← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαράλαμπου Χατζηδημητριάδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 734/2016, 2/3/2017

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαράλαμπου Χατζηδημητριάδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 734/2016, 2/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 734/2016 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων - και -

  1. Χαράλαμπου Χατζηδημητριάδη
  2. Κατερίνας Χρίστου Εναγομένων -------------------- Ημερομηνία: 2 Μαρτίου 2017 Κλήση για οδηγίες ημερομηνίας: 17.11.2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Ε. Κορακίδης Για την Εναγόμενη 2: κ. Σ. Ζαννούπας -------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 13.5.2016 και ως εκ τούτου εφαρμόζεται η νέα Δ. 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Μετά το κλείσιμο των δικογράφων για την εναγόμενη 2, καταχωρήθηκε κλήση για οδηγίες εκ μέρους των εναγόντων και η εναγόμενη 2 καταχώρησε με την σειρά της το δικό παράρτημα Τύπος
  3. Εναντίον του εναγόμενου 1 εκδόθηκε απόφαση στις 9.6.
  4. Κατά την πρώτη εμφάνιση της κλήσης για οδηγίες στις 31.1.2017, ο συνήγορος της εναγομένης 2 ζήτησε όπως η κλήση για οδηγίες και τα αιτούμενα διατάγματα των παραρτημάτων παραμένουν σε νέα ημερομηνία για εξέταση και δοθεί χρόνος για να καταχωρηθεί αίτηση ως το σημείο 10.1 του παραρτήματος της εναγόμενης 2, επίσης αιτήθηκε, όπως μη αποφασιστούν τα ζητήματα που καλύπτουν τα παραρτήματα των διαδίκων μέχρι να αποφασιστεί το ζήτημα που εγείρεται στο πιο πάνω σημείο και για το οποίο ζήτησε άδεια και χρόνο να καταχωρήσει αίτηση. Στο σημείο 10 του παραρτήματος Τύπος 25 της εναγόμενης 2, στο σημείο που αναφέρεται «Άλλο αίτημα που δεν καλύπτεται από τα ανωτέρω», η εναγόμενη 2 σημειώνει Ναι και τα ακόλουθα:
  5. Η Εναγόμενη Αρ. 2 ζητεί άδεια όπως της παραχωρηθεί άδεια για καταχώρηση αίτησης σχετικά με την συνταγματικότητα της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας τόσο σε σχέση με τα άρθρα του Συντάγματος όσο και σε σχέση με την παράβαση Άρθρων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Πρωτοκόλλων και Ευρωπαϊκών Οδηγιών και Κανονισμών.
  6. Η Εναγόμενη ζητεί την αναστολή της παρούσας διαδικασίας και να τεθεί η παρούσα υπόθεση εκτός πινακίου μέχρι να εξεταστεί και αποφασιστεί η συνταγματικότητα της Δ. 30 ως αναφέρεται πιο πάνω.
  7. ...................................». Ο συνήγορος των εναγόντων έφερε ένσταση στο αίτημα και αναφέρθηκε στους σκοπούς της Δ.
  8. Επειδή το δικαστήριο δεν είχε τις υπηρεσίες στενογράφου κατά την πιο πάνω ημερομηνία, όρισε την κλήση, σε σχέση με το ζήτημα που εγέρθηκε, σε νέα ημερομηνία κατά την οποία τοποθετήθηκαν τελικά και οι δύο πλευρές. Ο κ. Ζαννούπας ανάφερε ότι η νέα Δ.30, δίνει το δικαίωμα στον διάδικο να υποβάλει και οποιοδήποτε άλλο θέμα που δεν αναγράφεται στον τυποποιημένο τύπο
  9. Το ζήτημα της συνταγματικότητας, ανάφερε, μπορεί να τεθεί από οποιονδήποτε διάδικο του οποίου τα δικαιώματα θεωρείται ότι μπορούν να παραβιαστούν σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ενώ για να μπορεί και το Δικαστήριο να εξετάσει ένα τέτοιο ζήτημα θα πρέπει να υπάρχει ενώπιον του γραπτή αίτηση η οποία να υποστηρίζεται από την ανάλογη ένορκη δήλωση αλλά και υπόβαθρο γεγονότων, καταλήγοντας πως θεωρεί ότι μια από τις περιπτώσεις που μπορεί να δοθεί άδεια είναι και αυτή. Σύμφωνα με τον κ. Κορακίδη, με τη νέα Δ.30 κατά το στάδιο της κλήσης για οδηγίες εξετάζονται τα διάφορα αιτήματα που περιέχονται στο παράρτημα και δίδεται η δυνατότητα εξέτασης αιτημάτων εκτός από εκείνα που καθορίζονται ρητά στο παράρτημα, άλλου είδους αιτήματα, τα οποία όμως, θα πρέπει να βασίζονται κάπου και θα πρέπει να υπάρχει σχετικήα δικονομική διάταξη. Σε ότι αφορά το αίτημα του κ. Ζαννούπα, είπε ο κ. Κορακίδης πως προσπάθησε να προβληματιστεί, τι αυτό καλύπτει αφού όπως είναι διατυπωμένο δεν επιτρέπει καν υποθέσεις για το ποιο είναι το παράπονο της Εναγόμενης
  10. Πρόκειται, σύμφωνα με τον κ. Κορακίδη, για ένα αόριστο αίτημα που δεν μπορεί να εγερθεί ούτε και προβάλλεται ότι βασίζεται σε κάποια σχετική δικονομική διάταξη. Αναφέροντας επίσης ότι όταν πρόκειται ζήτημα αντισυνταγματικότητας Νόμου, η νομολογία επιβάλλει λεπτομερή δικογράφηση και ότι πρέπει να υπάρχει ακρίβεια ώστε να μην καλείται ουσιαστικά το Δικαστήριο να προχωρήσει σε υποθέσεις. Επί του πιο πάνω θέματος, παρέπεμψε στις υποθέσεις Investylia Ltd v. Ε. Π. Λειβαδιώτης

(2004)1 Α.Δ.Δ 1872 και Karina Huntel v. Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών
(2012)2 Α.Δ.Δ
  1. Όφειλε η άλλη πλευρά, σύμφωνα με τον κ. Κοαρκίδη, να θέσει το ζήτημα στο παράρτημα κατά τρόπο λεπτομερή, καθότι υπό τις περιστάσεις, δεν γνωρίζει το δικαστήριο τι είναι τούτο το αίτημα το μελλοντικό για το οποίο ζητείται άδεια και ποιο είναι το νομικό υπόβαθρο τούτου του αιτήματος, καθότι εδώ τόνισε πως δεν επιλύονται θεωρητικά ζητήματα περί αντισυνταγματικότητας λόγω ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος αλλά θα πρέπει να επηρεάζεται ο διάδικος και να είναι σχετικά με την υπόθεση. Παραθέτω στην συνέχεια τα όσα προβλέπει η νέα Δ. 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για σκοπούς κατανόησης.
  2. (α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός τριάντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών. (β) Η κλήση για οδηγίες εκδίδεται σύμφωνα με τον συνημμένο Τύπο 25, ο οποίος συμπληρώνεται με τις αναγκαίες λεπτομέρειες χρησιμοποιώντας προς τούτο και πρόσθετα φύλλα. ....................
  3. (α) Διάδικος στην αγωγή υποχρεούται να καταθέσει στο Πρωτοκολλητείο μέσα σε 30 μέρες από την έκδοση και επίδοση της κλήσης το συνημμένο στον Τύπο 25, Παράρτημα, συμπληρωμένο ως προς όλα τα στοιχεία αυτού. ....................
  4. (α) Κατά την πρώτη εμφάνιση της κλήσης για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προνοείται στην παράγραφο 1(α) ανωτέρω, εκδίδονται οι ανάλογες οδηγίες από το Δικαστήριο στη βάση των αιτημάτων που καταγράφηκαν από τους διαδίκους στο Παράρτημα του Τύπου
  5. Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, ως κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, να εκδίδει είτε αυτεπάγγελτα, ή με κοινή δήλωση των διαδίκων, είτε στη βάση προφορικού αιτήματος ενός ή περισσοτέρων των διαδίκων ανάλογα διατάγματα για τα θέματα που καλύπτονται από το Παράρτημα του Τύπου 25, εκδίδοντας, εάν χρειάζεται, συνοπτική προς τούτο απόφαση. (β) Οι Διαταγές 14, 19 θεσμοί 6-9, 24, 28, 33, 38, 49, 57, 59 και 60 που αναφέρονται στο Παράρτημα του Τύπου 25, θα διαβάζονται υπό το πρίσμα της παρούσας Διαταγής. Νοείται ότι διάδικος ο οποίος δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα, εν όλω ή εν μέρει, δεν δικαιούται να υποβάλει ή να προωθήσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αίτημα που αφορά στην έκδοση σχετικών οδηγιών και θεωρείται ότι δεν επιθυμεί την έκδοση τέτοιων οδηγιών στο βαθμό και στην έκταση που δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα.
  6. Τηρουμένων των προνοιών του Κανονισμού 3 ανωτέρω, το Δικαστήριο καθορίζει ταυτόχρονα με την έκδοση των οδηγιών ή των διαταγμάτων το χρόνο εντός του οποίου ο κάθε διάδικος θα συμμορφωθεί με τις οδηγίες ή τα διατάγματα που θα εκδώσει επί των θεμάτων που καθορίζονται στο Παράρτημα, ορίζει δε αμέσως την υπόθεση για έκδοση οδηγιών ως προς τη μαρτυρία που θα προσαχθεί από κάθε διάδικο. .............. Ο τύπος 25 (παράρτημα) παρατίθεται επίσης. ΤΥΠΟΣ Αρ. 25 : ΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΟΔΗΓΙΕΣ (Δ.30 Θ.1(β)) ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ..................... Αρ. ............. του 20...... Μεταξύ Α.Β., Ενάγοντος - και - Γ.Δ. Εναγομένου Ειδοποιούνται όλοι οι ενδιαφερόμενοι διάδικοι να παρουσιασθούν ενώπιον του Δικαστηρίου στην ................ την ........... ημέρα του μηνός .............. 20.... και ώρα ...... το πρωΐ κατά την ακρόαση αιτήσεως εκ μέρους του ενάγοντος για την έκδοση οδηγιών σύμφωνα με το συνημμένο Παράρτημα. Εκδόθηκε την ....... ημέρα του μηνός .................. 20...... από το δικηγόρο του ενάγοντα ή τον ίδιο τον ενάγοντα. (Υπογραφή) Δικηγόρος ενάγοντα-ενάγων Προς το δικηγόρο του εναγόμενου ή τον εναγόμενο από ............................ Πρωτοκολλητής ΤΥΠΟΣ 25 (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ) ΑΙΤΗΜΑ ΕΝΑΓΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΣ ΤΡΙΤΟΔΙΑΔΙΚΟΣ Ή ΑΛΛΟΣ ΔΙΑΔΙΚΟΣ
  7. Λεπτομέρειες ΑΠΟ Ε/Υπερ. παρ: ΑΠΟ Ανταπαίτ. παρ: Ε/Απ. παρ: Ε/Υπερ στην Ανταπαιτ: Απάντηση Ε/Υπερ. παρ:
  8. Αποκάλυψη και Επιθεώρηση Εγγράφων
  9. Παραδοχές Γεγονότων
  10. Επιθεώρηση Περιουσίας
  11. Συνένωση Αγωγών
  12. Ασφάλεια Εξόδων
  13. Ανταλλαγή εγγράφων επισήμων και μη προς κατάθεση στη δίκη χωρίς αμφισβήτηση
  14. Διαιτησία/Διαμεσολάβηση
  15. Έξοδα
  16. Άλλο αίτημα που δεν καλύπτεται από τα ανωτέρω Σε ότι αφορά τον συνταγματικό έλεγχο των νόμων παραθέτω τα πιο κάτω, λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπό κρίση περίπτωση αφορά διαδικαστικό κανονισμό, ο οποίος όμως υπέχει την ίδια θέση (Βλ. GΑBER ΑΠΑΝ AL SOMRANI v. THE CYPRUS SHIP
(1993)1 AΔΔ 324) Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων συνοψίζονται στην υπόθεση LAPERTAS FISHERIES LTD κ.α. v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 335, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 (απόφαση Ιωσηφίδη, Δ.). Τις παραθέτουμε:
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (Βλ. και Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339 (απόφαση Πική, Π.): «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα» (βλ. επίσης, The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62)». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι κάθε νόμος περιβάλλεται από το τεκμήριο συνταγματικότητας και το βάρος απόδειξης ότι πρόνοια του νόμου είναι αντισυνταγματική το φέρει εκείνος που εγείρει τον ισχυρισμό, ο οποίος πρέπει να αποδείξει αυτό πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. επίσης Ανδρέας Νικολάου ν. Βάσου Βασιλείου
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1566, Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ 45 λέχθηκε σχετικά ότι σε αστική ή ποινική διαδικασία θέματα που άπτονται της συνταγματικότητας νόμων εξετάζονται παρεμπιπτόντως εφόσον η επίλυση τους είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της υπόθεσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και ότι πάγια είναι και η πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται θέματος αντισυνταγματικότητας νόμου μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα. Επίσης στην Κακούρη ν. Έπαρχου Αμμοχώστου
(2004)1Α Α.Α.Δ 8 αναφέρεται ότι απαιτείται ο επακριβής προσδιορισμός του τιθέμενου ζητήματος της αντισυνταγματικότητας νόμου, με αναφορά στα άρθρα του Συντάγματος στα οποία προσκρούει. Στην υπό κρίση περίπτωση, θα συμφωνήσω με τις θέσεις του κ. Κορακίδη. Πρώτο σε ότι αφορά το παράρτημα Τύπος 25 της Δ. 30 και το τι νοείται στο σημείο που θέτει ως πλαίσιο έγερσης άλλων αιτημάτων, ότι αυτά δεν μπορεί να είναι άλλα αιτήματα ή άλλο αίτημα εκτός από δικονομικής φύσης και υφής. Σε ότι αφορά τα αιτούμενα με βάση τα παραρτήματα των διαδίκων διατάγματα και οδηγίες θα πρέπει, αυτά να εξετάζονται κατά το στάδιο που το δικαστήριο επιλαμβάνεται της κλήσης και στα πλαίσια των ζητημάτων όπως εγείρονται μέσα από αυτά, όπως το παράδειγμα που έθεσε το κ. Κορακίδης, δηλαδή εάν τίθεται ζήτημα άρνησης και/ή ένστασης στην έκδοση διαταγμάτων ως το παράρτημα του αντιδίκου και οι λόγοι αυτής της άρνησης ή της ένστασης αφορούν και καλύπτουν ζητήματα συνταγματικότητας, θα πρέπει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να εγείρονται σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα και να αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Το δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση έχει να αποφασίσει τα της κλήσης και όχι ζητήματα που δεν καλύπτονται από τα παραρτήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να εγερθεί, με βάση την πιο πάνω νομολογία ζήτημα συνταγματικότητας, επί του ζητήματος όμως που έχει να αποφασίσει το δικαστήριο για σκοπούς επίλυσης της διαφοράς, στην προκειμένη για την έκδοση των διαταγμάτων που αφορούν και καλύπτουν τα παραρτήματα των διαδίκων. Η παραχώρηση άδειας για καταχώρησης αίτησης, όπως το θέτει η εναγόμενη 2 στο παράρτημα της, δεν επιλύει οποιοδήποτε ζήτημα που να έχει να κάνει με το ίδιο το περιεχόμενο των παραρτημάτων αλλά πρόκειται για εξέταση αφηρημένου ζητήματος που όπως και πιο πάνω αναφέρεται, «Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς». Το ζητούμενο σε αυτό το στάδιο είναι η επίλυση των ζητημάτων που εγείρονται με τα παρατήματα, εάν δηλαδή δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος για παροχή των αιτούμενων λεπτομερειών, η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων, εάν τίθεται ζήτημα παραδοχής γεγονότων, η ανταλλαγή εγγράφων επισήμων και μη προς κατάθεση στην δίκη χωρίς αμφισβήτηση, όπως οι ενάγοντες ζητούν με το παράρτημα τους και αντίστοιχα από την πλευρά της εναγόμενης 2, καθώς επίσης διάταγμα για επιθεώρηση περιουσίας και διάταγμα για ασφάλεια εξόδων που η εναγόμενη 2 ζητά επιπρόσθετα με το δικό της παράρτημα. Εάν σε κάθε μια από τις πιο πάνω περιπτώσεις τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας σε ότι αφορά συγκεκριμένο δικαίωμα που θίγεται ή θα θιχτεί από την έκδοση ενός διατάγματος μπορεί ίσως να εγερθεί στα πλαίσια εξέτασης του αιτήματος. Το δικαστήριο δεν μπορεί να επιτρέψει να δοθεί άδεια για την εξέταση ουσιαστικά ζητημάτων γύρω από την συνταγματικότητα της νέας Δ. 30 που δεν σχετίζονται με τα αιτούμενα στα παραρτήματα διατάγματα για χάριν συζήτησης και μόνο θέματος συνταγματικότητας ή μη της Δ.30. Υπό τις περιστάσεις το αίτημα ως το σημείο 10. 1 και 10.2 του παραρτήματος της εναγόμενης 2 απορρίπτεται και οι συνήγοροι καλούνται να τοποθετηθούν επί των άλλων θεμάτων που καλύπτουν τα παραρτήματα τους. (Υπ.) ....................... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Order 30/Interim Judgments (Αναφορά: Πολιτική Δικαιοδοσία/Πολιτική Δικονομία/Αίτηση/Διαταγή 30/Ενδιάμεση Απόφαση)

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.