Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου κ.α., Αρ. Αίτησης Έφεσης 202/2016, 17/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Έφεσης 202/2016 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, από την Λευκωσία Αιτήτρια - Εφεσείουσα - και -
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου
- Α/ΦΟΙ ΠΑΠΙΡΗΣ ΕΣΤΕΙΤΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
- Μαρίας Μαυρονικόλα από την Πέγεια Καθ΄ ων η αίτηση - Εφεσίβλητων -------------------------------- Ημερομηνία: 17 Μαρτίου 2017 Αίτηση και Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 10.11.2016 Εμφανίσεις: Για την Εφεσείουσα - Αιτήτρια: κα Μ. Ομήρου για Ομήρου & Ομήρου ΔΕΠΕ Για τον Εφεσίβλητο 1 - καθ΄ ου η αίτηση: κα Κυριακίδου για κα Κουρουσίδου Για την Εφεσίβλητη 3 - καθ΄ης η αίτηση 3: κα Χαραλαμπίδου για Π. Φιλίππου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ -------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Εφεσείουσα - Αιτήτρια πέτυχε με μονομερή αίτηση της ημερομηνίας 13.10.2016, στις 17/10/2016, την έκδοση των ακόλουθων προσωρινών διαταγμάτων:
- Προσωρινό διάταγμα με το οποίο αναστέλλεσαι η ισχύς της απόφασης του καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1, που λήφθηκε κατά ή περί την 25.4.2016 και/ή την 14.9.2016, να προβεί σε απαλλαγή της υποθήκης με αρ. Υ1743/2007 και τη μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/48127, Φ/ΣΧ 44/16, τεμ. 929 που βρίσκεται στο Δήμο Πέγειας, στο όνομα της καθ' ης η αίτηση αρ. 3 και/ή στον Ηλία Μαυρονικόλα, μέχρι τελικής εκδίκασης της αίτησης/έφεσης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
- Προσωρινό διάταγμα με το οποίο αναστέλλεσαι η διαδικασία απαλλαγής της ισχύς της υποθήκης με αρ. Υ1743/2007 και τη μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/48127, Φ/ΣΧ 44/16, τεμ. 929 που βρίσκεται στο Δήμο Πέγειας, στο όνομα της καθ' ης η αίτηση αρ. 3 και /ή στον Ηλία Μαυρονικόλα, μέχρι τελικής εκδίκασης της αίτησης/έφεσης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την αίτηση και τα εκδοθέντα διατάγματα έχουν ως ακολούθως: Προς όφελος της Εφεσείουσας - Αιτήτριας η οποία παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις στους καθ΄ων η αίτησης 2, παραχωρήθηκε για σκοπούς εξασφάλισης η Υποθήκη Υ1743/2007 (Τεκμήριο 1) στις 04/04/2007, η οποία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου και αφορά το ακίνητο που περιγράφεται πιο πάνω για το ποσό των Λ.Κ.250.000,00 (€427.150,36) Στις 29/01/2016 και 21/01/2016 εκδόθηκαν αποφάσεις (Τεκμήρια 2 και 3) υπέρ των εναγόντων και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση 2 στις Αγωγές 274210 και 2881/2010 αντίστοιχα, στις οποίες περιλαμβάνονται και διατάγματα για εκποίηση της πιο πάνω υποθήκης καθώς και άλλων υποθηκών, προς ικανοποίηση των εξ αποφάσεων χρεών της καθ΄ ης η αίτηση
- Κατόπιν έρευνας της αιτήτριας στο Κτηματολόγιο Πάφου, προέκυψε ότι η καθ΄ης η αίτηση 3 εξασφάλισε διάταγμα ημερομηνίας 22.12.2015 (Τεκμήριο 15) εκπρόθεσμης κατάθεσης πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 5/1/2001 (Τεκμήριο 14) που συνήψε με τους καθ΄ων η αίτηση 2 ως πωλητές, την ίδια και τον αποβιώσαντα σύζυγο της ως αγοραστές και αφορά την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Το πιο πάνω πωλητήριο έγγραφο, κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 10/3/2016 (Τεκμήριο 16) και στην συνέχεια η καθ΄ ης η αίτηση 3 υπέβαλε αίτηση για μεταβίβαση στο όνομα της και του αποβιώσαντα συζύγου της, σύμφωνα με την διαδικασία για τους «εγκλωβισμένους» αγοραστές. Στις 25/4/216 η Εφεσείουσα - Αιτήτρια έλαβε επιστολή ημερομηνίας 25/04/2016 του Τύπου ΙΕ, από το Κτηματολόγιο Πάφου σχετικά με την αίτηση της καθ΄ ης η αίτηση 3, με την οποία ο Διευθυντής του Κτηματολογίου την πληροφορούσε ότι θα προχωρούσε στην μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/48127, που βαρύνεται με την υποθήκη Υ1743 στο όνομα της καθ΄ ης η αίτηση 3 δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου, εκτός εάν η Εφεσείουσα - Αιτήτρια υπέβαλλε ένσταση ή αίτηση μεταφοράς των υποθηκών σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία των καθ΄ων η αίτηση 2 εντός 45 ημερών. Στις 26/05/2016 η Εφεσείουσα - Αιτήτρια υπέβαλλε ένσταση (Τεκμήριο 18) στην μεταβίβαση του ακινήτου και την εξάλειψη της υποθήκης, η οποία απορρίφθηκε στις 14.9.2016 και ενημερώθηκε ότι ο εφεσίβλητος - καθ΄ου η αίτηση 1, θα προχωρήσει σε απαλλαγή της υποθήκης και μεταβίβαση του ακίνητου στο όνομα της καθ΄ ης η αίτηση 3, εκτός εάν η Εφεσείουσα - Αιτήτρια προσκόμιζε διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση, που υποστηρίζει την αίτηση, Η απόφαση του καθ΄ου η αίτηση 1 λήφθηκε παράτυπα, λανθασμένα, αδικαιολόγητα και μετά από παραπλάνηση ως προς τα πραγματικά γεγονότα ή μετά από δόλο και/ή αμέλεια από την καθ΄ ης η αίτηση 3 ή από τον διευθυντή της καθ ΄ης η αίτησης 2 Χαράλαμπο Παπίρη. Εγείρονται αναφέρει, σοβαρές υποψίες σε σχέση με την εγκυρότητα του πωλητηρίου εγγράφου και την συμπεριφορά και τις ενέργειες του διευθυντή της καθ΄ης η αίτηση
- Αναφέρει πως, ενώ το πωλητήριο φέρει ημερομηνία συνομολόγησης 05/01/2001, οι καθ' ών η αίτηση 2, ουδέποτε ενημέρωσαν την αιτήτρια ότι το ακίνητο είχε πωληθεί στην καθ΄ ης η αίτηση 3 και τον αποβιώνοντα σύζυγο της. Η αιτήτρια δεν μπορούσε να γνωρίζει την ύπαρξη του πωλητηρίου εγγράφου ενώ αυτό κατατέθηκε 15 χρόνια μετά. Επίσης, το πωλητήριο έγγραφο φαίνεται να χαρτοσημάνθηκε στις 19.3.2008, 7 έτη μετά την ημερομηνία συνομολόγησης του και ενώ προκύπτει από το Τεκμήριο 19 ότι εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για το ακίνητο από το έτος 2006, η καθ΄ ης η αίτηση δεν ενδιαφέρθηκε νωρίτερα να προβεί σε διαδικασία μεταβίβασης/εγγραφής του ακινήτου στο όνομα της. Ο διαχειριστής/παραλήπτης των καθ΄ων η αίτηση 2, τον οποίο διόρισε η Αιτήτρια στις 23/6/2016 δυνάμει δύο ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 30/6/1994 και 21/7/2008, πληροφόρησε την αιτήτηρια ότι στις 22/12/2015 είναι ορισμένη στο Ε.Δ. Πάφου, αίτηση παραμερισμού/ακύρωσης του διατάγματος ημερομηνίας 22/12/2015, αίτηση την οποία καταχώρησαν η καθ΄ ων η αίτηση 2 εναντίον της καθ΄ης η αίτηση 3 στην οποία προβάλλεται η θέση ότι η καθ΄ ης η αίτηση 3 επέδωσε λανθασμένα την γενική αίτηση στον διευθυντή του κ. Παπίρη και όχι στον διαχειριστή/παραλήπτη της εταιρείας, αναφέροντας ο ενόρκως δηλών ότι οι πιθανότητες ακύρωσης του διατάγματος είναι ορατές. Στην παρ. 10 και επόμενες, ο ενόρκως δηλών προβάλει ισχυρισμούς που αφορούν και άπτονται της ουσίας του αιτήματος καθώς και της πιθανότητας επιτυχίας της αίτησης Έφεσης. Συγκεκριμένα αναφέρει τα ακόλουθα: «10.1 Τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας, περιλαμβανομένων των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της ιδιοκτήτριας και του ελευθέρως συμβάλεσθαι, παραβιάζονται και καταπατούνται κατάφωρα. Τυχόν εξάλειψη και ακύρωση των υποθηκών και μεταβίβαση των ακινήτων στον όνομα της Καθ' ης η Αίτηση 3 είναι πράξεις που αντιβαίνουν και παραβιάζουν τις πρόνοιες της σύμβασης υποθήκης με αρ. Υ1743/
- Η απόφαση του Καθ' ου η Αίτηση 1 παρακάμπτει, εξουδετερώνει και ακυρώνει τις δικαστικές αποφάσεις ημερ. 19/1/2016 και 21/1/2016, παρεμποδίζει την εκτέλεση τους και παραβιάζει και προσβάλλει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η Αιτήτρια παρεμποδίζεται ουσιαστικά από το νόμιμο δικαίωμα της να εκτελέσει τις δικαστικές αποφάσεις και να προχωρήσει με την εκποίηση της αναφερόμενης υποθήκης. 10.2 Οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ μέχρι 44ΚΖ που συμπεριλήφθηκαν στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/1965) δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) (Αρ. 10) Νόμου του 2015 (Ν. 139(Ι)/2015), στις οποίες ο Καθ΄ου η Αίτηση 1 βασίστηκε για να εκδώσει την απόφαση του, είναι αντισυνταγματικές και άκυρες επειδή προσκρούουν και έρχονται σε αντίθεση με τις πρόνοιες των άρθρων 23, 26 και 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. 10.3 Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) (Αρ. 10) Νόμος του 2015 (Ν. 139(Ι)/2015) και η διαδικασία που αυτός επιφέρει δεν εξισορροπεί τα αντικρουόμενα συμφέροντα των εμπλεκόμενων με αποτέλεσμα να δίνεται ουσιαστικά το δικαίωμα στον Καθ' ου η Αίτηση 1 να «αγνοήσει/παρακάμψει» την ύπαρξη και εμβέλεια του δικαιώματος της Αιτήτριας ως ενυπόθηκου δανειστή και τον προγενέστερο τίτλο της επί του ακινήτου και να επέμβει στη συμβατική σχέση μεταξύ των Καθ' ου η Αίτηση 2 και της Αιτήτριας και στο δικαίωμα του ελέγχου και της απόλαυσης του ακινήτου το οποίο έχει υποθηκευτεί από το 2007 προς όφελος της Αιτήτριας, καταπατώντας και παραβιάζοντας πλήρως τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας. Αν προχωρήσει η μεταβίβαση και εξαλειφθεί η υποθήκη, θα δίδεται ουσιαστικά το δικαίωμα στους Καθ' ων η Αίτηση 2 να αποφύγουν την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων τους έναντι της Αιτήτριας δυνάμει της σύμβασης υποθήκης. Δηλαδή ο Ν. 139(Ι)/2015 και η διαδικασία που αυτός επιφέρει υποβοηθά τους Καθ' ων η Αίτηση 2 να αποποιηθούν των υποχρεώσεων και ευθυνών τους έναντι της Αιτήτριας, χωρίς όμως να παρέχει οποιαδήποτε θεραπεία ή αποζημίωση στην Αιτήτρια για την ανεπανόρθωτη ζημιά που θα υποστεί. 10.4 Οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ μέχρι 44ΚΖ που συμπεριλήφθηκαν στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/1965) πάσχουν επιπρόσθετα γιατί εισήγαγαν εσωτερικές αντιφάσεις καθώς έρχονται σε αντίθεση με το Μέρος V του Ν. 9/1965 (Άρθρα 21 - 36). 11 Αν προχωρήσει η διαδικασία μεταβίβασης των ακινήτων στο Κτηματολόγιο, η Αιτήτρια δεν θα μπορέσει να εκτελέσει τις δικαστικές αποφάσεις που εξασφάλισε εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2 και να εκποιήσει το υποθηκευμένο ακίνητο. Η μόνη θεραπεία που προσφέρεται από τον Ν. 139(Ι)/2015, είναι η μεταφορά της συγκεκριμένης υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία που καθίσταται όμως άνευ αντικειμένου και ουσίας καθώς, όπως αναλύεται πιο πάνω στην παράγραφο 6, όλη η περιουσία των Καθ' ων η Αίτηση 2 και του διευθυντή τους κ. Παπίρη είναι επιβαρυμένη με εμπράγματα βάρη και επιβαρύνσεις που ξεπερνούν κατά πολύ την αξία της συνολικής περιουσίας. 12 Η Αιτήτρια θα απολέσει το ακίνητο με αρ. εγγραφής 48127 που είναι υποθηκευμένο προς όφελος της, η αξία του οποίου ανέρχεται, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του 2013 που διενεργήθηκαν από το Κτηματολόγιο, στα €307.000,00 (Τεκμήριο 19). Κατ' επέκταση η αξία της υποθηκευμένης, προς όφελος της Αιτήτριας, περιουσίας θα μειωθεί και θα ανέρχεται πλέον στα €8.561.800,00, με βάση τις εκτιμήσεις του Κτηματολογίου του 2013 (Τεκμήριο 18) (και επομένως καταναγκαστική αξία γύρω στα €6.421.350,00) ενώ το συνολικό οφειλόμενο ποσό των Καθ' ων η Αίτηση 2 ανέρχεται σήμερα περίπου στα €9.184.267,38 (Τεκμήρια 4 - 13) και θα συνεχίζει να αυξάνεται με την κεφαλαιοποίηση των τόκων ανά εξάμηνο. Θα αυξηθεί επομένως το έλλειμμα μεταξύ της αξίας των υποχρεώσεων των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και των εξασφαλίσεων της Αιτήτριας, με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολο μέχρι αδύνατο για την Αιτήτρια να εισπράξει το λαβείν της. Η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και αδικία που δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεραπευτεί. 13 Με την αίτηση - έφεση επιδιώκεται η προώθηση και διασφάλιση των νόμιμων δικαιωμάτων και συμφερόντων της Αιτήτριας, τα οποία απορρέουν τόσο από τις έγγραφες συμβάσεις μεταξύ της και των Καθ' ων η Αίτηση 2 όσο και από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και την Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ο Ν. 139(Ι)/2015 και η διαδικασία που αυτός επιφέρει παραβιάζει και καταπατεί κατάφωρα τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας χωρίς να προσφέρει οποιαδήποτε θεραπεία ή αποζημίωση για τη ζημιά και απώλεια που η Αιτήτρια θα υποστεί από τη μεταβίβαση του ακινήτου και την εξάλειψη της υποθήκης. 13 Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Αιτήτριας, η αίτηση - έφεση έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας και υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ειλικρινά πιστεύω και όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Αιτήτριας είναι ορθό δίκαιο, και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και η έκδοσή τους είναι επίσης επείγουσα και αναγκαία καθώς θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, όπως προκύπτει από τα γεγονότα που αναφέρω και επεξηγώ πιο πάνω. Αν η διαδικασία εξάλειψης της υποθήκης και η μεταβίβαση του ακινήτου προχωρήσει και ολοκληρωθεί, πιθανό το ακίνητο να πουληθεί/μεταβιβαστεί από την Καθ' ης η Αίτηση 3 σε τρίτα πρόσωπα και η Αιτήτρια να βρεθεί ενώπιον τετελεσμένων γεγονότων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης - έφεσης. Παράλληλα η Αιτήτρια δεν θα μπορεί να προχωρήσει με την εκτέλεση και εκποίηση της υποθήκης.» Η εφεσίβλητη - καθ΄ης η αίτηση 3 καταχώρησε ένσταση στη έκδοση και διατήρηση των πιο πάνω διαταγμάτων. Ο εφεσίβλητος - καθ΄ ου η αίτηση 1 μέσω του συνηγόρου του δήλωσε ότι δεν φέρει ένσταση στο να καταστούν τα διατάγματα απόλυτα, ενώ ο εφεσίβλητος - καθ΄ ου η αίτηση 2 παρά το ότι του επιδόθηκε η αίτηση και το διάταγμα, δεν εμφανίστηκε στην διαδικασία. Η εφεσίβλητη - καθ΄ης η αίτηση 3 προβάλει με την ένσταση της τους ακόλουθους λόγους ένστασης: (α) Η υπό εξέταση Αίτηση προωθείται στα πλαίσια διαδικασίας που είναι παράτυπη και/ή εκπρόθεσμη και/ή πρόωρη και/ή καταχρηστική αφού η Αιτήτρια προωθεί λανθασμένο ένδικο μέσο και/ή στρέφεται εναντίον λανθασμένων προσώπων και δεν έχει προοπτική επιτυχίας. (β) Το παρών Δικαστήριο στερείται εξουσίας και/ή δικαιοδοσίας να παραχωρήσει τα αιτούμενα διατάγματα και/ή θεραπείες και/ή μέρος αυτών που αποζητούνται με την παρούσα αίτηση και/ή την Κυρίως Αίτηση και ως εκ τούτου δεν είναι το αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της παρούσας αίτησης. (γ) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή διατήρηση σε ισχύ των εκδοθέντων διαταγμάτων και/ή η αίτηση στερείται νομικού ερείσματος και/ή το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της αίτησης δεν δικαιολογεί την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας και/ή θεραπειών και/ή του διατάγματος που εκδόθηκε. (δ) Η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένα και/ή ανεπαρκή και/ή ψευδή και/ή παραπλανητικά γεγονότα. (ε) Η Αίτηση είναι αδικαιολόγητη και/ή αβάσιμη τόσο νομικά όσο και ουσιαστικά και/ή καταχρηστική αφού προωθείται παράλληλα με άλλες διαδικασίες για την επίτευξη του ίδιου σκοπού που δεν εμπίπτει εντός των πλαισίων της σχετικής διαδικασίας. (στ) Η Αιτήτρια δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands). (ζ) Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει ουσιαστικά γεγονότα τα οποία αφορούν την υπόθεση. (η) Η Αιτήτρια παραπλανεί στο Δικαστήριο και/ή η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή βασίζεται σε αναληθή και/ή παραπλανητικά γεγονότα και/ή ισχυρισμούς. (θ) Δεν είναι με οποιοδήποτε τρόπο εύλογο και/ή ορθό και/ή δίκαιο και/ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί οιαδήποτε των αιτούμενων θεραπειών και/ή διαταγμάτων της Αίτησης και/ή παραβλάπτονται τα συνταγματικά και/ή άλλα δικαιώματα των καθ΄ων Αίτηση οι οποίοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από την διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος. Η ένσταση της εφεσίβλητης - καθ΄ης η αίτηση 3, συνοδεύεται από δική της ένορκη δήλωση, με την οποία δηλώνει ότι διαφωνεί με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση και μεταξύ άλλων, αναφέρεται στην συμφωνία πώλησης (Τεκμήριο 1), στην εξόφληση του τιμήματος της αγοράς (Τεκμήριο 2) και ότι η κατοικία παραδόθηκε το 2001 στην οποία διέμενε με την σύζυγο της και τώρα η ίδια. Σε ότι αφορά την μη κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου, αναφέρει ότι, όταν αγόρασαν την έπαυλη διέμεναν με την σύζυγο της στο Ζαΐρ και δεν γνώριζαν ότι θα έπρεπε να καταθέσουν το πωλητήριο έγγραφο ενώ δεν είχαν διορίσει δικηγόρο καθότι εμπιστεύτηκαν στον διευθυντή της πωλήτριας εταιρείας. Κατόπιν πιέσεων τους για να βγουν ξεχωριστοί τίτλοι και να τους μεταβιβαστεί το πωλούμενο ακίνητο, οι όποιοι εκδόθηκαν στις 27/3/2008, ο διευθυντής της καθ΄ ης η αίτηση 2 τους διαβεβαίωνε ότι θα προχωρούσε με την μεταβίβαση, χωρίς όμως αυτό να γίνει, με αποτέλεσμα στις 20/8/2010 να σταλεί επιστολή (Τεκμήριο 3) με δικηγόρο με την οποία ζητούσε την μεταβίβαση χωρίς όμως και πάλι να υπάρξει ανταπόκριση. Σε ότι αφορά την χαρτοσήμανση του έγγραφου, αναφέρει ότι αυτή έγινε στις 19/3/2008 καθότι είχε πληροφορηθεί ότι θα έβγαινε ο τίτλος και θα έπρεπε το έγγραφο για σκοπούς μεταβίβασης να χαρτοσημανθεί. Στην συνέχεια καταχώρησε την αγωγή 2781/2012 στο Ε.Δ. Πάφου με την οποία ζητούσε ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου, ενώ μετέπειτα όταν ψηφίστηκε ο νόμος για τους εγκλωβισμένους αγοραστές ανάθεσε σε δικηγόρο ώστε να την βοηθήσει να λάβει διάταγμα για να καταθέσει το πωλητήριο έγγραφο. Αναφέρεται επίσης η ενόρκως δηλούσα, στα εμπράγματα βάρη του ακινήτου, στα ομόλογα επιβάρυνσης ενώ στις παραγράφους 9, 10, 11 αναφέρει ότι η αιτήτρια μέσω του ενόρκως δηλούντα παραπλανεί το δικαστήριο αφού δεν αποκαλύπτει όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες συγκεκριμένα αναφέρει τα ακόλουθα: « 9............ Βασίζει το αίτημα της στην ικανοποίηση δύο κατ' ισχυρισμόν εκδοθέντων εναντίον της Καθ΄ης η Αίτηση - Εφεσίβλητης 2 δικαστικών αποφάσεων. Επισυνάπτει αντίγραφο των εν λόγω αποφάσεων ως Τεκμήρια και λέγει ότι δεν ημπόρει να εκτελέσει τις δικαστικές αποφάσεις που εξασφάλισε εναντίον των Καθ΄ων η Αίτηση 2 και να εκποιήσει το υποθηκευμένο ακίνητο (παρ. 11 Ένορκης Δήλωσης). Από τα Τεκμήρια (Τεκμήριο 2 και 3) που προσκομίζει η ίδια, φαίνεται ότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν στρέφονται αποκλειστικά εναντίον της Καθ΄ης η Αίτηση - Εφεσίβλητης 2 και του Χαράλαμπου Παπίρη προσωπικά, αλλά και της εταιρείας ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΙΡΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ( Α.Ε. 19741). Επιπρόσθετα δεν διατάσσεται αποκλειστικά η εκποίηση της υποθήκης υπ΄ αριθμόν Υ1473, αλλά και άλλων 18 Υποθηκών.
- Ο Ενόρκως Δηλών παραλείπει να αναφέρει κατά πόσο οι εν λόγω υποθήκες επιβαρύνουν περιουσίας της Καθ΄ης η Αίτηση - Εφεσίβλητης 2 και κατά πόσο προωθήθηκε διαδικασία για εκποίηση των με σκοπό την ικανοποίηση των αναφερόμενων εκ αποφάσεως χρεών και αφήνει να νοηθεί ότι η μόνος οδός για ικανοποίηση των εν λόγω δικαστικών αποφάσεων είναι δια της εκποίηση της Υποθήκης Υ1473/
- Ούτε γίνεται αναφορά σε οιεσδήποτε άλλες προσπάθειες της Αιτήτριας για ικανοποίηση των αποφάσεων με άλλα ένδικα μέτρα.
- Περαιτέρω αναφέρει ο Ενόρκως Δηλών ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ελεύθερη περιουσία της Καθ΄ης η Αίτηση - Εφεσίβλητης 2 και του διευθυντή της, και ότι όλη η περιουσία της είναι επιβαρυμένη με εμπράγματα βάρη και επιβαρύνσεις που ξεπερνούν κατά πολύ την αξία της συνολικής περιουσίας, γεγονός που ανατρέπεται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που ο ίδιος επισυνάπτει κατά τον δικηγόρο μου.» Υποστηρίζει η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση, ότι η Αιτήτρια - Εφεσείουσα μπορεί να αποζημιωθεί, ενώ η ίδια προσωπικά και ως αντιπρόσωπος της περιουσίας του συζύγους της θα υποστεί ζημιά εφόσον δεν θα έχει την δυνατότητα να εφαρμόσει την συμφωνία η οποία κατατέθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.12.2015 πριν από την ημερομηνία έκδοσης των αποφάσεων εναντίον της καθ΄ης η αίτηση
- Υποστηρίζει επίσης, ότι η Αιτήτρια - Εφεσείουσα εγείρει ζητήματα τα οποία δεν δύναται να κριθούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και είναι πρόωρα αφού γίνεται εκτενής αναφορά σε διαδικασία η οποία εκκρεμεί και σε θέματα αντισυνταγματικότητας τα οποία δεν δύναται να αποφασιστούν επί του παρόντος και το Δικαστήριο και ο Αρμόδιος Κτηματολογικός Λειτουργός έχει υποχρέωση να εφαρμόσει τον νόμο ως έχει. Σε ότι αφορά την προοπτική επιτυχίας της αίτησης, αναφέρει πως δεν προκύπτει από το σώμα της Αίτησης - Έφεσης, έστω και εκ πρώτης όψεως αλλά ούτε και από την ένσταση που κατατέθηκε στην απόφαση του Διευθυντή ζήτημα ακυρότητας, είτε ύπαρξης σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου ώστε να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι σχετικές εκ του νόμου προϋποθέσεις και συνεπώς η Αίτηση - Έφεση είναι τόσο νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες. Παράτυπη χαρακτηρίζει την νομική βάση των δύο αιτήσεων, καθότι δεν γίνεται αναφορά στα συγκεκριμένα εδάφια των κανονισμών επί των οπίων βασίζονται αλλά γίνεται σε αυτή γενική αναφορά και συνεπώς δεν προκύπτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ενώ σε σχέση με τον Διευθυντή του Κτηματολογίου, αναφέρει ότι η προσθήκη του στην παρούσα διαδικασία είναι επίσης παράτυπη καθότι δεν προνοείται από τον σχετικό Νόμο και Κανονισμό. Υποστηρίζει επίσης ότι η αιτήτρια δεν δύναται να ζητά παραμερισμό ή να προσβάλλει την ειδοποίηση ημερομηνίας 25/04/2016 γιατί το αίτημα τίθεται εκτός της προκαθορισμένης εκ του νόμου προθεσμίας και συνεπώς δεν υπάρχει προοπτική να δικαιούται τέτοια θεραπεία, επίσης δεν υπάρχει προοπτική επιτυχίας γιατί δεν δικαιολογούνται οι λόγοι τους οποίους θέτει ο νόμος και με τους οποίους παρέχεται το δικαίωμα υποβολής ένστασης, ήτοι ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, είτε ότι η σύμβαση μεταξύ πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη και/ή έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου. Τέλος, υποστηρίζει ότι, υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον προωθούνται δύο ένδικα μέσα για την επιδίωξη του ίδιου σκοπού και ότι τα μόνα δικαιώματα που πλήττονται είναι τα δικά της και αυτά που απορρέουν από την περιουσία του αποβιώσαντα συζύγου της αφού δεν θα καταστεί δυνατό να εφαρμόσουν την σχετική διαδικασία και να λάβουν την ακίνητη περιουσία που ήδη κατέχουν και στην οποία είναι κατά προτεραιότητα δικαιούχοι. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και της ένστασης, υποστηρίζοντας με σχετικές αγορεύσεις η κάθε πλευρά την θέση της. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο. Επίσης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη οτιδήποτε οι συνήγοροι των διαδίκων αναφέρουν στις γραπτές τους αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί από το δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό ή παρεμπίπτον διάταγμα που θα κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και (γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Το άρθρο 32 έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Acroprol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 A.A.Δ. 38, Κωνσταντινίδης v. Μακρυγιώργου και άλλου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, M. & Μ. Transprort v. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 Α.Α.Δ. 608, Hadjikyriakos Co Ltd v. United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 CLR 689, Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, National Bank of Greece v. Moticia
(1987)1 A.A.Δ. 303, KOT v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ΄΄Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd και Άλλων v. Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 Α.Α.Δ. 1040, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)A.A.Δ. 788, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St. Ltd και άλλοι, Πολ. Εφ. 9636 και 9637 ημερ. 18/7/1996, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις αναλύθηκαν, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου N.14/60 καθώς και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι εκείνος που φέρει μέχρι τέλους τo βάρος της απόδειξης ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 Α.Α.Δ. 704) και επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής που έχει πετύχει την έκδοση υπέρ του ενός προσωρινού διατάγματος έχει το βάρος να ικανοποιήσει περαιτέρω το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.α ν. Φιλίππου κ.α
(1999)1 ΑΑΔ 1217, 1224). Επίσης έχει νομολογιακά καθιερωθεί επίσης ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος επιζητώντας την έκδοση ενός διατάγματος θα πρέπει να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορεί να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση. Ιδιαίτερα σε μονομερείς αιτήσεις που παρουσιάζει η μια μόνο πλευρά, η υποχρέωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και επιφορτίζει τον αιτητή να παρουσιάσει όλα τα γεγονότα τα οποία βρίσκονται σε γνώση του, ακόμη και εκείνα τα οποία μπορεί να αποδειχτούν ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (βλ. Γρηγορίου κ.ά ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.2)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1669). Εξετάζοντας τον πρώτο λόγο της ένστασης που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, θέμα παρατυπίας της αίτησης, έχοντας κατά νου το περιεχόμενο της αίτησης, τις αιτούμενες θεραπείες και αιτούμενα διατάγματα σε συσχετισμό την νομική βάση επί των οποίων αυτά στηρίζονται, καταλήγω πως ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και για αυτό απορρίπτεται. Σχετική αναφορά γίνεται και πιο κάτω όπου παρατίθενται και τα σχετικά άρθρα του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/1965. Σε ότι αφορά το ζήτημα της συνένωσης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου ως διάδικου στην Αίτηση/Έφεση (Βλ. Λάμπρος Ηροδότου Λαμπριανού ν Ευφημίας Λαμπριανού Μιχαήλ κ. α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1779), παραπέμπω αλλά και υιοθετώ το σκεπτικό του έντιμου Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) Κ. Κληρίδη στην Αίτηση / Έφεση 6/2006 Ε. Δ. Λάρνακας μεταξύ Λένιας Αυξεντίου και Stormy Appeal Estate Ltd κ. α., ημερομηνίας 18/12/2006, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι επομένως φανερό ότι, πράγματι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ή άλλος λειτουργός του Τμήματος δεν πρέπει και δεν μπορεί να είναι διάδικος στην παρούσα περίπτωση. Όμως αυτό, κατά την άποψη μου, δεν επηρεάζει τη δυνατότητα έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται όπως προβεί σε κάποια ενέργεια ή απόσχει από άλλη. Με τον ίδιο τρόπο κατά τον οποίο μέσω Αίτησης - Έφεσης προσβάλλεται και δύναται να ακυρωθεί μια πράξη ή απόφαση του Διευθυντή, κατά παρόμοιο ασφαλώς τρόπο μπορεί να διαταχθεί είτε η αναβολή ή αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης του ή η προσωρινή απαγόρευση λήψης απ΄ αυτόν κάποιων μέτρων μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης-΄Εφεσης ή ΄Εφεσης ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου. Και ένα διάταγμα όπως το διεκδικούμενο εδώ δεν έχει νόημα να μη στρέφεται εναντίον του αρμόδιου αυτού φορέα.». Συνεπώς και αν ακόμα ο Διευθυντής του Κτηματολογίου δεν έπρεπε να είναι διάδικος στην κυρίως αίτηση και κακώς ή λανθασμένα έχει συνενωθεί ως διάδικος, δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο και ούτε αναιρεί την εξουσία έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων ως οι συνήγοροι της καθ΄ ης η αίτηση 3 εισηγούνται με την γραπτή τους αγόρευση (βλ. σελ. 20 και 21). Στον πρώτο λόγο της ένστασης περιλαμβάνεται ισχυρισμός για κατάχρηση διαδικασίας, ο οποίος στηρίζεται στο ότι, σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα καθ΄ης η αίτηση 3, καταχωρήθηκε αίτηση παραμερισμού του διατάγματος ημερομηνίας 22/12/2015 με το οποίο επιτράπηκε η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου. Υποστηρίζει η ενόρκως δηλούσα ότι, υπάρχει κατάχρηση καθότι προωθούνται δύο ένδικα μέσα για την επιδίωξη του ίδιου σκοπού. Με βάση τα ενώπιων μου στοιχεία, αίτηση παραμερισμού του διατάγματος ημερομηνίας 22/12/2015 με το οποίο επιτράπηκε η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 5/01/2001 καταχώρησαν οι καθ΄ων η αίτηση 2 εναντίον της καθ΄ης η αίτηση 3 και όχι η αιτήτρια στην παρούσα, συνεπώς δεν μπορεί η καθ΄ ης η αίτηση 3 να ισχυρίζεται ότι υπάρχει κατάχρηση από την στιγμή που τα δύο ένδικα μέσα δεν προωθούνται από τον ίδιο διάδικο. Δεν υπάρχει υπό τις περιστάσεις ούτε καν το αναγκαίο υπόβαθρο για την εξέταση ζητήματος κατάχρησης. Η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Θα προχωρήσω στην συνέχεια με την εξέταση των λόγων ένστασης που σχετίζεται με απόκρυψη γεγονότων, και τούτο γιατί θεωρώ τον λόγο αυτό ουσιαστικό. Σύμφωνα με την νομολογία, παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου το οποίο απάντα «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Το Δικαστήριο εξετάζοντας το ζήτημα αυτό, σύμφωνα και πάλι με την νομολογία, θα πρέπει να εξετάσει εάν τα γεγονότα που αποκρύβησαν είναι ουσιώδη για την απόφαση του στη μονομερή αίτηση. Το ζήτημα της απόκρυψης γεγονότων, εξ΄ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας και η έκταση της υποχρέωσης αποκάλυψης τέτοιων γεγονότων σε μονομερείς αιτήσεις, αναλύεται σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Το κρίσιμο στοιχείο που συνιστά και το κριτήριο, σύμφωνα με την νομολογία είναι η εξ αντικειμένου επιμέτρηση της σημασίας του γεγονότος που δεν έχει αποκαλυφθεί. Η παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση, θεωρείται είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και η σημασία της αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ΄ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της ζητούμενης θεραπείας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρης Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598, Κώστας Κυρισάββα ν. Χάρη Κίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του προσωρινού διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο να αρνηθεί τη συνέχιση του ( βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Νο2) ν. Σαββίδης
(1979)CLR 349, Brink's Mat Ltd v. Elcombe and Οthers
(1988)3 All E.R 188, που υιοθετήθηκαν στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού ν. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583 και Γρηγορίου κ.α ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Γρηγορίου (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι ύψιστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου». Ισχυρίζεται η καθ΄ης η αίτηση 3 ότι η αιτήτρια δεν έχει προβεί σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων που σχετίζονται με την υπόθεση, και εσκεμμένα απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, (σχετικοί είναι οι λόγοι ένστασης στ και ζ και τα όσα αναφέρονται στις σελ 6 - 8 της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων της). Ο ισχυρισμός επί του προκειμένου, αφορά την απόκρυψη από μέρους της αιτήτριας, του ότι πέραν των ακινήτων που είναι υποθηκευμένα και αφορούν την υπό κρίση περίπτωση και αποτελούν εξασφάλιση των εξ αποφάσεως χρεών της καθ΄ης η αίτησης 2, οι αποφάσεις δεν στρέφονται αποκλειστικά εναντίον της Καθ΄ης η Αίτηση - Εφεσίβλητης 2 και του Χαράλαμπου Παπίρη προσωπικά, αλλά και εναντίον της εταιρείας ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΙΡΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ. Επιπρόσθετα, ότι δεν διατάσσεται αποκλειστικά η εκποίηση της υποθήκης υπ΄ αριθμόν Υ1473/2007, αλλά και άλλων 18 Υποθηκών. Επίσης, ότι παραλείπουν να αναφέρουν κατά πόσο προωθήθηκε διαδικασία εκποίησης των υποθηκών με σκοπό την ικανοποίηση των αναφερόμενων εκ αποφάσεως χρεών και αφήνει, ο ενόρκως δηλών στην αίτηση, να νοηθεί, ότι η μόνος οδός για ικανοποίηση των εν λόγω δικαστικών αποφάσεων είναι δια της εκποίησης της Υποθήκης Υ1473/2007 και ότι γίνεται αναφορά σε οιεσδήποτε άλλες προσπάθειες της Αιτήτριας για ικανοποίηση των αποφάσεων με άλλα ένδικα μέτρα. Ο δε ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ελεύθερη περιουσία της Καθ΄ης η Αίτηση - Εφεσίβλητης 2 και του διευθυντή της και ότι όλη η περιουσία της είναι επιβαρυμένη με εμπράγματα βάρη και επιβαρύνσεις που ξεπερνούν κατά πολύ την αξία της συνολικής περιουσίας, υποστηρίζουν πως ανατρέπεται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που ο ίδιος επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση. Στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στις δύο αποφάσεις που εκδόθηκαν εναντίον των καθ΄ων η αίτηση 1 και 2, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτει ως Τεκμήρια 2 και 3 και αναφέρει, άρα δεν αποκρύβει, ότι «.....για την εκποίηση της αναφερόμενης υποθήκης όπως και άλλων υποθηκών...». Το γεγονός ότι απόφαση που εκδόθηκε στην Αγωγή 2742/2010 αφορά και άλλο νομικό πρόσωπο, πέραν των καθ ΄ων η αίτηση 2 στην παρούσα και του διευθυντή τους, παρά το ότι δεν το αναφέρει ρητά στην ένορκη του δήλωση ο ενόρκως δηλών στην ένσταση, προκύπτει από το Τεκμήριο 2 την απόφαση ημερομηνίας 19.1.2016 και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα απόκρυψης. Ως προς τον ισχυρισμό ότι συνιστά απόκρυψη και παραπλάνηση το ότι ο ενόρκως δηλών στην αίτηση, δεν αναφέρει κατά πόσο προωθήθηκε διαδικασία για εκποίηση των υποθηκών με σκοπό την ικανοποίηση των εξ αποφάσεως χρεών και πως αφήνει να νοηθεί ότι η μόνη οδός για ικανοποίηση των εν λόγω δικαστικών αποφάσεων είναι δια της εκποίησης της Υποθήκης Υ1473/2007, αλλά ούτε και γίνεται αναφορά σε οιεσδήποτε άλλες προσπάθειες της Αιτήτριας για ικανοποίησης των αποφάσεων με άλλα ένδικα μέτρα, αρχικά να αναφέρω πως δεν αντιπαραβάλλεται αντίθετος ισχυρισμός από μέρους της καθ΄ης η αίτηση 3, ότι δηλαδή η αιτήτρια έχει προωθηθεί άλλα μέτρα τα οποία αποκρύβει , δεύτερο, στην παρ. 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύσει την αίτηση, γίνεται αναφορά στο συνολικό ποσό των επιβαρύνσεων επί της ακίνητης περιουσίας της καθ΄ ης η αίτηση 2 στην αξία της ακίνητης περιουσίας τους και στο ύψος των χρεών, από τα οποία προκύπτει η διαφορά μεταξύ των δύο με τα χρέη να ξεπερνούν κατά πολύ τις πιο πάνω εξασφαλίσεις. Υπό τις περιστάσεις, καταλήγω πως, δεν προκύπτουν στοιχεία απόκρυψης και προσπάθειας παραπλάνησης, αφού δίδεται η εικόνα της πραγματικής κατάστασης, των χρεών και οφειλών της καθ΄ης η αίτηση 2 σε συσχετισμό με την επίδικη υποθήκη και τις άλλες υποθήκες που βαρύνουν την ακίνητη περιουσία της. Συνεπώς, καταλήγω ότι δεν τίθεται ζήτημα απόκρυψης γεγονότων όπως η καθ΄ ης αίτηση 3 εισηγείται. Προχωρώντας, για τους σκοπούς εξέτασης της ουσίας του αιτήματος έχω μελετήσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία υπό το φως των σχετικών αυθεντιών και αρχών. Διατηρώ βέβαια κατά νου τα όσα έχουν νομολογιακά καθιερωθεί, ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της μαρτυρίας σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και οποιαδήποτε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό την διεξαγωγή συμπερασμάτων, τα οποία ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν, πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό δε γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η κυρίως αίτηση. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση: Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, επεξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates πιο πάνω). Αφού έχω μελετήσει την αίτηση/έφεση, τα αιτούμενα διατάγματα, τους λόγους έφεσης την νομική της βάση της αίτησης οδηγούμαι στην κατάληξη, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση από το Δικαστήριο. Η Αίτηση/Έφεση της Αιτήτριας, εγείρεται στην βάση των προνοιών του Άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/1965 το οποίο έχει ως ακολούθως: «
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω (επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου. .............». Από τα ενώπιον μου στοιχεία, αποκαλύπτεται ζήτημα που αφορά και σχετίζεται με αναγνωρισμένο από το νόμο δικαίωμα από πλευράς Αιτήτριας για αμφισβήτηση της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου που ελήφθη δυνάμει των προνοιών των Άρθρων 441Θ και 44ΚΒ του Νόμου 9/1965, που κατ' ισχυρισμό παραβλάπτει τα δικαιώματα της, βασιζόμενη στο Άρθρο 51 του Νόμου 9/1965. Σε ότι αφορά τα θέματα που εγείρονται σε σχέση με την συνταγματικότητα του Νόμου στην υπόθεση Δημοκρατία ν Γεωργίου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 704 αναγνωρίστηκε ότι ισχυρισμός για παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής. Πιθανότητα επιτυχίας Αναφορικά με την ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής» και την «πιθανότητα επιτυχίας» στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει χωρίς βέβαια να αποφασίσει οτιδήποτε σ΄αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σ΄αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω), η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας για εξασφάλιση θεραπείας. Ενώ όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ (Γ) 1980, επιτρέπεται μόνο πρωταρχική εξέταση της μαρτυρίας για σκοπούς συνεκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης της κάθε πλευράς. Επειδή στους λόγους ένστασης περιλαμβάνεται και ο ισχυρισμός ότι η Αίτηση/Έφεση είναι εκπρόθεσμη, που τούτο θα σήμαινε, εξετάζοντας την δεύτερη προϋπόθεση ήτοι την πιθανότητα επιτυχίας της αίτησης, σε περίπτωση που όντως η Αίτηση/Έφεση είναι εκπρόθεσμη, ότι δεν υφίσταται η υπό εξέταση προϋπόθεση, διαπιστώνω ότι, η Αίτηση/Έφεση καταχωρήθηκε στις 13.10.2016 και η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου με τον οποία απέρριψε την ένσταση της αιτήτριας ημερομηνίας 26.5.2019 και την πληροφορεί ότι θα προχωρήσει σε απαλλαγή της υποθήκης και στην μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της καθ΄ης η αίτηση 3, φέρει ημερομηνία 14.9.2016, συνεπώς, η Αίτηση/Έφεση, φαίνεται να καταχωρήθηκε εντός του χρόνου που προβλέπεται από το Άρθρο 51 το οποίο αναφέρεται πιο πάνω. Προτού προχωρήσω με την εξέταση της μαρτυρίας με σκοπό την διαπίστωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, κρίνω ορθό να αναφερθώ στην νομική πτυχή του ζητήματος που η Αίτηση/Έφεσης εγείρει προς εξέταση. Σύμφωνα με το Άρθρο 5 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011, Νόμος 81(I)/2011, «. η κατάθεση σύμβασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της: .». Εμπράγματο βάρος, που, ως αναφέρεται από το Άρθρο 2 του Νόμου 81(I)/2011, για σκοπούς του Νόμου 81(I)/2011, λαμβάνει την ερμηνεία που αποδίδεται στον όρο από τον προαναφερόμενο Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965, Νόμος 9/1965. Εκεί, ερμηνεύεται από το Άρθρο 12
(5)(α) του Νόμος 9/1965, να σημαίνει «. άμεσον τινα επί ακινήτου απαίτησιν, δικαίωμα επιβαρύνσεως (lien) ή υποχρέωσιν, υφισταμένην δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου.». Σύμφωνα δε με το Άρθρο 12
(1)του Νόμου 9/1965: «Εκτός ως προνοείται εν άρθρω 29 ή 31, οσάκις ακίνητον υπόκειται εις οιονδήποτε εμπράγματον βάρος ή ο κύριος αυτού τελεί υπό απαγόρευσιν- (α) ουδεμία δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης τοιούτου ακινήτου γίνεται δεκτή παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω (β) ουδεμία δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης τοιούτου ακινήτου γίνεται δεκτή παρ' οιωδήποτε ετέρω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ή παραρτήματι, οσάκις η ύπαρξις του τοιούτου εμπραγμάτου βάρους ή απαγορεύσεως είναι γνωστή εις τον αρμόδιον λειτουργόν του ετέρου τοιούτου Κτηματολογικού Γραφείου ή, αναλόγως της περιπτώσεως, παραρτήματος (γ) ουδεμία μεταβίβασις ή υποθήκη τοιούτου ακινήτου δηλωθείσα παρ' οιωδήποτε ετέρω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ή παραρτήματι άνευ γνώσεως του αρμοδίου λειτουργού περί της υπάρξεως τοιούτου εμπραγμάτου βάρους ή απαγορεύσεως εγγράφεται παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω.». Το Μέρος VIB του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Νόμος 9/1965, επί των διατάξεων του οποίου ο Καθ' ου η Αίτηση 1 (Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας), υπάρχει ο ισχυρισμός ότι έχει βασίσει την προσβαλλόμενη απόφαση του, σύμφωνα με το Άρθρο 44ΙΗ του Νόμου 9/1965, εφαρμόζεται «. σε κάθε περίπτωση που ακίνητο ή μέρος αυτού βαρύνεται με σύμβαση, η οποία έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 ή έχει κατατεθεί σε αυτό δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης επ' ονόματι του αγοραστή.». Σύμφωνα με το Άρθρο 44ΙΘ
(1)του Νόμου 9/1965, η μεταβίβαση του ακινήτου μπορεί να γίνει αυτεπάγγελτα από τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ή κατόπιν αιτήματος οιουδήποτε προσώπου ως ορίζονται από τον νόμο, μεταξύ άλλων και του αγοραστή. Η πιο πάνω για διαδικασία, έχει συγκεκριμένο αντικείμενο και αποσκοπεί στην μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας σε αγοραστές που ενώ έχουν υλοποιήσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι του πωλητή, ο πωλητής αδυνατεί ή αμελεί ή παραλείπει να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματι τους, καθότι, το ακίνητο, ή μέρος αυτού, υπόκειται σε υποθήκη ή/και εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση. Πρόκειται, περί άσκησης εξουσίας του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και άσκησης δικαιώματος από συγκεκριμένα πρόσωπα που ο νόμος καθορίζει, που υπόκειται σε δικαίωμα ενστάσεως αλλά και αναθεώρησης δυνάμει του άρθρου
- Στην υπό κρίση περίπτωση, από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, καταδεικνύει ότι, η πιο πάνω διαδικασία έχει προηγηθεί της καταχώρησης της Αίτησης/Έφεσης. Από τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, μπορώ να αποδεχθώ ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση. Πέραν των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και αφορούν την εγκυρότητα του πωλητηρίου εγγράφου και της διαδικασίας κατάθεσης του, οι οποίοι θα κριθούν επί της ουσίας κατά την ακρόαση της Αίτησης/Έφεσης, κατά κύριο λόγο αυτό που η πλευρά της Εφεσείουσας - Αιτήτριας αμφισβητεί, είναι η συνταγματικότητα των διατάξεων του Νόμου και η παραβίαση συγκεκριμένων δικαιωμάτων της τα οποία απορρέουν από την υποθήκη Υ1743/
- Το ζήτημα της συνταγματικότητας που η Αιτήτρια εγείρει και αφορά τις συγκεκριμένες διατάξεις του Μέρους VIB του Νόμου 9/1965, χωρίς να αποφαίνομαι σε αυτό το στάδιο και παρά το υψηλό επίπεδο που απαιτείται για να υπάρχει μια τέτοια κατάληξη από ένα Δικαστήριο που κρίνει ζήτημα συνταγματικότητας (πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας), αποδέχομαι ότι τα γεγονότα που έχουν παρουσιαστεί προς υποστήριξη των εν προκειμένω ισχυρισμών της Αιτήτριας, ικανοποιούν, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι ενυπάρχει σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ορατή πιθανότητα επιτυχίας της κατά την δίκη της Αίτησης /Έφεσης. Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου φαίνεται να εξουδετερώνεται το όποιο δικαίωμα η Αιτήτρια έχει αποκτήσει από την σύμβαση υποθήκης. Συνεπώς καταλήγω πως και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 ικανοποιείται. Κατάληξη η οποία δεν σημαίνει βέβαια ότι τα επίδικα θέματα, υπό το φως των γεγονότων και περιστάσεων καθώς και της μαρτυρίας που θα προσαχθεί κατά την δίκη δεν θα αποτελέσουν ζητήματα που θα παραμείνουν ζωντανά, για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Εξετάζοντας τέλος την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση εξετάζει κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία καθώς και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί ή οριστικοποιηθεί το αιτούμενο διάταγμα. (βλ.Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ. (Β), Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 396). Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο όπως έχει λεχθεί στην Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και υιοθετήθηκε στην Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Κατά βάση εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στον ενάγοντα στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση ή συνέχιση του προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Είμαι της άποψης ότι αυτό το οποίο προέχει με βάση τα γεγονότα στην υπό κρίση περίπτωση, είναι η διατήρηση του status quo ante, κατά τρόπο ώστε να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων. Τα διατάγματα ως έχουν εκδοθεί, δεν αποστερούν και εμποδίζουν την καθ΄ης η αίτηση 3 από την απόλαυση και χρήση του πωλούμενου ακινήτου, συνεπώς δεν υφίσταται ζημιά αυτού του είδους, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι ενώ η πώληση φαίνεται να έγινε το έτος 2001, η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου, που αποτελεί προϋπόθεση για την μεταβίβαση δυνάμει του πιο πάνω Νόμου, έγινε 15 χρόνια αργότερα. Από την άλλη, σε περίπτωση που η διαδικασία προχωρήσει δια της μεταβίβασης του ακινήτου και απαλλαγής του από την υποθήκη, το ενδεχόμενο αποξένωσης του ακινήτου αλλά και παρά πέρα, θα αποστερήσει πλήρως την Εφεσείουσα/Αιτήτρια από τα δικαιώματα που έχει αποκτήσει συνεπεία της υποθήκευσης του για σκοπούς εξασφάλισης των χρεών της καθ΄ης η αίτηση 2, δηλαδή δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί σε περίπτωση επιτυχίας της Αίτησης/Έφεσης που έχει καταχωρήσει. Υπό το φως των όσων αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η Εφεσείουσα/Αιτήτρια έχει πετύχει να ικανοποιήσουν και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of probabilities) και αυτό γέρνει προς την πλευρά της αιτήτριας έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω. Εν όψει όλων των πιο πάνω τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 17.10.2016 οριστικοποιούνται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της καθ΄ης η αίτηση 3 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα οποία όμως θα πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/General Applications/Interim Judgments (Αναφορά: Πολιτική Δικαιοδοσία/Αίτηση Έφεση/Προσωρινό διάταγμα/Ενδιάμεση Απόφαση)