D. Stavrinos Estates Ltd ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ κ.α., Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 353/2011, 3/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2017:A41 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 353/2011 Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 Και Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου, Απαιτήτριας και
- Ιωσήφ Σολωμού Πεκρή και
- D. Stavrinos Estates Ltd, Καθ΄ ων η Απαίτηση ----------------- Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/05/14: Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 Και Αναφορικά με τη Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ, Απαιτήτριας και
- Ιωσήφ Σολωμού Πεκρή και
- D. Stavrinos Estates Ltd, Καθ΄ ων η Απαίτηση ----------------- _____________________________________________________________________ Αίτηση/Έφεση: D. Stavrinos Estates Ltd, από την Πάφο, Εφεσείουσας _____________________________________________________________________ Ημερομηνία: 03.02.17 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια/Εφεσείουσα : κ. Μαριλένα Πατσαλίδου για Χρήστος Γεωργιάδης & Σια ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη 1: κ. Χαράλαμπος Ζόππος --------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση - έφεση, η εφεσείουσα ζητά την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της στις 07.02.11 και με την οποία επιδικάστηκε υπέρ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου, νυν Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ (στο εξής η «εφεσίβλητη»), το ποσό των €58.045,19 πλέον τόκο προς 11% ετησίως από 07.02.11, πλέον €100,00 έξοδα. Η εφεσείουσα επικαλείται τέσσερις λόγους έφεσης. Με τον πρώτο λόγο έφεσης υποστηρίζει ότι η παραπομπή της διαφοράς της με την εφεσίβλητη σε διαιτησία παραβιάζει το δικαίωμα της για προσφυγή ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου. Ο παρών λόγος έφεσης εδράζεται στον ισχυρισμό ότι μεταξύ των διαδίκων δεν υπάρχει συνυποσχετικό διαιτησίας και συνεπώς το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/1985, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (στο εξής ο «Νόμος») δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται το επιχείρημα ότι η απόφαση εκδόθηκε με έλλειψη και/ή καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του διαιτητή. Στην αιτιολογία του παρόντος λόγου έφεσης αναφέρεται ότι δεν επιδόθηκε στην εφεσείουσα ειδοποίηση παραπομπής σε διαιτησία δυνάμει του άρθρου 24
(3)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, καθώς και ότι δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία παραπομπής σε διαιτησία δυνάμει του άρθρου 52 του Νόμου και των θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών. Στον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται η θέση περί εμφανούς λάθους και/ή ελαττώματος στην απόφαση. Συγκεκριμένα, η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι η απόφαση δεν είναι αιτιολογημένη και εκδόθηκε χωρίς να προσκομιστεί επαρκής μαρτυρία από την εφεσίβλητη. Επιπρόσθετα προσάπτεται στην εφεσίβλητη ότι απέκρυψε γεγονότα από τον διαιτητή. Τέλος, στον τέταρτο λόγο έφεσης εγείρεται ζήτημα κακής συμπεριφοράς του διαιτητή, η οποία εξειδικεύεται στο ότι ο τελευταίος εξέδωσε την απόφαση του χωρίς να δώσει τη δέουσα προειδοποίηση στην εφεσείουσα και/ή επαρκή χρόνο για να παρουσιαστεί στη διαιτησία. Οι ισχυρισμοί επί των οποίων στηρίζεται η έφεση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 15.06.11 του Διονύση Σταυρινού, ο οποίος είναι διοικητικός σύμβουλος της εφεσείουσας. Ο Σταυρινού αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η εφεσείουσα συμφώνησε με τον Ιωσήφ Σολωμού Πεκρή όπως του πωλήσει ακίνητη ιδιοκτησία και προς τον σκοπό αυτό υπογράφηκε σχετική συμφωνία πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο Πεκρής εξασφάλισε δάνειο από την εφεσίβλητη, με την εφεσείουσα να τον εγγυάται και να υποθηκεύει προς όφελος της εφεσίβλητης την προαναφερόμενη ιδιοκτησία. Ωστόσο στη συνέχεια η συμφωνία πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας μεταξύ εφεσείουσας και Πεκρή ακυρώθηκε και η εφεσείουσα πώλησε την εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία σε άλλα πρόσωπα. Η εφεσίβλητη ενημερώθηκε για την πιο πάνω αναφερόμενη εξέλιξη και υπάλληλος της πληροφόρησε τον ενόρκως δηλούντα ότι ο Πεκρής εξόφλησε το δάνειο που είχε παραχωρηθεί σε αυτόν. Ακολούθως η υποθήκη αποσύρθηκε. Παρά ταύτα επιδόθηκε στον ενόρκως δηλούντα επιστολή ημερομηνίας 15.12.10 του διαιτητή Ιωάννη Χαραλαμπίδη με την οποία η εφεσείουσα καλείτο να παρουσιαστεί στα γραφεία της εφεσίβλητης στις 07.02.
- Ο ενόρκως δηλών εκ λάθους παρουσιάστηκε στα γραφεία της εφεσίβλητης στις 08.02.11, αντί στις 07.02.11, όπου και ενημερώθηκε ότι ήδη είχε εκδοθεί η διαιτητική απόφαση. Η προαναφερόμενη διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στον ενόρκως δηλούντα στις 26.05.
- Καταληκτικά ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι η εφεσίβλητη απέκρυψε από τον διαιτητή τα προαναφερόμενα γεγονότα και συνεπώς ζητά την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της εφεσείουσας ως εγγυήτριας του Ιωσήφ Πεκρή. Η υπό κρίση έφεση επιδόθηκε τόσο στην εφεσίβλητη, όσο και στον διαιτητή Ιωάννη Χαραλαμπίδη, ο οποίος ωστόσο δεν εμφανίστηκε και δεν συμμετείχε στην παρούσα διαδικασία. Η εφεσίβλητη καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης όπου εγείρει δεκαεπτά συνολικά λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στο ότι η διαιτησία διεξάχθηκε νομότυπα και η εφεσείουσα κλήθηκε να παραστεί σε αυτήν αλλά για λόγους που αφορούν την ίδια δεν παρουσιάστηκε. Περαιτέρω, η εφεσίβλητη υποστηρίζει ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του διαιτητή παρέμεινε αναντίλεκτη και τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν κρίθηκαν από τον ίδιο ικανοποιητικά. Ως λόγος ένστασης προβάλλεται επίσης η θέση ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε νομότυπα και είναι αιτιολογημένη. Τέλος, η εφεσίβλητη υποστηρίζει ότι η εφεσείουσα απεμπόλησε το δικαίωμα της υπεράσπισης δια της απουσίας της στη διαδικασία της διαιτησίας. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αγγελικής Ασπρομάλλη, υπαλλήλου της εφεσίβλητης. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η εφεσείουσα εγγυήθηκε δυνάμει εγγράφου υποθήκης εκ μέρους τρίτου το λογαριασμό δανείου υπ' αρ.7212171-3 που παραχώρησε η εφεσίβλητη προς όφελος του Ιωσήφ Πεκρή. Στις 15.05.07 εκτελέστηκε η προαναφερόμενη υποθήκη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και έλαβε τον αριθμό Υ2525/
- Η εφεσείουσα δεν εμφανίστηκε στη διαιτητική διαδικασία στις 07.02.11 με αποτέλεσμα, με την αναντίλεκτη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του διαιτητή, να εκδοθεί η επίδικη διαιτητική απόφαση. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι ουδέποτε δόθηκε οποιαδήποτε διαβεβαίωση στην εφεσείουσα περί εξόφλησης του δανείου που εξασφάλιζε η υποθήκη Υ2525/07 και ουδέποτε υποβλήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου έγγραφο εξάλειψης της υποθήκης ή απαλλαγής ακινήτου. Καταληκτικά η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι ο διαιτητής Ιωάννης Χαραλαμπίδης διορίστηκε νομότυπα από τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών και η διαδικασία έγινε καθόλα νομότυπα και ορθά. Κατά την ακροαματική διαδικασία, πέραν των εγγράφων που περιλαμβάνονται ως Τεκμήρια στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ημερομηνίας 14.11.14 και αντίγραφο εγγράφου απαλλαγής ακινήτου από υποθήκη ημερομηνίας 29.12.
- Παράλληλα, εξασφαλίστηκε άδεια για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας Αγγελικής Ασπρομάλλης αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προβάλλει στις παραγράφους 7 - 10 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 27.10.11 που υποστηρίζει την ένσταση της εφεσίβλητης. Κατά την αντεξέταση της από την ευπαίδευτη συνήγορο της εφεσείουσας, η μάρτυρας είπε ότι για να παραπεμφθεί μία διαφορά σε διαιτησία ετοιμάζεται κατάλογος με τα ονόματα και τις διευθύνσεις των εμπλεκόμενων μερών. Στη συνέχεια ο Έφορος Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών με επιστολή του ενημερώνει για την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και διορίζει τον διαιτητή. Στις 07.02.11 και όταν αντιλήφθηκε ότι η εφεσείουσα δεν προσήλθε στη διαιτησία, δεν προσπάθησε ούτε η ίδια, ούτε και ο διαιτητής να επικοινωνήσουν μαζί της πριν την έκδοση της απόφασης. Ερωτηθείσα για τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε είπε ότι δεν δόθηκε ένορκη μαρτυρία αλλά παρουσιάστηκαν τα σχετικά έγγραφα τα οποία εξέτασε ο διαιτητής, δηλαδή η συμφωνία δανείου, το έγγραφο υποθήκης, κατάσταση λογαριασμού και επιστολή τερματισμού. Η ευπαίδευτη συνήγορος της εφεσείουσας επικαλούμενη το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 υπέβαλε ότι καταχωρήθηκε έγγραφο απαλλαγής ακινήτου από υποθήκη και επομένως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η δήλωση της ότι ουδέποτε υποβλήθηκε τέτοιο έγγραφο (βλ. παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης Ασπρομάλλη). Η μάρτυρας απάντησε ότι το 1/21 μερίδιο που απαλλάχθηκε με το Τεκμήριο 2 ίσως να αφορά άλλο διαμέρισμα. Η κα Πατσαλίδου υπέβαλε επίσης ότι η εφεσείουσα έλαβε διαβεβαίωση ότι η υποθήκη Υ2525/07 εξαλείφθηκε, θέση την οποία αρνήθηκε η μάρτυρας. Τέλος, σε σχετική ερώτηση η μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο παρουσιάστηκε στον διαιτητή το έγγραφο απαλλαγής ακινήτου από υποθήκη - Τεκμήριο
- Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των γραπτών αγορεύσεών τους επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους και συγκεκριμένη αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Νομική πτυχή Οι πρόνοιες που περιλαμβάνονται στο άρθρο 52
(1)(β) και
(2)(β) του Νόμου προβλέπουν ότι ο Έφορος Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών δύναται να παραπέμπει διαφορά μεταξύ συνεργατικής εταιρείας και χρεώστη προς επίλυση σε διαιτησία. Η παρούσα έφεση εδράζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 52
(4)του Νόμου και 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο των άρθρων 52
(2)(β) και
(4), καθώς και του άρθρου 20
(2)του Κεφ.4: "52
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) ............................... (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία, η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)ή, μέχρι την έκδοσή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012. ...............................
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης." ............................... "20
(2)Όταv o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφoρά ή χειρίστηκε κακώς τηv υπόθεση ή όταv η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, τo Δικαστήριo δύvαται vα ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση." Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 52
(2)(β) του Νόμου και του άρθρου 20
(2)του Κεφ. 4 συνάγεται πως οι διαιτητικές αποφάσεις δεν μπορούν να ακυρώνονται για οποιοδήποτε λόγο αλλά για συγκεκριμένους λόγους όπως αυτοί προκύπτουν μέσα από τη διάταξη του άρθρου 20
(2)του Κεφ.4. Πιο συγκεκριμένα οι λόγοι για τους οποίους μπορεί μία διαιτητική απόφαση να ακυρωθεί είναι οι ακόλουθοι: (α) H κακή συμπεριφορά του διαιτητή. (β) O κακός χειρισμός της υπόθεσης από το διαιτητή. (γ) H παράτυπη διεξαγωγή της διαιτησίας. (δ) H απόφαση του διαιτητή να εκδόθηκε παράτυπα. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο διαιτητής οφείλει να συμμορφώνεται με τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης [βλ. Galatis v. Savvides a.o
(1966)1 C.L.R. 87]. Οι υποχρεώσεις του όμως δεν σταματούν εκεί. Με δεδομένο ότι ασκεί οιονεί δικαστικό καθήκον, οφείλει να ενεργεί στα πλαίσια των όρων εντολής του και όχι έξω από αυτούς και η συμπεριφορά του να είναι τέτοια όπως αναμένεται από άτομο το οποίο λειτουργεί δικαστικά [Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd κ.ά.
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 717]. Οφείλει επίσης να συμμορφώνεται με τις βασικές αρχές του δικαίου όπως π.χ. τους κανόνες αποδοχής μαρτυρίας [Panikos Harakis Ltd v. The Official Receiver
(1978)1 C.L.R. 15, 23]. Παράβαση των πιο πάνω υποχρεώσεων του διαιτητή, συνιστά κακό χειρισμό της υπόθεσης (misconduct), που δικαιολογεί την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης από το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 20
(2)του Κεφ. 4. Κλασικές περιπτώσεις κακού χειρισμού ή συμπεριφοράς είναι οι περιπτώσεις προκατάληψης ή δωροδοκίας του διαιτητή ή ακόμα ύπαρξης μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επιπρόσθετα, η έννοια του όρου misconduct επεκτείνεται και στις περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας, στην εσφαλμένη αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία σύμβασης, στην παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα που κλονίζει το θεμέλιο της διαδικασίας, αλλά και γενικότερα στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή [Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 687, 697]. Περιλαμβάνει επίσης τις περιπτώσεις όπου ο διαιτητής παραλείπει ή αποτυγχάνει να αποφασίσει επί όλων των διαφορών που παραπέμφθηκαν ενώπιον του, καθώς και τις περιπτώσεις που παραβιάζει τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης με το να ακούει ή απλά να συζητεί τις θέσεις ενός μόνο μέρους στην απουσία του άλλου (Halsbury's Laws of England, 3rd ed., vol. 2, p. 57 - 59). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να περιοριστούν και όχι να διευρυνθούν οι λόγοι ακύρωσης μιας διαιτητικής απόφασης. Στην υπόθεση Σολωμού v. Laiki Cyprialife (ανωτέρω) ειπώθηκε ότι η Αγγλική νομολογία έχει σταδιακά περιορίσει αντί να επεκτείνει τις περιστάσεις που αποτελούν απρεπή συμπεριφορά (misconduct), με εξαίρεση βέβαια τις περιπτώσεις παραβίασης των αρχών φυσικής δικαιοσύνης. Συμπεράσματα Όπως έχει αναφερθεί είναι παραδεκτό το γεγονός ότι η εφεσείουσα έλαβε ειδοποίηση για τη διεξαγωγή της διαιτησίας στις 07.02.11 και παρά ταύτα δεν παρουσιάστηκε στη διαδικασία (βλ. παράγραφοι 8 και 11 της ένορκης δήλωσης Σταυρινού και Τεκμήριο Δ). Το πρώτο ζήτημα επομένως που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο η εφεσείουσα μπορεί να προβάλει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας θέσεις και ισχυρισμούς που δεν πρόβαλε ενώπιον του διαιτητή και κατ' επέκταση κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο μπορεί να κρίνει εξ υπαρχής ζητήματα τα οποία δεν τέθηκαν στη διαιτησία. Τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης προσομοιάζουν με εκείνα της υπόθεσης Κούλλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 987. Στην εν λόγω υπόθεση η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στην απουσία της εφεσείουσας. Στην έφεση που ασκήθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως καταλυτικής σημασίας την παράλειψη της εφεσείουσας να εμφανιστεί στη διαιτητική διαδικασία. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα δεν μπορούσε να επικαλεστεί ενώπιον του θέσεις τις οποίες δεν προώθησε ενώπιον του διαιτητή ήταν ουσιαστικά ορθή. Ανέφερε τα ακόλουθα το Ανώτατο Δικαστήριο στις σελ. 992 - 993 της απόφασης του (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): "Με την έφεση αμφισβητείται η ορθότητα κάθε πτυχής της απόφασης. Οι λόγοι έφεσης όμως συμπλέκονται και σφαιρικά θα τους εξετάσουμε. Αφήνουμε το θέμα της συμμόρφωσης με τον Κανονισμό 101
(2), αφού το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε εκείνο που, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, είναι το μόνο το οποίο θα μπορούσε να είχε εξετάσει, δηλαδή τον ισχυρισμό για εμφανές λάθος στην απόφαση του Διαιτητή. Η ουσία του πράγματος είναι ότι, όπως υπέδειξε και ο ευπαίδευτος Δικαστής, η διαφορά που παρεπέμφθη και επιλύθηκε στη διαιτησία ήταν το γραμμάτιο του 1994 και όχι ο λογαριασμός της Εφεσείουσας από το
- Το ότι ο λογαριασμός αυτός παρουσιάσθηκε στο διαιτητή δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Η παρουσίαση του ήταν απλώς το ιστορικό μιας πορείας, τα κρίσιμα στάδια της οποίας ήσαν οι διαιτητικές αποφάσεις και τα υπογραφέντα γραμμάτια. Σίγουρα ο Διαιτητής δεν μπορούσε να πάει πίσω από τα προηγούμενα γραμμάτια του 1981 και του 1988 και από τη διαιτητική απόφαση του 1984 επί του γραμματίου του 1981 η οποία μάλιστα το 1988 ενεγράφη και στο Δικαστήριο. Πολύ αμφίβολο είναι και αν ο Διαιτητής θα μπορούσε να πάει πίσω από το γραμμάτιο του 1994 μέχρι το προηγούμενο του
- Και αν όμως μπορούσε, σίγουρα οι όποιες θέσεις της Εφεσείουσας περί παράνομων τόκων και εικονικότητας θα έπρεπε να ετίθεντο ενώπιον του, πράγμα που δεν έγινε, και όχι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή ενώπιον μας ως εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο ή το Εφετείο να εξέταζε πρωτογενώς το πράγμα. Εφ' όσον η Εφεσείουσα δεν παραπονείται ότι κακώς η διαιτησία διεξήχθη στην απουσία της (που δεν εκπλήττει αφού η ίδια αν και ειδοποιήθηκε δεν παρουσιάσθηκε), ο Διαιτητής δεν μπορούσε παρά να αποφασίσει με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Είναι ουσιαστικά ορθή λοιπόν η απόφαση του ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή ότι η Εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις τις οποίες δεν είχε θέσει ενώπιον του Διαιτητή. Αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες της θέσης της, η Εφεσείουσα περιορίζει ουσιαστικά το παράπονο της στο ότι η μη εμφάνιση της δεν επέτρεπε στο Διαιτητή και να εκδώσει απόφαση χωρίς αυτή να δικαιολογείτο από τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Αυτό όμως δεν βοηθά τα πράγματα. Τα στοιχεία που ετέθησαν ενώπιον του διαιτητή όχι μόνο δεν εδάνειζαν έρεισμα στις εισηγήσεις που κάνει η Εφεσείουσα για παράνομους τόκους και εικονικότητα αλλά και δικαιολογούσαν πλήρως την απόφαση του. Η παράλειψη της Εφεσείουσας να καθορίσει με στοιχεία το τι θεωρούσε επίδικο ενώπιον του Διαιτητή συνέχιζε λοιπόν να έχει καταλυτική επίδραση στο όλο θέμα. Ούτε ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής ούτε το Εφετείο θα μπορούσε να κρίνει εξ υπαρχής το θέμα εκτός αν, από τα στοιχεία που ετέθησαν ενώπιον του Διαιτητή, δεν δικαιολογείτο η απόφαση του." Η υπόθεση Κούλλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου (ανωτέρω) αναφέρθηκε με επιδοκιμασία και στην Πολ. Έφεση αρ.304/2010 Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ, ημερομηνίας 10.07.
- Στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείων ειδοποιήθηκε και έλαβε αρχικά μέρος στη διαδικασία διαιτησίας, στη συνέχεια όμως παρέλειψε να εμφανιστεί στη νέα ημερομηνία που είχε ορίσει ο διαιτητής μετά από αίτημα αναβολής που είχε υποβάλει ο ίδιος ο εφεσείων. Ο διαιτητής προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης στην απουσία του εφεσείοντα, εκδίδοντας την απόφαση του υπέρ των εφεσιβλήτων. Το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι απόλυτα σχετικό (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): "Στην υπό κρίση περίπτωση ο διαιτητής διορίστηκε από τον Εφορο, κατ΄ ακολουθία των προνοιών του άρθρου 52
(2)(β) του Νόμου. Αντικείμενο της διαφοράς συνιστούσε υπόλοιπο δανείου το οποίο λήφθηκε δυνάμει γραμματίου. Η πλευρά του Εφεσείοντα, αφού ειδοποιήθηκε δεόντως, έλαβε μέρος στη διαδικασία διαιτησίας. Τόσο το επίδικο γραμμάτιο, όσο και κατάσταση λογαριασμού που περιλάμβανε τους τόκους τέθηκαν στη διάθεση του Εφεσείοντα, ο οποίος το μόνο στοιχείο που αμφισβήτησε ήταν το ύψος των τόκων, προβάλλοντας ισχυρισμό περί ανατοκισμού. Κάτω από αυτά τα δεδομένα οι Εφεσίβλητοι τον προμήθευσαν με αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού, στην οποία δεν περιλαμβανόταν ανατοκισμός. Όταν έγινε αυτό, στις 5.6.2009, ο Εφεσείων ζήτησε χρόνο προκειμένου να τοποθετηθεί επί της νέας αυτής κατάστασης. Αντί τούτου, παρέλειψε να παρουσιαστεί, αναιτιολόγητα, κατά την ημερομηνία, 19.6.2009, που ορίστηκε εκ νέου η διαιτησία. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, ήταν καθόλα επιτρεπτό στο διαιτητή να προχωρήσει με την έκδοση απόφασης, με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιόν του. Η κατάληξή του, εν τέλει, ήταν ορθή, δεδομένου ότι αφενός η παροχή δανείου δεν τελούσε υπό αμφισβήτηση και αφετέρου το εγερθέν ζήτημα περί ανατοκισμού είχε ξεπερασθεί με βάση τη νέα κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 5.6.
- Η φύση της διαφοράς ήταν απλή και δεν δικαιολογούσε περαιτέρω πολυπλοκότητα της όλης διαιτητικής διαδικασίας. Άλλωστε, ενώπιον του διαιτητή δεν υπήρχε οποιοδήποτε βάσιμο αίτημα για διεξαγωγή διαδικασίας διαφορετικής δικονομικής μορφής. Το τελικό δε γεγονός της μη εμφάνισης του Εφεσείοντα προκειμένου να προωθήσει τις όποιες θέσεις και επιχειρήματά του προς εξέταση από τον διαιτητή, δεν καθιστούσε επιτρεπτή την πρωτογενή εξέτασή τους είτε από το πρωτόδικο Δικαστήριο είτε από το Εφετείο. Ο διαιτητής είχε υποχρέωση και ορθά αποφάσισε με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του. Όπως ήδη λέχθηκε, τα ενώπιόν του, απλά, δεδομένα δικαιολογούσαν πλήρως τόσο την τελική του κατάληξη, όσο και την επιγραμματική απόφασή του. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν εντοπίζεται παράτυπη διαιτητική διαδικασία ή οποιαδήποτε παραβίαση κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Ούτε και το παράπονο του Εφεσείοντα περί αναιτιολόγητης πρωτόδικης απόφασης έχει περιθώρια επιτυχίας. Η έκταση της αιτιολογίας είναι ανάλογη και συναρτάται με τα επίδικα θέματα και την ευρύτητά τους." Στην προκείμενη περίπτωση η εφεσείουσα ειδοποιήθηκε δεόντως, αλλά παρέλειψε να εμφανιστεί στη διαιτητική διαδικασία στις 07.02.11 λόγω λάθους (βλ. παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης Σταυρινού). Η προαναφερόμενη δήλωση δεν μπορεί ασφαλώς να καταστήσει ως αιτιολογημένη την παράλειψη της εφεσείουσας να εμφανιστεί στη διαιτητική διαδικασία. Άλλωστε τέτοια επιχειρηματολογία δεν προβάλλεται ούτε από την ευπαίδευτη συνήγορο της εφεσείουσας. Η κα. Πατσαλίδου υποστήριξε ωστόσο ότι ο διαιτητής, παρά την παράλειψη της εφεσείουσας να εμφανιστεί, όφειλε να προειδοποιήσει την τελευταία και αν μετά την προειδοποίηση εξακολουθούσε να μην εμφανίζεται, τότε θα μπορούσε να προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης στην απουσία της. Η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της εφεσείουσας δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ούτε νομοθετικά, αλλά ούτε και νομολογιακά προκύπτει ότι ο διαιτητής υποχρεούται όπως δώσει προειδοποίηση στο μέρος που δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία, προτού προχωρήσει στην απουσία του. Αντιθέτως στις υποθέσεις Κούλλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου και Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις πρωτόδικες αποφάσεις με τις οποίες απορρίφθηκαν εφέσεις εναντίον διαιτητικών αποφάσεων που εκδόθηκαν στην απουσία των εφεσειόντων, χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η παροχή νέας ειδοποίησης. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι όπως προκύπτει από την ειδοποίηση του διαιτητή ημερομηνίας 15.12.10 (Τεκμήριο Δ της ένορκης δήλωσης Σταυρινού), ο τελευταίος προειδοποίησε την εφεσείουσα ότι εάν δεν παρευρεθεί στη διαδικασία η απόφαση θα εκδοθεί στην απουσία της. Συνεπώς από τη στιγμή που η εφεσείουσα έλαβε τη σχετική ειδοποίηση και προειδοποιήθηκε για τις συνέπειες σε περίπτωση που παρέλειπε να εμφανιστεί, δεν είχε πλέον οποιαδήποτε υποχρέωση είτε ο διαιτητής, είτε η εφεσίβλητη να την αναζητήσουν ή να της δώσουν νέα ειδοποίηση. Έπεται ότι ο διαιτητής μπορούσε να προχωρήσει και ορθά προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης στην απουσία της εφεσείουσας. Έχοντας επομένως αποφασίσει ότι δόθηκε η νενομισμένη ειδοποίηση στην εφεσείουσα για τη διεξαγωγή της διαιτησίας (Τεκμήριο Δ της ένορκης δήλωσης Σταυρινού και Τεκμήριο 6 της ένορκης δήλωσης Ασπρομάλλη) και ότι ορθά διεξάχθηκε στην απουσία της ενόψει της παράλειψης της να εμφανιστεί, θεωρώ ότι κωλύεται να εγείρει στην παρούσα διαδικασία ζητήματα που θα μπορούσε να εγείρει στη διαιτητική διαδικασία. Η αρχή που προβάλλει από τη νομολογία που παρατέθηκε πιο πάνω (Κούλλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου και Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ) είναι ξεκάθαρη και σύμφωνα με αυτήν το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει πρωτογενώς ζητήματα που δεν τέθηκαν στη διαιτητική διαδικασία. Κατά συνέπεια, το μοναδικό ζήτημα που απομένει να εξεταστεί είναι ο ισχυρισμός περί εμφανούς λάθους και/ή ελαττώματος της διαιτητικής απόφασης (λόγος έφεσης υπ' αρ.3). Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να επισημάνω ότι δεν παραβλέπω πως με τον λόγο έφεσης υπ' αρ.4 προβάλλεται ισχυρισμός για κακή συμπεριφορά του διαιτητή. Όπως ωστόσο προκύπτει από την αιτιολογία του συγκεκριμένου λόγου έφεσης αλλά και από την επιχειρηματολογία της κας. Πατσαλίδου, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός εδράζεται σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος πυλώνας συνίσταται στο ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία προς απόδειξη της υπόθεσης και ο δεύτερος στο ότι δεν δόθηκε η δέουσα ειδοποίηση και/ή επαρκής χρόνος στην εφεσείουσα για να παρουσιαστεί στη διαιτησία. Ο δεύτερος πυλώνας έχει ήδη σχολιαστεί πιο πάνω, ενώ ο πρώτος περιλαμβάνεται στον λόγο έφεσης υπ' αρ.3 στα πλαίσια του οποίου και θα εξεταστεί αμέσως πιο κάτω. Κλείνοντας την πιο πάνω παρένθεση και ερχόμενος στον λόγο έφεσης υπ' αρ.3, η ευπαίδευτη συνήγορος της εφεσείουσας επιχειρηματολογώντας επ' αυτού επικεντρώθηκε στα ακόλουθα δύο ζητήματα. Πρώτον ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ενώπιον του διαιτητή και δεύτερον ότι η απόφαση στερείται οποιασδήποτε αιτιολογίας. Τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υποστηρίζουν την επιχειρηματολογία της κας. Πατσαλίδου. Συγκεκριμένα στην ένσταση της εφεσίβλητης επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και 2 η συμφωνία δανείου και το έγγραφο υποθήκης εκ μέρους τρίτου. Επισημαίνεται ότι η εφεσείουσα δεν αρνείται το γεγονός της παραχώρησης δανείου από την εφεσίβλητη στον Πεκρή, ούτε και την υπογραφή εκ μέρους της του εγγράφου υποθήκης εκ μέρους τρίτου. Αυτό το οποίο υποστηρίζει είναι ότι κάποιος υπάλληλος της εφεσίβλητης την πληροφόρησε ότι το δάνειο εξοφλήθηκε. Ο εν λόγω ισχυρισμός όμως παρέμεινε στη σφαίρα της γενικότητας αφού ούτε κατά την αντεξέταση της Ασπρομάλλη υποβλήθηκε το όνομα του υπαλλήλου που προέβη στη σχετική δήλωση, ούτε και δόθηκαν περισσότερες λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες και το χρόνο που έγινε η ισχυριζόμενη δήλωση Περαιτέρω, η μάρτυρας κατά την αντεξέταση της είπε ότι τέθηκαν ενώπιον του διαιτητή και εξετάστηκαν από τον τελευταίο η συμφωνία δανείου, το έγγραφο υποθήκης, κατάσταση λογαριασμού και η επιστολή τερματισμού, ενώ δεν ήταν σίγουρη κατά πόσο παρουσιάστηκε και το έγγραφο απαλλαγής ακινήτου από υποθήκη (Τεκμήριο 2) σε σχέση με το 1/21 μερίδιο των 3/5 που υποθήκευσε η εφεσείουσα. Η μάρτυρας ήταν πειστική ότι τα προαναφερόμενα έγγραφα παρουσιάστηκαν στον διαιτητή και δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση της. Εκεί δε όπου δεν ήταν σίγουρη κατά πόσο κάποιο έγγραφο παρουσιάστηκε στον διαιτητή, δεν δίστασε να το αναφέρει, όπως για παράδειγμα έπραξε με το έγγραφο απαλλαγής ακινήτου από υποθήκη - Τεκμήριο
- Όσον αφορά το έγγραφο απαλλαγής ακινήτου από υποθήκη - Τεκμήριο 2, θεωρώ ότι είναι ουδέτερης σημασίας. Αυτό διότι δεν υποστηρίζει τη θέση της εφεσείουσας περί εξάλειψης της υποθήκης Υ2525/
- Στο Τεκμήριο 2 ρητά αναφέρεται ότι εξαλείφθηκε το 1/21 του μεριδίου του ενυπόθηκου ακινήτου. Η πιο πάνω αναφορά επιβεβαιώνεται και στο Τεκμήριο 1 όπου η υποθήκη Υ2525/07 εξακολουθεί να εμφανίζεται ως εμπράγματο βάρος, ενώ στις χειρόγραφες σημειώσεις επί του εν λόγω Τεκμηρίου αναγράφεται ότι με το Τεκμήριο 2 εξαλείφθηκε το 1/21 του μεριδίου 3/5 του ενυπόθηκου ακινήτου και δεν έγινε οποιαδήποτε άλλη απαλλαγή για την υποθήκη Υ2525/
- Επιπρόσθετα, η εφεσείουσα εγείρει ακροθιγώς το ζήτημα της δυνατότητας έκδοσης απόφασης για το οφειλόμενο ποσό από τη στιγμή που η εφεσείουσα υπέγραψε έγγραφο υποθήκης και όχι εγγύησης. Όπως όμως προκύπτει από το έγγραφο υποθήκης εκ μέρους τρίτου (Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης Ασπρομάλλη), η εφεσείουσα ανέλαβε και την υποχρέωση πληρωμής οποιουδήποτε ποσού καθίστατο πληρωτέο δυνάμει της συμφωνίας δανείου μέχρι του ποσού των Λ.Κ.30.000 (€51.258) πλέον τόκους. Παραπέμπω σχετικά στους όρους 4, 11 και 15 του εγγράφου υποθήκης εκ μέρους τρίτου. Από την άλλη το γεγονός της μη έκδοσης διατάγματος εκποίησης της υποθήκης δεν καθιστά την απόφαση εμφανώς λανθασμένη. Η έκδοση διατάγματος εκποίησης αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση του ενυπόθηκου δανειστή (βλ. όρος 15 του εγγράφου υποθήκης εκ μέρους τρίτου - Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης Ασπρομάλλη). Στη βάση επομένως των πιο πάνω και με δεδομένη την απουσία της εφεσείουσας από τη διαιτητική διαδικασία, η απόφαση του διαιτητή βάσει των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του ήταν δεόντως αιτιολογημένη. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ (ανωτέρω) η έκταση της αιτιολογίας είναι ανάλογη και συναρτάται με τα επίδικα θέματα και την ευρύτητα τους. Τέλος, θεωρώ ότι θα πρέπει να σχολιαστεί και το ζήτημα που εγείρει η εφεσείουσα περί παραβίασης του δικαιώματος της για προσφυγή ενώπιον Δικαστηρίου και διάγνωσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της σε δημόσια ακροαματική διαδικασία. Αν και επικαλείται παραβίαση του πιο πάνω αναφερόμενου δικαιώματος της, εντούτοις δεν εγείρει ευθέως ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 52 του Νόμου. Περιορίζομαι απλώς να αναφέρω ότι παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε στην υπόθεση IN THE MATTER ΟF A REFERENCE BY THE DISTRICT COURT OF KYRENIA IN CIVIL APPLICATION No. 4/61, THE CO-OPERATIVE GROCERY OF VASILIA LTD., and 1) HARALAMBOS N. PPIROU a.o. Υπόθεση αρ.66/
- Στην προαναφερόμενη υπόθεση εξετάστηκε η συνταγματικότητα του άρθρου 53 του Τhe Co-operative Societies Law, Κεφ.114, ο οποίος καταργήθηκε από τον Νόμο. Οι πρόνοιες του άρθρου 53 του Κεφ.114 ήταν παρόμοιες με αυτές του άρθρου 52 του Νόμου και το Δικαστήριο εξετάζοντας τες αποφάνθηκε ότι δεν παραβίαζαν τις διατάξεις των άρθρων 28, 30 και 152 του Συντάγματος. Για όλους του λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω η έφεση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της εφεσείουσας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο