Το γεγονός αυτό αποτελεί σαφή ένδειξη της έλλειψης ορθής εκτίμησης για το πόσο πολύτιμος είναι ο δικαστικός χρόνος ο οποίος αναλώνεται τόσο κατά την εκδίκαση μίας αίτησης και έκδοση σχετικής απόφασης αλλά και πόσο αχρείαστη η καθυστέρηση και ανατροπή της δικαστικής διαδικασίας η οποία προκαλείται με την επιδίωξη απαντήσεων σε σχέση με νομικά ερωτήματα στα οποία ήδη έχουν δοθεί απαντήσεις όχι μόνο από πρωτόδικα Δικαστήρια και το Ανώτατο Δικαστήριο αλλά και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 10 Αναφέρονται χαρακτηριστικά στην κατάληξη της απόφασης, Alpha Bank Cyprus Ltd v.
- Si Senh Dau κ. ά.
(2013)1Γ Α. Α. Δ. 1935, της 13ης Σεπτεμβρίου 2013 (στο εξής θα καλείται η «πρώτη απόφαση») τα ακόλουθα,:- «Κατά την κρίση μας το μέρος των επτά πρωτόδικων αποφάσεων που αφορά στην ακύρωση της επίδοσης για λόγους που άπτονται παραλείψεων σε σχέση με το εθνικό δίκαιο, είναι εσφαλμένο, καθότι οι όποιες παραλείψεις θα μπορούσαν υπό τις περιστάσεις των συγκεκριμένων υποθέσεων να θεραπευθούν, σύμφωνα με το πνεύμα που καθορίζει ο ΕΚ 1393/
- Παρά τα πολλαπλά προβλήματα που εντοπίστηκαν στον τρόπο που έγινε η επίδοση δεν προκύπτει από τα έγγραφα που αποστάληκαν για επίδοση πραγματική παραπλάνηση των Εφεσιβλήτων, αφού αυτοί εμφανίστηκαν εγκαίρως ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, οι Εφεσίβλητοι δεν προσδιόρισαν τη φύση της κατ΄ ισχυρισμό παραπλάνησης τους, αλλά και πιο σημαντικά τις επιπτώσεις σ΄ αυτούς από οποιαδήποτε πιθανή παραπλάνηση». 11 Επί αυτού του θέματος όπως αναφέρεται και στην παράγραφο 24 της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Σεπτεμβρίου 2015 στην υπόθεση C-519/13 Alpha Bank Cyprus Ltd κατά Dau Si Senh κ. ά (στο εξής θα καλείται η «απόφαση του ΔΕΕ») «...σκοπός του ... κανονισμού είναι η εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των εναγόντων και των εναγομένων, προς διασφάλιση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, οπότε έχει ιδιαίτερη σημασία να λάβει ο εναγόμενος γνώση του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου, πλην όμως δεν προκύπτει ότι στις υποθέσεις της κύριας δίκης προσβλήθηκαν τα δικαιώματα των εφεσίβλητων, δεδομένου ότι αυτοί εμφανίστηκαν εγκαίρως ενώπιον του κυπριακού δικαστηρίου και δεν προσδιόρισαν ούτε τη φύση ούτε τις συνέπειες της «παραπλανήσεως» της οποίας διατείνονται ότι υπήρξαν θύματα». Β. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ 12 Βασική θέση των εναγόμενων είναι ότι η ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 (στο εξής θα καλείται ο «Κανονισμός») καθότι, όπως αναφέρεται στη σελίδα 5 της γραπτής αγόρευσης προς υποστήριξη της αίτησης, «...οι καθ΄ ων η αίτηση παρέλειψαν να συμπεριλάβουν ή να μεριμνήσουν όπως συμπεριληφθεί στα επιδοθέντα προς αυτούς έγγραφα γραπτή τυποποιημένη βεβαίωση/πιστοποιητικό που παρέχεται στο Παράρτημα ΙΙ του Κανονισμού 1393/2007 με την οποία να πληροφορούνται οι αιτητές το δικαίωμα τους να αρνηθούν την επίδοση των επιδοθέντων σε αυτούς εγγράφων, τις περιστάσεις και τη διαδικασία και χρονική προθεσμία που προβλέπεται για να ασκήσουν το ρηθέν δικαίωμα τους». Η ίδια περιγραφή του συγκεκριμένου εντύπου ως «γραπτή τυποποιημένη βεβαίωση/πιστοποιητικό» υπάρχει και στην παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης Ζαντή. 13 Παρατίθεται στο τέλος αυτής της απόφασης το συγκεκριμένο έντυπο όπως αυτό περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙ του Κανονισμού, καθώς η περιγραφή του συγκεκριμένου έντυπου η οποία δίδεται εντός της γραπτής αγόρευσης προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένορκης δήλωσης Ζαντή δεν ανταποκρίνεται πλήρως σε οποιαδήποτε επίσημη περιγραφή του εντύπου εντός του Κανονισμού. Όντως στα Ελληνικά στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του Κανονισμού η περιγραφή του είναι ως αυτή της «έντυπης βεβαίωσης» ενώ στα Αγγλικά η περιγραφή η οποία δίδεται είναι αυτή της "standard form" η οποία αποδίδει με περισσότερη ακρίβεια την περιγραφή του συγκεκριμένου εντύπου. Δηλαδή, ως ένα τυποποιημένο έντυπο καθώς η πραγματικότητα είναι ότι βάσει και του περιεχομένου του δεν βεβαιώνεται οτιδήποτε. 14 Μάλιστα στην αιτιολογική σκέψη 12 στο προοίμιο του Κανονισμού το έγγραφο όντως περιγράφεται ως τυποποιημένο έντυπο. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται, η «...υπηρεσία παραλαβής ενημερώνει τον παραλήπτη εγγράφως, μέσω ενός τυποποιημένου εντύπου, ότι μπορεί να αρνηθεί να παραλάβει την επιδιδόμενη ή κοινοποιούμενη πράξη, είτε τη στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης είτε επιστρέφοντας την πράξη στην υπηρεσία παραλαβής εντός εβδομάδος, εφόσον η πράξη δεν έχει συνταχθεί σε γλώσσα κατανοητή από τον παραλήπτη ή στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου επίδοσης ή κοινοποίησης. Αυτός ο κανόνας θα πρέπει να ισχύει εξίσου και στην επόμενη επίδοση ή κοινοποίηση εφόσον ο παραλήπτης έχει ασκήσει το δικαίωμα άρνησης». 15 Ενημερώνεται δηλαδή με το έγγραφο αυτό ο παραλήπτης για το δικαίωμα του να αρνηθεί την παραλαβή της πράξης. Η αναφορά στη λέξη «πράξη» ακολουθεί τη γενικότερη περιγραφή του Κανονισμού στα Ελληνικά αναφορικά με την επίδοση και κοινοποίηση δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Στα Αγγλικά η αναφορά είναι σε "documents", δηλαδή έγγραφα. Όπως αναφέρεται και σε σχετική υποσημείωση στην πρώτη απόφαση στα Ελληνικά ο Κανονισμός χρησιμοποιεί τη λέξη «πράξη» για να αποδώσει τον αγγλικό όρο «document» και ως εκ τούτου το Ανώτατο Δικαστήριο για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των επίδικων θεμάτων, χρησιμοποίησε τον όρο «έγγραφα» αντί «πράξεων». 16 Όπως ενημερώνεται σχετικά με το συγκεκριμένο έγγραφο ο παραλήπτης έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την παραλαβή της πράξης, δηλαδή ουσιαστικά του εγγράφου, εφόσον αυτό δεν είναι συνταγμένο ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε γλώσσα την οποία κατανοεί ή στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου επίδοσης ή κοινοποίησης. 17 Ενημερώνεται επίσης αναφορικά με τον τρόπο άσκησης αυτού του δικαιώματος. Εάν επιθυμεί να ασκήσει αυτό το δικαίωμα τότε υπάρχουν δύο τρόποι να το πράξει ή ουσιαστικά δύο ξεχωριστά χρονικά σημεία. Ο ένας είναι να δηλώσει την άρνηση παραλαβής κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης απευθείας στο πρόσωπο που επιδίδει ή κοινοποιεί την πράξη. Ο άλλος είναι να επιστρέψει την πράξη (δηλαδή το έγγραφο) εντός μίας εβδομάδας σε διεύθυνση η οποία αναφέρεται εντός του εντύπου δηλώνοντας ότι αρνείται την παραλαβή της. 18 Ουσιαστικά το έντυπο αυτό αποτελεί ενδεχόμενη δήλωση του παραλήπτη ή μία πιθανή προοπτική ως μέρος της όλης διαδικασίας επίδοσης βάσει του Κανονισμού. Δήλωση δηλαδή η οποία απαιτείται μόνο σε περίπτωση κατά την οποία όντως ο παραλήπτης επιλέγει να ασκήσει το δικαίωμα το οποίο αναφέρεται εντός του συγκεκριμένου εντύπου. Επομένως, η περιγραφή του εντύπου ως «...γραπτή τυποποιημένη βεβαίωση/πιστοποιητικό...» δεν αντανακλά πλήρως και με ακρίβεια είτε το σκοπό είτε το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου. Έστω και εάν ακόμη και στην πρώτη απόφαση το συγκεκριμένο έγγραφο περιγράφεται ως «Βεβαίωση». 19 Αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του το περιεχόμενο τόσο του Κανονισμού όσο και σχετικής νομολογίας γενικότερα αλλά και ειδικότερα όπως αυτή της πρώτης απόφασης, της απόφασης του ΔΕΕ αλλά και της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 12ης Απριλίου 2016 στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v.
- Si Senh Dau κ. ά. (στο εξής θα καλείται η «δεύτερη απόφαση»). 20 Πραγματικά όπως και να ιδωθεί η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγόμενων αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως παρά και το αποτέλεσμα των δικαστικών διαδικασιών οι οποίες προηγήθηκαν αυτοί παραγνωρίζουν τόσο την ουσία όσο και τη σημασία αυτών και διατηρούν μία λογικά ανεξήγητη προσέγγιση βάσει της οποίας εμμένουν σε μία εντελώς λανθασμένη αλλά και κρινόμενη από το Ανώτατο Δικαστήριο ως τυπολατρική προσέγγιση σε σχέση με τα όσα θέματα εγείρουν και με αυτή την αίτηση. 21 Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση καλούν το Δικαστήριο όπως οδηγηθεί σε συμπέρασμα βάσει του οποίου θα πρέπει να κριθεί άκυρη και παράτυπη η επίδικη επίδοση ενώ το ίδιο θα πρέπει να αποφασιστεί σε σχέση και με το επίδικο διάταγμα. Εύλογα θα ανέμενε το Δικαστήριο πως πλέον, προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης γενικότερα, μία τέτοια προσέγγιση θα είχε εγκαταλειφθεί. Η παρούσα δεν είναι η μόνη αγωγή στην οποία εγείρονται - από τους ίδιους συνηγόρους - παρόμοια θέματα προς εξέταση. Βεβαίως, η αίτηση των εναγόμενων εξετάζεται από το Δικαστήριο διατηρώντας υπόψη τα οποιαδήποτε ιδιαίτερα περιστατικά της. 22 Εντούτοις, υπενθυμίζεται σχετικά πως η προώθηση αρκετών αγωγών με τους ίδιους δικηγόρους, εκ μέρους τόσο της ενάγουσας όσο και των εναγόμενων, είχε ανασταλεί σε αναμονή της έκδοσης της απόφασης του ΔΕΕ αλλά και της δεύτερης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την ανώφελη όμως, όπως τελικά αποδεικνύεται, ελπίδα ότι η έκδοση αυτών των δύο αποφάσεων θα επίλυε την οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των διαδίκων, ή ουσιαστικά των δικηγόρων οι οποίοι τους εκπροσωπούν, αναφορικά με το θέμα της επίδοσης. 23 Όμως αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως ακόμη και σε σχέση με την μη συμπερίληψη του τυποποιημένου έντυπου σύμφωνα με το άρθρο 8 και το Παράρτημα ΙΙ του Κανονισμού (στο εξής θα καλείται το «σχετικό έντυπο») αν και με το αίτημα τους οι εναγόμενοι αποδέχονται πως η παράλειψη αυτή θα πρέπει να διορθωθεί σύμφωνα και με την απόφαση του ΔΕΕ εντούτοις προβάλουν και την εντελώς αντιφατική θέση πως εξαιτίας αυτής της μη συμπερίληψης η επίδικη επίδοση είναι άκυρη σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο. Θέση η οποία βασίζεται στο γεγονός ότι σύμφωνα με το επίδικο διάταγμα η επίδικη επίδοση θα έπρεπε να γίνει όπως προνοείται από τον Κανονισμό. Παρά και την προβολή αυτής της θέσης το Δικαστήριο έχει πρόθεση στο τέλος αυτής της απόφασης να ακολουθήσει επί του θέματος τα όσα αναφέρονται σχετικά στην απόφαση του ΔΕΕ και στη δεύτερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. 24 Προβάλουν επίσης τη θέση οι εναγόμενοι πως θα έπρεπε να είχε επιδοθεί και επεξηγηματική επιστολή στην Αγγλική γλώσσα. Η θέση αυτή εξετάστηκε και απορρίφθηκε στην πρώτη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο μέρος της απόφασης στο οποίο εξετάζεται ο ισχυρισμός για παραπλάνηση (σελίδες 1961 έως και 1962) με αναφορά μάλιστα και στο γεγονός, το οποίο ισχύει και στην παρούσα περίπτωση, της έγκαιρης εμφάνισης των εναγόμενων ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπλέον, στο ίδιο μέρος της πρώτης απόφασης, δίδεται και έμφαση στην τυποποίηση των διαδικασιών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ιδιότητας της Κύπρου ως κράτος μέλος αυτής. 25 Επιπλέον, αυτό το οποίο παρατηρείται είναι η προώθηση θέσεων των εναγόμενων οι οποίες δεν στοιχειοθετούνται έχοντας υπόψη και τις περιστάσεις της παρούσης περίπτωσης όπου, τονίζεται και πάλι, αυτοί έγκαιρα καταχώρισαν εμφάνιση έστω και υπό αίρεση έτσι ώστε να μην προκύπτει οτιδήποτε προς στοιχειοθέτηση του γενικότερου ισχυρισμού τους περί παραπλάνησης τους και το οποίο να αρκεί είτε από μόνο του είτε σε συνδυασμό με άλλες παρόμοιες θέσεις των εναγόμενων να οδηγεί σε ακύρωση της επίδοσης. Παραδείγματος χάριν, προβάλλεται και η θέση ως προς την ασάφεια στις αναφορές της προθεσμίας για καταχώριση εμφάνισης και συγκεκριμένα με αναφορά στο περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος (10 ημέρες) και του επίδικου διατάγματος (30 ημέρες). Υπάρχει αναφορά στην ίδια ακριβώς θέση στην πρώτη απόφαση στο μέρος και πάλι όπου εξετάζεται ο ισχυρισμός για παραπλάνηση με κατάληξη και πάλι όμως στο γεγονός της έγκαιρης εμφάνισης των εναγόμενων. 26 Με το ίδιο σκεπτικό θεωρείται από αυτό το Δικαστήριο πως το γεγονός της εμφανώς εκ παραδρομής επίδοσης ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος άλλης αγωγή στα Ελληνικά παρά και την επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος στα Αγγλικά της ορθής αγωγής δεν παρέβλαψε με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των εναγόμενων αλλά ούτε και διαπιστώνεται να αντανακλά αρνητικά ως προς την αξιοπιστία ουσιαστικά της μεταφράστριας Αφροδίτης Παρπαρίνου ή την ακρίβεια της μετάφρασης η οποία διενεργήθηκε από την ίδια. 27 Προβάλλονται επίσης και θέσεις αναφορικά με την μη τήρηση ρητών διατάξεων των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας, όμως καμία από αυτές, όπως κρίνεται από το Δικαστήριο, δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης υπό εξέταση καθώς ουσιαστικά αυτές αγνοούν εντελώς την ουσία τόσο της πρώτης απόφασης όσο και της δεύτερης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με τις οποίες καμία από τις δικονομικές παραλείψεις εθνικού δικαίου δεν οδηγεί σε ακυρότητα αλλά αντιθέτως είναι θεραπεύσιμες. 28 Όπως, παραδείγματος χάριν, η θέση ότι θα έπρεπε να είχε επιδοθεί ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα με αναφορά στην Δ.6 θ. 6 των Διαδικαστικών Κανονισμών. Ανεξαρτήτως βεβαίως και εάν είναι δυνατό να θεωρηθεί, βάσει και της νομολογίας μας επί του θέματος, πως όντως διαπιστώνεται η ύπαρξη παρατυπίας σε μία τέτοια περίπτωση. 29 Καθότι η θέση αυτή βασίζεται στην απόφαση Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd στην Πολιτική Έφεση 387/2011, ημερομηνίας 17/10/2014, την οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων αποκαλούν δεσμευτική. Βεβαίως στη δεύτερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου παρατηρείται πως υπήρξε ακόμη και εισήγηση του συνηγόρου των εφεσίβλητων όπως αναθεωρηθεί η πρώτη απόφαση ως προς το θεραπεύσιμο των δικονομικών παραλείψεων και όπως ακολουθήσει το Ανώτατο Δικαστήριο την μεταγενέστερη απόφαση της πλειοψηφίας στην Consortia. Η απόρριψη της εισήγησης αυτής από το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν σαφέστατη καθώς θεωρήθηκε μάλιστα πως τα όσα εισηγείτο ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσίβλητων ουσιαστικά αποδοκίμαζαν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο τα όσα δικαστικώς αποφασίστηκαν από το συγκεκριμένο Εφετείο και τα οποία αποτελούσαν δεσμευτικό προηγούμενο. Επιπλέον, παρά και την αποφυγή σχολιασμού των όσων είχαν αποφασιστεί στην Consortia, εντούτοις επισημάνθηκε πως στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν λήφθηκε υπόψη το δικαστικό προηγούμενο της πρώτης απόφασης προφανώς επειδή δεν τέθηκε ενώπιον του Εφετείου. 30 Βεβαίως υπάρχει και άλλο δικαστικό προηγούμενο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση V. K. C. Quality Investments Ltd v. Shammusi-Deen Alabi, Shitta Bey στην ECLI:CY:AD:2014:A157, Πολιτική Έφεση 113/2012, ημερομηνίας 4/3/2014 το οποίο επίσης δεν λήφθηκε υπόψη στην απόφαση της πλειοψηφίας στην Consortia. Το Δικαστήριο αυτό είχε την ευκαιρία να εξετάσει παρόμοια εισήγηση και σε άλλες αποφάσεις του. Προς το σκοπό αυτό παρατίθεται πιο κάτω, στο τέλος αυτής της απόφασης, σχετική υποσημείωση επί του θέματος της απόφασης της πλειοψηφίας στην Consortia και η οποία βεβαίως αποτελεί μέρος της αιτιολόγησης και αυτής της απόφασης [I]. Στο βαθμό βεβαίως στον οποίο είναι δυνατό να θεωρηθεί ως σχετικό αυτό το θέμα. Διατηρώντας δηλαδή υπόψη τόσο τα όσα αναφέρονται στην πρώτη απόφαση αναφορικά με τη θεραπευσιμότητα δικονομικών παραλείψεων εθνικού δικαίου και τη διαπίστωση ότι αυτές δεν οδηγούν σε ακυρότητα της επίδοσης όσο και στο κατά πόσο όντως είναι ορθό να διατείνονται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόμενων πως θα έπρεπε να είχε επιδοθεί ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα σύμφωνα και με τη Δ.6 θ. 6 των Διαδικαστικών Κανονισμών. 31 Προβάλλεται επίσης και άλλη θέση αναφορικά με την παράλειψη εξασφάλισης άδειας σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος μετά και από την επίδοση προς την εναγόμενη
- Ούτε και αυτή η θέση γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ως βάσιμη έτσι ώστε να οδηγεί σε συμπέρασμα ακυρότητας της επίδικης επίδοσης. Σχετική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου είναι η Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121 ενώ σχετική και εκτεταμένη ανάλυση του θέματος υπάρχει σε προηγούμενη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (βλ. σχετικά την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστήριου Πάφου, ημερομηνίας 23/6/2014, στην αγωγή 1154/2012 μεταξύ Alpha Bank Cyprus Ltd. v.
- Major Joanne κ. ά. το κείμενο της οποίας είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα Cylaw[3] όπως και στην ιστοσελίδα Leginet) η οποία υιοθετείται ως μέρος και αυτής της απόφασης. Υπενθυμίζεται απλά πως - συμπτωματικά - οι δικηγόροι των διαδίκων στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν οι ίδιοι όπως και στην αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 32 Άλλη θέση η οποία προβάλλεται από τους εναγόμενους είναι πως τα «φερόμενα επιδοτέα έγγραφα» με τη συμπερίληψη τους στην ένορκη δήλωση της Αφροδίτης Παρπαρίνου απώλεσαν την ιδιότητα και φύση τους και έχουν καταστεί απλώς τεκμήρια στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση αποστερώντας τους με αυτό τον τρόπο την εγκυρότητα και ιδιότητα τους ως πιστά αντίγραφα. Βεβαίως πανομοιότυπη θέση εξετάστηκε και απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρώτη απόφαση ως μία τυπολατρική προσέγγιση η οποία έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με το όλο πνεύμα του Κανονισμού αλλά των δικών μας Διαδικαστικών Κανονισμών προσθέτοντας πως σημασία είχε το γεγονός ότι τόσο το κλητήριο όσο και η ειδοποίηση είχαν περιέλθει σε γνώση των εφεσιβλήτων. Πραγματικά αυτό το Δικαστήριο δεν έχει να προσθέσει οτιδήποτε επί του συγκεκριμένου θέματος παρά μόνο να παρατηρήσει για άλλη μία φορά την αδικαιολόγητη εμμονή των δικηγόρων των εναγόμενων να εγείρουν θέματα τα οποία έχουν ήδη εξεταστεί και απορριφθεί όχι μόνο σε πρωτόδικο βαθμό αλλά και από το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο. 33 Αναφορικά δε με τη γενική θέση πως οι μεταφράσεις οι οποίες επιδόθηκαν δεν είναι ακριβείς, πιστές και πιστοποιημένες μεταφράσεις στην αγγλική γλώσσα δεν έχει επισημανθεί οποιοδήποτε σημείο βάσει του οποίου αυτή να κριθεί ως βάσιμη. Ούτε και η εκ παραδρομής προφανώς επισύναψη στα Ελληνικά ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος από άλλη αγωγή οδηγεί στο συμπέρασμα πως η ενόρκως δηλούσα μεταφράστρια δεν μετάφρασε πιστά την ορθή, ή ουσιαστικά αντίστοιχη με τα δεδομένα της παρούσης αγωγής, ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος στα Αγγλικά, η οποία βεβαίως αναφέρεται στα γεγονότα ως έχουν επί του κλητηρίου εντάλματος της παρούσης αγωγής και το κείμενο της οποίας (της μετάφρασης δηλαδή) ήταν συνταγμένο σε γλώσσα η οποία όπως και οι ίδιοι δικηγόροι των εναγόμενων αναφέρουν είναι γλώσσα αντιληπτή από τους εναγόμενους (βλ. σχετικά την παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης Ζαντή). Ούτε και επιβάλλεται από οποιοδήποτε σχετικό Νόμο ή Διαδικαστικό Κανονισμό πως μόνο μεταφράσεις από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών είναι επιτρεπτό να γίνονται δεκτές ως ορθές και πιστές μεταφράσεις των οποιωνδήποτε εγγράφων. Όπως και η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση Ζαντή αναφέρεται στα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά της προσόντα και στην άπταιστη γνώση της αγγλικής γλώσσας (παράγραφος 3) έτσι πράττει και η ενόρκως δηλούσα συνάδελφος της και μεταφράστρια στη συγκεκριμένη περίπτωση. Γ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 34 Πραγματικά δεν διαπιστώνεται από το Δικαστήριο η ύπαρξη βασιμότητας οποιασδήποτε από τις θέσεις επί των οποίων οι εναγόμενοι επιδιώκουν την έγκριση της αίτησης τους έτσι ώστε βάσει αυτής να οδηγείται το Δικαστήριο σε έκδοση διατάγματος είτε ακύρωσης είτε παραμερισμού του επίδικου διατάγματος ή της επίδικης επίδοσης. Επομένως, η αίτηση στο σύνολο της απορρίπτεται ως αβάσιμη και αδικαιολόγητη. 35 Δεν παύει βεβαίως να υφίσταται ως γεγονός η μη επίδοση του σχετικού εντύπου από την υπηρεσία παραλαβής. 36 Αναφορικά με αυτό το θέμα, το Δικαστήριο απορρίπτει ως αβάσιμη τη θέση των εναγόμενων πως η ενάγουσα δεν μερίμνησε έτσι ώστε οι εναγόμενοι να ενημερωθούν για το δικαίωμα τους να αρνηθούν την επίδοση. Καθότι η υποχρέωση αυτή βαραίνει την υπηρεσία παραλαβής και όχι την ενάγουσα. 37 Υπενθυμίζεται σχετικά, όπως αναφέρεται στην απόφαση του ΔΕΕ, πως η υπηρεσία παραλαβής υποχρεούται σε κάθε περίπτωση και χωρίς να διαθέτει συναφώς περιθώριο εκτίμησης να γνωστοποιεί στον παραλήπτη το δικαίωμα άρνησης παραλαβής χρησιμοποιώντας το σχετικό έντυπο (αναφέρεται σχετικά στην παράγραφο 55 της απόφασης του ΔΕΕ πως η υπηρεσία παραλαβής υποχρεούται σε κάθε περίπτωση να επισυνάπτει στο επίμαχο έγγραφο το τυποποιημένο έντυπο). Προσθέτοντας βεβαίως πως η εκ μέρους της υπηρεσίας παραλαβής επίδοση χωρίς επισύναψη του σχετικού εντύπου δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της διαδικασίας ενώ η συγκεκριμένη παράλειψη της υπηρεσίας παραλαβής μπορεί να θεραπευθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού. 38 Βεβαίως σύμφωνα και με τη δεύτερη απόφαση η μη επίδοση του σχετικού εντύπου περιγράφεται ως δικονομική παράλειψη την οποία καλείται να θεραπεύσει ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει την επίδοση σχετικών εγγράφων μέσω της εφαρμογής του Κανονισμού. Ως εκ τούτου η ενάγουσα θα πρέπει εντός 60 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης αυτής της απόφασης να λάβει τα ενδεικνυόμενα δικονομικά μέτρα έτσι ώστε να θεραπεύσει τη μη επίδοση του σχετικού εντύπου προς τους εναγόμενους. 39 Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου το Δικαστήριο να αποκλίνει από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης, η οποία βεβαίως έχει απορριφθεί, παρά και τη διαπίστωση της αναγκαιότητας λήψης μέτρων προς επίδοση του σχετικού εντύπου για την οποία όμως παράλειψη, σύμφωνα και με την απόφαση του ΔΕΕ, δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη η ενάγουσα. Επιπλέον, οι εναγόμενοι δεν έχουν στοιχειοθετήσει με οποιοδήποτε τρόπο τις θέσεις τις οποίες έχουν προτείνει όχι μόνο για ακύρωση ή παραμερισμό του επίδικου διατάγματος ή της επίδικης επίδοσης αλλά ούτε και την οποιαδήποτε θέση βάσει της οποίας να είναι δυνατό να διαπιστωθεί ότι έχουν παραβλαφθεί τα δικαιώματα τους ως προς το να εμφανιστούν έγκαιρα στην αγωγή, έστω και υπό διαμαρτυρία, και να έχουν λάβει τα όσα μέτρα οι δικηγόροι τους έκριναν ως εύλογα προς προάσπιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων τους. Η δε προώθηση θέσεων οι οποίες ήδη έχουν εξεταστεί στο παρελθόν και κριθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο δεν δικαιολογεί με οποιοδήποτε τρόπο διαφορετική αντιμετώπιση από το Δικαστήριο επί του θέματος των εξόδων. Επομένως, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος των εναγόμενων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της αγωγής μεταξύ της ενάγουσας και των εναγόμενων 1 και
- 40 Τέλος, θεωρώ πως θα ήταν παράλειψη μου να μην εκφράσω τη λύπη μου ως προς την καθυστέρηση σε σχέση με την έκδοση αυτής της απόφασης και η οποία βεβαίως δεν οφείλεται είτε στο χειρισμό της υπόθεσης από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων είτε στη δυσκολία του ερωτήματος το οποίο τέθηκε προς απάντηση από το Δικαστήριο αλλά στο φόρτο εργασίας του Δικαστηρίου επί καθημερινής βάσης και στον αριθμό και άλλων επιφυλαγμένων αποφάσεων με ανάλογη χρονική προτεραιότητα ως προς την έκδοση τους είτε συνήθως έχοντας ως βασικό κριτήριο την ημερομηνία επιφύλαξης τους είτε διαφορετικά σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις εξαιτίας της επείγουσας φύσης της διαδικασίας βάσει της οποίας αυτές προέκυψαν και των οποίων επιφυλαγμένων αποφάσεων είτε η έκδοση εξακολουθεί να εκκρεμεί είτε έχει κατ΄ εξαίρεση προηγηθεί της έκδοσης της απόφασης σε αυτή την αίτηση παρά και τη μεταγενέστερη ημερομηνία επιφύλαξης των. ___________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Διευκρινίζεται προς αποφυγή σύγχυσης πως παρά και τις αναφορές στους ενάγοντες στον πληθυντικό το Δικαστήριο αναφέρεται στην ενάγουσα, ως εταιρεία, στον ενικό. [2] O τονισμός των γραμμάτων, ως επίσης η οποιαδήποτε υπογράμμιση ή μορφοποίηση του κειμένου εντός αυτής της απόφασης, σε κάθε περίπτωση είναι του Δικαστηρίου ενώ τα οποιαδήποτε αποσπάσματα είτε από τα δικόγραφα ή άλλα έγγραφα ή από τη νομοθεσία ή νομολογία παρατίθενται με κυρτά γράμματα (italics). [3] Ο σχετικός σύνδεσμος είναι http://www.cylaw.org/cgi-bin/open.pl?file=apofaseised/pol/2014/4120140238.htm&qstring=1154 [I] Παρατηρείται πως υπάρχει διάσταση απόψεων στη νομολογία μας αναφορικά με το κατά πόσο η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος είναι εισαγωγικό της δίκης ή ισοδύναμο έγγραφο σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 και - ουσιαστικά κατ΄ επέκταση - κατά πόσο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας ως εθνικό Δικαστήριο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σε θέση να θεωρήσει ως άκυρη την επίδοση ενός κλητηρίου εντάλματος η οποία έχει γίνει σε πλήρη συμμόρφωση με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 για το λόγο ότι διαδικαστικός κανονισμός του κράτους/μέλους προβλέπει για επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος και όχι του ίδιου του κλητηρίου εντάλματος. Βεβαίως το όλο θέμα όπως τίθεται με τη νομολογία μας δεν έχει σχέση τόσο με το κατά πόσο η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος είναι εισαγωγικό της δίκης ή ισοδύναμο έγγραφο σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 αλλά κατά πόσο θα πρέπει σε περίπτωση επίδοσης σε πολίτη και κάτοικο άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εφαρμόζεται η Δ.6 θ. 6 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας έτσι ώστε δηλαδή αντί κλητηρίου εντάλματος να επιδίδεται σε αυτόν ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος. Το θέμα το οποίο τίθεται αφορά ουσιαστικά ερμηνεία της Δ.6 θ. 6 ή ακόμη και προσαρμογή της συγκεκριμένης δικονομικής διάταξης σύμφωνα με τα νέα δεδομένα τα οποία πλέον ισχύουν στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά και από την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη σχετική τροποποίηση του Συντάγματος εξαιτίας αυτής της ένταξης. Σχετική νομολογία επί του θέματος δεν είναι μόνο η απόφαση Consortia Europe Ltd. v. Fregata Holdings Ltd. αλλά και η απόφαση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 113/2012, V. K. C. Quality Investments Ltd. v. Shammusi-Deen Alabi, Shitta Bey, ημερομηνίας 4/3/2014 η οποία βεβαίως εκδόθηκε πριν από την απόφαση Consortia. Όντως αυτές οι δύο αποφάσεις έχουν αντίθετες αιτιολογίες και καταλήξεις και ως αποτέλεσμα δημιουργούν δίλημμα αναφορικά με το εφαρμοζόμενο δίκαιο. Μάλιστα η απόφαση Consortia αν και η πιο πρόσφατη από τις δύο αποφάσεις δεν αναφέρεται καν στην προηγούμενη αλλά ούτε και στις αρχές βάσει των οποίων το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να αποκλίνει από προηγούμενη απόφαση του. Επιπλέον, βεβαίως στην απόφαση Consortia υπάρχει και απόφαση μειοψηφίας με εντελώς αντίθετη αιτιολογία και κατάληξη από την απόφαση της πλειοψηφίας. Αναμφίβολα προκύπτει ερώτημα κατά πόσο θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής η Δ.6 θ. 6 σε περιπτώσεις επίδοσης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε πολίτη και κάτοικο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει δηλαδή διάσταση απόψεων στη νομολογία μας σε σχέση με το είδος του εγγράφου το οποίο θα πρέπει να επιδίδεται σε πολίτη και κάτοικο κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατά πόσο αυτό θα πρέπει να είναι ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Η διάσταση αυτή έχει σχέση βεβαίως με το κατά πόσο θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται η Δ.6 θ. 6 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας και πως αυτό είναι ερώτημα το οποίο συνδεέται άρρηκτα με ερμηνεία της Δ.6 θ. 6 εφαρμόζοντας βεβαίως το δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως αυτό έχει διαμορφωθεί μετά και από την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τη Δ. 6 θ. 6, όπως αυτή έχει αναπροσαρμοστεί από τη νομολογία μας μετά και από εφαρμογή του Συντάγματος, αντί αυτή να διαβάζεται ως ακολούθως, "When the defendant is neither a British subject nor in British Dominions, notice of the writ, and not the writ itself, is to be served upon him", θα πρέπει πλέον να διαβάζεται ως εξής, "When the defendant is not a Cypriot national, notice of the writ and not the writ itself is to be served upon him". Σχετική επί αυτού του θέματος είναι η απόφαση E. Philippou Ltd. v. Littner Hampton Ltd.
(1984)1 Α. Α. Δ.
- Απόφαση η οποία έκτοτε εφαρμόζεται πιστά από τα κυπριακά Δικαστήρια δίχως αυτή σε οποιαδήποτε περίπτωση να έχει τύχει οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Η ανάλυση η οποία εμπεριέχεται σε αυτή την απόφαση αναφορικά με την αναγκαιότητα προσαρμογής των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτοί ίσχυαν προ της ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά και από την δημιουργία ενός νέου κράτους, αξίζει μελέτης και είναι δυνατό ακόμη και σήμερα να προσφέρει χρήσιμη καθοδήγηση με ανάλογο παραλληλισμό στον τομέα του ισχύοντος δικονομικού δικαίου στην Κυπριακή Δημοκρατία μετά και από την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την αναγκαιότητα προσαρμογής αυτού του τομέα του εθνικού δικαίου βάσει αυτών των νέων δεδομένων. Θεωρητικά δηλαδή, βάσει του ίδιου σκεπτικού το οποίο οδήγησε στην αναδιαμόρφωση από τη νομολογία μας της Δ.6 θ. 6 εξαιτίας του Συντάγματος, θα μπορούσε αυτή η δικονομική διάταξη να διαφοροποιηθεί εκ νέου έτσι ώστε αυτή πλέον να διαβαζόταν ωσάν να περιείχε την ακόλουθη διατύπωση, "When the defendant is not a citizen and resident of another Member State of the European Union, notice of the writ and not the writ itself is to be served upon him". Σχετική αναφορά επί του προκειμένου υπάρχει και εντός της προτελευταίας παραγράφου της απόφασης μειοψηφίας στην Consortia. Σύμφωνα δηλαδή και με τον περί της Πέµπτης Τροποποίησης του Συντάγµατος Νόµο του 2006 (Νόµος 127(Ι)/2006) ο οποίος ενσωμάτωσε και στο Σύνταγμα τη νομική ισχύ στη Δημοκρατία των Κανονισμών, Οδηγιών ή άλλων πράξεων ή δεσμευτικών μέτρων νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδιά τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση. Καθώς δηλαδή πλέον το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί πηγή δικαίου που έχει αυξημένη ισχύ στην Κυπριακή Δημοκρατία και περιλαμβάνει και τους κανόνες που προέρχονται από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λαμβάνουν την μορφή Κανονισμών, Οδηγιών ή Αποφάσεων. Ανεξάρτητα και από την ύπαρξη της μεταγενέστερης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δηλαδή της απόφασης Consortia, η συγκεκριμένη απόφαση - με όλο τον προσήκοντα σεβασμό - δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως παραφωνία σε σχέση με τη νομολογία η οποία έχει προηγηθεί της έκδοσης της. Καθώς αυτή η απόφαση βρίσκεται σε δυσαρμονία όχι μόνο με προηγούμενη νομολογία αλλά και με βασικές αρχές ως προς την τήρηση της αρχής του δικαστικού προηγούμενου εφόσον μέρος αυτής της προηγούμενης νομολογίας δεν λήφθηκε καθόλου υπόψη κατά την έκδοση της. Η αναφορά σε προηγούμενη νομολογία βεβαίως έχει σχέση όχι μόνο με την απόφαση V. K. C. Quality Investments Ltd. αλλά και με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε23/2013, Ε24/2013, Ε25/2013, Ε26/2013, Ε27/2013, Ε28/2013 και Ε29/2013, ημερομηνίας 13/9/2013 μεταξύ Alpha Bank Cyprus Ltd. v.
- Si Senh Dau κ. ά. στην οποία η επίδοση και της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος μαζί με το κλητήριο ένταλμα δεν θεωρήθηκε κακή επίδοση και η οποία επί του συγκεκριμένου θέματος ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε και με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/4/2016 στην ίδια υπόθεση (μετά και από εξέταση σχετικού ερωτήματος και έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Παρά μάλιστα και την αντίθετη επί του θέματος εισήγηση του δικηγόρου των εφεσίβλητων με συγκεκριμένη αναφορά στην απόφαση Consortia. Μάλιστα το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την εισήγηση του δικηγόρου των εφεσίβλητων ανέφερε χαρακτηριστικά ότι με αυτή ουσιαστικά αποδοκιμαζόταν ".κατά τρόπο ανεπίτρεπτο τα όσα δικαστικώς αποφασίστηκαν από αυτό το Εφετείο και αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο" ενώ πρόσθεσε πως το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επιθυμούσε να σχολιάσει τα όσα είχαν αποφασισθεί στην Consortia εφόσον στη συγκεκριμένη απόφαση δεν λήφθηκε υπόψη το δικαστικό προηγούμενο της απόφασης του 2013 στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd. v.
- Si Senh Dau κ. ά. ". προφανώς επειδή δεν τέθηκε ενώπιον του Εφετείου". Όπως αναφέρεται σχετικά στην απόφαση V. K. C. Quality Investments Ltd. με αναφορά στην απόφαση του 2013 της Alpha Bank Cyprus Ltd. v.
- Si Senh Dau κ. ά. αν και σε εκείνη την περίπτωση είχε επιδοθεί τόσο πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος, όσο και ειδοποίηση του κλητηρίου, εντούτοις τέθηκε προς εξέταση το ευρύτερο θέμα της εφαρμογής του ΕΚ 1393/2007 σε σχέση με τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε με αναφορά στο προοίμιο
(1)ότι με τον ΕΚ 1393/2007 επιδιωκόταν «η καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση» μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδικαστικών εγγράφων. Δίχως επανάληψη και των όσων αναφέρονταν στην απόφαση του 2013 της Alpha Bank Cyprus Ltd. v. 1. Si Senh Dau κ. ά. το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση V. K. C. Quality Investments Ltd. περιορίστηκε στο να σημειώσει ότι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007 υπερισχύει των εθνικών προνοιών που διέπουν το θέμα της επίδοσης ενώ παράλληλα επεσήμανε και την ύπαρξη του άρθρου 4
(2)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο, η διαβίβαση δικαστικών εγγράφων γίνεται «με οποιοδήποτε κατάλληλο μέσο» εφόσον το περιεχόμενο των εγγράφων που παραλήφθηκε συμπίπτει με τα έγγραφα που στάληκαν. Αναφέρεται επίσης στη συνέχεια, στην απόφαση V. K. C. Quality Investments Ltd., πως το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλλε στη θεώρηση του ότι ήταν αναγκαία η επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου και ότι η αποστολή αντιγράφου του κλητηρίου παραβίαζε την Δ.
- θ. 6 καθότι η προσέγγιση αυτή παραγνώριζε την ύπαρξη του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου και της ανάγκης για διασφάλιση της εσωτερικής αγοράς που ήταν και ένας από τους πρωταρχικούς σκοπούς για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/
- Επιπλέον, προστίθεται σημαντική αναφορά ως προς το ότι για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του Ευρωπαϊκού Κανονισμού προβλέπεται ότι από τη στιγμή που αποσταλεί η Βεβαίωση Επίδοσης σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα πρέπει να είναι δυνατή η άρνηση της επίδοσης (σχετική επί του θέματος είναι επίσης και η απόφαση στην Πολιτική Αίτηση 193/2014 για την έκδοση εντάλματος της φύσης certiorari, ημερομηνίας 26/3/2015, Αναφορικά με την Αίτηση της Alpha Bank Cyprus Ltd v. Andrew Timothy Edward Popple). Επισημαίνεται επίσης πως στόχος ουσιαστικά του Ευρωπαϊκού Κανονισμού είναι να άρει τους διάφορους φραγμούς στην επίδοση δικαστικών εγγράφων και να επιταχύνει και βελτιώσει την επίδοση μεταξύ κρατών μελών, σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει τα πλεονεκτήματα της ενιαίας αγοράς και γι' αυτό οι πρόνοιες του θα πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής. Αναφέρθηκε επιπλέον πως το γεγονός ότι η Δ.6 θ.6 δεν έχει τύχει οποιασδήποτε εξέτασης και αναπροσαρμογής ενόψει της εισαγωγής του ΕΚ 1393/2007, δεν θα έπρεπε να είχε ανησυχήσει ιδιαίτερα το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφόσον προείχε η εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Υπήρξε επίσης και σχετική αναφορά ως προς την αναγκαιότητα εκσυγχρονισμού των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας με επισήμανση όμως πως μέχρι αυτό να γίνει κατορθωτό, τα δικαστήρια έχουν υποχρέωση να τους ερμηνεύουν με τέτοιο τρόπο ώστε νa διευκολύνουν τη διαδικασία, που είναι εξάλλου και ο πρωταρχικός σκοπός για τον οποίο αυτοί έχουν θεσπιστεί. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο