← Κύπρος

ΑΛΦΡΕΔΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ (ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ) ΛΤΔ ν. ΑΛΦΡΕΔΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1609/2016, 24/2/2017

ΑΛΦΡΕΔΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ (ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ) ΛΤΔ ν. ΑΛΦΡΕΔΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1609/2016, 24/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1609/2016 Μεταξύ: ΑΛΦΡΕΔΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ (ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ) ΛΤΔ, από την Πάφο Ενάγουσα και ΑΛΦΡΕΔΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, από την Πάφο Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 20.01.17 για παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 24.02.17 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κος Μ. Ηλία για κ.κ. Ηλία & Ηλία ΔΕΠΕ (η κα Α. Παπαντωνίου για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: κος Ν. Φακοντής για κ.κ. Ι. Παπαζαχαρία ΔΕΠΕ (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Διευθυντής Καθ' ης η αίτηση κος Ανδρέας Αλφρέδου, παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 11.11.16 μαζί με την καταχώρηση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος προωθήθηκε αυθημερόν μονομερής αίτηση από την Ενάγουσα (στο εξής η 'Αιτήτρια') με την οποία ζητούσε την έκδοση δύο προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων και ενός ενδιάμεσου προστακτικού διατάγματος εναντίον της Εναγόμενης (στο εξής η 'Καθ' ης η αίτηση) μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου. Στις 14.11.16 που η αίτηση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της με αποτέλεσμα να καταστεί δια κλήσεως. Στις 08.12.16 που η εν λόγω αίτηση ήταν ξανά ορισμένη η Καθ' ης η αίτηση εμφανίστηκε δια δικηγόρου και ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση, πράγμα που έπραξε στις 19.12.16. Στις 22.12.16 που η πιο πάνω αγωγή ήταν εκ νέου ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας ζήτησε χρόνο να μελετήσει την ένσταση της Καθ' ης η αίτησης καθώς και τα έγγραφα που τη συνοδεύουν προκειμένου να αποφασίσει εάν θα προωθούσε αίτηση με την οποίαν να ζητεί άδεια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η εν τέλει καταχώρηση τέτοιας αίτησης αποτελεί το αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα περίπτωση. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 4

(1)και
(2), στη σύμφυτη εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στη νομολογία και στην πρακτική. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Αιτήτρια δικαιολογεί την παροχή της αιτούμενης άδειας, περιέχονται σε ένορκη δήλωση του διευθυντή της, Σωτήρη Αλφρέδου, ημερομηνίας 20.01.17 στην οποία επισυνάπτεται δείγμα του περιεχομένου της πολυσέλιδης σκοπούμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αυτό που ουσιαστικά αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι ότι ζητείται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης: (α) επειδή η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση περιέχει σωρεία ισχυρισμούς και αναφορές που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί για να συμπεριληφθούν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 11.11.16, μερικοί από τους οποίους καλύπτουν την ουσία της αγωγής, (β) προκειμένου η Αιτήτρια να έχει την ευκαιρία να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την πραγματική διάσταση των θεμάτων και παράλληλα να αντικρούσει τους αβάσιμους και παραπλανητικούς ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτησης, (γ) για να δοθεί η ευκαιρία στην Αιτήτρια να παρουσιάσει ολοκληρωμένα την εκδοχή της και να μπορέσει το Δικαστήριο να κρίνει δίκαια και ορθά την αίτηση ημερομηνίας 11.11.16 έχοντας ενώπιον του σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Η Καθ' ης η αίτηση επέλεξε να μην καταχωρήσει ένσταση προκειμένου, όπως είπε, να μην προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 11.11.16. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας ήταν ο μόνος που προέβηκε σε αγόρευση. Αναπτύσσοντας τη νομική επιχειρηματολογία του ο κύριος Ηλία εξήγησε τις θέσεις και ισχυρισμούς του που κατά τη γνώμη του δικαιολογούν την επιτυχία της αίτησης, παραπέμποντας παράλληλα σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης διέπεται δικονομικά από την Διάταξη 48 Κανονισμό 4
(2)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί από τις 23.12.99. Συγκεκριμένα η Δ.48 Κ.4
(2)προνοεί ότι: "
(2)Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39." Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του εν λόγω κανονισμού, για την απόδειξη αμφισβητουμένων γεγονότων σε τέτοιας φύσεως αίτηση δεν απαιτείται η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας (Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1453). Ερμηνεία του πιο πάνω κανονισμού καθιστά σαφές ότι η παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και δίδεται όταν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος είτε μέσα από σχετική αίτηση που καταχωρείται είτε ακόμη κατόπιν προφορικού αιτήματος. Αυτό απαιτείται ακόμη και στην περίπτωση που ο αντίδικος δεν φέρει ένσταση στο αίτημα, όπως ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Η πιο πάνω θέση επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1Α Α.Α.Δ. 510. Το εάν μια εξήγηση που δίνεται θεωρείται 'καλός λόγος' εξαρτάται από τα περιστατικά που την περιβάλουν και τα γεγονότα που τη συνθέτουν. Συμπληρωματική ένορκος δήλωση που καταχωρείται χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου θεωρείται αυθαίρετη και δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο (βλέπε Χρυσάνθου κ.α v. Mariala Construction Limited
(1996)1Β Α.Α.Δ. 1129, Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1453 και Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1976). Η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν απαγορεύεται όταν πρόκειται για αντίκρουση ισχυρισμών που τέθηκαν για πρώτη φορά από τον καθ' ου η αίτηση και με αυτή επιχειρείται η παρουσίαση ολοκληρωμένης εικόνας των γεγονότων. Από την άλλη το Δικαστήριο δεν δίδει τέτοια άδεια όταν πρόκειται για επανάληψη αρχικών ισχυρισμών ή με το πρόσχημα της παρουσίασης ολοκληρωμένης εικόνας των στοιχείων επιχειρείται με συγκεκαλυμμένη μορφή η εισαγωγή γεγονότων με απώτερο στόχο την εύσχημη διόρθωση της παράλειψης του αιτητή να αποκαλύψει ευθύς εξ' αρχής όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Διαφωτιστικό επί του σημείου αυτού είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά. v. Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195: "Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων." Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό περίγραμμα στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση. Είχα την ευκαιρία να μελετήσω με προσοχή το δείγμα της σκοπούμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και η προσκόμιση της συνάδει με τη δικονομική πρακτική που υποδείχτηκε μέσα από τη νομολογία (Παπακόκκινου και άλλης v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1Α Α.Α.Δ. 643). Η περιγραφή κάθε μίας θέσης και τρόπος με τον οποίον η κάθε μία αυτή θέση διατυπώνεται στο εν λόγω δείγμα του εγγράφου σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της αρχικής ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 11.11.16 καθώς και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, καθορίζουν κατά πόσο δικαιολογείται η συμπερίληψη τους σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αποτελώντας ή όχι έτσι «καλό λόγο» για κάτι τέτοιο. Οι παράγραφοι 5, 7
(4)(α) και (β), 7
(5), 7
(6), 15, 19, 21 και 22 της σκοπούμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποτελούν τοποθετήσεις και διατύπωση διαφωνιών του ενόρκως δηλών (διευθυντή της Αιτήτριας) επί νομικών ζητημάτων, πράγμα εξάλλου που αναγνωρίζεται ευθέως από τον ενόρκως δηλών. Η ανάπτυξη νομικών επιχειρημάτων δεν αποτελεί 'καλό λόγο' και συνεπώς δεν επιτρέπεται η εισαγωγή των εν λόγω παραγράφων υπό τη μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Τέτοιες νομικές αναφορές μπορούν να τεθούν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας, εάν και εφόσον αυτός το επιθυμεί, στην νομική επιχειρηματολογία του κατά την εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 11.11.16. Οι παράγραφοι 6 και 7
(3)(α) της σκοπούμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης απλά επαναλαμβάνουν άρνηση σε θέσεις της Καθ' ης η αίτησης, πράγμα αχρείαστο για να αποτελέσουν μέρος συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αφού κάτι τέτοιο είναι αντιληπτό από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση ημερομηνίας 11.11.16 και ένσταση αντίστοιχα. Αυτό σαφώς εκπίπτει του σκοπού της παρούσας αίτησης. Σε ότι αφορά τις παραγράφους 7
(1)και 7
(3)(β) της σκοπούμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αυτές αναφέρονται σε ζητήματα που επί της ουσίας τους θα είναι επίδικα μέσα από την εκδίκαση της αγωγής και μόνο τότε το Δικαστήριο θα τα εξετάσει σε βάθος όταν θα έχει ενώπιον του προς αξιολόγηση όλη την προσαχθείσα μαρτυρία προκειμένου μέσα από αυτή να καταλήξει σε ευρήματα και συμπεράσματα. Ωστόσο στο στάδιο αυτό όπου το Δικαστήριο απλά θα εξετάσει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς και τα υπόλοιπα σχετικά κριτήρια, τέτοιου είδους αντικρουόμενα νομικά ζητήματα στο βάθος και στην έκταση που διατυπώνονται δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, οι θέσεις των μερών έχουν ήδη αποκρυσταλλωθεί στο ζήτημα αυτό και το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει για σκοπούς εξέτασης της αίτησης ημερομηνίας 11.11.16. Οι δε παράγραφοι 7
(3)(δ), 7
(7)(η), 10, 11, 12, 13, 17 και 18 της σκοπούμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης παραπέμπουν σε επανάληψη αρχικών ισχυρισμών, πράγμα που από το λεκτικό που χρησιμοποιείται αναγνωρίζει και ο ίδιος ο ενόρκως δηλών. Στις παραγράφους 7
(7)(α) και 7
(7)(ε) της σκοπούμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης παρουσιάζονται θέσεις της Αιτήτριας που είναι εκ διαμέτρου αντίθετες με αυτές που η Καθ' ης η αίτηση εκφράζει μέσα από την δική της ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις των μερών. Το Δικαστήριο δεν επιδικάζει αμφισβητούμενους ισχυρισμούς των μερών και ούτε αποφασίζει αν ισχυρισμοί οποιουδήποτε μέρους είναι αναληθείς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015, Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788). Το Δικαστήριο επίσης δεν ασχολείται με την αξιοπιστία των θέσεων των μερών και δεν σχολιάζει την πειστικότητα των ισχυρισμών τους. Επαναλαμβάνω ότι στην παρούσα φάση το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αν από τις καταγραμμένες εκδοχές των μερών, όπως αυτές διαμορφώνονται από το ενυπάρχον μαρτυρικό υλικό, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς και όλα τα άλλα σχετιζόμενα κριτήρια που εξετάζονται κατά τη λήψη απόφασης, δικαιολογείται η έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων που ζητούνται με την αίτηση ημερομηνίας 11.11.16 με ισχύ μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Κατά συνέπεια, η παρουσία των εν λόγω παραγράφων σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν δικαιολογείται. Αναφορικά με τις παραγράφους 7
(7)(β), 7
(7)(γ), 7
(7)(δ), 7
(7)(στ), 7
(7)(ζ), 7
(7)(θ), 8 και 16 της σκοπούμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι παραπέμπουν σε θέσεις των μερών που ήδη είναι καταγεγραμμένες και κατ' επέκταση καλύπτονται. Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει τεθεί υλικό μέσα από το οποίο έχουν διατυπωθεί με σαφήνεια οι θέσεις των μερών στα εν λόγω ζητήματα που οι πιο πάνω παράγραφοι πραγματεύονται για σκοπούς εξέτασης της αίτησης ημερομηνίας 11.11.16. Σε σχέση με την παράγραφο 9
(1)και
(2)της σκοπούμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει να υποδειχτεί ότι περιέχει ισχυρισμούς που είναι άσχετοι με το σκοπό και την ουσία της αίτησης ημερομηνίας 11.11.16 που είναι αυτή που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει. Όσον αφορά την παράγραφο 20 της σκοπούμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αυτή περιέχει γενική άρνηση σε θέσεις που περιέχονται στις παραγράφους 21 και 22 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση της Καθ' ης η αίτησης στην αίτηση ημερομηνίας 11.11.16. Το Δικαστήριο θα αποφασίσει επ' αυτών έχοντας μελετήσει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, όπως αυτό προκύπτει από τα έγγραφα και στοιχεία που συνοδεύουν τόσο την αίτηση ημερομηνίας 11.11.16 όσο και την ένσταση αυτής. Ως εκ τούτου, τέτοια γενική αναφορά είναι αχρείαστη και δεν δικαιολογεί συμπερίληψη της σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αντίθετα μέσα από την παράγραφο 7
(3)(γ) της σκοπούμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θεωρώ ότι διευκρινίζεται το ζήτημα της απόστασης των αναφερόμενων καταστημάτων που βρίσκονται στη λεωφόρο Μεσόγης αρ.113 και οδός Μπουμπουλίνας αρ.15 από το επίμαχο κατάστημα που βρίσκεται στη λεωφόρο Μεσόγης αρ.18. Επειδή μέσα από την αρχική ένορκη δήλωση η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η πραγματική απόσταση των πιο πάνω καταστημάτων παραβιάζει μεταξύ των διαδίκων επικαλούμενη συμφωνία στη βάση της οποίας ζητούνται τα αιτούμενα ενδιάμεσα διατάγματα χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά σε αποστάσεις και εφόσον η Καθ' ης η αίτηση δεν τοποθετείται μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της, θεωρώ ότι η θέση αυτή της Αιτήτριας ξεκαθαρίζει εάν επιτραπεί η συγκεκριμένη παράγραφος να συμπεριληφθεί σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Περαιτέρω η παράγραφος 14 περιλαμβανομένου των εν δυνάμει επισυνημμένων σ' αυτήν εγγράφων της σκοπούμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποτελεί αντίκρουση στον ισχυρισμό της Καθ' ης η αίτησης περί φερεγγυότητας της και παράλληλα καταγραφή της θέσης της Αιτήτριας, όπως αυτή διατυπώνεται στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. Το Δικαστήριο κρίνει πως αν επιτραπεί η συγκεκριμένη παράγραφος να συμπεριληφθεί σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα υπάρξει ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων επί του εν λόγω ζητήματος. Υπό το φως των προαναφερόμενων και αφού συνεκτίμησα όλους τους παράγοντες και δεδομένα που περιβάλουν την υπό κρίση αίτηση, παρατηρώ ότι υπάρχει 'καλός λόγος' μόνο για τις παραγράφους 7
(3)(γ) και 14 που να δικαιολογούν τη συμπερίληψη τους σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Κατά συνέπεια, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια μου δίδεται στην Αιτήτρια άδεια να καταχωρήσει εντός 10 ημερών από σήμερα συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία να περιέχονται οι παράγραφοι 7
(3)(γ) και 14 του δείγματος του επισυνημμένου εγγράφου μαζί με τα αναφερόμενα σ' αυτές τεκμήρια. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να επιδοθεί στο δικηγόρο της Καθ' ης η αίτησης. Ενόψει της μη εκδήλωσης πρόθεσης για καταχώρηση ένσταση στην υπό κρίση αίτηση από την Καθ' ης η αίτηση, ουδεμία διαταγή για έξοδα εκδίδεται. (Υπ.) ...................................... Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης/ Διάταξη 48 Κανονισμός 4
(2)/Ενδιάμεση Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.