← Κύπρος

Hellenic Bank Public Company Limited ν. Michael Keith Gleiwitz κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2940/2014, 6/4/2017

Hellenic Bank Public Company Limited ν. Michael Keith Gleiwitz κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2940/2014, 6/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 2940/2014 Μεταξύ :- Hellenic Bank Public Company Limited Ενάγουσα Και

  1. Michael Keith Gleiwitz
  2. Christine Ann Gleiwitz
  3. Michael James Langhorne
  4. Karen Paul Langhorne
  5. Paschalis Holdings Construction Limited Εναγόμενοι Αίτηση Ημερομηνίας 6/5/2016 Ημερομηνία Έκδοσης της Απόφασης :- Δευτέρα 24η Απριλίου 2017 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Έλισα Θεοδώρου για Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία Για τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 - Αιτητές :- κα. Μαρία Πιερή για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης και Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Μαρία Πιερή Ενδιάμεση Απόφαση 1 Αιτούνται οι εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι») την έκδοση διατάγματος τροποποίησης σκοπός του οποίου ουσιαστικά είναι η προσθήκη ανταπαίτησης στην έκθεση υπεράσπισης τους. Η καθ΄ ης η αίτηση ενάγουσα καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση με 15 λόγους ένστασης[1]. Υποστηρίζεται η αίτηση από ένορκη δήλωση δικηγόρου και η ένσταση από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της ενάγουσας. Περιορίστηκαν οι δικηγόροι των διαδίκων σε υιοθέτηση γραπτών αγορεύσεων προς προώθηση των θέσεων τους υπέρ και εναντίον της αποδοχής της αίτησης από το Δικαστήριο. 2 Αναφορικά με τη χρονική πτυχή της αγωγής εναντίον των εναγόμενων με έμφαση κυρίως μέχρι την καταχώριση της αίτησης υπό εξέταση και της ένστασης της ενάγουσας, υπενθυμίζονται τα ακόλουθα. Καταχωρίσθηκε η αγωγή στις 23/12/2014, επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα αυτής στην εναγόμενη 5 στις 7/1/2015 (η οποία καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 26/1/2015) και μετά από εξασφάλιση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στις 20/1/2015 η αγωγή προφανώς επιδόθηκε στους εναγόμενους καθότι αυτοί στις 4/6/2015 καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Στη συνέχεια, μετά και από καταχώριση αίτησης για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης έκθεσης υπεράσπισης, καταχωρίσθηκε από τους δικηγόρους των εναγόμενων έκθεση υπεράσπισης στις 13/1/2016 και απάντηση από την ενάγουσα στις 22/1/
  6. Μετά και από σχετικό αίτημα ορισμού η αγωγή ορίσθηκε γι΄ ακρόαση στις 8/6/2016, όπως είχε ορισθεί και για την εναγόμενη
  7. Μετά και από την καταχώριση αιτήσεων για αποκάλυψη εγγράφων τόσο από τους εναγόμενους (στις 29/2/2016) όσο και από την ενάγουσα (στις 4/4/2016) εκδόθηκαν στις 19/4/2016 διατάγματα αποκάλυψης από το Δικαστήριο με προθεσμία συμμόρφωσης 60 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαταγμάτων. Εντός αυτής της προθεσμίας, δηλαδή στις 6/5/2016, καταχωρίσθηκε η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση, η οποία ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση από τον Πρωτοκολλητή στις 24/5/2016, ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε χρόνος από την ενάγουσα έτσι ώστε να τοποθετηθεί σχετικά με το αίτημα τροποποίησης. Αξίζει να σημειωθεί πως η αίτηση επιδόθηκε στους δικηγόρους της ενάγουσας την ίδια ημερομηνία κατά την οποία αυτή καταχωρίσθηκε, δηλαδή στις 6/5/
  8. Ορίστηκε τότε η αίτηση για οδηγίες στις 8/6/2016 (δηλαδή κατά την ίδια ημερομηνία στην οποία η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση η οποία αναβλήθηκε για τις 9/3/2017). Κατά την ημερομηνία αυτή ζητήθηκε χρόνος από τους δικηγόρους της ενάγουσας για καταχώριση ένστασης στην αίτηση. Αξίζει απλά να σημειωθεί, σε σχέση με την πορεία πιθανής εκδίκασης της αγωγής, πως στις 9/3/2017 η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε για τις 17/1/
  9. Ορίστηκε η αίτηση τροποποίησης και πάλι για οδηγίες στις 12/10/2016 με προθεσμία καταχώρισης ένστασης μέχρι και τις 5/10/
  10. Η ένσταση της ενάγουσας καταχωρίσθηκε στις 4/10/
  11. Στις 12/10/2016 η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 23/11/2016 και στη συνέχεια και πάλι για ακρόαση (δηλαδή, για διευκρινίσεις) στις 30/11/2016 κατά την οποία ημερομηνία επιφυλάχθηκε αυτή η απόφαση. 3 Το Δικαστήριο έχει παραθέσει πιο πάνω τα χρονικά δεδομένα τα οποία θεωρεί ως σχετικά με το αίτημα υπό εξέταση καθότι βεβαίως η ενάγουσα θέτει και ως βάση σε συγκεκριμένους λόγους ένστασης τόσο την καθυστέρηση από τους εναγόμενους για την καταχώριση της αίτησης τους όσο και την πρόκληση καθυστέρησης η οποία προκύπτει από το γεγονός της καταχώρισης αυτής της αίτησης. 4 Η νομική πτυχή του θέματος υπό εξέταση έχει αναλυθεί κατ΄ επανάληψη σε αποφάσεις τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και πρωτόδικων Δικαστηρίων. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα προχωρήσει απευθείας στην εξέταση των λόγων ένστασης με πρόθεση αναφοράς στη νομική πτυχή αυτών μόνο σε περιπτώσεις όπου αυτό κρίνεται χρήσιμο προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης. 5 Παρατηρείται γενικά, δηλαδή όχι μόνο στην περίπτωση υπό εξέταση αλλά και σε άλλες παρόμοιες, η προβολή λόγων ένστασης οι οποίοι να είναι πραγματικά τόσο γενικοί και αόριστοι έτσι ώστε να απολλύεται το οποιοδήποτε συγκεκριμένο νόημα σε σχέση με αυτούς και η εντύπωση η οποία να δημιουργείται να είναι αυτή της προβολής τους χάριν και μόνο της προβολής τους. Ενδεχομένως σε μία αναποτελεσματική πραγματικά προσπάθεια αύξησης όχι τόσο του αριθμού των λόγων ένστασης - αν και αυτό συνήθως προκύπτει ως επακόλουθο - αλλά της εμβέλειας αυτών θυσιάζοντας ταυτόχρονα τη δικονομικά αναμενόμενη στοχευμένη ευκρίνεια αυτών των λόγων ένστασης. Προσπάθεια η οποία επιτείνεται επίσης γενικότερα σε αρκετούς από τους λόγους ένστασης με τη χρήση παράλληλα συζευκτικών και διαζευκτικών συνδέσμων (και/ή) και η οποία εντελώς ανεπίτρεπτα αντιγράφεται και εντός της ένορκης δήλωσης, το περιεχόμενο της οποίας συνήθως αποτελεί και το κύριο μέρος, αν όχι και το σύνολο, της μαρτυρίας προς υποστήριξη της ένστασης. 6 Παράδειγμα γενικού και αόριστου λόγου ένστασης, σε σχέση με την ένσταση στην αίτηση υπό εξέταση, είναι ο λόγος ένστασης (α), σύμφωνα με τον οποίο η αίτηση «...είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου». Πραγματικά το Δικαστήριο διερωτάται, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τόσο τη μαρτυρία όσο και την επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της ένστασης, με ποιο σκεπτικό θα ήταν δυνατό να κριθεί η αίτηση υπό εξέταση έτσι ώστε να οδηγηθεί σε συμπέρασμα πως ισχύουν τα όσα αναφέρονται στο συγκεκριμένο λόγο ένστασης. Οι εναγόμενοι έχουν ακολουθήσει μία διαδικασία αναγνωρισμένη τόσο από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας όσο και από τη νομολογία μας. Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης κρίνεται εντελώς αβάσιμος και ως εκ τούτου απορρίπτεται από το Δικαστήριο. 7 Παρόμοιας φύσης κρίνεται και ο λόγος ένστασης (β) ως προς το ότι η καταχώριση της αίτησης «...προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court)». Πόρρω απέχει πραγματικά η αίτηση υπό εξέταση από οποιαδήποτε άλλη διαδικασία αναγνωρισμένη από τη νομολογία μας ως συνιστούσα είτε περιφρόνηση του Δικαστηρίου είτε κατάχρηση της διαδικασίας. Όπως, παραδείγματος χάριν, σε περίπτωση πολλαπλότητας των διαδικασιών για επίτευξη όμοιων στόχων που μπορούν να επιδιωχθούν με μια διαδικασία (βλ. σχετικά την απόφαση Διευθυντής των Φυλακών ν. Αναφορικά με την αίτηση του Τζεννάρο Περρέλα για την έκδοση εντάλματος της φύσεως Habeas Corpus

(1995)1 Α. Α. Δ. 217). Επιπλέον, διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο πως οι εναγόμενοι έχουν περιφρονήσει το Δικαστήριο με την καταχώριση της αίτησης τους. Συνεπώς και αυτός ο λόγος ένστασης κρίνεται εντελώς αβάσιμος και απορρίπτεται από το Δικαστήριο. 8 Στη συνέχεια το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της καθυστέρησης τόσο ως προς την ύπαρξη της όσο και ως προς την πρόκληση της, όπως αυτό εγείρεται από τους λόγους ένστασης (γ), (δ), (ε), (θ) και (ι). Βεβαίως ο λόγος ένστασης (ι) εμπεριέχει και άλλα στοιχεία τα οποία εξετάζονται σε άλλο σημείο της απόφασης. Δηλαδή, διευκρινίζεται απλά πως το Δικαστήριο επικεντρώνεται σε αυτό το μέρος της απόφασης σε εξέταση του στοιχείου της καθυστέρησης, είτε υπό την έννοια της ύπαρξης είτε της πρόκλησης της, καθότι όπως και στην περίπτωση του λόγου ένστασης (ι) θα μπορούσε να θεωρηθεί η ύπαρξη σύνδεσης του στοιχείου αυτού και με άλλους σχετικούς παράγοντες, όπως, παραδείγματος χάριν, της ύπαρξης κακοπιστίας στο αίτημα των εναγόμενων. 9 Βεβαίως ως προς τη χρονική πτυχή γενικά της αίτησης τροποποίησης εντός του χρονικού πλαισίου της αγωγής το Δικαστήριο υπενθυμίζει τα όσα αναφέρονται σχετικά πιο πάνω στην παράγραφο 2 αυτής της απόφασης. 10 Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (γ) υπάρχει «...υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) [sic] στην υποβολή της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται η τροποποίηση της Υπεράσπισης των Εναγομένων ... αναφορικά με στοιχεία και/ή γεγονότα και/ή αξιούμενα ποσά τα οποία είναι γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους Εναγόμενους ... από το 2014 ήτοι από την ημερομηνία την οποία καταχωρήθηκε και προωθήθηκε η παρούσα Αγωγή εναντίον των Εναγομένων ... και/ή πολύ προγενέστερα της καταχώρησης της υπό κρίση Αγωγής ... και/ή από την ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση». 11 Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο θεωρεί ως αβάσιμη τη σύνδεση του θέματος της καθυστέρησης με τα χρονικά σημεία είτε της καταχώρισης της αγωγής ή ακόμη και προγενέστερα αυτής της καταχώρισης καθότι βεβαίως μέχρι και τη διαμόρφωση της απαίτησης της ενάγουσας με την έκθεση απαίτησης της αλλά και την επίδοση της αγωγής ασφαλώς οι εναγόμενοι δεν είχαν γνώση ακριβώς της διατύπωσης της αξίωσης η οποία προβαλλόταν εναντίον τους έτσι ώστε να ήταν σε θέση να δώσουν τις ανάλογες οδηγίες προς τους δικηγόρους τους. Σε σχέση με το χρονικό σημείο καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης αυτό το οποίο παρατηρείται είναι πως αυτή δεν απέχει παρά μόνο περίπου 4 μήνες προ της ημερομηνίας καταχώρισης της αίτησης υπό εξέταση. Πως θα ήταν δυνατό πραγματικά, διατηρώντας υπόψη το χρονικό αυτό διάστημα να συμφωνήσει το Δικαστήριο με τη θέση ότι υπάρχει «...υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση...» σε σχέση με την καταχώριση της αίτησης υπό εξέταση; Βάσει των προαναφερόμενων δεδομένων ούτε ακόμη και ιδιαίτερη καθυστέρηση είναι δυνατό να διαπιστωθεί πως υπήρχε στη συγκεκριμένη περίπτωση. 12 Επιπλέον, το Δικαστήριο πραγματικά δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη του πως οι εναγόμενοι σε σχέση με τον τρόπο τουλάχιστον προβολής της υπεράσπισης τους βασίζονται και σε νομική συμβουλή από τους δικηγόρους τους, μέρος της οποίας όπως προκύπτει και από την καταχώριση της αίτησης υπό εξέταση είναι και η έγερση ανταπαίτησης. Πραγματικά έχοντας υπόψη τα όσα εγείρονται εντός του λόγου ένστασης (γ) αυτός δεν είναι δυνατό να κριθεί ως βάσιμος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. 13 Βεβαίως, επί του ιδίου θέματος ουσιαστικά, αλλά με ξεχωριστό λόγο ένστασης (λόγος ένστασης (δ)) η θέση της ενάγουσας είναι πως η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης τροποποίησης «...δεν δικαιολογεί την καθυστέρηση από την 13/1/2016 οπόταν και καταχωρήθηκε η υπεράσπιση ... μέχρι και την 6/5/2016 οπόταν και καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση τροποποίησης». 14 Αυτό το οποίο αναφέρει σχετικά η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης είναι πως κατά την μελέτη του φακέλου για την προετοιμασία της ακρόασης διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής και λόγω αβλεψίας δεν καταχωρήθηκε η ανταπαίτηση με την οποία οι εναγόμενοι αξιώνουν σειρά δηλώσεων και διαταγμάτων καθώς και αποζημιώσεις επειδή θεωρούν ότι η επίδικη συμφωνία δανείου είναι παράνομη και συνεπώς άκυρη. 15 Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο με την απόρριψη του λόγου ένστασης (γ) δεν δέχεται ως βάσιμη τη θέση όχι μόνο πως όντως υπήρξε «...υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση...» αλλά ακόμη και η οποιαδήποτε ιδιαίτερη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης τροποποίησης από την ημερομηνία καταχώρισης του δικογράφου του οποίου επιδιώκεται η τροποποίησης. Επιπλέον, πραγματικά το Δικαστήριο δεν εντοπίζει οποιοδήποτε λόγο βάσει είτε της μαρτυρίας είτε της επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της ένστασης έτσι ώστε να συμφωνήσει με τη θέση πως η ενόρκως δηλούσα δεν δικαιολογεί αυτό το χρονικό διάστημα. Σαφώς αναφέρεται στους παράγοντες οι οποίοι οδήγησαν σε παράλειψη των δικηγόρων των εναγόμενων να προσθέσουν και ανταπαίτηση εναντίον της ενάγουσας στο δικόγραφο της υπεράσπισης. 16 Παράγοντες οι οποίοι γίνονται δεκτοί από το Δικαστήριο ως υπαρκτοί όχι μόνο βάσει και του ισχυρισμού της ενόρκως δηλούσας αλλά διατηρώντας υπόψη και το ίδιο το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης σύμφωνα με το οποίο η έγερση ανταπαίτησης θεωρείται και από το Δικαστήριο ως λογική απόρροια και φυσικό δικονομικό επακόλουθο. Έχοντας δηλαδή υπόψη τη φύση και ουσία των ισχυρισμών εντός αυτής αναφορικά με την κατ΄ ισχυρισμό ακυρότητα και παρανομία της επίδικης συμφωνίας δανείου. 17 Μάλιστα έχοντας υπόψη αυτό το περιεχόμενο, τα όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα ως προς την ύπαρξη αβλεψίας και παράλειψη εκ παραδρομής της προσθήκης ανταπαίτησης κρίνονται ως αξιόπιστα από το Δικαστήριο αναφορικά τόσο με την χρονική διαφορά μεταξύ της καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης και της καταχώρισης της αίτησης τροποποίησης όσο και για την ύπαρξη αναγκαιότητας καταχώρισης της συγκεκριμένης αίτησης. Συνεπώς και ο λόγος ένστασης (δ) απορρίπτεται από το Δικαστήριο ως αβάσιμος. 18 Αναφορικά με τον λόγο ένστασης (ε) ως προς το ότι οι «...αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αφορούν διόρθωση της Υπεράσπισης των Εναγομένων ... και δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους και/ή αβλεψίας εκ μέρους των Αιτητών, αλλά προσπάθεια διάσωσης λαθών και παραλείψεων στην Υπεράσπιση και επιπρόσθετα προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας Αγωγής ειδικότερα με την προσπάθεια προσθήκης Ανταπαίτησης», διατηρώντας υπόψη τόσο τα όσα αναφέρονται τόσο πιο πάνω όσο και πιο κάτω εντός αυτής της απόφασης, κρίνεται πως ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί έτσι ώστε να γίνει δεκτός από το Δικαστήριο. 19 Αποδέχεται δηλαδή το Δικαστήριο τα όσα σχετικά αναφέρει η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης προς τεκμηρίωση του στοιχείου της καλοπιστίας ως προς την υποβολή του αιτήματος των εναγόμενων. Αναφορικά δε με την εισήγηση ως προς την ύπαρξη προσπάθειας διάσωσης λαθών και παραλείψεων στην έκθεση υπεράσπισης - αν και εάν όντως αυτός ήταν ο λόγος καταχώρισης της αίτησης τότε αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη και για αυτό το λόγο - όπως εύκολα διαπιστώνεται από το Δικαστήριο οι εναγόμενοι δεν επιδιώκουν καν την οποιαδήποτε τροποποίηση εντός του κειμένου της έκθεσης υπεράσπισης. Αυτό το οποίο αιτούνται είναι την προσθήκη ανταπαίτησης στην υπεράσπιση τους. Συνεπώς δεν μπορεί να γίνεται λόγος για προσπάθεια διάσωσης λαθών και παραλείψεων στην υπεράσπιση. 20 Η παράλειψη, η οποία γίνεται παραδεκτή από τους δικηγόρους των εναγόμενων, είναι αυτή της προσθήκης ανταπαίτησης στην υπεράσπιση η οποία και προέκυψε λόγω λάθους και αβλεψίας των ιδίων. Ούτε και είναι δυνατό να στοιχειοθετείται «...επιπρόσθετα προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας Αγωγής ειδικότερα με την προσπάθεια προσθήκης Ανταπαίτησης» σε σχέση με μία αγωγή της οποίας η ακρόαση δεν έχει καν ακόμη αρχίσει και διατηρώντας παράλληλα υπόψη τα όσα αναφέρονται εντός αυτής της απόφασης αναφορικά με τη δυνατότητα έναρξης τέτοιας ακρόασης στο εγγύς μέλλον και ουσιαστικά πριν από το χρονικό διάστημα το οποίο, υπό τις περιστάσεις, θα χρειαζόταν τόσο σε σχέση με την εξέταση του αιτήματος τροποποίησης αλλά ακόμη και σε σχέση με την εφαρμογή ενός διατάγματος τροποποίησης σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης. Ως εκ τούτου και ο λόγος ένστασης (ε) απορρίπτεται από το Δικαστήριο. 21 Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (θ) η αίτηση «...έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει και/ή δυσχεραίνει και/ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία και/ή κατά συνέπεια να παρεμποδίσει τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση και να καθυστερήσει την εκδίκαση της». Βεβαίως, έχοντας υπόψη τα δεδομένα της αγωγής όπως αυτά είναι δυνατό εύκολα να διαπιστωθούν από το περιεχόμενο του φακέλου της, η πραγματικότητα είναι πως ο προγραμματισμός της αγωγής για ακρόαση δεν έχει επηρεαστεί καθόλου εξαιτίας της καταχώρισης της αίτησης τροποποίησης. Υπενθυμίζεται απλά πως όχι μόνο δεν έχει παρεμποδιστεί ο ορισμός της αγωγής για ακρόαση αλλά ο λόγος για τη μη έναρξη τέτοιας ακρόασης είναι έλλειψη χρόνου του Δικαστηρίου τόσο στις 8/6/2016 όσο και στις 9/3/2017 δηλαδή σε αμφότερες τις ημερομηνίες κατά τις οποίες η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση μετά και από την καταχώριση της αίτησης τροποποίησης. 22 Μάλιστα δυστυχώς εξαιτίας και του βαρύτατου φόρτου μεγάλου αριθμού αγωγών οι οποίες εκκρεμούν προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου και της υποστελέχωσης του Δικαστηρίου, ακόμη και η νέα ημερομηνία ορισμού της ακρόασης στις 17/1/2018 ελάχιστη και πάλι προοπτική θα έχει έτσι ώστε να υπάρχει όντως χρόνος για έναρξη της ακρόασης της αγωγής. 23 Συνεπώς, όσο και να προβάλλεται ως λόγος ένστασης ο οποιοσδήποτε αποκλειστικός κατ΄ ισχυρισμό σκοπός των εναγόμενων πρόκλησης καθυστέρησης ή εκτροχιασμού ή δυσχέρειας ή επιβράδυνσης της διαδικασίας ή παρεμπόδισης ορισμού της αγωγής για ακρόαση, η πραγματικότητα δυστυχώς είναι η εξής. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεδομένα η καταχώριση, εκδίκαση, αλλά ακόμη και η καθυστέρηση στην έκδοση αυτής της απόφασης, καθόλου δεν έχει επηρεάσει ή ενδέχεται να επηρεάσει τη διαδικασία εκδίκασης της αγωγής. Ούτε όμως και είναι δυνατό να συμφωνήσει το Δικαστήριο με την εντελώς αστήρικτη, από άποψης πραγματικής πτυχής, θέση ότι σκοπός των εναγόμενων ως προς την καταχώριση της αίτησης είναι αυτός τον οποίο η ενάγουσα επικαλείται με το συγκεκριμένο λόγο ένστασης ο οποίος συνεπώς επίσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται από το Δικαστήριο. Πραγματικά δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη καν οποιασδήποτε ένδειξης ή πρόθεσης των εναγόμενων ως προς την επίτευξη ή διεκδίκηση των όσων καταλογίζονται σε αυτούς με τον λόγο ένστασης (θ). 24 Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης (ι) οι εναγόμενοι «...δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων τροποποίησης στο παρόν στάδιο της διαδικασίας[2], η παρούσα Αίτηση δεν υποβάλλεται καλόπιστα και δεν αποσκοπεί στην διόρθωση και την ορθή δικογράφηση της Υπεράσπισης των Εναγομένων ... αλλά έχει ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας Αγωγής». 25 Βεβαίως το Δικαστήριο ουσιαστικά έχει διαπιστώσει ότι οι εναγόμενοι σύμφωνα με τα όσα αναφέρει σχετικά η ενόρκως δηλούσα στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της δικαιολογούν το χρονικό σημείο καταχώρισης της αίτησης τους. Επιπλέον, σε συνδυασμό και με τα όσα αναφέρονται επίσης στις παραγράφους 6 και 7 της ένορκης δήλωσης, ως προς το ότι είναι αναγκαία η αιτούμενη τροποποίηση έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους εναγόμενους να παρουσιάσουν τα πραγματικά γεγονότα - σύμφωνα βεβαίως με τους δικούς τους ισχυρισμούς - και να προστατεύσουν τα δικαιώματα τους, πραγματικά δεν διαπιστώνεται να απουσιάζει το στοιχείο της καλοπιστίας από το αίτημα των εναγόμενων. Ούτε ότι αυτό το αίτημα δεν αποσκοπεί στη διόρθωση και ορθή διατύπωση της έκθεσης υπεράσπισης τους. 26 Όπως παρατηρείται και πιο πάνω το ίδιο το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης, ως αυτό έχει σήμερα, αναδεικνύει επαρκώς από μόνο του την όλη απαραίτητη βάση προς προβολή της ανταπαίτησης την οποία οι εναγόμενοι επιδιώκουν να προσθέσουν στην υπεράσπιση τους. Επιπλέον, η ύπαρξη του στοιχείου της καλοπιστίας στο αίτημα των εναγόμενων ενισχύεται και από την αποδοχή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστης της εκδοχής της ενόρκως δηλούσας ως προς το πως προέκυψε η διαπίστωση της αναγκαιότητας για τροποποίηση του δικογράφου των εναγόμενων. Ούτε πραγματικά και είναι δυνατό, σύμφωνα και με τα όσα επίσης αναφέρονται πιο πάνω, να γίνει δεκτή η θέση της ενάγουσας πως η αίτηση έχει «...ως μοναδικό σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας Αγωγής». 27 Όπως αναφέρεται και σε σχετική επί του θέματος νομολογία αποτελεί θεμελιακή αρχή πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών με εξαίρεση μόνο εκείνων των περιπτώσεων όπου η αιτούμενη τροποποίηση είναι δυνατό να κριθεί πως θα επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όταν η κακή πιστή του αιτητή είναι εμφανής (βλ. σχετικά την απόφαση Χρίστου ν. Αζά
(1992)1Α Α. Α. Δ. 704, 707). 28 Επιπλέον, δεν είναι δυνατό να αγνοηθεί η σημασία του γεγονότος ότι η αίτηση τροποποίησης καταχωρίσθηκε πριν από την έναρξη της ακρόασης της αγωγής. Ή ακόμη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πριν ακόμη και από την προοπτική έναρξης αυτής της ακρόασης. Συνεπώς, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο από μία τέτοια έναρξη ενώ ασφαλώς δεν είναι δυνατό καν να θεωρηθεί πως θα προκύψει εκτροχιασμός της δίκης και ότι με αυτό τον τρόπο θα προκληθεί οποιαδήποτε βλάβη στα δικαιώματα της ενάγουσας (βλ. σχετικά την Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. κ. ά.
(1989)1Ε Α. Α. Δ. 33). 29 Κρίνεται πως ούτε και ο λόγος ένστασης (ι) είναι δυνατό να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Ως εκ τούτου και αυτός απορρίπτεται ενώ αναπόφευκτα στο βαθμό στον οποίο εγείρονται παρόμοια θέματα και σε οποιοδήποτε άλλο λόγο ένστασης τα οποία έχουν σχέση με τα όσα έχουν εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά την εξέταση των λόγων ένστασης οι οποίοι έχουν σχέση με το θέμα της καθυστέρησης διατηρούνται υπόψη του Δικαστηρίου και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω. 30 Παραδείγματος χάριν, αναφορικά με τον λόγο ένστασης (στ) έχοντας υπόψη πως όπως το Δικαστήριο διαπιστώνει η αιτούμενη προσθήκη ανταπαίτησης συνάδει σε επαρκώς ικανοποιητικό βαθμό με το περιεχόμενο της ήδη υπάρχουσας έκθεσης υπεράσπισης ασφαλώς και δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτό πως με την αίτηση «...επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης ως προς την υπεράσπιση...». Συνεπώς, ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης γίνεται δεκτός από το Δικαστήριο. 31 Με το ίδιο σκεπτικό δεν γίνεται δεκτός και ο λόγος ένστασης (ζ) τόσο ως προς το ότι οι «...αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αντινομικές και/ή δεν θα πρέπει να επιτραπούν καθότι αποτελούν προϊόν δευτέρας σκέψεως των Εναγομένων, καθ΄ότι οι Εναγόμενοι ... με τις αιτούμενες τροποποιήσεις εισαγάγουν νέα επίδικα θέματα τα οποία τροποποιούν παντελώς την υφιστάμενη Υπεράσπιση των...» όσο και ως κατ΄ επέκταση ότι προκύπτει, εξαιτίας του πρώτου μέρους του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, «...γεγονός που αποτελεί κατάφωρη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the court) αλλά και σοβαρή καταπάτηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας». 32 Πραγματικά δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη οποιασδήποτε αντινομίας είτε μεταξύ των ίδιων των αιτούμενων τροποποιήσεων είτε με την ήδη υπάρχουσα έκθεση υπεράσπισης ή ότι αυτές θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως προϊόν δεύτερης σκέψης των εναγόμενων καθότι επιδιώκεται με αυτές η εισαγωγή νέων επίδικων θεμάτων με τα οποία θα τροποποιείται παντελώς η υφιστάμενη υπεράσπιση τους. 33 Παραγνωρίζεται από αυτό τον λόγο ένστασης πως ουσιαστικά δεν προστίθεται οτιδήποτε εντός του κειμένου της έκθεσης υπεράσπισης, το οποίο παραμένει το ίδιο, αλλά σε σχέση με το οποίο προστίθεται και ανταπαίτηση η οποία όπως διαπιστώνεται από το Δικαστήριο βασίζεται στο ήδη υπάρχον περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης. 34 Ως προς το ότι η δικονομική αυτή ενέργεια των εναγόμενων είναι δυνατό να συνιστά «...κατάφωρη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου...» το Δικαστήριο ήδη έχει τοποθετηθεί σχετικά πιο πάνω. Τονίζεται και πάλι πως η καταχώρηση αίτησης τροποποίησης αποτελεί μία καθόλα θεμιτή δικονομική ενέργεια των εναγόμενων η οποία βεβαίως υπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς την έγκριση της ή μη, δίχως όμως παράλληλα στη συγκεκριμένη περίπτωση να διαπιστώνεται με οποιοδήποτε τρόπο να προκύπτει η οποιαδήποτε κατάχρηση από την καταχώριση της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 35 Ως προς τη θέση αναφορικά με το ότι η αιτούμενη τροποποίηση συνιστά και σοβαρή καταπάτηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας πραγματικά το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί είτε από τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί είτε την επιχειρηματολογία η οποία έχει προταθεί προς υποστήριξη της ένστασης ότι όντως προκύπτει «...σοβαρή καταπάτηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας». 36 Όπως έχει κατ΄ επανάληψη αναφερθεί στη νομολογία μας τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών ενώ εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. σχετικά τη σελίδα 14 στην απόφαση Anna Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α. Ε.
(1999)1Α Α. Α. Δ. 11 στην οποία υπάρχει αναφορά και στην απόφαση Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1Α Α. Α. Δ. 704 αλλά και στην απόφαση Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. κ. ά., βλ. πιο πάνω). 37 Το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί από τα όσα έχουν προταθεί προς υποστήριξη της ένστασης ως προς την ύπαρξη καν του τρόπου με τον οποίο προκαλείται σοβαρή καταπάτηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Ενώ παράλληλα διαπιστώνει πως έγκριση του αιτήματος τροποποίησης όχι μόνο θα οδηγήσει σε προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των εναγόμενων και της ενάγουσας αλλά και στην αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Καθώς με την προσθήκη ανταπαίτησης στην υπεράσπιση των εναγόμενων ουσιαστικά αποφεύγεται η αναγκαιότητα έγερσης ξεχωριστής αγωγής από τους εναγόμενους εναντίον της ενάγουσας προς διεκδίκηση των θεραπειών τις οποίες επιδιώκουν να διεκδικήσουν μέσω της προσθήκης ανταπαίτησης στην υπεράσπιση τους εάν το αίτημα τους εγκριθεί. Επομένως, ούτε και ο λόγος ένστασης (ζ) γίνεται δεκτός από το Δικαστήριο. 38 Διατηρώντας υπόψη τα όσα ήδη αναφέρονται πιο πάνω εντός αυτής της απόφασης ασφαλώς ούτε και ο λόγος ένστασης (η) γίνεται δεκτός από το Δικαστήριο. Ως προς το ότι δηλαδή δεν «...υπάρχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων της υφιστάμενης Υπεράσπισης». 39 Ούτε βεβαίως και είναι δυνατό, βάσει και του όλου σκεπτικού του, όπως αυτό παρατίθεται πιο πάνω, να συμφωνήσει το Δικαστήριο με τη θέση η οποία προβάλλεται εντός του λόγου ένστασης (κ) ως προς το ότι δηλαδή τα «...δικονομικά και ουσιαστικά δικαιώματα των Εναγομένων ... στα πλαίσια της συνεχιζόμενης διαδικασίας δεν επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο από την απόρριψη της αίτησης τους». Αντιθέτως, το Δικαστήριο κρίνει πως απόρριψη της αίτησης ασφαλώς και θα επηρεάσει τόσο τα ουσιαστικά όσο και δικονομικά τα δικαιώματα των εναγόμενων σε σχέση όχι μόνο απλά με την προβολή της υπεράσπισης τους αλλά παράλληλα με την αποτελεσματική προβολή αυτής και με τη διεκδίκηση ανάλογων θεραπειών με την έγερση της ανταξίωσης τους εναντίον της ενάγουσας βάσει της ήδη υφιστάμενης υπεράσπισης τους. Υπενθυμίζεται σχετικά η θεμελιακή αρχή σε περιπτώσεις εξέτασης αίτησης τροποποίησης η οποία αναφέρεται πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο 27 αυτής της απόφασης). 40 Αναφορικά με τον λόγο ένστασης (κ.1) (βλ. σχετικά την υποσημείωση 1 ) απορρίπτεται ως αβάσιμη η θέση πως ο στόχος των εναγόμενων «...είναι η εισαγωγή νέας βάσης Υπεράσπισης η οποία μάλιστα υπό το φως των ισχυρισμών που προβάλλονται στηρίζεται σε γεγονότα και σχέσεις που αφορούν κυρίως τις συμβατικές και/ή άλλες σχέσεις και διαφορές μεταξύ των Εναγομένων». Υπενθυμίζεται και πάλι πως με την αίτηση τους οι εναγόμενοι δεν επιδιώκουν την τροποποίηση της υπεράσπισης τους αλλά την προσθήκη ανταπαίτησης βάσει της ήδη υπάρχουσας έκθεσης υπεράσπισης. Συνεπώς, είναι πραγματικά αλλά και δικονομικά αδύνατο να κριθεί ορθή η θέση ως προς την οποιαδήποτε προσπάθεια εισαγωγής νέας βάσης υπεράσπισης, εφόσον η βάση υπεράσπισης των εναγόμενων δεν αλλοιώνεται καθόλου. Η δε εισήγηση ως προς το ότι η εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης στηρίζεται σε γεγονότα και σχέσεις τα οποία ή οι οποίες συνδέονται κυρίως με τις συμβατικές ή άλλες σχέσεις και διαφορές μεταξύ των εναγόμενων, πραγματικά δεν έχει επεξηγηθεί καθόλου με αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης περίπτωσης είτε με προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη και οποιασδήποτε συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας επί του θέματος. 41 Αναφορικά με τον λόγο ένστασης (λ), διατηρώντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται σχετικά πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη θέση ότι οι «...αιτούμενες τροποποιήσεις δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπούν υπό τις περιστάσεις». Ούτε και έχει πεισθεί το Δικαστήριο πως δεν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς έγκριση της αίτησης καθότι σύμφωνα και με τον λόγο ένστασης (μ) τα «...αιτούμενα Διατάγματα θα επιφέρουν τέτοια βλάβη στην Ενάγουσα ... που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθεί με έξοδα καθ΄ ότι επηρεάζονται αρνητικά τα δικαιώματα της...». Πραγματικά δεν διαπιστώνεται, διατηρώντας υπόψη τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση, πώς τα δικαιώματα της ενάγουσας επηρεάζονται αρνητικά σε βαθμό στον οποίο να μην παρέχεται η δυνατότητα αποζημίωσης της με την επιδίκαση εξόδων υπέρ της σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης. Όπως αναφέρεται και στην απόφαση Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. κ. ά. (βλ. πιο πάνω) τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. 42 Τέλος, με τον λόγο ένστασης (α.1) (βλ. σχετικά την υποσημείωση 1 ) προβάλλεται η θέση πως η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης «...γίνεται από Δικηγόρο χωρίς να αποδεικνύεται η εξουσιοδότηση του προσώπου αυτού από τους Εναγόμενους ...» και συνεπώς «...όλοι οι ισχυρισμοί οι οποίοι αποτελούν την μαρτυρία των Εναγομένων ... προς υποστήριξη της παρούσας Αίτησης δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη». 43 Κατ΄ αρχάς, εξετάζοντας τα σχετικά στοιχεία αναφορικά με αυτή τη θέση, το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του πως οι ισχυρισμοί από τους οποίους αποτελείται η μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης έχουν σχέση κυρίως με το δικονομικό χειρισμό της προβολής της υπεράσπισης των εναγόμενων με προσθήκη σε αυτή και ανταπαίτησης η οποία όπως διαπιστώνεται από το Δικαστήριο συνάδει σε ικανοποιητικό βαθμό και με το περιεχόμενο της ήδη υπάρχουσας έκθεσης υπεράσπισης. Μάλιστα βασικός ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται από την ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη του αιτήματος τροποποίησης έχει σχέση με παράλειψη των ίδιων των δικηγόρων των εναγόμενων παρά σε σχέση με οποιαδήποτε ενέργεια των εναγόμενων. Όπως σχετικά αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, κατά τη μελέτη του φακέλου της αγωγής για προετοιμασία πριν την ακρόαση της αγωγής «...διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής και λόγω αβλεψίας δεν καταχωρήθηκε η Ανταπαίτηση των Εναγομένων...». 44 Βεβαίως αναφέρει επίσης η ενόρκως δηλούσα πως ορκίζεται στην ένορκη δήλωση της υπό την ιδιότητα της ως δικηγόρος η οποία εργάζεται στο γραφείο ενός εκ των δικηγόρων των εναγόμενων από πληροφορίες τις οποίες έλαβε από αυτούς ως πελάτες. Έχοντας υπόψη αυτά τα στοιχεία το Δικαστήριο δεν θα συμφωνήσει με τη θέση πως δεν αποδεικνύεται η εξουσιοδότηση της ενόρκως δηλούσα ως δικηγόρος από τους εναγόμενους έτσι ώστε να είχε προβεί στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. 45 Ουσιαστικά με το συγκεκριμένο λόγο ένστασης θα μπορούσε να δημιουργηθεί ακόμη και η εντύπωση αμφισβήτησης της εξουσιοδότησης των δικηγόρων των εναγόμενων να τους εκπροσωπούν γενικότερα. Εντούτοις δεν είναι αυτή η θέση η οποία προβάλλεται με τον λόγο ένστασης (α.1). 46 Συνεπώς, εφόσον γίνεται αποδεκτό, όπως φαίνεται και στο φάκελο της αγωγής με την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των εναγόμενων από τους δικηγόρους τους, πως οι δικηγόροι των εναγόμενων όντως τους εκπροσωπούν και διατηρώντας υπόψη και το δεδομένο πως οι εναγόμενοι βρίσκονται στο εξωτερικό - και για αυτό το λόγο δόθηκε και άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας - δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου να είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση πως «...όλοι οι ισχυρισμοί οι οποίοι αποτελούν την μαρτυρία των Εναγομένων ... προς υποστήριξη της παρούσας Αίτησης δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη» καθότι η ενόρκως δηλούσα δεν έχει αποδείξει την ύπαρξη εξουσιοδότησης να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Έστω και εάν όντως δεν αναφέρεται ρητά στην ύπαρξη αυτής της εξουσιοδότησης εντός της ένορκης δήλωσης της. Η εξουσιοδότηση της συνάγεται από τα προαναφερόμενα δεδομένα. 47 Συνεπώς, έχοντας υπόψη και τη δικονομική ουσιαστικά φύση της μαρτυρίας αλλά και την εξουσιοδότηση της ενόρκως δηλούσας ως δικηγόρος η οποία εξυπακούεται από το γεγονός ότι εργάζεται στο γραφείο ενός εκ των δικηγόρων των εναγόμενων και ο λόγος ένστασης (α.1) κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται. 48 Έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα πως η διακριτική του ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί προς όφελος των εναγόμενων με την έγκριση της αίτησης τροποποίησης. 49 Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η αίτηση παράγραφος Α
(1),
(2)και
(3). Τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την ημερομηνία σύνταξης του διατάγματος τροποποίησης ενώ τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης στη διεύθυνση επίδοσης της ενάγουσας της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. 50 Όπως αναφέρεται και πιο πάνω η αγωγή ήδη έχει οριστεί για ακρόαση στις 17/1/2018 τόσο σε σχέση με τους εναγόμενους όσο και την εναγόμενη 5. Συνεπώς, δεν θα δοθεί άλλη ημερομηνία από το Δικαστήριο στο μεσοδιάστημα. 51 Όπως έχει καθιερωθεί με σχετική νομολογία επί του θέματος η επιδίκαση των εξόδων σε αιτήσεις τροποποίησης αποτελεί ουσιαστικά θεραπεία προς τον καθ΄ ου η αίτηση παρά και το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης. 52 Ως εκ τούτου τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα τα οποία θα προκύψουν από την έγκριση της επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος των εναγόμενων 1, 2, 3 και 4 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση της αγωγής ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της. 53 Τέλος, θεωρώ πως θα ήταν παράλειψη μου να μην εκφράσω τη λύπη μου ως προς την καθυστέρηση σε σχέση με την έκδοση αυτής της απόφασης και η οποία βεβαίως δεν οφείλεται είτε στο χειρισμό της υπόθεσης από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων είτε στη δυσκολία του ερωτήματος το οποίο τέθηκε προς απάντηση από το Δικαστήριο αλλά στο φόρτο εργασίας του Δικαστηρίου επί καθημερινής βάσης και στον αριθμό και άλλων επιφυλαγμένων αποφάσεων με ανάλογη χρονική προτεραιότητα ως προς την έκδοση τους είτε συνήθως έχοντας ως βασικό κριτήριο την ημερομηνία επιφύλαξης τους είτε διαφορετικά σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις εξαιτίας της επείγουσας φύσης της διαδικασίας βάσει της οποίας αυτές προέκυψαν και των οποίων επιφυλαγμένων αποφάσεων είτε η έκδοση εξακολουθεί να εκκρεμεί είτε έχει κατ΄ εξαίρεση προηγηθεί της έκδοσης της απόφασης σε αυτή την αίτηση παρά και τη μεταγενέστερη ημερομηνία επιφύλαξης των. ___________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/Interim Judgments Αναφορά :- Πολιτική Δικονομία - Αίτηση Τροποποίησης [1] Παρατηρείται απλά πως αν και ο αριθμός των λόγων ένστασης είναι 15 σε δύο περιπτώσεις δεν έχει χρησιμοποιηθεί ένδειξη της αλφαβητικής σειράς των λόγων ένστασης δηλαδή μεταξύ των λόγων ένστασης (α) και (β) ως επίσης και μεταξύ των λόγων ένστασης (κ) και (λ). Προς διευκρίνιση των αναφορών εντός αυτή της απόφασης ο λόγος ένστασης μεταξύ των λόγων ένστασης (α) και (β) θα αναφέρεται ως ο λόγος ένστασης (α.1) και ο λόγος ένστασης μεταξύ των λόγων ένστασης (κ) και (λ) θα αναφέρεται ως ο λόγος ένστασης (κ.1). [2] Ο τονισμός των γραμμάτων σε οποιοδήποτε σημείο αυτής της απόφασης γίνεται από το ίδιο το Δικαστήριο.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.