KOSTOVA KREMENA STOYANOVA ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΑΓΗ, Αρ. Αγωγής: 2234/11, 12/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2234/11 Μεταξύ: KOSTOVA KREMENA STOYANOVA, από τη Βουλγαρία και τώρα στην Πάφο Ενάγουσα ΚΑΙ ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΝΑΓΗ, από την Πάφο Εναγόμενος ------------------------ Ημερομηνία: 12 Απριλίου 2017 Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα: κα. Α. Μιχαήλ Για τον Εναγόμενο: κ. Ν. Νικολάου -------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτέλεσε το τροχαίο δυστύχημα που έλαβε χώρα στις 22.09.2009 στην οδό Αθηνάς στην Πάφο μεταξύ της Ενάγουσας και της μοτοσυκλέτας με αριθμούς εγγραφής ΚJK834, την οποία οδηγούσε ο Εναγόμενος. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν πεζή και διασταύρωνε νόμιμα και κανονικά την προαναφερόμενη οδό και λόγω της αμέλειας που επέδειξε ο Εναγόμενος, η πρώτη κτυπήθηκε από τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο τελευταίος. Αποτέλεσμα του επίδικου δυστυχήματος ήταν η πρόκληση σοβαρών σωματικών βλαβών και άλλων ζημιών στην Ενάγουσα, η οποία πέραν των γενικών αποζημιώσεων αξιώνει και ειδικές αποζημιώσεις ύψους €12.978,80. Ο Εναγόμενος με την Υπεράσπισή του αρνείται τις λεπτομέρειες αμέλειας που του αποδίδει η Ενάγουσα και ισχυρίζεται ότι υπήρξε αμέλεια και/ή συντρέχουσα αμέλεια εκ μέρους της Ενάγουσας. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος αρνείται τόσο τις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών της Ενάγουσας, όσο και τις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν εννέα συνολικά μάρτυρες, πέντε για λογαριασμό της Ενάγουσας και τέσσερις για λογαριασμό του Εναγόμενου. Συγκεκριμένα για λογαριασμό της Ενάγουσας, πέραν της ίδιας (ΜΕ1), κατέθεσαν ως μάρτυρες ο αστυφ. 3199 Γ. Αντωνίου (ΜΕ2), η Δρ. Ρενάτα Σαββίδου (ΜΕ3), ο Δρ. Γ. Χριστοδούλου (ΜΕ4) και ο Δρ. Γ. Θεοδοσίου (ΜΕ5). Στην αντίπερα όχθη, για λογαριασμό του Εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος (ΜΥ4) και οι Δρ. Η. Γεωργίου (ΜΥ1), Δρ. Ν. Γεωργιάδης (ΜΥ2) και η Μ. Κλείτου (ΜΥ3). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους [Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820]. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων [Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165]. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα [Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35]. Θεωρώ σκόπιμο για σκοπούς ευκολότερης παρακολούθησης και κατανόησης του ιστορικού της υπόθεσης να μην ακολουθήσω κατά την καταγραφή της μαρτυρίας τη σειρά με την οποία κλήθηκαν οι μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου. Ξεκινώ επομένως την καταγραφή της μαρτυρίας από τον ΜΕ2 ο οποίος ήταν και ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Ο εν λόγω μάρτυρας, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατέθεσε ως Έγγραφο Α την κατάθεση του ημερ. 20.3.2010 στην οποία αναφέρει συνοπτικά ότι στις 22.9.2009 και περί ώρα 20:45 μετέβηκε στην οδό Αθηνάς στην Πάφο όπου επεσυνέβη το επίδικο τροχαίο δυστύχημα. Ο ΜΕ2 με τη βοήθεια του συναδέλφου του, Αστ. 3882, έλαβε τα αναγκαία μέτρα ετοιμάζοντας πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος επί του οποίου σημείωσε με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης με βάση τα γδαρσίματα που άφησε στην άσφαλτο η μοτοσυκλέτα του Εναγόμενου και σύμφωνα με την υπόδειξη του τελευταίου. Το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 10) υποδείχθηκε τόσο στην Ενάγουσα όσο και στον Εναγόμενο και, αφού τους επεξηγήθηκε, οι τελευταίοι το υπέγραψαν ως ορθό. Το επίδικο δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια της νύχτας με αίθριο καιρό. Η ορατότητα στο μέρος όπου επεσυνέβη το δυστύχημα, σύμφωνα με την πορεία του Εναγόμενου προς την Ενάγουσα, είναι 50μ. και υπάρχει οδικός φωτισμός, ενώ το όριο ταχύτητας είναι 50 χλμ. Ο ΜΕ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 το τελικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και επεξήγησε ότι το πλάτος του δρόμου είναι 7μ. και το συνολικό μήκος των γδαρσιμάτων που άφησε στην άσφαλτο η μοτοσυκλέτα του Εναγόμενου είναι 2μ. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν υπάρχει διάβαση πεζών πλησίον του σημείου σύγκρουσης, ούτε όμως και απαγορεύεται η διασταύρωση πεζών. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι εκ λάθους του δεν κατέγραψε τα ρούχα και το χρώμα των ρούχων που έφερε η Ενάγουσα κατά την ώρα του δυστυχήματος. Επίσης δεν κατέγραψε τις ζημιές που προκλήθηκαν στην μοτοσυκλέτα. Σε σχέση με την μοτοσυκλέτα του Εναγόμενου έλεγξε ότι τα φρένα λειτουργούσαν κανονικά, ωστόσο δεν θυμόταν αν προέβηκε σε έλεγχο σε σχέση με τη λειτουργία των φώτων της. Την ταχύτητα με την οποία κινούνταν η μοτοσυκλέτα δεν μπορούσε να την ελέγξει αφού, όπως ανέφερε, είναι σχεδόν αδύνατη η πραγματοποίηση τέτοιου ελέγχου. Επιπρόσθετα ο ΜΕ2 ανέφερε ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης. Περαιτέρω, δήλωσε ότι η οδός Αθηνάς δεν έχει διαχωριστική λωρίδα και ο δρόμος σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε ο Εναγόμενος είναι ελάχιστα κατηφορικός, γεγονός ωστόσο το οποίο δεν επηρεάζει την ορατότητα. Επίσης ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν υπάρχει πεζοδρόμιο στο σημείο από όπου η Ενάγουσα ξεκίνησε να διασταυρώνει και διευκρίνισε ότι στο συγκεκριμένο μέρος υπάρχει τοίχος παρακείμενων οικημάτων ο οποίος εφάπτεται του οδοστρώματος. Ο ΜΕ2 θεωρώ ότι κατέθεσε με αντικειμενικότητα για τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως εξεταστής της υπόθεσης. Απαντούσε με ευθύτητα και ειλικρίνεια τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, μεταφέροντας στο Δικαστήριο τα ευρήματα του με αμεροληψία. Περαιτέρω, παρακολουθώντας τον κατά τη μαρτυρία του δεν διέκρινα οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα στις ενέργειες του, ούτε άλλωστε τέθηκε τέτοιο ζήτημα κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου, ο οποίος περιορίστηκε στην υποβολή διευκρινιστικών μόνο ερωτήσεων. Το ότι η μαρτυρία του ΜΕ2 κρίνεται ως αξιόπιστη δεν σημαίνει ωστόσο και αποδοχή της θέσης του, όπως αυτή συνάγεται από το Τεκμήριο 12, ότι δηλαδή την ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος την φέρει ο Εναγόμενος. Η κρίση για το ποιος ευθύνεται και σε ποιο ποσοστό ευθύνεται για το δυστύχημα είναι έργο του Δικαστηρίου. Με την προαναφερόμενη διευκρίνιση, η μαρτυρία του ΜΕ2 γίνεται αποδεκτή (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 243/12 ημερομηνίας 02.05.14). Η Ενάγουσα ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέταση της ότι είναι ηλικίας 29 ετών και μητέρα ενός παιδιού ηλικίας 11 ετών. Κατά το χρόνο του επίδικου δυστυχήματος εργαζόταν ως βοηθός κουζίνας σε ψησταριά. Το επίδικο βράδυ στην προσπάθεια της να διασταυρώσει την οδό Αθηνάς, αφού προηγουμένως είχε ελέγξει την τροχαία κίνηση και είδε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός, χτυπήθηκε από μια μοτοσυκλέτα την οποία δεν πρόλαβε ούτε να δει ούτε και να ακούσει. Η μοτοσυκλέτα ήταν χωρίς φωτισμό και μετά το χτύπημα λιποθύμησε και στη συνέχεια μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γ. Ν. Πάφου όπου παρέμεινε για δύο ημέρες. Ακολούθως, εξήλθε του Γ. Ν. Πάφου και επισκέφθηκε το «Ιπποκράτειο» Νοσηλευτικό Ίδρυμα (στο εξής η «κλινική») στην Πάφο καθώς ο ορθοπεδικός ιατρός της κλινικής γνώριζε τη Βουλγαρική γλώσσα και μπορούσε να επικοινωνεί άμεσα μαζί της. Στην κλινική παρέμεινε για περίοδο επτά ημερών και μετά την έξοδο της ο ιατρός την επισκεπτόταν στο σπίτι και συνέχιζε να της χορηγεί φαρμακευτική αγωγή. Συνολικά παρέμεινε στο κρεβάτι για περίοδο 2 μηνών. Η Ενάγουσα ανέφερε ότι έφερε μώλωπες και χτυπήματα σε όλο της το σώμα και δεν μπορούσε να περπατήσει. Επίσης ανέφερε ότι έφερε κολάρο στο λαιμό και νάρθηκα στο πόδι. Ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να έχει πόνους. Για την παραμονή στο Γ. Ν. Πάφου πλήρωσε το ποσό των €190,96 (Tεκμήριο 3) και το ποσό των €47,84 για την ετοιμασία του ιατρικού πιστοποιητικού του Γ. Ν. Πάφου (Τεκμήριο 4). Όσον αφορά την πληρωμή του τιμολογίου που εκδόθηκε από την κλινική (Τεκμήριο 7), η Ενάγουσα ανέφερε ότι εξακολουθεί να οφείλει το εν λόγω ποσό. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι δεν θυμόταν τα ρούχα που φορούσε κατά την ώρα του δυστυχήματος, αν και όπως δήλωσε μάλλον θα φορούσε άσπρο παντελόνι λόγω της εργασίας της ως βοηθός κουζίνας. Η Ενάγουσα ανέφερε ότι όταν έλεγξε τον δρόμο, προτού ξεκινήσει να διασταυρώνει, είδε ότι αυτός ήταν καθαρός και γι' αυτό εισήλθε στο δρόμο για να διασταυρώσει με μέτριο βηματισμό. Η μοτοσυκλέτα του Εναγόμενου την χτύπησε ξαφνικά και από το γεγονός αυτό αλλά και από το ότι δεν άκουσε τη μοτοσυκλέτα προηγουμένως υπολογίζει ότι κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Δεν έκαμε οποιαδήποτε αποφευκτική κίνηση, διότι το όλο συμβάν έγινε πολύ γρήγορα και δεν είχε χρόνο για να αντιδράσει. Ερωτηθείσα κατά πόσο γνώριζε τον Δρ. Θεοδοσίου πριν το επίδικο δυστύχημα, η Ενάγουσα απάντησε αρνητικά. Όσον αφορά τις χρεώσεις του συγκεκριμένου ιατρού και της κλινικής η μάρτυρας είπε ότι στην κατάσταση που βρισκόταν δεν σκέφθηκε καθόλου τις χρεώσεις, ούτε ανησύχησε για το πώς θα πλήρωνε τον ιατρό διότι αυτό το οποίο την ενδιέφερε λόγω των έντονων πόνων που ένοιωθε ήταν να έχει σωστή ιατρική φροντίδα. Αναφορικά με το ενδεχόμενο να παρουσιαστεί πρόβλημα σε περίπτωση εγκυμοσύνης της, η Ενάγουσα είπε ότι μετά το επίδικο δυστύχημα δεν επιχείρησε να αποκτήσει παιδί, ωστόσο όπως της είπαν οι ιατροί της, λόγω του τραύματος που υπέστη είναι πιθανό να αντιμετωπίσει προβλήματα. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου, η Ενάγουσα απάντησε ότι, εξ όσων θυμάται, ξεκίνησε να εργάζεται εκ νέου τρία περίπου χρόνια μετά το επίδικο δυστύχημα. Επί του παρόντος εργάζεται ως βοηθός κουζίνας σε ξενοδοχείο. Η Ενάγουσα αρνήθηκε την υποβολή του κ. Νικολάου ότι διασταύρωσε την οδό Αθηνάς τρέχοντας, καθώς και ότι το πρόβλημα που επικαλείται ότι μπορεί να προκύψει σε ενδεχόμενη εγκυμοσύνη της είναι απλά μια δική της υπόθεση. Η Ενάγουσα σε γενικές γραμμές μού προξένησε θετική εντύπωση. Απαντούσε χωρίς δισταγμό και με φυσικότητα. Κατά την αντεξέταση της δεν διαπίστωσα να έχει περιπέσει σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της. Συγκρίνοντας δε τη δια ζώσης μαρτυρία της με την κατάθεση της προς την αστυνομία (Τεκμήριο 14Β) δεν εντοπίζονται ουσιώδεις αποκλίσεις. Δεν μου διαφεύγει ότι στο Τεκμήριο 14Β δήλωσε ότι είχε βγει από το σπίτι της για να πετάξει σκουπίδια και ότι όταν διασταύρωνε περπατούσε γρήγορα, ενώ στην προφορική της μαρτυρία είπε ότι ήταν από την εργασία της που έφυγε για να πετάξει σκουπίδια και ότι περπατούσε με μέτριο βηματισμό όταν διασταύρωνε τον δρόμο. Πρόκειται, κατά την κρίση μου, για επουσιώδεις διαφορές. Ειδικότερα όσον αφορά τον βηματισμό της, το ουσιώδες έγκειται στη θέση της Ενάγουσας ότι δεν έτρεχε όταν επιχείρησε να διασταυρώσει τον δρόμο και αυτή η θέση δεν ανατρέπεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14Β. Στη μαρτυρία της ωστόσο εντοπίζονται σημεία τα οποία, για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω πιο κάτω, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Ξεκινώ από το ζήτημα της ταχύτητας της μοτοσυκλέτας. Η Ενάγουσα υποστήριξε ότι η μοτοσυκλέτα κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα και αυτήν την εκτίμηση την βάσισε στο ότι δεν την αντιλήφθηκε πριν την χτυπήσει. Καταρχάς η πιο πάνω θέση αποτελεί το συμπέρασμα της Ενάγουσας. Αποτελεί γενική αρχή ότι οι μάρτυρες καταθέτουν μόνο για τα γεγονότα που έχουν περιέλθει στην αντίληψη τους και δεν επιτρέπεται να εκφέρουν την γνώμη και τα συμπεράσματα τους, πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων οι οποίες εν προκειμένω δεν συντρέχουν (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κκ Ηλιάδη και Σάντη σελ. 605 επ.). Εν πάση όμως περιπτώσει, το εν λόγω συμπέρασμα της Ενάγουσας είναι αφ' εαυτού αόριστο αφού, όπως η ίδια ανέφερε, δεν είδε και δεν άκουσε τη μοτοσυκλέτα. Συνεπώς, εφόσον δεν είδε τη μοτοσυκλέτα δεν ήταν και σε θέση να εξάξει συμπέρασμα για την ταχύτητα της. Για τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους δεν μπορεί να γίνει δεκτή και η θέση της ότι δεν λειτουργούσαν τα φώτα της μοτοσυκλέτας. Η Ενάγουσα, όπως έχει ήδη ειπωθεί, ανέφερε ότι δεν είδε καθόλου τη μοτοσυκλέτα, ενώ αμέσως μετά τη σύγκρουση λιποθύμησε και μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Πάφου. Επομένως ο ισχυρισμός της ότι τα φώτα της μοτοσυκλέτας δεν λειτουργούσαν, αποτελεί και πάλι συμπέρασμα της Ενάγουσας. Αναφορικά με την ταλαιπωρία και τον πόνο που υπέστη η Ενάγουσα είναι αλήθεια ότι η μαρτυρία της παρουσιάζει κάποια σημεία υπερβολής. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος η Ενάγουσα ανέφερε ότι παρέμεινε στο κρεβάτι για περίοδο δύο μηνών. Η εν λόγω αναφορά όμως, όπως θα διαφανεί και πιο κάτω, δεν υποστηρίζεται από την ιατρική μαρτυρία. Είναι κοινή η θέση των ιατρών και ειδικότερα των ΜΕ5 και ΜΥ1 ότι μετά την πάροδο δύο - τριών εβδομάδων από την ημέρα του κατάγματος λεκάνης, ο ασθενής σταδιακά κινητοποιείται. Δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία ότι στην περίπτωση της Ενάγουσας δεν ακολουθήθηκε η γενική αυτή τακτική. Ο ΜΕ5 δεν υποστήριξε ότι έδωσε οδηγίες στην Ενάγουσα να παραμείνει για δύο μήνες καθηλωμένη στο κρεβάτι. Συνεπώς θεωρώ υπερβολική την εν λόγω θέση της Ενάγουσας, αφού από την υπόλοιπη μαρτυρία προκύπτει ότι η Ενάγουσα μετά τις δύο με τρεις εβδομάδες σταδιακά κινητοποιήθηκε. Επιπρόσθετα είναι κοινή η θέση των ΜΕ5 και ΜΥ1 ότι στις έξι εβδομάδες επέρχεται πλήρης επούλωση του κατάγματος λεκάνης. Η προαναφερόμενη ωστόσο θέση της Ενάγουσας, η οποία όπως επισημάνθηκε φέρει το στοιχείο της υπερβολής, δεν είναι ικανή να κλονίσει την εν γένει αξιοπιστία της. Άλλωστε το ότι προκλήθηκε πόνος και ταλαιπωρία στην Ενάγουσα συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος είναι αναμφίβολο και δεν επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Όσον αφορά την τωρινή κατάσταση της, ο ισχυρισμός της ότι δεν μπορεί να ανοίξει καλά τα πόδια της δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ1 ο τραυματισμός που υπέστη η Ενάγουσα δεν της έχει αφήσει οποιοδήποτε λειτουργικό κατάλοιπο. Σημειώνεται ότι ούτε και ο ΜΕ5 υποστήριξε ότι διαπίστωσε να έχουν παραμείνει οποιαδήποτε κατάλοιπα στην Ενάγουσα, καθώς στο πιστοποιητικό του ημερομηνίας 21.10.10 (Τεκμήριο 9) καταγράφει μόνο ότι παρέμενε πόνος στην αριστερή κατ' ισχίο άρθρωση ειδικά όταν κατεβαίνει σκαλιά. Επίσης δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν ένα βήμα πριν φθάσει στο πεζοδρόμιο. Η πραγματική μαρτυρία και συγκεκριμένα το πρόχειρο σχέδιο με το οποίο συμφώνησε, αλλά και το τελικό (Τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα) δεικνύουν ότι η απόσταση από το σημείο σύγκρουσης μέχρι το πεζοδρόμιο ήταν 2,40μ, απόσταση σίγουρα μεγαλύτερη από ένα βήμα. Τέλος, η αναφορά ότι θα αντιμετωπίσει πρόβλημα σε ενδεχόμενη εγκυμοσύνη της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η εν λόγω αναφορά της προέρχεται από εξ ακοής μαρτυρία, η οποία ναι μεν δεν αποκλείεται από μόνο τον λόγο ότι είναι εξ ακοής (βλ. άρθρο 24 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9), αλλά η βαρύτητα που θα αποδοθεί στην εν λόγω μαρτυρία εξαρτάται από διάφορες περιστάσεις ορισμένες εκ των οποίων μνημονεύονται στο άρθρο 27 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Στο άρθρο 27
(2)(α) αναφέρεται ως ένας από τους παράγοντες που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την αξιολόγηση της εξ ακοής μαρτυρίας το κατά πόσο ήταν εύλογο ή εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση, ενώ στο άρθρο 27
(3)τονίζεται ότι θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Δεν έχει κληθεί ως μάρτυρας ο ιατρός που προφανώς προέβη σε αυτήν την εκτίμηση, ούτε και παρουσιάστηκε οποιοδήποτε πιστοποιητικό που να επιβεβαιώνει τα πιο πάνω. Επίσης δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για το ότι δεν κλήθηκε να μαρτυρήσει. Επιπρόσθετα η μαρτυρία επί του εν λόγω σημείου έρχεται σε σύγκρουση με τη μαρτυρία των ΜΥ1 και 2 για την οποία θα γίνει αναφορά πιο κάτω. Με εξαίρεση, επομένως τα σημεία που αναφέρω πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία της Ενάγουσας. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (βλ. ανωτέρω, Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας). Ο Εναγόμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του (Έγγραφο Β). Σε αυτήν αναφέρει συνοπτικά ότι κατά τον επίδικο χρόνο και ενώ εκινείτο στην οδό Αθηνάς με κατεύθυνση προς την οδό Χαριλάου Τρικούπη, πρόσεξε την Ενάγουσα η οποία περπατούσε κατά μήκος της οδού Αθηνάς και στην άκρη της δεξιάς λωρίδας σύμφωνα με την πορεία του ακολουθώντας την ίδια κατεύθυνση με αυτήν στην οποία κινείτο και ο ίδιος, με την πλάτη της γυρισμένη προς αυτόν. Εντελώς ξαφνικά και χωρίς να ελέγξει τον δρόμο, η Ενάγουσα όρμησε τρέχοντας για να διασταυρώσει κάθετα την οδό Αθηνάς από τα δεξιά προς τα αριστερά, σύμφωνα με την πορεία του. Η Ενάγουσα ούτε και όταν έφθασε στο κέντρο του δρόμου σταμάτησε για να ελέγξει κατά πόσο ήταν ασφαλές να προχωρήσει και να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα στην οποία οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του ο Εναγόμενος, με αποτέλεσμα ξαφνικά να βρεθεί μπροστά του και να ανακόψει την πορεία του. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το όλο περιστατικό εκτυλίχθητε αστραπιαία και δεν είχε την ευκαιρία να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση για να αποφύγει τη σύγκρουση, αφού η Ενάγουσα εντελώς απροσδόκητα και τρέχοντας βρέθηκε στην πορεία που οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα. Επίσης ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα φώτα της μοτοσυκλέτας του κατά τον επίδικο χρόνο ήταν σε λειτουργία. Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος είπε ότι στην κατάθεση του (Τεκμήριο 13) δεν δήλωσε, όσα ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με τη γραπτή δήλωση του (Έγγραφο Β) διότι ένιωθε φρικτούς πόνους και διότι ήθελε να μιλήσει με τον δικηγόρο του. Ανέφερε επίσης ότι κατάθεση στην αστυνομία έδωσε το βράδυ που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα και όταν του υποδείχθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της Ενάγουσας ότι η κατάθεση του (Τεκμήριο 13) φέρει ημερομηνία 05.02.10 απάντησε ότι το επίδικο βράδυ ανέφερε στην αστυνομία πως έγινε το δυστύχημα και δεν γνωρίζει αν όσα είπε καταγράφηκαν σε κατάθεση. Στη συνέχεια ωστόσο δήλωσε ότι λίγο καιρό μετά που εξήλθε του Νοσοκομείου και ένιωσε καλύτερα, τότε έλαβε και η αστυνομία την κατάθεση του. Σε σχέση με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν το επίδικο βράδυ της 22.09.09, ο Εναγόμενος είπε ότι πέρασε τα φώτα τροχαίας και κατευθυνόταν στην οδό Αθηνάς με χαμηλή ταχύτητα. Στα δεξιά του, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, είδε μία κοπέλα να περπατά βάδην και αμέσως εισήλθε στο δρόμο τρέχοντας. Έβαλε το πόδι του στη δεξιά πλευρά για να μην της κτυπήσει, αλλά δεν πρόλαβε, έπεσε κάτω και έσπασε το πόδι του. Η Ενάγουσα δεν γύρισε να κοιτάξει τον δρόμο, ούτε και έδειξε κάποια ένδειξη ως προς την πρόθεση της να διασταυρώσει. Σε σχετικές ερωτήσεις της κας. Μιχαήλ, ο Εναγόμενος είπε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει σε μέτρα την απόσταση που τον χώριζε από την Ενάγουσα όταν την είδε για πρώτη φορά, ενώ όσον αφορά την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας του απάντησε ότι ήταν γύρω στα 30χλμ. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος συμφώνησε με την κα. Μιχαήλ ότι δεν προπορευόταν οποιοδήποτε όχημα, ανέφερε ωστόσο ότι δεν είχε περιθώρια να προβεί σε οποιοδήποτε ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση διότι όλα έγιναν ξαφνικά. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε τις υποβολές της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η τελευταία έλεγξε τον δρόμο πριν αρχίσει να διασταυρώνει, καθώς και ότι δεν διασταύρωνε τρέχοντας. Αρνήθηκε επίσης ότι η μοτοσυκλέτα του κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Στη θέση της κας. Μιχαήλ ότι όφειλε να εφαρμόσει τα φρένα της μοτοσυκλέτας του, απάντησε ότι όλα έγιναν τόσο ξαφνικά που δεν είχε την ευκαιρία να το πράξει. Τέλος, αρνήθηκε ότι τα φώτα της μοτοσυκλέτας του δεν λειτουργούσαν. Ο Εναγόμενος δεν με έπεισε για το αληθές της εκδοχής του και θεωρώ ότι δεν μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια σε σχέση με όσα διαδραματίστηκαν το βράδυ της 22.09.09. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να πείσει ότι η Ενάγουσα εισήλθε στο δρόμο για να διασταυρώσει ξαφνικά και τρέχοντας. Ο συγκεκριμένος ωστόσο ισχυρισμός του Εναγόμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, καθώς η προαναφερόμενη θέση, που αποτέλεσε και τον βασικό πυλώνα της υπεράσπισης του δεν περιλαμβάνεται στις λεπτομέρειες αμέλειας που αποδίδονται στην Ενάγουσα με το δικόγραφο της Υπεράσπισης του. Υπάρχει επομένως διάσταση ανάμεσα στη μαρτυρία του Εναγόμενου και των δικογραφημένων θέσεων του. Είναι καλά γνωστό ότι οι υποθέσεις αποφασίζονται στη βάση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα. Στην υπόθεση Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826 επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή με αναφορά και σε παλαιότερη νομολογία: «Η σημασία της δικογραφίας τονίσθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική μέσα στα πιο κάτω πλαίσια. "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής." (Βλ. επίσης Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836 και Παφίτης και Άλλοι ν. Κουκουρή και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154). Η ίδια γραμμή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd και Άλλοι ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, όπου τονίσθηκε ότι, "Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. (Βλ. Eleni Panayiotou Iordanou v. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959-1960) 24 C.L.R. 97, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134, HjiPavlou v. Jinaro Terra
(1982)1 C.L.R. 433 και Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82)."» Ειδικότερα όσον αφορά τις λεπτομέρειες αμέλειας, στην υπόθεση Charalambous v. Pillakouris
(1976)1 CLR 198, τονίστηκε ότι η μαρτυρία πρέπει να συνάδει με τις δικογραφημένες λεπτομέρειες αμέλειας: «Before concluding this judgment I must say that there was another reason for which although not argued before him, the trial Judge should not have accepted the version of the plaintiff, in that his evidence as to what constituted the negligence of the appellant differs materially from the particulars of negligence enumerated in his statement of claim. Needless to say that where the version of facts found by the trial Judge was not just variation, modification or development, but was something new, separate and distinct and not merely a technicality, there had been so radical a departure from the pleaded case as to disentitle the plaintiff to succeed . . ..» Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η θέση του ότι η Ενάγουσα εισήλθε ξαφνικά και τρέχοντας στον δρόμο δεν θα μπορέσει ούτε επί της ουσίας της να γίνει δεκτή, καθώς στην προσπάθεια του να ενισχύσει αυτήν τη θέση περιέπεσε σε ένα σοβαρό ολίσθημα. Συγκεκριμένα, αρχικά στην κυρίως εξέταση του (Έγγραφο Β) ανέφερε ότι πρόσεξε την Ενάγουσα η οποία περπατούσε κατά μήκος της οδού Αθηνάς, στη συνέχεια όμως στα αρχικά στάδια της αντεξέτασης του σταμάτησε να αναφέρεται στην Ενάγουσα και αναφερόταν αόριστα σε μία κοπέλα. Στην πορεία της αντεξέτασης του υποστήριξε πλέον ότι είχε δει έναν άντρα ή μία γυναίκα που εισήλθε στον δρόμο και του ανέκοψε την πορεία του. Προσπάθησε δηλαδή να δείξει ότι όλα συνέβησαν τόσο ξαφνικά που δεν μπόρεσε τελικά να διακρίνει αν το πρόσωπο που είδε να περπατά στην οδό Αθηνάς ήταν άνδρας ή γυναίκα, ενώ προηγουμένως είχε αναφερθεί ρητά στην Ενάγουσα. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος παρουσίασε αντιφατικές εκδοχές σε σχέση με τη δυνατότητα του να προβεί σε αποφευκτική κίνηση. Συγκεκριμένα στα αρχικά στάδια της αντεξέτασης του είπε ότι όταν είδε την Ενάγουσα να εισέρχεται στο δρόμο για να διασταυρώσει έβαλε το πόδι του στη δεξιά πλευρά για να μην την κτυπήσει. Αυτή η ισχυριζόμενη ενέργεια του υποδηλοί ότι είχε χρόνο για να προβεί σε αποφευκτική κίνηση στην οποία και με βάση τους ισχυρισμούς του προέβη. Στη συνέχεια ωστόσο ουσιαστικά αναίρεσε τον εν λόγω ισχυρισμό του αφού διαρκώς επαναλάμβανε ότι όλα έγιναν τόσο ξαφνικά που δεν είχε χρόνο για να λάβει αποτρεπτικά μέτρα, ούτε καν για να εφαρμόσει τα φρένα της μοτοσυκλέτας του. Εν πάση περιπτώσει η θέση του ότι δεν είχε χρόνο να αντιδράσει δεν τελεί, κατά την άποψη μου, σε λογική συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αυτό διότι αφενός ο ίδιος παραδέχεται ότι είχε δει την Ενάγουσα όταν περπατούσε στην οδό Αθηνάς στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και αφετέρου ισχυρίζεται ότι η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας του ήταν χαμηλή περί τα 30χλμ. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό από τη μία με το γεγονός ότι η Ενάγουσα διάνυσε απόσταση 4,60μ μέχρι το σημείο σύγκρουσης και από την άλλη ότι δεν εμπόδιζε οτιδήποτε την ορατότητα του Εναγόμενου, καταδεικνύουν ότι ακόμα και αν εισήλθε τρέχοντας στο δρόμο η Ενάγουσα ο τελευταίος είχε τη δυνατότητα να λάβει αποφευκτικά μέτρα είτε εφαρμόζοντας τα φρένα της μοτοσυκλέτας του, είτε οδηγώντας την τελευταία αριστερότερα σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε. Ενδεικτικά της σύγχυσης και των αντικρουόμενων ισχυρισμών που προώθησε ο Εναγόμενος είναι και τα όσα ανέφερε σε σχέση με την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 13). Καταρχάς να ξεκαθαρίσω ότι ο κάθε πολίτης, μη εξαιρουμένου ασφαλώς του Εναγόμενου, έχει το απόλυτο δικαίωμα να μην αναφέρει οτιδήποτε κατά τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης. Όσα επομένως θα αναφερθούν στη συνέχεια δεν σχετίζονται με την επιλογή του Εναγόμενου να μην αναφέρει οτιδήποτε στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 13), αλλά σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε ως προς τον χρόνο λήψης της. Συγκεκριμένα, αφού πρώτα συμφώνησε με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 13, όταν ακολούθως ρωτήθηκε πότε έδωσε κατάθεση στην αστυνομία, είπε ότι ήταν το ίδιο βράδυ, δηλαδή στις 22.09.
- Ανέφερε μάλιστα ότι ένιωθε φρικτούς πόνους, ότι προσπάθησαν κάποιοι να του επιτεθούν και ότι ήθελε να μιλήσει με τον δικηγόρο του. Όταν όμως του υποδείχθηκε ότι η κατάθεση λήφθηκε αρκετούς μήνες μετά και συγκεκριμένα στις 05.02.10, ο Εναγόμενος ανασκεύασε την προαναφερόμενη δήλωση του, λέγοντας ότι ανέφερε το ίδιο βράδυ στην αστυνομία πως συνέβη το επίδικο δυστύχημα και δεν γνωρίζει αν καταγράφηκε η εν λόγω κατάθεση του. Είναι επομένως αντιφατικές οι δηλώσεις του τόσο ως προς το τι δήλωσε στην αστυνομία (αφού στο Τεκμήριο 13 δεν περιλαμβάνονται ισχυρισμοί ως προς τις συνθήκες τέλεσης του δυστυχήματος), όσο και ως προς τον χρόνο που έδωσε κατάθεση. Επισημαίνεται ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 δεν τέθηκε ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος προέβη σε άλλη κατάθεση πέραν εκείνη του Τεκμηρίου
- Ενόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του Εναγόμενου. Η ΜΕ3 ανέφερε στη μαρτυρία της ότι είναι γενική ιατρός και κατά το επίδικο βράδυ εκτελούσε τη βάρδια της στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γ.Ν. Πάφου. Η Ενάγουσα όταν μεταφέρθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών παραπονιόταν για άλγος αριστερού ισχίου και έφερε εκδορές αριστερού αντιβραχίου, αριστερού γόνατος και αριστερής κνήμης. Έγινε κλινική εξέταση και μεταφέρθηκε για ακτινολογικό έλεγχο και υπερηχογράφημα κοιλίας. Από τον κλινικό έλεγχο διαπιστώθηκε κάταγμα ισχιακού κλάδου ηβικού οστού αριστερά. Η ΜΕ3 επεξήγησε ότι το προαναφερόμενο κάταγμα καλείται και κάταγμα λεκάνης, καθώς το ηβικό οστό είναι ένα από τα οστά της λεκάνης. Λόγω των ευρημάτων της, κλήθηκε ο εφημερεύων ορθοπεδικός (ΜΕ4), ο οποίος έκρινε ότι η Ενάγουσα χρειαζόταν νοσηλεία στον Ορθοπεδικό θάλαμο. Αντεξεταζόμενη είπε ότι δεν τοποθετήθηκε ουροκαθετήρας στην Ενάγουσα, όπως επίσης δεν τοποθετήθηκε αυχενικό κολάρο και νάρθηκας γόνατος. Εάν χρειαζόταν να τοποθετηθεί αυχενικό κολάρο, αυτό θα γινόταν, ενώ όσον αφορά τον νάρθηκα γόνατος η εκτίμηση της ήταν ότι δεν χρειαζόταν να τοποθετηθεί. Δεν υπήρξε επανεξέταση της ΜΕ3, υποβλήθηκαν ωστόσο ορισμένες διευκρινιστικές ερωτήσεις από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα η ΜΕ3 ανέφερε ότι κατά την πρωτοβάθμια εκτίμηση που γίνεται στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών αποκλείονται οι σοβαρές κακώσεις και άλλα σοβαρά προβλήματα υγείας. Στη συνέχεια γίνεται δευτεροβάθμια εκτίμηση στον θάλαμο του ασθενούς. Σκοπός της πρωτοβάθμιας εκτίμησης είναι ο αποκλεισμός τραυμάτων που απειλούν τη ζωή. Ο ΜΕ4 ήταν ο ιατρός που εξέτασε την Ενάγουσα στις 22.09.09 και έκρινε ότι χρήζει νοσηλείας στο Ορθοπεδικό τμήμα του Γ.Ν Πάφου. Το ιατρικό πιστοποιητικό - Τεκμήριο 5, το σύνταξε ο ίδιος και κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 17 το έντυπο εισαγωγής της Ενάγουσας στο οποίο καταγράφεται το ιατρικό ιστορικό της. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι υπέστη κάκωση λεκάνης με κάταγμα στον ισχιακό κλάδο και υπήρχε άλγος του ηβοϊσχιακού κλάδου αριστερά. Δεν εντόπισε νευρολογικά προβλήματα και άλλες σοβαρές κακώσεις. Τα κατάγματα αυτού του είδους αντιμετωπίζονται τις πρώτες μέρες με παυσίπονα και ακολούθως με κινητοποίηση με τη βοήθεια φυσιοθεραπευτή. Ο ΜΕ4 σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας, απάντησε ότι δεν θυμόταν τον λόγο για τον οποίο η Ενάγουσα έφυγε από το Γ.Ν. Πάφου. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι πέραν του κατάγματος δεν διαπίστωσε άλλες βλάβες, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι αν υπήρχαν άλλες αμυχές ή εκδορές συνήθως δεν τις καταγράφει διότι δεν τις θεωρεί σημαντικές. Ο ΜΕ4 δεν θυμόταν αν τοποθετήθηκε στην Ενάγουσα ουροκαθετήρας, αυχενικό κολάρο ή νάρθηκας γόνατος, λέγοντας ωστόσο ότι αν υπήρχε κάκωση στον αυχένα ή στο γόνατο θα το κατέγραφε. Επεσήμανε δε ότι ακόμα κι αν ο ίδιος έκανε λάθος και δεν το κατέγραφε, θα ήταν απίθανο να διέλαθε της προσοχής και των υπολοίπων τεσσάρων τουλάχιστον ιατρών που εξέτασαν την Ενάγουσα. Σε σχέση με τον χρόνο επούλωσης του κατάγματος που υπέστη η Ενάγουσα, ο ΜΕ4 είπε ότι χρειάζεται γύρω στις 4 - 6 εβδομάδες. Επίσης, συνήθως, απαιτείται για αυτού του είδος τα κατάγματα γύρω στις 4 - 6 μέρες κλινοστατισμός. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Ενάγουσα κινητοποιήθηκε τη δεύτερη μέρα. Η κινητοποίηση γίνεται συνήθως με πατερίτσες ή με ειδικό frame, δεν θυμόταν όμως πως ακριβώς έγινε στην προκείμενη περίπτωση. Τέλος, ο ΜΕ4 ανέφερε επίσης ότι ενδεικνυόταν η Ενάγουσα να υποβληθεί σε φυσιοθεραπεία. Μετά την επανεξέταση και κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων του Δικαστηρίου, ο ΜΕ4 ανέφερε ότι οι οδηγίες για την κινητοποίηση της Ενάγουσας δόθηκαν στις 23.09.
- Γνωρίζει ότι κινητοποιήθηκε κατά την εν λόγω ημερομηνία, αν και δεν γνωρίζει μέχρι ποιου βαθμού. Ως ΜΕ5 κατέθεσε ο ιατρός Δρ. Γ. Θεοδοσίου στον οποίο αποτάθηκε η Ενάγουσα μετά την έξοδο της από το Γ.Ν. Πάφου. Ο ΜΕ5 ανέφερε ότι είναι ορθοπεδικός χειρούργος και ασκεί το επάγγελμα του από το
- Γνωρίζει την βουλγαρική γλώσσα, καθώς σπούδασε για 12 χρόνια στη Βουλγαρία. Υιοθέτησε το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού του ημερομηνίας 21.10.10 (Τεκμήριο 9) στο οποίο ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι όταν πρωτοείδε την Ενάγουσα στις 24.09.09 έφερε πολλαπλές εκδορές σε όλη την αριστερή πλευρά του σώματος της και παραπονιόταν για έντονο πόνο στη λεκάνη, πονοκέφαλο και αυχεναλγία. Από τη νευρολογική εξέταση δεν προέκυψε οποιαδήποτε βλάβη του κεντρικού νευρικού συστήματος. Υπέδειξε επί της ακτινογραφίας - Τεκμήριο 18 το κάταγμα της λεκάνης και επεξήγησε ότι το κάταγμα που υπέστη η Ενάγουσα υπάγεται στην κατηγορία των σταθερών καταγμάτων. Επίσης με αναφορά στην ακτινογραφία - Τεκμήριο 18 υπέδειξε ότι παρατηρείται διάσταση της ηβικής σύμφυσης, πρόβλημα για το οποίο παραπέμφθηκε η Ενάγουσα σε γυναικολόγο. Ο ΜΕ5 ανέφερε επίσης ότι η Ενάγουσα παρουσίαζε ευθειασμό της αυχενικής μοίρας. Όπως ανέφερε η φυσιολογική ανατομία του αυχένα παρουσιάζει μία ήπια καμάρα (λόρδωση). Στην περίπτωση όμως της Ενάγουσας φαίνεται μέσα από την ακτινογραφία - Τεκμήριο 20 ότι υπάρχει ευθειασμός. Το αυχενικό κολάρο τοποθετείται όταν ο ασθενής παραπονιέται για αυχεναλγία και παρουσιάζει έντονους μυϊκούς σπασμούς της αυχενικής μοίρας σε συνδυασμό και με την εικόνα της ακτινογραφίας αυχένος. Ιδιαίτερα σε νεαρούς ασθενείς ενδείκνυται η ακινητοποίηση του αυχένα με αυχενικό κολάρο. Περαιτέρω, ο ΜΕ5 ανέφερε ότι το κάταγμα λεκάνης συνοδεύεται από φρικτούς πόνους, οι οποίοι επιδεινώνονται κατά την κινητοποίηση του ασθενούς και την πολύωρη ορθοστασία. Τα κατάγματα αυτού του είδους αντιμετωπίζονται με κλινοστατισμό και τη χορήγηση παυσίπονων και αντιπηκτικής αγωγής. Παράλληλα γίνονται ήπιες κινήσεις των κάτω άκρων υπό την επίβλεψη ιατρού και φυσιοθεραπευτή. Την τρίτη εβδομάδα επιτρέπεται η έγερση από το κρεβάτι με πατερίτσες έτσι ώστε να αποφεύγεται η πλήρης φόρτιση του σκέλους. Το κάταγμα λεκάνης για να δέσει χρειάζεται περί τις 6 εβδομάδες. Η Ενάγουσα και μετά τις 21.10.10 που εξέδωσε το πιστοποιητικό του (Τεκμήριο 9) τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του αναφέροντας πόνους μετά από ορθοστασία ή εκτέλεση εργασιών. Ο ΜΕ5 εισηγήθηκε ότι θα έπρεπε να υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία για να διαπιστωθεί ενδεχόμενη βλάβη των μαλακών μορίων. Αναφορικά με τις χρεώσεις που περιλαμβάνονται στο τιμολόγιο - Τεκμήριο 7, είπε ότι είναι οι συνήθεις χρεώσεις της κλινικής βάσει και των χρεώσεων του Ιατρικού Συλλόγου. Αντεξεταζόμενος είπε ότι η θεραπεία που ακολούθησε σε σχέση με την Ενάγουσα ήταν καταρχάς η ακινητοποίηση της σε κρεβάτι και η χορήγηση παυσίπονων και αντιπηκτικών. Τοποθετήθηκε καθετήρας, διότι υπάρχει ο κίνδυνος στα κατάγματα λεκάνης της πρόκλησης αιμορραγίας. Τοποθετήθηκε αυχενικό κολάρο και νάρθηκας ακινητοποίησης του γόνατος στις 45ο λόγω της κάκωσης του πλαγίου συνδέσμου. Υποβλήθηκε σε αναλύσεις και υπέρηχο κοιλίας και παραπέμφθηκε σε γυναικολόγο όσον αφορά τη διάσταση της ηβικής σύμφυσης. Κατά τον χρόνο που βρισκόταν στο κρεβάτι γίνονταν ήπιες κινητοποιήσεις του δεξιού άκρου. Σε σχέση με τις εκδορές ο ΜΕ5 είπε ότι η διάγνωση του κατάγματος λεκάνης προϋποθέτει ότι η Ενάγουσα δέχθηκε χτύπημα με σφοδρότητα και επομένως είναι φυσικό από το χτύπημα αυτό να υπέστη και άλλα τραύματα. Σε κάθε όμως περίπτωση οι εκδορές υπήρχαν για αυτό και τις περιγράφει. Αναφορικά με τη θλάση αριστερού γόνατος και έσω πλαγίου συνδέσμου, ο ΜΕ5 είπε ότι η Ενάγουσα παραπονέθηκε για πόνο και ως εκ τούτου την υπέβαλε σε εξειδικευμένες δοκιμασίες γόνατος. Για το εν λόγω πρόβλημα έλαβε φαρμακευτική αγωγή, στη συνέχεια έγινε ενδυνάμωση και η άποψη του είναι ότι σήμερα το εν λόγω πρόβλημα έχει αποκατασταθεί. Ο ΜΕ5 ξεκαθάρισε ότι το κύριο πρόβλημα που είχε η Ενάγουσα δεν ήταν οι εκδορές ή η κάκωση έσω πλαγίου συνδέσμου, αλλά το κάταγμα λεκάνης. Είναι για αυτό το πρόβλημα που η Ενάγουσα ακινητοποιήθηκε στο κρεβάτι και όχι για τα υπόλοιπα που περιγράφονται στο πιστοποιητικό του (Τεκμήριο 9). Στην υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου ότι για το κάταγμα που υπέστη η Ενάγουσα η θεραπεία συνίσταται σε κατάκλιση 2 - 3 εβδομάδων, παυσίπονα και άσκηση, ο ΜΕ5 απάντησε ότι κατά τη δική του κρίση απαιτείται χρόνος μέχρι 6 εβδομάδες για να επέλθει πώρωση του κατάγματος. Πέραν τούτου εναπόκειται στον κάθε ιατρό, στο πρωτόκολλο που επιλέγει να ακολουθήσει, αλλά και στο ρίσκο που είναι διατεθειμένος να λάβει. Όσον αφορά το Τεκμήριο 8 και τους επτά μήνες άδειας που χορήγησε στην Ενάγουσα, ανέφερε ότι ο χρόνος αυτός ήταν απαραίτητος για να μπορέσει η Ενάγουσα να επανέλθει σε εργασία που απαιτεί ορθοστασία. Σε σχέση με τις χρεώσεις για ακτινογραφίες που περιλαμβάνονται στο τιμολόγιο - Τεκμήριο 7, ο ΜΕ5 είπε ότι περίπου τρεις μήνες μετά την εισαγωγή της Ενάγουσας στην κλινική υποβλήθηκε σε νέες ακτινολογικές εξετάσεις που αφορούσαν τη λεκάνη και την κεφαλή του ισχίου. Όλες οι ακτινογραφίες δόθηκαν στην Ενάγουσα και εξ' όσων γνωρίζει η τελευταία της παρέδωσε στον Δρ. Γεωργίου (ΜΥ1). Για τις φυσιοθεραπείες είπε ότι αυτές έγιναν μετά από δικό του παραπεμπτικό. Η χρέωση για την ιατρική παρακολούθηση αφορά την αμοιβή των γενικών ιατρών ή παθολόγων και των ιατρών που εκτελούσαν τη βάρδια τους και παρακολουθούσαν την Ενάγουσα. Για την αναγκαιότητα τοποθέτησης αυχενικού κολάρου, ο ΜΕ5 είπε ότι το γεγονός πως δεν είχε τοποθετηθεί εξαρχής στο Γ.Ν. Πάφου, δεν σημαίνει ότι δεν έπρεπε να τοποθετηθεί και αργότερα. Από τη στιγμή που η Ενάγουσα παραπονιόταν για πόνο και από την εικόνα της ακτινογραφίας, θεώρησε ότι θα έπρεπε να τοποθετηθεί. Μετά από σχετική ερώτηση του κ. Νικολάου, ο μάρτυρας είπε ότι είδε την Ενάγουσα και μετά την 21.10.10 (Τεκμήριο 9) και του ανέφερε ότι πονούσε ιδιαίτερα όταν κατέβαινε σκαλοπάτια. Σύστησε στην Ενάγουσα ακτινολογικές εξετάσεις, διότι διαφορετικά δεν μπορούσε να τη βοηθήσει. Τέλος, ο ΜΕ5 είπε ότι το ποσό του τιμολογίου - Τεκμήριο 7, παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτο. Δεν υπήρξε επανεξέταση και μετά από διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου ανέφερε ότι το πρωτόκολλο που επικαλέστηκε δεν είναι κοινό για όλους τους ιατρούς, αλλά εξαρτάται από τις σχολές, τις χώρες και τις έδρες κάθε ορθοπεδικής κλινικής. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι εξέτασε την Ενάγουσα στις 08.02.11 και σκοπός της εξέτασης του ήταν η καταγραφή του ιατρικού ιστορικού της, η εκτίμηση της κατάστασης της κατά την ημέρα της εξέτασης και η ετοιμασία σχετικής ιατρικής έκθεσης. Στην ιατρική έκθεση, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 22, περιλαμβάνεται η λήψη του ιατρικού ιστορικού της Ενάγουσας, η κλινική εξέταση της, η μελέτη του ακτινολογικού φακέλου της και το ιατρικό συμπέρασμα και γνωμάτευση του μάρτυρα. Μέσα από τη μελέτη του ακτινολογικού της φακέλου διαπίστωσε ότι η Ενάγουσα υπέστη χωρίς μετατόπιση κάταγμα του αριστερού ισχιακού κλάδου της λεκάνης, χωρίς οποιαδήποτε διάσταση της ηβικής σύμφυσης. Πρόσθεσε επίσης ότι υπέστη και μορφή τραυματισμού του αριστερού γόνατος χωρίς κάταγμα και χωρίς βαθμό σοβαρότητας. Η θεραπεία που χρειάζεται για την αντιμετώπιση του προαναφερόμενου κατάγματος συνίσταται στην ανάπαυση στο κρεβάτι και τη λήψη αναλγητικών φαρμάκων. Με την ελάττωση των αρχικών πόνων επιβάλλεται η ανασήκωση από το κρεβάτι και η λήψη καθιστικής θέσης. Μετά την πάροδο 2 - 3 εβδομάδων από την ημέρα πρόκλησης του ατυχήματος επιτρέπεται και αρχίζει σταδιακά η βάδιση. Πλήρης επούλωση καταγμάτων αυτού του είδους επέρχεται στις 6 εβδομάδες και επομένως συνίσταται αποχή από την εργασία για περίοδο 6 με 7 εβδομάδων. Από την εξέταση που διενήργησε διαπίστωσε ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε λειτουργικά κατάλοιπα. Ειδικότερα όσον αφορά τη διάσταση της ηβικής σύμφυσης και προς υποστήριξη της άποψης του ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει διάσταση, ο ΜΥ1 κατέθεσε μία φωτογραφία λεκάνης με φυσιολογική ηβική σύμφυση (Τεκμήριο 23Α) και μία ακτινολογική απεικόνιση λεκάνης με διάσταση ηβικής σύμφυσης (Τεκμήριο 23Β). Αναφορικά με τις χρεώσεις που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 7, ο ΜΥ1 είπε ότι δεν θα χορηγούσε ορρούς, καθώς η Ενάγουσα ήταν νεαρής ηλικίας και είχε υποστεί αμετατόπιστο κάταγμα ισχιακού κλάδου. Διαφώνησε επίσης με την τοποθέτηση καθετήρα, εφόσον δεν υπήρχαν ενδείξεις για αιματουρία. Παρομοίως θεωρεί ότι δεν υπήρχε αναγκαιότητα τοποθέτησης αυχενικού κολάρου, καθώς δεν υπήρχε ένδειξη ακινητοποίησης του αυχένα. Προς τούτο ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στη γνωμάτευση του ΜΕ4, αλλά και σε όσα του δήλωσε η Ενάγουσα κατά την ιατρική εξέταση της η οποία επιβεβαίωσε ότι ενόχληση είχε μόνο στο αριστερό μέρος της λεκάνης και το αριστερό γόνατο. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ζήτησε από την Ενάγουσα να του περιγράψει τα επώδυνα μέρη του σώματος της. Αρνήθηκε ότι η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να συνεννοηθεί διότι ομιλεί μόνο τη βουλγαρική γλώσσα. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η Ενάγουσα συνοδευόταν από τον σύζυγο της και σίγουρα ένας εξ αυτών ήταν σε θέση να επικοινωνήσει μαζί του, εξού και κατέγραψε το ιατρικό ιστορικό της. Σχολιάζοντας τις ακτινογραφίες αυχένος (Δέσμη Τεκμηρίου 20) είπε ότι για να υπάρχει ευθειασμός του αυχένα θα έπρεπε η μεσότητα του πρώτου σπονδύλου να ακολουθούσε ευθεία γραμμή προς τα κάτω, ενώ υπάρχει μία κλίση. Στην προκείμενη περίπτωση η εν λόγω γραμμή είναι κεκλιμένη. Ο ΜΥ1 επανέλαβε επίσης τη θέση του ότι με βάση την ακτινογραφία - Τεκμήριο 18, δεν διαπιστώνεται διάσταση της ηβικής σύμφυσης, τονίζοντας ότι ούτε και οι ιατροί του Γ.Ν. Πάφου (ΜΕ3 και 4) διέγνωσαν τέτοιο τραύμα. Ο ΜΥ1 δέχθηκε ωστόσο ότι η Ενάγουσα υπέστη, πέραν του κατάγματος του αριστερού ισχιακού κλάδου της λεκάνης, και τους τραυματισμούς που περιγράφονται στο Τεκμήριο
- Περαιτέρω, συμφώνησε ότι τα κλινικά ευρήματα όταν εξέτασε την Ενάγουσα, μετά από ενάμιση περίπου χρόνο από την ημέρα του δυστυχήματος, ήταν διαφορετικά. Ο ΜΥ1 συμφώνησε επίσης με την ευπαίδευτη συνήγορο της Ενάγουσας ότι για να υποστεί η τελευταία κάταγμα λεκάνης, αυτό σημαίνει ότι χτυπήθηκε με σφοδρότητα. Στην επισήμανση της κας. Μιχαήλ ότι εφόσον χτυπήθηκε με σφοδρότητα η λογική υπαγορεύει ότι τραυματίστηκε και σε άλλα μέρη του σώματος της, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν υπάρχει ιατρικός κανόνας που να λέει ότι το κάταγμα λεκάνης συνοδεύεται απαραίτητα και από άλλα τραύματα. Τέλος, ο ΜΥ1 αρνήθηκε την υποβολή της κας. Μιχαήλ ότι επειδή ενεργεί ως ιατρός της ασφαλιστικής εταιρείας δεν είπε την αλήθεια σε σχέση με τους τραυματισμούς που υπέστη η Ενάγουσα. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΥ1 και μετά από διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ο τελευταίος είπε ότι κλινικά η διάσταση της ηβικής σύμφυσης σημαίνει αναμφίβολα αιματουρία, πολύ πιθανόν ρήξη της ουρήθρας, άμεση χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης της ουρήθρας και χειρουργική επέμβαση για ανάταξη της ηβικής σύμφυσης και συγκράτησης με μεταλλικά προσθετικά. Στη συνέχεια ωστόσο διευκρίνισε ότι οι πολύ μικρές διαστάσεις της ηβικής σύμφυσης δεν χειρουργούνται. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι είναι χειρούργος γυναικολόγος μαιευτήρας και εξέτασε την Ενάγουσα στις 07.02.
- Ο λόγος για τον οποίο εξέτασε την Ενάγουσα ήταν για να γνωματεύσει για μελλοντική κύηση και δυνατότητα φυσιολογικού τοκετού μετά από το κάταγμα λεκάνης το οποίο υπέστη η Ενάγουσα. Ο ΜΥ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 24 αντίγραφο του ιατρικού πιστοποιητικού του. Όταν υποδείχθηκε στον μάρτυρα η ακτινογραφία - Τεκμήριο 18, ο τελευταίος ανέφερε ότι στην εν λόγω ακτινογραφία παρουσιάζεται φυσιολογική ηβική σύμφυση. Τέλος ο ΜΥ2 ανέφερε ότι η Ενάγουσα δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα μελλοντικής κύησης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν είναι ειδικός στην επεξήγηση ακτινογραφιών, εκτός από εκείνα τα ζητήματα τα οποία εμπίπτουν στην ειδικότητά του όπως είναι η ηβική σύμφυση. Όπως δε ανέφερε, η διάσταση της ηβικής σύμφυσης μπορεί εύκολα να εντοπιστεί σε ακτινογραφία διότι είναι χαρακτηριστική η εικόνα που παρουσιάζει, αφού τα οστά της λεκάνης δεν είναι παράλληλα. Ο ΜΥ2 μετά την επανεξέταση και κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησης του Δικαστηρίου ανέφερε ότι το κάταγμα στη λεκάνη δεν εμποδίζει την εγκυμοσύνη, αλλά αυτό το οποίο αξιολογείται είναι ο τρόπος τοκετού, δηλαδή κατά πόσο θα είναι φυσιολογικός ή με καισαρική τομή. Οι ΜΕ 3, 4 και 5, καθώς και οι ΜΥ 1 και 2, κλήθηκαν και κατέθεσαν υπό την ιδιότητα τους ως εμπειρογνώμονες, αφού η μαρτυρία των προαναφερόμενων προσώπων περιστράφηκε γύρω από την ιδιότητα τους ως ιατρών. Ως προς το καθήκον των εμπειρογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου αναφέρονται τα ακόλουθα στο σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» σελ. 580-581: "Tο καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (Παναγρίτη ν Χαραλάμπους, ΠΕ320/08, ημ. 15.3.12, Σαρρής ν Καλλέγιας και Πιττάλης και Άλλων ν Ianira Enterprises Ltd και Άλλων
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 814, Philippou v Odysseos
(1989)1 CLR1)." Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποιν. Έφ. 176/13 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιος Ευριπίδου κ.ά., ημερομηνίας 06/04/15, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα: "Υπενθυμίζουμε ότι με βάση καλά εδραιωμένες νομολογιακές αρχές, η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη [βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298]. Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας, δεν πρέπει επίσης να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του [βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 ΑΑΔ 1020]." Οι ΜΕ 3 και 4 θεωρώ ότι υπήρξαν ειλικρινείς προς το Δικαστήριο και μετέφεραν με αντικειμενικότητα τις ενέργειες στις οποίες προέβηκαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ως ιατρών στο Γ.Ν. Πάφου. Όσα δήλωσαν σε σχέση με τις εξετάσεις, τη θεραπευτική αγωγή και τα ευρήματα στα οποία κατέληξαν δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ούτε και κατά την αντεξέταση τους επιχειρήθηκε να κλονιστεί η αξιοπιστία τους, καθώς ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου περιορίστηκε ουσιαστικά στην υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων. Κατά συνέπεια η μαρτυρία των ΜΕ 3 και 4 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Αξιόπιστη και αποδεκτή κρίνεται επίσης η μαρτυρία των ΜΥ1 και 2, η οποία ουσιαστικά ταυτίζεται με εκείνη των ΜΕ3 και
- Παρέμεινα ικανοποιημένος ότι οι εν λόγω μάρτυρες μετέφεραν με επάρκεια τα συμπεράσματα τους στο Δικαστήριο για τα οποία θα γίνει συγκεκριμένη αναφορά πιο κάτω. Από την άλλη, η μαρτυρία του ΜΕ5 δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθώς ο εν λόγω μάρτυρας έχει εντοπίσει σωρεία άλλων τραυματισμών τα οποία δεν καταγράφονται από τους ΜΕ3 και 4 και δεν περιλαμβάνονται στα Τεκμήρια 5 και 15 -
- Συγκεκριμένα η διάγνωση του ΜΕ5, μετά την εξέταση της Ενάγουσας, ήταν η ακόλουθη όπως αυτή καταγράφεται στο ιατρικό πιστοποιητικό - Τεκμήριο 9 κάτω από τον τίτλο «ΔΙΑΓΝΩΣΗ»: "Θλάση αυχένα, θλάση θώρακος, αριστερού ώμου, θλάση οσφύος, βαριά θλάση λεκάνης, με κάταγμα ισχιακού κλάδου, μεγάλη διάταση της ηβικής σύμφυσης, θλάση αριστερού μηρού, θλάση αριστερού γόνατος και έσω πλαγίου συνδέσμου, πολλαπλές εκδορές στο αριστερό ήμισυ του σώματος." Σύγκριση της διάγνωσης του ΜΕ5 με εκείνης των ΜΕ3 και 4 αποκαλύπτει ότι πέραν του κατάγματος του ισχιακού κλάδου, του τραύματος του αριστερού γόνατος και των εκδορών που έφερε η Ενάγουσα, οι υπόλοιποι τραυματισμοί που περιγράφει δεν διαγνώστηκαν από τους ΜΕ3 και
- Ο ΜΕ5 ανέφερε μεν κατά τη μαρτυρία του ότι ο βασικότερος τραυματισμός που υπέστη η Ενάγουσα και για τον οποίο χρειάστηκε να παραμείνει ακινητοποιημένη στο κρεβάτι ήταν το κάταγμα λεκάνης, επέμεινε όμως στη θέση του ότι υπέστη και θλάση αυχένος για την οποία χρειάστηκε να τοποθετηθεί αυχενικό κολάρο, αλλά και μεγάλη διάσταση της ηβικής σύμφυσης. Ξεκινώντας από τη θλάση αυχένος, ο ΜΕ5 επέμεινε ότι από τις ακτινογραφίες - Τεκμήριο 20 προκύπτει ευθειασμός του αυχένα της Ενάγουσας και για τον λόγο αυτό σε συνδυασμό με την αυχεναλγία για την οποία παραπονιόταν η Ενάγουσα έπρεπε να τοποθετηθεί αυχενικό κολάρο. Καταρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ οι ακτινογραφίες αυχένος - Τεκμήριο 20 λήφθηκαν στο Γ. Ν. Πάφου, εντούτοις δεν κατατέθηκαν από τους ιατρούς του Γ.Ν. Πάφου (ΜΕ3 και 4), αλλά κατατέθηκαν από τον ΜΕ
- Συνεπώς οι εν λόγω μάρτυρες δεν ερωτήθηκαν επί των ακτινογραφιών - Τεκμήριο
- Σε κάθε όμως περίπτωση η μεν ΜΕ3 ανέφερε ότι αν χρειαζόταν να τοποθετηθεί αυχενικό κολάρο, αυτό θα τοποθετείτο και στην περίπτωση της Ενάγουσας δεν χρειάστηκε. Από την άλλη, ο ΜΕ4 δήλωσε ότι αν υπήρχε κάκωση αυχένα θα καταγραφόταν. Με ειλικρίνεια δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο λάθους, τονίζοντας όμως ότι πέραν από τον ίδιο η Ενάγουσα εξετάστηκε από τέσσερις ακόμα ιατρούς οι οποίοι επίσης δεν κατέγραψαν οτιδήποτε. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι ακτινογραφίες αυχένος (Τεκμήριο 20) λήφθηκαν στο Γ.Ν Πάφου καταδεικνύουν ότι οι ιατροί του Γ.Ν. Πάφου, περιλαμβανομένων των ΜΕ3 και 4, εξέτασαν το ενδεχόμενο θλάσης ή τραυματισμού του αυχένα, χωρίς όμως να διαπιστώσουν οτιδήποτε. Όσον αφορά τώρα αυτή καθ' αυτήν την ακτινολογική απεικόνιση του αυχένα της Ενάγουσας, υπήρξε διαφωνία μεταξύ του ΜΕ5 και του ΜΥ
- Όπως ήδη αναφέρθηκε ο ΜΕ5 εντόπισε ευθειασμό της αυχενικής μοίρας, ενώ ο ΜΥ1 διαφώνησε με το εν λόγω εύρημα λέγοντας ότι ο αυχένας της Ενάγουσας παρουσιάζει την κλίση που εντοπίζεται στη φυσιολογική ανατομία του αυχένα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι και οι δύο μάρτυρες συμφώνησαν ότι η φυσιολογική ανατομία του αυχένα παρουσιάζει μία ήπια κλίση - καμάρα. Η διαφωνία τους εντοπίζεται στο ότι ο μεν ΜΕ5 θεωρεί ότι δεν υπάρχει στην περίπτωση της Ενάγουσας η προαναφερόμενη κλίση, ενώ ο ΜΥ1 διακρίνει το αντίθετο. Ο ΜΥ1 ήταν πειστικός στη θέση του ότι στην προκείμενη περίπτωση και με βάση το Τεκμήριο 20 δεν παρατηρείται ευθειασμός. Όπως επεξήγησε για να υπάρχει ευθειασμός θα πρέπει η μεσότητα του πρώτου σπονδύλου να ακολουθεί ευθεία γραμμή προς τα κάτω. Ο ΜΥ1 υπέδειξε με αναφορά στο Τεκμήριο 20 και συγκεκριμένα επί της ακτινογραφίας στην οποία απεικονίζεται πλαγίως ο αυχένας της Ενάγουσας ότι παρουσιάζεται κλίση του αυχένα, η οποία κλίση είναι εμφανής και στο Δικαστήριο. Σημειώνεται επίσης ότι η άποψη του ΜΥ1 ενισχύεται και από τα ευρήματα των ΜΕ3 και 4 στα οποία δεν περιλαμβάνεται ο ευθειασμός της αυχενικής μοίρας ή οποιαδήποτε κάκωση του αυχένα. Σε σχέση με το ζήτημα της διάστασης της ηβικής σύμφυσης για το οποίο έγινε αρκετός λόγος, υπάρχει ευθεία διαφωνία μεταξύ των ιατρών και συγκεκριμένα μεταξύ του ΜΕ5 και των ΜΥ 1 και
- Όσον αφορά τους ΜΕ 3 και 4 σημειώνω ότι το εν λόγω ζήτημα επίσης δεν τέθηκε κατά τη μαρτυρία τους. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι στα ευρήματα των ΜΕ3 και 4 απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά σε διάσταση της ηβικής σύμφυσης. Το γεγονός αυτό έχει τη σημασία του, καθώς η διάσταση της ηβικής σύμφυσης διαπιστώνεται μέσω ακτινογραφίας λεκάνης και τέτοια ακτινογραφία λήφθηκε στο Γ.Ν. Πάφου (βλ. Τεκμήριο 18). Συνεπώς εύλογα κάποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι δεν διαγνώστηκε τέτοιο τραύμα από τους ιατρούς του Γ.Ν. Πάφου με δεδομένο ότι είχαν στη διάθεση τους το εργαλείο για τη διάγνωση του, ήτοι την ακτινογραφία λεκάνης - Τεκμήριο
- Επανερχόμενος στη διαφωνία του ΜΕ5 από την μία και των ΜΥ1 και 2 από την άλλη, αυτή προέκυψε και πάλι με αναφορά στις ακτινολογικές εξετάσεις της Ενάγουσας και συγκεκριμένα σε σχέση με το Τεκμήριο
- Ο μεν ΜΕ5 εντοπίζει διάσταση της ηβικής σύμφυσης, την οποία μάλιστα χαρακτηρίζει μεγάλη (Τεκμήριο 9), ενώ κατηγορηματικά αντίθετη είναι η θέση των ΜΥ 1 και 2 οι οποίοι θεωρούν ότι το Τεκμήριο 18 απεικονίζει μία φυσιολογική ηβική σύμφυση. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία των ΜΥ 1 και
- Συνεπώς αποδέχομαι τη θέση τους ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν παρατηρείται διάσταση της ηβικής σύμφυσης. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους των προαναφερόμενων μαρτύρων και ιδιαίτερα του ΜΥ1 ήταν αρκούντως διαφωτιστική. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος ο ΜΥ1 κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε ως Τεκμήριο 23Α φωτογραφία λεκάνης με φυσιολογική ηβική σύμφυση και ως Τεκμήριο 23Β ακτινολογική απεικόνιση λεκάνης με διάσταση ηβικής σύμφυσης. Σημειώνεται ότι δεν αμφισβητήθηκε από μέρους της Ενάγουσας ότι τα προαναφερόμενα Τεκμήρια απεικονίζουν όντως, αφενός φυσιολογική ηβική σύμφυση, και αφετέρου ηβική σύμφυση με διάσταση. Συγκρίνοντας την ακτινογραφία λεκάνης της Ενάγουσας - Τεκμήριο 18 με τα Τεκμήρια 23Α και 23Β, είναι, κατά την άποψή μου, ξεκάθαρο ότι το Τεκμήριο 18 είναι όμοιο με το Τεκμήριο 23Α στο οποίο απεικονίζεται η φυσιολογική ηβική σύμφυση και πόρρω απέχει από το Τεκμήριο 23Β. Είναι επίσης ξεκάθαρο από το Τεκμήριο 18 ότι τα οστά της λεκάνης είναι μεταξύ τους παράλληλα. Τέθηκαν επομένως ενώπιον μου από μέρους του ΜΥ1 τα απαραίτητα επιστημονικά δεδομένα στη βάση των οποίων το Δικαστήριο μπόρεσε να διαμορφώσει ιδίαν κρίση. Αντιθέτως ο ΜΕ5 ανέφερε απλώς ότι με βάση την ακτινογραφία - Τεκμήριο 18 διαπίστωσε μεγάλη διάσταση της ηβικής σύμφυσης, χωρίς όμως να επεξηγήσει τη συγκεκριμένη θέση του. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι κατηγορηματικός και ξεκάθαρος επί του εν λόγω ζητήματος ήταν και ο ΜΥ2, ο οποίος με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν εμπίπτει μεν στην ειδικότητά του η ανάλυση ακτινολογικών εξετάσεων πλην όμως, επειδή το ζήτημα της ηβικής σύμφυσης άπτεται γυναικολογικών θεμάτων, είναι σε θέση να αναγνωρίζει σε μία ακτινογραφία κατά πόσο υπάρχει ή όχι διάσταση της ηβικής σύμφυσης. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι παρά το γεγονός ότι ο ΜΕ5 ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι για την ηβική σύμφυση η Ενάγουσα παραπέμφθηκε σε ειδικό γυναικολόγο για τη γνωμάτευση του οποίου γίνεται αναφορά και στο Τεκμήριο 9 αλλά και στο Τεκμήριο 7 όπου περιλαμβάνεται χρέωση για αμοιβή γυναικολόγου και πιστοποιητικό, εντούτοις, ο συγκεκριμένος γυναικολόγος δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο, ούτε και παρουσιάστηκε το εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό. Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εκθέσω, η μαρτυρία των ΜΕ 3 και 4, καθώς και των ΜΥ 1 και 2, κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΕ5, στην οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να δώσει βαρύτητα. Η ΜΥ3, λειτουργός του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κατέθεσε ως δέσμη του Τεκμηρίου 25, έντεκα συνολικά έγγραφα, τα οποία αφορούν το πρόσωπο της Εναγόμενης. Τα εν λόγω έγγραφα περιλαμβάνουν τα προσωπικά στοιχεία της Εναγόμενης, τους εργοδότες της, τις ημερομηνίες έναρξης και λήξης της εργοδότησής της στον κάθε εργοδότη ξεχωριστά, τις κατηγορίες των επαγγελμάτων που εξάσκησε και την αναλυτική κατάσταση των αποδοχών της κατά εργοδότη. Σε σχετικές ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου η ΜΥ3 απάντησε ότι η Ενάγουσα με βάση το αρχείο του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν υπέβαλε οποιαδήποτε αίτηση είτε για άδεια ασθενείας, είτε για επίδομα ατυχήματος, είτε για επίδομα ανικανότητας εργασίας. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε μεταξύ άλλων ότι στις 22.09.09 θα μπορούσε να εργαζόταν η Ενάγουσα και να μη φαίνεται στο αρχείο του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων αν ο εργοδότης της δεν την είχε δηλώσει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Ανέφερε επίσης, ότι δεν γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο η Ενάγουσα σταμάτησε να εργάζεται στις 29.04.
- Δεν έχω κανένα ενδοιασμό στο να αποδεχθώ τη μαρτυρία της ΜΥ3, η οποία άλλωστε δεν έτυχε και οποιασδήποτε αμφισβήτησης από μέρους της Ενάγουσας. Η μάρτυρας θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Άλλωστε όσα κατέθεσε επιβεβαιώνονται από τη δέσμη Τεκμηρίου
- Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 22.09.09 και περί ώρα 20.30 ο Εναγόμενος οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής KJK 834 στην οδό Αθηνάς με κατεύθυνση την οδό Χαριλάου Τρικούπη. Την ίδια ώρα και ημέρα περπατούσε επί της οδού Αθηνάς η Ενάγουσα η οποία, αφού έλεγξε την τροχαία κίνηση, ξεκίνησε να διασταυρώνει την οδό Αθηνάς από δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε ο Εναγόμενος. Η Ενάγουσα αφού διάνυσε απόσταση 4,60μ, από το συνολικό πλάτος του δρόμου, που είναι 7μ, χτυπήθηκε από τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Εναγόμενος. Το επίδικο δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια της νύχτας και με αίθριο καιρό. Η ορατότητα στο σημείο του δυστυχήματος σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε ο Εναγόμενος είναι 50μ, υπήρχε οδικός φωτισμός και το όριο ταχύτητας είναι 50χλμ. Στο οδόστρωμα της οδού Αθηνάς δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή. Κατά την ημέρα του δυστυχήματος η Ενάγουσα ήταν ηλικίας 22 ετών. Η Ενάγουσα μετά τη σύγκρουση με τη μοτοσυκλέτα του Εναγόμενου λιποθύμησε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γ.Ν. Πάφου. Μετά τη διενέργεια ακτινολογικών εξετάσεων και κλινικού ελέγχου διαπιστώθηκε αμετατόπιστο κάταγμα του αριστερού ισχιακού κλάδου της λεκάνης. Περαιτέρω, η Ενάγουσα έφερε εκδορές αριστερού αντιβραχίου, αριστερού γόνατος και αριστερής κνήμης. Μεταφέρθηκε στον Ορθοπεδικό Θάλαμο του Γ.Ν. Πάφου όπου και παρέμεινε νοσηλευόμενη μέχρι της 24.09.
- Μετά την έξοδο της από το Γ.Ν. Πάφου, αποτάθηκε στο «Ιπποκράτειο» Νοσηλευτικό Ίδρυμα στην Πάφο και συγκεκριμένα στον ορθοπεδικό χειρούργο Δρ. Θεοδοσίου. Παρέμεινε στο «Ιπποκράτειο» για περίοδο επτά ημερών και έλαβε εξιτήριο την 01.10.
- Η Ενάγουσα παρέμεινε στο κρεβάτι για περίοδο δύο με τριών εβδομάδων και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, η οποία συνίστατο στη λήψη αναλγητικών φαρμάκων. Μετά την πάροδο του προαναφερόμενου χρόνου άρχισε σταδιακά να κινητοποιείται. Επίσης μέρος της θεραπείας της Ενάγουσας αποτέλεσε και η υποβολή της σε φυσιοθεραπείες. Πλήρης επούλωση των καταγμάτων του είδους που υπέστη η Ενάγουσα επέρχεται στις 6 εβδομάδες. Δεν έχουν παραμείνει οποιαδήποτε λειτουργικά κατάλοιπα στην Ενάγουσα, είναι ωστόσο πιθανό μετά από ορθοστασία και παρατεταμένη φόρτιση του αριστερού κάτω άκρου να παρατηρηθούν ενοχλήσεις η υποχώρηση των οποίων θα επέρχεται από μόνη της. Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι η Ενάγουσα για την παραμονή της στο Γ.Ν. Πάφου κατέβαλε το ποσό των €190,96 και το ποσό των €47,84 για την ετοιμασία του ιατρικού πιστοποιητικού του Γ.Ν. Πάφου. Για την ιατρική φροντίδα που έλαβε στο «Ιπποκράτειο», στην οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του Δρ. Γ. Θεοδοσίου, η Ενάγουσα χρεώθηκε με το ποσό των €5.612,00 το οποίο εξακολουθεί να οφείλει. Τέλος, αποτελεί εύρημα μου ότι η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των €85,00 για την εξασφάλιση της αστυνομικής έκθεσης, γεγονός το οποίο δηλώθηκε ως παραδεκτό από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων. Νομική πτυχή Το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει το ζήτημα της αμέλειας, της συντρέχουσας αμέλειας και του καταμερισμού της ευθύνης περιέχεται στα άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
- Στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ.1013 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 All E.R.961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and the Abadese
(1967)1 All E.R.672,677, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων, από τη μια και Ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. .....» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τον καταμερισμό ευθύνης: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R.25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R.727. » Η έννοια της αμέλειας είναι κοινή στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο. Στην υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 1 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αμέλεια (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί- α) η φύση του καθήκοντος, και β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Είναι νομολογημένο ότι για τον καθορισμό της αμέλειας, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Όπως επίσης προκύπτει από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou v. Katsouris a.o
(1975)1 C.L.R 188). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού v.Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 378). Ειδικότερα όσον αφορά το καθήκον επιμέλειας έναντι πεζού σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Paul Lesley Murrel v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 217 (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Το καθήκον για επιμέλεια συναρτάται με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Είναι θεμελιωμένο ότι το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων γεννάται αφού εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφεαυτής την ύπαρξη κινδύνου έναντι του οποίου πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα.» Συμπεράσματα Α. Ευθύνη Προτού προχωρήσω στην παράθεση των συμπερασμάτων μου ως προς την ευθύνη, θα ήθελα να σχολιάσω τη θέση που προβάλλει ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου στην αγόρευση του περί διάστασης των δικογραφημένων θέσεων της Ενάγουσας και της μαρτυρίας που προσκομίστηκε. Συγκεκριμένα ο κ. Νικολάου αναφέρει ότι στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης η Ενάγουσα αναφέρεται σε δυστύχημα που συνέβη στις 22.09.09 και περί ώρα 22.30 στην οδό Ανδρέα Παναγή στην Πάφο. Αντιθέτως κατά την ακροαματική διαδικασία δόθηκε μαρτυρία για δυστύχημα που επεσυνέβη μεταξύ των ωρών 20.00 - 20.30 στην οδό Αθηνάς στην Πάφο. Καταρχάς θα πρέπει να επισημανθεί ότι η αναφορά του κ. Νικολάου στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης είναι λανθασμένη, καθώς ο προαναφερόμενος ισχυρισμός περιλαμβάνεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης. Όσον αφορά τώρα την ουσία του επιχειρήματος, δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου. Δεν θεωρώ ότι πρόκειται για διάσταση μεταξύ δικογραφημένων θέσεων και προσαχθείσας μαρτυρίας, αλλά περί λανθασμένης καταγραφής. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από το γεγονός ότι τόσο η ημερομηνία του δυστυχήματος, όσο και ο αρ. εγγραφής της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο Εναγόμενος ταυτίζονται στα δικόγραφα και στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Επίσης, το ότι πρόκειται περί λάθους ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αναγράφεται η ορθή οδός, ήτοι η οδός Αθηνάς. Επιπρόσθετα σημειώνω ότι ο Εναγόμενος στο δικόγραφο της Υπεράσπισης δεν αρνείται ότι επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα, αλλά αντιθέτως δικογραφεί στην παράγραφο 6 αυτής λεπτομέρειες συντρέχουσας αμέλειας της Ενάγουσας. Ερχόμενος τώρα στις συνθήκες τέλεσης του δυστυχήματος, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, η ορατότητα του Εναγόμενου προς την Ενάγουσα εκτεινόταν στα 50μ., δεν υπήρχε οτιδήποτε που να εμποδίζει την ορατότητα του Εναγόμενου, ενώ ο οδικός φωτισμός ήταν επαρκής. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Ενάγουσας, η τελευταία έλεγξε το δρόμο προτού διασταυρώσει και ξεκίνησε να διασταυρώνει με μέτριο βηματισμό. Επίσης από τη μαρτυρία προκύπτει ότι η Ενάγουσα, μέχρι το σημείο σύγκρουσης, διάνυσε απόσταση 4,60μ. από τα δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του Εναγόμενου. Αν και δεν υπάρχει στην οδό Αθηνάς διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας, εντούτοις, έχοντας υπόψη μου ότι το συνολικό πλάτος του δρόμου είναι 7μ., συνάγεται ότι αντιστοιχεί σε κάθε λωρίδα κυκλοφορίας πλάτος 3,50μ. Επομένως, από τα 4,60μ. που συνολικά διάνυσε η Ενάγουσα το 1,10μ. καλύπτει απόσταση εντός της λωρίδας στην οποία οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του ο Εναγόμενος. Υπό το φως επομένως των πιο πάνω δεδομένων είναι ξεκάθαρο ότι ο Εναγόμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί την είσοδο της Ενάγουσας στον δρόμο από ικανή απόσταση και να λάβει μέτρα αποφυγής του δυστυχήματος. Δεν πρόκειται δηλαδή για περίπτωση ξαφνικής και απροσδόκητης κάθετης διασταύρωσης δρόμου από πεζό. Εν προκειμένω ο Εναγόμενος δεν εξάσκησε το καθήκον της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την Ενάγουσα πριν τη σύγκρουση. Έπεται ότι ο Εναγόμενος δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη προσοχή και επιμέλεια με συνέπεια να μην προσέξει έγκαιρα την Ενάγουσα και να συγκρουστεί μαζί της. Το επόμενο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο και η Ενάγουσα φέρει ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα. Στην αγγλική υπόθεση Jones v. Livox Quarries Ltd
(1952)2 Q.B. 608 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Although contributory negligence does not depend on a duty of care, it does depend on foreseeability. Just as actionable negligence requires the foresseability of harm to others, so contributory negligence requires the foreseeability of harm to oneself. A person is guilty of contributory negligence if he ought reasonably to have foreseen that, if he did not act as a reasonable, prudent man, he might hurt himself; and in his reckonings he must take into account the possibility of others being careless. " Στην υπόθεση Αβραάμ ν. Στυλιανού
(2002)1Α Α.Α.Δ 50, το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία αποδόθηκε αποκλειστική ευθύνη στον εφεσείοντα - εναγόμενο, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα ως προς τη χρήση του δρόμου από πεζό: «Θα θυμίσουμε ότι το δικαίωμα του πεζού στη χρήση του δρόμου είναι το ίδιο με εκείνο του οδηγού αυτοκίνητου οχήματος. Ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής από τον ενάγοντα συσχετίζεται με τις περιστάσεις και τις συνθήκες που περιστοιχίζουν το ατύχημα. Ο κανόνας που διέπει τη συμπεριφορά του ενάγοντα είναι ότι πρέπει να φανεί ότι επέδειξε, για τη δική του ασφάλεια, την προσοχή που αναμένεται από το μέσο λογικό άνθρωπο, που είναι συνυφασμένη με την έννοια της σωφροσύνης.» Επίσης στην υπόθεση Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 Α.Α.Δ 815 ειπώθηκαν τα εξής σε σχέση με τις γενικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της συντρέχουσας αμέλειας: "Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας είναι καλά καθορισμένες. Αυτή δεν στηρίζεται πάνω στην ύπαρξη καθήκοντος του ζημιωθέντος προς τον εναγόμενο. Εκείνο που είναι αναγκαίο να αποδειχθεί όταν εγείρεται η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας είναι ότι αυτός που ζημιώθηκε δεν πήρε για το ίδιο του συμφέρον λογικές προφυλάξεις και έτσι συνέβαλε με την έλλειψη φροντίδας στη ζημιά του. Ένας όμως ευθύνεται για συντρέχουσα αμέλεια εαν ώφειλε εύλογα να είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε να ζημιωθεί αν δεν ενεργούσε όπως ένας λογικός άνθρωπος. Ένας ενάγοντας όμως δεν είναι συνήθως υπόχρεως να προβλέψει ότι ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να είναι αμελές εκτός αν η πείρα δείχνει μια συγκεκριμένη αμέλεια να είναι συνηθισμένη κάτω από τις περιστάσεις." Από τη μαρτυρία της Ενάγουσας προκύπτει ότι η τελευταία έλεγξε τον δρόμο μόνο προτού ξεκινήσει να διασταυρώνει. Η Ενάγουσα, όμως, όφειλε, κατά την κρίση μου, καθ' όλη τη διάρκεια της προσπάθειας της να διασταυρώσει το δρόμο να βεβαιώνεται ότι τούτο ήταν ασφαλές, ασκώντας τη δέουσα παρατηρητικότητα στο δρόμο και ελέγχοντας την τροχαία κίνηση. Στη μαρτυρία της δεν υποστήριξε ότι κατά τη διαδικασία της διασταύρωσης ή ακόμα και όταν έφθασε στο μέσο του δρόμου έλεγξε ξανά την τροχαία κίνηση. Αυτός προφανώς ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν αντιλήφθηκε καθόλου πριν τη σύγκρουση τη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Εναγόμενος. Η απουσία της πιο πάνω αναφερόμενης λογικής φροντίδας που όφειλε η Ενάγουσα να λάβει για τη δική της ασφάλεια συνέβαλε στη ζημιά που υπέστη. Στην υπόθεση Omer v. Pavlides and another
(1971)1 C.L.R 404, ο ενάγοντας στάθμευσε το αυτοκίνητο του σε ευθύ μέρος λεωφόρου πλάτους 26 ποδιών στη Λάρνακα και προσπαθούσε να διασταυρώσει πεζός βιαστικά από δεξιά προς αριστερά. Ο εναγόμενος, οδηγώντας το αυτοκίνητο του, τον κτύπησε τραυματίζοντας τον σοβαρά. Κατόπιν διαφωνίας μεταξύ των Δικαστών, ο εναγόμενος βρέθηκε 30% υπεύθυνος και ο ενάγοντας 70%. Το Εφετείο τροποποίησε τον καταμερισμό σε 60% για τον εναγόμενο και 40% για τον πεζό, συμφωνώντας με τη γνώμη του πρωτόδικου Δικαστή (Προέδρου) που δεν είχε επικρατήσει κατά τη διαφωνία. Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αντωνίου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1098, όχημα χτύπησε πεζή η οποία με γοργό βηματισμό άρχισε να διασταυρώνει κάθετα πολυσύχναστη λεωφόρο στη Λευκωσία. Οδηγός του οχήματος και πεζή δεν είδαν ο ένας τον άλλο παρά μόνο λίγα μέτρα ή λίγο χρόνο πριν να επισυμβεί το ατύχημα. Η πεζή είχε ήδη διασταυρώσει την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου και είχε διανύσει και το μισό πλάτος της δεύτερης. Ο επιμερισμός ευθύνης σε ποσοστό 70% σε βάρος του οδηγού του οχήματος και 30% σε βάρος της πεζής επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην προκείμενη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως επίσης και τη συμπεριφορά ενός εκάστου των εμπλεκομένων στο επίδικο δυστύχημα και καθοδηγούμενος από την προαναφερόμενη νομολογία κρίνω δίκαιο να επιμερίσω την ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος σε ποσοστό 70% σε βάρος του Εναγόμενου και 30% σε βάρος της Ενάγουσας. Σωματικές βλάβες - Γενικές Αποζημιώσεις Οι γενικές αποζημιώσεις συναρτώνται άμεσα με τον φυσικό πόνο, την ταλαιπωρία, την απώλεια των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής. Οι αρχές που διέπουν τον προσδιορισμό του ύψους των αποζημιώσεων έχουν πλέον αποκρυσταλλωθεί μέσα από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Παράγοντες οι οποίοι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό των γενικών αποζημιώσεων είναι, μεταξύ άλλων, η σοβαρότητα των τραυμάτων που υπέστη το πρόσωπο το οποίο διεκδικεί τις αποζημιώσεις, ο πόνος, η οδύνη, η ταλαιπωρία και η διάρκεια της δυσχέρειας (Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ 66). Στην υπόθεση Lankuttis v Νικόλα,
(2002)1B Α.Α.Δ. 1128, αναφέρονται και τα ακόλουθα για την σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που ως υποδείχθηκε και στην Μαυροπετρή (ανωτέρω), αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες ενός ανθρώπου: «Η πρόσφατη σταθερή νομολογία μας θέλει τις αποζημιώσεις για σωματική αναπηρία, φυσικό και ψυχικό πόνο να αυξάνονται εξελικτικά. Η τάση αυτή της νομολογίας δεν οφείλεται σε συναισθηματική απόκλιση προς τα θύματα. Βασίζεται στις πραγματικότητες της ζωής. Τα Δικαστήρια έχουν επίγνωση της υψηλής αξίας που συνεχώς αποδίδεται από πολιτισμένες κοινωνίες στη σωματική ακεραιότητα και ψυχική υγεία του ατόμου μέλους της. Η πνευματική και σωματική υγεία συναποτελούν το προαπαιτούμενο στοιχείο για την καλή ποιότητα ζωής του ανθρώπου. Οι αποζημιώσεις, που εκφράζονται σε χρήμα αποσκοπούν όσο είναι δυνατό με το υλικό τους στοιχείο να προσφέρουν κάποια ποιότητα ζωής στο θύμα, επαναφέροντας την, όσο είναι δυνατό, στην προ του δυστυχήματος κατάσταση. Γι' αυτό και οι αποζημιώσεις πρέπει να αντικατοπτρίζουν την αγοραστική αξία του χρήματος ώστε να προσεγγίζεται η εύλογη αποκατάσταση ζημιάς.» Αποτελεί εμπεδωμένη αρχή ότι προηγούμενες αποφάσεις που αφορούν το ποσό των αποζημιώσεων μόνο ενδεικτική σημασία μπορεί να έχουν, αφού κάθε ειδική περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Δεν αποτελούν δηλαδή προηγούμενες επί του θέματος αποφάσεις δεσμευτικό προηγούμενο, αλλά παρέχουν απλά καθοδήγηση. Στην προκείμενη περίπτωση για σκοπούς καθοδήγησης έχω ανατρέξει στις υποθέσεις που αναφέρονται αμέσως πιο κάτω. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Πέτρου
(1991)1 Α.Α.Δ 1 η εφεσείουσα, ηλικίας 56 ετών κατά τον χρόνο του δυστυχήματος υπέστη σοβαρές σωματικές βλάβες οι οποίες έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή της. Συγκεκριμένα υπέστη πολλαπλά κατάγματα, μεταξύ των οποίων, κάταγμα λεκάνης και ενδοαρθρικό κάταγμα δεξιάς κοτύλης, νοσηλεύθηκε για περίοδο δυόμιση περίπου μηνών και παρέμειναν μόνιμα κατάλοιπα όπως περιορισμός της λειτουργικότητας της δεξιάς άκρας χειρός και περιορισμός της κινητικότητας του δεξιού ισχύου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε ως εύλογη αποζημίωση για πόνο και ταλαιπωρία το ποσό των Λ.Κ.4.000, το οποίο αυξήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε Λ.Κ.5.000. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1997)1Α Α.Α.Δ 396, η εφεσίβλητη ηλικίας 44 ετών υπέστη οίδημα της κρανιοοιγνιακής χώρας, εκδορές αντιβραχίου και άκρας χειρός, θλαστικό τραύμα άκρου ποδός ραχιαίας επιφάνειας με διατομή του εκτείνοντος τένοντος του μεγάλου δακτύλου και κάταγμα της λεκάνης. Κάτω από γενική νάρκωση έγινε καθαρισμός του τραύματος του άκρου ποδός, συρραφή του εκτείνοντος τένοντος του μεγάλου δακτύλου και ακινητοποίηση δια γύψου. Η εφεσίβλητη παρέμεινε στο Νοσοκομείο για περίοδο δύο εβδομάδων και παρακολουθείτο μετά για περίοδο τεσσάρων μηνών ως εξωτερικός ασθενής. Ως μόνιμα κατάλοιπα του τραυματισμού της περιγράφονται η υπαισθησία της ραχιαίας επιφάνειας του αριστερού άκρου ποδός με περιοδικό οίδημα στην περιοχή αυτή, δυσκινησία των δακτύλων και ουλές στην περιοχή του τραύματος. Τα συμπτώματα αυτά επιδεινώνονται μετά από μακρά ορθοστασία ή βάδισμα. Για μακρύ χρονικό διάστημα η εφεσίβλητη υπέφερε από περιοδική κεφαλαλγία και ίλιγγο, συμπτώματα μετατραυματικού υποκειμενικού συνδρόμου. Επιδικάσθηκαν ως γενικές αποζημιώσεις πρωτόδικα Λ.Κ.20.000 στο οποίο περιλαμβανόταν και ένα μικρό μέρος για τον κίνδυνο απώλειας μελλοντικών εισοδημάτων. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως έκδηλα υπερβολικό το προαναφερόμενο ποσό και το περιόρισε σε Λ.Κ.10.000. Περαιτέρω, στην Ανδρέου ν. Οικονομίδη
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1501, η εφεσείουσα ηλικίας 75 ετών, υπέστη κάταγμα του αριστερού άνω και κάτω ηβοϊσχιακού κλάδου της λεκάνης, λοξό κάταγμα του αυχένα της αριστερής περόνης, διάστρεμμα της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κακώσεις της κεφαλής και εγκεφαλική διάσειση καθώς και διάστρεμμα του αυχένα και εκχυμώσεις στο στήθος. Το αριστερό κάτω άκρο ακινητοποιήθηκε σε γύψινο επίδεσμο για περίοδο δύο μηνών. Παρέμεινε στο νοσοκομείο για μία εβδομάδα και ακολούθως σε ιδιωτική κλινική για δύο περίπου εβδομάδες. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως έκδηλα ανεπαρκές το ποσό των Λ.Κ.4.000 και αύξησε το ποσό των αποζημιώσεων για τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη η εφεσείουσα σε Λ.Κ.6.
- Σε όλες τις υποθέσεις που έχουν παρατεθεί πιο πάνω οι τραυματισμοί ήταν πιο σοβαροί σε σύγκριση με αυτούς που υπέστη η Ενάγουσα. Πρόκειται ωστόσο για υποθέσεις από τις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση, αφού προβεί στις αναγκαίες προσαρμογές, καθώς σε αυτές περιλαμβάνονται και τραυματισμοί που είναι παρόμοιοι με αυτούς που υπέστη η Ενάγουσα. Σημειώνω επίσης ότι δεν παραβλέπω ότι παρήλθε σημαντικό χρονικό διάστημα από τις προαναφερόμενες υποθέσεις μέχρι και σήμερα, γεγονός το οποίο θα προσμετρηθεί στον υπολογισμό της αγοραστικής αξίας του χρήματος. Εν προκειμένω, όπως ήδη αναφέρθηκε στην παράθεση των ευρημάτων, η Ενάγουσα, ηλικίας 22 ετών κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, υπέστη αμετατόπιστο κάταγμα του αριστερού ισχιακού κλάδου της λεκάνης, εκδορές αριστερού αντιβραχίου, αριστερού γόνατος και αριστερής κνήμης. Χρειάστηκε να νοσηλευθεί εννέα συνολικά ημέρες (δύο ημέρες στο Γ.Ν. Πάφου και επτά ημέρες στο «Ιπποκράτειο») και παρέμεινε στο κρεβάτι για περίοδο δύο με τριών εβδομάδων λαμβάνοντας αναλγητικά φάρμακα. Υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπείες και ο χρόνος επούλωσης του κατάγματος που υπέστη ήταν διάρκειας έξι εβδομάδων. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι δεν παρέμειναν στην Ενάγουσα οποιαδήποτε λειτουργικά κατάλοιπα, χωρίς να παραγνωρίζω ότι υπάρχει η πιθανότητα μετά από ορθοστασία και παρατεταμένη φόρτιση του αριστερού κάτω άκρου να παρατηρηθούν ενοχλήσεις. Σημειώνω ωστόσο ότι, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, η ικανότητα της προς εργασία δεν επηρεάστηκε. Αυτό προκύπτει και από τη δέσμη Τεκμηρίου 25 σύμφωνα με την οποία είναι εγγεγραμμένη στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων από τον Ιούνιο του 2010, ενώ από τον Νοέμβριο του 2011 μέχρι και σήμερα (με εξαίρεση ορισμένες μικρές χρονικές περιόδους) εργάζεται ανελλιπώς. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα επαγγέλματα με τα οποία ασχολήθηκε και ασχολείται μέχρι σήμερα εντάσσονται, σύμφωνα με τη δέσμη Τεκμηρίου 25, στις κατηγορίες καθαριστών σε γραφεία, ξενοδοχεία και εργοστάσια, καμαριέρες ξενοδοχείων, καθαριστές και βοηθοί κουζίνας και σερβιτόροι. Πρόκειται δηλαδή για τις ίδιες κατηγορίες επαγγέλματος με εκείνο που ανέφερε ότι ασκούσε κατά τον χρόνο του δυστυχήματος. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας στην αγόρευση της εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να επιδικαστεί το ποσό των €40.000 ως γενικές αποζημιώσεις, χωρίς ωστόσο να παραπέμπει σε νομολογία με παρόμοια τραύματα προς υποστήριξη της εισήγησης της. Κατά την κρίση μου το εν λόγω ποσό είναι υπερβολικό για τα τραύματα και την εν γένει ταλαιπωρία που υπέστη η Ενάγουσα. Συνεκτιμώντας επομένως όλα όσα έχουν εκτεθεί πιο πάνω, θεωρώ ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη η Ενάγουσα το ποσό των €11.000 επί πλήρους ευθύνης. Ειδικές αποζημιώσεις Η Ενάγουσα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες ειδικών ζημιών που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, διεκδικεί το ποσό των €12978,80 ως ειδικές αποζημιώσεις. Στο εν λόγω ποσό περιλαμβάνεται και η αξίωση για απώλεια απολαβών για περίοδο επτά μηνών εκ ποσού €7.000, η οποία όμως με σχετική δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας δεν διεκδικείται. Συνεπώς οι ειδικές αποζημιώσεις περιορίζονται στα ιατρικά έξοδα που υπέστη η Ενάγουσα, συνολικού ποσού €5.893,80, και στο ποσό που κατέβαλε για την εξασφάλιση της αστυνομικής έκθεσης εκ ποσού €85,
- Είναι καλά γνωστό ότι η απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Εναπόκειται δε στον Ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά και τα οποία έχει προηγουμένως συμπεριλάβει στο δικόγραφό του. Οι ζημιές δεν είναι αρκετό να προβάλλονται στα δικόγραφα. Πρέπει να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Όπως αναφέρθηκε στην αγγλική υπόθεση Bonham - Carter v. Hyde Park Hotel
(1948)64 T.L.R. 177 από το Λόρδο Goddard: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages is for them to proof their damage; it is not enough to write down the particulars, and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages" They have to prove it.» Αποτελεί επίσης καθιερωμένη νομολογιακή αρχή ότι το θύμα της αμέλειας μπορεί να ανακτήσει όλα τα έξοδα που λογικά υπέστη για την αποθεραπεία του, νοουμένου ότι ενεργεί κατόπιν ιατρικής συμβουλής (Μιχαηλίδης ν. Κακουλλή κ.α
(1992)1Α Α.Α.Δ 674). H Ενάγουσα κατέθεσε σε σχέση με τα ιατρικά έξοδα που υπέστη και δεν αμφισβητήθηκε επ' αυτών. Συγκεκριμένα κατέθεσε ως Τεκμήρια 3 και 4 αποδείξεις είσπραξης σε σχέση με τα ποσά των €190,96 και €47,84 αντίστοιχα που αφορούν το Γ.Ν. Πάφου. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 το τιμολόγιο της κλινικής για το συνολικό ποσό των €5.612,
- Σε σχέση με το τελευταίο αυτό ποσό κατέθεσε και ο ΜΕ5 στον οποίο κατά την αντεξέταση του τέθηκαν ερωτήσεις σε σχέση με ποσά που περιλαμβάνονται στο τιμολόγιο - Τεκμήριο 7, χωρίς ωστόσο να αμφισβητηθεί ότι παρασχέθηκαν στην Ενάγουσα οι υπηρεσίες που περιγράφονται σε αυτό. Το εν λόγω Τεκμήριο σχολιάστηκε και από τον ΜΥ1 ο οποίος, πέραν της γενικής παρατήρησης ότι θα ανέμενε από την κλινική να εκδώσει τιμολόγιο σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρείχε αποκλειστικά η ίδια και τον κάθε ιατρό που παρείχε υπηρεσίες να εκδώσει ξεχωριστό τιμολόγιο, αναφέρθηκε συγκεκριμένα στις χρεώσεις για την χορήγηση ορρών, την τοποθέτηση καθετήρα και αυχενικού κολάρου υποστηρίζοντας ότι δεν ήταν απαραίτητες. Σημειώνεται ότι η υπεράσπιση και δη ο ΜΥ1 δεν αμφισβήτησε το εύλογο των δαπανών που καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Κακουλλή κ.α (ανωτέρω) ειπώθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τα έξοδα αποθεραπείας τα οποία μπορούν να ανακτηθούν (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): "Το θύμα της αμέλειας μπορεί να ανακτήσει όλα τα έξοδα που λογικά υπέστη για την αποθεραπεία του. Φτάνει να μην ενεργήσει χωρίς ιατρική συμβουλή. Αυτή την άποψη υποστηρίζει η απόφαση του Λόρδου Patrick στην Rubens v. Walker
(1946)S.C. 215,216: "In a former and very similar case - Buntine v. Caledonia Stevedoring Co., June 15 1944, unreported - 1 followed the dictum of Lord Collins in Clippens Oil Co., 1907 S.C. (H.L.) 9 at p. 14, where he said: "The wrongdoer is not entitled to criticise the course honestly taken by the injured person on the advice of his experts, even though it should appear by the light of after events that another course might have saved loss. The loss he has to pay for is that which has actually followed under such circumstances upon his wrong." See also per Lord Dunedin in S.S. Baron Vernon, 1928 S.C. (H.L.) 21 at p. 28. I said then, and see no reason to modify the statement, that this passage must surely apply where a pursuer is reduced by a defender's fault to a state in which medical diagnosis of his condition is difficult and fraught with the chance of error. The pursuer is entitled to act on the advice of his experts, and the defender must pay the costs of that acting... ... In my opinion it is a reasonable and probable consequence of a wrongdoer's breach of duty that a person hurt will incur expense in following the treatment prescribed by reputable experts employed by him to cure him. Each case must be decided on its own merits. The result might be very different if the injured person acted on the advice of a quack, or if, considering all the advice he had received, no reasonable person would have taken the course he did."" Περαιτέρω στην υπόθεση Φιλίππου κ.α ν. Παναγή κ.α
(2000)1Β Α.Α.Δ 1275, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την υποχρέωση τoυ θύματος για μετριασμό της ζημιάς του αναφορικά με ιατρικά έξοδα: «Η υποχρέωση του θύματος του αστικού αδικήματος προς μετριασμό της ζημίας δεν ευρίσκει έρεισμα στον τομέα της ιατρικής δαπάνης, στο βαθμό και έκταση που ανευρίσκει σε άλλους τομείς. Αυτό προκύπτει από τη θεώρηση της νομολογίας, ως προς την ανάκτηση ιατρικών εξόδων, από το McGregor on Damages, Fifteenth Edition, βλ. παράγραφο 1497 κ.ε. Όπως αναφέρεται στον Ogus - The Law of Damages, 1973, p. 174, η υποχρέωση του θύματος αστικού αδικήματος προς μετριασμό της ζημίας δεν τυγχάνει, όπως διαφαίνεται από τη νομολογία, αυστηρής εφαρμογής, σε σχέση με τις επιλογές για την αντιμετώπιση των κακώσεων που το θύμα υφίσταται. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο πάσχων γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλο τις συνέπειες των κακώσεων στην υγεία του. Δεύτερο, το θύμα δικαιούται να αναζητήσει το καλύτερο δυνατό για την αποκατάσταση της υγείας του. Το θέμα δεν είναι η επιδιόρθωση αντικειμένου, αλλά η αποκατάσταση της υγείας του ανθρώπου και ό,τι αυτή συνεπάγεται για τον άνθρωπο.» Με εξαίρεση τα ποσά στα οποία θα αναφερθώ στην αμέσως επόμενη παράγραφο, θεωρώ ότι η Ενάγουσα δικαιούται στην επιδίκαση των ποσών που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο
- Επισημαίνεται ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι η Ενάγουσα επιβαρύνθηκε τα εν λόγω ποσά. Πρόκειται δε για λογικά έξοδα τα οποία υπέστη η Ενάγουσα ακολουθώντας ιατρική συμβουλή. Το ότι ο ΜΥ1 θα ενεργούσε με διαφορετικό τρόπο σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσδιόρισε και αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν καθιστά τις εν λόγω υπηρεσίες και τα ποσά που αντιστοιχούν σε αυτές ως παράλογες. Τα μοναδικά ποσά που αναφέρονται στο Τεκμήριο 7 τα οποία, κατά την κρίση μου, δεν δικαιούται να ανακτήσει η Ενάγουσα είναι τα ποσά των €28,00 και €150,00 που αφορούν το αυχενικό κολάρο και την αμοιβή του γυναικολόγου περιλαμβανομένης της έκδοσης του πιστοποιητικού του αντίστοιχα. Αυτό διότι η τοποθέτηση του αυχενικού κολάρου και η παραπομπή της Ενάγουσας σε γυναικολόγο προέκυψε από τη λανθασμένη διάγνωση του ΜΕ5 περί ευθειασμού της αυχενικής μοίρας αφενός και διάστασης της ηβικής σύμφυσης αφετέρου. Η διάγνωση των προαναφερόμενων κακώσεων, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, γίνεται μέσω της ακτινολογικής απεικόνισης του αυχένα και της λεκάνης και με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου οι εν λόγω διαγνώσεις δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε αντικειμενική δυσκολία. Ούτε από την άλλη πρόκειται για διαγνώσεις οι οποίες εξαρτώνται από την υποκειμενική κρίση του εκάστοτε ιατρού και συνεπώς εμπεριέχουν σε σημαντικό βαθμό την πιθανότητα λάθους. Τόσο η διάγνωση του ευθειασμού της αυχενικής μοίρας, όσο και η διάσταση της ηβικής σύμφυσης έχουν εξ αντικειμένου ελάχιστα περιθώρια λάθους και ως εκ τούτου θεωρώ ότι θα ήταν άδικο για τον Εναγόμενο να επιβαρυνθεί τη λανθασμένη διάγνωση του ΜΕ5 (βλ. τον κανόνα της Rubens v. Walker που υιοθετήθηκε στη Μιχαηλίδης ν. Κακουλλή ανωτέρω). Ειδικότερα όσον αφορά τη διάσταση της ηβικής σύμφυσης σημειώνω ότι δεν παρουσιάστηκε το ιατρικό πιστοποιητικό του γυναικολόγου που εξέτασε την Ενάγουσα, ούτε και κλήθηκε ο τελευταίος να δώσει μαρτυρία. Όσον αφορά τώρα το ποσό των €85,00 που επιβαρύνθηκε η Ενάγουσα για την εξασφάλιση της αστυνομικής έκθεσης δηλώθηκε ως παραδεκτό από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου στις 28.09.
- Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι για το συγκεκριμένο κονδύλι παρουσιάστηκε τόσο η απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο 1), όσο και η ίδια η αστυνομική έκθεση (Τεκμήριο 2) η οποία χρησιμοποιήθηκε για την απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας (Harmsworth v. Salamis Glory κ.α
(2003)ΙΓ Α.Α.Δ 1617). Συνεπώς το συνολικό ποσό που δικαιούται η Ενάγουσα ως ειδικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης ανέρχεται στις €5.757,
- Τόκος Η Ενάγουσα με την Έκθεση Απαίτησης διεκδικεί νόμιμο τόκο από την ημερομηνία επέλευσης του επίδικου δυστυχήματος, ήτοι από τις 22.09.
- Στην υπόθεση Φοινικαρίδης κ.α ν. Γεωργίου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Κωνσταντινίδης, ανέφερε, ότι όσον αφορά το θέμα της επιδίκασης τόκου υιοθετήθηκε η μέθοδος της επιδίκασης τόκου πάνω στο συνολικό ποσό των γενικών αποζημιώσεων από την ημέρα κατά την οποία ο εναγόμενος θα έπρεπε να είχε πληρώσει την αποζημίωση, αλλά δεν το έπραξε, δεδομένου, ότι είναι μόνο από την ημέρα εκείνη που μπορεί να λεχθεί, ότι ο ενάγων στερήθηκε τα χρήματα αυτά. Ο χρόνος αυτός θα μπορούσε να είναι η ημέρα κατά την οποία επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Γίνεται ακόμα αναφορά στην ημέρα κατά την οποία καταχωρήθηκε η αγωγή, εφόσον και εκείνη την ημερομηνία θα μπορούσε να λεχθεί, ότι ο ενάγων στερήθηκε το ποσό της αποζημίωσης. Η ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων, που δεν θα κατέτασσαν μια υπόθεση στην κατηγορία των συνηθισμένων υποθέσεων, μπορούν να ληφθούν υπόψη και ενδεχομένως να οδηγήσουν σε κάποια διαφορετική προσέγγιση. Επισημαίνεται, ότι σε όλες τις περιπτώσεις είναι δυνατό να διαδραματίσει ρόλο ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε μια αγωγή προς εκδίκαση και ότι στις περιπτώσεις που παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθησή της θα ήταν λανθασμένο να επιδικάζεται τόκος χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η καθυστέρηση αυτή. Ο λόγος είναι ότι για όσο χρόνο διαρκεί η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ο διάδικος στερείται τα χρήματα στα οποία δικαιούται από δικό του σφάλμα (βλ. Birkett v. Hayes and Another
(1982)2 All E.R. 710 (C.A.)). Εν προκειμένω το επίδικο δυστύχημα έλαβε χώρα στις 22.09.09, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 24.08.11 και η Έκθεση Απαίτησης στις 29.11.
- Υπήρξε επομένως καθυστέρηση 23 περίπου μηνών από την επέλευση του επίδικου συμβάντος μέχρι την καταχώρηση της αγωγής για την οποία δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση από μέρους της Ενάγουσας. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το τελευταίο ιατρικό πιστοποιητικό του θεράποντος ιατρού της Ενάγουσας φέρει ημερομηνία 21.10.10 - Τεκμήριο
- Από τα πιο πάνω αναφερόμενα προκύπτει ότι η Ενάγουσα ευθύνεται για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Στην υπόθεση Daria v. Βλαβή
(2012)1Β Α.Α.Δ 1111 λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς την επιδίκαση τόκου: «Επομένως εκεί όπου παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής, ο ενάγων θα πρέπει να στερείται των χρημάτων στα οποία δικαιούται, από την άποψη βέβαια της επιδίκασης τόκου επ' αυτών, εφόσον η καθυστέρηση προέρχεται από δικό του σφάλμα.» Συνεπώς θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως ο τόκος επιδικαστεί από τις 24.08.11, ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Τα προαναφερόμενα ισχύουν για τις γενικές αποζημιώσεις, καθώς για τις ειδικές αποζημιώσεις, πέραν του ποσού των €238,80 που αφορούν το Γ.Ν. Πάφου (Τεκμήρια 3 και 4) και το ποσό των €85,00 (Τεκμήριο 1) που αφορά την αστυνομική έκθεση, το μεγαλύτερο ποσό εκ €5.434,00 (Τεκμήριο 7) δεν έχει πληρωθεί από την Ενάγουσα, αλλά εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο. Θεωρώ επομένως ορθό, ενόψει του ότι το ποσό που πληρώθηκε είναι συγκριτικά πολύ μικρό σε σχέση με αυτό που δεν πληρώθηκε, και προς αποφυγή κατακερματισμού των τόκων επί των ειδικών αποζημιώσεων, όπως επιδικαστεί νόμιμος τόκος από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης επί του συνολικού ποσού των ειδικών αποζημιώσεων. Επισημαίνεται ότι από τη μαρτυρία του ΜΕ5 δεν προκύπτει ότι διεκδικούνται τόκοι επί του ποσού του τιμολογίου - Τεκμήριο 7. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω και έχοντας υπόψη μου ότι και η Ενάγουσα φέρει ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα, η οποία καθορίστηκε σε ποσοστό 30%, εκδίδεται απόφαση υπέρ της και εναντίον του Εναγόμενου ως ακολούθως: Για το ποσό των €7.700 ως γενικές αποζημιώσεις πλέον το εκάστοτε νόμιμο επιτόκιο επί του εν λόγω ποσού από τις 24.08.11 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των €4.030,46 ως ειδικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Περαιτέρω, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............................................. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Τροχαίο-συντρέχουσα αμέλεια-γενικές και ειδικές αποζημιώσεις