← Κύπρος

ANWAR ALNASERLLAH ν. HAIDAR AJAMI SAVVA, Αρ. αγωγής: 1925/2015, 1/2/2017

ANWAR ALNASERLLAH ν. HAIDAR AJAMI SAVVA, Αρ. αγωγής: 1925/2015, 1/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A39 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1925/2015 Μεταξύ: ANWAR ALNASERLLAH, από τη Συρία και τώρα στην Πάφο Ενάγοντας και HAIDAR AJAMI SAVVA, από τη Συρία και τώρα στην Πάφο Εναγομένου ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση για Ασφάλεια Εξόδων ημερομηνίας 16/09/2016 Ημερ.: 01/02/

  1. Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή : κ. Σάββας Ζαννούπας. Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Ν. Νεοφύτου για κα Α. Νεοφύτου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο εναγόμενος - αιτητής με την υπό κρίση αίτηση, ζητά από το Δικαστήριο διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο ενάγοντας να δώσει ασφάλεια εξόδων για το ποσό των €5,154.21 εντός 30 ημερών από της εκδόσεως του διατάγματος. Περαιτέρω, αξιώνει διάταγμα του Δικαστηρίου όπως σε περίπτωση που δεν παράσχει την πιο πάνω ασφάλεια εξόδων εντός των χρονοδιαγραμμάτων που θα τεθούν, η αγωγή του να απορριφθεί. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του εναγομένου - αιτητή στην οποία βασικά αναφέρει ότι ο ενάγοντας κατάγεται από τη Συρία, διαμένει προσωρινά στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και εξ' όσον γνωρίζει και πιστεύει η παραμονή του είναι και παράνομη. Αναφέρει επίσης, ότι εξ' όσον πληροφορείται δεν εργάζεται αλλά ούτε και είναι κάτοχος οποιασδήποτε περιουσίας και σε περίπτωση που η αγωγή του απορριφθεί δεν θα μπορέσει να ανακτήσει τα έξοδα του. Περαιτέρω, αναφέρει ότι όπως τον πληροφορεί ο δικηγόρος του τα έξοδα στην παρούσα αγωγή έχουν ήδη ανέλθει στο ποσό των €820 και στη συνέχεια θα αυξηθούν περισσότερο και με βάση πρόχειρους υπολογισμούς το ποσό θα ανέλθει στα €5,154.
  2. Επισυνάπτει σχετικό προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων ως τεκμήριο
  3. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του και ειλικρινά πιστεύει, η αγωγή του ενάγοντα είναι πολύ αδύνατη με ανύπαρκτες πιθανότητες επιτυχίας και παραπέμπει στην Έκθεση Υπεράσπισης του ημερομηνίας 10/03/2016 για να υποστηρίξει ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση. Η πιο πάνω αίτηση του εναγομένου συνάντησε την ένσταση του ενάγοντα, η οποία καταχωρήθηκε γραπτώς στις 09/11/2016 και με την οποία προβάλλει 20 λόγους που η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, ως εμφαίνονται στο σώμα αυτής. Yποστηρίζεται επίσης από ένορκη ομολογία του ιδίου του ενάγοντα ο οποίος απορρίπτει τους ισχυρισμούς και γεγονότα όπως παρουσιάζονται με την ένορκη ομολογία του εναγομένου - αιτητή. Ισχυρίζεται ότι κατάγεται από την Συρία και διαμένει τα τελευταία 14 χρόνια στην Κύπρο όπου ήρθε για εργασία. Επισυνάπτει δέσμη αποδείξεων άδειας προσωρινής παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία ως τεκμήριο
  4. Κατά διαστήματα εργάζεται σε διάφορες εργασίες και σήμερα εργάζεται στην εταιρεία Μ. Ζeneddin Construction Limited με μισθό πέραν των €1,000 μηνιαίως και ως εκ τούτου είναι σε θέση σε περίπτωση καταδίκης του να αποπληρώσει τυχόν έξοδα που θα προκύψουν. Στις 27/08/2016 αναφέρει ότι απέκτησε μια θυγατέρα η οποία γεννήθηκε στην Επαρχία Πάφου όπου ζει και διαμένει μόνιμα με την οικογένεια του και επισυνάπτει ως τεκμήριο 3 αντίγραφο πιστοποιητικού γεννήσεως ημερομηνίας 01/09/
  5. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι το έτος 2007 και 2011 υπέβαλε αιτήσεις στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης για έκδοση πιστοποιητικού κυπριακής ιθαγένειας. Οι αιτήσεις του αυτές ακόμη δεν έχουν εξεταστεί όμως προκαταρκτικά τον έχουν διαβεβαιώσει ότι πληρεί όλες τις προϋποθέσεις για έκδοση του πιστοποιητικού Κυπριακής Ιθαγένειας. Επισυνάπτει σχετικές αποδείξεις, αναφέρει, ως τεκμήριο
  6. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρει ότι τα τελευταία 5 χρόνια επικρατεί πόλεμος στη Συρία και δεν μπορεί ούτε επιθυμεί να μεταβεί πίσω αφού πλέον έχει δημιουργήσει τη ζωή του και την οικογένεια του στην Κύπρο. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι ο αιτητής εκδικητικά και με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας καταχώρησε την παρούσα αίτηση αφού γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου, εργάζεται στην πιο πάνω εταιρεία και έχει δημιουργήσει την οικογένεια του στην Κύπρο. Η απαίτηση του είναι καλή και αληθής υπό τις περιστάσεις η επίθεση που δέχθηκε από τον εναγόμενο, έχει καταγραφεί στην Αστυνομία και υπάρχει επαρκής μαρτυρία προς τούτο. Ακολούθως, αναφέρει ότι θα πρέπει να εξαιρεθεί από την έκδοση του σχετικού διατάγματος καθότι λαμβάνει χαμηλό εισόδημα και τυχόν έκδοση του διατάγματος θα λειτουργήσει σε βάρος του. Επίσης, αναφέρει ότι εξ' όσων τον συμβουλεύει η δικηγόρος του δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Διαταγής 60, Θεσμοί

(1),
(5)και
(6)της Πολιτικής Δικονομίας και ότι ακόμη και αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ο Νόμος θέτει για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του. Τέλος, αναφέρει ότι τα έξοδα τα οποία ο καθ' ού η αίτηση αναφέρει είναι υπερβολικά και εκτός πραγματικότητας καθότι πρόκειται για αγωγή που εμπίπτει μέσα στα πλαίσια της ταχείας εκδίκασης. Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων έχουν καταχωρήσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι εν λόγω αγορεύσεις έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και δεν χρειάζεται στα πλαίσια της παρούσας απόφασης να γίνει λεπτομερής αναφορά σε αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η Διαταγή 60, Θεσμός 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε, έχει ως ακολούθως: « A plaintiff (and, in respect of a counter-claim which is not merely in the nature of a set-off, a defendant) ordinarily resident out of Cyprus ή Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης may, at any stage of the action, be ordered to give security for costs, though he may be temporarily resident in Cyprus ή σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Νοείται ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα εξαιρούνται οποιασδήποτε διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω Κανονισμού και συγκεκριμένα από τη λέξη «may» σε αυτό, η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην Alahmari v. Αlia the Royal Jordanian Airline
(1990)1 Α.Α.Δ. 434, σε σχέση με το ζήτημα των εξόδων στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού, αναφέρθηκαν τα εξής: «Πράγματι δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για τα έξοδα οποτεδήποτε ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, όπως υποδηλώνει ο όρος 'may' (δύναται) που απαντάται στο πλαίσιο της Δ.60, κ1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την αγγλική πρακτική, όπως συνοψίζεται στους Halsbury's Laws of England (4th ed., Vol. 37, pp. 384 - 385). Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, με τη διαπίστωση ότι ο ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατεξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας, και ιδίως ακίνητης (που δε μετακινείται εύκολα), στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσής του.» Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν και στην Elena Charalambous - Stejaru v. Aρέστη Χαραλάμπους Ιωάννου
(2002)1Β Α.Α.Δ 906 και Hampton Advisory Group S.A. v. 1. Bost Ad κ.α
(2011)1Β Α.Α.Δ.
  1. Περαιτέρω, στην Julie Bibbs v.
  2. P.P. Dolphin Boat Safari Ltd κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 111/2014, Ημερ. 15/01/2015 έχει αποφασιστεί ότι η Δ.60, Θ.1 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων μόνο εναντίον προσώπων, τα οποία δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Κύπρο ή σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην Tariq Rashid v. Άλκης Παπορη,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2710 λέχθηκε ότι στην περίπτωση που ο εφεσίβλητος - αιτητής αμφισβητεί το τόπο διαμονής του εφεσείοντα, ο ίδιος έχει το βάρος απόδειξης του τόπου διαμονής του εφεσείοντα, εκτός Κύπρου και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τη νομολογία είναι ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη του κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη όλες τις συνθήκες, καθώς επίσης και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια (βλ. Genemp Trading Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1314 και Λεωνίδα Κίμωνος ως Εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd v. Xρ. Ιωάννου & Υιοι (Υποδήματα) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A47, Πολ. Έφεση Αρ. 66/2013, Ημερομηνίας 30/01/2015). Θα πρέπει να εξετάζεται αρχικά κατά πόσο ο ενάγοντας έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός Κύπρου και Ευρωπαϊκής Ένωσης έτσι ώστε να ενεργοποιείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων, δυνάμει της Δ.60 και ακολούθως κατά πόσο στερείται οποιασδήποτε περιουσίας στην Κύπρο και ιδιαίτερα ακίνητης περιουσίας καθώς επίσης και η ισχύς της υπόθεσης του. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και ένα άλλο σημαντικό παράγοντα, που είναι το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και ακόμη και στην περίπτωση που ο ενάγοντας διαμένει στο εξωτερικό ή έστω προσωρινά στο έδαφος της Κύπρου, θα πρέπει να του διασφαλιστεί το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Και τούτο γίνεται αφού ληφθεί υπόψη η οικονομική του κατάσταση εν γένει και κατά πόσο έχει τους πόρους και τα μέσα να καταβάλει μια τέτοια ασφάλεια εξόδων (βλ. Vincent David Conway v. Νεόφυτου Ηλία
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1653). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, εκείνο το οποίο, αρχικά, θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο ενάγοντας έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός Κύπρου και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην περίπτωση που αυτό δεν προκύπτει από το κλητήριο ένταλμα, ο αιτητής έχει υποχρέωση να αποδείξει τη χώρα της συνήθους διαμονής του ενάγοντα (βλ. Halsbury's Laws of England, 4th edition, para. 305) και αυτή πρέπει να είναι εκτός Κύπρου και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στη κλητήριο ένταλμα εκείνο το οποίο αναγράφεται και προκύπτει είναι ότι ο ενάγοντας κατάγεται από τη Συρία και τώρα είναι στην Πάφο. Πέραν τούτου, δεν φαίνεται να προκύπτει ο τόπος της συνήθους διαμονής του και ως εκ τούτου, ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει αυτόν. Στην Κυριάκος Κυριάκου v. Μιχάλη Μιχαήλ
(2007)1Β Α.Α.Δ. 933, όπου εξεταζόταν αίτηση για ασφάλεια εξόδων και ζήτημα συνήθης διαμονής του καθ' ού η αίτηση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο αιτητής σε μια αίτηση όπως η παρούσα, φέρει το βάρος να αποδείξει ότι ο καθ' ού η αίτηση διαμένει σε χώρα εκτός της δικαιοδοσίας. Δεν αρκεί απλώς να δείξει ότι δεν έχει τη συνήθη του διαμονή στην Κύπρο ή, πλέον, σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλέπε The Annual Practice 1958, σελ. 1885).» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Επομένως, στην παρούσα περίπτωση ο αιτητής οφείλει να αποδείξει ότι η συνήθης διαμονή του καθ' ού η αίτηση είναι σε μια τέτοια χώρα. Εξετάζοντας τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου παρατηρώ ότι είναι κοινό έδαφος ότι καθ' ού η αίτηση κατάγεται από τη Συρία αλλά διαμένει στην Κύπρο. Πέραν τούτου, φαίνεται να υπάρχει διάσταση αναφορικά με το καθεστώς που διαμένει στην Κύπρο. Η πλευρά του αιτητή ισχυρίζεται ότι αυτός διαμένει προσωρινά και παράνομα στην Κύπρο. Παρά τις αναφορές στου αιτητή περί προσωρινής και παράνομης διαμονής στην Κύπρου, πουθενά δεν αναφέρεται ρητά σε ποια χώρα είναι η συνήθης διαμονή του, πέραν από την αναφορά ότι ο καθ' ού η αίτηση κατάγεται από τη Συρία. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι υπονοείται ότι η χώρα της συνήθης διαμονής του είναι η Συρία, δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν κάτι τέτοιο. Η δε πλευρά του ενάγοντα ισχυρίζεται ότι διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία 14 χρόνια δηλαδή από το 2002, έχει αποκτήσει οικογένεια και ότι έχει αποταθεί στις Αρχές για έκδοση πιστοποιητικού κυπριακής ιθαγένειας και ότι ουσιαστικά διαμένει μόνιμα στην Κύπρο. Επίσης, ισχυρίζεται ότι ήρθε στην Κύπρο για εργασία, πρόθεση του και σκοπός είναι να συνεχίσει να διαμένει στην Κύπρο και εκτός του ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει πίσω στη χώρα του, όπως αναφέρει, δεν μπορεί ούτε να το πράξει καθότι τα τελευταία 5 χρόνια υπάρχει πόλεμος. Για να πείσει για τα πιο πάνω επισυνάπτει ως τεκμήριο 1 δέσμη από άδειες προσωρινής παραμονής που είχε κατά διαστήματα οι οποίες αρχίζουν από το 2003 με την τελευταία να λήγει 14/07/
  1. Επίσης, επισυνάπτει δύο αποδείξεις που σύμφωνα με τη θέση του αιτήθηκε από τις αρμόδιες αρχές να του παραχωρηθεί η κυπριακή ιθαγένεια. Είναι η θέση του αιτητή, ότι τα πιο πάνω τεκμήρια δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη καθότι είναι φωτοαντίγραφα, κάποια από αυτά μη ευδιάκριτα και δεν έχει δοθεί λόγος γιατί δεν επισυνάπτονται να πρωτότυπα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 34 του Κεφ.
  2. Ακόμη όμως και να ληφθούν υπόψη, ισχυρίζεται ότι αυτά δεν καταδεικνύουν το μόνιμο της παραμονής του στην Κύπρο και περαιτέρω από τις 14/07/2013 και μετά δεν παρουσιάζεται οποιαδήποτε άδεια και ως εκ τούτου καταδεικνύεται ότι ο καθ' ού η αίτηση βρίσκεται παράνομα στην Κύπρο. Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να υπεισέλθω και να αποφασίσω κατά πόσο θα ήταν ορθό να αποδεκτώ τα πιο πάνω τεκμήρια και στην περίπτωση που το πράξω να τα αξιολογήσω και να εξάξω οποιαδήποτε συμπεράσματα από αυτά και μόνο. Και τούτο καθότι όλα τα πιο πάνω εκείνο το οποίο θα μπορούν να καταδείξουν είναι ένα στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να συνυπολογιστεί και να αποφασιστεί κατά πόσο ο καθ' ού η αίτηση διαμένει προσωρινά και παράνομα στην Κύπρο, που δεν είναι το ζητούμενο στην παρούσα διαδικασία. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η πλευρά του αιτητή, πέραν από τις πιο πάνω αναφορές και ισχυρισμούς της δεν παραθέτει οποιαδήποτε στοιχεία για να καταδείξει το παράνομο της παραμονής του ενάγοντα στην Κύπρο. Ούτε άλλωστε το Δικαστήριο, θεωρώ, θα μπορούσε στα πλαίσια μιας τέτοιας διαδικασίας να προβεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, αφού το παράνομο διαμονής στη Δημοκρατία συνιστά και ποινικό αδίκημα. Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι ο αιτητής με την αίτηση του κανένα ισχυρισμό δεν προβάλει σε σχέση με τη συνήθη διαμονή του καθ' ου η αίτηση. Η μόνη αναφορά του είναι ότι αυτός κατάγεται από τη Συρία, κάτι που δεν εξυπακούει και ότι εκεί έχει τη συνήθη διαμονή του. Από την άλλη ο ενάγοντας, προβάλλει τη θέση που αναφέρθηκε ανωτέρω για τα χρόνια διαμονής του στην Κύπρο, την οικογενειακή του κατάσταση, ότι εργάζεται κατά διαστήματα στην Κύπρο από το 2002 και ότι δεν μπορεί άλλα ούτε και έχει πρόθεση να επιστρέψει στη χώρα του καθότι δεν τον επιθυμεί αλλά και επειδή δεν μπορεί να το πράξει λόγω του ότι τα τελευταία 5 χρόνια επικρατεί πόλεμος. Οι πιο πάνω θέσεις του καθ' ού η αίτηση παρέμειναν αναντίλεκτες αφού δεν αντικρούστηκαν με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή δια μέσου αντεξέτασης (βλ. Σάββας Σαμουρίδης v. Νίκος Inzeyiannis, ECLI:CY:AD:2016:A347, Πολ. Έφεση Αρ. 326/2014, Ημερομηνιάς 11/07/2016). Ο αιτητής είχε το βάρος να αποδείξει τη συνήθη διαμονή του καθ' ου η αίτηση και αν αυτή βρίσκεται εκτός Κύπρου και Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να μπορούν να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες της Δ.
  3. Εδώ ο αιτητής πουθενά δεν προβάλει οποιαδήποτε θέση αναφορικά με τη συνήθη διαμονή του καθ' ού η αίτηση. Εκείνο το οποίο ισχυρίζεται είναι ότι διαμένει προσωρινά και παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, θέση που αντικρούεται με τα όσα ο καθ' ου η αίτηση παραθέτει με την ένσταση του και αναφέρθηκαν ανωτέρω. Είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι αυτός διαμένει ανελλιπώς στην Κύπρο από το 2002 μαζί με την οικογένεια του, έχει αποκτήσει στην Κύπρο στις 27/08/2016 ένα ανήλικο τέκνο, εργάζεται στην Κύπρο κατά διαστήματα και δεν έχει πρόθεση να επιστρέψει στη χώρα του ούτε μπορεί να το πράξει λόγω του πολέμου που επικρατεί. Στην Κόρακα v. Γεωργίου κ.α. (Αρ.2)
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1935 έγινε αναφορά στην έννοια της φράσης «συνήθης διαμονή». Λέχθηκε κατ' αρχή ότι θα πρέπει να «υπάρχει διαμονή ή φυσική παρουσία σε ορισμένο τόπο. Η δε αναβάθμιση της διαμονής σε συνήθη, με τη φυσική σημασία του όρου που δεν είναι τεχνητός, εξαρτάται από διάφορες άλλες περιστάσεις. H δε έννοια της συνήθους διαμονής αντιδιαστέλλεται προς την έκτακτη ή προσωρινή. Σημειώνουμε δε πως σε κάθε περίπτωση το εγχείρημα δεν εξαντλείται στην αναζήτηση οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου, το οποίο, αφ΄εαυτού, θα ήταν δυνατό να δώσει απάντηση. Αντίθετα, εκτείνεται και στον συνυπολογισμό ποιοτικών χαρακτηριστικών ή δεδομένων, και εν γένει, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε, στον τρόπο και τις συνήθειες της ζωής, που βεβαίως δεν είναι δυνατό να προκαθοριστούν κατά τρόπο εξαντλητικό. Είναι πραγματικά θέματα σε κάθε περίπτωση αλλά, πέραν από όσα σχετίζονται με την επαγγελματική απασχόληση, αφού αναφερόμαστε σε εκλογικό νόμο, σημειώνουμε και τη συμμετοχή σε πολιτιστικές και κοινωνικές εκδηλώσεις και όποια άλλη δραστηριότητα σε σχέση με τα κοινά. Επιπλέον, αναγνωρίζεται και η δυνατότητα τεκμαιρόμενης συνήθους διαμονής (constructive residence) στην περίπτωση προσωρινής απομάκρυνσης από ορισμένο τόπο για κάποιο σκοπό, με πρόθεση την επάνοδο». Παραπέμπω επίσης στην Σάββας Σαμουρίδης v. Νίκος Inzeyiannis, (ανωτέρω) όπου υιοθετήθηκε η Κόρακα v. Γεωργίου κ.α. (Αρ.2) (ανωτέρω) και στην οποία αναφέρθηκε ότι «Το όλο εγχείρημα διαπίστωσης της συνήθους διαμονής δεν εξαντλείται στην αναζήτηση οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου, το οποίο, αφεαυτού, θα ήταν δυνατό να δώσει απάντηση. Με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι ο αιτητής απέτυχε να καταδείξει ότι ο καθ' ού η αίτηση έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός Κύπρου και Ευρωπαϊκής Ένωσης έτσι ώστε να υπάρχει δικαιοδοσία για εξέταση ζητήματος παροχής ασφάλειας εξόδων δυνάμει της Δ.
  1. Επομένως, κρίνω ότι υπό αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή η Δ.60, Θ.1 στην παρούσα περίπτωση και η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα - καθ' ού η αίτηση και εναντίον του εναγομένου - αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Πρωτοκολλητής (Υπ.).............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντιγραφο και εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αίτησης. Προκύπτει από την αίτηση αλλά και από την ένσταση ότι ο ενάγοντας δεν κατέχει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία στην Κύπρο. Φαίνεται να είναι παντρεμένος με ένα ανήλικο τέκνο και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εργάζεται περιστασιακά και στο παρόν στάδιο έχει εισοδήματα της τάξης των €1,
  2. Αυτά καταδεικνύουν ότι ο ενάγοντας στερείται περιουσίας η οποία να μπορεί να εξασφαλίσει την πληρωμή των εξόδων του εναγομένου στην περίπτωση αποτυχίας της αγωγής του. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα. Ο ενάγοντας, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης του εδράζει το αγώγιμο του δικαίωμα στο αστικό αδίκημα της επίθεσης και αξιώνει εναντίον του εναγομένου αποζημιώσεις. Ισχυρίζεται ότι δέχθηκε επίθεση από τον εναγόμενο κατά ή περί τις 14/10/2015 και ο εναγόμενος καταγγέλθηκε στην Αστυνομία. Ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα περί επίθεσης στην Έκθεση Υπεράσπισης του και παραθέτει την εκδοχή του. Πληροφορήθηκε αναφέρει ότι ο ενάγοντας προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του στην Αστυνομίας περί τις 21 - 22 Οκτωβρίου του 2015 χωρίς όμως να γνωρίζει το περιεχόμενο της. Ο εναγόμενος στην αίτηση του και ένορκη ομολογία που την συνοδεύει αναφέρει ότι ο ενάγοντας δεν έχει καλή υπόθεση ενώ ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση παραπέμποντας στην Έκθεση Υπεράσπισης του και ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι δεν έχει καμία σχέση με την παρούσα υπόθεση και ότι σκοπός του ενάγοντα είναι να αποκομίσει όφελος. Από την άλλη ο ενάγοντας με την ένορκη του δήλωση, το μόνο το οποίο αναφέρει σε σχέση με το ζήτημα αυτό είναι ότι η απαίτηση του είναι καλή και αληθής, η επίθεση που δέχθηκε από τον εναγόμενο είναι αληθής, έχει καταγραφεί στην Αστυνομία και υπάρχει επαρκής μαρτυρία προς τούτο. Να σημειωθεί επίσης ότι με την Έκθεση Απαίτησης αξιώνονται από τον ενάγοντα και γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που κατ' ισχυρισμό υπέστη από την επίθεση. Από όλα τα πιο πάνω, προκύπτει ότι δεν παρουσιάζεται κανένα στοιχείο από τον ενάγοντα από το οποίο να μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι αυτός έχει καλή υπόθεση για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Αναφέρει ότι το παράπονο του έχει καταγραφεί στην Αστυνομία χωρίς όμως να διευκρινίζει κατά πόσο τελικά έγινε οποιαδήποτε ποινική υπόθεση εναντίον του εναγομένου και ούτε να επεξηγεί τί εννοεί λέγοντας ότι το παράπονο του έχει καταγραφεί από την Αστυνομία. Ούτε παραθέτει οποιαδήποτε άλλα στοιχεία της μαρτυρίας, που όπως ισχυρίζεται υπάρχει και είναι επαρκής και ούτε αναφέρει ποια είναι αυτή η μαρτυρία. Περαιτέρω, δεν παρουσιάζονται οποιαδήποτε ιατρικά πιστοποιητικά για τους κατ' ισχυρισμό τραυματισμούς του. Από τα πιο πάνω, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι δεν έχει καταδειχθεί, υπό τις περιστάσεις, ότι ο ενάγοντας έχει καλή υπόθεση και πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής τους. Δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία υπέρ αυτής της κατάληξης, γεγονός που πρέπει να συνυπολογίζεται μαζί με όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της υπόθεσης. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι έχουμε ένα ενάγοντα ο οποίος κατάγεται από τη Συρία και μέχρι του 2013 διέμενε στην Κύπρο με προσωρινές άδειες παραμονής και κατά το πλείστον για σκοπούς εργασίας. Έκτοτε φαίνεται να συνεχίζει να διαμένει στην Κύπρο μαζί με τη γυναίκα του και στις 27/08/2013 έχει αποκτήσει και ένα ανήλικο τέκνο, χωρίς να προκύπτει το καθεστώς με το οποίο διαμένει και κατά πόσο αυτός εξακολουθεί να διαμένει νόμιμα ή όχι. Επίσης, προκύπτει να μην έχει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία στην Κύπρο, να εργάζεται κατά διαστήματα και σήμερα να έχει εισοδήματα €1,000 από την εργασία του χωρίς όμως να καταδεικνύεται το νόμιμο της εργασίας αυτής. Περαιτέρω, δεν έχει καταδειχθεί κατά πόσο έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής του. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατά πόσο θα διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων από τον ενάγοντα. Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων και στοιχείων που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η προσοχή θα πρέπει να στραφεί και σε ένα άλλο σημαντικό παράγοντα, που είναι το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και ακόμη και στην περίπτωση που ο ενάγοντας διαμένει στο εξωτερικό ή έστω προσωρινά στο έδαφος της Κύπρου, θα πρέπει να του διασφαλιστεί το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Και τούτο γίνεται αφού ληφθεί υπόψη η οικονομική του κατάσταση εν γένει και κατά πόσο έχει τους πόρους και τα μέσα να καταβάλει μια τέτοια ασφάλεια εξόδων. Το κάτωθι απόσπασμα από την Vincent David Conway v. Νεόφυτου Ηλία
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1653 καταδεικνύει τον τρόπο εφαρμογής της Δ.60, Θ.1: «Η απόφαση στην Continental Ins. Co of Hampshire v. O'Regan
(1998)1 Α.Α.Δ. 1087, διαγράφει το πλαίσιο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου κάτω από τη Δ.60, θ.1, υπό το πρίσμα των συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πρόσβασης του ατόμου στη Δικαιοσύνη. Ως υπέδειξε το Δικαστήριο στην Continental Ins. Co of Hampshire v. O'Regan, η ασφάλεια για τα έξοδα παρέχεται υπό το πρίσμα των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, οι οποίες κατοχυρώνουν την πρόσβαση του ατόμου στο δικαστήριο ως θεμελιώδες δικαίωμά του. Συναρτάται, τοιουτοτρόπως, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με τη δυνατότητα του ενάγοντος ή του εφεσείοντος, ως η περίπτωση, ανάλογα με την οικονομική του ευχέρεια, να παράσχει την εξαιτούμενη ασφάλεια. Εφόσον δε διαθέτει τα μέσα, το αίτημα απορρίπτεται. Ο λόγος της απόφασης αυτής συμπυκνώνεται στην πρόταση ότι δε χωρεί διαταγή για την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, όπου η έκδοσή της απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο του ενάγοντος ή του εφεσείοντος. Πρέπει να επισημάνουμε ότι η Δ.60 αποτελούσε μέρος των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι τύγχαναν εφαρμογής κατά το χρόνο ανακήρυξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Διατηρήθηκε, όπως και οι θεσμοί, γενικά, σε ισχύ, υπό την αίρεση των διατάξεων του Άρθρου 188.1 του Συντάγματος, που επιβάλλουν την προσαρμογή των προνοιών τους προς το Σύνταγμα, περιλαμβανομένου του Άρθρου 30 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα της πρόσβασης στη Δικαιοσύνη. Ως διαπιστώθηκε στην United Bible Societies v. Χ"Κακού
(1990)1 Α.Α.Δ. 395, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι υφίσταντο κατά την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, υπόκεινται, κατά την εφαρμογή τους, σε εναρμονισμό προς το Σύνταγμα. Η ίδια αρχή επαναλαμβάνεται και στην Τουβλ. Γίγας Λτδ. ν. Ουστά (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109. Όπως προκύπτει από την απόφαση της Ολομέλειας στη Γιωργαλλά ν. Χ" Χριστοδούλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2060, όροι περιοριστικοί του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο, ή, ακριβέστερα ρυθμιστικοί της άσκησής του, μπορεί να τεθούν, νοουμένου ότι δεν πλήττουν τον πυρήνα του δικαιώματος, ο οποίος εντοπίζεται στη λελογισμένα ανεμπόδιστη πρόσβαση στο δικαστήριο. Ο πυρήνας του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο πλήττεται και το δικαίωμα παραβιάζεται, εφόσον ο προσφεύγων στο δικαστήριο δε διαθέτει τα μέσα για εξασφάλιση των εξόδων του αντιδίκου. Το γεγονός ότι ο προσφεύγων κατοικεί εκτός της επικράτειας, θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιβολή υποχρέωσης για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα του εναγόμενου ή του εφεσίβλητου, ως η περίπτωση, εφόσον καταδεικνύεται ότι αυτός διαθέτει τα μέσα για το σκοπό αυτό. Πέραν των πιο πάνω, στην Λεωνίδα Κίμωνος ως Εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd v. Xρ. Ιωάννου & Υιοι (Υποδήματα) Λτδ (ανωτέρω) όπου εξεταζόταν ζήτημα παροχής ασφάλειας εξόδων από εταιρεία λέχθηκε ότι «κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να εξισορροπούνται τρεις παράγοντες. Ο πρώτος, η οικονομική αδυναμία της εταιρείας, ο δεύτερος, η εύλογη ανησυχία του αντιδίκου της ότι στην περίπτωση που επιτύχει στην υπεράσπιση του δεν θα επανακτήσει τα έξοδα του και, ο τρίτος, το δικαίωμα πρόσβασης κάθε φυσικού και νομικού προσώπου στο Δικαστήριο. Και αυτό πάντοτε στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για διακριτική ευχέρεια.» Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι η παρούσα δεν είναι περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπερ της αίτησης. Σε αντίθετη περίπτωση θεωρώ ότι μια τέτοια διαταγή θα απόληγε σε στέρηση του δικαιώματος του ενάγοντα πρόσβασης στο Δικαστήριο και όχι απλώς θα ρύθμιζε αυτό. Εκείνο το οποίο αναφύεται είναι ότι πρόκειται για άνθρωπο ο οποίος δεν θα έχει τα μέσα να ανταποκριθεί σε μια τέτοια διαταγή. Δεν έχει καταδειχθεί ότι αυτός έχει τους οικονομικούς πόρους να καταθέσει οποιοδήποτε ποσό τυχόν διαταχθεί ως ασφάλεια εξόδων ούτε προκύπτει κάτι τέτοιο από τα ενώπιον μου στοιχεία. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι στη Συρία από όπου κατάγεται τα τελευταία 5 χρόνια επικρατεί πόλεμος ενώ φαίνεται ότι ο ενάγοντας από το 2002 και μέχρι το 2013 διέμενε στην Κύπρο με το καθεστώς του εργάτη ή για σκοπούς εργασίας. Εξακολουθεί να διαμένει στην Κύπρο, όπου έχει δημιουργήσει οικογένεια και είτε δεν εργάζεται σύμφωνα με τον αιτητή άρα δεν έχει οικονομικούς πόρους είτε εργάζεται σύμφωνα με τον καθ' ού περιστασιακά και σήμερα με μηνιαίο εισόδημα ύψους €1,000, ποσό που δεν είναι τέτοιο που να του δίνει την ευκαιρία να συμμορφωθεί με σχετική διαταγή του Δικαστηρίου για παροχή ασφάλειας εξόδων λαμβανομένου υπόψη και το γεγονός ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου τέκνου. Δεν παραγνωρίζω την εύλογη ανησυχία του εναγομένου - αιτήτη ότι ενδεχομένως να μην μπορεί να ανακτήσει τα έξοδα σε περίπτωση που πετύχει στην αγωγή του. Να σημειώσω επίσης ότι λαμβάνω υπόψη μου ότι η παρούσα αγωγή εντάσσεται στην κλίμακα εξόδων €2,000 - €10,000 και διαδικαστικά θα έχει εφαρμογή η νέα Δ.30 και το κόστος των εξόδων δεν αναμένεται να είναι μεγάλο. Λαμβάνω υπόψη μου επίσης και τη μέχρι σήμερα πορεία της υπόθεσης όπου ο αιτητής έχει καταδικαστεί και στα έξοδα αίτησης που καταχωρήθηκε εναντίον του λόγω μη έγκαιρης καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης. Ούτε παραγνωρίζω το γεγονός ότι με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου δεν αποκαλύπτεται καλή υπόθεση. Να σημειωθεί όμως ότι η βάση αγωγής αφορά κατ' ισχυρισμό επίθεση όπου οι εκατέρωθεν θέσεις ουσιαστικά θα εξεταστούν κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Πέραν τούτου, οι υπόλοιπες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης σε σχέση με τη διαμονή του ενάγοντα στην Κύπρο και οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στην χώρα του μαζί με το δικαίωμα που πρέπει να παρέχεται σε κάθε άνθρωπο να έχει πρόσβαση στο Δικαστήριο δεν μπορούν να παραγνωριστούν. Η μη ύπαρξη περιουσίας στην Κύπρο επ' ονόματι του ενάγοντα και εισοδημάτων ή η ύπαρξη περιστασιακά χαμηλών εισοδημάτων δεν θεωρώ ότι μπορεί να εντάξει την παρούσα περίπτωση, σε αυτές που δικαιολογείται η έκδοση διαταγής για ασφάλεια εξόδων. Η αφερεγγυότητα του ενάγοντα δεν σχετίζεται μόνο με την μη ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων στην Κύπρο αλλά από ότι προκύπτει είναι γενικότερη αφού δεν έχει τεθεί ότι έχει περιουσία στο εξωτερικό ή τη δυνατότητα να παράσχει ασφάλεια εξόδων. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι τυχόν διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων θα παραβίαζε το Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ενάγοντα πρόσβασης στο Δικαστήριο και εν όψει όλων των περιστάσεων της υπόθεσης όπως αναφύονται, κρίνω ότι δεν ενδείκνυται να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της αίτησης. Ως εκ τούτου, αυτή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπερ του ενάγοντα - καθ' ού η αίτηση και εναντίον του εναγομένου - αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα το τέλος. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, εκείνο το οποίο εξάγεται είναι ότι ο ενάγοντας δεν προκύπτει να διαμένει μόνιμα στην Κύπρο, παρά το χρονικό διάστημα της παραμονής του στην Κύπρο και ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αλλοδαπός που εργάζεται με χαμηλά εισοδήματα έτσι ώστε να εξαιρείται από την παροχή ασφάλειας εξόδων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.