← Κύπρος

Pafina Traditional Homes Limited ν. Anil Sharma κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 648/2009, 4/4/2017

Pafina Traditional Homes Limited ν. Anil Sharma κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 648/2009, 4/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 648/2009 Μεταξύ :- Pafina Traditional Homes Limited Ενάγουσα και

  1. Anil Sharma
  2. Neelma Sharma Εναγόμενοι Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Τρίτη 4η Απριλίου 2017 Για την ενάγουσα :- κος. Επαμεινώνδας Κορακίδης και κα. Μαρία Κορακίδου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Μαρία Κορακίδου Για τους εναγόμενους :- κος. Παύλος Αγγελίδης και κος. Γιώργος Αγγελίδης για Π. Αγγελίδης & Σια ΔΕΠΕ Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Μαρίνος Μυτίδης Τελική Απόφαση Α. Εισαγωγή 1 Η επίδικη διαφορά ή ουσιαστικά η νομική διάσταση μεταξύ των διαδίκων σε αυτή την αγωγή δεν έγκειται τόσο σε δικαστική διαμάχη αναφορικά με τα γεγονότα ως προς τις λεπτομέρειες της συναλλαγής η οποία οδήγησε στη δημιουργία της επίδικης διαφοράς αλλά κυρίως σε σχέση με την προδικαστική ένσταση την οποία οι εναγόμενοι ήγειραν εντός της πρώτης παραγράφου της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους (στο εξής θα καλείται η «έκθεση υπεράσπισης»). 2 Ουσιαστικά η προδικαστική αυτή ένσταση διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο ως προς την πορεία της ακροαματικής διαδικασίας, ιδιαίτερα δε μετά και από την απόσυρση της ανταπαίτησης των εναγόμενων. Σύμφωνα με αυτή την προδικαστική ένσταση οι εναγόμενοι «...ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν είναι εγγεγραμμένοι εργολάβοι και δεν νομιμοποιούνται στην προώθηση...» της αγωγής. Β. Τα Δικόγραφα της Ενάγουσας 3 Κρίνεται χρήσιμη προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης η παράθεση αποσπασμάτων από τους ισχυρισμούς της ενάγουσας τόσο από την έκθεση απαίτησης της όσο και από την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση (στο εξής θα καλείται η «απάντηση»). 4 Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας[1], αυτή «...είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που δραστηριοποιείται στο τομέα της αγοραπωλησίας και ανάπτυξης γης στην Κύπρο...» (παράγραφος 1 στην έκθεση απαίτησης) και δυνάμει δύο συμφωνιών συμφώνησε με τους εναγόμενους να τους πωλήσει και αυτοί συμφώνησαν να αγοράσουν ένα τεμάχιο γης και μία κατοικία. 5 Συγκεκριμένα αναφέρονται στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης τα ακόλουθα[2],:-
  3. Δυνάμει εγγράφων συμφωνιών ημερομηνίας 15/10/2005 και 8/2/2006 μεταξύ των διαδίκων, οι ενάγοντες συμφώνησαν να πουλήσουν στους εναγόμενους και οι εναγόμενοι συμφώνησαν να αγοράσουν από τους ενάγοντες το τεμάχιο αρ. 434, με αριθμό εγγραφής 13185 του Φ/Σ XXXV/35 που βρίσκεται στην Κρήτου Τέρρα της επαρχίας Πάφου και μία κατοικία 4 υπνοδωματίων περίπου 275 τ. μ. με πισίνα η οποία θα ανεγειρόταν από τους ενάγοντες στο πιο πάνω τεμάχιο, έναντι του ποσού των £524.000, ήτοι £97.000 για το τεμάχιο και £427.000 για την κατοικία. 6 Προκύπτει από απλή ανάγνωση της παραγράφου ο εξής δικογραφημένος ισχυρισμός. Συμφώνησαν οι εναγόμενοι να αγοράσουν τόσο το τεμάχιο όσο και μία κατοικία («...συμφώνησαν να αγοράσουν ... το τεμάχιο ... και μία κατοικία»). Συμπλέκει δηλαδή η ενάγουσα με αυτή την αναφορά την αγορά τόσο του τεμαχίου όσο και της κατοικίας. Θέση μάλιστα των ευπαίδευτων δικηγόρων της ενάγουσας στην τελική αγόρευση τους αναφορικά με τη συμφωνία ημερομηνίας 8/2/2006 είναι πως οι όροι της «...όπως μπορούν να γίνουν κατανοητοί από το μέσο συνετό άνθρωπο, αφορούν συμφωνία για πώληση και όχι συμφωνία για εργολαβία». 7 Παράλληλα όμως προκύπτει - και πάλι υπό μορφή δικογραφημένου ισχυρισμού εντός της ίδιας παραγράφου 2 της έκθεσης απαίτησης - πως η κατοικία αυτή δεν υπήρχε κατά το χρόνο της συμφωνίας αλλά θα ανεγειρόταν και όχι μόνο ότι αυτή θα ανεγειρόταν αλλά επίσης ότι η ανέγερση αυτή θα γινόταν από την ενάγουσα. 8 Σύμφωνα και με την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων της ενάγουσας η θέση την οποία τελικά καλούν το Δικαστήριο να δεχτεί είναι πως οι εναγόμενοι δεν είχαν συνάψει συμφωνία ανέγερσης κατοικίας με την ενάγουσα αλλά είχαν αγοράσει ή τουλάχιστον συμφωνήσει να αγοράσουν κάτι το οποίο δεν υπήρχε κατά το χρονικό σημείο της σχετικής συμφωνίας, ημερομηνίας 8/2/
  4. 9 Βεβαίως δεν αποκλείεται συμβατικά η δυνατότητα «αγοράς» μίας κατοικίας επί των σχεδίων και η οποία στη συνέχεια θα ανεγερθεί βάσει αυτής της συμφωνίας αγοράς. Ιδιαίτερα δε λαμβάνοντας υπόψη και την ύπαρξη σχετικών παραρτημάτων στη συγκεκριμένη συμφωνία με αρχιτεκτονικά σχέδια (τεκμήριο 8), λίστα τροποποιήσεων αυτών των σχεδίων και τεχνικές προδιαγραφές (τεκμήριο 9). Παράλληλα όμως δεν παύει ακόμη και σε αυτή την περίπτωση να ενυπάρχει σε μία τέτοια συμφωνία το στοιχείο της ανέγερσης της κατοικίας και αναπόφευκτα η αναγκαιότητα καθορισμού του προσώπου το οποίο θα αναλάβει αυτή την ανέγερση. Συνήθως δηλαδή ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει και την υποχρέωση ανέγερσης αυτής της κατοικίας. Θέτοντας το όσο πιο απλά γίνεται αναμένεται λογικά εντός μίας τέτοιας συμφωνίας να υπάρχουν και πρόνοιες τόσο για την ανέγερση της κατοικίας όσο και καθορισμός του προσώπου το οποίο θα αναλάβει αυτή την ανέγερση. Όμως το όλο ερώτημα αναφορικά με τη φύση της συγκεκριμένης συμφωνίας εξετάζεται περισσότερο πιο κάτω εντός αυτής της απόφασης. 10 Υπάρχουν επιπρόσθετοι ισχυρισμοί στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης, σε σχέση, πρώτο, με τη μεταβίβαση του τεμαχίου στο όνομα των εναγόμενων κατά ή περί τον Μάϊο του 2006 και δεύτερο, αναφορικά με την ολοκλήρωση και παράδοση της κατοικίας κατά ή περί τη 10/11/
  5. Ως επίσης ισχυρισμός, στην παράγραφο 4, ότι πέραν «...των όσων συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων δυνάμει των πιο πάνω συμφωνιών...» οι εναγόμενοι «...ζήτησαν από τους ενάγοντες να προβούν σε διάφορες επιπρόσθετες εργασίες που αφορούσαν την ανέγερση της πιο πάνω κατοικίας και οι ενάγοντες προέβηκαν σε αυτές προς ικανοποίηση των επιθυμιών των εναγομένων....». Υπάρχει αναφορά και πάλι δηλαδή σε ανέγερση από την ενάγουσα της κατοικίας υπό την έννοια της συμπλήρωσης επιπρόσθετων εργασιών. 11 Δεν κρίνεται απαραίτητο όπως το Δικαστήριο παραθέσει τις λεπτομέρειες είτε του συμφωνημένου ανταλλάγματος για αυτές τις επιπρόσθετες εργασίες είτε ως προς την ανάλυση του ποσού για το οποίο καταχωρήθηκε η αγωγή της ενάγουσας. Μάλιστα αυτό το οποίο παρατηρείται είναι ότι κατά την αντεξέταση της μοναδικής μάρτυρος της ενάγουσας παρά και τη γενική υποβολή ότι τα όσα κατέθεσε σκοπό είχαν να υποστηρίξουν τα συμφέροντα της ενάγουσας εντούτοις δεν αμφισβητήθηκαν ή καν διερευνήθηκαν οι διάφοροι ισχυρισμοί της σε σχέση με τη δημιουργία του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού των εναγόμενων. Περισσότερη σημασία αναφορικά με την έκβαση αυτής της απόφασης έχουν οι προαναφερόμενοι δικογραφημένοι ισχυρισμοί εντός της έκθεσης απαίτησης σε συνδυασμό βεβαίως με τους ισχυρισμούς οι οποίοι για πρώτη φορά εκτίθενται στην απάντηση της ενάγουσας μετά και από την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης και έγερση της προδικαστικής ένστασης. 12 Συγκεκριμένα, στην απάντηση της ενάγουσας, σε σχέση με την έγερση προδικαστικής ένστασης - αλλά ταυτόχρονα και προβολής συγκεκριμένου ισχυρισμού, ότι δηλαδή «...οι ενάγοντες δεν είναι εγγεγραμμένοι εργολάβοι και δεν νομιμοποιούνται στην προώθηση...» της αγωγής - η ενάγουσα, πέραν και από άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, παράλληλα ισχυρίζεται «... ότι η κατασκευή της επίδικης κατοικίας ανατέθηκε από τους ενάγοντες και εκτελέστηκε από εγκεκριμένο εργολάβο οικοδομών» (παράγραφος 3 της απάντησης). 13 Σαφώς προκύπτει από την προβολή αυτού του ισχυρισμού, αν όχι ακόμη και πλήρης αποχώρηση, τουλάχιστον εμφανής παρέκκλιση από τους ισχυρισμούς εντός της έκθεσης απαίτησης, ιδωμένους βεβαίως στο σύνολο τους, καθώς εντός της έκθεσης απαίτησης δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά ανάθεσης σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο της ανέγερσης της κατοικίας ενώ σύμφωνα με αυτούς τους ισχυρισμούς αυτό το οποίο εμφανώς προτάσσεται ως η αρχικά προβαλλόμενη εκδοχή της ενάγουσας είναι πως η κατοικία θα ανεγειρόταν από την ίδια την ενάγουσα. 14 Πέραν όμως και από τη διαπίστωση αυτής της διαφοροποίησης των ισχυρισμών της ενάγουσας στα δικόγραφα της, υπό μορφή παρέκκλισης από τους αρχικά προβαλλόμενους ισχυρισμούς της, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος προβολής του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Διευκρινίζεται πως το Δικαστήριο βεβαίως δεν αντιμετωπίζει αποσπασματικά είτε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό είτε τον οποιονδήποτε ισχυρισμό στα δικόγραφα της ενάγουσας αλλά σε συνάρτηση με το σύνολο των ισχυρισμών εντός αυτών. 15 Βεβαίως είναι αυτή η ενιαία αντίληψη του περιεχομένου των δικογράφων της ενάγουσας η οποία εύλογα οδηγεί σε συγκεκριμένα συμπεράσματα ως προς την αξιολόγηση τόσο της αξιοπιστίας της μαρτυρίας επί του συγκεκριμένου θέματος και η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας όσο και της βασιμότητας γενικότερα της εκδοχής της ενάγουσας επί του ιδίου θέματος όπως αυτή προβλήθηκε με την τελική αγόρευση των ευπαίδευτων δικηγόρων της. Δίχως, σε αυτό το σημείο της απόφασης, να καταβάλλεται προσπάθεια μίας ολοκληρωμένης ανάλυσης αυτού του περιεχομένου των δικογράφων είναι κατ΄ αρχάς αξιοσημείωτο πως, εντός της απάντησης της, η ενάγουσα για πρώτη φορά παύει να χρησιμοποιεί μόνο τη λέξη «ανέγερση» και αντί αυτής γίνεται χρήση πλέον και της λέξης «κατασκευή». 16 Προβάλλεται επίσης και σχετικό επιχείρημα, στη σελίδα 4 της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων της ενάγουσας, αναφορικά με τη σημασία της λέξης «κατασκευή», σύμφωνα και με την προτεινόμενη μετάφραση της λέξης «construction» από το κείμενο της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 8/2/
  6. Προτάσσεται επίσης σύνδεση με τη σημασία της λέξης «εκτέλεση» σε συνάρτηση και με τη φράση «ανάθεση της εκτέλεσης» όπως αυτή συναντιέται και στον περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμο του 2001 (Ν. 29 (Ι)/2001) (στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος»). 17 Δίχως, σε αυτό το μέρος της απόφασης, το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε οποιαδήποτε λεπτομέρεια επί του θέματος ή σε ενδελεχή εξέταση της νομικής πτυχής αυτού, αυτό το οποίο λαμβάνεται υπόψη ως δεδομένο είναι το εξής. 18 Σύμφωνα και με το άρθρο ερμηνείας του σχετικού νόμου (άρθρο 2), «οικοδομικό έργο», μεταξύ άλλων, σημαίνει και την κατασκευή, αναδόμηση, ανέγερση, επανέγερση, αναπαλαίωση οικοδομής. Επομένως, από νομικής άποψης η χρήση είτε της λέξης «ανέγερση» είτε της λέξης «κατασκευή», δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Αυτό το οποίο όμως παρατηρείται από το Δικαστήριο είναι η επιλογή πλέον της συγκεκριμένης λέξης εντός της απάντησης της ενάγουσας σε αντίθεση με την έκθεση απαίτησης εντός της οποίας γίνεται αποκλειστικά χρήση της λέξης «ανέγερση» είτε ως ουσιαστικό είτε ως ρήμα. Συγκεκριμένα στις φράσεις «...η οποία θα ανεγειρόταν από τους ενάγοντες...» και «...οι εναγόμενοι ζήτησαν από τους ενάγοντες να προβούν σε διάφορες επιπρόσθετες εργασίες που αφορούσαν την ανέγερση της ... κατοικίας...». 19 Επιπλέον, για πρώτη φορά προβάλλεται και ο ισχυρισμός ως προς την ανάθεση αλλά και εκτέλεση της «κατασκευής» της επίδικης κατοικίας σε εγκεκριμένο εργολάβο οικοδομών. Στη συνέχεια γίνεται και πάλι χρήση της λέξης «ανέγερση» έχοντας πλέον όμως ήδη προβάλει τον ισχυρισμό αναφορικά με την ανάθεση σε εγκεκριμένο εργολάβο οικοδομών. 20 Επίσης η διατύπωση της απάντησης είναι τέτοια έτσι ώστε η λέξη «ανέγερση» να χρησιμοποιείται με ουδέτερο τρόπο και να μην συνδέεται ευθέως με οποιεσδήποτε πράξεις ή ανάληψη ενεργειών της ενάγουσας. Όπως εμφανώς δηλαδή συνδέεται στην έκθεση απαίτησης. Παρατηρείται δηλαδή - σε καταφανή αντίθεση με τη διατύπωση της έκθεσης απαίτησης - μία εμφανώς συνειδητή προσπάθεια αποσύνδεσης της ενάγουσας από την οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια ή ακόμη και διαδικασία η οποία να έχει σχέση με την ανέγερση της επίδικης κατοικίας. 21 Παραδείγματος χάριν, αναφέρεται στην παράγραφο 4 της απάντησης της ενάγουσας, σε σχέση με τον ισχυρισμό των εναγόμενων για την καθυστέρηση στην παράδοση της επίδικης κατοικίας, πως «...η καθυστέρηση προκλήθηκε λόγω των επιπρόσθετων εργασιών οι οποίες ζητήθηκαν από τους εναγόμενους να εκτελεστούν κατά την ανέγερση της επίδικης κατοικίας...» και όχι ότι ζητήθηκε από την ενάγουσα να εκτελέσει αυτές τις επιπρόσθετες εργασίες. Όπως βεβαίως αναφέρεται στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης, σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας, «...οι εναγόμενοι ζήτησαν από τους ενάγοντες να προβούν σε διάφορες επιπρόσθετες εργασίες...» και οι οποίες, όπως αναφέρεται στην ίδια παράγραφο, «...αφορούσαν την ανέγερση της ... κατοικίας...» και στις οποίες «...οι ενάγοντες προέβηκαν...». 22 Με τον ίδιο τρόπο, επίσης στην παράγραφο 4 της απάντησης, σε αντίθεση με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης ότι «...οι εναγόμενοι ζήτησαν από τους ενάγοντες να προβούν σε διάφορες επιπρόσθετες εργασίες που αφορούσαν την ανέγερση της ... κατοικίας και οι ενάγοντες προέβηκαν σε αυτές...», προβάλλεται με τον εξής ουδέτερο τρόπο ισχυρισμός συνδεδεμένος με την κατ΄ ισχυρισμό καθυστέρηση στις πληρωμές από τους εναγόμενους. Ότι δηλαδή «...οι εναγόμενοι σε διάφορες περιπτώσεις κατά την διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών καθυστερούσαν πληρωμές προς τους ενάγοντες με αποτέλεσμα να προκαλείται καθυστέρηση και στην διεκπεραίωση των εργασιών». 23 Επίσης αξιοσημείωτο, ακόμη και παράδοξο, είναι το γεγονός της άρνησης του ισχυρισμού στην προδικαστική ένσταση στην παράγραφο 1 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης για τον εξής λόγο. Εφόσον η ενάγουσα αρνείται ότι δεν είναι εγγεγραμμένη εργολάβος και δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της αγωγής τότε θα μπορούσε, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, να θεωρηθεί πως με αυτή την άρνηση ισχυρίζεται ότι αυτή όντως είναι εγγεγραμμένη εργολάβος και ως εκ τούτου νομιμοποιείται στην προώθηση της αγωγής. 24 Βεβαίως μία τέτοια εκ πρώτης όψεως αντίληψη δεν συνάδει με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της ενάγουσας, όμως λαμβάνοντας υπόψη την άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν παύει να είναι μία λογική κατάληξη. 25 Εντούτοις, το Δικαστήριο προσεγγίζει το όλο θέμα και πάλι διατηρώντας μία ενιαία αντίληψη των δικογραφημένων ισχυρισμών της ενάγουσας και στα δύο δικόγραφα της, ενώ, λαμβάνοντας επίσης υπόψη και τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε προς απόδειξη της αξίωσης της, η όλη προσπάθεια η οποία καταβλήθηκε, κατά την ακροαματική διαδικασία, ήταν η απόδειξη της ανάθεσης της κατασκευής της επίδικης κατοικίας από εγκεκριμένο εργολάβο οικοδομών και όχι η με οποιοδήποτε τρόπο απόδειξη της άρνησης του συγκεκριμένου ισχυρισμού της παραγράφου 1 της έκθεσης υπεράσπισης, ως προς το ότι δηλαδή η ενάγουσα δεν είναι εγγεγραμμένη εργολάβος και δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της αγωγής. 26 Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός πως παρά και την αναφορά σε ανάθεση από την ενάγουσα και εκτέλεση της κατασκευής της επίδικης κατοικίας από εγκεκριμένο εργολάβο οικοδομών εντούτοις εντός της απάντησης δεν αναφέρεται το όνομα του συγκεκριμένου εργολάβου. Βεβαίως επί αυτού του θέματος θα μπορούσε να θεωρηθεί είτε ότι αυτό αποτελεί μαρτυρία σε σχέση με την οποία είναι αρκετή η προβολή ισχυρισμού εντός της απάντησης της ενάγουσας είτε ότι ακόμη και να μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτό θα έπρεπε να προβαλλόταν ως ισχυρισμός εντός αυτού του δικογράφου της ενάγουσας, τότε χρονικά παρεχόταν και περιθώριο στους εναγόμενους να ζητούσαν καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με το συγκεκριμένο ισχυρισμό, κάτι όμως το οποίο δεν έπραξαν. Γ. Η Ακροαματική Διαδικασία 27 Η έμφαση η οποία δόθηκε από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων στο θέμα της προδικαστικής ένστασης αναδεικνύεται τόσο από το γεγονός της απόσυρσης της ανταπαίτησης όσο και από τη σύντομη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Η οποία, σε σχέση με την παρουσίαση μαρτυρίας, δεν διήρκεσε περισσότερο από δύο δικασίμους ενώ ο κάθε διάδικος παρουσίασε μόνο ένα μάρτυρα, η ενάγουσα προς απόδειξη της αξίωσης της βεβαίως και οι εναγόμενοι με τη δική τους σειρά αποκλειστικά προς υποστήριξη της υπεράσπισης καθώς η ανταπαίτηση τους είχε αποσυρθεί κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της μαρτυρίας του μοναδικού μάρτυρα υπεράσπισης. 28 Αξίζει να σημειωθεί πως η απάντηση της ενάγουσας προέκυψε μετά από υποβολή και έγκριση, δίχως ένσταση, αίτησης τροποποίησης της και η οποία καταχωρίσθηκε στις 9/4/
  7. Δηλαδή σε πολύ προχωρημένο στάδιο μετά και από την καταχώριση της αγωγής, η οποία καταχωρίσθηκε στις 4/3/2009 ενώ το δικόγραφο το οποίο τροποποιήθηκε είχε αρχικά καταχωρισθεί στις 19/10/
  8. Αξίζει δηλαδή να σημειωθεί πως η απάντηση προέκυψε μετά και από έγκριση αίτησης τροποποίησης η οποία ακολούθησε προηγούμενη αίτηση η οποία καταχωρίσθηκε στις 9/1/2015, δηλαδή πέραν των τεσσάρων ετών μετά και από την καταχώριση της αρχικής απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Υπενθυμίζεται επίσης πως η αρχική αίτηση τροποποίησης[3] καταχωρίσθηκε περίπου 11 μήνες πριν από την ακρόαση άλλης αίτησης των εναγόμενων για να προδικαστεί το νομικό σημείο της προδικαστικής ένστασης και σχεδόν 14 μήνες πριν από την έναρξη της ακρόασης. Δ. Η Μαρτυρία - Αξιολόγηση Της Μαρτυρίας 29 Προς απόδειξη της αξίωσης κατέθεσε ως μοναδικός μάρτυρας για την ενάγουσα η Ρένα Χαραλαμπίδου (στο εξής θα καλείται η «Χαραλαμπίδου») υιοθετώντας και γραπτή δήλωση της ως μέρος της κύριας εξέτασης της. Σημειωτέον ότι η Χαραλαμπίδου δεν είναι υπάλληλος της ενάγουσας αλλά της εταιρείας Pafilia Property Developers Limited η οποία όμως κατέχει το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας. Επίσης η Χαραλαμπίδου υπήρξε και γραμματέας της ίδιας της ενάγουσας κατά τη διάρκεια των ετών 2004 έως 2009, δηλαδή κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο. 30 Ισχυρίζεται, όπως αναφέρεται και στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης, πως η ενάγουσα δραστηριοποιείται στον τομέα αγοραπωλησίας και ανάπτυξης γης στην Κύπρο. Θέση σε σχέση με την οποία αν και αυτή δεν γίνεται δεκτή εντός της έκθεσης υπεράσπισης (παράγραφος 2) δεν αντεξετάστηκε ευθέως δίχως όμως αυτό το δεδομένο να καθορίζει και την γενικότερα αμφισβητούμενη ουσιαστικά έννοια της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ενάγουσας ως προς τον τρόπο ανάπτυξης γης στην επίδικη περίπτωση ή να εκμηδενίζει βεβαίως την επίσης γενική υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων προς τη συγκεκριμένη μάρτυρα ότι τα όσα κατέθεσε σκοπό είχαν να υποστηρίξουν τα συμφέροντα της ενάγουσας. 31 Παρά και την απουσία οποιασδήποτε συγκεκριμένης αναφοράς επί του θέματος εντός της έκθεσης απαίτησης, ή ακόμη και εντός της απάντησης της ενάγουσας, η μάρτυρας αυτή, εντός της γραπτής δήλωσης της, αναφέρεται στην ακόλουθη σημαντική ρύθμιση σε σχέση με αμφότερες τις επίδικες συμφωνίες. 32 Ότι δηλαδή η συμφωνία πώλησης γης («Land Sale Agreement») ημερομηνίας 15/10/2005 (τεκμήριο 5, η οποία στο εξής θα καλείται η «συμφωνία πώλησης γης») είχε γίνει υπό την αίρεση ότι το κτήμα το οποίο πωλήθηκε στους εναγόμενους «...θα αναπτυσσόταν μέσω των εναγόντων και υπήρχε ρητός όρος ότι σε περίπτωση που οι εναγόμενοι δεν προχωρούσαν, εντός 12 μηνών, με την υπογραφή σχετικής συμφωνίας με τους ενάγοντες για την ανάπτυξη του κτήματος οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να αξιώσουν την επιστροφή του κτήματος με την ταυτόχρονη επιστροφή του τιμήματος αγοράς στους εναγόμενους» (παράγραφος 3 της γραπτής δήλωσης). 33 Όντως εντός του τεκμηρίου 5 υπάρχει σχετικός όρος, δηλαδή ο όρος 5, με τον οποίο καθορίζεται ως ουσιώδης όρος («essential condition») της συμφωνίας πώλησης γης η υπογραφή από τους εναγόμενους, εντός 12 μηνών, σχετικής συμφωνίας με την ενάγουσα. Όχι όμως ακριβώς όπως το έθεσε η Χαραλαμπίδου. Δηλαδή, για την «...ανάπτυξη του κτήματος». 34 Ο όρος 5 έχει ως εξής. "It is hereby agreed and confirmed that it is an essential condition of the present Agreement that the Purchasers within 12 months from today will sign with the Vendors an Agreement for the construction of a villa on the said property. In the event that an Agreement for the Construction of a Villa is not signed within the above period then the Vendors retain the right to take the property back and refund to the Purchasers at the above cost price." 35 Σύμφωνα δηλαδή με τον όρο 5 της συμφωνίας πώλησης γης η συμφωνία την οποία θα υπέγραφαν οι εναγόμενοι με την ενάγουσα θα ήταν για την ανέγερση ή κατασκευή έπαυλης επί του συγκεκριμένου τεμαχίου γης («...for the construction of a villa on the said property...»). Ανάλογα δηλαδή με τη μετάφραση της λέξης «construction» από τα Αγγλικά στα Ελληνικά. 36 Διαφορετικό βεβαίως είναι να περιγράφεται από την μάρτυρα το αντικείμενο της συμφωνίας από τη μία ως αυτό της ανάπτυξης ενός κτήματος και από την άλλη, εντός της ίδιας της συμφωνίας στην οποία η μάρτυρας αναφέρεται, αυτό να περιγράφεται ως η ανέγερση ή κατασκευή έπαυλης επί αυτού. Ιδιαίτερη σημασία βεβαίως έχει το δεδομένο πως εντός της συμφωνίας αυτή η ίδια η διενέργεια της ανέγερσης ή κατασκευής δεν έχει αφεθεί μετέωρη ή συνδεθεί με αναφορά σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Αντιθέτως συνδέεται ευθέως με την ενάγουσα καθότι όπως προνοείται εντός του όρου 5 η συμφωνία ανέγερσης ή κατασκευής θα υπογραφεί με την ενάγουσα. Όπως αναφέρεται συγκεκριμένα "...the Purchasers within 12 months from today will sign with the Vendors an Agreement for the construction of a villa on the said property...". 37 Ακόμη και η αναφορά της λέξης «ανάπτυξη» στον όρο 6 συνδέεται με την ανέγερση ή κατασκευή της επίδικης έπαυλης. Δηλαδή στη φράση "...carry out the development and construct the property..." και η οποία βεβαίως συνδέεται και με το υπόλοιπο του όρου με αναφορά σε "...workmanlike manner...". Ολόκληρος ο όρος 6 έχει ως εξής. "The Vendors undertake and agree with the Purchasers to carry out the development and construct the property together with all necessary works in accordance with the approved plans in a good, thorough and workmanlike manner to the reasonable satisfaction of the Purchasers. In carrying out the constructions, it is agreed to use sound materials of suitable quality." 38 Σε σχέση και με αυτή τη μαρτυρία, η όλη γραμμή της επιχειρηματολογίας των ευπαίδευτων δικηγόρων της ενάγουσας, όπως αυτή καταγράφεται εντός της γραπτής αγόρευσης των, είναι πως η δεύτερη συμφωνία, ημερομηνίας 8/2/2006, «...ξεκάθαρα αφορούσε ανάπτυξη και πώληση και όχι εργολαβία». 39 Επισημαίνεται σε σχέση με τον όρο 5 στη συμφωνία πώλησης γης πως όχι μόνο προνοείται με αυτόν η υπογραφή συμφωνίας ανέγερσης έπαυλης αλλά επιπλέον - και αυτό κρίνεται ως ιδιαίτερα σημαντικό από το Δικαστήριο αναφορικά με την έκβαση αυτής της απόφασης - ότι αυτή η συμφωνία ανέγερσης θα υπογραφόταν με την ενάγουσα και όχι με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή ακόμη και οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο θα υποδείκνυε ή επέλεγε η ίδια η ενάγουσα ή ακόμη και πρόσωπο κοινής αποδοχής το οποίο θα επιλεγόταν μετά και από κοινή διαβούλευση με τους εναγόμενους. 40 Ως μέρος της όλης ερμηνείας της συγκεκριμένης συμφωνίας, θεωρείται ως εύλογο συμπέρασμα πως βάσει του προαναφερόμενου όρου η συναντίληψη μεταξύ των συμβαλλομένων ήταν ότι οι εναγόμενοι θα υπέγραφαν συμφωνία ανέγερσης της έπαυλης με την ίδια την ενάγουσα και ότι αυτός θα ήταν και ο σκοπός και ολοκλήρωση του συγκεκριμένου μέρους της συμφωνίας δίχως παράλληλα να προνοείται ρητά με οποιοδήποτε τρόπο πως στη συνέχεια η ενάγουσα θα υπέγραφε άλλη συμφωνία με κάποιο άλλο τρίτο πρόσωπο για την ανέγερση της έπαυλης ή ότι αυτή θα ανέθετε αυτή την ανέγερση σε οποιαδήποτε άλλη εταιρεία. 41 Απλά προς συμπλήρωση των όσων προνοούνται από τον συγκεκριμένο όρο υπενθυμίζεται πως, όπως επίσης αναφέρεται εντός αυτού, σε περίπτωση μη υπογραφής συμφωνίας για την ανέγερση έπαυλης («...an Agreement for the Construction of a Villa...») εντός της προαναφερόμενης περιόδου τότε η ενάγουσα ως πωλήτρια διατηρούσε το δικαίωμα να ανακτήσει την περιουσία και να αποζημιώσει τους ενάγοντες με το τίμημα πώλησης. 42 Διαπιστώνεται από το Δικαστήριο μία εμφανής προσπάθεια μέσω της μαρτυρίας της Χαραλαμπίδου (βλ. σχετικά την παράγραφο 32 αυτής της απόφασης) παρουσίασης μίας εκδοχής από την ενάγουσα βάσει της οποίας η συμφωνημένη επιχειρηματική δραστηριότητα της ενάγουσας δεν θα ήταν για την ανέγερση της έπαυλης αλλά για την ανάπτυξη του κτήματος το οποίο είχε πωληθεί στους εναγόμενους. Προσπάθεια η οποία όμως, έχοντας ιδιαίτερα υπόψη το περιεχόμενο σε συνδυασμό αμφότερων των επίδικων συμφωνιών, δεν κρίνεται πειστική. 43 Η κρίση του Δικαστηρίου επί αυτού του θέματος βάσει και του περιεχομένου των δικογράφων της ενάγουσας αλλά και σε σχέση με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αξίωσης της αρχίζει να διαμορφώνεται και από τη διαπίστωση αυτής της προσπάθειας διαφοροποίησης από την μάρτυρα, με την επαναδιατύπωση ουσιαστικά, σύμφωνα με τη δική της μαρτυρία, του περιεχομένου της συμφωνίας πώλησης γης. Περιεχόμενο όμως βεβαίως το οποίο υπάρχει ως δεδομένο και παραμένει αναλλοίωτο κατά την εξέταση του, δίχως να υπάρχει καν σαφής εισήγηση επί της πραγματικής πτυχής της αγωγής πως αυτό θα πρέπει να διαφοροποιηθεί - ιδιαίτερα δε επί ενός επίμαχου σημείου αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων - βάσει της οποιασδήποτε αποδοχής εξωγενούς μαρτυρίας η οποία όντως να προτείνεται και να κρίνεται ως αποδεκτή ή αξιόπιστη, κάτι το οποίο βεβαίως εν τέλει δεν κρίνεται να ισχύει σε σχέση με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από την ενάγουσα. Ή ακόμη και να θεωρείται από το Δικαστήριο πως το περιεχόμενο αυτό θα πρέπει να διαβαστεί διαφορετικά και κατ΄ επέκταση να γίνει αντιληπτό επίσης διαφορετικά κατά την ερμηνεία είτε της συγκεκριμένης συμφωνίας είτε σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της δεύτερης συμφωνίας, ημερομηνίας 8/2/2006, η οποία βεβαίως προέκυψε ως απόρροια της συμφωνίας πώλησης γης. 44 Κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας σκοπίμως αναφέρεται το Δικαστήριο στην επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων της ενάγουσας προς υποστήριξη της θέσης ότι η συμφωνία των διαδίκων στο σύνολο της (λαμβάνοντας υπόψη δηλαδή και τις δύο επίδικες συμφωνίες) δεν ήταν συμφωνία εργολαβίας αλλά συμφωνία ανάπτυξης γης και πώλησης κατοικίας. Παράλληλα όμως διατηρείται υπόψη από το Δικαστήριο πως αυτή η προτεινόμενη συμφωνία ανάπτυξης γης και πώλησης κατοικίας αναμφίβολα εμπεριέχει και το στοιχείο της ανέγερσης της κατοικίας. Βεβαίως η αξιολόγηση της μαρτυρίας διενεργείται διατηρώντας σταθερά υπόψη αυτή στο σύνολο της όπως έχει παρουσιαστεί σε συνάρτηση και με όλα τα σχετικά στοιχεία εντός αυτής, όπως το περιεχόμενο αμφότερων των επίδικων συμφωνιών, αλλά και συνδέοντας αυτή με το ίδιο το περιεχόμενο των δικογράφων των διαδίκων, επίσης στο σύνολο του. 45 Ασφαλώς, παρά και τις αναφορές του Δικαστηρίου στο περιεχόμενο και τον τρόπο παρουσίασης της μαρτυρίας της ενάγουσας προς απόδειξη της αξίωσης της, σε σχέση και με την επίδικη προδικαστική ένσταση, η μαρτυρία της Χαραλαμπίδου δεν είναι δυνατό να αλλοιώσει το ίδιο το περιεχόμενο της συμφωνίας πώλησης γης. Ούτε και βεβαίως θα ήταν επιτρεπτό για την ίδια ως μάρτυρας ουσιαστικά έστω και έμμεσα να εξέφραζε άποψη σε σχέση με την ερμηνεία του συγκεκριμένου εγγράφου. 46 Η συμφωνία πώλησης γης υπάρχει ως τεκμήριο και νομικά αναμένεται από το ίδιο το Δικαστήριο να δοθεί τελικά η ορθή ερμηνεία ως προς τη σημασία της. Υπενθυμίζεται δηλαδή ως βασική αρχή πως παρά και την έκφραση οποιασδήποτε άποψης μάρτυρα ως προς το περιεχόμενο μίας σύμβασης - έστω και κεκαλυμμένα ουσιαστικά, όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση όπου παρά και την αρχική προσπάθεια δημιουργίας της εντύπωσης απλά επανάληψης του ίδιου του περιεχομένου συγκεκριμένου όρου, εντούτοις η μάρτυρας αλλοιώνει τη διατύπωση του - η ερμηνεία μίας σύμβασης δεν παύει από το να είναι θέμα νομικό και να αποτελεί έργο του Δικαστηρίου (βλ. σχετικά την απόφαση Στέλιος Θεοδούλου ν. Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής

(1997)1 Α. Α. Δ. 1551). 47 Συνεπώς, η αναφορά της Χαραλαμπίδου εντάσσεται εντός του όλου πλαισίου της γενικότερης προσπάθειας της ενάγουσας τόσο με την απάντηση της όσο και με την όλη παρουσίαση της εκδοχής της, υπό μορφή μαρτυρίας και επιχειρηματολογίας, να εντάξει τη συνεννόηση η οποία υπήρχε μεταξύ των διαδίκων ως μία συμβατική σχέση όχι ανάθεσης ανέγερσης της κατοικίας από τους εναγόμενους και ανάληψης αυτής της ανέγερσης από την ενάγουσα αλλά ανάθεσης απλώς του συντονισμού ανάπτυξης του επίδικου κτήματος με την ανάθεση από την ίδια σε εγγεγραμμένο εργολήπτη της ανέγερσης της κατοικίας επί αυτού. 48 Σαφώς προωθείται αυτή η εκδοχή από τη μαρτυρία της Χαραλαμπίδου και σε σχέση με τη συμφωνία ημερομηνίας 8/2/2006 (τεκμήριο 6). Υπενθυμίζεται απλά ότι ο τίτλος αυτής της συμφωνίας είναι «Villa Construction Agreement», δηλαδή, σε ελεύθερη μετάφραση, «Συμφωνία Ανέγερσης της Έπαυλης» (στο εξής θα καλείται η «συμφωνία ανέγερσης»). 49 Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Χαραλαμπίδου στην παράγραφο 4 της γραπτής δήλωσης της «...οι ενάγοντες συμφώνησαν όπως αναπτύξουν το ... κτήμα με την κατασκευή μιας κατοικίας...» προσθέτοντας πως σε «...καμία περίπτωση, δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι οι ενάγοντες θα ενεργούσαν προσωπικά ως εργολήπτες ούτε η ... συμφωνία ήταν συμφωνία εργολαβίας όπου μεταξύ άλλων απαιτείται ο διορισμός από τους ιδιοκτήτες γης επιβλέποντα μηχανικού». Ισχυρίζεται, επίσης επί του ίδιου θέματος αλλά με γενικότερη αναφορά ως προς την πρακτική την οποία η ενάγουσα ακολουθούσε, πως οι ενάγοντες «...ενεργούσαν ως επιχειρηματίες ανάπτυξης γης, στη βάση δικών τους αρχιτεκτονικών σχεδίων με δικό τους επιβλέποντα μηχανικό και φρόντιζαν πάντοτε για την νόμιμη ανάπτυξη των κτημάτων που συμφωνούσαν να αναπτύξουν». Παραμένοντας επί του ιδίου θέματος και πάλι με γενική αναφορά ως προς τον τρόπο με τον οποίο η ενάγουσα λειτουργούσε ως επιχείρηση ονομάζει και συγκεκριμένο εργολήπτη. Αφήνοντας να νοηθεί πως η ίδια ρύθμιση ίσχυε και στην περίπτωση των εναγόμενων. Καθώς ισχυρίστηκε πως για «...όλες τις αναπτύξεις των εναγόντων, οι ενάγοντες διόριζαν ως εργολήπτη την PAFILIA PROPERTY DEVELOPERS LIMITED η οποία κατείχε άδεια εργολήπτη». 50 Κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης της Χαραλαμπίδου, εκτός από υιοθέτηση της γραπτής δήλωσης της, δόθηκε μαρτυρία και κατατέθηκαν διάφορα τεκμήρια τόσο αναφορικά με την ύπαρξη και εκτέλεση επιπρόσθετων εργασιών όσο και σε σχέση με το λογαριασμό τον οποίο η ενάγουσα τηρούσε για τους εναγόμενους προς απόδειξη και του υπολοίπου αυτού με περιορισμό ουσιαστικά του ποσού το οποίο αναφέρεται στην αξίωση της ενάγουσας. Αξίζει να σημειωθεί το δεδομένο πως η μάρτυρας αυτή δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με αυτό το μέρος της μαρτυρίας της, αναφορικά δηλαδή με τα διάφορα ποσά στα οποία είχε αναφερθεί ως μέρος του λογαριασμού των εναγόμενων με την ενάγουσα. Ουσιαστικά αυτό το οποίο διαπιστώνεται από το Δικαστήριο είναι πως αυτό το μέρος της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη της αξίωσης της ενάγουσας δεν αμφισβητήθηκε είτε με την αντεξέταση της Χαραλαμπίδου είτε με την προφορική κατάθεση του μοναδικού μάρτυρα υπεράσπισης. 51 Αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Χαραλαμπίδου το Δικαστήριο δέχεται ως αξιόπιστους γενικά τους ισχυρισμούς της ως προς τη δημιουργία, εξέλιξη αλλά και κατάληξη του υπολοίπου του λογαριασμού των εναγόμενων με την ενάγουσα με αναφορά στην εφαρμογή των συμφωνιών οι οποίες υπήρχαν μεταξύ της ενάγουσας και των εναγόμενων. Εντούτοις η μάρτυρας αυτή δεν κρίνεται αξιόπιστη σε σχέση με την όση προσπάθεια κατέβαλε προς προώθηση μίας εκδοχής από την ενάγουσα βάσει της οποίας η συνεννόηση η οποία όντως υπήρχε μεταξύ της ενάγουσας και των εναγόμενων δεν ήταν για την ανέγερση της επίδικης κατοικίας από την ενάγουσα αλλά για ανάπτυξη της γης η οποία είχε πωληθεί στους εναγόμενους με την κατασκευή επί αυτής από άλλο πρόσωπο δηλαδή από την συγκεκριμένη εταιρεία το όνομα της οποίας αναφέρθηκε ως εργολήπτης σε σχέση με όλες τις αναπτύξεις της ενάγουσας. 52 Όπως, παραδείγματος χάριν, ως μέρος αυτής της προσπάθειας, η απάντηση της σε σχέση με την ανυπαρξία οποιασδήποτε γραπτής αναφοράς αυτής της άλλης εταιρείας η οποία θα κατασκεύαζε την επίδικη κατοικία. Ότι δηλαδή οι εναγόμενοι γνώριζαν τη σχέση μεταξύ της ενάγουσας και της Pafilia Property Developers Limited και επίσης ότι αυτοί είχαν και συνάντηση με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της και επίσης Διευθύνων Σύμβουλο της ενάγουσας, δηλαδή τον Ηλία Ηλιάδη. Ακόμη και σε σχέση με την ύπαρξη πινακίδας εργολάβου έξω από την υπό ανέγερση κατοικία ο συμπερασματικός της ισχυρισμός ως προς το ότι δεν είχε ληφθεί οποιαδήποτε ειδοποίηση σε σχέση με την μη τοποθέτηση της, δεν κρίνεται ικανοποιητικός προς απόδειξη όντως της ύπαρξης τέτοιας πινακίδας αλλά ως μέρος της κρινόμενης ως ανεπιτυχούς προσπάθειας της προώθησης μίας εκδοχής συμπληρωματικής ουσιαστικά σε σχέση με τα όσα όντως αναφέρονται εντός της συμφωνίας ανέγερσης. 53 Εκτός και από το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών και την προσπάθεια ουσιαστικά επαναδιατύπωσης αυτού από την μάρτυρα ο κύριος λόγος βάσει του οποίου η μάρτυρας αυτή δεν κρίνεται αξιόπιστη σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα είναι το δεδομένο ότι η ίδια δεν είχε οποιοδήποτε ενεργό ρόλο είτε ως προς τις διαπραγματεύσεις οι οποίες οδήγησαν στην υπογραφή αυτών των συμφωνιών είτε ως προς την ίδια την εφαρμογή τους. Όπως η ίδια παραδέχτηκε όλες οι συναντήσεις των εναγόμενων γίνονταν με τον Γιώργο Κασσή ενώ η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε συνάντηση με αυτούς. Κυρίως ο πραγματικός της ρόλος περιοριζόταν στην εκτέλεση καθηκόντων τα οποία είχαν σχέση περισσότερο με τη θέση της ως γραμματέας της ενάγουσας και την παρακολούθηση και τήρηση του λογαριασμού των εναγόμενων με την ενάγουσα. Όπως αποκαλύπτεται και από το σύνολο των τεκμηρίων τα οποία κατατέθηκαν σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες, δηλαδή τα παραρτήματα της συμφωνίας ανέγερσης (τεκμήρια 8 και 9), τις βεβαιώσεις για επιπρόσθετες εργασίες (τεκμήρια 10, 11 και 12, με εξαίρεση το τεκμήριο 13), αλλά και τις ίδιες τις συμφωνίες, εκ μέρους της ενάγουσας υπέγραφε και προφανώς ενεργούσε εκ μέρους της ενάγουσας ο Γιώργος Κασσής ως Διευθύνων Σύμβουλος της ενάγουσας. 54 Παραδέχτηκε επίσης η μάρτυρας αυτή όχι μόνο ότι η ενάγουσα δεν είχε άδεια εργολήπτη αλλά επιπλέον, σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι η ενάγουσα ήταν εταιρεία ανάπτυξης γης και ότι δεν αναλάμβανε να κτίσει αλλά όριζε την Pafilia Property Developers Limited για αυτό το σκοπό, παραδέχτηκε επίσης πως δεν είχε οποιοδήποτε έγγραφο να παρουσιάσει αναφορικά με αυτή τη ρύθμιση, δηλαδή του τρόπου συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιρειών επί αυτού του θέματος. Επίσης, σε σχέση και πάλι αναφορικά με τον περιορισμένο ρόλο της ως προς τα επίδικα γεγονότα υπενθυμίζεται πως, όπως η ίδια ανέφερε, ήλθε στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει έγγραφα και να καταθέσει σύμφωνα με την ενημέρωση την οποία είχε. 55 Ως μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ο ίδιος ο εναγόμενος 1 η μαρτυρία του οποίου ήταν πραγματικά ελάχιστη τόσο σε έκταση όσο και σε εμβέλεια σε σχέση με το περιεχόμενο της ενώ βεβαίως, ενδεχομένως λόγω και της φύσης της μαρτυρίας του, αυτός δεν αντεξετάστηκε. Το κύρια στοιχεία τα οποία προκύπτουν από την προφορική κατάθεση αυτού του μάρτυρα είναι πρώτο, ότι κατά τις επισκέψεις του στην Κύπρο κατά τη διάρκεια ανέγερσης της επίδικης έπαυλης δεν πρόσεξε να υπάρχει οποιαδήποτε πινακίδα με το όνομα κάποιας εταιρείας έξω από το σπίτι υπό κατασκευή, δεύτερο, ως προς το ότι δεν συζήτησε με τον κύριο Κασσή ποιος θα κατασκεύαζε την επίδικη κατοικία και τέλος ότι, έχοντας υπόψη ότι η ενάγουσα δεν ήταν αδειούχος εργολάβος, δεν είχε οποιαδήποτε αξίωση από την ενάγουσα. Δεν διαπιστώνεται πραγματικά οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου ο μάρτυρας αυτός να μην κριθεί αξιόπιστος σε σχέση με τα όσα ελάχιστα ανέφερε προς υποστήριξη της υπεράσπισης. Ε. Ευρήματα Του Δικαστηρίου 56 Διατηρώντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε και την αξιολόγηση αυτής το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα σε σχέση με την πραγματική πτυχή της αγωγής. 57 Διευκρινίζεται παράλληλα πως τα ευρήματα αυτά περιορίζονται σε αυτά τα οποία κρίνονται αναγκαία έτσι ώστε το Δικαστήριο να οδηγηθεί στο τελικό συμπέρασμα του αναφορικά με τη νομική πτυχή της αγωγής, κυρίως δηλαδή αναφορικά με την προδικαστική ένσταση στην υπεράσπιση των εναγόμενων. Συνεπώς, δεν παρατίθενται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες οι οποίες δεν κρίνονται απαραίτητες, όπως, παραδείγματος χάριν, το συμφωνημένο αντάλλαγμα στη συμφωνία πώλησης. 58 Διευκρινίζεται επίσης πως, έχοντας υπόψη και την απουσία οποιασδήποτε αμφισβήτησης της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε από την Χαραλαμπίδου ως προς τη δημιουργία του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού των εναγόμενων, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε οποιαδήποτε ανάλυση της ορθότητας των υπολογισμών αυτού του υπολοίπου. 59 Τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα. 59.1 Στις 15/10/2005 η ενάγουσα και οι εναγόμενοι υπέγραψαν συμφωνία πώλησης τεμαχίου γης από την ενάγουσα προς τους εναγόμενους. 59.2 Ουσιώδης όρος της συμφωνίας πώλησης ήταν η υπογραφή εντός 12 μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της, άλλης συμφωνίας μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων για την ανέγερση έπαυλης επί του τεμαχίου γης. 59.3 Στις 8/2/2006 η ενάγουσα και οι εναγόμενοι υπέγραψαν συμφωνία για την ανέγερση έπαυλης από την ενάγουσα επί του τεμαχίου γης το οποίο οι εναγόμενοι είχαν αγοράσει από την ενάγουσα. 59.4 Πέραν των όσων είχαν συμφωνηθεί με τη συμφωνία ανέγερσης της έπαυλης οι εναγόμενοι στη συνέχεια ζήτησαν από την ενάγουσα και ανέθεσαν σε αυτήν την εκτέλεση και επιπρόσθετων οικοδομικών εργασιών τις οποίες η ενάγουσα ανέλαβε να εκτελέσει. 59.5 Η ενάγουσα τόσο πριν όσο και κατά αλλά και μετά από το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας ανέγερσης δεν ήταν εγγεγραμμένος εργολήπτης σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμο του 2001 (Ν. 29 (Ι)/2001). 59.6 Τηρήθηκε σχετικός λογαριασμός από την ενάγουσα τόσο σε σχέση με τις επιπρόσθετες εργασίες όσο και άλλων εξόδων προς όφελος των εναγόμενων. 59.7 Σύμφωνα με τη συμφωνία ανέγερσης υπήρχε πρόνοια για επιβολή τόκου 9% ετησίως σε οποιοδήποτε ποσό η πληρωμή του οποίου δεν καταβαλλόταν κατά την συμφωνημένη ημερομηνία. 59.8 Το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού των εναγόμενων κατά την ημερομηνία κατάθεσης της Χαραλαμπίδου στις 25/2/2016 ήταν €59.540,58, δηλαδή ως ποσό για υπόλοιπο τιμήματος και επιπρόσθετων εργασιών το ποσό των €58.102,79 και €1.437,79 για διάφορα έξοδα προς όφελος των εναγόμενων. ΣΤ. Η Νομική Πτυχή - Επιχειρηματολογία 60 Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο αναφέρεται πιο κάτω στη νομοθετική βάση της νομικής πτυχής της αγωγής, στη συνέχεια στην επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων και τέλος παραθέτει τη δική του ανάλυση ως προς την εφαρμογή της νομικής πτυχής σε σχέση και με τα δεδομένα της αγωγής όπως αυτά έχουν καθοριστεί σύμφωνα και με τα ευρήματα του. Διευκρινίζεται πως γενικά οι αναφορές του Δικαστηρίου πιο κάτω περιορίζονται σε επιχειρήματα και θέσεις οι οποίες κρίνονται σχετικές με αυτά τα ευρήματα. Παραδείγματος χάριν, κρίνεται αχρείαστη η αναφορά σε περιπτώσεις εγγεγραμμένου μεν αλλά μη αδειούχου εργολήπτη. 61 Σύμφωνα με το άρθρο 24 του σχετικού Νόμου απαγορεύεται, μεταξύ άλλων, σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου είτε να αναλαμβάνει ή να εκτελεί οικοδομικό έργο είτε για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό άλλου είτε να συνάπτει προφορική ή γραπτή συμφωνία για να εκτελέσει οικοδομικό έργο για λογαριασμό άλλου προσώπου. Οικοδομικό έργο, σύμφωνα με το άρθρο ερμηνείας του σχετικού Νόμου, σημαίνει, μεταξύ άλλων, την κατασκευή ή ανέγερση οικοδομής. Σύμφωνα με το άρθρο 30 του σχετικού Νόμου κάθε συμφωνία, γραπτή ή προφορική, η οποία αφορά σε ανάθεση οικοδομικού έργου σε μη εγγεγραμμένο εργολήπτη είναι άκυρη. 62 Παρατίθεται πιο κάτω η επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της βασιμότητας της αξίωσης της ενάγουσας. 62.1 Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της ενάγουσας ανέπτυξαν την εξής θέση βασισμένη σε προτεινόμενη από τους ίδιους ερμηνεία του άρθρου 30 του σχετικού Νόμου σύμφωνα με την οποία αυτό το οποίο απαγορεύεται είναι η ανάθεση της εκτέλεσης του έργου από μη εγγεγραμμένο εργολήπτη. 62.2 Προσθέτοντας ότι η χρήση της λέξης «εκτέλεση» δεν είναι τυχαία καθώς αυτή παραπέμπει σε προσωπική ενέργεια και ως εκ τούτου είναι προφανές ότι ο σχετικός Νόμος επιδιώκει την απαγόρευση εκτέλεσης έργων από μη εγγεγραμμένους εργολήπτες και δεν επεκτείνει αυτή την απαγόρευση σε άλλου είδους συμφωνίες. 62.3 Αναφορικά με αυτή τη θέση προτείνεται και η εξής επισήμανση αναφορικά με σχετική νομολογία. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν προβαίνει σε πλήρη ερμηνεία του άρθρου 30 στις αυθεντίες Μυλωνά ν. Μεσαρίτη
(2003)1 Α. Α. Δ. 700 και 1. Χριστοφή κ. ά. ν. Φετοκάκη
(2009)1 Α. Α. Δ. 1208 έτσι ώστε να παρέχεται καθοδήγηση επί του θέματος. Ουσιαστικά η εισήγηση είναι πως λανθασμένα, στην υπόθεση 1. Χριστοφή κ. ά. ν. Φετοκάκη, δεν εγέρθηκε το ζήτημα πλήρους ερμηνείας του άρθρου 30 έτσι ώστε να έχει προκύψει δικαστική κρίση σε ότι αφορά τη χρήση της λέξης «εκτέλεση». Συνεπώς, η συγκεκριμένη αυθεντία δεν αποτελεί δικαστικό προηγούμενο ή εμποδίζει την επιβαλλόμενη ερμηνεία του άρθρου 30 σε σχέση με τη χρήση της λέξης «εκτέλεση» καθότι ούτε πλήρη ερμηνεία του άρθρου 30 υπάρχει εντός αυτής αλλά ούτε και αναφορά καν στη λέξη «εκτέλεση». 62.4 Προτείνεται δε, βάσει και αυτής της εξειδικευμένης αναφοράς στη νομική πτυχή της αγωγής, η εξής βασική θέση. Ότι η απαγόρευση του άρθρου 30 αφορά σε «ανάθεση εκτέλεσης» και όχι απλά σε «ανάθεση». 62.5 Ως επίσης ότι είναι ξεκάθαρο πως το άρθρο 30 σκοπό έχει την απαγόρευση εκτέλεσης έργου από μη εγγεγραμμένο εργολήπτη και όχι σε οποιαδήποτε επιπρόσθετη απαγόρευση. Μάλιστα η οποιαδήποτε επιπρόσθετη απαγόρευση θα οδηγούσε σε αυθαιρεσία η οποία δεν θα υποστηριζόταν είτε από τους σκοπούς του σχετικού Νόμου είτε από τη λογική. 62.6 Εξάγουν δε από αυτή τη θέση τους οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της ενάγουσας τη θέση πως αυτό το οποίο απαγορεύεται από το άρθρο 30 και του οποίου κατ΄ επέκταση η απαγόρευση σαφώς περιορίζεται είναι η ανάθεση της προσωπικής εκτέλεσης έργου σε μη εγγεγραμμένο εργολήπτη. 62.7 Επί αυτής της βάσης αναπτύσσεται και η εισήγηση πως σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει η απαγόρευση του άρθρου 30 να επεκτείνεται σε συμφωνίες πώλησης κατοικιών οι οποίες ανεγείρονται σύμφωνα με τις επιθυμίες των αγοραστών όπου ουσιαστικά η κατασκευή της κατοικίας αναλαμβάνεται από τον πωλητή. Δηλαδή, σε αυτές τις περιπτώσεις η συμφωνία η οποία υπάρχει είναι για κατασκευή της κατοικίας αλλά όχι για ανάθεση προσωπικής εκτέλεσης καθότι ο πωλητής αναλαμβάνει να κατασκευάσει την κατοικία αλλά σε καμία περίπτωση δεν αναλαμβάνει να την κατασκευάσει προσωπικά. 62.8 Παραπέμπουν στη συνέχεια στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας και βάσει των δύο βασικών επίδικων συμφωνιών η ενάγουσα συμφώνησε να πουλήσει και οι εναγόμενοι να αγοράσουν ένα κτήμα και μία κατοικία η οποία θα ανεγειρόταν επί αυτού. Προσθέτοντας πως από την μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί δεν έχει καταδειχθεί ότι η ενάγουσα είτε εκτέλεσε είτε είχε πρόθεση προσωπικά να εκτελέσει οικοδομικό έργο ενώ υπενθυμίζεται πως η ενάγουσα ανέθεσε την εκτέλεση των οικοδομικών έργων στη «θυγατρική» τους Pafilia Property Developers Limited η οποία ήταν εγγεγραμμένη εργολήπτρια και κάτοχος ετήσιας άδειας. 62.9 Με αναφορά στην εισήγηση πως οι εναγόμενοι δεν έχουν δώσει οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία επισημάνθηκε πως αυτοί βασίζονται αποκλειστικά στη διατύπωση της συμφωνίας ημερομηνίας 8/2/2006 και ότι προσδοκούν πως αυτή θα κριθεί παράνομη και κατά συνέπεια άκυρη. 62.10 Διατηρώντας δε υπόψη πως εγείρεται ζήτημα ερμηνείας αυτής της σύμβασης η θέση η οποία προτάσσεται είναι πως δεν θα πρέπει να δοθεί σε αυτή μία ερμηνεία βάσει της οποίας θα κρινόταν ότι η σύμβαση προνοούσε για προσωπική εκτέλεση του οικοδομικού έργου από την ενάγουσα. 62.11 Στη συνέχεια υπάρχουν αναφορές στη βασική αρχή πως η ερμηνεία σύμβασης αποτελεί έργο του Δικαστηρίου με αναφορές αποσπασμάτων από σχετική νομολογία (βλ. σχετικά Λίλλη ν. Ξενή
(2009)1 Α. Α. Δ. 217 και Χαραλάμπους ν. Σολωμού
(2001)1 Α. Α. Δ. 1058). 62.12 Εισηγούνται πως οι εναγόμενοι δεν μπορούν παρά να βασιστούν στη χρησιμοποίηση του όρου "construction" ο οποίος σημαίνει «κατασκευή» όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί η χρήση αυτής της λέξης να ερμηνευθεί ότι σημαίνει προσωπική εκτέλεση ή ότι αποκλείει την κατασκευή από άλλο πρόσωπο ενώ υπενθυμίζουν επίσης πως στη συμφωνία ημερομηνίας 8/2/2006 δεν χρησιμοποιείται πουθενά η λέξη «εκτέλεση». 62.13 Επισημαίνουν επίσης πως εκτός από τη λέξη "construction" όλοι οι άλλοι όροι οι οποίοι χρησιμοποιούνται στη συγκεκριμένη συμφωνία αποκλείουν την ερμηνεία της ως συμφωνία εργολαβίας. Μάλιστα προσθέτουν πως αυτή χαρακτηρίζεται από την αρχή ως "sale agreement" με αντικείμενο πώλησης ("subject of sale") την κατοικία. Επιπλέον, εκτός του ότι γίνεται χρήση των όρων "Vendors", "Purchasers", "sell" και "purchase" οι παράγραφοι 9, 10, 11, 12, 13 και 14 παραπέμπουν σε συμφωνία πώλησης και όχι σε συμφωνία εργολαβίας. 62.14 Δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στη χρήση όρων οι οποίοι παραπέμπουν σε πώληση με επισήμανση πως αυτοί δεν είναι τυχαίοι καθώς η συμφωνία αφορούσε σε πώληση κατοικίας ενώ προτείνεται παράλληλα και η εισήγηση πως η «σύγχυση» προκλήθηκε από το γεγονός ότι το κτήμα μεταβιβάστηκε πριν την ολοκλήρωση της κατοικίας επισημαίνοντας επίσης πως κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας ημερομηνίας 8/2/2006 η ενάγουσα εξακολουθούσε να είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της γης και ότι αυτό το οποίο είχε συμφωνήσει ήταν να πουλήσει την κατοικία η οποία θα ανεγειρόταν. 62.15 Επιπλέον, τονίζεται ως ξεκάθαρο πως από ανάγνωση και των δύο βασικών επίδικων συμφωνιών αυτό το οποίο είχε συμφωνηθεί ήταν η πώληση κατοικίας επί του κτήματος και πως η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων δεν περιοριζόταν στην πώληση ενός κτήματος. Δηλαδή, ουσιαστικά η συμφωνία των μερών ήταν η πώληση κατοικίας η οποία θα ανεγειρόταν επί του κτήματος προσθέτοντας πως αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο στη δεύτερη συμφωνία χρησιμοποιούνται όροι οι οποίοι παραπέμπουν σε πώληση. 62.16 Η συμφωνία των μερών, θέτοντας το όλο θέμα συνοπτικά και διατηρώντας υπόψη ότι κατά το χρόνο σύναψης της δεύτερης συμφωνίας η ενάγουσα εξακολουθούσε να είναι αλλά και να ενεργεί ως η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της γης, όπως προκύπτει αυτό το οποίο αναλάμβανε ήταν να κατασκευαζόταν κατοικία επί της γης την οποία θα πουλούσε στους εναγόμενους. Με αναφορά και στην Χαραλάμπους ν. Liberty Life Insurance Public Company Limited
(2011)1 A. A. Δ. 1739 επισήμαναν πως ο κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος σύναψης της συμφωνίας και όχι ο χρόνος παράβασης της. 62.17 Τονίστηκε και πάλι πως δεν χωρεί άλλη ερμηνεία της συμφωνίας οι όροι της οποίας όπως μπορούν να γίνουν κατανοητοί από το μέσο συνετό άνθρωπο αφορούν συμφωνία πώλησης και όχι εργολαβίας. 62.18 Πρόσθεσαν επίσης ως μέρος της όλης επιχειρηματολογίας τους πως δεν υπάρχει πρόνοια στη συμφωνία για επιβλέποντα μηχανικό όπως γίνεται σε συμβόλαια εργολαβίας μεταξύ ιδιοκτήτη και εργολήπτη ενώ και πάλι τονίζεται πως πουθενά δεν γίνεται λόγος για προσωπική εκτέλεση του έργου από την ενάγουσα. 62.19 Εισηγούνται μάλιστα πως αυτό το οποίο επιδιώκουν οι εναγόμενοι είναι να προσθέσουν στη συμφωνία και να την αλλάξουν κατά τρόπο που να τους βολεύει, όμως έχοντας υπόψη ότι η συμφωνία δεν αναφέρεται σε προσωπική εκτέλεση του έργου από την ενάγουσα μία τέτοια ερμηνεία της θα ισοδυναμούσε με αλλοίωση της καθότι η συμφωνία ξεκάθαρα αφορούσε ανάπτυξη και πώληση και όχι εργολαβία. Συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα παρανομίας και ακυρότητας της συμφωνίας. 63 Η επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της υπεράσπισης και της βασιμότητας της προδικαστικής ένστασης εντός αυτής είναι πολύ πιο απλή και περιορισμένη τόσο ως προς την έκταση της όσο και ως προς τη δομή της. Μετά και από αναφορά στην εξ ακοής μαρτυρία η οποία δόθηκε προς απόδειξη της διεκπεραίωσης των επιπρόσθετων εργασιών η επιχειρηματολογία επικεντρώθηκε στην εφαρμογή του σχετικού Νόμου στη βάση και της παραδοχής της ενάγουσας ως προς το ότι ουδέποτε είχε άδεια εργολήπτη. Η εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγόμενων είναι πως βάσει αυτής της παραδοχής αναδεικνύεται η παραβίαση των άρθρων 24 (βλ. σχετικά την παράγραφο 61 αυτής της απόφασης) και 25 του σχετικού Νόμου τα οποία αναφέρονται στη διάπραξη αδικημάτων από μη εγγεγραμμένους εργολήπτες. Σύμφωνα με τη θέση τους το γεγονός της ανυπαρξίας άδειας καθιστά τόσο τη συμφωνία ανέγερσης όσο και τις συμφωνίες για επιπρόσθετες εργασίες παράνομες με αποτέλεσμα αυτές να στερούνται οποιουδήποτε ανταλλάγματος. Δίδεται ιδιαίτερη έμφαση με αυτή την επιχειρηματολογία στην οικοδομική φύση των εργασιών τις οποίες διεξήγαγε η ενάγουσα παράλληλα όμως τονίζεται πως ξεκάθαρα αναφέρεται στις γραπτές συμφωνίες πως η ενάγουσα αναλάμβανε να εκτελέσει αυτές τις εργασίες και συνεπώς όφειλε να έχει άδεια εργολήπτη. Αναφέρθηκε δε σχετική νομολογία επί του θέματος (βλ. σχετικά 1. Πισιάρας κ. ά. ν. 1. Μιχαηλίδης κ. ά.
(2000)1 Α. Α. Δ. 817, 1. Χριστοφή κ. ά. ν. Φετοκάκη
(2009)1 Α. Α. Δ. 1208 και 1. Γρηγορίου κ. ά. ν. Οικοσυνθέσεις Λτδ
(2010)1 Α. Α. Δ. 1932). Βάσει δε αυτής της επιχειρηματολογίας και νομολογίας κάλεσαν το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή. Ζ. Η Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα του Δικαστηρίου 64 Διατηρώντας υπόψη τόσο τη σχετική νομοθεσία όσο και ερμηνευτική αυτής νομολογία και λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων σε συνάρτηση και με τα ευρήματα του Δικαστηρίου βάσει και της μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί, το Δικαστήριο καταλήγει στις ακόλουθες διαπιστώσεις αναφορικά με τη νομική πτυχή της αγωγής. Διευκρινίζεται πως μέρος του σκεπτικού του Δικαστηρίου αποτελείται και από τις παρατηρήσεις του οι οποίες παρατίθενται πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δίχως να κρίνεται απαραίτητη η επανάληψη τους σε αυτό το μέρος της απόφασης. 65 Κατ΄ αρχάς, σε σχέση και με την ουσία της αγωγής, απορρίπτεται ως αβάσιμη η θέση των εναγόμενων ως προς την απουσία της δυνατότητας ουσιαστικά να αποδεικνύεται η αξίωση της ενάγουσας - ανεξάρτητα δηλαδή και από την αποδοχή ή μη της προδικαστικής ένστασης - εξαιτίας της εξ ακοής φύσης της μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί. 66 Δεδομένο ασφαλώς αποτελεί η δυνατότητα αποδοχής από το Δικαστήριο εξ ακοής μαρτυρίας (άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9) ως επίσης και το γεγονός μη άσκησης του δικαιώματος από τους εναγόμενους να είχαν αιτηθεί την κλήτευση μαρτύρων για αντεξέταση σε σχέση με την εξ ακοής μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε (άρθρο 26 του ίδιου Νόμου) ενώ λαμβάνοντας υπόψη τους σχετικούς παράγοντες βάσει των οποίων αξιολογεί το Δικαστήριο τη βαρύτητα η οποία θα αποδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία (άρθρο 27 του ίδιου Νόμου) και δίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα επί αυτού του θέματος στα έγγραφα τα οποία η Χαραλαμπίδου παρουσίασε, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει ότι ελλείπει η απαραίτητη μαρτυρία προς απόδειξη της διεκπεραίωσης τόσο των αρχικών όσο και των επιπρόσθετων οικοδομικών εργασιών και της καταβολής άλλων εξόδων τα οποία η ενάγουσα υπέστη προς όφελος των εναγόμενων έτσι ώστε να αποδεικνύεται το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού των εναγόμενων με την ενάγουσα. 67 Ως προς την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των θέσεων της ενάγουσας επί του βασικού θέματος προς εξέταση, το Δικαστήριο καταλήγει στις ακόλουθες διαπιστώσεις. 67.1 Υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με το άρθρο ερμηνείας του σχετικού Νόμου «οικοδομικό έργο» σημαίνει, μεταξύ άλλων, την κατασκευή ή ανέγερση οικοδομής ή οποιαδήποτε οικοδομική εργασία η οποία αποτελεί ή περιλαμβάνει κατασκευή ή ανέγερση οικοδομής ή μέρους αυτής. 67.2 Η θέση πως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 30 του σχετικού Νόμου μία διάκριση μεταξύ ουσιαστικά της ανάθεσης εκτέλεσης και της προσωπικής εκτέλεσης οικοδομικού έργου δεν πείθει το Δικαστήριο ως ορθή. Δεν κρίνεται δηλαδή ως ορθή η εισήγηση αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 30 έτσι ώστε να προκύπτει διαχωρισμός εντός της έννοιας της φράσης «ανάθεση της εκτέλεσης» έτσι ώστε η απαγόρευση η οποία προβλέπεται εντός αυτού να είναι σε σχέση με ότι αφορά ανάθεση εκτέλεσης και όχι απλά σε ανάθεση. 67.3 Η απαγόρευση του άρθρου 30 είναι σαφής και δεν χρήζει οποιασδήποτε διαφορετικής ερμηνείας από την απλή γραμματική ερμηνεία αυτού, αποδίδοντας δηλαδή τη συνήθη ερμηνεία του λόγου του κειμένου με την οποία συντελείται η μεταβίβαση της σκέψης του νομοθέτη στη σκέψη του Δικαστηρίου το οποίο καλείται να εφαρμόσει αυτή τη νομοθεσία. 67.4 Η απαγόρευση του άρθρου 30 αφορά την ανάθεση της εκτέλεσης οικοδομικού έργου σε μη εγγεγραμμένο εργολήπτη. 67.5 Το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία, βάσει και των ευρημάτων του, ως προς το ότι ακριβώς αυτό είχε συμβεί στην επίδικη περίπτωση τόσο της αρχικής συμφωνίας ανέγερσης όσο και στις επακόλουθες συμφωνίες για επιπρόσθετες εργασίες. Σαφώς αυτές αφορούν την ανάθεση της εκτέλεσης του οικοδομικού έργου ή οικοδομικών εργασιών από τους εναγόμενους στην ενάγουσα και όχι σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Η δε θέση πως η αρχική συμφωνία ανέγερσης αποτελεί συμφωνία πώλησης και όχι ανέγερσης και βάσει της οποίας η ενάγουσα είχε μεν ως πωλητής αναλάβει την κατασκευή της κατοικίας αλλά όχι προσωπικά ως εργολήπτης, δεν γίνεται δεκτή ως πειστική από το Δικαστήριο. 67.6 Αναμφίβολα συμπλέκεται το στοιχείο της πώλησης τόσο της γης όσο και της επίδικης κατοικίας στις συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων όμως αυτό το δεδομένο δεν καθιστά τη συμφωνία ανέγερσης ή οποιαδήποτε επακόλουθη συμφωνία εκτέλεσης επιπρόσθετων εργασιών ως συμφωνία πώλησης και όχι συμφωνία βάσει της οποίας οι εναγόμενοι ανάθεταν στην ενάγουσα την εκτέλεση οικοδομικού έργου ή οικοδομικών εργασιών. 67.7 Το Δικαστήριο κρίνει πως η μόνη ορθή ερμηνεία η οποία είναι δυνατό να δοθεί τόσο στην αρχική συμφωνία ανέγερσης όσο και σε οποιαδήποτε επακόλουθη συμφωνία για επιπρόσθετες εργασίες είναι ότι όντως με αυτές προνοείτο η ανάθεση της εκτέλεσης αλλά και η κατ΄ επέκταση προσωπική εκτέλεση οικοδομικού έργου ή οικοδομικών εργασιών από την ενάγουσα και όχι από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. 67.8 Όπως αναφέρεται σχετικά στην Λίλλης ν. Ξενή
(2009)1 Α. Α. Δ. 217 κάθε όρος μιας σύμβασης δεν θα πρέπει να διαβάζεται απομονωμένος από το όλο πνεύμα της συμφωνίας και της πρόθεσης των συμβαλλομένων και η ερμηνεία που δίδεται σε μια σύμβαση πρέπει να είναι λογική και να οδηγεί στην πραγμάτωση του σκοπού και της πρόθεσης των συμβαλλομένων, όπως αυτή συνάγεται από το κείμενο εξεταζόμενο ως ένα σύνολο, χωρίς να απομονώνεται οποιαδήποτε φράση. 67.9 Ενώ όπως αναφέρεται και στην Σολωμού Χαραλάμπους ν. 1. Σολωμού κ. ά.
(2001)1 Α. Α. Δ. 1058 ο βασικός ερμηνευτικός κανόνας των συμβάσεων συναρτά τη βούληση των συμβαλλομένων με τη σημασία που ενέχουν οι όροι που χρησιμοποιούνται στην καθομιλουμένη όπως αυτοί γίνονται κατανοητοί από το μέσο συνετό άνθρωπο υπό το πρίσμα του υπόβαθρου της συμφωνίας αποκλειομένων όμως των διαπραγματεύσεων. 67.10 Πραγματικά δεν κρίνεται ως πειστική η θέση πως η χρήση της λέξης "construction" εντός της αρχικής συμφωνίας ανέγερσης με την έννοια της κατασκευής δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί πως σημαίνει παράλληλα και προσωπική εκτέλεση από την ενάγουσα ή ότι αυτό αποκλείει την κατασκευή από άλλο πρόσωπο. 67.11 Σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της συμφωνίας ανέγερσης ότι αυτό το οποίο είχαν στο μυαλό τους τόσο οι εναγόμενοι όσο και η ενάγουσα ήταν ότι οι εναγόμενοι, έστω και με την περιγραφή τους ως Αγοραστές (Purchasers) ανέθεταν στην ενάγουσα και η ενάγουσα, έστω και με περιγραφή της ως Πωλήτρια (Vendor), αναλάμβανε την υποχρέωση κατασκευής και ολοκλήρωσης της έπαυλης (όρος 2). 67.12 Υπενθυμίζεται πως καμία αναφορά δεν υπάρχει εντός της συμφωνίας ανέγερσης βάσει και της οποίας θα αναλάμβανε την κατασκευή της επίδικης κατοικίας κάποιο τρίτο πρόσωπο στο οποίο η ενάγουσα θα ανέθετε αυτή την κατασκευή. Ουσιαστικά αποδοχή της θέσης των ευπαίδευτων δικηγόρων της ενάγουσας θα οδηγούσε σε αλλοίωση της συμφωνίας ανέγερσης με την προσθήκη πρόνοιας ως προς αυτή τη ρύθμιση, η οποία πρόνοια όχι μόνο δεν υπάρχει εντός αυτής αλλά ούτε και είναι δυνατό να εξαχθεί ως λογικό συμπέρασμα βάσει μίας συνολικής ερμηνείας της συμφωνίας ανέγερσης ως αυτό το οποίο όντως είχαν στο μυαλό τους οι συμβαλλόμενοι όταν υπέγραφαν τη συμφωνία. 67.13 Ούτε και η θέση ότι προκλήθηκε σύγχυση από το γεγονός της μεταβίβασης της γης πριν την ολοκλήρωση της κατοικίας κρίνεται πειστική. 67.14 Πραγματικά το γεγονός ότι η ενάγουσα εξακολουθούσε να είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της γης κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας ανέγερσης δεν είναι δυνατό να κριθεί πως οδηγεί σε λογικό συμπέρασμα ότι αυτό το οποίο είχε συμφωνήσει ήταν αποκλειστικά να πουλήσει την κατοικία η οποία θα ανεγειρόταν. Καθώς αναμφίβολα, σύμφωνα και με το περιεχόμενο της συμφωνίας ανέγερσης, η ίδια η ενάγουσα σαφώς αναλάμβανε την ανέγερση αυτής της κατοικίας έστω και εάν όντως το αντάλλαγμα για αυτή την υποχρέωση περιγράφεται ως τίμημα αγοράς (purchase price). 67.15 Επί αυτού ακριβώς του θέματος υπενθυμίζεται μάλιστα η διασύνδεση του τρόπου πληρωμής όχι μόνο με συγκεκριμένες ημερομηνίες αλλά και υπό την επιφύλαξη προκαθορισμένων σταδίων ανέγερσης της κατοικίας όπως αυτά αναφέρονται στον όρο 3 b («...to be paid by 30th of September 2006, and subject to the structure being completed...»), 3 c («...to be paid by 31st of March, 2007, and subject to the structure being walled in...»), 3 d («...to be paid by 28th of September 2007, subject to the property being ready for delivery...») και 3 e («...to be paid by 31 December 2007, subject that the snagging list ... has been carried out by the Vendors...»). 67.16 Επιπλέον βεβαίως παρά και τη χρήση της λέξης "Vendors" ως περιγραφή της ενάγουσας και της λέξης "Purchasers" σε σχέση με τους εναγόμενους ή ακόμη και της λέξης ανάπτυξη ("development") κρίνεται πως δεν παύουν οι ενέργειες οι οποίες αναφέρονται ως μέρος των υποχρεώσεων της ενάγουσας να έχουν άμεση σχέση με τη διεκπεραίωση οικοδομικού έργου και οικοδομικών εργασιών. Όπως στον όρο 6 σύμφωνα με τον οποίο προνοούνται τα ακόλουθα. "6. The Vendors undertake and agree with the Purchasers to carry out the development and construct the property together with all necessary works in accordance with the approved plans in a good, thorough and workmanlike manner to the reasonable satisfaction of the Purchasers. In carrying out the constructions, it is agreed to use sound materials of suitable quality." 67.17 Ουσιαστικά το ίδιο το περιεχόμενο της συμφωνίας ανέγερσης δεν παρέχει οποιοδήποτε περιθώριο αποδοχής ως βάσιμης της εισήγησης πως πουθενά εντός της συμφωνίας ανέγερσης δεν γίνεται λόγος για προσωπική εκτέλεση του έργου από την ενάγουσα. 68 Αναφορικά με την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της υπεράσπισης και της βασιμότητας της προδικαστικής ένστασης βασική θέση η οποία γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο είναι η εξής. Όντως το γεγονός της ανυπαρξίας άδειας εργολήπτη από την ενάγουσα καθιστά τόσο τη συμφωνία ανέγερσης όσο και τις συμφωνίες για επιπρόσθετες εργασίες παράνομες καθότι σαφώς η ενάγουσα αναλάμβανε την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών. 69 Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην 1. Χριστοφή κ. ά. ν. Φετοκάκη
(2009)1 Α. Α. Δ. 1208 παρέχει επαρκή νομική βάση ως αυθεντία προς υποστήριξη αυτού του συμπεράσματος του Δικαστηρίου. Πραγματικά η εισήγηση πως η απόφαση αυτή είτε δεν αποτελεί δικαστικό προηγούμενο σε σχέση με την πλήρη ερμηνεία του άρθρου 30 είτε δεν εμποδίζει την προτεινόμενη ερμηνεία της λέξης «εκτέλεση» ή ότι γενικά δεν παρέχει πλήρη ερμηνεία του άρθρου 30 του σχετικού Νόμου έτσι ώστε να παρέχεται καθοδήγηση επί του θέματος δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ως ορθή. 70 Ασφαλώς και το Ανώτατο Δικαστήριο στη συγκεκριμένη αυθεντία δεν προβαίνει σε ανάλυση του άρθρου 30 εκτός του πλαισίου των γεγονότων της έφεσης υπό εξέταση, όμως δεν παύει η απόφαση του να παρέχει ασφαλή καθοδήγηση αναφορικά με την εφαρμογή του συγκεκριμένου άρθρου σε περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται η ύπαρξη συμφωνίας ανάθεσης οικοδομικού έργου σε μη εγγεγραμμένο εργολήπτη. 71 Όπως και στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση η παρανομία συνίστατο στο γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν ήταν εγγεγραμμένος εργολήπτης και εφόσον η συμφωνία των μερών στην αληθινή της φύση συνιστούσε ανάθεση εκτέλεσης οικοδομικού έργου τότε ήταν άκυρη εξαρχής. Συνεπώς, όπως κρίθηκε και από το πρωτόδικο Δικαστήριο στην
  1. Χριστοφή κ. ά. ν. Φετοκάκη, εφόσον η συμφωνία των διαδίκων ήταν παράνομη δεν ήταν επιτρεπτό, κατ΄ επίκληση ή δια μέσου της, να επιτύχει η αξίωση. Όπως και στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση κρίθηκε πως υπήρχε ανάθεση της εκτέλεσης του οικοδομικού έργου στον εφεσίβλητο ο οποίος ήταν και ο μόνος που γνώριζαν οι εφεσείοντες. 72 Επομένως, εφόσον το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρεται σε ανάθεση της εκτέλεσης, όπως ακριβώς χρησιμοποιείται και η ίδια φράση στο άρθρο 30 του σχετικού Νόμου, πραγματικά καθόλου πειστική δεν κρίνεται η προσπάθεια των ευπαίδευτων δικηγόρων της ενάγουσας να δοθεί ξεχωριστή ερμηνεία στη λέξη «εκτέλεση». Όπως αναφέρεται μάλιστα χαρακτηριστικά στο τέλος της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου η περίπτωση υπό εξέταση αφορούσε «...ανάθεση και ανάληψη της εκτέλεσης συνολικού έργου έναντι συνολικού ποσού...». Όπως ακριβώς δηλαδή και στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 73 Η διάκριση η οποία προτάθηκε με την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων δικηγόρων της ενάγουσας μεταξύ της απαγόρευσης της «ανάθεσης εκτέλεσης» και όχι απλά «ανάθεσης» ή ότι η απαγόρευση του άρθρου 30 σκοπό έχει την απαγόρευση εκτέλεσης έργου από μη εγγεγραμμένο εργολήπτη και όχι οποιαδήποτε επιπρόσθετη απαγόρευση ή ότι η απαγόρευση σαφώς περιορίζεται στην ανάθεση προσωπικής εκτέλεσης έργου σε μη εγγεγραμμένο εργολήπτη αποτελούν επιχειρήματα τα οποία δεν πείθουν το Δικαστήριο ως βάσιμα. 74 Η απαγόρευση του άρθρου 30 είναι πολύ πιο απλή και σαφής όπως αναγνωρίζεται και από το όλο σκεπτικό της
  2. Χριστοφή κ. ά. ν. Φετοκάκη. Πραγματικά όχι μόνο δεν πείθει νομικά αλλά ούτε και σε σχέση με την πραγματική πτυχή των γεγονότων της περίπτωσης υπό εξέταση, η θέση πως ουσιαστικά αυτό το οποίο είχε συμβεί ήταν η κατάληξη σε μία συμφωνία μεταξύ των διαδίκων βάσει της οποίας οι εναγόμενοι δεν είχαν αναθέσει στην ενάγουσα την προσωπική εκτέλεση της κατασκευής της επίδικης κατοικίας αλλά η ενάγουσα είχε αναλάβει μεν να κατασκευάσει την κατοικία αλλά σε καμία περίπτωση δεν είχε αναλάβει να την κατασκευάσει προσωπικά. Η. Τελικό Συμπέρασμα 75 Επομένως, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στο σύνολο τους και ιδιαίτερα το γεγονός ότι η ενάγουσα εταιρεία κατά την υπογραφή της συμφωνίας ανέγερσης ή οποιασδήποτε επακόλουθης συμφωνίας για επιπρόσθετες εργασίες δεν ήταν εγγεγραμμένη εργολήπτρια σε σχέση είτε με το οικοδομικό έργο το οποίο ή τις οικοδομικές εργασίες τις οποίες είχε αναλάβει, το Δικαστήριο καταλήγει σε τελικό συμπέρασμα πως η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στη διεκδίκηση αμοιβής για τις εργασίες ανέγερσης της επίδικης έπαυλης ή οποιεσδήποτε επιπρόσθετες εργασίες καθώς τόσο η αρχική όσο και οι επακόλουθες συμφωνίες ήταν παράνομες και άκυρες εξαρχής με αποτέλεσμα η ενάγουσα να μην δικαιούται να αξιώνει την οποιαδήποτε αμοιβή ή έξοδα βάσει αυτών των συμφωνιών (βλ. σχετικά
  3. Γρηγορίου κ. ά. ν. Οικοσυνθέσεις Λτδ
(2010)1 Α. Α. Δ. 1932). 76 Συνεπώς η αγωγή της θα πρέπει να απορριφθεί. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει το ενδεχόμενο διαχωρισμού από το συνολικό ποσό της αξίωσης του ποσού €1.352,36 το οποίο αξιώνεται ως έξοδα διαμονής και για ενοικίαση ταξί ή ακόμη και του ποσού των €85,43 για ενοικίαση περενοφόρου ανυψωτικού οχήματος (forklift) όμως όπως κρίνεται - σύμφωνα και με τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί από την ενάγουσα - η δυνατότητα αυτή δεν παρέχεται καθώς δεν καθίσταται εφικτή η αποσύνδεση αυτών των ποσών από την αρχική συμφωνία ανέγερσης και τις επακόλουθες συμφωνίες για επιπρόσθετες εργασίες. Δηλαδή, η παρανομία η οποία διαπιστώνεται σε σχέση με τις προαναφερόμενες συμφωνίες έχει καθοριστική επίδραση σε σχέση με τη διεκδίκηση και αυτών των ποσών. 77 Προστίθεται όμως προς διασαφήνιση του τελικού συμπεράσματος του Δικαστηρίου και σε περίπτωση ανατροπής αυτού κατ΄ έφεση το εξής. Σε περίπτωση κατά την οποία αυτό ήταν διαφορετικό και γινόταν δεκτή η γενικότερη θέση των ευπαίδευτων δικηγόρων της ως προς την πραγματική φύση της βασικής επίδικης συμφωνίας ανέγερσης ως μία νόμιμη και έγκυρη συμφωνία πώλησης και ανάπτυξης γης και όχι ως μία παράνομη και συνεπώς άκυρη συμφωνία εργολαβίας και η προδικαστική ένσταση δεν γινόταν δεκτή από το Δικαστήριο τότε σε αυτή την περίπτωση θα εκδιδόταν απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος των εναγόμενων αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά σύμφωνα με την αξίωση της ενάγουσας και ως η μαρτυρία της Χαραλαμπίδου, δηλαδή για ποσό €59.540,58 με τόκο 9% ετησίως από 10/11/2007 επί του ποσού των €58.102,79 και νόμιμο τόκο επί του υπολοίπου ποσού των €1.437,79 78 Επομένως, η αγωγή της ενάγουσας απορρίπτεται. Επιπλέον, καθώς όπως διαπιστώνεται δεν προκύπτει με σαφήνεια από το πρακτικό το οποίο τηρήθηκε στις 29/2/2016 απόρριψη της ανταπαίτησης των εναγόμενων και η οποία δεν προωθήθηκε καθόλου κατά την ακροαματική διαδικασία, διευκρινίζεται πως με αυτή την απόφαση απορρίπτεται και η ανταπαίτηση. Σε σχέση με τα έξοδα για την εκδίκαση της αγωγής δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου αυτά να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα αυτής της εκδίκασης. Συνεπώς, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και εις βάρος της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. 79 Τέλος, θεωρώ πως θα ήταν παράλειψη μου να μην εκφράσω την εκτίμηση του Δικαστηρίου ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων με την έμπρακτη εφαρμογή ορθής αντίληψης του σημαντικού τους ρόλου ως λειτουργοί της δικαιοσύνης με σαφή περιορισμό τόσο των επίδικων θεμάτων όσο και της έκτασης της ακροαματικής διαδικασίας αλλά παράλληλα και τη λύπη μου ως προς την καθυστέρηση σε σχέση με την έκδοση αυτής της απόφασης η οποία οφείλεται στο φόρτο εργασίας του Δικαστηρίου επί καθημερινής βάσης και στον αριθμό και άλλων επιφυλαγμένων αποφάσεων με ανάλογη χρονική προτεραιότητα ως προς την έκδοση τους είτε συνήθως έχοντας ως βασικό κριτήριο την ημερομηνία επιφύλαξης τους είτε διαφορετικά σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις εξαιτίας της επείγουσας φύσης της διαδικασίας βάσει της οποίας αυτές προέκυψαν και των οποίων η έκδοση έχει κατ΄ εξαίρεση προηγηθεί της έκδοσης της απόφασης σε αυτή την αγωγή παρά και τη μεταγενέστερη ημερομηνία επιφύλαξης των. ___________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Διευκρινίζεται προς αποφυγή σύγχυσης πως παρά και τις αναφορές εντός των δικογράφων στους ενάγοντες στον πληθυντικό το Δικαστήριο αναφέρεται στην ενάγουσα, ως εταιρεία, στον ενικό. [2] O τονισμός των γραμμάτων, ως επίσης και η οποιαδήποτε υπογράμμιση ή άλλη μορφοποίηση του κειμένου εντός αυτής της απόφασης, γίνεται σε κάθε περίπτωση από το Δικαστήριο ενώ τα οποιαδήποτε αποσπάσματα είτε από τα δικόγραφα ή άλλα έγγραφα ή από τη νομοθεσία ή νομολογία παρατίθενται με κυρτά γράμματα (italics). [3] Διευκρινίζεται απλά ότι η αναγκαιότητα καταχώρισης δεύτερης αίτησης τροποποίησης προέκυψε μετά και από παράλειψη του Δικαστηρίου να εκδώσει ανάλογο διάταγμα τροποποίησης σύμφωνα και με το πλήρες αιτητικό μέρος της αίτησης.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.