← Κύπρος

ΝΙΚΟΛΑΣ ΛΕΜΟΝΑΡΗΣ κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αίτησης Έφεσης: 1/17, 1/3/2017

ΝΙΚΟΛΑΣ ΛΕΜΟΝΑΡΗΣ κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αίτησης Έφεσης: 1/17, 1/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Έφεσης: 1/17 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 μετά των σχετικών τροποποιήσεων. Μεταξύ: 1) ΝΙΚΟΛΑΣ ΛΕΜΟΝΑΡΗΣ, εκ Πάφου 2) ΜΑΡΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑ ΛΕΜΟΝΑΡΗ, εκ Πάφου 3) ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΗΡΟΔΟΤΟΥ, εκ Πάφου Εφεσείοντες / Αιτητές και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ εκ Λευκωσίας Εφεσιβλήτων / Καθ' ων η Αίτηση ----------------- Ημερομηνία: 1.3.2017 Για Αιτητές-Εφεσείοντες: κα Κ. Μενοίκου για κα Λεμονάρη Για Καθ΄ ης η αίτηση-Εφεσίβλητη: κα Ε. Θεοδώρου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την κρινόμενη αίτηση/έφεση αξιώνεται η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να ακυρώνεται η ειδοποίηση Τύπου ΙΑ ημερ. 28.11.16 και γενικότερα η διαδικασία πλειστηριασμού ακινήτου του οποίου καθορίστηκε η πώληση για τις 15.3.

  1. Λόγοι έφεσης προσδιορίζονται οι κάτωθι: «
  2. Εκκρεμεί διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή έχει εκδοθεί προγενέστερο διάταγμα εκποίησης των υποθηκών και πώλησης των ενυπόθηκων από το Δικαστήριο ημερ. 12/5/1998 στην αγωγή αρ 127/98 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου αναφορικά με το κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος, των τόκων και όλων των εξόδων τα οποία αναφέρονται στην Ειδοποίηση ημερ.28/11/2016 και/ή της Ειδοποίησης ημερ. 5/5/2016 η οποία προηγήθηκε της παρούσης. 1.1 Δεν μπορούν να συνυπάρξουν η Διαδικασία Μέρους VIA και σχετική αγωγή και/ή δεν δύναται να κινηθεί διαδικασία του Μέρους VIA μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης που διατάσσει την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει της Υποθήκης υπ΄ αριθμόν Υ706/94 και Υ111/
  3. 1.2 Το ποσό που αναφέρει η υπό κρίση Ειδοποίηση είναι το μέρος του εξ αποφάσεως χρέους που εξασφαλίζεται από τις υποθήκες υπ΄ αριθμόν Υ706/94 και Υ111/96, όχι το περιγραφόμενο στις ειδοποιήσεις της εφεσίβλητης δυνάμει του μέρους VIA του περί μεταβιβάσεως και υποθηκεύσεως Ακινήτου Νόμου.
  4. Η επίδικη ειδοποίηση και/ή διαδικασία που ακολουθείται είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή καταχρηστική και κατά συνέπεια άκυρη. 2.1 Οι προϋποθέσεις για την προώθηση της διαδικασίας του Μέρους VIA του Ν.9/1965 είναι ουσιαστικά ανεφάρμοστες στην παρούσα περίπτωση διότι υφίσταται δικαστική απόφαση που διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. 2.2 Χρησιμοποιείται διαδικασία που προνοείται σε νομοθέτημα ώστε να επιδιωχθεί πώληση ενυπόθηκου ακινήτου η οποία έχει ήδη διαταχθεί με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 12/5/1998 στην αγωγή αρ 127/98 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. 2.3 Η ειδοποίηση και/ή διαδικασία που ακολουθείται από πλευράς των Καθ΄ ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων στερείται αντικειμένου και/ή είναι ουσιαστικά αβάσιμη αφού το μόνο χρέος που υφίσταται είναι το εξ΄ αποφάσεως χρέος στην αγωγή αρ 127/98 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και/ή δεν υφίσταται ενυπόθηκο χρέος και/ή οφειλόμενο ποσό και/ή ποσό που έγινε απαιτητό σύμφωνα με δήλωση σύμβασης υποθήκης. 2.4 Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις για την προώθηση της υπό κρίση ειδοποίησης και/ή διαδικασίας.» Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του εκ των αιτητών/εφεσειόντων Νικόλα Λεμονάρη. Σε αυτή αναφέρεται στα γεγονότα που περιβάλλουν τη σύναψη δανείου με την εφεσίβλητη και τη συνομολόγηση υποθήκης και εκφράζει άποψη για νομικά θέματα επί των ανωτέρω λόγων έφεσης. Η εφεσίβλητη κατεχώρησε ειδοποίηση ένστασης με την οποία επικαλείται διάφορους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση/έφεση δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Την ένσταση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση του Ανδρόνικου Σταυρινού ο οποίος εργάζεται στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών (Recoveries Department) της εφεσίβλητης και πρόσφερε με αυτή τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις και τα τεκμήρια έχουν ως κάτωθι: Η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα παρεχώρησε στον αιτητή πιστωτικές διευκολύνσεις για εξασφάλιση των οποίων έχουν εγγραφεί οι υποθήκες (α) από τον αιτητή/εφεσίβλητο 1 η υποθήκη Υ706/1994 επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 5174 (ή 2/101) για ποσό ΛΚ100.000 και (β) από τον αιτητή 3 η υποθήκη με αρ. Υ111/96 επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/26713 για το ποσό των ΛΚ190.000 (Τεκμ. 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση). Στις 6.6.1997 και 19.11.1997 η Τράπεζα με επιστολές της τερμάτισε τις σχετικές συμφωνίες και ακολούθως κατεχώρησε εναντίον των αιτητών την υπ' αρ. 127/1998 αγωγή Ε.Δ. Πάφου. Στις 12.5.1998 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον των αιτητών για ποσό ΛΚ268.724,31, πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 1.10.97 μέχρι εξοφλήσεως. Διατάχθηκε επίσης η εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων που καλύπτονται από τις ανωτέρω υποθήκες και διατάχθηκε η διά δημοσίου πλειστηριασμού πώληση τους. Εξ όσων προκύπτει το εξ αποφάσεως χρέος δεν εξοφλήθηκε ούτε προχώρησε η διαδικασία εκποίησης των ακινήτων. Η Εφεσίβλητη Τράπεζα ενεργοποίησε το μηχανισμό και προώθησε τη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων με πλειστηριασμό προωθούμενο από το δανειστή, όπως προνοούν οι διατάξεις του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν.142(Ι)/
  5. Συνεπεία μη συμμόρφωσης με την δικαστική απόφαση επιδόθηκε στους αιτητές 1 και 2 στις 14.7.2016 και στις 30.9.16 στον 3ον, η ειδοποίηση τύπου Θ και τύπου Ι μαζί με κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους, περιλαμβανομένων τόκων και εξόδων (Τεκμ. 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση). Στις 6.12.2016 και 9.12.2016 επιδόθηκαν στους αιτητές οι ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ και τύπου ΙΒ (Τεκμ. 3 στην ένορκη δήλωση). Προτού επιληφθώ των λόγων εφέσεως καθώς και της ένστασης θα πρέπει να υπογραμμιστούν τα πιο κάτω σχετικά με την επίδικη διαδικασία. Δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου, σε περίπτωση υπερημερίας ως ορίζει το άρθρο 27, αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία διαρκεί πέραν των 120 ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην προβλεπόμενη από το Μέρος VIA διαδικασία (άρθρο 44Β(γ)). Η έναρξη της διαδικασίας επιτυγχάνεται με την αποστολή της ειδοποίησης τύπου Ι (άρθρο 44Γ) η οποία όταν ο δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα συνοδεύεται από την ειδοποίηση Θ (άρθρο 44Β 2(α)). Με την ειδοποίηση τύπου Ι αποστέλλεται και κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους, τόκων κ.λ.π. Με αυτήν καλείται ο οφειλέτης όπως εξοφλήσει εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης το οφειλόμενο ποσό. Στο ίδιο άρθρο υπάρχει η εξής επιφύλαξη: «44Γ-

(1)Τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόµενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «I» του ∆εύτερου Παραρτήµατος, συνοδευόµενη από κατάσταση λογαριασµού του οφειλόµενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύµφωνα µε την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασµού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσµία όχι µικρότερη των τριάντα
(30)ηµερών από την ηµεροµηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόµενου ποσού: Νοείται ότι, µε την ειδοποίηση ενηµερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση µη εξόφλησης του οφειλόµενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωµά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου µε βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης εντός της ταχθείσας προθεσμίας, προς τις απαιτήσεις της ειδοποίησης Ι, τότε αποστέλλεται προς τον οφειλέτη και προς οιονδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία πρέπει να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί µε πλειστηριασµό· η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον τύπο ΙΑ του ∆ευτέρου Παραρτήµατος, εντός περιόδου όχι µικρότερης των τριάντα
(30)ηµερών από την καθορισµένη ηµέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου (άρθρο 44Γ
(2)). Η δεύτερη αυτή ειδοποίηση επιδόθηκε όπως ανωτέρω λέχθηκε, στους αιτητές στις 6.12.15 και 9.12.16 και τους ενημέρωνε ότι ο δανειστής προτίθετο να προχωρήσει με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου στις 15.3.2017. Ταυτόχρονα απεστάλη η ειδοποίηση τύπου ΙΒ (άρθρο 44Δ
(2)) με την οποίαν ενημερώνονταν οι εφεσείοντες ότι η εφεσίβλητη θα προχωρούσε εντός 10 ημερών στο διορισμό εκτιμητή για την εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου. Η κρινόμενη έφεση στρέφεται, όπως ελέχθη, εναντίον του κύρους της ειδοποίησης ημερ. 28.11.2016. Οι εφεσείοντες δεν καθορίζουν ρητά ποια είναι αυτή. Όμως προκύπτει από την ένορκη δήλωση Λεμονάρη και τα τεκμήρια ότι πρόκειται για τις ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ και ΙΒ. Αποτελεί λόγο ένστασης ο οποίος αναπτύχθηκε και από την συνήγορο της εφεσίβλητης πως εξ΄ όσων προκύπτει από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, εναντίον της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, δυνατό να καταχωρηθεί έφεση για παραμερισμό της, εάν συντρέχουν συγκεκριμένοι λόγοι, οι οποίοι τίθενται στο εδάφιο 3 του άρθρου 44Γ. Απαντά σε αυτή τη θέση η συνήγορος των εφεσειόντων, χαρακτηρίζοντας παντελώς ανεδαφικό το λόγο τούτο της ένστασης. Ισχυρίζεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 44Γ
(3)και ιδίως η προϋπόθεση (δ) αφού «αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι έχει εκδοθεί απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 127/98. Παραπέμπει επίσης στο άρθρο 51
(1)του Ν.9/65 με το οποίο δίδεται δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο παραβλάπτονται τα συμφέροντα του εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού, να καταχωρήσει εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως προς αυτόν της ειδοποιήσεως, έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο». Το άρθρο 51 αποτελεί μια γενική διάταξη για όλο το σχετικό Νόμο, σε αντίθεση με την ειδική διάταξη του άρθρου 44Γ
(3), η οποία εξειδικεύει ειδικά τον τρόπο και τους λόγους έφεσης για τη συγκεκριμένη ειδοποίηση τύπου ΙΑ και μάλιστα με εξαντλητικό τρόπο. Είναι δε γνωστή η αρχή δικαίου πως το ειδικό υπερισχύει του γενικού και στην παρούσα περίπτωση η ειδική διάταξη του άρθρου 44Γ
(3)υπερισχύει της γενικής πρόνοιας του άρθρου 51. Δυνάμει επομένως των προνοιών του άρθρου 44Γ
(3)η συγκεκριμένη ειδοποίηση παραμερίζεται όταν: «(α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις· (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί· (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή· (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).» Η ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)είναι η ειδοποίηση τύπου Ι. Από τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, κανένας δεν στρέφεται ρητά και απευθείας εναντίον της ειδοποίησης του τύπου ΙΑ και των προϋποθέσεων που θέτει ο Νόμος. Θα μπορούσε να λεχθεί πως ο λόγος 2.4 αγγίζει τις προϋποθέσεις και τον τύπο της ειδοποίησης λέγοντας πως: «Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις για την προώθηση της υπό κρίση ειδοποίησης και/ή διαδικασίας». Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται πως «. οι πιο πάνω ειδοποιήσεις που έχουν σταλεί σε εμένα και στους αιτητές αρ. 2 και 3 είναι διαφορετικές και ο αιτητής αρ. 3 δεν έχει ειδοποιηθεί για την πρόθεση της καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει στην πώληση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/101 και οι ειδοποιήσεις είναι λανθασμένες και δεν έχουν σταλεί με βάση την σχετική νομοθεσία και κανονισμούς». Ο συγκεκριμένος λόγος δεν ευσταθεί. Προκύπτει από το Τεκμήριο που επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση Σταυρινού ότι οι ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ και ΙΒ έχουν επιδοθεί δεόντως αναφορικά με τις υποθήκες Υ706/94 και Υ111/
  1. Ο ισχυρισμός ότι η ειδοποίηση ΙΑ και ΙΒ δεν επιδόθηκε στον αιτητή 3 σχετικά με το ακίνητο που καλύπτεται από την Υποθήκη Υ706/94 δεν μπορεί να ευσταθήσει αφού ο αιτητής 3 δεν είναι ούτε πρωτοφειλέτης ούτε εγγυητής σε σχέση με τις διευκολύνσεις που εξασφαλίζονται από την Υποθήκη Υ706/94 ώστε να έχρηζε επίδοσης. Ο αιτητής 3 είναι ο ενυπόθηκος οφειλέτης με την Υποθήκη Υ111/
  2. Όπως αναφέρθηκε δεν έχει προταθεί άλλος λόγος ακύρωσης της ειδοποίησης τύπου ΙΑ αναφορικά με τον τύπο, την επίδοση και την προθεσμία εντός της οποίας επιδόθηκε. Αντίθετα, με την αγόρευση της συνηγόρου των αιτητών συγκεκριμενοποιούνται και επικεντρώνονται οι λόγοι ακύρωσης και η επιχειρηματολογία στα εξής: «Το βασικό παράπονο των αιτητών είναι ότι οι ειδοποιήσεις ΤΥΠΟΣ ΙΑ που τους επεδόθει δεν πληρούν τις κατά τον τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις για τους ακόλουθους λόγους: α) Δεν υπάρχει ενυπόθηκο χρέος των αιτητών προς την εφεσίβλητη αλλά χρέος δικαστικής αποφάσεως με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 12/5/1998 στην αγωγή αρ 127/
  3. β) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληρεί τις προϋποθέσεις του νόμου και ιδιαίτερα του μέρους VIA. Το μέρος αυτό αποτελεί διαδικασία η οποία προβλέπεται από τον νόμο και αφορά τη διαδικασία η οποία ακολουθείται στις περιπτώσεις που ενυπόθηκα δάνεια δεν εξυπηρετούνται και οι οφειλέτες καθίστανται υπερήμεροι για χρόνο πέραν των 120 ημερών. γ) Υπάρχει ήδη διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο διατάσσει την εκποίηση της υποθήκης.» Προβάλλει η συνήγορος πως η ύπαρξη της αγωγής 127/98, πληροί την προϋπόθεση (δ) του άρθρου 44Γ
(3). Καμία σύνδεση ή συνάφεια της αγωγής αυτής με την προνοούμενη προϋπόθεση (δ). Η προνοούμενη από το άρθρο 44Γ
(3)(δ) αγωγή αφορά την ειδοποίηση τύπου Ι. Δηλαδή η ειδοποίηση που αναφέρεται στο χρέος, την υποθήκη και τη κλήση για εξόφληση του. Ουσιαστικά την αμφισβήτηση εκ μέρους του οφειλέτη του περιεχόμενου της ειδοποίησης αυτής. Στην κρινόμενη περίπτωση όχι μόνο δεν υπάρχει αγωγή σε σχέση με τον τύπο Ι αλλά ο οφειλέτης αποδέχθηκε το χρέος εξεδόθη εκ συμφώνου απόφαση και εδόθη εκ συμφώνου διάταγμα για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Συνακόλουθα κρίνεται πως ουδείς λόγος ευσταθεί από τους προτεινόμενους για ακύρωση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ. Παρά το ανωτέρω εύρημα θα εξετασθούν οι λόγοι έφεσης, οι οποίοι όλοι στρέφονται και κινούνται γύρω από την ύπαρξη της απόφασης στην αγωγή 127/98 και ότι η ύπαρξη αυτής καθιστά ανεφάρμοστο το μέρος VIA του Νόμου 9/
  1. Ότι στερείται αντικειμένου η διαδικασία που ακολουθείται από την εφεσίβλητη αφού το μόνο χρέος που υπάρχει είναι το εξ αποφάσεως χρέος. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να επιληφθεί παρόμοιου θέματος στην αίτηση έφεση 195/
  2. Υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται. Η προσπάθεια επίλυσης του ζητήματος και απάντησης του εύλογου ερωτήματος του τι δέον γενέσθαι στην περίπτωση ύπαρξης δικαστικής απόφασης και διατάγματος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, αποτελεί εγχείρημα όχι και τόσο απλό, αφού αμφότερες οι απόψεις είναι λογικές. Πιστεύω πως μια αναδρομή στη σκοπιμότητα του Νόμου θα βοηθήσει την ερμηνεία του. Στόχος της θέσπισης του μέρους VIA, ήταν η πρόσδοση ταχύτητας στις διαδικασίες πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων και η είσπραξη των οφειλόμενων και εξασφαλιζόμενων με την υποθήκη ποσό ή ποσά. Για τούτο και οι προθεσμίες των 30 ημερών που τίθενται για πληρωμή αλλά ακόμη και η «ασφυκτική» προθεσμία των 30 ημερών από της καταχώρησης της αίτησης εντός της οποίας το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί (ο περί Πωλήσεως (Τροποποιητικός) Διαδικαστικός Κανονισμός 4/2015, άρθρο 14). Θεωρώ πως δεν είναι καθόλου άσχετη η έναρξη του Μέρους VIA με το άρθρο 44Α το οποίο καθορίζει την εφαρμογή του μέρους αυτού σε κάθε σύμβαση υποθήκης προγενέστερης ή μεταγενέστερης του Νόμου. Καθορίζει ρητά πως: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρµόζονται σε κάθε περίπτωση σύµβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηµατικό µητρώο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου ή η οποία εγγράφεται στο κτηµατικό µητρώο µετά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου.» Προχωρεί περαιτέρω ο Νόμος συσχετίζοντας το παρόν Μέρος VIA με το προηγούμενο Μέρος VI, με το οποίο η πώληση επιτυγχανόταν μετά από αίτηση προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου, και αναφέρει πως: «
(2)Καµία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει µε την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Για να συνεχίσει στην επόμενη διάταξη όπου διαβάζουμε πως: «
(3)Καµία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του Μέρους VI:» Τίθεται δε επιπροσθέτως η κάτωθι επιφύλαξη με την οποία οι χρονικές προθεσμίες που τίθενται με το Μέρος VIA να αναπροσαρμόζονται και σε όσα ποσά έχουν καταστεί πληρωτέα πριν την εφαρμογή του: «Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρµογής από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου.» Τίποτα συνεπώς και καμία διάταξη υπάρχει στο Νόμο, απαγορευτική της χρήσης από τον ενυπόθηκο δανειστή της διαδικασίας του μέρους τούτου για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Ενδεχομένως η χρήση κάποιων εντύπων και διαδικασιών για να καταστεί το χρέος υπερήμερο ώστε να κινηθεί η διαδικασία του Μέρους VIA, να εφαρμόζεται όπου το χρέος είναι «οφειλόμενο». Οφειλόμενο όμως παραμένει και το εκ δικαστικής αποφάσεως ποσό, με τη διαφορά ότι η υπερημερία του είναι επιβεβαιωμένη. Ούτε βέβαια μπορούμε να μιλάμε για αναδιάρθρωση «δανείου» (τύπος Θ) αφού το δάνειο έχει καταστεί εξ΄ αποφάσεως χρέος. Εκείνο βέβαια που παραμένει είναι το χρέος. Εισέτι οφειλόμενο. Για το οποίο υπάρχει πάντα η δυνατότητα προσφοράς διευθέτησης του. Η ύπαρξη διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν καθιστά καταχρηστική την επιδίωξη πώλησης δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου δεδομένου πως ο δανειστής επιδιώκει το ίδιο αποτέλεσμα με κάποιον άλλο τρόπο τον οποίον του παρέχει σχετικός Νόμος. Η έκδοση δικαστικής απόφασης και σχετικού διατάγματος για πώληση ενυπόθηκου κτήματος παρέχει δικαιώματα στον εξ΄ αποφάσεως δανειστή. Δεν εναποθέτει υποχρέωση. Ούτε περιορίζει το δικαίωμα του δανειστή να ακολουθήσει άλλη μέθοδο εκτέλεσης ή πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όταν ο Νόμος του το επιτρέπει. Συνακόλουθα, η αίτηση/έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειόντων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΚΦ/ΑΜ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: (Αίτηση/έφεση - ειδοποίηση τύπου ΙΑ και ΙΒ)

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.