Ανθούλλα Χριστοδούλου ν. Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου κ.α., Συνενωμένες Αγωγές Αρ.: 3020/2012 & 974/2015, 23/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Συνενωμένες Αγωγές Αρ.: 3020/2012 & 974/2015 Αρ. Αγωγής: 3020/2012 Μεταξύ: Ανθούλλα Χριστοδούλου, από την Πάφο Ενάγουσας και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου, από την Πάφο Εναγομένης και Νέμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, από τη Λευκωσία Τριτοδιαδίκου Αρ. Αγωγής: 974/2015 Μεταξύ: Ανθούλλα Χριστοδούλου, από την Πάφο Ενάγουσας και Νέμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, από τη Λευκωσία Εναγομένης Ημερομηνία: 23.02.17 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα στις αγωγές κος Ν. Μάντης για Mantis & Athinodorou LLC υπ' αρ. 3020/12 & 974/15: (κα Ν. Αριστοδήμου για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενη στην αγωγή κος Κ. Δημητριάδης για κ.κ. Κ.Π. Δημητριάδης υπ' αρ. 3020/12: ΔΕΠΕ μαζί με κα Α. Κακογιάννη για Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (κα Α. Ιωαννίδου μαζί με κα Σ. Ζαχαρία για ν' ακούσουν απόφαση) Για Εναγόμενη στην αγωγή κος Α. Ντορζής υπ' αρ. 974/15 και για (κος Μ. Μιλτιάδους για ν' ακούσει απόφαση) Τριτοδιάδικο στην αγωγή υπ' αρ. 3020/12: ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα αξιώνει την επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων για την αποκατάσταση των ζημιών που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε συνεπεία αμελών πράξεων και παραλείψεων των Εναγομένων, γενικές αποζημιώσεις λόγω επικαλούμενης παράνομης επέμβασης στο ακίνητο της καθώς και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων: Μέσα από την Έκθεση Απαίτησης της η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Νέμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ (στο εξής η 'Νέμεσις'), υπό την επίβλεψη του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου (στο εξής το 'ΣΑΠΑ'), δυνάμει μεταξύ τους συμφωνίας, προέβηκε σε εκσκαφή του δρόμου σε απόσταση 50 εκατοστών από τα θεμέλια της οικίας της καθώς και σε αλλαγή της πορείας διασωληνώσεων του αποχετευτικού συστήματος χωρίς τη δέουσα μελέτη με σκοπό να προστατέψουν σπήλαιο που βρισκόταν πλησίον της κατοικίας της. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι η οικία της είναι κτισμένη σε βραχώδη περιοχή πάνω σε μεγάλη πέτρα και όταν η εν λόγω εταιρεία προέβηκε σε εργασίες για την τοποθέτηση των σωλήνων του αποχετευτικού συστήματος έσχισαν την πέτρα προκειμένου να ανοίξουν αυλάκι για να διαπεράσουν οι εν λόγω σωλήνες χρησιμοποιώντας μηχανήματα, προκλήθηκαν ρωγμές εσωτερικά και εξωτερικά της κατοικίας της από τις δονήσεις καθώς επίσης επηρεάστηκε αρνητικά η επάρκεια του υπεδάφους της περιοχής. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, διόρισε πολιτικό μηχανικό, ο οποίος αφού προσδιόρισε ότι η επίδικη κατοικία έχει ανεγερθεί σε συμπαγές βραχώδες έδαφος παρατήρησε αρκετές ρωγμές στα επιχρίσματα, σε δοκούς και υποστυλώματα που ενδεχομένως να έχουν επηρεάσει και διαβρώσει τον οπλισμό και την στατικότητα της περιοχής. Το ΣΑΠΑ αφού απέρριψε τα όσα του καταλογίζει η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 05.02.08 ανέθεσε στην Νέμεσις την κατασκευή και συντήρηση του αποχετευτικού συστήματος στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου. Είναι η θέση του ΣΑΠΑ ότι αν όντως η Ενάγουσα υπέστηκε οποιαδήποτε ζημιά γι' αυτήν ευθύνεται η Νέμεσις, την οποία και ενέταξε στην αγωγή υπ' αριθμό 3020/12 (οδηγός των συνενωμένων αγωγών) ως Τριτοδιάδικο. Η Νέμεσις παραδέχεται ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 05.02.08 με το ΣΑΠΑ ανέλαβε την κατασκευή και συντήρηση του αποχετευτικού συστήματος στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου κάτω από την επίβλεψη του ΣΑΠΑ εκτελώντας τις εργασίες σύμφωνα με τα σχέδια και τις οδηγίες. Ωστόσο αρνείται ότι προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά στην οικία της Ενάγουσας ισχυριζόμενη ότι χρησιμοποιήθηκαν εξειδικευμένα μηχανήματα που κάνουν λιγότερους κραδασμούς από τα συμβατικά. Είναι η θέση της Νέμεσις ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των επικαλούμενων ζημιών και των ενεργειών της. Είναι ακόμη η θέση της Νέμεσις ότι μετά από παρέμβαση της Ενάγουσας το εν λόγω τμήμα του έργου, κατόπιν οδηγιών του επιβλέποντα μηχανικού, εγκαταλείφθηκε και έγινε όδευση του έργου νότια της κατοικίας της Ενάγουσας. Σε περίπτωση όμως που το Δικαστήριο ήθελε καταλήξει ότι η οικία της Ενάγουσας φέρει ζημιές ένεκα πράξεων και παραλείψεων της Νέμεσις, η τελευταία ισχυρίζεται ότι αυτές ήταν αναπόφευκτες για την κατασκευή ενός κοινωφελούς έργου από το οποίο επωφελήθηκε και η Ενάγουσα και ως εκ τούτου ουδεμία ευθύνη φέρουν. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης της προσκόμισε ένορκη μαρτυρία η ίδια η Ενάγουσα (ΜΕ1) καθώς και ο πολιτικός μηχανικός Χρυσόστομος Ιταλός (ΜΕ2). Από την άλλη η Νέμεσις και το ΣΑΠΑ επέλεξαν να μην παρουσιάσουν οποιοδήποτε μάρτυρα. Επιπλέον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν τα εξής 3 τεκμήρια: Τεκμήριο 1 - Μία έγχρωμη φωτογραφία Τεκμήριο 2 - Επιστολή ημερομηνίας 21.01.14 της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου Τεκμήριο 3 - Τεχνική έκθεση πολιτικού μηχανικού Χρυσόστομου Ιταλού Έχοντας σκιαγραφήσει τις βασικές θέσεις και ισχυρισμούς των μερών δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας αφού πλήρης έκταση του είναι καταγραμμένο στα πρακτικά. Αναφορά στη μαρτυρία καθώς και στα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια θα γίνεται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης τους, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Οι θέσεις και ισχυρισμοί των μερών μαζί με την προσαχθείσα μαρτυρία αλλά και τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας αγωγής έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Τελικές Αγορεύσεις: Στις τελικές αγορεύσεις τους αμφότερες οι πλευρές προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με παραπομπή σε νομολογία να πείσουν για την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων και εισηγήσεων τους. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ορισμένα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Το καθεστώς ιδιοκτησίας και κατοχής της οικίας που εμπλέκεται στην απαίτηση καθώς και η τοποθεσία αυτής είναι ζητήματα παραδεκτά από τα μέρη. Συγκεκριμένα αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η Ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια και το άτομο που νόμιμα κατέχει την επίμαχη οικία, η οποία ανεγέρθηκε στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 7164, τεμάχιο 925, φύλλο/σχέδιο 45/58V που βρίσκεται στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου. Ένα ζήτημα που δεν αμφισβητήθηκε μέσα από την εκδίκαση της αγωγής είναι το νομικό καθεστώς και οι επαγγελματικές δραστηριότητες του ΣΑΠΑ και της Νέμεσις. Ειδικότερα αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι το ΣΑΠΑ είναι ο οργανισμός που ρυθμίζει τη συντήρηση και λειτουργία του συστήματος αποχετεύσεως λυμάτων της πόλης και επαρχίας Πάφου. Η δε Νέμεσις είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία με έδρα τη Λευκωσία, η οποία ασχολείται, ανάμεσα σ' άλλα, με εργοληπτικές εργασίες και με την ανάπτυξη ακινήτων. Περαιτέρω αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 05.02.08 το ΣΑΠΑ ανέθεσε στη Νέμεσις, η οποία ανέλαβε εργολαβικά την εκτέλεση εργασιών που αφορούσαν την κατασκευή και συντήρηση του αποχετευτικού συστήματος στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου, περιλαμβανομένης και της περιοχής όπου βρίσκεται η οικία της Ενάγουσας. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113) και Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)!Β Α.Α.Δ. 1077). Το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (Πιττάλης v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Βέβαια η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Νομικό Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146, Καούρης v. Δημητρίου
(2008)1Β Α.Α.Δ. 967 και Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στο βαθμό και την έκταση που ο πραγματογνώμονας βασίζει τη γνώμη του σε γεγονότα που του έχουν γνωστοποιηθεί, τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποδεικνύονται σύμφωνα με τους αποδεικτικούς κανόνες (Ττοουλιάς v. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746, Republic v. Chacholiades
(1980)2 C.L.R. 481 και Χαραλάμπους v. Σάββα
(1996)1Α Α.Α.Δ. 576). Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να παρέχει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία που μπορεί να μην βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και εμπειρίες του Δικαστή (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Η Ενάγουσα ήταν η μοναδική μάρτυρας γεγονότων στην υπόθεση. Σε σχέση με αυτά που ανάφερε ότι παρατήρησε δεν έχω κανένα λόγο να διαφωνήσω. Ούτε και αντεξετάστηκε σ' αυτά. Συνεπώς δεν αμφισβητώ ότι τον Μάρτιο 2011 διεξήχθηκαν εργασίες για την κατασκευή του αποχετευτικού συστήματος της Χλώρακας σε χώρο πλησίον του ακινήτου της Ενάγουσας. Δεν αμφιβάλλω ακόμη ότι στα πλαίσια αυτών των εργασιών χρησιμοποιήθηκαν μηχανήματα για την εκσκαφή και αφαίρεση χωμάτων και ακολούθως διανοίχτηκαν αυλάκια μπροστά από το ακίνητο της Ενάγουσας προκειμένου να τοποθετηθούν σωλήνες μεταφοράς και διοχέτευσης όμβριων υδάτων και λυμάτων. Μπορεί η Ενάγουσα μέσα από την ένορκη κατάθεση της να μην ήταν σε θέση να αναγνωρίσει αν τα άτομα που έβλεπε να εργάζονται κοντά στην οικία της ήταν υπάλληλοι της Νέμεσις και/ή του ΣΑΠΑ αλλά η αναφορά της ότι επρόκειτο για τα άτομα που ασχολούνταν με τις εργασίες του αποχετευτικού συστήματος σε συνδυασμό με το μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας το ΣΑΠΑ ανέθεσε στη Νέμεσις, η οποία ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών που αφορούσαν την κατασκευή και συντήρηση του αποχετευτικού συστήματος στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου δεν αφήνει άλλο λογικό εύρημα από το ότι το εν λόγω έργο εκτελείτο εργολαβικά από την Νέμεσις. Παράλληλα δεν αποκλείω γεγονός εκείνη την περίοδο η οικία της Ενάγουσας να μην βρισκόταν σε τέλεια κατάσταση και να παρουσίαζε ατέλειες-ζημιές εσωτερικά και εξωτερικά. Το είδος, η φύση και η έκταση αυτών των ατελειών-ζημιών δεν αποκαλύφθηκε από την Ενάγουσα, πλην όμως δεν αμφισβητώ ότι η ίδια στα μέσα Σεπτεμβρίου 2012 προέβηκε στην επιδιόρθωση τους που διήρκεσαν τρεις μήνες περίπου, παρόλο ότι η Ενάγουσα δεν διευκρινίζει σε τι είδους επιδιορθωτικές εργασίες προέβηκε καθώς και σε ποιο βαθμό και έκταση αυτές έγιναν. Ωστόσο η μαρτυρία της Ενάγουσας δεν περιορίζεται στην διαπίστωση γεγονότων ως μάρτυρας γεγονότων που είναι αλλά επεκτείνεται σε αναφορά επί τεχνικών και νομικών συμπερασμάτων στα οποία καταλήγει χωρίς η ίδια να διαθέτει τέτοιες τεχνικές και/ή νομικές γνώσεις ή σχετική επαγγελματική εμπειρία στους τομείς αυτούς. Παράλληλα προβαίνει σε τέτοιες τοποθετήσεις δίχως να παρουσιάζει στοιχεία που να τις τεκμηριώνουν. Επίσης προβάλλει ισχυρισμούς τους οποίους επικαλείται ως γεγονότα χωρίς όμως να είναι σε θέση να στηρίξει ή έστω να πει από που και πως τα γνωρίζει. Αυτό φανερώνει ότι η καταγραφή τέτοιων αυθαίρετων και ατεκμηρίωτων τεχνικών και νομικών συμπερασμάτων αλλά και ισχυριζόμενων αναφορών στη γραπτή δήλωση της Ενάγουσας έγινε καθ' υπόδειξη αφού η ίδια από μόνη της δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε τέτοιου είδους εξειδικευμένες αναφορές. Δεν θα μπορούσε να παραμείνει ασχολίαστο το γεγονός ότι στην κατάθεση της η Ενάγουσα επικαλείται επιθεώρηση των ζημιών στην οικία της και ετοιμασία τεχνικής έκθεσης από το πολιτικό μηχανικό Λάμπρο Ανδρεάδη, ο οποίος σύμφωνα με την ίδια εξακρίβωσε τις αιτίες πρόκλησης των ζημιών. Παρόλο ότι η Ενάγουσα μέσα από την ένορκη μαρτυρία της παραπέμπει στην μαρτυρία Ανδρεάδη, εντούτοις ουδείς πολιτικός μηχανικός με το όνομα Λάμπρος Ανδρεάδης εμφανίστηκε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο και καμία τεχνική του έκθεση προσκομίστηκε. Εν πάση περιπτώσει τα αυθαίρετα τεχνικά συμπεράσματα της Ενάγουσας όπως το ότι: (α) χωρίς την απαιτούμενη μελέτη άλλαξε η διαδρομή των διασωληνώσεων του αποχετευτικού συστήματος, (β) το κόψιμο του βράχου, η αφαίρεση χωμάτων από εκσκαφές και οι δονήσεις από τη χρήση μηχανημάτων προκάλεσαν ρωγμές στην οικία της, (γ) η εκτέλεση εργασιών πλησίον της οικίας της διατάραξε τη σταθερότητα του εδάφους με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν ζημιές στην κατοικία της, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά για τους προαναφερόμενους λόγους. Για τους ίδιους λόγους δεν αποδέχομαι τις πιο κάτω νομικές τοποθετήσεις της Ενάγουσας, οι οποίες διατυπώθηκαν απογυμνωμένες από οποιαδήποτε στοιχεία και γεγονότα: (α) το ΣΑΠΑ είναι νομικά υπεύθυνο για τις ενέργειες και πράξεις των εργολάβων του, (β) το ΣΑΠΑ και η Νέμεσις παράνομα επενέβησαν στο ακίνητο της Ενάγουσας προκαλώντας σοβαρές ζημιές στην περιουσία της, Με την πιο πάνω αναφορά δεν σημαίνει ότι τα πιο πάνω νομικά ζητήματα δεν θα εξεταστούν στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας που θα γίνει αποδεκτή. Είναι εγχείρημα που θα γίνει στη συνέχεια εάν κριθεί ότι αυτό είναι αναγκαίο. Απλά δεν μπορεί να εκληφθούν αυτόματα ορθά και αληθή επειδή τα είπε η Ενάγουσα, η οποία δεν διαθέτει νομικές γνώσεις ή σχετική εμπειρία στο νομικό τομέα. Περαιτέρω η έλλειψη οποιασδήποτε επαρκούς δικαιολογίας σε σχέση με το πως περιήλθαν εις γνώση της η προβαλλόμενη θέση της Ενάγουσας περί ύπαρξης κοινής ευθύνης και λήψης κοινών αποφάσεων από το ΣΑΠΑ και τη Νέμεσις ως προς την επιλογή μεθόδου εκτέλεσης του έργου και γενικότερα της κατασκευής του αποχετευτικού συστήματος στη Χλώρακα καθιστά τον εν λόγω ισχυρισμό της μετέωρο και δίχως οποιασδήποτε πειστικής αξίας με αποτέλεσμα να μην γίνεται αποδεκτός. Ούτε η τοποθέτηση της Ενάγουσας περί πληροφόρησης που είχε από την εταιρεία Νέμεσις για ύπαρξη επιβλέπον μηχανικού του ΣΑΠΑ στο έργο, κρίνεται πειστική. Πέραν του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι γενικός, αόριστος και ασαφής αφού δεν κατονομάζεται ποιος από την Νέμεσις την ενημέρωσε γι' αυτό, πότε και κάτω από ποιες συνθήκες, τέτοια θέση καταρρίπτεται μέσα από την αντεξέταση της Ενάγουσας όταν η ίδια δήλωσε κατηγορηματικά πως δεν γνωρίζει σε ποιον οργανισμό ανήκαν οι εργαζόμενοι που έβλεπε να εκτελούσαν τις εργασίες του αποχετευτικού συστήματος. Τα πιο πάνω δεν καθιστούν την Ενάγουσα αναξιόπιστη μάρτυρα και συνεπώς δεν μολύνουν το κομμάτι της μαρτυρίας της που έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο. Αυτό ισχύει επειδή, όπως έχει ήδη λεχθεί, αυτά που η Ενάγουσα αντιλήφθηκε προσωπικά είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αντεξετάστηκε επ' αυτών, πράγμα που σημαίνει ότι γίνονται αποδεκτά από τον ΣΑΠΑ και τη Νέμεσις. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, αποδέχομαι μέρος της μαρτυρίας της Ενάγουσας ως αληθή και αξιόπιστη στο βαθμό και στην έκταση που έχει εξηγηθεί. Σε ότι αφορά τα Τεκμήρια 1 και 2, αυτά δεν προσθέτουν οτιδήποτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής και ως εκ τούτου ουδεμία βαρύτητα τους αποδίδεται. Ο ΜΕ2 ασκεί το επάγγελμα του ιδιώτη πολιτικού μηχανικού και προσήλθε στο Δικαστήριο δίδοντας ενόρκως μαρτυρία υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα. Μέρος της μαρτυρίας του αποτελεί η ετοιμασία τεχνικής έκθεσης κατόπιν οδηγιών που έλαβε από την Ενάγουσα στις 22.11.15, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Συνοπτική περιγραφή της μαρτυρίας του, τόσο της ένορκης όσο και αυτής που περιέχεται στο Τεκμήριο 3 που υιοθέτησε, επισημαίνει ότι ο ΜΕ2, αφού είχε προηγουμένως ενημερωθεί για το ιστορικό του έργου από τον πρώην διευθυντή του ΣΑΠΑ, επισκέφθηκε την οικία της Ενάγουσας στις 12.07.12 μετά από παράκληση της και στη συνέχεια στις 06.02.14, 26.01.14 και 22.11.15 που ολοκληρώθηκαν οι εργασίες πλησίον της εν λόγω οικίας. Το φάσμα εργασιών κάλυπτε εκσκαφή αυλακιών στους δημόσιους δρόμους, τοποθέτηση σωλήνων, αντλιοστασίων και φρεατίων συλλογής των οικιακών λυμάτων και μεταφορά τους με αγωγό στον κεντρικό βιολογικό σταθμό για τη βιολογική τους επεξεργασία, επιδιόρθωση και επαναφορά του οδοστρώματος και των πεζοδρομίων, κατασκευή συστήματος όμβριων υδάτων που αποτελείται από τσιμεντοσωλήνες και φρεάτια που τοποθετήθηκαν μέσα στο δρόμο δίπλα από τους αγωγούς των λυμάτων. Τέτοιες εργασίες διεξήχθηκαν στο δρόμο μπροστά από την είσοδο της επίμαχης κατοικίας όπου και εντοπίστηκε υπόγεια σπηλιά σε βάθος μεγαλύτερο του ενός μέτρου από την επιφάνεια του ασφαλτικού οδοστρώματος. Εξαιτίας αυτού οι εργασίες διακόπηκαν τον Μάρτιο-Απρίλιο 2011 και συνέχισαν στις 22.11.15 όπου εκείνη την ημέρα ολοκληρώθηκαν με την εγκατάσταση αγωγού διαμέσου της σπηλιάς και γέμισμα του κενού με σκυρόδεμα και επιδιόρθωση της λωρίδας του οδοστρώματος με την τοποθέτηση ασφάλτου. Ακόμη σημειώνεται ότι μέρος της οικίας της Ενάγουσας είναι τοποθετημένο σε στερεό βράχο και μέρος της σε μαλακό αργιλικό στρώμα. Αναφερόμενος στα γεωλογικά χαρακτηριστικά του εδάφους πάνω στο οποίο έχει ανεγερθεί η επίμαχη κατοικία, ο ΜΕ2 είπε ότι στα όρια του γκρεμνού στο άνω μέρος του εδάφους υπάρχει ένα λεπτό στρώμα φυτοχώματος 30-35 εκατοστά ενώ ακολούθως υπάρχει στρώμα συμπαγούς βράχου με μέσο όρο πάχους περίπου 2 μέτρων που προεκτείνεται προς τα βόρεια κάτω από το δρόμο προς το κέντρο της κοινότητας Χλώρακας. Κάτω από το στρώμα βράχου υπάρχει αργιλόχωμα που επεκτείνεται σε βάθος 30-35 μέτρων μέχρι τους πρόποδες του πρανούς. Μέσα από το Τεκμήριο 3 ο ΜΕ2 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η χρήση βαριών μηχανημάτων για την εκσκαφή αυλακιών και την τοποθέτηση αγωγών δημιούργησαν δονήσεις (ταλαντώσεις) που προκάλεσαν ζημιές στο φέροντα οργανισμό και αποκόλληση των κολόνων από τα τούβλα. Επίσης ο ΜΕ2 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παραμονή του οχετού ανοικτού για μεγάλο χρονικό διάστημα σε συνδυασμό με την είσοδο νερών σ' αυτό μεταξύ της επιφάνειας του βράχου και του στρώματος αργίλου ακολουθώντας πορεία κάτω από την οικία και εκβολή στη νότια πλευρά του πρανούς, είχε ως αποτέλεσμα να προκληθούν μετακινήσεις των θεμελίων της οικοδομής και ζημιές στο φέροντα οργανισμό και στην τοιχοποιία. Σύμφωνα με τον ΜΕ2, κατά την επίσκεψη του στην οικία της Ενάγουσας στις 22.11.15 ήταν εις γνώση του ότι οι ζημιές είχαν επιδιορθωθεί και αυτά που φέρεται να εντόπισε με γυμνό μάτι ήταν νέες ζημιές που φέρεται να εμφανίστηκαν πάνω στις επιδιορθώσεις, η νέα επιδιόρθωση των οποίων εκτιμά ότι θα έχει προκαταρκτικό κόστος €7.
- Προτού στραφώ στο κεφάλαιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ2, αισθάνομαι την ανάγκη να καταθέσω τον προβληματισμό του Δικαστηρίου σε σχέση με το χρονικό σημείο εμπλοκής του εν λόγω εμπειρογνώμονα στην υπόθεση αυτή. Με γνώμονα τη θέση του ΜΕ2 ότι μετά από παράκληση της Ενάγουσας επισκέφθηκε την οικία της στις 12.07.12 αλλά έλαβε οδηγίες από αυτήν να ετοιμάσει έκθεση στις 22.011.15 που επισκέφθηκε για τελευταία φορά την εν λόγω κατοικία, την οποία και φέρεται να ετοίμασε στις 25.11.15, είναι πραγματικά άξιο απορίας γιατί η Ενάγουσα όχι μόνο δεν δικογραφεί το γεγονός της επιθεώρησης της οικίας της από τον ΜΕ2 αλλά αντίθετα αυτό που αναφέρει στη συνενωμένη αγωγή υπ' αριθμό 3020/12 είναι το διορισμό του πολιτικού μηχανικού Λάμπρου Ανδρεάδη και την ετοιμασία από αυτόν σχετικής τεχνικής έκθεσης για την εξακρίβωση των ζημιών στην οικία της. Παράλληλα στερείται λογικής το ότι ενώ οι οδηγίες της Ενάγουσας προς τον ΜΕ2 ήταν, όπως ο ίδιος ανέφερε, να επισκεφτεί την οικία της στις 12.07.12 χωρίς να ετοιμάσει τεχνική έκθεση και αργότερα στις 22.011.15 όπου του ζητήθηκε να μεταβεί αυθημερόν για νέα επιθεώρηση και να ετοιμάσει τεχνική έκθεση, αυτός στο μεσοδιάστημα που προηγήθηκε προχώρησε σε επιπλέον επιθεωρήσεις της εν λόγω κατοικίας στις 06.02.14 και 26.01.14 δίχως κάτι τέτοιο να του έχει ζητηθεί. Επίσης είναι άξιον απορίας ότι ενώ ο ΜΕ2 επισκέφτηκε, όπως ο ίδιος λέει, 4 φορές την επίμαχη οικία ετοιμάζοντας σχετική τεχνική έκθεση, η Ενάγουσα στην ένορκη μαρτυρία της ουδεμία αναφορά έκανε για τυχόν ανάμιξη του ΜΕ2 στην υπόθεση αυτή. Ούτε καν οποιαδήποτε αναφορά υπάρχει για τον ΜΕ2 στη γραπτή δήλωση της που κατατέθηκε δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
- Μάλιστα όταν αυτή κατά την αντεξέταση της αισθάνθηκε την ανάγκη να παραπέμψει το Δικαστήριο σε μαρτυρία εμπειρογνώμονα προς ενίσχυση της δικής της μαρτυρίας επικαλέστηκε την μαρτυρία του πολιτικού μηχανικού Λάμπρου Ανδρεάδη και όχι του ΜΕ2 που λογικά θα ήταν πρώτα στη σκέψη της δεδομένου ότι αυτή ετοιμάστηκε από το έτος 2015 και συνεπώς θα την θυμόταν αλλά και γνωρίζοντας ότι ο ΜΕ2 ακολουθούσε αμέσως μετά την ίδια ως μάρτυρας στην υπόθεση. Επίσης εγείρει ερωτηματικά η αναφορά του ΜΕ2 ότι το Τεκμήριο 3 εκτυπώθηκε την ημέρα που αυτός θα έδιδε ένορκη μαρτυρία στο Δικαστήριο (16.06.16), τη στιγμή που όπως υποστήριξε προηγουμένως είχε ετοιμαστεί από τις 25.11.
- Γιατί δεν είχε δοθεί από πριν στην Ενάγουσα αφού ήταν έτοιμο; Χρήζει ακόμη εξήγησης γιατί η ύπαρξη, αν όχι το περιεχόμενο, του Τεκμηρίου 3 που με βάση τη θέση του ΜΕ2 ετοιμάστηκε από τις 25.11.15 δεν ήταν υπόψη της Ενάγουσας όταν αυτή κατέθετε στο Δικαστήριο στις 16.05.16 και 01.06.
- Μήπως επειδή μέχρι τότε ο κύριος Ιταλός δεν είχε λάβει οδηγίες από την Ενάγουσα για να επισκεφθεί την οικία της; Μήπως επειδή μέχρι τότε ο κύριος Ιταλός δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στην υπόθεση αυτή; Τα πιο πάνω θέτουν σε αμφιβολία κατά πόσο οι χρονικές αναφορές του ΜΕ2 περί επισκέψεων του στην οικία της Ενάγουσας και ετοιμασίας της τεχνικής του έκθεσης ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή καταδεικνύουν ότι ο ίδιος επισκέφθηκε για πρώτη φορά την οικία της Ενάγουσας μετά που η Ενάγουσα ολοκλήρωσε την ένορκη μαρτυρία της (μετά την 01.06.16) και ετοίμασε το Τεκμήριο 3 στο μεσοδιάστημα προτού εμφανιστεί στο Δικαστήριο για κατάθεση (16.06.16), ενισχύοντας έτσι τη θέση του ΣΑΠΑ περί κατασκευασμένης ημερομηνίας σύνταξης της τεχνικής έκθεσης. Αυτό δικαιολογεί την μη αναφορά του ονόματος του ΜΕ2 καθώς και τη μη αναφορά σε συμμετοχή του κυρίου Ιταλού στην υπόθεση αυτή υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα μέσα από την ένορκη μαρτυρία της Ενάγουσας. Αυτό επιπλέον εξηγεί γιατί το Τεκμήριο 3 δεν ήταν υπόψη της Ενάγουσας όταν αυτή έδιδε ένορκη μαρτυρία στο Δικαστήριο καθώς και γιατί αυτό εκτυπώθηκε την ημέρα που ο ΜΕ2 θα έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο. Σ' αυτό συνηγορεί και η μη προσκόμιση οποιονδήποτε στοιχείων που να δείχνει σύνδεση του ΜΕ2 με τις χρονικές αναφορές των ενεργειών του που αυτός επικαλέστηκε. Έρχομαι ευθύς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ
- Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι οι συνενωμένες αγωγές παραπέμπουν σε ζημιές που η Ενάγουσα επικαλείται ότι υπέστηκε ως αποτέλεσμα από τον ισχυριζόμενο αμελή τρόπο εκτέλεσης των εργασιών αποχετευτικού συστήματος κοντά στην οικία της. Ειδικότερα στην αγωγή υπ' αριθμό 3020/12 που είναι η οδηγός δικογραφείται εκτίμηση των εν λόγω ζημιών σε €7.000, οι οποίες εντοπίστηκαν πριν την καταχώρηση της από τον κατονομαζόμενο στην έκθεση απαίτησης πολιτικό μηχανικό Λάμπρο Ανδρεάδη με το κόστος της επιδιόρθωσης να δηλώνεται ότι έχει αναληφθεί από την ίδια την Ενάγουσα (παράγραφοι 6 και 9 της έκθεσης απαίτησης). Ακολούθως στην έκθεση απαίτησης της αγωγής υπ' αριθμό 974/15 με την οποία συνενώθηκε η αγωγή υπ' αριθμό 3020/12 δικογραφείται ότι το κόστος επιδιόρθωσης των ζημιών που εξακρίβωσε ο πολιτικός μηχανικός Λάμπρος Ανδρεάδης και κατέβαλε η Ενάγουσα ανέρχεται σε €7.417,70 (παράγραφοι 7, 9 και 10 της έκθεσης απαίτησης). Ωστόσο μαρτυρία από τον πολιτικό μηχανικό Λάμπρο Ανδρεάδη δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Παρουσιάστηκε όμως μαρτυρία από τον ΜΕ2, ο οποίος όπως είπε μετά από οδηγίες της Ενάγουσας επιθεώρησε την οικία της Ενάγουσας και αφού φέρεται να εντόπισε ζημιές ετοίμασε σχετική τεχνική έκθεση (Τεκμήριο 3). Η ανάμιξη του ΜΕ2 στην υπόθεση αυτή όχι μόνο δεν δικογραφείται μέσα από οποιαδήποτε από τις συνενωμένες αγωγές αλλά η μαρτυρία του στο Δικαστήριο, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 3, είναι εκ των πραγμάτων άσχετη με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αφού, όπως ο ίδιος ο ΜΕ2 ομολόγησε, δεν αναφέρεται στις ζημιές που επιδιόρθωσε η Ενάγουσα και είχε εντοπίσει ο πολιτικός μηχανικός Ανδρεάδης αλλά σε άλλες ζημιές που φέρεται να εμφανίστηκαν μετά και χρήζουν επιδιόρθωσης. Από αυτό και μόνο το γεγονός η μαρτυρία του ΜΕ2, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 3, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία για να μπορεί να της αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως του πιο πάνω, ως μάρτυρας ο ΜΕ2 έκανε φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του εν λόγω εμπειρογνώμονα, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 3, περιέχει ουσιώδη κενά και αδυναμίες. Ειδικότερα ο ΜΕ2 προβαίνει σε αναφορές που δεν τεκμηριώνονται και καταλήγει σε συμπεράσματα που στερούνται δικαιολόγησης. Το δε Τεκμήριο 3 δεν καταγράφει αναλυτικά και με ακρίβεια τι είδους ζημιές εντόπισε στην οικία της Ενάγουσας και δεν παρέχει καμία λεπτομέρεια γι' αυτές. Με μονολεκτική γενική και αόριστη αναφορά σημειώνονται ζημιές στο φέροντα οργανισμό και αποκόλληση των κολώνων από τα τούβλα. Ως προς τις πηγές των φερομένων προβλημάτων διατυπώνονται αυθαίρετα ευρήματα χωρίς να στοιχειοθετούνται μέσα από πληροφορίες και εξηγήσεις. Θα έλεγα ότι η επιστημονική μαρτυρία που περιέχεται στο Τεκμήριο 3 στερείται επαρκούς τεκμηρίωσης μέσω εμπεριστατωμένων αναφορών που θα την καθιστούσε πειστική απέναντι στο Δικαστήριο προκειμένου αυτό να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη κατά την εξέταση των επιδίκων θεμάτων της αγωγής μέσα υπό το φως της προσαχθείσας μαρτυρίας που γίνεται αποδεκτή. Ενδεικτικά των πιο πάνω αναφέρω τα εξής: Στην μαρτυρία του ο ΜΕ2 αναφέρει γεωλογικά χαρακτηριστικά του εδάφους της περιοχής που βρίσκεται η οικία της Ενάγουσας χωρίς να εξηγεί από που άντλησε τις πληροφορίες που αναφέρει. Η γεωλογική έρευνα υπεδάφους είναι η πηγή από την οποία κάποιος μπορεί να πληροφορηθεί εξειδικευμένες λεπτομέρειες για τη φύση και τα είδη στρωμάτων του υπεδάφους. Ο ΜΕ2 δεν αναφέρει να διεξήχθη γεωλογική έρευνα του υπεδάφους της περιοχής και ούτε αναφέρει ότι τα στοιχεία που αναφέρει στο Τεκμήριο 3 στηρίζονται μέσα από την έκθεση μιας τέτοιας γεωλογικής έρευνας που πραγματοποιήθηκε είτε πρόσφατα είτε στο παρελθόν και το περιεχόμενο της οποίας περιήλθε στην κατοχή του. Με κάθε σεβασμό στον ΜΕ2 συμπεράσματα και λεπτομέρειες για τη μορφολογία του υπεδάφους της περιοχής που βρίσκεται η οικία της Ενάγουσας δεν μπορούν να εξαχθούν με ασφάλεια και σιγουριά κοιτάζοντας απλά φωτογραφίες του χώρου ή τυγχάνοντας πρόχειρα προφορικής ενημέρωσης. Η γνώση που ο ΜΕ2 περαιτέρω επικαλείται ότι έχει από πληροφορίες που απέκτησε μετά από διενέργεια δοκιμαστικών εκσκαφών στα πλαίσια ανάθεσης εργασίας από το Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας για τον έλεγχο ισχυριζόμενων κακοτεχνιών εργολάβου στη Β' φάση του αποχετευτικού συστήματος της Χλώρακας, εξαντλείται σε γενικές, αόριστες και ασαφείς τοποθετήσεις. Ουδεμία αναφορά ως προς τι ακριβώς έλαβε οδηγίες από το Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας, ποιος είναι ο εργολάβος που ευθυνόταν για ισχυριζόμενες κακοτεχνίες, ποιος προέβηκε στις επικαλούμενες δοκιμαστικές εκσκαφές, ποιος έκανε την αξιολόγηση των επικαλούμενων 10 δοκιμαστικών εκσκαφών στο έδαφος και πότε αυτή έγινε. Το Δικαστήριο ανέμενε από τον ΜΕ2 να θέσει ενώπιον του το πόρισμα αυτής της εξειδικευμένης έρευνας από την οποίαν λέει ότι έχει στηριχτεί, χωρίς να γίνει κάτι τέτοιο. Στην απουσία τέτοιων πληροφοριών και εξειδικευμένων στοιχείων που δεν εμπίπτουν στην ειδικότητα του ΜΕ2, δεν μπορώ να εκλάβω ως δεδομένα ορθές τις εν λόγω αναφορές του. Ο ΜΕ2 αναφέρει επίσης γενικά και αόριστα ότι παρατήρησε ζημιές στο φέροντα οργανισμό της οικίας της Ενάγουσας και αποκόλληση των κολώνων από τα τούβλα αυτής χωρίς, όπως ήδη λέχθηκε να προσδιορίζει, να εξειδικεύει και να αναλύει τις ζημιές και τις τοποθεσίες αυτών που επικαλείται. Την ίδια στιγμή παραδέχεται ότι οι ισχυριζόμενες ζημιές που αναφέρονται στο Τεκμήριο 3 είναι αυτές που εμφανίστηκαν μετά που οι επικαλούμενες μέσα από τις εν λόγω συνενωμένες αγωγές επιδιορθώθηκαν από την Ενάγουσα. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η παραδοχή αυτή έντεχνα δεν αποτυπώνεται μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 και με επιμέλεια αποφεύχθηκε τέτοια αναφορά από τον ΜΕ2 κατά την κυρίως εξέταση του. Είναι μέσα από την αντεξέταση του ΜΕ2 που αναδύθηκε για πρώτη φορά το ζήτημα αυτό. Αυτό που στη συνέχεια ο ΜΕ2 δεν εξηγεί είναι πως από τεχνικής άποψης σχετίζεται η εμφάνιση των ζημιών με τις εργασίες του αποχετευτικού συστήματος δεδομένου των εργασιών στις οποίες η Ενάγουσα επικαλείται ότι προέβηκε προς επιδιόρθωση άλλων ζημιών που είχαν εμφανιστεί προγενέστερα. Επιπλέον ο ΜΕ2 δεν τεκμηριώνει πως συμπεραίνει ότι τα μηχανήματα που χρησιμοποιήθηκαν για την εκσκαφή χωμάτων δημιούργησαν δονήσεις τέτοιου βαθμού που να ευθύνονται ευθέως και αποκλειστικά για την πρόκληση των ρωγμών και γενικότερα των ζημιών που παρατηρήθηκαν στην οικία της Ενάγουσας. Περαιτέρω ο ΜΕ2 δεν παρουσιάζει μαρτυρία κατά πόσο τυχόν γειτονικές οικίες ή ακίνητα υπέστηκαν ιδίας φύσεως ζημιές με την οικία της Ενάγουσας ή οποιεσδήποτε άλλες ζημιές κατά την ίδια περίοδο που χρησιμοποιούνταν τα μηχανήματα. Ούτε υπάρχει μαρτυρία από μέρους του ΜΕ2 εάν μετά την ολοκλήρωση της χρήσης των μηχανημάτων δεν υπήρξε επιδείνωση ή αύξηση των ζημιών. Εν ολίγοις ο ΜΕ2 δεν εξηγεί κατά τρόπο εμπεριστατωμένα τεχνικό πως καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ζημιές στην οικία της Ενάγουσας είναι αποτέλεσμα των ταλαντώσεων από τη χρήση μηχανημάτων στα πλαίσια εκτέλεσης εργασιών του αποχετευτικού συστήματος. Καμία αναφορά έγινε από τον ΜΕ2 που να εξηγεί γιατί αποκλείει τη λήψη μέτρων από τη Νέμεσις που να απορροφούσαν τους κραδασμούς ή έστω να μειώνουν κατά πολύ την ένταση των δονήσεων που πιθανό να προκαλούνταν από τη χρήση μηχανημάτων. Περαιτέρω ο ΜΕ2 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η είσοδος νερών σε οχετούς που παρέμειναν ανοικτοί για μεγάλο χρονικό διάστημα προκάλεσε μετακίνηση των θεμελίων της επίμαχης οικοδομής και ακολούθως ζημιές στο φέροντα οργανισμό και στην τοιχοποιία. Χωρίς πάλι να καταγράφει και να περιγράφει τις ζημιές και τις τοποθεσίες αυτών που επικαλείται ότι εντόπισε, ο ΜΕ2 παρέλειψε να αναφέρει πότε παρατηρήθηκε είσοδος των νερών στους οχετούς (δηλαδή ουδεμία μαρτυρία για περίοδο που υπήρξε βροχόπτωση), κάτω από ποιες συνθήκες συνέβηκε, κατά πόσο υπήρχε τότε έλλειψη πρόνοιας για διαφυγή των όμβριων υδάτων και εάν η ποσότητα νερού που τυχόν εισήλθε δικαιολογούσε το εύρημα του. Δεν παρέχεται ακόμη μαρτυρία για συγκέντρωση και παραμονή υδάτων στα θεμέλια της επίμαχης οικίας που να τα επηρέασαν. Το δε εύρημα του για μετακίνηση θεμελίων είναι αυθαίρετο αφού δεν εδράζεται σε καμία σχετική έρευνα που έγινε για το σκοπό αυτό. Πως γίνεται από τη μία ο ΜΕ2 να καταλήγει σε εύρημα για μετακίνηση θεμελίων της οικίας και από την άλλη να εισηγείται στην τεχνική έκθεση του (Τεκμήριο 3) την ανάγκη να διεξαχθούν εξειδικευμένες μελέτες για να εξακριβωθούν και να εκτιμηθούν οι ισχυριζόμενες ζημιές; Ο χώρος των θεμελίων είναι αφανής και για να εντοπιστεί οποιαδήποτε πρόβλημα σε σχέση με αυτά είναι προφανές ότι θα πρέπει να προηγηθεί εξειδικευμένος έλεγχος, πράγμα που στη δική μας περίπτωση δεν φαίνεται να έγινε. Προτού κάποιος καταλήξει σε συμπέρασμα ότι έχει επηρεαστεί η αντοχή ενός κτιρίου απαιτείται διεξαγωγή σχετικής έρευνας στο φέροντα οργανισμό και προσκόμιση συγκεκριμένων στοιχείων ως προς τα αποτελέσματα της. Περαιτέρω δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία κατά πόσο τυχόν γειτονικές οικίες ή ακίνητα υπέστηκαν ιδίας φύσεως ζημιές με την οικία της Ενάγουσας ή οποιεσδήποτε άλλες ζημιές κατά την ίδια περίοδο. Ούτε υπάρχει μαρτυρία εάν μετά την ολοκλήρωση των εργασιών δεν υπήρξε επιδείνωση ή αύξηση των ζημιών. Αυτά είναι στοιχεία και δεδομένα που θα δικαιολογούσαν το σκεπτικό του ευρήματος του ΜΕ2 και ταυτόχρονα θα το καθιστούσε πειστικό (Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους v. Κονναρή
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 2298). Στην προκειμένη περίπτωση ο ΜΕ2 καταλήγει σ' ένα τέτοιο εύρημα χωρίς αυτό να συνδέεται με τα πιο πάνω με αποτέλεσμα να στερείται στοιχειοθέτησης και κατ' επέκταση να καθίσταται αυθαίρετο και υποθετικό. Επιπλέον στην αναφορά του για προκαταρκτικό κόστος εκτίμησης ο ΜΕ2 επικαλείται απόσταση 300 μέτρων στην οποίαν θεωρεί ότι θα πρέπει να γίνουν επιδιορθωτικές εργασίες. Ωστόσο ο ΜΕ2 δεν ξεκαθαρίζει κατά πόσο ο ίδιος επιμέτρησε την απόσταση αυτή και εάν όντως το έπραξε πως και πότε έγινε αυτό ή εάν άντλησε πληροφόρηση για τη μέτρηση αυτή από κάπου αλλού. Στη βάση των πιο πάνω παρατηρώ ότι η τεχνική μαρτυρία του ΜΕ2 είναι διάτρητη από κενά, αδυναμίες και ερωτηματικά, ενώ παράλληλα στερείται επιστημονικής τεκμηρίωσης, ως αποτέλεσμα των οποίων στοιχείων απώλεσε κάθε ίχνος πειστικότητας που θα μπορούσε να είχε προκειμένου να βασιστώ σ' αυτή για να καταλήξω με ασφάλεια σε οποιαδήποτε ευρήματα. Αυτό, υπό τις περιστάσεις, είναι αδύνατο. Συνεπώς αποδίδω μηδενική βαρύτητα στην μαρτυρία του ΜΕ2, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 3 που αποτελεί μέρος της. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Εξ' όσον γίνεται αντιληπτό από το περιεχόμενο των έγγραφων προτάσεων η Ενάγουσα ισχυρίζεται επίδειξη αμέλειας και παράνομη επέμβαση στο ακίνητο της από το ΣΑΠΑ και την εταιρεία Νέμεσις. Οι αρχές της αμέλειας έχουν κωδικοποιηθεί μέσα από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 51 καθορίζει την αμέλεια ως την τέλεση πράξης την οποίαν υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό σωστό πρόσωπο ή την παράλειψη τέλεσης πράξης την οποίαν τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε. Αμέλεια ακόμη μπορεί να είναι η παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις. Το εν λόγω άρθρο προνοεί αποζημίωση στην πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα αμελούς πράξης ή παράλειψης μόνο στο πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια. Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή αμέλειας είναι η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής (δηλαδή η τέλεση αμελούς πράξης ή παράλειψης) από μέρους ενός μέσου συνετού ανθρώπου, η πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της τέλεσης αμελούς πράξης ή παράλειψης (αιτιώδης συνάφεια) και η δυνατότητα πρόβλεψης ότι η τέλεση της εν λόγω πράξης ή παράλειψης μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ
(1989)1 C.L.R. 453, κυπριακό νομικό σύγγραμμα κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 2, σελ. 103-104). Στην προκειμένη περίπτωση για να προσδιοριστεί το αστικό αδίκημα της αμέλειας απαιτείται
(1)ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας από το ΣΑΠΑ και/ή την εταιρεία Νέμεσις,
(2)η πρόκληση ζημιάς και/ή βλάβης στην Ενάγουσα και
(3)αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς πράξης ή παράλειψης οποιουδήποτε από το ΣΑΠΑ και/ή την εταιρεία Νέμεσις και της ζημιάς και/ή βλάβης που προκλήθηκε στην Ενάγουσα ως αποτέλεσμα των εργασιών του αποχετευτικού συστήματος που εκτελούνταν πλησίον της οικίας της. Γενικά το θέμα της αμέλειας είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα αυτό συνοψίζεται στην Φοινικαρίδης v Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 ως εξής: "Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou Mavrou v Georgios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215)." Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητο διέπεται από το άρθρο 43 του Κεφ.148. Όπως φαίνεται από τον ορισμό που παρέχεται στο εδάφιο 1 του άρθρου 43, το εν λόγω αστικό αδίκημα μπορεί να διαπραχθεί είτε με παράνομη είσοδο στο ακίνητο χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου ή χωρίς εξουσιοδότηση από το νόμο, είτε με οποιαδήποτε παράνομη πρόκληση ζημιάς στο ακίνητο, είτε με παράνομη επέμβαση στο ακίνητο όπως για παράδειγμα το να βάζει κάποιος το χέρι του μέσα από ανοικτό παράθυρο της οικίας κάποιου άλλου ή να ρίχνεις αντικείμενα στην αυλή κάποιου. Το αδίκημα αυτό στρέφεται εναντίον της κατοχής ακινήτων και σκοπός είναι η προστασία τέτοιας κατοχής (Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100). Δικαίωμα καταχώρησης αγωγής έχει πάντοτε ο κάτοχος του ακινήτου αλλά στην περίπτωση που το αδίκημα διαπράττεται λόγω παράνομης πρόκλησης ζημιάς τέτοιο δικαίωμα έχει και ο ιδιοκτήτης του ακινήτου. Σύμφωνα με το εδάφιο 2 του άρθρου 43, το βάρος απόδειξης ότι η επίδικη πράξη δεν ήταν παράνομη φέρει ο εναγόμενος. Αυτό σημαίνει ότι όπου ο ενάγοντας αποδεικνύει την ύπαρξη της επέμβασης το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου να αποδείξει ότι η πράξη του δεν ήταν παράνομη (Αδελφοί Ιακώβου Κατασκευαί Λτδ v. Παρασκευά και άλλος
(2010)1Α Α.Α.Δ. 123, P. & A. Enterprises v. Louis Tourist
(1987)1 C.L.R. 142, κυπριακό νομικό σύγγραμμα κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, σελ. 130-135). Όπως επίσης λέχθηκε στην υπόθεση Παπακόκκινου v. Κυριακίδη
(2010)1Β Α.Α.Δ. 789 το αδίκημα της παράνομης επέμβασης τεκμηριώνει αγώγιμο δικαίωμα per se, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη ζημιάς. Η μη απόδειξη ζημιάς επιτρέπει την επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων. Έχοντας υπόψη του την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στην οποία προέβηκε και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε σε συνδυασμό με το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του. Η εμφάνιση ατελειών-ζημιών στην οικία της Ενάγουσας όπως και η επιδιόρθωση τους από την Ενάγουσα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει όμως τεχνική μαρτυρία στη βάση της οποίας να διαπιστώνεται πως προκλήθηκαν αυτές οι ατέλειες-ζημιές και ποιος ευθύνεται για την εμφάνιση τους. Θα έλεγα ειδικότερα ότι δεν υπάρχει επιστημονική μαρτυρία που να στοιχειοθετεί αιτιώδη συνάφεια μεταξύ οποιασδήποτε αμελούς πράξης ή παράλειψης είτε του ΣΑΠΑ είτε της εταιρείας Νέμεσις και των ατελειών-ζημιών που διαπιστώθηκαν στην οικία της Ενάγουσας. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία από εμπειρογνώμονα που να θεμελιώνει ότι μέσα από την εκτέλεση των εργασιών του αποχετευτικού συστήματος κοντά στην οικία της Ενάγουσας το ΣΑΠΑ και/ή η εταιρεία Νέμεσις προέβηκαν σε οποιαδήποτε αμελή πράξη και/ή παράλειψη, ως αποτέλεσμα των οποίων δημιουργήθηκαν οι ζημιές που εντοπίστηκαν στην οικία της Ενάγουσας. Θα έλεγα επομένως ότι δεν υπάρχει καμία αποδεκτή μαρτυρία που να τεκμηριώνει ότι η αιτία πρόκλησης των εν λόγω ζημιών ήταν επίδειξη αμελούς συμπεριφοράς του ΣΑΠΑ και/ή της εταιρείας Νέμεσις μέσα από την εκτέλεση των εργασιών του αποχετευτικού συστήματος στη Χλώρακα. Στα πλαίσια της θέσης της ότι το ΣΑΠΑ και η εταιρεία Νέμεσις ευθύνονται από κοινού για την πρόκληση των ζημιών στην οικία της η Ενάγουσα προβάλλει ισχυρισμό ότι ισχύει η νομική αρχή res ipsa loquitur (τα πράγματα ομιλούν από μόνα τους). Το πιο πάνω νομικό αξίωμα καθιερώθηκε στο άρθρο 55 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148) μετά των συναφών τροποποιήσεων, οι πρόνοιες του οποίου αυτούσια σημειώνουν τα εξής: "Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται— (α) Οτι ο ενάγοντας στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών, τα οποία προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά, και (β) ότι η ζημιά προκλήθηκε από ιδιοκτησία, επί της οποίας ο εναγόμενος είχε πλήρη έλεγχο, και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η επέλευση του συμβάντος που προκάλεσε τη ζημιά συνδέεται περισσότερο με το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει εύλογη επιμέλεια παρά προς την καταβολή τέτοιας επιμέλειας, ο εναγόμενος φέρει το βάρος της απόδειξης του ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση με το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά." Η νομική αρχή res ipsa loquitur αποτελεί κανόνα απόδειξης και ισχύει όταν ο ενάγοντας αδυνατεί να αποδείξει αμέλεια εναντίον του εναγομένου με την προσκόμιση μαρτυρίας για τις πράξεις ή παραλείψεις του επειδή τα απαιτούμενα στοιχεία μαρτυρίας είναι στην αποκλειστική γνώση του εναγομένου. Εκεί που κριθεί ότι εφαρμόζεται το αξίωμα αυτό ο ενάγοντας αποδεικνύει μόνο το αποτέλεσμα της πράξης, δηλαδή το συμβάν που οδήγησε στην πρόκληση των ζημιών. Εφόσον ο ενάγοντας πετύχει αυτό το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στους ώμους τους εναγομένου, ο οποίος καλείται να δώσει μία λογική εξήγηση ότι δεν ήταν αμελής. Υπάρχει πλούσια νομολογία που αναλύει και εξηγεί το θέμα αυτό. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Morides v. Ioannou
(1973)1 C.L.R. 117, Χατζηπαύλου v. Ιντζιρτζιάν κ.α.
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1278, Σάββα v. ΣΠΕ Λιοπετρίου και άλλη
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1915, Σεντ Μαρίνα Σπόρτινγκ Προμόσιονς Λτδ v. Φιλίππου
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1330, Πανταζής και άλλος v. Θεμιστοκλέους
(2006)1Β Α.Α.Δ. 898 και Παπαλλής και άλλος v. Κυριακίδη
(2008)1 Α.Α.Δ. 83. Όταν όμως ο ενάγοντας αφήνει να νοηθεί ότι γνωρίζει όλα τα γεγονότα ή όπου ισχυρίζεται ότι γνωρίζει την αιτία της ζημιάς ή όπου τα γεγονότα είναι γνωστά και ο ενάγων βασίζεται σ' αυτά και τα παραθέτει, θα πρέπει να τα αποδεικνύει για να πετύχει. Στην υπόθεση Ιωαννίδης v. Καλλία ως παραλήπτη και διαχειριστή της Intercosmetics Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1522 τονίστηκε ότι εφόσον ο εφεσείοντας ισχυρίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου ότι γνώριζε την αιτία που του προκάλεσε τον τραυματισμό του δεν ίσχυε η αρχή του res ipsa loquitur. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση αυτή: "Η αρχή αυτή [res ipsa loquitur] εφαρμόζεται όταν το πράγμα ή το αντικείμενο που προκαλεί τη ζημιά αποδεικνύεται ότι βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο του εναγόμενου ή των υπηρετών του και το ατύχημα ήταν τέτοιο που, στην κανονική πορεία των πραγμάτων, δεν θα συνέβαινε αν εκείνοι που είχαν τον έλεγχο του, ασκούσαν την απαιτούμενη επιμέλεια. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο αυτό αποτελεί εύλογη μαρτυρία, στην απουσία εξήγησης από τον εναγόμενο, ότι το ατύχημα ήταν αποτέλεσμα αμέλειας. Επιπρόσθετα, για να ισχύει η προαναφερόμενη αρχή, θα πρέπει να ικανοποιείται και η προϋπόθεση της παραγράφου (α) του Άρθρου 55, ότι δηλαδή ο ενάγοντας στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών τα οποία προκάλεσαν το συμβάν που οδήγησε στη ζημιά. Στην παρούσα υπόθεση ο εφεσείων ισχυρίστηκε ότι γνώριζε την αιτία της ζημιάς του και εν πάση περιπτώσει ούτε και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής αυτής ικανοποιούνται. (Δέστε: Savvides v. Mesaritis a.ο.
(1985)1 C.L.R. 261, Morides v. Ioannou
(1973)1 C.L.R. 117 και Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Τόμος 2, σελ. 53-55.)." Περαιτέρω στην υπόθεση Φιλίππου και άλλος v. Τσολάκη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1188, η οποία αφορά δυστύχημα, αναφέρθηκε ότι η εφαρμογή του κανόνα res ipsa loquitur δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας από τον ενάγοντα για την απόδειξη της αμέλειας του εναγόμενου. Επίσης στην υπόθεση Parthenon Shirts (Exporters) Ltd v. Γαβριηλίδου
(2010)1 Α.Α.Δ. σημειώθηκε ότι η νομική αρχή res ipsa loquitur δεν έχει ισχύ όπου ο ενάγοντας δεν ισχυρίζεται ότι στερείται γνώσης των περιστατικών που οδήγησαν στο συμβάν. Παράλληλα υποδείχτηκε ότι ο κανόνας αυτός έχει εφαρμογή μόνο όπου κρίνεται ότι το συμβάν που προκαλεί τη ζημιά συνδέεται περισσότερο με το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει εύλογη επιμέλεια παρά προς την καταβολή τέτοιας επιμέλειας. Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση παρατηρώ ότι στις παραγράφους 4, 5, 6 και 8 στην αγωγή υπ' αριθμό 374/15 και στις παραγράφους 3, 4, 5 και 7 στην αγωγή υπ' αριθμό 3020/12 η Ενάγουσα δικογραφεί συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις της Νέμεσις και του ΣΑΠΑ που κατά τη γνώμη της αποδίδουν παράβαση καθήκοντος επιμέλειας και παράνομη επέμβαση στην οικία της από μέρους τους. Τις θέσεις αυτές η Ενάγουσα προώθησε κατά την ακρόαση της υπόθεσης προκειμένου να στηρίξει τις αξιώσεις της. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι γνώριζε τα αίτια και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι ζημιές στην οικία της προκλήθηκαν, ισχυρισμούς τους οποίους προώθησε ανεπιτυχώς στη δίκη στη βάση ένορκης μαρτυρίας. Επομένως δεν ήταν ποτέ η θέση της Ενάγουσας ότι στερείται γνώσης των περιστατικών που προκάλεσαν τις ζημιές στην οικία της αλλά αντίθετα επικαλέστηκε ότι γνώριζε με ποιο τρόπο το ΣΑΠΑ και η Νέμεσις θεωρούνταν κατά τη γνώμη της συνυπεύθυνοι γι' αυτές. Με γνώμονα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη μου την προαναφερόμενη νομολογία κρίνω ότι δεν εφαρμόζεται η αρχή res ipsa loquitur. Από τη στιγμή που οι θέσεις της Ενάγουσας δεν έγιναν αποδεκτές και γενικότερα η εκδοχή που προέβαλε δεν κρίθηκε ότι ευσταθούσε μετά που η προσκομισθείσα μαρτυρία αξιολογήθηκε, δεν ήταν δυνατό εκ των υστέρων τόσο το ΣΑΠΑ όσο και η Νέμεσις να κριθούν αμελείς επειδή δεν έδωσαν ικανοποιητική εξήγηση για την εμφάνιση των ατελειών-ζημιών στην οικία της Ενάγουσας. Κατά προέκταση δεν ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 55 του Κεφ.148 που σημειώνει ότι η ενάγουσα πρέπει να στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών, τα οποία προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά, οι οποίες προϋποθέσεις, με βάση το λεκτικό των προνοιών του εν λόγω άρθρου, θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά. Συνεπώς η αρχή res ipsa loquitur και παράλληλα το άρθρο 55 του Κεφ.148 δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν. Από τα πιο πάνω δεδομένα, δεν θα οδηγούμουν στο συμπέρασμα ότι οι ατέλειες-ζημιές στην οικία της Ενάγουσας προκλήθηκαν ως αποτέλεσμα παράβασης καθήκοντος επιμέλειας από το ΣΑΠΑ και/ή την Νέμεσις κατά την εκτέλεση των εργασιών του αποχετευτικού συστήματος στην Χλώρακα. Συνεπώς η ισχυριζόμενη αμέλεια ως βάση αγωγής σε αμφότερες τις συνενωμένες υποθέσεις είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Ερχόμενος στη νομική βάση της παράνομης επέμβασης δεν διαπιστώνω, από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, ότι έχει διαπραχτεί οποιαδήποτε περίπτωση του εν λόγω αστικού αδικήματος. Ειδικότερα δεν έχουν προσκομιστεί στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι μέσα από την εκτέλεση των εργασιών του αποχετευτικού συστήματος υπήρξε καθ' οιονδήποτε τρόπο επέμβαση στο ακίνητο της Ενάγουσας. Ως εκ τούτου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω νομική βάση αγωγής δεν θεμελιώνεται σε αμφότερες τις συνενωμένες υποθέσεις. Θα έλεγα ότι η απουσία σχετικής, κατάλληλης, επαρκούς και συνάμα αξιόπιστης τεχνικής φύσεως μαρτυρίας από εμπειρογνώμονα είναι δυστυχώς για την Ενάγουσα καταλυτική για την αρνητική τύχη της υπόθεσης της. Η έλλειψη τέτοιας επιστημονικά εξειδικευμένης αποδεκτής μαρτυρίας στέρησε από την Ενάγουσα την επιτυχή προώθηση της εκδοχής της σε όλες τις νομικές βάσεις αγωγής που επικαλέστηκε και στις δύο συνενωμένες υποθέσεις. Κατάληξη Δικαστηρίου: Προτού καταγραφεί το αποτέλεσμα των αγωγών υπ' αριθμό 3020/12 και 974/15 θα πρέπει πρώτα να αποσυνενωθούν. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των εν λόγω αγωγών. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω έχοντας κατά νου τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι η Ενάγουσα απέτυχε, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, να αποδείξει την υπόθεση της τόσο στην αγωγή υπ' αριθμό 3020/12 όσο και στην αγωγή υπ' αριθμό 974/15 εναντίον της εναγομένης που στην πρώτη αγωγή είναι το ΣΑΠΑ και στη δεύτερη η εταιρεία Νέμεσις. Η αποτυχία απόδειξης της εκδοχής της Ενάγουσας απέναντι στην Εναγόμενη στην αγωγή υπ' αριθμό 3020/12 που είναι, όπως ήδη λέχθηκε το ΣΑΠΑ, οδηγεί σε αποτυχία την εκδοχή του ΣΑΠΑ απέναντι στην εταιρεία Νέμεσις που ήταν τριτοδιάδικος στην εν λόγω αγωγή για ισχυριζόμενη κάλυψη ή συνεισφορά ή αποζημίωση από μέρους της σε σχέση με τις αξιώσεις της Ενάγουσας. Ως εκ τούτου αμφότερες οι αγωγές απορρίπτονται στην ολότητα τους. Σε σχέση με τα έξοδα στην αγωγή υπ' αριθμό 974/15 δεν θεωρώ ότι υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί παρέκκλιση από το γενικό κανόνα που ισχύει (άρθρο 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 μετά των συναφών τροποποιήσεων (Ν.14/60)και τη Διάταξη 59 Κανονισμό 1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, Arto Estates Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, Ιωάννα και άλλη v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ύψωνα-Λόφου
(2009)1Β Α.Α.Δ. 875 και Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2010 ημερ. 15.10.15). Συνεπώς τα έξοδα της αγωγής αυτής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης που είναι η εταιρεία Νέμεσις και εναντίον της Ενάγουσας. Αναφορικά με τα έξοδα στην αγωγή υπ' αριθμό 3020/12 θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διαδικασίες εναγομένου και τριτοδιαδίκου. Είναι η θέση του εναγομένου (ΣΑΠΑ) στην αγωγή αυτή ότι τα έξοδα του τριτοδιαδίκου (Νέμεσις) θα πρέπει να επιβαρύνουν αποκλειστικά την Ενάγουσα επειδή τη θεωρούν υπεύθυνη για τη δημιουργία τους λόγω της ποιότητας της μαρτυρίας που αυτή προσκόμισε στο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Θα πρέπει να λεχθεί ότι από το στάδιο της συνένωσης των αγωγών και μέχρι το τέλος της συνεκδίκασης τους, τα έξοδα που δημιουργήθηκαν είναι κοινά και για τις δύο υποθέσεις και ως εκ τούτου μόνο ένα σετ δικηγορικών εξόδων μπορεί να επιδικαστεί στον επιτυχόντα διάδικο που είναι η Νέμεσις. Ένεκα της επιδίκασης των εξόδων που δημιουργήθηκαν στην αγωγή υπ' αριθμό 974/15 υπέρ της Νέμεσις (εκεί εναγομένης) και εναντίον της Ενάγουσας, δεν επιδικάζονται έξοδα στην αγωγή υπ' αριθμό 3020/12 από τη συνένωση και μετέπειτα επειδή αυτά καλύπτονται σ' αυτά της αγωγής υπ' αριθμό 974/15 που έχουν επιδικαστεί. Όσον αφορά τα έξοδα του ΣΑΠΑ, ως εναγομένου στην αγωγή υπ' αριθμό 3020/12, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι ένα σετ εξόδων για χρήση υπηρεσιών ενός δικηγόρου, επιδικάζονται υπέρ του και εναντίον της Ενάγουσας. Θα αναφερθώ τώρα στα έξοδα της Νέμεσις, ως τριτοδιάδικος στην αγωγή υπ' αριθμό 3020/12, που δημιουργήθηκαν μέχρι το στάδιο της συνένωσης των αγωγών. Έχει νομολογιακά αναγνωριστεί ότι η διαδικασία τριτοδιαδίκου στην οποία συμμετέχει η εταιρεία Νέμεσις είναι εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από την προϋπάρχουσα αγωγή στην οποία διάδικοι είναι μόνο η Ενάγουσα και το ΣΑΠΑ (S. Pavlou & Sons Constructions Ltd κ.α. v. Θεοδώρου, Πολιτική Έφεση Αρ. 119/2010 ημερ. 06.07.15, Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Telec Logistic Co. Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 266/2007 ημερ. 22.05.12, Stott v. West Yorkshire Road Car Co. [1971] 3 All E.R. 534). Το θέμα των εξόδων τριτοδιαδίκου ρυθμίζεται δικονομικά από τον Κανονισμό 10 της Διαταγής 9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος είναι πανομοιότυπος με τον αγγλικό O.16A, r.10. Για καλύτερη αντίληψη του ζητήματος καταγράφονται αυτούσιες οι πρόνοιες του εν λόγω κανονισμού: "The Court or Judge may decide all questions of costs as between a third party and other parties to the action, and may order any one or more of them to pay the costs of any other, or others, or give such directions as to costs as the justice of the case may require." Το θέμα αυτό αποτελεί αντικείμενο σχολιασμού στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1962 (Annual Practice 1962) όπου στη σελίδα 396 τονίζεται ότι επαφίεται στο Δικαστήριο να υποδείξει αν κάποιος διάδικος θα επωμιστεί τα έξοδα κάποιου άλλου διαδίκου ή όλων των υπολοίπων διαδίκων. Μάλιστα σημειώνεται ότι στις επιλογές περιλαμβάνεται η πιθανότητα και συνάμα δυνατότητα ο ενάγοντας να κληθεί να καταβάλει τα έξοδα του τριτοδιάδικου (Witham v. Vane
(1884)32 W.R. 617, Klawansky v. Premier Petroleum Co.
(1911)104 L.T. 567). Συνδυασμένη ερμηνεία των διατάξεων του προαναφερόμενου κανονισμού και μελέτης του πιο πάνω αγγλικού συγγράμματος, καθιστά σαφές ότι παρόλο που η διαδικασία τριτοδιάδικου είναι ξεχωριστή από τη διαδικασία αγωγής, εντούτοις στο θέμα επιδίκασης εξόδων ακολουθείται μία ελεύθερη και ταυτόχρονα ευέλικτη προσέγγιση. Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίσει ποιος θα επωμιστεί ποιου τα έξοδα. Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση η προώθηση της αγωγής υπ' αριθμό 3020/12 χωρίς την προσκόμιση σχετικής και συνάμα αξιόπιστης τεχνικής (επιστημονικής) μαρτυρίας που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τέτοιου είδους και φύσεως υπόθεσης καθώς επίσης η επιλογή της Ενάγουσας να μην καταστήσει την εταιρεία Νέμεσις συνεναγόμενο στην αγωγή υπ' αριθμό 3020/12 αλλά να καταχωρήσει νέα αγωγή (974/15) εναντίον της Νέμεσις μετά που αυτή κλήθηκε ως Τριτοδιάδικος από το ΣΑΠΑ, είναι δεδομένα που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου και συνηγορούν ότι είναι ορθό, λογικό και δίκαιο η Ενάγουσα να καταδικαστεί στα έξοδα της διαδικασίας τριτοδιαδίκου. Κατά συνέπεια, τα έξοδα διαδικασίας τριτοδιαδίκου στην αγωγή 3020/12 από την έναρξη της μέχρι το στάδιο συνένωσης των αγωγών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εταιρείας Νέμεσις (τριτοδιάδικου) και εναντίον της Ενάγουσας. (Υπ.) ..................................... Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Tort of negligence/Tresspass in immovable property/Damage to a dwelling due to construction works/ Final Judgment Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αμέλεια/Παράνομη επέμβαση σε ακίνητο/Ζημιές σε κατοικία λόγω Κατασκευαστικών εργασιών/Τελική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο