← Κύπρος

Μάριος Πετεινός ν. Νίκος Καψοσιδέρη κ.α., Αγ. Αρ.: 1311/2011, 26/4/2017

Μάριος Πετεινός ν. Νίκος Καψοσιδέρη κ.α., Αγ. Αρ.: 1311/2011, 26/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 1311/2011 Μεταξύ: Μάριος Πετεινός από την Πάφο Ενάγοντας και

  1. Νίκος Καψοσιδέρη από την Πάφο
  2. Χρυστάλλα Καψοσιδέρη από την Πάφο
  3. Ιφιγένεια Καψοσιδέρη από την Πάφο Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερ.: 26/04/
  4. Εμφανίσεις: Για την Ενάγοντα: κα Α. Χριστοδούλου για κ. Νίκο Α. Τσιαπαλή. Για τους Εναγομένους 1-3: κ. Λ. Μαυρίκιος μαζί με κα Νικόλα και κα Μαυρικίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας στην παρούσα αγωγή, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι Πολιτικός Μηχανικός - Αρχιτέκτονας εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ, αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1,2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €10,000 ως εύλογη αμοιβή για την εκπόνηση αρχιτεκτονικών προσχεδίων. Ισχυρίζεται, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του, ότι η εναγόμενη 3 είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης των τεμαχίων αρ. 395 και 405 του ΦΥΛ./ΣΧ. 51/03.2.2 στην ενορία Αγίου Παύλου στην Πάφο και οι εναγόμενοι 1 και 2 οι οποίοι είναι σύζυγοι και οι γονείς της εναγομένης 3, κατά ή περί τον Ιούλιο του 2007 του έδωσαν οδηγίες προσωπικά και ενεργώντας και εκ μέρους και για λογαριασμό της εναγομένης 3, όπως αναλάβει την εκπόνηση προσχεδίων για την ανέγερση εντός των πιο πάνω αναφερόμενων τεμαχίων της εναγομένης 3 τετραώροφης πολυκατοικίας. Υπήρχε συμφωνία και/ή συναντίληψη ότι η αμοιβή του θα καθοριζόταν με βάση τις κλίμακες που εφαρμόζονται από τον Σύνδεσμο Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων και/ή το Ε.Τ.Ε.Κ. Ο ενάγοντας ετοίμασε προσχέδια τα οποία παρέδωσε στους εναγομένους για σχόλια και παρατηρήσεις με σκοπό να ετοιμαστούν τα τελικά σχέδια αλλά οι εναγόμενοι του είπαν ότι θα επανέρχονταν σε μεταγενέστερο χρόνο μετά το γάμο της εναγομένης 3 ο οποίος προγραμματιζόταν περί τον Μαϊο του
  5. Ενώ ο ενάγοντας ανάμενε να του δοθούν περαιτέρω οδηγίες, περί τον Δεκέμβριο του 2009 διαπίστωσε ότι άρχισε η ανάπτυξη των ακινήτων και απαίτησε να πληρωθεί για τα προσχέδια χωρίς ανταπόκριση από τους εναγομένους, οι οποίοι αρνήθηκαν να του καταβάλουν το ποσό των €10,000 ως εύλογη αμοιβή για τις υπηρεσίες του. Οι εναγόμενοι 1,2, και 3, με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, αρνούνται την απαίτηση του ενάγοντα και ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση έτσι ώστε ο ενάγοντας να έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Τα αναφερόμενα στην Έκθεση Απαίτησης ακίνητα ανήκουν και/ή είναι ιδιοκτησίας των θυγατέρων των εναγομένων 1 και 2, δηλαδή της εναγομένης 3 και της Ευθυμίας Καψοσιδέρη και ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε έδωσαν οδηγίες στον ενάγοντα για την ετοιμασία προσχεδίων ούτε εκπροσώπησαν την εναγομένη
  6. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ τους και κατ' επέκταση ούτε οποιαδήποτε συμφωνία για αμοιβή. Περαιτέρω, είναι η θέση τους ότι ουδέποτε έλαβαν οποιαδήποτε προσχέδια και αν άρχισε οποιαδήποτε ανάπτυξη στα αναφερόμενα οικόπεδα, άρχισε από τις νόμιμες ιδιοκτήτριες και ο ενάγοντας ουδεμία σχέση έχει με αυτό. Είναι η θέση των εναγομένων 1, 2 και 3 ότι δεν είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία με τον ενάγοντα, ούτε έδωσαν οποιεσδήποτε οδηγίες, είτε γραπτώς είτε προφορικώς, εκτός από την επιστολή ημερομηνίας 08/01/2010, το περιεχόμενο της οποίας απέρριψαν με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 21/01/
  7. Πέραν των πιο πάνω, η εναγόμενη 3 ισχυρίζεται ότι μαζί με την αδελφή της Ευθυμία Καψοσιδέρη κατά το έτος 2007 είχαν ήδη αναθέσει την εκπόνηση Αρχιτεκτονικών Σχεδίων για ανάπτυξη των τεμαχίων 395 και 405, ΦΥΛ/ΣΧ. 51/030202 στο Αρχιτεκτονικό Γραφείο του κ. Κώστα Χριστοδούλου και καταχωρήθηκε από τις ίδιες μέσω του ως άνω Αρχιτέκτονα η Αίτηση για Πολεοδομική Άδεια με Αριθμό Φακέλου 344/2007 για την οποία εξεδόθη Πολεοδομική Άδεια υπ' αρ. 5282 από τη Πολεοδομική Αρχή του Δήμου Πάφου. Για σκοπούς απόδειξης της απαίτησης του ενάγοντα, κατάθεσαν στο Δικαστήριο ο ίδιος ο ενάγοντας (Μ.Ε.1) και η κα Τζοσεφίνα Πασενίδου (Μ.Ε.2). Για λογαριασμό της υπεράσπισης, κατάθεσαν ο εναγόμενος 1, κ. Νικόλας Καψοσιδέρης (Μ.Υ.1), η κα Αντρούλλα Ιωάννου (Μ.Υ.2) και η εναγόμενη 2, κα Χρυστάλλα Καψοσιδέρη (Μ.Υ.3). Ολόκληρη η μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν είναι καταγραμμένα στο πρακτικά, έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο και δεν χρειάζεται η λεπτομερής καταγραφή τους στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Θα αναφερθώ κατωτέρω περιληπτικά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων για να διαφανούν τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, οι εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμοί και η εκδοχή που προβλήθηκε στο Δικαστήριο από κάθε πλευρά. Ο Μ.Ε.1 ήταν ο ίδιος ο ενάγοντας, ο οποίος ουσιαστικά ανάφερε ότι είναι Πολιτικός Μηχανικός - Αρχιτέκτονας και αφού ανάφερε τα προσόντα του κατάθεσε στο Δικαστήριο Βεβαίωση του ΕΤΕΚ ότι είναι εγγεγραμμένος σε αυτό στον Κλάδο Πολιτικής Μηχανικής περιλαμβανομένης της Μηχανικής Τοπίου από το 1993 με αρ. μητρώου Α043869 και ότι κατά το έτος 2007 είχε ανανεώσει την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος (βλ. τεκμήριο 2). Κατάθεσε επίσης Βεβαίωση του ΕΤΕΚ δυνάμει του Άρθρου 8Α του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου με την οποία βεβαιούται ότι δικαιούται να ετοιμάζει, εκπονεί και υπογράφει όλα τα σχέδια και μελέτες τα οποία υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή για την έκδοση άδειας οικοδομής σε σχέση με Αρχιτεκτονική εργασία (βλ. τεκμήριο 3). Κατάθεσε επίσης την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος για το έτος 2016 (βλ. τεκμήριο 10). Ακολούθως, αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο του δόθηκαν οδηγίες για την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων και είπε ότι περί τον Ιούλιο του 2007 επικοινώνησε μαζί του ο εναγόμενος 1 και τον κάλεσε να επισκεφθεί την οικία τους στην οδό Νίκου Ευαγόρου 4Β και κατά την επίσκεψη του, οι εναγόμενοι 1 και 2 τον ενημέρωσαν ότι η κόρη τους, εναγομένη 3 είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης περιουσίας την οποία επιθυμούσαν να αναπτύξουν ως οικογένεια. Αφού του έδωσαν το τοπογραφικό σχέδιο (βλ. τεκμήριο 4) και αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας (βλ. τεκμήρια 5Α και 5Β), του εξήγησαν ότι η επιθυμία τους ήταν η ανέγερση πολυκατοικίας με διαμερίσματα 2 υπνοδωματίων η οποία περιλαμβανομένου του υπογείου θα αποτελείτο από 4 ορόφους και του ζήτησαν να ετοιμάσει προσχέδια και στη συνέχεια, αφού υπάρξει σχετική συνεννόηση, τελικά σχέδια. Συμφώνησαν επίσης ότι η αμοιβή του θα ήταν με βάση τις κλίμακες που εφαρμόζονται από τον Σύνδεσμο Πολιτικών Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων και το ΕΤΕΚ. Κατόπιν τούτου, προχώρησε με την ετοιμασία των προσχεδίων. Πήγε στο γραφείο του και άνοιξε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή καινούργιο φάιλ (βλ. τεκμήριο 8), ετοίμασε τα προσχέδια (βλ. τεκμήριο 6) τα οποία και τους τα παρέδωσε περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2007 για να προβούν σε σχόλια και αλλαγές. Στη συνάντηση τους αυτή, εξήγησε στους εναγομένους 1 και 2 ότι θα ανεγείρονταν συνολικά 17 διαμερίσματα 2 υπνοδωματίων με συνολικό εμβαδό περιλαμβανομένων καλυμμένων βεραντών και κοινόχρηστων χώρων 1860 τετραγωνικών μέτρων περίπου με προϋπολογιζόμενο κόστος κατασκευής γύρω στις £930,000 περίπου το οποίο αντιστοιχούσε σε €1,590,000 περίπου. Οι εναγόμενοι 1 και 2 του ανάφεραν ότι προς το παρόν δεν θα προχωρούσαν και θα επανέρχονταν μετά το γάμο της εναγομένης 3 του οποίου η τέλεση προγραμματιζόταν για το Μαϊο του 2009 όπως του ανέφεραν. Ενώ το θέμα παρέμενε σε εκκρεμότητα, περί τον Δεκέμβριο του 2009 προς έκπληξη του αντιλήφθηκε ότι στα συγκεκριμένα οικόπεδα είχαν αρχίσει κατασκευαστικές εργασίες. Επικοινώνησε με τον εναγόμενο 1 για εξηγήσεις και αυτός με αρκετή αμηχανία απολογήθηκε και του είπε ότι τελικά οι κόρες του αποτάθηκαν σε άλλο αρχιτέκτονα. Του ζήτησε να πληρωθεί και αφού τον ρώτησε πόση ήταν η αμοιβή του, του ανάφερε ότι με βάση τους σχετικούς κανονισμούς αυτή ανερχόταν σε €16,099 αλλά λόγω της οικογενειακής σχέσης που είχαν θα τους έκανε ειδική τιμή και ότι δεχόταν να του δώσουν το ποσό των €10,
  8. Μετά από αυτό, ο εναγόμενος 1 έδειχνε να αναστατώνεται και να του λέει ότι «εν υπολογίσαμε ότι ήταν τόσα πολλά», «μα τι έκαμες και θέλεις τόσα» και τελικά αρνήθηκε να τον πληρώσει. Κατάθεσε στο Δικαστήριο του Όρους Ανάθεσης Εργασίας Οικοδομικών Έργων του Συνδέσμου Πολιτικών Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων Κύπρου ως τεκμήριο 7 και το επεξήγησε, λέγοντας βασικά ότι ο υπολογισμός της αμοιβής γίνεται με βάση τις σχετικές κλίμακες και σύμφωνα με το κόστος ανέγερσης της οικοδομής. Πέραν των πιο πάνω, κατάθεσε στο Δικαστήριο επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 08/01/2010 προς τους εναγομένους. Αντεξετάστηκε σε σχέση με το χρόνο που αποφάσισε να ζητήσει αμοιβή για τα προσχέδια δηλαδή τον 1ον/2010 αφού τα είχε ετοιμάσει από τον Σεπτέμβριο του 2007 λέγοντας ότι αυτό έγινε διότι ανάμενε περαιτέρω οδηγίες των πελατών του μετά το γάμο της κόρης τους όπως του ανάφεραν και ότι το έπραξε αυτό μετά που διαπίστωσε ότι άρχισαν οικοδομικές εργασίες στα συγκεκριμένα οικόπεδα, τα οποία βρίσκονται απέναντι από το γραφείο του. Αντεξετάστηκε επίσης στο κατά πόσο η ανάθεση εκπόνησης σχεδίων απαιτεί την ύπαρξη γραπτής εξουσιοδότησης του εργοδότη με το μάρτυρα να συμφωνεί αλλά να λέει ότι αυτή υπογράφεται μετά που θα εκπονηθούν τα προσχέδια και θα φανεί το μέγεθος του έργου για να μπορεί να γίνει προϋπολογισμός του κόστους. Η εν λόγω εξουσιοδότηση είπε γίνεται συνήθως όταν φτάσουν σε τελική συμφωνία πώς θα είναι το έργο και τι κόστος θα έχει. Όσον αφορά τα προσχέδια που κατάθεσε στο Δικαστήριο τεκμήριο 6, είπε ότι αυτά απεικονίζουν τον 1ον όροφο και δεν τύπωσε τον 2ον διότι είναι ο ίδιος και είναι τυπικός. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι ο λόγος που στα προσχέδια αναγράφεται το όνομα της εταιρείας του είναι διότι τυπώθηκαν σε έγγραφα της εταιρείας ανάπτυξης γης που διατηρεί. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των σχεδίων όμως είναι δικό του ως Πολιτικός Μηχανικός και Αρχιτέκτονας. Ανέφερε επίσης ότι δεν μίλησε ποτέ με την εναγομένη 3 για αυτή τη δουλεία και ότι ήταν αρκετό που μίλησε με τον πατέρα της αλλά δεν γνώριζε κατά πόσο είχε εξουσιοδοτήσει τους γονείς της για να του αναθέσει τα προσχέδια. Περαιτέρω, αντεξετάστηκε για τον τρόπο που υπολόγισε το κόστος ανέγερσης της εν λόγω πολυκατοικίας σε £500 το τ.μ. και είπε ότι ως μηχανικός μπορεί να καθορίσει το ποσό αυτό για τη συγκεκριμένη περίοδο και είδος του έργου. Ανάφερε επίσης ότι δεν είχε συγκεκριμένες οδηγίες για την εκπόνηση σχεδίων αποτελούμενων από 17 διαμερίσματα και είπε ότι όταν σου ζητά ο πελάτης να του πεις τι μπορεί να κάμει, θα εκπονήσεις σχέδια για το μέγιστο των δυνατοτήτων της γης που θα ανεγερθούν και θα χρησιμοποιήσεις όλο το εμβαδό. Η Μ.Ε.2 κατάθεσε ότι είναι Πολιτικός Μηχανικός και εργαζόταν για λογαριασμό του ενάγοντα από τον 01ον/2004 μέχρι και τον 11ον/2015, οπότε ο ενάγοντας την σταμάτησε διότι δεν είχε δουλειά. Ανάφερε στο Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος αρ. 1, τον οποίο είδε και αναγνώρισε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου επισκέφθηκε το γραφείο του ενάγοντα δύο φορές. Η μια ήταν τον Σεπτέμβριο του 2007 και η άλλη τον Ιανουάριο του
  9. Και στις δύο φορές ζήτησε να δει τον ενάγοντα, την πρώτη πέρασε στο γραφείο του ενώ στη δεύτερη ο ενάγοντας δεν ήταν μέσα. Η ίδια δεν γνωρίζει τον σκοπό των επισκέψεων του εναγομένου 1 στο γραφείο του ενάγοντα. Αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι κατά το 2007 και πριν πάνε για διακοπές, ο ενάγοντας πήρε στο γραφείο ένα σχέδιο το οποίο της το έδωσε λέγοντας της ότι θα είχαν μια καινούργια μελέτη. Αυτή σημείωσε στη λίστα πελατών όνομα και αρ. τεμαχίου και το έδωσε στο ενάγοντα. Από την αντίπερα όχθη ο Μ.Υ.1 ανάφερε ότι ο ίδιος προσωπικά ουδέποτε επικοινώνησε με οποιοδήποτε τρόπο με τον ενάγοντα ούτε και του ανάθεσε οποιαδήποτε εργασία. Επίσης, είπε ότι ο ενάγοντας ουδέποτε επισκέφθηκε την οικία τους και ούτε του ανάθεσαν να ετοιμάσει οιαδήποτε προσχέδια για την ανάπτυξη οιωνδήποτε ακινήτων. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των τεμαχίων αρ. 395 και 405 ΦΥΛ./ΣΧ. 51/030202 ήταν η εναγομένη 3 και η αδελφή της Ευθυμία Καψοσιδέρη. Είπε επίσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το τεμάχιο 405 μεταβιβάστηκε από την εναγομένη 3 προς τη μητέρα της εναγομένη
  10. Κατάθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας ως τεκμήρια 12Α, 12Β και 12Γ. Ο μάρτυρας αυτός κατά την κυρίως του εξέταση ανάφερε περαιτέρω ότι η μόνη επικοινωνία που είχαν με τον ενάγοντα ήταν μέσω της επιστολής του ενάγοντα ημερομηνίας 08/01/2010 την οποία απέρριψαν αμέσως με την επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 21/01/2010 την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  11. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι ο ίδιος και οι κόρες του κατά το έτος 2007 είχαν ήδη αναθέσει την εκπόνηση Αρχιτεκτονικών Σχεδίων για ανάπτυξη των εν λόγω τεμαχίων στο Αρχιτεκτονικό Γραφείο του κ. Κώστα Χριστοδούλου και καταχωρήθηκε η Αίτηση για Πολεοδομική Άδεια με Αριθμό Φακέλου 344/2007 για την οποία εξεδόθη η Πολεοδομική Άδεια υπ' αρ. 5282 (βλ. τεκμήριο 14). Κατάθεσε επίσης στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 15 αντίγραφο Άδειας Οικοδομής μαζί με σετ σχεδίων. Περαιτέρω, κατάθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφο εξουσιοδότησης εντολέα προς τον πιο πάνω Αρχιτέκτονα (βλ. τεκμήριο 16) και αντίγραφο Συμβολαίου Ανάθεσης Μελέτης Έργου ως τεκμήριο 17) στο οποίο φαίνεται ότι για τα προσχέδια χρεώθηκαν το ποσό των €2,
  12. Ήταν επίσης η θέση του ότι στα δύο πιο πάνω αναφερόμενα οικόπεδα έκτισαν συνολικά 14 διαμερίσματα, 10 διαμερίσματα των δύο υπνοδωματίων και 4 του ενός. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι κατά τον 7ον/2007 ο ενάγοντας έκτιζε το σπίτι της αδελφής της γυναίκας του και πήγαν σε μια συνάντηση που θα είχε με την αδελφή της ο ενάγοντας. Εκεί η γυναίκα του τον ρώτησε να του πει την άποψη του, να τους συμβουλέψει αν θα έκαναν καλά να κτίσουν πολυκατοικία ή αν θα ήταν καλύτερα να έκτιζαν δύο κατοικίες για τις κόρες τους. Του ζήτησαν συμβουλή είπε προφορικά λόγω της συγγένειας αλλά ουδέποτε του ανάθεσαν είτε προφορικά είτε γραπτώς να ετοιμάσει προσχέδια. Του υπόδειξαν τα οικόπεδα από τη βεράντα του σπιτιού της αδελφής της γυναίκας του αφού αυτά ήταν απέναντι και αυτός τους είπε ότι δεν μπορεί έτσι να τους πει οτιδήποτε χωρίς να γνωρίζει εμβαδά και κάλυψη και ζήτησε τίτλους ιδιοκτησίας και τοπογραφικό. Επειδή, είπε, είχε βγάλει έξτρα αντίγραφα αυτών και τα είχε στο σπίτι, του έδωσαν το τοπογραφικό και τους τίτλους ιδιοκτησίας, δηλαδή τα τεκμήρια 4 και 5Α και 5Β. Πιο κάτω είπε ότι είναι η γυναίκα του που ζήτησε τη γνώμη του ενάγοντα διότι αυτός και οι θυγατέρες τους είχαν αποφασίσει να κτίσουν πολυκατοικία και η γυναίκα του αντιδρούσε. Πέραν των πιο πάνω, αρνήθηκε ότι έλαβε τα προσχέδια και είπε ότι η πρώτη φορά που ζήτησε να δει τον ενάγοντα ήταν όταν πήρε την επιστολή από το δικηγόρο του και μαζί με τη γυναίκα του πήγαν στο γραφείο του για να ζητήσουν εξηγήσεις αλλά απουσίαζε. Δεν θυμάται αν ήταν η Μ.Ε.2 εκεί γιατί ήταν νευριασμένος και του είπε ότι δεν ήταν μέσα ο ενάγοντας. Τον πήρε τηλέφωνο είπε και του διαμαρτυρήθηκε έντονα για την εν λόγω ειδοποίηση που πήρε. Περαιτέρω, είπε ότι από το 2007 μέχρι το 2010 ο ενάγοντας δεν του ζήτησε αμοιβή παρόλο που το έργο είχε αρχίσει από το 2008 και το έβλεπε καθημερινά. Αμφισβήτησε επίσης την εργασία που έκανε λέγοντας ότι πιστεύει ότι φωτογράφησε την πολυκατοικία και έκανε ένα προσχέδιο που απεικονίζει μόνο το υπόγειο και τον 1ον όροφο και όχι 4 ορόφους. Τέλος, ο μάρτυρας αυτός επέμενε ότι ουδέποτε έδωσαν οδηγίες στον ενάγοντα για την ετοιμασία προσχεδίων και ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας δεν έχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι τον εξουσιοδότησαν είτε γραπτώς είτε προφορικώς. Η Μ.Υ.2 ήταν η αδελφή της εναγομένης 2 και ανάφερε στο Δικαστήριο ότι περί τον Ιούλιο του 2007 όταν ο ενάγοντας ήταν στο σπίτι της για να μιλήσουν για το σπίτι που θα έκτιζε της κόρης της, ήρθαν και οι εναγόμενοι 1 και
  13. Τα σπίτια τους είναι διπλοκατοικία. Εκείνο που έγινε είπε ήταν ότι η αδελφή της ήταν προβληματισμένη κατά πόσο θα έκτιζε κατοικίες για τις δύο θυγατέρες της ή θα έκτιζε διαμερίσματα και ζήτησε από τον ενάγοντα την γνώμη του. Της είπε ότι δεν μπορεί να της πει έτσι και η αδελφή της πήγε δίπλα στο σπίτι της και του έφερε δύο χαρτιά, «κοτσάνια» και τοπογραφικό και τα έδωσε στον ενάγοντα. Από ότι γνωρίζει είπε ο γαμπρός της και οι αδελφότεκνες της είχαν ήδη αναθέσει την ετοιμασία των σχεδίων σε άλλο αρχιτέκτονα, εργολάβο. Η Μ.Υ.3 ουσιαστικά είπε στο Δικαστήριο ότι ουδέποτε ανάθεσε ή εξουσιοδότησε τον ενάγοντα για την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων. Εκείνο το οποίο έγινε είπε είναι ότι ο ενάγοντας, ο οποίος είναι χωριανός και μακρινός συγγενής της, ήταν ο αρχιτέκτονας και πολιτικός μηχανικός της αδελφής της για την ανέγερση της οικίας της κόρης της. Μια μέρα περί τα μέσα του 2007 ενώ βρισκόταν στο σπίτι της αδελφής της τον ρώτησε κατά πόσο θα ήταν καλύτερα να ανεγείρουν στα οικόπεδα τους πολυκατοικία ή δύο σπίτια για τις κόρες της και αυτός για να της απαντήσει της ζήτησε τοπογραφικό σχέδιο και τίτλους ιδιοκτησίας, τους οποίους του έδωσε. Ζήτησε από αυτόν είπε μια συμβουλή και την άποψη του για το πιο πάνω θέμα, ουδέποτε συμφώνησε μαζί του για την εκπόνηση αρχιτεκτονικών προσχεδίων και ουδέποτε είδε τέτοια προσχέδια ή επισκέφθηκε καμία φορά το γραφείο του ενάγοντα. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η ίδια, ο σύζυγος της και οι δύο της θυγατέρες είχαν αναθέσει στο αρχιτεκτονικό γραφείο του κ. Κώστα Χριστοδούλου να ετοιμάσει τα προσχέδια το κόστος των οποίων ανήλθε σε €2,
  14. Κατάθεσε επίσης ως τεκμήριο 20 Βεβαίωση του εργολάβου οικοδομών που ανέγειρε την πολυκατοικία με αναλυτικό κοστολόγιο καθώς επίσης και μερικές από τις αποδείξεις πληρωμής του αρχιτέκτονα Κώστα Χριστοδούλου και χειρόγραφη κατάσταση πληρωμών ως τεκμήρια 21Α - 21ΣΤ. Περαιτέρω, αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι ο ενάγοντας νόμισε ότι επειδή έκανε τα σχέδια της αδελφής της θα έκανε και τα δικά τους και όταν αντιλήφθηκε ότι αυτό δεν θα γινόταν πρέπει να πειράχτηκε γι αυτό έγινε όλο αυτό το θέμα. Έχοντας υπόψη μου τα δικόγραφα και τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου, το κύριο επίδικο ζήτημα πραγματικών γεγονότων στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 έδωσαν οδηγίες στον ενάγοντα να εκπονήσει αρχιτεκτονικά προσχέδια κατά τον Ιούλιο του
  15. Σε περίπτωση που αυτό έγινε, θα πρέπει να ανευρεθεί κατά πόσο υπήρχε οποιαδήποτε συγκεκριμένη συμφωνία για αμοιβή του ενάγοντα ή η αμοιβή που θα δικαιούται θα είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις. Ως εκ τούτου επιβάλλεται να προβώ σε αξιολόγηση της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας επί των αλληλοσυγκρουόμενων εκδοχών για να καταλήξω σε ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.

(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Eπίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και να επεξηγείται (βλ. επίσης Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212, 216, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263 και Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην επίλυση ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας του ενάγοντα και των σχετικών τεκμηρίων που κατάθεσε και σε συνδυασμό με την εκδοχή που προβλήθηκε από τους εναγομένους στο βασικό και ουσιαστικό ζητούμενο που είναι κατά πόσο δόθηκαν σχετικές οδηγίες στον ενάγοντα για την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων, στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω, κρίνω ότι, γενικά, μπορώ να αποδεχθώ τη θέση και εκδοχή του ενάγοντα. Ο ενάγοντας μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και παρά την ύπαρξη κάποιων αδυναμιών στη μαρτυρία του εντούτοις κρίνω ότι αυτή είναι αξιόπιστη και μπορώ να την αποδεχθώ. Εξήγησε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες του δόθηκαν οδηγίες από τους εναγομένους 1 και 2 να προχωρήσει με την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων και τον τρόπο που του δόθηκε το τοπογραφικό σχέδιο και οι τίτλοι ιδιοκτησίας των συγκεκριμένων ακινήτων στη βάση των οποίων προχώρησε και ετοίμασε τα προσχέδια τεκμήριο
  1. Η μη ύπαρξη γραπτής εξουσιοδότησης για την ετοιμασία προσχεδίων δεν αναιρεί τη θέση του μάρτυρα ότι του δόθηκαν σχετικές οδηγίες από τους εναγομένους 1 και 2 για την εκτέλεση της εργασίας αυτής. Άλλωστε ο μάρτυρας έδωσε την εξήγηση του γι αυτό το ζήτημα και ανάφερε ότι ως θέμα πρακτικής είναι η εν λόγω εξουσιοδότηση να υπογράφεται από τον εργοδότη μετά την τελειοποίηση των σχεδίων και την υποβολή τους στις αρμόδιες αρχές για την έκδοση των σχετικών άδειων όταν θα μπορεί να υπολογιστεί και το συγκεκριμένο κόστος ανέγερσης του κτιρίου. Να αναφερθεί περαιτέρω ότι το ποια σημασία μπορεί να έχει η μη ύπαρξη μιας τέτοιας εξουσιοδότησης αποτελεί νομικό ζήτημα στο οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω. Πέραν των πιο πάνω, αποδέχομαι τη θέση ότι οι οδηγίες που δόθηκαν στον ενάγοντα από τους εναγομένους 1 και 2 αφορούσε την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων για την ανέγερση πολυκατοικίας στο εν λόγω τεμάχια. Το ότι η επιθυμία των εναγομένων ήταν η ανέγερση πολυκατοικίας αποτελούμενη από διαμερίσματα στα εν λόγω τεμάχια δεν έτυχε αμφισβήτησης και όπως έχει προκύψει και από τη μαρτυρία των εναγομένων τελικά αυτή ανεγέρθηκε στη βάση όμως σχεδίων που εκπονήθηκαν από άλλο Αρχιτέκτονα. Το ότι τελικά κατά το χρόνο που ανάφερε ο ενάγοντας υπήρξε συνάντηση αυτού με τους εναγομένους 1 και 2, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση αλλά επιβεβαιώθηκε παρά την άρνηση τους στην Έκθεση Υπεράσπιση τους και τη προβολή της θέσης ότι πριν την παραλαβή της επιστολής του δικηγόρου του ενάγοντα ημερομηνίας 21/01/2010 αυτοί ουδεμία επικοινωνία είχαν με τον ενάγοντα. Οι δε συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε αυτή η συνάντηση και το περιεχόμενο της συνομιλίας τους όπως επιχειρήθηκε να προβληθεί από τους εναγομένους κατά τη δίκη, όπως θα διαφανεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της εκδοχής τους, ουδέποτε τέθηκε στον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του για να δώσει τη δική του εκδοχή. Ούτε τέθηκε σε αυτόν οποιοσδήποτε άλλος τρόπος με τον οποίο να βρέθηκαν στην κατοχή του το τοπογραφικό και οι τίτλοι ιδιοκτησίας των εν λόγω τεμαχίων. Επίσης, το ότι ο μάρτυρας προχώρησε με την ετοιμασία προσχεδίων επιμαρτυρείται από το τεκμήριο 6 που είναι τα ίδια τα προσχέδια και τις ενέργειες που ο ίδιος ανάφερε ότι έκανε μετά τη λήψη του τοπογραφικού και των τίτλων ιδιοκτησίας. Άλλωστε το ότι έγινε αυτή η εργασία από τον ενάγοντα δεν έχει προκύψει να αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του η οποία επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι ουσιαστικά ο ενάγοντας από μόνος του και χωρίς οδηγίες προχώρησε σε μια τέτοια εργασία. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το γεγονός ότι οι εναγόμενοι είχαν επισκεφθεί άλλο αρχιτέκτονα ο οποίος τελικά εκπόνησε τα αρχιτεκτονικά σχέδια για την ανάπτυξη των ακινήτων τους, δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις, να αναιρέσει την εκδοχή του ενάγοντα. Κατ΄ αρχή δεν έχει προκύψει ότι κατά τον Ιούλιο του 2007 οι εναγόμενοι είχαν ήδη επισκεφθεί τον Αρχιτέκτονα Κώστα Χριστοδούλου και του έδωσαν οδηγίες για την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων. Η Πολεοδομική Άδεια, τεκμήριο 14 φαίνεται να εκδόθηκε στις 30/06/2008 και η αίτηση για έκδοση αυτής φαίνεται να κατατέθηκε στις 12/12/
  2. Η δε Άδεια Οικοδομής φαίνεται να εκδόθηκε στις 26/06/2009 και η Εξουσιοδότηση και το Συμβόλαιο Ανάθεσης Μελέτης Έργου προς το Αρχιτεκτονικό Γραφείο του κ. Κώστα Χριστοδούλου προκύπτει να υπογράφτηκαν στις 21/03/2008 (βλ. τεκμήρια 15, 16 και 17). Προκύπτει ότι όλα τα πιο πάνω έλαβαν χώρα μετά τον ουσιώδη χρόνο που ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος έλαβε οδηγίες από τους εναγομένους 1 και
  3. Ούτε τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία για το πότε συγκεκριμένα δόθηκαν οδηγίες προς το πιο πάνω Αρχιτέκτονα και κατά πόσο αυτές ήταν προγενέστερα του ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνου. Όσον αφορά τη θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 του έδωσαν οδηγίες για την εκπόνηση των προσχεδίων για λογαριασμό και της εναγομένης 3 και ότι την εκπροσωπούσαν, θεωρώ ότι από τα όσα ανάφερε δεν μπορεί να εξαχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ο ίδιος δεν γνώριζε και δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο η εναγομένη 3 εξουσιοδότησε τους εναγομένους 1 και 2 να ενεργήσουν για λογαριασμό της. Το μόνο που ανάφερε ήταν ότι επειδή οι εναγόμενοι 1 και 2 του είπαν ότι επιθυμούν ως να αναπτύξουν τα συγκεκριμένα τεμάχια ως οικογένεια θεώρησε ότι εκπροσωπούσαν και την εναγομένη 3 η οποία ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του τεμαχίου αρ.
  4. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η προτιθέμενη ανάπτυξη αφορούσε και το τεμάχιο αρ. 305 του οποίου εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η άλλη θυγατέρα των εναγομένων 1 και 2, Ευθυμία Καψοσιδέρη η οποία δεν είναι εναγόμενη στην παρούσα αγωγή. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 εκπροσωπούσαν και την εναγομένη 3 και ότι αυτή δεσμεύεται από τις ενέργειες των εναγομένων 1 και
  5. Να σημειωθεί επίσης ότι το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των ακινήτων για τα οποία εκπονήθηκαν τα προσχέδια από τον ενάγοντα, που συνήθως, όπως έχει προκύψει, είναι οι ιδιοκτήτες που δίνουν τέτοιες οδηγίες, δεν σημαίνει ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν έδωσαν τέτοιες οδηγίες στον ενάγοντα. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του ενάγοντα ότι ο ίδιος έλαβε οδηγίες από τους εναγομένους 1 και 2 για την εκπόνηση προσχεδίων αλλά όχι και από την εναγόμενη
  6. Εξήγησε τις συνθήκες που αυτό έλαβε χώρα, τις ενέργειες που έκανε πριν την εκπόνηση τους και την επίσκεψη στα συγκεκριμένα οικόπεδα αλλά και τις μετέπειτα ενέργειες του, την ολοκλήρωση τους περί τον Σεπτέμβριο του 2007 και τη συνάντηση που είχε με τους εναγομένους 1 και 2 για την παρουσίαση αυτών για σκοπούς αλλαγών. Επίσης, εξήγησε και την καθυστέρηση στην αξίωση του ποσού της αμοιβής του και τους λόγους που αρχικά του ανάφεραν οι εναγόμενοι 1 και 2 ότι δεν θα προχωρούσαν λόγω του επικείμενου γάμου της κόρης του και ότι θα επανέρχονταν μετά από αυτόν ο οποίος θα λάμβανε χώρα περί τον Μαϊο του
  7. Η θέση του περαιτέρω ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε να είχαν αρχίσει οικοδομικές εργασίες στα οικόπεδα περί τον Δεκέμβριο του 2009 και γι αυτό τότε αξίωσε την αμοιβή του, δεν φαίνεται να αναιρείται από τα υπόλοιπα στοιχεία και μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου από πλευράς εναγομένων. Το δε τεκμήριο 20 το οποίο αποτελεί Βεβαίωση του εργολάβου που ανέγειρε την πολυκατοικία στα συγκεκριμένα τεμάχια αναφέρει ότι εισέπραξε συγκεκριμένα ποσά από τους εναγομένους 1 και 2 για την περίοδο 11/2009 - 12/
  8. Σε σχέση με την αμοιβή του ενάγοντα, έχει προκύψει ξεκάθαρα ότι δεν υπήρξε συγκεκριμένη συμφωνία μεταξύ των μερών. Ασχέτως των αναφορών του ενάγοντα ότι συμφώνησε ότι η αμοιβή του θα ήταν στη βάση των σχετικών κλιμάκων του ΕΤΕΚ και ότι συμφώνησαν οι εναγόμενοι 1 και 2, σε κάθε περίπτωση από τη στιγμή που δεν υπάρχει συγκεκριμένη συμφωνία, εκείνο που συνάγεται είναι ότι η αμοιβή του θα ήταν η εύλογη υπό τις περιστάσεις. Το σημαντικό είναι ότι δεν έχει διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία του ενάγοντα ότι η εργασία αυτή θα γινόταν χαριστικώς ούτε τέθηκε τέτοια θέση από τους εναγόμενους. Επομένως, εκείνο το οποίο συνάγεται από τη μαρτυρία του ενάγοντα για το θέμα αυτό είναι ότι δεν συμφωνήθηκε συγκεκριμένη αμοιβή και ότι αυτή θα ήταν η εύλογη υπό τις περιστάσεις. Ο ενάγοντας για να αποδείξει την εύλογη αυτή αμοιβή του βασίστηκε στο τεκμήριο 7 που αποτελεί τους Όρους Αναθέσεως Εργασίας Οικοδομικών Έργων του Συνδέσμου Πολιτικών Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων Κύπρου και στις σχετικές κλίμακες αμοιβής ανάλογα με το κόστος του έργου. Ο ενάγοντας είπε ότι για έργο το κόστος του οποίου υπερβαίνει τις £100,000 για την προμελέτη προνοείται αμοιβή της τάξης του 1% επί του συνολικού προϋπολογιζόμενου κόστους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, είπε, με βάση την προμελέτη και τα προσχέδια που έκανε το εμβαδό του κτιρίου ήταν 1860 τ.μ και το κόστος ανέγερσης του ανερχόταν στις £930,000 ή €1,590,000 επί 1% σύνολο αμοιβής €15,
  9. Επειδή όμως η εναγόμενη 2 είναι συγχωριανή του και μακρινή συγγενής του και για να μην θεωρήσουν ότι τους αδίκησε, τους είπε ότι θα ήταν ευχαριστημένος αν του κατέβαλλαν το ποσό των €10,000, ποσό που τελικά αξιώνει. Εκείνο το οποίο θα πρέπει να κριθεί από το μέρος αυτό της μαρτυρίας του ενάγοντα, είναι κατά πόσο με τα στοιχεία και δεδομένα που έδωσε το Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων και υπολογισμών του και να εξάξει τα δικά του ασφαλή συμπεράσματα. Πέραν από τις σχετικές κλίμακες που προνοούνται στο τεκμήριο 7, οι οποίες μπορούν να αποτελούν βάση για το εύλογο της αμοιβής του, θα πρέπει να αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και η βάση στην οποία οι εν λόγω κλίμακες θα πρέπει να εφαρμοστούν. Και αυτή ασφαλώς αποτελείται από το εμβαδό της πολυκατοικίας και το προϋπολογιζόμενο κόστος της. Ο ενάγοντας κατάθεσε στο Δικαστήριο τα προσχέδια τεκμήριο 6, τα οποία είναι σε κλίμακα 1:100 και τα οποία δεικνύουν την κάτοψη του υπογείου, του ισογείου και του 1ου ορόφου. Ο 2ος όροφος είπε δεν τυπώθηκε διότι είναι ακριβώς ο ίδιος με τον 1ον όροφο. Στα εν λόγω προσχέδια φαίνεται να υπάρχουν μετρημένα τα εμβαδά εκάστου χώρου. Ο μάρτυρας είπε ότι τα μέτρησε ο ίδιος και ότι το συνολικό εμβαδό της προτιθέμενης πολυκατοικίας ήταν 1860 τ.μ. Θεωρώ ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του αυτή αφού δεν έτυχαν αμφισβήτησης οι εν λόγω μετρήσεις του και το συνολικό εμβαδό. Αναφορικά με το κόστος ανέγερσης της εν λόγω πολυκατοικίας, ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε ένα κόστος περί τις £500 ή €854 το τ.μ. ως ίσχυε την τότε εποχή. Είναι γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κατατέθηκε οποιαδήποτε ανάλυση του συγκεκριμένου κόστους. Σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας είπε ότι ως μηχανικοί μπορούν να αναλύσουν την οικοδομή με το τ.μ. Αν αναλύσουν 1 τ.μ. τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, το κόστος ήταν περίπου £500 το τ.μ. Συνεχίζοντας πιο κάτω είπε ότι στον κατασκευαστικό τομέα, όπως αυτοί έχουν αμοιβή επί της εκατό και στον τομέα αυτό έχουν κάποιες βάσεις που κοστολογούν το κάθε έργο. Δέχομαι ότι ο μάρτυρας αυτός ως εκ της ιδιότητας και πείρας του μπορεί να κοστολογήσει ένα έργο όπως έκανε και στην παρούσα περίπτωση. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι στο στάδιο των προσχεδίων δεν μπορεί να γίνει λεπτομερής μελέτη και επιμέτρηση για το κόστος μιας πολυκατοικίας, όπως ο ίδιος ανάφερε και δεν έτυχε αμφισβήτησης ούτε παρατέθηκε οποιαδήποτε διαφορετική εκδοχή. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας πιο κάτω κατά την αντεξέταση του ουσιασικά είπε ότι το κόστος αυτό ήταν εύλογο την εποχή εκείνη λαμβάνοντας υπόψη ότι τα υλικά δεν θα ήταν ούτε άριστης ποιότητα αλλά ούτε και κακής ποιότητας. Περαιτέρω, υπόψη μου λαμβάνω και το τεκμήριο 20 το οποίο κατατέθηκε από την υπεράσπιση και αφορά το κόστος ανέγερσης της πολυκατοικίας που τελικά ανέγειραν οι εναγόμενοι στα εν λόγω τεμάχια. Όπως προκύπτει από την Άδεια Οικοδομής, ανεγέρθηκαν στα εν λόγω τεμάχια συνολικά 14 διαμερίσματα και το συνολικό εμβαδό της πολυκατοικίας ήταν 524 τ.μ. Το κόστος ανήλθε σε €481,402.82 πλέον το ποσό των €72,347.18 Φ.Π.Α., δηλαδή σύνολο €553,750 και ως εκ τούτου προκύπτει ότι στοίχισε €1021 περίπου ανά τ.μ. ποσό μεγαλύτερο από αυτό που ανάφερε ο ενάγοντας. Λαμβάνοντας υπόψη μου και αυτό ως δεδομένο κρίνω ότι το ποσό το οποίο ανέφερε ο μάρτυρας ότι προϋπολογιζόταν ως κόστος ανέγερση της πολυκατοικίας βάσει των προσχεδίων του δεν είναι υπερβολικό υπό τις περιστάσεις. Να σημειωθεί περαιτέρω ότι η υπεράσπιση δεν προσκόμισε οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη μαρτυρία για το κόστος ανέγερσης μιας πολυκατοικίας ανά τ.μ. την περίοδο εκείνη ή άλλη κοστολόγηση των προσχεδίων που ετοίμασε ο ενάγοντας που να καταρρίπτει τα πιο πάνω. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι μπορώ να λάβω υπόψη μου και να αποδεκτώ τη θέση του μάρτυρα και επί αυτού του σημείου. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ενάγοντα, κρίνω ότι μπορώ να την αποδεχτώ και να βασιστώ σε αυτή για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η Μ.Ε.2 προσήλθε στο Δικαστήριο ουσιαστικά για να ενισχύσει και υποστηρίξει την εκδοχή του ενάγοντα όσο αφορά τις επισκέψεις του εναγομένου 1 στο γραφείο του ενάγοντα. Η μάρτυρας αυτή μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Παρά τα χρόνια που πέρασαν εντούτοις αυτή ήταν εμπλεκόμενη στην παρούσα υπόθεση με την έννοια ότι ο ενάγοντας της παράδωσε το τοπογραφικό και τους τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων και άνοιξε καινούργιο φαϊλ στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Αναγνώρισε τον εναγόμενο 1 ως το πρόσωπο που επισκέφθηκε το γραφείο του ενάγοντα κατά τον Σεπτέμβριο του 2007 και Ιανουάριο του 2010 και παρά την αντεξέταση της αυτή ήταν σταθερή στη θέση της και επεξήγησε τι ακριβώς έγινε σε κάθε περίπτωση. Να σημειωθεί επίσης ότι ο εναγόμενος 1 δεν αμφισβήτησε ότι τουλάχιστον κατά τον Ιανουάριο επισκέφθηκε το γραφείο του ενάγοντα και ούτε αρνήθηκε ότι μπορεί να συνομίλησε με την μάρτυρα αυτή. Ούτε αμφισβητήθηκε ότι αυτή εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στο γραφείο του ενάγοντα. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τη μαρτυρία του ενάγοντα η οποία κρίθηκε αξιόπιστη σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του εναγομένου 1 επί των γεγονότων που κατάθεσε η μάρτυρας αυτή, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τα όσα ανάφερε και τα αποδέχομαι. Από την αντίπερα όχθη, ο εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1) δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα όπως αυτά έλαβαν χώρα. Η μαρτυρία του επίσης, παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες και αντιφάσεις που στερούν από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να την αποδεχθεί. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του παρουσίασε μια εκδοχή εντελώς διαφορετική από αυτή της κυρίως του εξέτασης η οποία δεν δικογραφείται, συγκρούεται με τη δικογραφημένη θέση αλλά και ουδέποτε τέθηκε στον ενάγοντα για να δώσει τη δική του εξήγηση. Συγκεκριμένα, ενώ κατά την κυρίως του εξέταση και στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 11) προβάλει τη δικογραφημένη στην Έκθεση Υπεράσπισης θέση ότι ουδέποτε επικοινώνησε με τον ενάγοντα, ουδέποτε έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες σε αυτόν για την εκπόνηση προσχεδίων, ουδέποτε παρέλαβε οποιαδήποτε προσχέδια και η μόνη επικοινωνία που είχε ήταν όταν παρέλαβε την επιστολή του δικηγόρου του ενάγοντα ημερομηνίας 08/01/2010 στην οποία απάντησε με την επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 21/01/2010, κατά την αντεξέταση του έδωσε μια διαφορετική εκδοχή. Ανάφερε ότι κατά τον Ιούλιο του 2007 είχε συνάντηση με την ενάγοντα αυτός και η σύζυγος του εναγομένη 2 στην οικία της αδελφής της η οποία είναι διπλοκατοικία με τη δική του οικία και δίπλα από τα οικόπεδα τα οποία είχαν σκοπό να αναπτύξουν. Πρόβαλε τη θέση ότι η σύζυγος του σε εκείνη τη συνάντηση ρώτησε τον ενάγοντα την άποψη του κατά πόσο θα ήταν ορθό να κτίσουν στα εν λόγω οικόπεδα πολυκατοικία ή κατοικίες για τις θυγατέρες τους και αυτός της ζήτησε το τοπογραφικό και αντίγραφα τίτλου τα οποία του έδωσε. Επίσης, ανάφερε ότι μετά την επιστολή επισκέφθηκε το γραφείο του ενάγοντα για να του ζητήσει εξηγήσεις για το περιεχόμενο της αφού ουδέποτε του έδωσε οδηγίες για την εκτέλεση της εργασίας για την οποία ζητούσε αμοιβή. Τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του δεν δικογραφούνται και συγκρούονται με την αρχική του θέση ότι ουδέποτε επικοινώνησε με τον ενάγοντα εκτός μέσω αλληλογραφίας των δικηγόρων. Και όλα αυτά σε μια προσπάθεια, όπως έχει διαφανεί, να επεξηγηθεί το γεγονός της κατοχής του τοπογραφικού σχεδίου και των τίτλων ιδιοκτησίας από τον ενάγοντα. Αυτά όμως συγκρούονται και αναιρούν τη δικογραφημένη θέση και την εκδοχή που προβλήθηκε κατά την κυρίως του εξέταση ότι δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον ενάγοντα και λίγο ή πολύ ότι από μόνος του προέβηκε στην ετοιμασία προσχεδίων χωρίς να έχουν οποιαδήποτε επικοινωνία οποτεδήποτε. Ιδιαίτερα σημαντικό επίσης είναι και το γεγονός ότι αυτή η αναδιαμορφωμένη θέση του μάρτυρα αλλά και των υπόλοιπων μαρτύρων υπεράσπισης που ακολούθησαν, ουδέποτε τέθηκε στον ενάγοντα για να δώσει την δική του θέση και εκδοχή. Η παράλειψη αντεξέτασης επί αυτών των ουσιαστικών γεγονότων που αφορούσαν το κύριο επίδικο ζήτημα πραγματικού γεγονότος που ήταν κατά πόσο δόθηκαν οδηγίες ή όχι στον ενάγοντα για την εκπόνηση των προσχεδίων και κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε συνάντηση και επικοινωνία, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο την αποδοχή της (βλ. HEAVENS GARDEN WATERPARK LTD ΕΜΠΟΡΕΥΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΩΝΥΜΙΑ FASOURI WATERMANIA WATERPARK v. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΕΛΕΝΤΡΙΔΗΣ, Πολ. Έφεση Αρ. 150/11, Ημερ. 22/03/2017). Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, η πιο πάνω εκδοχή που προβλήθηκε στο Δικαστήριο από το μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του στερείται πειστικότητας, επεξήγησης και δημιουργεί ερωτηματικά. Η σύζυγος του ζήτησε τις απόψεις του ενάγοντα είπε κατά πόσο θα ήταν ορθό να ανεγείρουν στα συγκεκριμένα τεμάχια πολυκατοικία ή κατοικίες για τις θυγατέρες τους. Ποιος είναι ο λόγος που το έπραξε αυτό δεν επεξηγεί. Και ποιες απόψεις θα τους έδινε; Άλλο είναι να θέλεις να ανεγείρεις πολυκατοικία αποτελούμενη από διαμερίσματα και άλλο είναι να θέλεις να ανεγείρεις κατοικίες. Ποια άποψη θα τους έδινε δηλαδή και στη βάση ποιών κριτηρίων δεν επεξηγείται. Επιπρόσθετα, από όλη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού έχω διακρίνει μια προσπάθεια να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης για την καταβολή αμοιβής για τις υπηρεσίες που ο ενάγοντας τους πρόσφερε λέγοντας ότι θυμήθηκε μετά από τρία χρόνια να αξιώσει αμοιβή, ότι δεν έκανε τίποτε και ότι έκανε ένα προσχέδιο που απεικονίζει μόνο το υπόγειο και τον 1ον όροφο και όχι 4 ορόφους. Επίσης, είπε ότι ο ενάγοντας δεν έχει οποιοδήποτε στοιχείο ότι του έδωσε εξουσιοδότηση και γραπτές ή προφορικές οδηγίες για την ετοιμασία προσχεδίων. Περαιτέρω, η θέση του ότι ανάθεσαν σε άλλο αρχιτέκτονα την ετοιμασία σχεδίων και μελέτης δεν προκύπτει από όλα τα τεκμήρια που κατάθεσε στο Δικαστήριο να έγινε κατά την ίδια περίοδο αλλά μεταγενέστερα και εν πάσει περιπτώσει αυτό δεν μπορεί να αναιρεί το γεγονός ότι έδωσαν οδηγίες και στον ενάγοντα γι αυτό το σκοπό. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και ολόκληρη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτή και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου, απορρίπτεται στην ολότητα της. Η Μ.Υ.2 προσήλθε στο Δικαστήριο ουσιαστικά για να υποστηρίξει την εκδοχή που ο Μ.Υ.1 προώθησε στο Δικαστήριο κατά την αντεξέταση του και να επιβεβαιώσει το γεγονός ότι στην παρουσία της και στην οικία της, η εναγομένη 2 και αδελφή της ζήτησε τη γνώμη του ενάγοντα κατά πόσο θα ήταν καλύτερα στα εν λόγω οικόπεδα να έκτιζαν πολυκατοικία ή κατοικίες για τις θυγατέρες της. Για τους λόγους που έχω αναφέρει ανωτέρω η εκδοχή αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Είναι εκτός δικογράφων και ουδέποτε υποβλήθηκε στον ενάγοντα για να δώσει τη θέση του επί αυτής. Πέραν των πιο πάνω, έχω διαπιστώσει ότι απώτερος σκοπός και στόχος της μάρτυρος αυτής ήταν βοηθήσει τους εναγομένους να αποφύγουν τις οποιεσδήποτε ευθύνες ενδεχομένως να φέρουν για καταβολή αμοιβής προς τον ενάγοντα. Πρόκειται για συγγενικά της πρόσωπα και είχε κάθε λόγο να υποστηρίξει την εκδοχή τους. Κατά την αντεξέταση της φάνηκε να αποστασιοποιείται από την αρχική της εκδοχή λέγοντας ότι η αδελφή της ζήτησε μια ιδέα για τα οικόπεδα που είχε και του τα έδειξε από τη βεράντα και ότι από εκεί και πέρα δεν γνωρίζει τι έκαναν και τι είπαν. Φάνηκε να μην θυμάται πότε έγινε αυτή η συνάντηση. Απαντούσε μονολεκτικά σε ερωτήσεις που αφορούσαν το ζήτημα των οδηγιών προς τον ενάγοντα για να ετοιμάσει προσχέδια αρνούμενη το γεγονός αυτό, ωστόσο δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τί ακριβώς ζητήθηκε από τον ενάγοντα κατά την ισχυριζόμενη συνάντηση. Συγκεκριμένα είπε ότι έκαναν μια κουβέντα εκεί που έπιναν καφέ αλλά δεν είδε να γίνει κάτι ή να πουν για λεφτά και δεν ξέρει τι έγινε από εκεί και πέρα. Ενώ ανάφερε στην κυρίως της εξέταση ότι οι εναγόμενοι, από όσον γνωρίζει πήγαν σε άλλα αρχιτέκτονα, αντεξεταζόμενη δεν μπορούσε να πει πότε έγινε αυτό λέγοντας ότι δεν θυμάται. Τέλος, όταν της υποβλήθηκε ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 έδωσαν οδηγίες στον ενάγοντα για την ετοιμασία προσχεδίων είπε «Δεν το γνωρίζω τούτο, δεν έδωσαν». Κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεκτώ τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής γι αυτό απορρίπτεται στην ολότητα της. Η Μ.Υ.3 ήταν η εναγομένη 2 η οποία πρόβαλε στο Δικαστήριο την εκδοχή που ανάφερε ο Μ.Υ.1 κατά την αντεξέταση του, η οποία όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω είναι εκτός δικογράφων και ουδέποτε τέθηκε στον ενάγοντα. Περαιτέρω, ούτε η μάρτυρας αυτή έδωσε πειστικούς λόγους γιατί ζήτησε την γνώμη του ενάγοντα κατά πόσο θα ανέγειραν πολυκατοικία ή κατοικίες και ιδιαίτερα γιατί έπρεπε να του δώσει το τοπογραφικό και αντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας γι αυτό το γεγονός. Είπε ότι τον ρώτησε ως συγχωριανό της και συγγενή της να της πει την άποψη του όταν έπιναν καφέ και αυτός της ζήτησε το τοπογραφικό και τους τίτλους ιδιοκτησίας. Δεν εξήγησε όμως τί σχέση είχαν αυτά και πότε θα της έλεγε τη γνώμη του. Είπε περαιτέρω ότι ακόμη και κάποιος άλλος γνωστός να ήταν στο σπίτι της πάλι θα ρωτούσε την γνώμη του, τη συμβουλή του. Αυτό όμως δεν θα προϋπόθετε να του κομίσει το τοπογραφικό και τους τίτλους ιδιοκτησίας όπως έπραξε με τον ενάγοντα. Ούτε ανάφερε κατά πόσο τελικά ο ενάγοντας της είπε τη γνώμη του εκεί, όταν του έδειξε και τα οικόπεδα και αν όχι κατά πόσο είχε μετά οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία. Ερωτούμενη επίσης να εξηγήσει πώς και ο ενάγοντας προχώρησε με την ετοιμασία προσχεδίων είπε ότι πιθανώς να το έπραξε διότι έκτιζε της αδελφής της και να θεώρησε ότι θα έκανε τα σχέδια για την πολυκατοικία που θα έκτιζαν. Όσον αφορά την αξίωση του αυτή, είπε ότι το έκανε διότι πρέπει να πειράχτηκε που δεν του έδωσαν τη δουλεία, θέση επίσης που δεν δικογραφείται. Όσον αφορά το πότε η πολυκατοικία άρχισε να κτίζεται και πότε ολοκληρώθηκε δεν ήταν σε θέση να θυμάται και να πει. Είπε ότι πρέπει να άρχισε αρχές του 2008 ενώ όπως προκύπτει από το τεκμήριο 20 που κατάθεσε ο εργολάβος που την ανέγειρε βεβαιώνει ότι πληρώθηκε συγκεκριμένα ποσά στην περίοδο 11/2009 - 12/
  10. Περαιτέρω όσον αφορά τις θέσεις της για την ανάθεση του έργου σε άλλο αρχιτέκτονα, φάνηκε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμάται πότε αυτό έγινε και πότε υπογράφτηκε εξουσιοδότηση σε αυτόν αφού όπως και η ίδια παραδέχτηκε ήταν ο σύζυγος της που τα χειριζόταν. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας της μάρτυρος αυτής, κρίνω ότι η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα κάτωθι είναι τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: O ενάγοντας κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο και μέχρι σήμερα είναι Αρχιτέκτονας - Πολιτικός Μηχανικός εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ και διατηρούσε προς τούτο σχετικό γραφείο. Είναι συγχωριανός με την εναγομένη 2 και μακρινός της συγγενής. Κατά τον Ιούλιο του 2007, ο ενάγοντας κατόπιν παράκλησης του εναγομένου 1, επισκέφθηκε την οικία των εναγομένων 1 και 2 όπου του παράδωσαν ένα τοπογραφικό και αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας των τεμαχίων αρ. 395 και 405 του ΦΥΛ/ΣΧ. 45/59.5.
  11. και ΦΥΛ/ΣΧ. 51/03.2.2 αντίστοιχα τα οποία βρίσκονται στην ενορία Αγίου Παύλου της Πάφου εγγεγραμμένα επ' ονόματι της εναγομένης 3 και της Ευθυμίας Καψοσιδέρη, θυγατέρων των εναγομένων 1 και
  12. Οι εναγόμενοι 1 και 2 του ανάφεραν ότι επιθυμούσαν να ανεγείρουν στα εν λόγω τεμάχια πολυκατοικία αποτελούμενη από διαμερίσματα και του έδωσαν οδηγίες όπως ετοιμάσει προσχέδια. Κατά τη συνάντηση αυτή δεν συμφωνήθηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη αμοιβή γι αυτή την εργασία αλλά ούτε αφέθηκε να νοηθεί ή δόθηκε η εντύπωση ότι η εργασία αυτή θα γινόταν χαριστικώς. Ο ενάγοντας προχώρησε με την ετοιμασία προσχεδίων για την υπό ανέγερση πολυκατοικία τα οποία περιλάμβαναν 17 διαμερίσματα με υπόγειο, ισόγειο και δύο ορόφους και με συνολικό εμβαδό 1860 τ.μ. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά για το πόσα διαμερίσματα θα ανεγείρονταν κατά την συνάντηση του ενάγοντα με τους εναγομένους 1 και 2 και σε με μια τέτοια περίπτωση ο μελετητής οφείλει να παρουσιάσει στους πελάτες το μέγιστο των δυνατοτήτων των οικοπέδων και τι ακριβώς μπορούν να κάνουν. Ακολούθως, επαφίεται σε αυτούς για το πώς θα προχωρούσαν. Κατά τον Σεπτέμβριο του 2007 τα παράδωσε στους εναγομένους 1 και 2 αναφέροντας τους το προϋπολογιζόμενο κόστος για τα σχόλια τους και για τυχόν αλλαγές επιθυμούσαν. Οι εναγόμενοι 1 και 2 του είπαν ότι προς το παρόν δεν θα προχωρούσαν και ότι θα ανέμεναν να περατωθεί ο γάμος της θυγατέρας τους ο οποίος ήταν προγραμματισμένος περί τον Μαϊο του 2009 και θα επανέρχονταν αργότερα. Εν αναμονή του πιο πάνω γεγονότος, ο ενάγοντας περί τον Δεκέμβριο του 2009 διαπίστωσε ότι στα συγκεκριμένα οικόπεδα εκτελούνταν οικοδομικές εργασίες. Επικοινώνησε με τον εναγόμενο 1 για να μάθει τι έγινε και του ανάφερε ότι τελικά οι θυγατέρες τους ανάθεσαν την δουλειά σε άλλο Αρχιτέκτονα και του απολογήθηκε. Ο ενάγοντας του ζήτησε να πληρωθεί και όταν του ανάφερε το κόστος της αμοιβής του, την οποία περιόρισε στις €10,000 ο εναγόμενος 1 έδειχνε να ξαφνιάζεται και να τον ρωτά τί έκαμε και θέλει τόσα και ότι είναι πολλά που ζητά. Στις 08/01/2010 ο ενάγοντας απέστειλε επιστολή μέσω του δικηγόρου του με την οποία αξίωνε το ποσό των €10,000 η οποία απαντήθηκε από το δικηγόρο των εναγομένων στις 21/01/2010 και με την οποία αρνήθηκαν ότι έδωσαν οποιεσδήποτε οδηγίες στον ενάγοντα για την ετοιμασία προσχεδίων και ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό. Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι οι εναγόμενοι ανάθεσαν την ετοιμασία των αρχιτεκτονικών σχεδίων και τη μελέτη και επίβλεψη στο Αρχιτεκτονικό Γραφείο του κ. Κώστα Χριστοδούλου και κατά τις 21/03/2008 υπογράφτηκε σχετική εξουσιοδότηση και Συμβόλαιο ανάθεσης έργου για το κατ' αποκοπή ποσό των €17,000 χωρίς το Φ.Π.Α. Σύμφωνα με την ανάλυση που περιλαμβάνεται στο Συμβόλαιο Ανάθεσης Έργου, τεκμήριο 17 και που είναι και μέρος της δέσμης αποδείξεων η χρέωση για τα προσχέδια ανερχόταν στο ποσό των €
  13. Η πολυκατοικία που τελικά ανεγέρθηκε αποτελείται από 14 διαμερίσματα και το κόστος ανέγερση της σύμφωνα με τη Βεβαίωση του εργολάβου (τεκμήριο 20) ανήλθε σε €481,402.82 πλέον το ποσό των €72,347.18 Φ.Π.Α. Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με τους Όρους Ανάθεσης Εργασίας Οικοδομικών Έργων του Συνδέσμου Πολιτικών Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων Κύπρου (τεκμήριο 7) η αμοιβή για την προμελέτη η οποία περιλαμβάνει το προσχέδιο πολυκατοικίας με προϋπολογιζόμενο κόστος πέραν των £100,000 καθορίζεται σε 1% επί του συγκεκριμένου αυτού κόστους. Επίσης, τα προσχέδια θα πρέπει να συνοδεύονται από περιγραφικό σημείωμα και κατά προσέγγιση προϋπολογισμό με βάση την επιφάνεια ή τον όγκο του κτιρίου ο οποίος δεν πρέπει να αφίσταται πέραν του 20%. Η προϋπολογιζόμενη αξία ή το κόστος ανέγερσης της πολυκατοικίας που αφορούσαν τα προσχέδια ήταν γύρω στις £500 ή €854 το τ.μ. κατά τον ουσιώδη χρόνο και το σύνολο £930,000 ή €1,590,
  14. Με βάση τις πιο πάνω κλίμακες η αμοιβή καθορίζεται στις €15,900 αλλά λόγω του ότι η εναγόμενη 2 είναι συγχωριανή του ενάγοντα και μακρινή συγγενής του, ο ενάγοντας περιόρισε την αξίωση του σε €10,
  15. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματα πραγματικών γεγονότων, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο ο ενάγοντας απέδειξε την αξίωση του εναντίον των εναγομένων, στον αναγκαίο βαθμό. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα πραγματικών γεγονότων, οι εναγόμενοι 1 και 2 κατά τον Ιούλιο του 2007 ζήτησαν από τον ενάγοντα όπως ετοιμάσει προσχέδια μιας πολυκατοικίας που επιθυμούσαν να ανεγείρουν επί των τεμαχίων αρ. 395 και 405 τα οποία ήταν εγγεγραμμένα επ' ονόματι των θυγατέρων τους. Για το σκοπό αυτό παράδωσαν στον ενάγοντα το τοπογραφικό σχέδιο και αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας. Δεν υπήρχε ρητή συμφωνία αναφορικά με το ύψος της αμοιβής του για την εργασία αυτή αλλά εξυπακούετο ότι αυτή θα ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις. Δεν έχει προκύψει ότι η εργασία αυτή θα γινόταν από τον ενάγοντα χαριστικώς ούτε τέθηκε τέτοια θέση ενώπιον μου. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι μεταξύ ενάγοντα και εναγομένων 1 και 2 υπήρξε συμφωνία όπως ο ενάγοντας προβεί σε εκπόνηση αρχιτεκτονικών προσχεδίων μιας πολυκατοικίας στα συγκεκριμένα τεμάχια. Αυτή ήταν η επιθυμία των εναγομένων 1 και 2 και γι αυτό έδωσαν και στον ενάγοντα τα σχετικά έγγραφα κατά τη συνάντηση τους καθώς επίσης υπέδειξαν και τα συγκεκριμένα τεμάχια τα οποία ο ενάγοντας επιθεώρησε για σκοπούς ετοιμασίας των προσχεδίων. Προκύπτει από το ευρήματα του Δικαστηρίου ότι υπήρχε πρόθεση μεταξύ των μερών για τη δημιουργία έννομης σχέσης και αντιπαροχή. Το γεγονός ότι δεν υπήρξε σαφής οδηγία αναφορικά με το πόσα διαμερίσματα και πόσα τ.μ. θα αποτελείτο η πολυκατοικία, δεν θεωρώ ότι στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε υπό τις περιστάσεις συμφωνία. Ο ενάγοντας ανάφερε ότι σε μια τέτοια περίπτωση που λαμβάνει τέτοιες οδηγίες εκείνο το οποίο πρέπει να πράξει είναι να αξιοποιήσει τις μέγιστες δυνατότητες των ακινήτων. Αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για τη δημιουργία μιας συμφωνίας παραπέμπω στα Halsbury's Law, 4th Edition (1998 Reissue), Vol. 9
(1), paragraph 629 και 631, pageς 364 και 366, Chitty on Contracts, 27th Edition, paragraphs 2-804 και 2-105, Στέλιος Στυλιανίδης v. British American Insurance Co Ltd
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1772, Οικονόμου Σολωμός και Άλλη v. Γεωργίου Α. Ττοφίνη και Άλλης
(1993)1 C.L.R. 436 και Alpan Furnishings v. Δημάδη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.
  1. Πέραν των πιο πάνω, εγέρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων κατά την αγόρευση του ότι δεν μπορεί να συναχθεί από τη μαρτυρία του ενάγοντα ότι υπήρχε συμφωνία καθότι δεν παρουσίασε καμία εξουσιοδότηση υπογραμμένη από τους εναγομένους με την οποία να του αναθέτουν την εκπόνηση προσχεδίων για την ανάπτυξη των εν λόγω ακινήτων, η οποία είναι υποχρεωτική εκ του νόμου κατά την κατάθεση σχεδίων για έκδοση πολεοδομικής άδειας. Το γεγονός και μόνο ότι δεν υπογράφτηκε σχετική εξουσιοδότηση από τους εναγομένους 1 και 2 δεν αναιρεί την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των μερών αφού δόθηκαν προφορικές οδηγίες ως ανωτέρω αναφέρθηκε για το σκοπό αυτό. Πέραν τούτου, ο συνήγορος κάνει αναφορά στην πιο πάνω θέση του σε υποχρεωτική εξουσιοδότηση δυνάμει του Νόμου. Δεν επεξηγεί την πιο πάνω θέση και συγκεκριμένα δεν προκύπτει από αυτό και μόνο να υπάρχει ισχυρισμός για παρανομία στη σύμβαση αλλά προφανώς περιορίζεται στο να καταδείξει ότι λόγω έλλειψης εξουσιοδότησης δεν μπορεί να συναχθεί και συμφωνία. Σε κάθε περίπτωση όμως ζητήματα παρανομίας μιας σύμβασης θα πρέπει να δικογραφούνται και να αποδεικνύονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Μπορεί βέβαια και το ίδιο το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα να εξετάσει ζήτημα παρανομίας έστω και αν δεν δικογραφείται στις περιπτώσεις όμως που λαμβάνει γνώση ότι προκύπτει έκδηλη παρανομία είτε από την ίδια τη σύμβαση είτε από τη προσκομισθείσα μαρτυρία σε συσχετισμό με τη σύμβαση (βλ.
  2. Αβιβος Βασιλαράς κα. v. A/φοι Θράσου & Συνεργάτες
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1754). Στην παρούσα περίπτωση η θέση της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία και δεν υπάρχει πουθενά σε αυτή ισχυρισμός για παρανομία ή λεπτομέρειες για μια τέτοια παρανομία. Ούτε με την πιο πάνω εισήγηση φαίνεται να εγείρεται ένα τέτοιο θέμα ή να τεκμηριώνεται με αναφορά σε συγκεκριμένα άρθρα του Νόμου. Εν πάσει περιπτώσει επιγραμματικά να αναφέρω ότι στην παρούσα περίπτωση από τα γεγονότα δεν αναφύεται οποιαδήποτε έκδηλη παρανομία στη σύμβαση για να μπορεί να εξεταστεί αυτεπάγγελτα. Να αναφέρω επίσης ότι σχετικό με το ζήτημα της παρανομίας είναι το άρθρο 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και η σχετική νομολογία που το ερμηνεύει (βλ. Glamour Development v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444, Joseph El Alam v. Χριστόφορου Τουμαζίδη
(1998)1 Β Α.Α.Δ. 968, Conqueror Developments Ltd v. Dreamland Developments Ltd
(2005)1AA.A.Δ. 170 και Μαρία Συρίμη v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λιμιτεδ, Πολ. Εφ. Αρ. 315/2007, Ημερομηνίας 12/07/2010). Ακόμη και να θεωρηθεί ότι υπάρχει ανάγκη για την ύπαρξη μιας τέτοιας εξουσιοδότησης για την εκπόνηση προσχεδίων δυνάμει σχετικών Κανονισμών, έλλειψη αυτής δεν καθιστά τη σύμβαση άκυρη. Επομένως, η κατάληξη μου είναι ότι μεταξύ ενάγοντα και εναγομένων 1 και 2 υπήρξε συμφωνία για την εκπόνηση προσχεδίων από τον ενάγοντα για μια πολυκατοικία που επιθυμούσαν να ανεγείρουν στα συγκεκριμένα οικόπεδα, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Όπως έχει αναφερθεί και κατά την αξιολόγηση ανωτέρω της μαρτυρίας του ενάγοντα, το γεγονός ότι ένα από τα συγκεκριμένα ακίνητα άνηκαν στην εναγομένη 3 και η αναφορά των εναγομένων 1 και 2 προς αυτόν ότι ενδιαφέρονται ως οικογένεια να τα αναπτύξουν, δεν δικαιολογεί το συμπέρασμα του περί εκπροσώπησης ή αντιπροσώπευσης της εναγομένης 3 από τους εναγομένους 1 και 2 έτσι ώστε αυτή να δεσμεύεται από τη συμφωνία για την εκπόνηση των προσχεδίων. Ουδέποτε αναφέρθηκε στον ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 εκπροσωπούσαν την εναγομένη 3, ότι τους είχε εξουσιοδοτήσει να ενεργούν και εκ μέρους της ή ότι την δέσμευαν. Περαιτέρω, ο ενάγοντας ουδέποτε είδε την εναγομένη 3 ή ήρθε σε επαφή μαζί της για το σκοπό αυτό. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εναγόμενη 3 δεσμεύεται από τη συμφωνία που υπήρξε μεταξύ ενάγοντα και εναγομένων 1 και 2. Εκείνο το οποίο απομένει να εξεταστεί είναι το ύψος της αμοιβής του ενάγοντα. Όπως έχει προκύψει δεν υπήρχε συγκεκριμένη συμφωνία για την αμοιβή. Στην Έκθεση Απαίτησης όμως αξιώνεται και εύλογη αμοιβή και το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το ζήτημα στην αρχή της λογικής αμοιβής (Quantum meruit). Στα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 4, παραγρ. 1350 κάτω από την επικεφαλίδα Express or Implied Contract, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Where no express contract has been entered into as to the terms of the employment of an architect or engineer, the right to remuneration rests on a contract to pay what is reasonable, implied by requesting and accepting the services or by inducing the architect by fraud to perform them without intending to pay for them.» Στην Χαράλαμπος Χ΄΄ Παναγιώτου v. Cyprus Airways (DUTY FREE SHOPS) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 173 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπου πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες σε άλλο υπό περιστάσεις που δείχνουν ότι θα το έπραττε επ' αμοιβή ανκαι δεν έχει συμφωνηθεί συγκεκριμένο ύψος αμοιβής τεκμαίρεται ότι υπάρχει υπόσχεση πληρωμής ευλόγου ποσού (quantum meruit). Το δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει σύμφωνα με τη μαρτυρία, λογική αμοιβή. Κατά τον καθορισμό της αμοιβής για υπηρεσίες μπορεί να ληφθούν υπ' όψιν προηγούμενες συνεννοήσεις των μερών (Way v. Latilla [1937] 3 All E.R. 759). Το δικαστήριο θα πρέπει να κάμει ό,τι μπορεί για να καταλήξει σε ποσό το οποίο φαίνεται να είναι εύλογο και για τις δύο πλευρές σύμφωνα με τις περιστάσεις της υπόθεσης (S.O.R.E.L Ltd v. Nicos Servos
(1968)1 C.L.R. 123). Παραπέμπω επίσης, στην Way v. Latilla [1937] 3 All E.R. 759, στην οποία αναφορά έγινε στην πιο πάνω υπόθεση, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: "The quantum meruit would be fixed after taking into account what would be a reasonable commission, in the circumstances, and fixing a sum accordingly". Στην παρούσα περίπτωση ο ενάγοντας για να αποδείξει την εύλογη αμοιβή του βασίστηκε στις σχετικές κλίμακες του Συνδέσμου Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών λέγοντας ότι υπήρχε συναντίληψη ότι η αμοιβή του θα υπολογιζόταν με αυτό τον τρόπο. Θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ στις εν λόγω κλίμακες και να καταλήξω στην εύλογη αμοιβή που ο ενάγοντας δικαιούνται υπό τις περιστάσεις. Στην Αβιβος Βασιλαράς κα. v. A/φοι Θράσου & Συνεργάτες (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) παρ. 1358 κάτω από την επικεφαλίδα Professional Scale αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «In the case of architects the usual professional charge for designing and superintending the construction of buildings is based on a percentage of the total cost of the works. Such a charge has been sanctioned by the Royal Institute of British Architects, in a scale of professional charges issued by them in their Conditions of Engagement. The charge is apportioned between the various stages of the work. Attempts have been made to induce the courts to accept these charges as customary, but without success. On the other hand, it is right to take into consideration the practice adopted by a large proportion of the profession. This scale is therefore only binding on an employer who has either expressly or impliedly agreed to be bound by it. But in estimating what is a reasonable charge it is open to the court to adopt the current percentage scale on the cost as being a reasonable charge.»» Συνεχίζοντας το Εφετείο σε εκείνη την υπόθεση ανάφερε τα ακόλουθα: «Με δεδομένη τη διαπίστωση ότι δεν έγινε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων με την οποία να καθορίζεται το ποσό της αμοιβής για τις υπηρεσίες των εφεσιβλήτων προς τους εφεσείοντες, θεωρούμε ορθή την προσέγγιση του δικαστηρίου να υπολογίσει τη λογική αμοιβή με βάση τις ισχύουσες κλίμακες αμοιβών του συνδέσμου Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών. Αντίγραφο των εν λόγω κλιμάκων κατατέθηκε εκ συμφώνου και ο κ. Χ. Θράσου (Μ.Ε.1) προσδιόρισε την αντιστοιχία των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν σε συνάρτηση προς το είδος κλπ του έργου με τις κλίμακες στη βάση των οποίων υπολογίστηκε η αμοιβή από το δικαστήριο. Ο μάρτυρας των εφεσειόντων έδωσε σαφή περιγραφή των εργασιών/υπηρεσιών που πρόσφεραν οι εφεσίβλητοι και συνεπώς θεωρούμε ότι υπήρχε ενώπιον του δικαστηρίου το υλικό στη βάση του οποίου μπορούσε να υπολογιστεί η λογική αμοιβή των εφεσιβλήτων. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η βάση για τον καθορισμό του ποσού της λογικής αμοιβής ήταν το προϋπολογισμένο κόστος της οικοδομής το οποίο σύμφωνα με τη μαρτυρία του εφεσείοντα θα ανερχόταν στις £50.000.» Ομοίως στην παρούσα περίπτωση ο μάρτυρας κατάθεσε τα προσχέδια με το υπολογιζόμενο εμβαδό της πολυκατοικίας και τις σχετικές κλίμακες και αφού ανάφερε το προϋπολογιζόμενο κόστος εφάρμοσε το ποσοστό 1% όπως προνοείται στους εν λόγω κανονισμούς και κλίμακες για να καταλήξει στην εύλογη αμοιβή του. Η θέση του μάρτυρα για το προϋπολογιζόμενο κόστος ανέγερσης της πολυκατοικίας με βάση τα προσχέδια ήταν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο στοίχιζε £500 ή €854 περίπου ανά τ.μ. Η θέση του αυτή έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του και με βάση αυτό προκύπτει ότι το συνολικό προϋπολογιζόμενο κόστος ανερχόταν στις £930,000 περίπου. Με βάση τα πιο πάνω και εφαρμόζοντας το ποσοστό 1% υπολογίζεται ότι δικαιούται σε αμοιβή ύψους £9,300 ή €15,900 την οποία περιόρισε για τους λόγους που ανάφερε στο ποσό των €10,000, ποσό λογικό υπό τις περιστάσεις. Για την πιο πάνω κατάληξη μου έλαβα υπόψη μου και τα όσα κατάθεσαν οι εναγόμενοι σε σχέση με το κόστος του άλλου αρχιτέκτονα μελετητή καθώς επίσης και το εμβαδό της πολυκατοικίας - το οποίο ήταν μικρότερο από αυτό των προσχεδίων - που τελικά ανέγειραν και το κόστος αυτής. Θα πρέπει να λεχθεί όμως ότι το εύλογο ποσό που ο ενάγοντας δικαιούται θα πρέπει να υπολογιστεί με βάση τα προσχέδια τα οποία ο ίδιος έλαβε εντολή και ετοίμασε. Η καταβολή επίσης του ποσού των €2,000 στον άλλο αρχιτέκτονα για τα προσχέδια που τους έκανε δεν μπορεί να είναι σχετική αφού εκεί υπήρξε συγκεκριμένη και συνολική συμφωνία για την αμοιβή του για κάθε στάδιο. Πέραν τούτου ακόμη και να θεωρηθεί ότι το εύλογο ποσό υπό τις περιστάσεις θα πρέπει να είναι μικρότερο από το ποσό των €15,900, ο ενάγοντας ο ίδιος έχει μειώσει την απαίτηση του στις €10,000 και αυτό το ποσό αντικατοπτρίζει ή λαμβάνει υπόψη και το κόστος των προσχεδίων που κατάθεσε στο Δικαστήριο, τεκμήριο 6, που σύμφωνα με την εκδοχή των εναγομένων απουσιάζει ο 2ος όροφος και δεν θα πρέπει να καταβληθεί αμοιβή γι αυτή την εργασία αφού δεν έγινε και δεν αποτυπώθηκε ξεχωριστά. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να καταδεικνύει άλλο τρόπο χρέωσης των προσχεδίων ως ζήτημα πρακτικής για να μπορεί να εφαρμοστεί αυτή η πρακτική από το Δικαστήριο αντί των σχετικών κλιμάκων του ΕΤΕΚ. Ούτε έχει προκύψει οποιοσδήποτε άλλος τρόπος υπολογισμού της εύλογης αμοιβής που θα πρέπει να καταβληθεί στον ενάγοντα στην παρούσα περίπτωση σε σχέση με την εργασία και υπηρεσίες που προσέφερε στους εναγομένους 1 και 2. Ούτε περαιτέρω έχει προκύψει ο τρόπος και λόγος που ο άλλος αρχιτέκτονας χρέωσε τα προσχέδια του €2,000. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει την απαίτηση του εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλλά όχι εναντίον της εναγομένης 3. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των €10,000 πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον της εναγομένης 3 απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα θεωρώ ορθό, αυτά να επιδικαστούν κατά το 1/3 υπέρ της εναγομένης 3 και εναντίον του ενάγοντα. Αυτό διότι έχει καταχωρηθεί κοινή υπεράσπιση από τους εναγομένους 1, 2 και 3, εκπροσωπηθήκαν από τον ίδιο δικηγόρο και η ίδια η εναγομένη 3 δεν προσήλθε στην δίκη για να καταθέσει ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία για λογαριασμό της υπεράσπισης της. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.