← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ ν. Ελευθερία Αγαμέμνωνος Νικολάου κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 146/02, 28/2/2017

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ ν. Ελευθερία Αγαμέμνωνος Νικολάου κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 146/02, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A68 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΩΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 146/02 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ Αιτητών και

  1. Ελευθερία Αγαμέμνωνος Νικολάου
  2. Βάσου Ανδρέου
  3. Κωνσταντίνου Χρ. Μαλέκκου Καθ' ων η Αίτηση --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση Ημερομηνίας 27/09/2016 για ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 04/03/2015 με το οποίο δόθηκε άδεια για εκτέλεση της απόφασης ή διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/11/
  4. Ημερομηνία: 28/02/
  5. Εμφανίσεις: Για τον Καθ' ού η Αίτηση αρ. 3 - Αιτητή: κα Τσαντικίδου για κ.κ. Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ. Για τους Αιτητές - Καθ' ών η Αίτηση: κ. Ν. Φακοντής για κ.κ. Ιωάννης Παπαζαχαρίας Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Καθ' ού η αίτηση αρ. 3 - αιτητής, με την υπό κρίση αίτηση, αιτείται τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το διάταγμα ημερομηνίας 04.03.2015 που εκδόθηκε στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 26.02.2015 με το οποίο (α) επιτρέπεται εις το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ να εκτελέσει το διάταγμα και/ή απόφαση του Ε.Δ. Πάφου ημερ. 27/11/2002, (β) δίδεται άδεια για εκτέλεση του διατάγματος και/ή απόφασης του Ε.Δ. Πάφου ημερ. 27/11/2002 και (γ) επιτρέπεται η συνέχιση της διαδικασίας. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται και/ή να αναστέλλεται κάθε διαδικασία και/ή περαιτέρω διαδικασία στην παρούσα αγωγή μέχρι νεοτέρας απόφασης και/ή διατάγματος και/ή οδηγίες από το Δικαστήριο. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία θεωρεί το Δικαστήριο δίκαιη και λογική να χορηγήσει. Δ. Τα έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.40,Θ.8, Δ.48, Θ.13 και Δ.48, Θ.8

(1), Θ.8(κκ), Θ.8
(4), Θ.9, Δ.57 και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στις αρχές του δικαίου της επιείκιας, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες, γενική πρακτική, νομολογία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται επίσης, από την ένορκη ομολογία του κ. Κωνσταντίνου Χρ. Μαλέκκου, καθ' ού η αίτηση αρ. 3 αιτητή. Σε αυτή αναφέρει ότι οι Αιτητές - Καθ' ών η Αίτηση έπειτα από μονομερή αίτηση τους ημερομηνίας 26/02/2015 έλαβαν διάταγμα ημερομηνίας 04/03/2015 με το οποίο επιτρέπεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ να εκτελέσει το διάταγμα και/ή απόφαση του Ε.Δ. Πάφου ημερομηνίας 27/11/2002, δίδεται άδεια για εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης και/ή διατάγματος και επιτρέπεται η συνέχιση της διαδικασίας. Στη συνέχεια αναφέρεται στο διάταγμα ημερομηνίας 27/11/02 που αφορά την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του στις 20/03/2001 και ισχυρίζεται ότι αυτό έγινε χωρίς την εξουσιοδότηση και γνώση του. Αναφέρει επίσης ότι οι καθ' ών η αίτηση απέφυγαν να ενημερώσουν το Δικαστήριο ότι το επίδικο δάνειο δόθηκε σε 2 πρωτοφειλέτες και 4 εγγυητές ενώ η παρούσα αγωγή φέρει μόνο 3 εναγομένους. Οι καθ' ών η αίτηση αδικαιολόγητα δεν προχώρησαν στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης εναντίον όλων των πρωτοφειλέτων και εγγυητών με αποτέλεσμα να επηρεάζει άμεσα τα δικαιώματα του ως εγγυητή γι αυτό η σύμβαση εγγύησης του έχει ακυρωθεί και/ή πρέπει να ακυρωθεί. Πέραν των πιο πάνω, αμφισβητεί το οφειλόμενο υπόλοιπο το οποίο αναφερόταν στην ένορκη ομολογία που συνόδευε την αίτηση ημερομηνίας 26/02/2015 και ισχυρίζεται ότι με βάση των Περί Τόκων Νόμο του 1977 που ίσχυε κατά την συνομολόγηση του επίδικου δανείου, το οφειλόμενο ποσό δεν μπορεί να ξεπεράσει το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου και επομένως το οφειλόμενο υπόλοιπο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ξεπερνά το ποσό των €46,654.
  1. Επίσης, ισχυρίζεται ότι οι καθ' ών η αίτηση απέφυγαν να ενημερώσουν το Δικαστήριο ότι η εναγόμενη αρ. 1 είναι πτωχεύσασα και ως εκ τούτου έπρεπε να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες και ταυτόχρονα να τροποποιήσουν τα μέρη της απόφασης για να μπορεί να επιτραπεί η συνέχιση της διαδικασίας από τους καθ' ών η αίτηση. Πιο κάτω στην ένορκη του ομολογία αναφέρεται στα μέτρα εκτέλεσης που ισχυρίστηκαν οι καθ' ών η αίτηση στην αίτηση τους για έκδοση του υπό κρίση διατάγματος για να πει ότι οι καθ' ών η αίτηση αμέλησαν ή απέφυγαν να ενημερώσουν το Δικαστήριο πότε προέβησαν στην αίτηση τους για εκποίηση της Υποθήκης Υ303/98 αλλά και τί συνέβη με την διαδικασία, μετά από πάροδο χρονικού διαστήματος πέραν των 11 ετών. Επίσης, ισχυρίζεται ότι οι αναφορές ότι η αίτηση για έκδοση διαταγμάτων μηνιαίων δόσεων αποσύρθηκε λόγω υποσχέσεων ότι θα προέβαιναν σε πληρωμές είναι ψευδής και ουδέποτε ειδοποιήθηκε και περισσότερο υποσχέθηκε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό σχετικά με την επίδικη απόφαση. Ούτε οι καθ' ών η αίτηση έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης της απόφασης για περίοδο πέραν των 11 ετών. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η ανανέωση της απόφασης ημερομηνίας 27/11/2002 ερήμην του στέρησε το δικαίωμα να εμφανιστεί και να προβάλει τη θέση του και ότι αυτή έπρεπε να γίνει δια κλήσεως. Επίσης, αναφέρει ότι το Δικαστήριο αγνόησε ότι οι ενάγοντες δεν έδειξαν κανένα λόγο ότι δεν είναι πρακτικά δυνατό να επιδοθεί η αίτηση σε αυτόν και στους άλλους εναγομένους και λανθασμένα άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια. Είναι η θέση του βασικά, για τους λόγους που αναφέρει, ότι η αίτηση εκείνη έπρεπε να του επιδοθεί. Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζεται δεν δικαιολόγησαν την αδράνεια και καθυστέρηση που επέδειξαν για τόσα χρόνια στη λήψη μέτρων για την εκτέλεση της απόφασης και/ή γιατί δεν έλαβαν επαρκή μέτρα. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι σε βάρος των εναγομένων 1 και 2 έχουν εκδοθεί διατάγματα παραλαβής και δεν ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι και/ή ο τίτλος της αίτησης είναι εσφαλμένος και οι καθ' ών η αίτηση παρέλειψαν να προβούν σε τροποποίηση του τίτλου. Οι Αιτητές - καθ' ων η αίτηση με την ένσταση την οποία καταχώρησαν στις 10/01/2017 προβάλλουν 11 λόγους ένστασης ως εμφαίνονται σε αυτήν, για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση τους αυτή συνοδεύεται από σχετική ένορκη δήλωση. Θα αναφερθώ στους λόγους ένστασης κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης και εκεί που κρίνεται σκόπιμο. Η ένσταση βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39, Δ.40 Θ. 8, Δ.48 Θ. 1,2,3,4,7,8, Δ.57, Δ.64, Θ.1&2, στη διακριτική εξουσία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, επί των αρχών της νομολογίας, της επιείκιας και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες αμφότερες οι πλευρές κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω διεξέλθει, με πολλή προσοχή των εν λόγω αγορεύσεων, τις λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου και δεν κρίνω αναγκαίο να αναφερθώ σε αυτές στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται ουσιαστικά η ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 04/03/2015, το περιεχόμενο του οποίου αναφέρθηκε ανωτέρω, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 26/02/
  2. Ως λόγοι που δικαιολογούν την ακύρωση του, όπως αναφύονται από την αίτηση, είναι η μη επίδοση της αίτησης στον καθ' ού η αίτηση αρ. 3 - αιτητή με βάση την οποία δόθηκε η εν λόγω άδεια εκτέλεσης καθώς επίσης και στο ότι οι Αιτητές δεν ανάφεραν ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 είναι πτωχεύσαντες, ότι δεν τροποποιήθηκε ο τίτλος, το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι λανθασμένο, ότι δεν προχώρησαν στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης εναντίον όλων των πρωτοφειλετών και εγγυητών και ότι δεν επεξηγούν ή λανθασμένα και ψευδώς επεξηγούν τα μέτρα εκτέλεσης που έλαβαν μέχρι σήμερα και ότι αδράνησαν να εκτελέσουν την απόφαση. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας των πιο πάνω, θεωρώ ορθό και σκόπιμο να εξετάσω το 7ον λόγο ένστασης με τον οποίο οι Αιτητές - Καθ' ών η Αίτηση προβάλλουν ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση των Διαδικαστικών Θεσμών με μοναδικό σκοπό την αποφυγή και καθυστέρηση της εξόφλησης του υπολοίπου του εξ' αποφάσεως χρέους του αιτητή. Επίσης, προβάλλεται και η θέση από πλευράς Καθ' ων η Αίτηση ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει λόγω δεδικασμένου. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αλλά και από το φάκελο της διαδικασίας, στις 20/03/2001 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον, μεταξύ άλλων, του καθ' ού η αίτηση αρ. 3 - αιτητή η οποία ενεγράφηκε στα βιβλία του Δικαστηρίου και δόθηκε άδεια να εκτελεστεί ως απόφαση Δικαστηρίου στις 27/11/
  3. Ακολούθησε αίτηση έρευνας εναντίον όλων των καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 18/02/
  4. Η αίτηση αυτή δεν είχε αποτέλεσμα και αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 25/09/2003 σε σχέση με τους καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και
  5. Στις 26/02/2015 καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου Ειδοποίηση συγχώνευσης των Αιτητών με το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου και αλλαγή ονόματος του τελευταίου αυτού ιδρύματος σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Ακολούθησε η αίτηση ημερομηνίας 26/02/2015 στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 04/03/
  6. Η αίτηση εκείνη συνοδευόταν από ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρονταν τα διαβήματα που οι Αιτητές έλαβαν για την εκτέλεση της απόφασης, τους λόγους της καθυστέρησης στην εκτέλεση της και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Μετά την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος ακολούθησε αίτηση έρευνας ημερομηνίας 20/04/2015 εναντίον του καθ' ού η αίτηση αρ. 3 - αιτητή, η οποία πέραν από την ένορκη δήλωση που την συνόδευε επισυναπτόταν σε αυτή η διαιτητική απόφαση ως τεκμήριο Α και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 04/03/2015 ως τεκμήριο Β. Μετά την επίδοση της αίτησης και όλων των πιο πάνω εγγράφων προς τον καθ' ού η αίτηση αρ. 3, αυτός καταχώρησε ένσταση στις 20/11/2015 με την οποία παραθέτει 9 λόγους για τους οποίους δεν πρέπει να εκδοθεί διάταγμα εναντίον του. Ενώ γίνονταν προσπάθειες για να υπάρξει κατάληξη των μερών στην αίτηση, τελικά αυτό δεν έγινε και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 23/03/
  7. Στο μεσοδιάστημα καταχωρήθηκε η αίτηση ημερομηνίας 16/02/2016 με την οποία ζητούνταν τα ίδια διατάγματα ως αυτά που ζητούνται με την παρούσα αίτηση, δηλαδή ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 04/03/2015 καθώς επίσης και αναστολή και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμό κάθε περαιτέρω διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση. Η αίτηση αυτή εκδικάστηκε και στις 13/05/2016 το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία την απέρριψε για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή. Κατόπιν τούτου, η αίτηση έρευνας προγραμματίστηκε εκ νέου για ακρόαση και τελικά ο Καθ' ού η Αίτηση αρ. 3- Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση στις 27/09/
  8. Όπως γίνεται αντιληπτό από τα πιο πάνω γεγονότα, με την παρούσα αίτηση ο Καθ' ού η Αίτηση 3 - Αιτητής ζητά ακριβώς τις ίδιες θεραπείες τις οποίες ζητούσε με την αίτηση του ημερομηνίας 16/02/2016 η οποία απορρίφθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία και σχετική απόφαση του Δικαστηρίου. Επίσης, προκύπτει ότι με την παρούσα αίτηση προβάλλει εκ νέου ως λόγους ακύρωσης του διατάγματος ημερομηνίας 04/03/2015 την μη επίδοση της αίτησης ημερομηνίας 26/02/2015 με βάση την οποία εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα και ότι δεν του δόθηκε το δικαίωμα να ακουστεί προτού του Δικαστήριο αποφασίσει για την παραχώρηση της άδειας για εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος λόγω παρέλευσης 10 ετών από την έκδοση του. Η μόνη διαφορά που παρουσιάζει η παρούσα αίτηση με την προηγούμενη αίτηση ημερομηνίας 16/02/2016 είναι ότι επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, επικαλείται ως λόγους ακύρωσης του συγκεκριμένου διατάγματος και λόγους ουσίας, ότι δηλαδή κακώς άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο και ότι υπάρχουν γεγονότα που δικαιολογούν την ακύρωση του εν λόγω διατάγματος. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα, τίθεται άμεσα το ζήτημα του δεδικασμένου και του κωλύματος στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Κατ' αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα αίτηση που σχετίζεται με την άδεια που δόθηκε από το Δικαστήριο για εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων και λόγω παρέλευσης 10 ετών είναι αυτοτελής και αυτόνομη διαδικασία και όχι ενδιάμεση διαδικασία (βλ.
  9. Ευάγγελος Χαραλάμπους κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 311/2012, Ημερ. 15/01/2012 και Αναφορικά με την Αίτηση της Κυριακής Χατζηκωνσταντά, Πολ. Έφεση Αρ. 167/2013, Ημερ. 25/02/20015). Ως εκ τούτου είμαι της άποψης ότι οι αρχές που αφορούν το ζήτημα του δεδικασμένου (res judicata) σε σχέση με ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ.
  10. Recnex Trading Limited κ.α. v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Έφεση Αρ. 71/11, Ημερ. 16/04/2014) δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση και ότι ισχύουν τα όσα αφορούν το ζήτημα του δεδικασμένου σε αγωγές. Η αρχή του δεδικασμένου ή κωλύματος λόγω αιτίας αγωγής (cause of action estoppel), έχει διευρυνθεί και καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπιν λογικής έρευνας στα δικόγραφα εκτός από εκείνες που θεμελίωσε ήδη την απαίτηση του. Και τούτο προς αποφυγή κατάχρησης του δικαιώματος προσφυγής στο Δικαστήριο (βλ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΠΤΥΧΕΣ, 2014, σελ. 922). Στην Μιχάλης Θεοδώρου v. Ανδρέα Γεωργίου Μάντη
(2010)1 Β Α.Α.Δ. 1036, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 1043: «Τυγχάνει όμως νομολογιακά αναγνωρισμένη η αρχή που διέπει τα του κωλύματος λόγω δεδικασμένου (res judicata) ή του λεγόμενου issue estoppel ότι το εμπόδιο στην έγερση νέας αγωγής εγείρεται όχι μόνο εκεί όπου ένα ή περισσότερα επίδικα θέματα είχαν εγερθεί στην ίδια μορφή κατά την προηγηθείσα αγωγή, αλλά καλύπτει επίσης και τις διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί τέτοια θέματα ως επίδικα, αλλά δεν ηγέρθηκαν. (Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309). Όπως συνοψίστηκε αυτή η αρχή στην υπόθεση K.S.R. Commercio (ανωτέρω), "Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου, η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε, ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίζει την υπόθεση ή υπεράσπιση του, δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο, ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι, η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα ..." Στην παρούσα περίπτωση εκείνο το οποίο συμβαίνει είναι ότι ο αιτητής μετά την απόρριψη της αίτησης του ημερομηνίας 16/02/2016 από το Δικαστήριο, αυτός να επανέρχεται με την παρούσα αίτηση και να ζητά πανομοιότυπα διατάγματα και θεραπείες επαναφέροντας τους ίδιους ακριβώς λόγους και συγκεκριμένα ότι δεν του επιδόθηκε η μονομερής αίτηση δυνάμει της οποία εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 04/03/2015 και δεν του δόθηκε το δικαίωμα να ακουστεί προτού εκδοθεί. Εκείνο στο οποίο διαφέρει η παρούσα αίτηση είναι ότι πέραν των πιο πάνω λόγων και γεγονότων που ήδη αποφασίστηκαν, προστίθενται και άλλα γεγονότα που κατά τη θέση του αιτητή δεν αποκαλύφθηκαν από τους Αιτητές στην μονομερή αίτηση και ακόμη ότι τα γεγονότα και στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε το αίτημα σε εκείνη την αίτηση δεν ήταν ικανοποιητικά για την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 04/03/
  1. Θεωρώ ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα γεγονότα και τα υπόλοιπα τα οποία αναφέρονται στην αίτηση και ένορκη ομολογία που την συνοδεύει δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν την κατάσταση. Και η κατάσταση αυτή είναι ότι αυτή η αίτηση είναι η δεύτερη στη σειρά με την οποία ζητούνται τα ίδια διατάγματα που ζητούνταν με την προηγούμενη αίτηση η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και στην αίτηση εκείνη έπρεπε ή ο αιτητής όφειλε να συμπεριλάβει όλους τους λόγους και γεγονότα που επεδίωκε τις θεραπείες και διατάγματα που ζητούσε. Δεν προκύπτει από την ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει το αίτημα του, τα γεγονότα αυτά να μην ήταν σε γνώση του ή να μην μπορούσε να τα γνωρίζει κατ' εκείνο το στάδιο και γενικά δεν έχει διαφανεί ότι τα νέα αυτά γεγονότα και ισχυρισμούς που παραθέτει περιήλθαν σε γνώση του μετά την προηγούμενη αίτηση και απόφαση του Δικαστηρίου. Τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση του συνηγόρου του αιτητή γι αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη καθότι αυτά δεν μπορεί να αποτελούν μαρτυρία. Τα γεγονότα αυτά έπρεπε να παρατεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου δια της ενόρκου δηλώσεως. Ανεξάρτητα τούτου, ακόμη και να δεχθώ τα όσα ο συνήγορος αναφέρει στην αγόρευση του για το λόγο που τα γεγονότα αυτά δεν περιλήφθηκαν στην πρώτη αίτηση (ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι η αίτηση ημερομηνίας 26/02/2015 τους δόθηκε από τους αντιδίκους μετά την έκδοση της απόφασης στην πρώτη αίτηση), αυτό δεν μπορεί να αποτελεί σοβαρό και αποδεχτό λόγο που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Ο αιτητής θα μπορούσε και είχε όλα τα δικονομικά μέσα και δικαιώματα (βλ. Δ.63, Θ. 9) να εφοδιαστεί με αντίγραφο της εν λόγω αίτησης και ένορκης δήλωσης που την συνόδευε, να λάβει γνώση των εν λόγω γεγονότων και να τα περιλάμβανε στην πρώτη του αίτηση. Δεν νοείται για τις ίδιες θεραπείες να καταχωρούνται δύο αιτήσεις και η δεύτερη να ακολουθεί αμέσως την πρώτη αφού εκείνη απέτυχε και με αυτή να επιχειρείται να στηριχθεί το αίτημα στα ίδια γεγονότα και ζητήματα που ήδη αποφασίστηκαν αλλά και σε άλλα γεγονότα, τα οποία όπως προκύπτει, θα μπορούσαν να περιληφθούν στην αρχική αίτηση. Δεν μπορεί ούτε είναι επιτρεπτό το Δικαστήριο να αποφασίζει το ίδιο αίτημα ή αιτήματα τμηματικά. Αν ο αιτητής επιθυμούσε θα μπορούσε να περιλάβει και τα νέα αυτά γεγονότα στην αρχική του αίτηση για να στηρίξει τα αιτήματα του και όχι να επανέρχεται για το ίδιο θέμα με νέα αίτηση. Υπό τις περιστάσεις, θεωρώ ότι αυτό αποτελεί κατάχρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο και υπάρχει δεδικασμένο και κώλυμα στην προώθηση της παρούσας αίτησης και αυτή θα πρέπει να απορριφθεί για το λόγο αυτό. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, για σκοπούς πληρότητας και στην περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξη μου ήθελε κριθεί λανθασμένη, θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα αίτηση και επί της ουσίας της. Τα όσα επικαλείται ο αιτητής περί μη επίδοσης της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 26/02/2015 δυνάμει της οποίας δόθηκε άδεια εκτέλεσης της απόφασης με ημερομηνία 04/03/2015 και ότι δεν υφίστατο λόγος για να μην του επιδοθεί και κατά αυτό τον τρόπο επηρεάστηκαν τα δικαιώματα του και το δικαίωμα του να ακουστεί, έχουν ήδη αποφασιστεί με την απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ημερομηνίας 13/05/2016 στην οποία παραπέμπω και δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Πέραν των πιο πάνω, όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, ο αιτητής στην παρούσα αίτηση προβάλλει και κάποια νέα γεγονότα επί των οποίων στηρίζει το αίτημα του για ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 04/03/
  2. Όπως έχει αναφερθεί και στην προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου για το ίδιο θέμα, σύμφωνα με τη Δ.48
(8)
(4)παρέχεται ευχέρεια σε οποιοδήποτε πρόσωπο επηρεάζεται από ένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς, να αποταθεί στο Δικαστήριο με αίτηση δια κλήσεως για να το παραμερίσει. Η δυνατότητα αυτή παρέχεται σε κάθε διάταγμα το οποίο εκδίδεται μονομερώς (βλ. Γιαννάκη Κτωρίδη v. Αlpha Bank Cyprus Ltd Πολ. Έφεση Αρ. 290/2010, Ημερομηνίας 19/06/2014). Να σημειωθεί όμως ότι στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο δεν δύναται να ενεργήσει ως εφετείο του εαυτού του και να κρίνει κατά πόσο ορθά εκδόθηκε ένα τέτοιο διάταγμα αλλά να εξετάσει κατά πόσο με την αίτηση υπάρχει ενώπιον του επαρκής μαρτυρία ή περιστάσεις που αντικειμενικώς δικαιολογούν ένα τέτοιο παραμερισμό ή ακύρωση (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. 1. Μαρκίδη κ.α.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1218) και Νικολαϊδου v. Αττίπα κ.α
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1620). Έχω διεξέλθει της ένορκης δήλωσης του αιτητή που συνοδεύει την αίτηση του και έχω λάβει υπόψη μου όλους τους ισχυρισμούς του και γεγονότα που επικαλείται με σκοπό την ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 04/03/
  1. Κρίνω ότι μέρος των ισχυρισμών αυτών είναι άσχετα με την παρούσα διαδικασία και με την παραχώρηση άδειας εκτέλεσης της απόφασης και/ή διατάγματος του Δικαστηρίου λόγω παρέλευσης 10 ετών ενώ τα υπόλοιπα δεν είναι τέτοια που θα μπορούσαν να ενεργοποιήσουν τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της ακύρωσης του διατάγματος ημερομηνίας 04/03/
  2. Προς υποστήριξη της πιο πάνω κρίσης μου, θα αναφερθώ στα γεγονότα τα οποία επικαλείται ο αιτητής στην ένορκη του δήλωση. Προβάλει τη θέση ότι η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε δεν ενεγράφηκε εναντίον όλων όσων υπέγραψαν τη συμφωνία δανείου και εγγυήσεως. Αυτά θεωρώ ότι είναι ζητήματα τα οποία δεν αφορούν στο κατά πόσο θα δοθεί άδεια εκτέλεσης μιας απόφασης η οποία έχει ήδη προ πολλού εκδοθεί χωρίς να ληφθεί οποιοδήποτε διάβημα για ακύρωση της. Αλλά και αυτά να έχουν σημασία φαίνεται ότι δεν ευσταθούν οι θέσεις αυτές ακριβώς όπως παρουσιάζονται. Όπως προκύπτει από το φάκελο και συγκεκριμένα από τη διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 20/03/2001 η διαδικασία της διαιτησίας έγινε εναντίον όλων των εμπλεκόμενων. Η ειδοποίηση διαιτησίας επιδόθηκε σε όλους εκτός σε ένα από τους εγγυητές και γι αυτούς που επιδόθηκε εκδόθηκε διαιτητική απόφαση. Ειδικότερα να αναφερθεί ότι ο αιτητής ήταν παρόντας στην διαδικασία και παραδέχτηκε το χρέος του. Περαιτέρω, όπως προκύπτει η διαιτητική απόφαση ενεγράφηκε εναντίον τριών προσώπων αντί εναντίον και των πέντε όπως εκδόθηκε καθότι σύμφωνα με τη σχετική αίτηση και ένορκη δήλωση που την συνόδευε ένας εκ των πρωτοφειλετών είχε πτωχεύσει. Για το άλλο πρόσωπο δεν φαίνεται να έχει δοθεί λόγος για την μη εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Αυτό όμως δεν είναι ζήτημα που θα μπορεί να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και μάλιστα να προβάλλεται η θέση ότι ένεκα του γεγονότος αυτού η σύμβαση εγγύησης του αιτητή έχει ακυρωθεί. Ποια σύμβαση εγγύησης του έχει ακυρωθεί; Αυτή στην οποία βασίστηκε ο διαιτητής και με τη σύμφωνη θέση του αιτητή εξέδωσε τη διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 20/03/2001 και η οποία διαιτητική απόφαση ενεγράφηκε στο Δικαστήριο στις 27/11/2002 και έκτοτε κανένα διάβημα δεν έγινε από τον αιτητή εναντίον της; Επίσης, προβάλλεται η θέση ότι το υπόλοιπο του δανείου είναι κατά πολύ μικρότερο του ποσού το οποίο αναφέρθηκε στην μονομερή αίτηση ημερομηνίας 26/02/2015 στη βάση της οποίας δόθηκε άδεια για εκτέλεση της απόφασης ή διατάγματος του Δικαστηρίου. Η θέση αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι ίσχυε για το δάνειο αυτό ο Περί Τόκου Νόμος του 1977 Ν.2/1977και με βάση αυτόν το οφειλόμενο υπόλοιπο δεν μπορεί να ξεπεράσει το διπλάσιο του κεφαλαίου. Με όλο το σεβασμό προς το συνήγορο του αιτητή ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν είναι δυνατό να προβάλλεται στα πλαίσια μιας τέτοιας διαδικασίας. Έχει ήδη αποφασιστεί το θέμα αυτό στα πλαίσια της διαιτησίας, εξεδόθηκε διαιτητική απόφαση για συγκεκριμένο ποσό πλέον τόκους όπως αναφέρεται σε αυτή και είναι προφανές ότι το ποσό αυτό δεν εξοφλήθηκε κάτι άλλωστε που προκύπτει τόσο από τους ισχυρισμούς των Αιτητών στην μονομερή αίτηση ημερομηνίας 26/02/2015 και στην παρούσα ένσταση όπου επισυνάπτεται σχετική κατάσταση λογαριασμού αλλά και από την ίδια την παρούσα αίτηση αφού δεν προβάλλεται θέση ότι αυτό εξοφλήθηκε. Πέραν τούτου, προκύπτει ότι το Δικαστήριο το οποίο εξέτασε την μονομερή αίτηση ικανοποιήθηκε για τις ενέργειες και πράξεις που οι Αιτητές προέβηκαν για την εκτέλεση της απόφασης με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του και δεν διέκρινε οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην χορηγήσει το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο αυτό δεν θα αναθεωρήσει την εν λόγω διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στη βάση των ίδιων γεγονότων που προβλήθηκαν προηγουμένως για την έγκριση της αίτησης ημερομηνίας 26/02/
  3. Η θέση που προβάλλεται ότι οι Αιτητές ψευδώς ανάφεραν σε εκείνη την αίτηση, ότι η αίτηση έρευνας που καταχωρήθηκε περί τον Οκτώβριο του 2003 εναντίον όλων των καθ' ών η αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης λόγω υποσχέσεων ότι θα προέβαιναν σε πληρωμές, δεν είναι επαρκή στοιχείο για να δικαιολογήσει τον παραμερισμό του εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 04/03/2015 ή να προκύψει από αυτό ότι λανθασμένα ασκήθηκε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Άλλωστε η αίτηση στρεφόταν εναντίον όλων των καθ' ών μεταξύ αυτών και του πρωτοφειλέτη και όχι μόνο εναντίον του παρόντος αιτητή. Το ότι μπορεί ο αιτητής να μην υποσχέθηκε να πληρώνει, δεν αναιρεί το γεγονός ότι λήφθηκαν μέτρα για εκτέλεση της απόφασης τα οποία αποσύρθηκαν δίνοντας προφανώς οι Αιτητές την ευχέρεια στους καθ' ών η αίτηση να αποπληρώσουν το χρέος τους χωρίς οποιοδήποτε διάταγμα εναντίον τους. Ούτε ο χρόνος των 12 ετών και 3 μηνών, όπως ισχυρίζεται ο αιτητής ότι καταχωρήθηκε η αίτηση ημερομηνίας 26/02/2015 είναι στοιχείο που δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 04/03/
  4. Δεν είναι στοιχείο που δεν ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν εξέταζε εκείνη την αίτηση και αποφάσισε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 04/03/2015, το γεγονός ότι στην αίτηση ημερομηνίας 26/02/2015 στην βάση της οποίας εκδόθηκε δεν γινόταν αναφορά ή ενημέρωση του Δικαστηρίου αναφορικά με το στάδιο το οποίο βρίσκεται η διαδικασία για αναγκαστική πώληση ΑΝΠ 64/2004 του ακινήτου το οποίο ήταν υποθηκευμένο για σκοπούς εξασφάλισης του δανείου. Είναι προφανές ότι έγινε μια τέτοια διαδικασία από το 2004 αφού δεν αμφισβητείται, γεγονός που αναφέρεται και στην αίτηση ημερομηνίας 26/02/2015 και η οποία διαδικασία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ένστασης, οι οποίοι δεν έτυχαν αμφισβήτησης, εκκρεμεί. Επομένως, δεν τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε νέο ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Πέραν των πιο πάνω, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι στο τίτλο της αίτησης βρίσκονται άτομα τα οποία είναι σε πτώχευση και δεν έχει ζητηθεί η τροποποίηση του τίτλου. Επί τούτου επισυνάπτεται στην παρούσα αίτηση αντίγραφο από το κατάλογο των πτωχευσάντων ως τεκμήριο
  5. Από αυτό φαίνεται να προκύπτει ότι εναντίον της καθ' ής η αίτηση αρ. 1 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής στις 20/10/2011 ενώ στις 27/11/2015 φαίνεται αυτή να αποκαταστάθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 27Α του Περί Πτώχευσης Νόμου. Η μη αναφορά του γεγονότος αυτού και ειδικότερα ότι η καθ' ής η αίτηση αρ.1 κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος ημερομηνίας 04/03/2015 ήταν σε πτώχευση δεν θεωρώ ότι μπορεί να επηρεάσει καθοιονδήποτε τρόπο την άδεια για εκτέλεση της απόφασης που δόθηκε εναντίον του καθ' ου η αίτηση αρ. 3 - αιτητή. Είναι γεγονός και στοιχείο που ενδεχομένως να μπορούσε να ληφθεί υπόψη σε σχέση με την άδεια για εκτέλεση της απόφασης που δόθηκε εναντίον της καθ' ής η αίτηση αρ. 1 και όχι εναντίον του αιτητή στην παρούσα αίτηση, αφού είναι προφανές ότι γι αυτόν δεν επήλθε οποιαδήποτε αλλαγή και ούτε υπάρχει ένας τέτοιος ισχυρισμός. Ούτε απαιτείται σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο η αλλαγή του τίτλου της Αίτησης και ούτε προνοείται μια τέτοια διαδικασία μετά την έκδοση απόφασης. Επίσης, δεν έχει επεξηγηθεί ούτε υποστηριχθεί με ποιο τρόπο το πιο πάνω γεγονός επηρεάζει τις υποχρεώσεις του αιτητή έναντι των καθ' ών η αίτηση και με ποιο τρόπο παραβιάζει τα δικαιώματα του. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχουν παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία και γεγονότα που αν τίθονταν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της αίτησης ημερομηνίας 26/02/2015 η διακριτική του ευχέρεια θα ασκείτο διαφορετικά ή καλύτερα δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε ή τέτοια στοιχεία που να δικαιολογούν την ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 04/03/
  6. Αντιθέτως, είναι φανερό ότι οφείλεται ένα πολύ μεγάλο ποσό στους Αιτητές, η διαιτητική απόφαση δεν έχει εξοφληθεί παρά τις ενέργειες των Αιτητών και συγκεκριμένα εκκρεμεί διαδικασία αναγκαστικής πώλησης του υποθηκευμένου ακινήτου την οποία αιτήθηκαν από το
  7. Τα όσα ο συνήγορος του αιτητή αναφέρει στην αγόρευση του για να υποστηρίξει την αίτηση και συγκεκριμένα την αναφορά του στις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να δοθεί άδεια εκτέλεσης της απόφασης και ότι με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την αίτηση ημερομηνίας 26/02/2015 αυτές οι προϋποθέσεις δεν πληρούνταν, αυτά δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το παρόν Δικαστήριο. Δεν είναι επιτρεπτό να επανεξετάσω προηγούμενη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου καθότι κατ' αυτό τον τρόπο το παρόν Δικαστήριο θα λειτουργήσει ως εφετείο του εαυτού του. Αυτό είχε γίνει στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ v.
  8. Μαρκίδη κ.α. (ανωτέρω), δηλαδή το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για να δοθεί άδεια για εκτέλεση της απόφασης με τα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε το σχετικό διάταγμα με αποτέλεσμα να το ακυρώσει. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανάτρεψε την πρωτόδικη κρίση λέγοντας ότι κατά αυτόν τον τρόπο το πρωτόδικο Δικαστήριο λειτούργησε ως εφετείο του εαυτού του, παρά τις αναφορές του ότι δεν ήταν επιτρεπτό κάτι τέτοιο να γίνει. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, η αίτηση ούτε και επί της ουσίας της θα μπορούσε να επιτύχει. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπερ των Αιτητών - Καθ' ών η Αίτηση και εναντίον του Καθ' ού η Αίτηση αρ. 3 - Αιτητή ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)................. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.