← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΥΠΠΑΡΗ ν. ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 705/2016, 7/3/2017

ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΥΠΠΑΡΗ ν. ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 705/2016, 7/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 705/2016 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΥΠΠΑΡΗ (Α.Δ.Τ. 739408) Ενάγοντα και ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ (Α.Δ.Τ. 621007) Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 02.08.16 για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος Ημερομηνία: 07.03.17 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Α. Ιωαννίδου για κ.κ. Κ. Π. Δημητριάδη ΔΕΠΕ (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κα Κ. Μενοίκου για κ. Α. Χρ. Αλεξάνδρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 10.05.16 ο Εναγόμενος (στο εξής ο 'Αιτητής') καταχώρησε την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή υπό τη μορφή ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος μέσα από την οποία αξιώνει εναντίον του Εναγομένου (στο εξής ο 'Καθ' ου η αίτηση') το συνολικό ποσό των €101.297 ως αποζημιώσεις για ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε εξ' υπαιτιότητας του Καθ' ου η αίτηση, μετά την εκτέλεση εργασιών αποκατάστασης στο υποστατικό εντός του τεμαχίου 328, φύλλο/σχέδιο 35/10 στη βιομηχανική περιοχή Δρούσιας (στο εξής το 'επίδικο ακίνητο'), ιδιοκτησίας του Αιτητή που ο Καθ' ου η αίτηση κατείχε ως ενοικιαστής δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου, ως αποτέλεσμα πυρκαγιάς που προκλήθηκε σ' αυτό, παράλειψη πληρωμής ενοικίων για περίοδο 4 μηνών και εγκατάλειψης του ενοικιαζόμενου χώρου 25 μήνες πριν από τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου ενοικίασης. Στις 02.08.16 ο Αιτητής προώθησε δια κλήσεως την παρούσα αίτηση με την οποία ζητεί την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στον Καθ' ου η αίτηση να μεταβιβάσει δυνάμει δωρεάς ή πώλησης ή με καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει, υποθηκεύσει ή επιβαρύνει το μερίδιο 2/5 που διαθέτει στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/2904, τεμάχιο 662, φύλλο/σχέδιο 26/37, τμήμα 0 που βρίσκεται στην Αργάκα της επαρχίας Πάφου (στο εξής το 'επίμαχο ακίνητο') μέχρι τελείας εκδίκασης της αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στο άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-4 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο κοινοδίκαιο, στις αρχές επιείκειας, στην εγγενή εξουσία και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν την έκδοση του αιτουμένου απαγορευτικής φύσεως διάταγμα περιέχονται σε ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 02.08.16, στην οποία επισυνάπτονται επτά τεκμήρια. Συνοπτικά αυτό που καταγράφεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση είναι ότι δυνάμει σχετικού συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 21.07.12 ο Αιτητής ενοικίασε στον Καθ' ου η αίτηση χώρο συνολικού εμβαδού 600 τ.μ. περίπου που βρίσκεται εντός του επιδίκου ακινήτου για την περίοδο από 01.09.12 μέχρι 31.08.15 έναντι μηνιαίου ενοικίου €1.

  1. Αντίγραφο του περιεχομένου του ενοικιαστηρίου εγγράφου επισυνάπτεται ως Τεκμήρια 1 και
  2. Με την ενοικίαση ο εν λόγω χώρος περιήλθε στην κατοχή του Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος και τον χρησιμοποιούσε για επαγγελματικούς σκοπούς. Όπως επίσης αναφέρεται, στις 22.07.13 ξέσπασε πυρκαγιά που σύμφωνα με την πυροσβεστική υπηρεσία ξεκίνησε σε σωρό από κάρβουνα που βρίσκονταν στο πάτωμα εντός του ενοικιαζόμενου χώρου με αποτέλεσμα να προκληθούν ζημιές τόσο στο χώρο εκείνο όσο και ευρύτερα στο τεμάχιο. Σχετική γραπτή αναφορά της πυροσβεστικής υπηρεσίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με τον Αιτητή, μετά την άρνηση του Καθ' ου η αίτηση να εκτιμήσει και να πληρώσει για τις ζημιές που η φωτιά προκάλεσε, ο ίδιος ανέλαβε την αποκατάσταση των ζημιών, το κόστος των οποίων ισχυρίζεται ότι ανήλθε στα €57.797 πλέον Φ.Π.Α. Αντίγραφο επιστολής ασφαλιστικής εταιρείας Prime Insurance προς τον Καθ' ου η αίτηση και απαντητική του τελευταίου επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
  4. Έκθεση εκτίμησης επιδιόρθωσης των ζημιών από την εταιρεία EN Manos (Cyprus Ltd) επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  5. Περαιτέρω ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι από την ημέρα που η φωτιά εκδηλώθηκε ο Καθ' ου η αίτηση εγκατέλειψε το χώρο χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές ύψους €37.500, η οποία ισοδυναμεί με απώλεια ενοικίων 25 μηνών που είναι ο χρόνος που υπολειπόταν μέχρι τη λήξη της συμφωνημένης περιόδου ενοικίασης. Επιπλέον ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να καταβάλει τα ενοίκια τεσσάρων μηνών συνολικού ύψους €6.
  6. Σύμφωνα ακόμη με τον Αιτητή, με βάση προσωπική του γνώση από τη συνεργασία του με τον Καθ' ου η αίτηση αλλά και από πληροφορίες που έλαβε από συγχωριανούς του Καθ' ου η αίτηση, ο τελευταίος είναι καταχρεωμένος και οφείλει μεγάλα χρηματικά ποσά τόσο σε τράπεζες όσο και σε ιδιώτες. Όπως συνεχίζει ο Αιτητής να αναφέρει, η κακή οικονομική κατάσταση του Καθ' ου η αίτηση ενισχύεται από το ότι όλη σχεδόν η ακίνητη περιουσία του είναι επιβαρυμένη με πολλαπλές υποθήκες και εγγραφές δικαστικών αποφάσεων, το οποίο ανακάλυψε κατόπιν σχετικής έρευνας που διενήργησε στο κτηματολόγιο στις 11.07.
  7. Πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  8. Ο Αιτητής ακόμη επικαλείται αποξένωση ενός ακινήτου του δια δωρεάς στις αρχές του έτους 2014 προς όφελος της εταιρείας LCN Developers Limited, της οποίας μοναδικός διευθυντής είναι ο Καθ' ου η αίτηση. Σχετικό ενημερωτικό έντυπο από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  9. Κατά τη γνώμη του Αιτητή όλα αυτά αποτελούν βάσιμο κίνδυνο η δικαστική απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ του να παραμείνει ανικανοποίητη. Επιπλέον κατά την άποψη του Αιτητή δικαιολογείται και το ισοζύγιο της ευχέρειας αφού αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αλλά αποτύχει να αποδείξει την εκδοχή του στην αγωγή ο Καθ' ου η αίτηση δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ενώ αν το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδοθεί και αποδείξει την υπόθεση του στην αγωγή δεδομένου του ορατού κινδύνου η δικαστική απόφαση να παραμείνει ανικανοποίητη ο ίδιος θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Γενικότερα ο Αιτητής πιστεύει ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναφερόμενος στο χρονικό σημείο που καταχώρησε την αγωγή και ακολούθως που προώθησε την υπό κρίση αίτηση, ο Αιτητής είπε ότι οι πληροφορίες που είχε υποδείκνυαν ότι τα τελευταία χρόνια ο Καθ' ου η αίτηση διέμενε στη Βουλγαρία και μόλις τον Μάιο 2016 ενημερώθηκε ότι είχε επιστρέψει στην Κύπρο. Η αντίδραση του Καθ' ου η αίτηση στην προώθηση της υπό κρίση αίτηση εκδηλώθηκε με την καταχώρηση ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 12.101.6 επί των πιο κάτω λόγων:

(1)Το σύνολο των ισχυρισμών που ο Αιτητής προβάλλει στην ένορκη δήλωση του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
(2)Ο Αιτητής κατ' επανάληψη μετά την επίδοση της αγωγής δήλωσε στον Καθ' ου η αίτηση πως δεν διεκδικεί οποιονδήποτε ποσό εναντίον του και ότι δεν επιθυμεί την προώθηση της αγωγής.
(3)Ο Αιτητής δεν προέβηκε σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων που σχετίζονται με την υπόθεση αποκρύβοντας εσκεμμένα από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα.
(4)Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.
(5)Δεν δίδεται επαρκής δικαιολογία για την καθυστερημένη καταχώρηση της αίτησης. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στα άρθρα 4, 5, 6 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-4 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 12.10.16 του Καθ' ου η αίτηση, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν την απόρριψη της αίτησης. Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση μπορεί να λεχθεί ότι αποτελεί θέση του Καθ' ου η αίτηση πως ο Αιτητής κωλύεται λόγω συμπεριφοράς, πράξεων, δηλώσεων και συμφωνιών στην προώθηση τόσο της αγωγής όσο και της υπό κρίση αίτησης. Ειδικότερα ο Καθ' ου η αίτηση επικαλείται συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του Αιτητή να παραδώσει την κατοχή του επιδίκου υποστατικού χωρίς ο τελευταίος να έχει απαίτηση για την πληρωμή ενοικίων. Ακόμη ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι κατ' επανάληψη ο Αιτητής του ανάφερε ότι δεν έχει απαίτηση εναντίον του, πως δεν επιθυμεί την προώθηση της αγωγής και ότι θα έδιδε οδηγίες για την απόσυρση της. Επίσης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής αποζημιώθηκε για τις ζημιές που προκλήθηκαν εξαιτίας της πυρκαγιάς από την ασφαλιστική εταιρεία Prime Insurance Company Ltd και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί το ίδιο ποσό. Σε σχέση με οφειλόμενα ενοίκια, ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι πρόκειται για ποσό τριών μηνών που εκδήλωσε πρόθεση να το καταβάλει, πλην όμως ο Αιτητής αρνήθηκε να το εισπράξει αναγνωρίζοντας τις ζημιές που ο Καθ' ου η αίτηση υπέστηκε από την πυρκαγιά στον ενοικιαζόμενο χώρο. Σε σχέση με το περιστατικό της πυρκαγιάς, ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται ότι ευθύνεται για την πρόκληση της. Παράλληλα ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής προέβηκε στην εκτέλεση εργασιών αποκατάστασης των ζημιών που η πυρκαγιά προκάλεσε, τις οποίες ολοκλήρωσε εντός 2-3 μηνών και ακολούθως χρησιμοποίησε τον ενοικιαζόμενο χώρο για σκοπούς της επιχείρησης του, χωρίς έτσι να υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Επιπλέον ο Καθ' ου η αίτηση απορρίπτει ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι βρίσκεται σε κακή οικονομική κατάσταση. Μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα ο Καθ' ου η αίτηση χαρακτηρίζει και την εξήγηση που ο Αιτητής έδωσε ως προς το χρονικό σημείο που προώθησε την αγωγή και την υπό κρίση αίτηση λέγοντας πως πάντοτε διέμενε στην Κύπρο με εξαίρεση κάποια ταξίδια στο εξωτερικό και ότι από τον Ιούλιο 2013 μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής είχε συναντηθεί πολλές φορές με τον Αιτητή. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Θα ξεκινήσω την ενασχόληση μου από τον πρώτο λόγο ένστασης με τον οποίον ο Καθ' ου η αίτηση προβάλλει τη θέση ότι το σύνολο των ισχυρισμών του Αιτητή που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι προφανές ότι η εν λόγω τοποθέτηση του Καθ' ου η αίτηση παραπέμπει σε ζητήματα αξιολόγησης, αξιοπιστίας και πειστικότητας της εκδοχής του Αιτητή. Ωστόσο η εξέταση τέτοιων θεμάτων δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σ' αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας όπου η μαρτυρία είναι ασυμπλήρωτη και η πληροφόρηση ελλιπής. Το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων και συμπεράσματα επί της αλήθειας των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων καθότι αυτό γίνεται κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής όταν τεθεί ενώπιον του όλο το μαρτυρικό υλικό Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και γενικότερα στα απαιτούμενα κριτήρια που έχουν διαμορφωθεί μέσα από τη νομολογία (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως ανεδαφικός. Με το δεύτερο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι ο Αιτητής κατ' επανάληψη μετά την επίδοση της αγωγής του είχε δηλώσει πως δεν διεκδικεί οποιονδήποτε ποσό εναντίον του και ότι δεν επιθυμεί την προώθηση της αγωγής. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η προβαλλόμενη αυτή θέση είναι άνευ σημασίας. Από τη στιγμή που η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί και τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτή προωθείται με σκοπό την εκδίκαση της. Ομοίως εξετάζονται οποιαδήποτε ενδιάμεσα δικονομικά διαβήματα. Οι όποιες ιδιωτικές και ταυτόχρονα εκτός Δικαστηρίου συζητήσεις που τυχόν διεξάγονται μεταξύ των μερών δεν εμποδίζει την πορεία εκδίκασης τόσο της ουσίας της υπόθεσης όσο και των ζητημάτων σε ενδιάμεσες διαδικασίες, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι ο Αιτητής δεν προέβηκε σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων που σχετίζονται με την υπόθεση αποκρύβοντας εσκεμμένα από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία, εδώ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος απαγορευτικής φύσεως, αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Γι' αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ' ου η αίτηση δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση καταχωρήθηκε δια κλήσεως. Αυτό σημαίνει ότι η υπό κρίση αίτηση επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος από την αρχή έλαβε γνώση της αίτησης αυτής και του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει. Με αυτόν τον τρόπο ο Καθ' ου η αίτηση αμέσως συμμετείχε στην παρούσα διαδικασία και προωθώντας την ένσταση του παρουσίασε τις δικές του θέσεις προτού το Δικαστήριο αποφασίσει για την τύχη της παρούσας αίτηση. Με βάση το δεδομένο αυτό δεν υφίσταται υποχρέωση αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων και δεν τίθεται ζήτημα απόκρυψης στοιχείων επειδή ο Καθ' ου η αίτηση προστατεύεται από τέτοια παραπλάνηση με την παράθεση των δικών του θέσεων, γεγονότων και στοιχείων στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Προχωρώ ευθύς στην εξέταση του τέταρτου λόγου ένστασης, ο οποίος άπτεται των κριτηρίων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος. Είναι βασικά η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα ο Αιτητής θεωρεί ότι αυτές ικανοποιούνται. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) μετά των συναφών τροποποιήσεων αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα καλύπτοντας τόσο τα διηνεκή όσο και τα παρεμπίπτοντα. Επομένως στη βάση του άρθρου αυτού δύναται να εκδοθούν όλα τα είδη διαταγμάτων. Όταν επιζητείται διάταγμα που να δεσμεύει το ακίνητο από αποξένωση ή επιβάρυνση, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής έρεισμα στη νομική βάση αποτελεί και το άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Όταν δε επιζητείται η έκδοση διατάγματος που να δεσμεύει ακίνητη περιουσία του καθ' ου η αίτηση σε περιπτώσεις που εκκρεμεί εναντίον του αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις για χάριν εκτέλεσης δύναται να συμπεριληφθεί στη νομική βάση και το άρθρο 5 του Κεφ.6. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 καλύπτει όλες τις περιπτώσεις ενώ τα άρθρα 4 και 5 εφαρμόζονται στις ειδικές περιπτώσεις που έχουν αναφερθεί αμέσως προηγουμένως στα πλαίσια έκδοσης μόνο παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Διατάγματα' των κ.κ. Γιώργου Ερωτοκρίτου & Πέτρου Αρτέμη, 2026, σελίδες 38-41 και 101-197). Στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει εξουσία να εκδικάσει την υπό κρίση αίτηση αλλά δεν είναι το μόνο από το οποίο πηγάζει τέτοια εξουσία. Επειδή όμως ζητείται η δέσμευση μη αποξένωσης, επιβάρυνσης ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διάθεσης ακινήτου επί του οποίου ο Καθ' ου η αίτηση διαθέτει μερίδιο ιδιοκτησίας προκειμένου να ικανοποιηθεί η εκτέλεση δικαστικής απόφασης που τυχόν εκδοθεί προς όφελος του Αιτητή, έρεισμα έχει και το άρθρο 5 του Κεφ.6. Από την άλλη το άρθρο 4 δεν σχετίζεται με το σκοπό της παρούσας διαδικασίας. Όπως έχει ήδη λεχθεί ένα απαγορευτικής φύσεως διάταγμα εκδίδεται εφόσον πληρούνται τα κριτήρια που απαιτούνται και περιέχονται στο άρθρο 32 του Ν.14/60. Το εν λόγω άρθρο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλέπε Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. H απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει αναγνωρισθεί επανειλημμένα από τη δική μας νομολογία. Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 785, η οποία αφορούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγορευτικού της αποξένωσης ακινήτου, το οποίο δεν αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής, έγινε επισκόπηση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Αναφέρεται στις σελίδες 789-790: "Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Lakatamitis, ανωτέρω, στη σελ. 525) ... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στη Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου (Αρ. 1),
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 εκδίδεται το διάταγμα ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων. Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του κ. Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785, εκείνο που απαιτείται είναι 'η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» «Όπου λοιπόν ενδέχεται να υπάρχει οτιδήποτε το αρνητικό στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, εναπόκειται στον οφειλέτη να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία. Η υποχρέωση του πιστωτή εκπληρώνεται με την παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με μόνο τη γενικότερη εικόνα για στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας. Και αυτό η εφεσίβλητη κατά τη γνώμη μας το έπραξε. Δεν είναι δυνατό να αναμένεται η ανάληψη ανιχνευτικού έργου από τον εξ αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για να παρουσιάσει ο πρώτος στοιχεία τα οποία βασικά ενδιαφέρουν τον δεύτερο και τα οποία μπορεί ο ίδιος να παρουσιάσει αν επιθυμεί. Επρόκειτο για αίτηση δια κλήσεως. θα το θεωρούσαμε δε αδιανόητο να ήταν αλλιώς." Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται με την σωρευτική εκπλήρωση των πιο πάνω κριτηρίων. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση, μέσα από τα δικόγραφα της υπόθεσης αλλά και τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, παρατηρώ πως αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ο Αιτητής ενοικίασε στον Καθ' ου η αίτηση υποστατικό που βρίσκεται εντός του επιδίκου τεμαχίου για την περίοδο από 01.09.12 μέχρι 31.08.15 έναντι μηνιαίου ενοικίου €1.500. Αποτελεί ακόμη κοινό έδαφος των διαδίκων ότι ο Καθ' ου η αίτηση χρησιμοποιούσε το εν λόγω υποστατικό για επαγγελματικούς σκοπούς. Επίσης είναι κοινό έδαφος των μερών ότι στις 22.07.13 ξέσπασε πυρκαγιά στο εν λόγω υποστατικό προκαλώντας ζημιές σ' αυτό και ακολούθως ο Καθ' ου η αίτηση εγκατέλειψε τον ενοικιαζόμενο χώρο παραδίδοντας την κατοχή αυτού στον Αιτητή. Πρόχειρη ανάγνωση του περιεχομένου του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αλλά και της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, καθιστά αντιληπτό ότι μια από τις βάσεις αγωγής όπου η παρούσα υπόθεση προωθείται είναι η αμέλεια. Οι αρχές της αμέλειας έχουν κωδικοποιηθεί μέσα από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Ουσιαστικά το άρθρο 51 καθορίζει την αμέλεια ως την τέλεση πράξης την οποίαν υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό σωστό πρόσωπο ή την παράλειψη τέλεσης πράξης την οποίαν τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε. Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή αμέλειας είναι η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής (δηλαδή η τέλεση αμελούς πράξης ή παράλειψης) από μέρους ενός μέσου συνετού ανθρώπου, η πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της τέλεσης αμελούς πράξης ή παράλειψης (αιτιώδης συνάφεια) και η δυνατότητα πρόβλεψης ότι η τέλεση της εν λόγω πράξης ή παράλειψης μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ
(1989)1 C.L.R. 453, κυπριακό νομικό σύγγραμμα κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 2, σελ. 103-104). Το προαναφερόμενο άρθρο προνοεί αποζημίωση στην πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα αμελούς πράξης ή παράλειψης στο πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό του Αιτητή ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε εξ' υπαιτιότητας αμελούς συμπεριφοράς του Καθ' ου η αίτηση. Ο Αιτητής επίσης ισχυρίζεται ότι ως αποτέλεσμα της πυρκαγιάς προκλήθηκαν ζημιές στον ενοικιαζόμενο χώρο, τις οποίες επωμίστηκε όταν, όπως είπε, υποχρεώθηκε μόνος του να αναλάβει το κόστος εκτέλεσης εργασιών αποκατάστασης που σύμφωνα με τον ίδιο ανήλθε στα €57.797 πλέον Φ.Π.Α. Προς τούτο αξιώνει την επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων ιδίους ύψους με το πιο πάνω κόστος. Περαιτέρω ο Αιτητής επικαλείται ότι ο Καθ' ου η αίτηση οφείλει την πληρωμή ενοικίων για περίοδο τεσσάρων μηνών, για τα οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι ο Καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να καταβάλει πριν να συμβεί το γεγονός της πυρκαγιάς και προτού παραδώσει την κατοχή του ενοικιαζόμενου χώρου στον Αιτητή. Το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό, κατόπιν μαθηματικού υπολογισμού, ανέρχεται στα €6.000, την καταβολή του οποίου ο Αιτητής διεκδικεί ως οφειλή. Η πρόχειρη ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης καθώς και της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση αποκαλύπτουν επιπλέον ότι ο Αιτητής προωθεί διαζευκτικά την παρούσα αγωγή στη βάση παράβασης όρων του συμφωνητικού εγγράφου ενοικίασης. Το άρθρο 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.149) παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις προς αποκατάσταση της χρηματικής απώλειας (Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679 και Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes, Πολ.Εφ. 11422, ημερ. 21/4/04 και Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 867). Ειδικότερα είναι η θέση του Αιτητή ότι η επιλογή του Καθ' ου η αίτηση να εγκαταλείψει τον ενοικιαζόμενο χώρο πριν από τη λήξη της ενοικιαστικής περιόδου που προνοούσε το συμφωνητικό έγγραφο ενοικίασης χωρίς να συνεισφέρει οικονομικά, σε συνδυασμό με την ισχυριζόμενη αδυναμία του να ενοικιάσει εκ νέου τον εν λόγω χώρο σε άλλο πρόσωπο μετά την αποπεράτωση των εργασιών αποκατάστασης, του δημιούργησαν ζημιές που ισχυρίζεται ότι ισοδυναμούν με την απώλεια 25 μηνιαίων ενοικίων και συγκεκριμένα €37.500, θεωρώντας τον Καθ' ου η αίτηση ότι ευθύνεται για την πρόκληση των επικαλούμενων ζημιών αυτών. Από ότι μπορεί να διαφανεί τόσο από την υπεράσπιση όσο και από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχεται ότι δεν έχει πληρώσει το ενοίκιο τριών μηνών του χώρου που είχε την κατοχή και χρήση του, πλην όμως ισχυρίζεται ότι εκδήλωσε πρόθεση να καταβάλει τα εν λόγω ποσά αλλά ο Αιτητής του δήλωσε ότι δεν τα ήθελε εξαιτίας των ζημιών που υπέστηκε η επιχείρηση του Καθ' ου η αίτηση από την πυρκαγιά. Παράλληλα αρνείται ότι η πυρκαγιά στον ενοικιαζόμενο χώρο προκλήθηκε λόγω δικής τους αμέλειας ενώ απορρίπτει το ισχυρισμό του Αιτητή ότι με την αποχώρηση του από τον χώρο που ενοικίαζε του προκάλεσε οποιεσδήποτε ζημιές στον Αιτητή λέγοντας πως με την επιδιόρθωση των ζημιών από την πυρκαγιά, η οποία διήρκεσε 2-3 μήνες, ο Αιτητής χρησιμοποιούσε και εκμεταλλευόταν τον εν λόγω χώρο προς όφελος της επιχείρησης του. Τα πιο πάνω υποδεικνύουν ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν διάφορα σοβαρά θέματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέτοια νομικά ζητήματα που έχουν αποκαλυφθεί στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων είναι κατά πόσο η πυρκαγιά προκλήθηκε εξ' υπαιτιότητας αμέλειας του Καθ' ου η αίτηση, εάν η πυρκαγιά προκάλεσε τις ζημιές που ο Αιτητές επικαλείται στον ενοικιαζόμενο χώρο και/ή οπουδήποτε αλλού στο επίδικο τεμάχιο και εάν το κόστος αποκατάστασης των επικαλούμενων ζημιών ανέρχεται στο ύψος που ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι επωμίστηκε. Άλλα νομικά θέματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής είναι πόσους μήνες ενοίκιο δεν έχει όντως καταβληθεί στον Αιτητή σε σχέση με τον ενοικιαζόμενο χώρο, κατά πόσο ο Καθ' ου η αίτηση παραβίασε όρους του συμφωνητικού εγγράφου ενοικίασης, εάν ο Αιτητής υπέστηκε οποιεσδήποτε ζημιές από τυχόν τέτοια παραβίαση και κατά πόσο το ύψος αυτών ισοδυναμεί με αυτό που ο Αιτητής επικαλείται καθώς και εάν ο Αιτητής προέβηκε στις ισχυριζόμενες από τον Καθ' ου η αίτηση δηλώσεις, συμφωνίες και/ή συνεννοήσεις μαζί του που τον εμποδίζουν είτε να προωθεί την αγωγή είτε να διεκδικεί τις αξιούμενες θεραπείες. Κατά συνέπεια κρίνω ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Στρεφόμενος στη δεύτερη προϋπόθεση, από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό που περιέχεται στην υπό κρίση αίτηση και ένσταση και έχοντας υπόψη μου τις έγγραφες προτάσεις, φαίνεται να ενισχύεται η άποψη ότι η πυρκαγιά ξεκίνησε εντός του ενοικιαζόμενου χώρου σε σωρό από κάρβουνα που βρίσκονταν πάνω στο πάτωμα εκτός συνηθισμένων ωρών εργασίας και ότι αυτή εξαπλώθηκε σε μεταλλικά ράφια με έτοιμα κάρβουνα, σε ηλεκτροκίνητη θύρα και σε χαρτοσάκουλα με νησιαστό. Σ' αυτό φαίνεται να συνηγορεί και η έκθεση της πυροσβεστικής υπηρεσίας αναφορικά με το συμβάν (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση αίτησης). Συνεπώς διαφαίνεται ότι η πυρκαγιά ξεκίνησε από την επιχείρηση του Καθ' ου η αίτηση και όπως είναι κοινό έδαφος των μερών από χώρο που ο Καθ' ου η αίτηση ενοικίαζε από τον Αιτητή και τον οποίον ο πρώτος κατείχε, έλεγχε και χρησιμοποιούσε. Από την πυρκαγιά φαίνεται να προκλήθηκαν ζημιές, οι οποίες περιγράφονται και εκτιμούνται αναλυτικά σε σχέση με το κόστος αποκατάστασης τους μέσα από έκθεση εμπειρογνώμονα (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση αίτησης). Οι ισχυριζόμενες ζημιές, η φύση και το ύψος των οποίων δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης καλύπτονται από την περιγραφή και εκτίμηση των ζημιών που παρέχονται στην έκθεση του εμπειρογνώμονα που τις επιθεώρησε ενώ την ίδια στιγμή φαίνεται να συνάδουν με τις ζημιές που εντοπίστηκαν από μέλη της πυροσβεστικής υπηρεσίας και περιέχονται σε σχετική γραπτή αναφορά. Αναφορικά με το ζήτημα της πληρωμής ενοικίων, ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχεται ότι δεν έχει καταβάλει ενοίκιο τριών μηνών. Εάν η μη πληρωμή επεκτείνεται στους τέσσερις μήνες είναι ζήτημα που θα κριθεί μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Αυτό όμως που φαίνεται να επιβεβαιώνεται είναι η μη πληρωμή ποσού €4.500 (3 μήνες χ €1.500 μηνιαίο ενοίκιο). Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η εκδοχή του Καθ' ου η αίτηση στο ζήτημα αυτό περί δήλωσης του Αιτητή για μη αναγκαιότητα καταβολής του εν λόγω ποσού, θέμα που βεβαίως και αυτό θα εξεταστεί σε βάθος κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής ενόψει της εκ διαμέτρου αντίθετης θέσης του Αιτητή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Επαφίεται στον Καθ' ου η αίτηση να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία που να είναι πειστική της θέσης του. Η δυσκολία τέτοιας απόδειξης είναι δεδομένη την ίδια στιγμή που η εκδοχή του Αιτητή στο συγκεκριμένο θέμα φαντάζει περισσότερο λογικοφανής ιδιαίτερα όταν φαίνεται να αποτελούσε συμβατική υποχρέωση του Καθ' ου η αίτηση η ασφαλιστική κάλυψη του ενοικιαζόμενου χώρου από ζημιές που τυχόν υποστεί ένεκα της λειτουργίας της επιχείρησης του (όρος 10 συμφωνητικού εγγράφου ενοικίασης- Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση αίτησης). Τούτο λεχθέντος χωρίς βέβαια να αποκλείεται η πιθανότητα θεμελίωσης της θέσης αυτής του Καθ' ου η αίτηση κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Σε σχέση με την παράδοση του ενοικιαζόμενου χώρου από τον Καθ' ου η αίτηση πριν από τη λήξη της συμφωνημένης περιόδου ενοικίασης, ως το συμφωνητικό έγγραφο προνοούσε (Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση αίτησης), αυτό είναι κοινό έδαφος των μερών. Δεν αμφισβητείται ακόμη ότι ο ενοικιαζόμενος χώρος δεν ενοικιάστηκε σε νέο ενοικιαστή. Η διαφαινόμενη μη ασφαλιστική κάλυψη του ενοικιαζόμενου χώρου από τον Καθ' ου η αίτηση παρά την περί του αντιθέτου ύπαρξης συμβατικής πρόνοιας και ακολούθως η εγκατάλειψη του χώρου από τον ίδιο χωρίς οποιαδήποτε οικονομική συνεισφορά πριν από τη λήξη της συμφωνημένης περιόδου ενοικίασης δίχως να εξευρεθεί νέος ενοικιαστής για το χώρο εκείνο, εκ πρώτης όψεως παραπέμπει σε ζημιές που ο Αιτητής φαίνεται να υπέστηκε, οι οποίες ισοδυναμούν με την απώλεια ενοικίων από το χρονικό σημείο εγκατάλειψης μέχρι τη συμβατική λήξη της περιόδου ενοικίασης. Βεβαίως δεν παραγνωρίζω την εκδοχή του Καθ' ου η αίτηση στο θέμα αυτό, ζήτημα που θα εξεταστεί σε βάθος κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης ένεκα της εκ διαμέτρου αντίθετης θέσης του Αιτητή. Εναπόκειται στον Καθ' ου η αίτηση να παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία που να πείθει για τη θέση του αυτή. Η δυσκολία τέτοιας απόδειξης είναι δεδομένη την ίδια στιγμή που η εκδοχή του Αιτητή στο συγκεκριμένο θέμα φαντάζει περισσότερο λογικοφανής, δίχως να αποκλείεται η πιθανότητα θεμελίωσης της θέσης αυτής του Καθ' ου η αίτηση κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους, τα πιο πάνω είναι παράμετροι που εκ πρώτης όψεως εμβολιάζουν την εκδοχή των Αιτητών με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, χωρίς αυτό να αποτελεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αξιολόγηση της αλήθειας των εκδοχών των διαδίκων. Επομένως καταλήγω ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Ερχόμενος στο τρίτο κριτήριο δεν μπορεί να παραγνωριστεί η αναφορά του Αιτητή ότι από πληροφορίες που έλαβε από συγχωριανούς του Καθ' ου η αίτηση ο τελευταίος οφείλει μεγάλα ποσά σε τράπεζες και ιδιώτες. Η αναφορά αυτή φαίνεται να ενισχύεται από το ότι με εξαίρεση δύο ακίνητα, εκ των οποίων το ένα είναι το επίμαχο ακίνητο, όλη σχεδόν η ακίνητη περιουσία του Καθ' ου η αίτηση, όπως αυτή παρουσιάζεται στο πιστοποιητικό έρευνας του τμήματος κτηματολογίου (Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση αίτησης), είναι επιβαρυμένη με υποθήκες τραπεζών και εγγραφών δικαστικών αποφάσεων, το ύψος των οποίων δείχνει να καλύπτει την αξία του μεριδίου του Καθ' ου η αίτηση στα εν λόγω τεμάχια. Η εν λόγω τοποθέτηση φαίνεται να ενισχύεται περισσότερο από την αποχώρηση του Καθ' ου η αίτηση από τον ενοικιαζόμενο χωρίς να επιθυμεί να επιστρέψει μετά την αποκατάσταση των ζημιών από την πυρκαγιά, δίχως να συνεισφέρει οικονομικά για τις ζημιές αυτές και όταν ήδη πριν από το συμβάν της πυρκαγιάς και μόλις 6-7 μήνες μετά την έναρξη της περιόδου ενοικίασης να μην είχε καταβάλει ενοίκια τριών μηνών. Μπροστά στη θέση του Αιτητή ότι ο Καθ' ου η αίτηση βρίσκεται σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση η αντίδραση του Καθ' ου η αίτηση ήταν απλά μία μονολεκτική άρνηση χωρίς να παραθέτει στοιχεία που να την καταρρίπτουν, γεγονός που ενδυναμώνει ακόμη περισσότερο την τοποθέτηση αυτή του Αιτητή. Ο συνδυασμός των πιο πάνω αποτελούν δεδομένα που δημιουργούν καθεστώς αμφιβολίας ως προς την φερεγγυότητα του Καθ' ου η αίτηση και την οικονομική ικανότητα του να ανταποκριθεί εάν και εφόσον κληθεί να το πράξει. Όσον αφορά τα μερίδια που διαθέτει στα δύο τεμάχια, η αξία των οποίων δεν καλύπτονται από τα υφιστάμενα εμπράγματα βάρη, μπορούν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία να αποξενωθούν αφού αναμένεται να δώσουν στους συνιδιοκτήτες μεγαλύτερη και συνάμα καλύτερη προοπτική αξιοποίησης των εν λόγω τεμαχίων. Μέσα από τα πιο πάνω ελλοχεύει ο κίνδυνος ο Αιτητής να εμποδιστεί να εισπράξει το λαβείν του σε περίπτωση που εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ του. Κατ' επέκταση δημιουργείται ο κίνδυνος η δικαστική απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ του Αιτητή στην παρούσα αγωγή να παραμείνει ανικανοποίητη. Στη βάση των πιο πάνω, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως εκ τούτου ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Εξετάζοντας την παράμετρο του ισοζυγίου της ευχέρειας με γνώμονα ότι υφίσταται κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στον Αιτητή υπό το φως της διαφαινόμενης αφερεγγυότητας και οικονομικής αδυναμίας του Καθ' ου η αίτηση να ικανοποιήσει χρηματικά τον Αιτητή σε περίπτωση που εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ του, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της χορήγησης του αιτουμένου διατάγματος αφού πρώτα έλαβα υπόψη ότι μέσα από μια τέτοια έκδοση δεν επηρεάζονται τρίτα πρόσωπα. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς και το κριτήριο του ισοζυγίου της ευχέρειας. Επειδή ζητείται η δέσμευση του επίμαχου ακινήτου για χάριν εκτέλεσης δικαστικής απόφασης στην αγωγή που εκκρεμεί εναντίον του Καθ' ου η αίτηση που αφορά αποζημιώσεις και/ή χρέος, χρήζουν εξέτασης και οι πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ.6, ανεξάρτητα από αυτές του άρθρου 32 του Ν.14/60. Η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο είναι διακριτική. Εξετάζοντας στην προκειμένη περίπτωση τα κριτήρια που διέπουν την δυνατότητα έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος στη βάση των δεδομένων παρατηρώ τα εξής: (α) Επί του επίμαχου ακινήτου ο Καθ' ου η αίτηση είναι εγγεγραμμένος συνιδιοκτήτης διαθέτοντας μερίδιο 2/5. (β) Έχοντας υπόψη από τη μία την εκτίμηση της αγοραίας αξίας που το τμήμα κτηματολογίου παρέχει για το εν λόγω ακίνητο με γνώμονα το έτος 2013 καθώς και το μερίδιο του Καθ' ου η αίτηση και από την άλλη το αξιούμενο ποσό της αγωγής πλέον έξοδα θεωρώ τη δέσμευση του επαρκή για σκοπούς ικανοποίησης της απαίτησης σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. (γ) Η ύπαρξη μεριδίου επί του επίμαχου ακινήτου από τον Καθ' ου η αίτηση καθώς και η λήψη εικόνας της κατάστασης της ακίνητης περιουσίας του με βάση πιστοποιητικό έρευνας από το τμήμα κτηματολογίου (Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση αίτησης) επιτρέπουν την εξέταση αίτησης για δέσμευσης του συμφέροντος (Κυριακίδης v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1Β Α.Α.Δ. 816). (δ) Οι δύο προϋποθέσεις που θέτει το εδάφιο
(2)του άρθρου 5 του Κεφ.6 έχουν εξεταστεί προηγουμένως και έχουν κριθεί ότι αμφότερες ικανοποιούνται. (ε) Μέσα από την υπό κρίση αίτηση και τα έγγραφα που τη συνοδεύουν παρέχονται στοιχεία για τον προσδιορισμό της θέσης, των ορίων, της έκτασης, του μεριδίου και της φύσης του επίμαχου ακινήτου για να συμπεριληφθούν στο αιτούμενο διάταγμα που τυχόν εκδοθεί, ως προνοεί το εδάφιο
(3)του άρθρου 5 του Κεφ.
  1. Συνεπώς κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ.
  2. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της εξέτασης των κριτηρίων του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθώς και του άρθρου 5 του Κεφ.6, καταλήγω ότι ο τέταρτος λόγος ένστασης δεν στοιχειοθετείται και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με τον πέμπτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν δίδεται επαρκής δικαιολογία για την καθυστερημένη καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Στην υπόθεση Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029 έγινε επισκόπηση των σχετικών με το θέμα της καθυστέρησης νομικών αρχών, οι οποίες είναι:
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Στην προκειμένη περίπτωση ο Αιτητής μέσα από την ένορκη δήλωση του δίδει σαφή και συγκεκριμένη εξήγηση για το χρονικό σημείο που επέλεξε να προωθήσει την υπό κρίση αίτηση (παράγραφος 20 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα αίτηση). Όπως ο Αιτητής διευκρινίζει, ο ίδιος είχε πληροφορίες ότι ο Καθ' ου η αίτηση διέμενε στη Βουλγαρία. Δεν γνώριζε όμως διεύθυνση για να τον εντοπίσει. Τον Μάιο του έτους 2016 όμως που ενημερώθηκε για επιστροφή του Καθ' ου η αίτηση στην Κύπρο προχώρησε αμέσως με την καταχώρηση της αγωγής (ήτοι 10.05.16) και επίδοση της προσωπικά στον Καθ' ου η αίτηση την 01.07.
  1. Η δε υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 02.08.
  2. Μπροστά στην ξεκάθαρη εξήγηση αυτή του Αιτητή ο Καθ' ου η αίτηση προβάλλει μία γενική και αόριστη θέση μέσα από τη δική του ένορκη δήλωση. Από ότι διατείνεται δεν φαίνεται ο Αιτητής να επέδειξε αδιαφορία ή ολιγωρία στην προώθηση της αγωγής από τη στιγμή που περιήλθε στην αντίληψη του ότι μπορούσε να εντοπίσει τον Καθ' ου η αίτηση. Παράλληλα δεν θεωρώ ότι το χρονικό διάστημα των τριών μηνών περίπου που διέρρευσε από την καταχώρηση της αγωγής (10.05.16) μέχρι την προώθηση της υπό κρίση αίτησης (02.08.16) είναι υπέρμετρα μεγάλο που θα μπορούσε να εμποδίσει τη χορήγηση της αιτούμενης ενδιάμεσης θεραπείας. Την ίδια στιγμή ο Καθ' ου η αίτηση δεν αναφέρει ότι έχει επηρεαστεί και πως έχει επηρεαστεί από την καθυστέρηση αυτή. Τα προαναφερόμενα καθιστούν τον λόγο ένστασης αυτό αβάσιμο, ο οποίος και απορρίπτεται. Έχοντας συνεκτιμήσει και σταθμίσει όλα τα ενώπιον μου δεδομένα και παραμέτρους στη βάση του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που έχουν προσκομιστεί και με γνώμονα το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης, η αίτηση επιτυγχάνει. Συνακόλουθα ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια εκδίδεται ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα ως το σημείο (Α) της παρούσας αίτησης που αφορά το μερίδιο 2/5 του Καθ' ου η αίτηση που διαθέτει επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/2904, τεμάχιο 662, φύλλο/σχέδιο 26/37, τμήμα 0, χωράφι, έκτασης 8.027 τ.μ. που βρίσκεται στην τοποθεσία Μερσίνια, στην Αργάκα της επαρχίας Πάφου. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα-Αιτητή και εναντίον του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ..................................... Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Applications/Interim Order Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Προσωρινό Διάταγμα/Ενδιάμεση Απόφαση

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.