Μιχαήλ Σπύρου ν. Ανδρούλλας Γ. Διογένους κ.α., Αρ. Αγωγής: 1649/16, 24/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: M. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1649/16 Μεταξύ: Μιχαήλ Σπύρου Ενάγοντα και
- Ανδρούλλας Γ. Διογένους, από τον Κ. Πύργο, προσωπικά και ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Σπύρου, τέως από τον Κ. Πύργο
- Ανδρέα Μ. Μουχταρούδη Εναγομένων ---------------- Αίτηση ημερ. 22.11.2016 για παρεμπίπτον διάταγμα Ημερομηνία: 24.04.2017 Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Μιχαήλ Για τους Εναγομένους 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση: κα Χαραλάμπους για κ. Ευσταθίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο καταχωρήθηκε στις 22.11.2016 ο Ενάγων (στο εξής «ο Αιτητής») αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης 1 προσωπικά και ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Σπύρου (στο εξής «Καθ' ης η αίτηση») και του Εναγόμενου 2 την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία, μεταξύ άλλων, να ακυρώνεται η απόφαση που εκδόθηκε στις 11.02.2005 από το Ε.Δ. Πάφου στα πλαίσια της αγωγής 1087/04 διότι εκδόθηκε συνεπεία δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή συνωμοσίας των Εναγομένων στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω, αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι 258/300 ιδανικά μερίδια του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/4643, Αρ. Τεμαχ. 901, Φ/Σχ. 1836 Κάτω Πύργος, Λευκωσία (στο εξής «το ακίνητο») ανήκουν στον ίδιο. Επιπρόσθετα, αξιώνει γενικές και/ή ειδικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή συνωμοσίας. Ταυτόχρονα με την καταχώριση της παρούσας αγωγής καταχωρήθηκε μονομερώς η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο Αιτητής ζητά την έκδοση του ακόλουθου προσωρινού διατάγματος: «Παρεμπίπτον διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγόμενη αρ. 1, την πώληση, μεταβίβαση, επιβάρυνση ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποξένωση ή διαφορετικά διάθεση του ακινήτου αρ. εγγραφής 0/4643, αρ. τεμ.901, Φυλ./Σχεδ. 18/36, Κάτω Πύργος, Λευκωσία». H αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων ότι είναι αδελφός του αποβιώσαντος Γεώργιου Σπύρου (στο εξής «ο αποβιώσας») του οποίου σύζυγος και διαχειρίστρια της περιουσίας του είναι η Καθ' ης η αίτηση. Με την προαναφερόμενη ιδιότητα της η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε εναντίον του Εναγόμενου 2 την αγωγή με αριθμό 1087/04 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο Α της αίτησης) η οποία συμβιβάστηκε στις 11.02.
- Αντικείμενο της εν λόγω αγωγής ήταν το ακίνητο και συγκεκριμένα η αξίωση της Καθ' ης η αίτηση όπως ο Εναγόμενος 2 παύσει να επεμβαίνει σ' αυτό και όπως διαταχθεί η εγγραφή του επ' ονόματι του αποβιώσαντος. Το ακίνητο ήταν καταχωρημένο στο όνομα του Αντώνη Πρωτοπαπά, παππού του Αιτητή, ο οποίος απεβίωσε, όπως επίσης απεβίωσε και η σύζυγος του Αντώνη Πρωτοπαπά - γιαγιά του Αιτητή. Μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή 1087/04 Ε.Δ. Πάφου, εκδόθηκε τίτλος του ακινήτου το οποίο εγγράφηκε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του αποβιώσαντος. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η έκδοση της απόφασης, ως επίσης και η εγγραφή του ακινήτου στο όνομα του αποβιώσαντος, είναι πράξεις που επιτεύχθηκαν δόλια και κατόπιν ψευδών παραστάσεων και συνωμοσίας της Καθ' ης η αίτηση και του Εναγόμενου
- Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι ενώ τα προαναφερόμενα πρόσωπα γνώριζαν ότι ο αποβιώσας είχε δικαίωμα να εγγραφεί ιδιοκτήτης μόνον εξ αδιαιρέτου ιδανικών μεριδίων και ότι τα υπόλοιπα μερίδια του ακινήτου ανήκαν στους λοιπούς κληρονόμους του Αντώνη Πρωτοπαπά, εντούτοις προκάλεσαν την έκδοση της απόφασης. Πέραν των μεριδίων του ακινήτου που του ανήκουν ως κληρονόμου του Αντώνη Πρωτοπαπά, οι υπόλοιποι κατιόντες - κληρονόμοι του τελευταίου αποποιήθηκαν προς όφελος του τα μερίδια τους επί του ακινήτου υπογράφοντας σχετική δήλωση αποποίησης (Τεκμήριο Ε της αίτησης). Τέλος, ισχυρίζεται ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα καταστούν άνευ αντικειμένου οι θεραπείες που διεκδικεί σε σχέση με το ακίνητο, ενώ θα είναι ιδιαίτερα δύσκολη η είσπραξη αποζημιώσεων. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της υπό κρίση αίτησης και με τη σύμφωνη γνώμη των συνηγόρων του Αιτητή, έδωσε οδηγίες όπως καταστεί διά κλήσεως. Η Καθ' ης η αίτηση και ο Εναγόμενος 2 καταχώρισαν κοινή ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 30.01.2017 εγείροντας 12 συνολικά λόγους ένστασης (σημειώνεται ότι στην αρίθμηση των λόγων ένστασης περιλαμβάνεται δύο φορές ο αριθμός 5). Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν στις ακόλουθες κατηγορίες: · O Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής (λόγοι ένστασης 2 και 4). · Η Καθ' ης η αίτηση δεν φέρει πλέον την ιδιότητα της διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος και ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση απευθύνεται σε ανύπαρκτο πρόσωπο (λόγος ένστασης 1). · Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και/ή τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 (λόγοι ένστασης 7, 8 και 11). · Οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση είναι αναληθείς και/ή ο Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση (λόγοι ένστασης 5 και 6). · Η αίτηση έγινε για αλλότριους σκοπούς και/ή είναι καταχρηστική και/ή υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση (λόγοι ένστασης 5, 9 και 10). · Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται επί λανθασμένου εναρκτήριου δικονομικού μέσου (λόγος ένστασης 3). Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση η οποία αρνείται τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Η Καθ' ης η αίτηση επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι με βάση νομική συμβουλή που έχει λάβει η παρούσα αγωγή θα μπορούσε να καταχωρηθεί μόνο από τον διαχειριστή της περιουσίας του Αντώνη Πρωτοπαπά ο οποίος θεωρείται και ο προσωπικός αντιπρόσωπος του. Όσον αφορά τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος αναφέρει ότι καταχωρήθηκαν τελικοί λογαριασμοί το 2006 με αποτέλεσμα να έχει απωλέσει την ιδιότητα της διαχειρίστριας της περιουσίας του. Επιπρόσθετα, η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο αποβιώσας κατείχε το ακίνητο για περίοδο πέραν των 30 ετών χωρίς αυτό να διεκδικηθεί από κανένα εν δυνάμει κληρονόμο του Αντώνη Πρωτοπαπά. Συγκεκριμένα από το 1961, χρονολογία κατά την οποία απέθανε ο Αντώνης Πρωτοπαπάς, ο Αιτητής δεν έλαβε οποιαδήποτε δικαστικά διαβήματα για να εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου επ' ονόματι του πρώτου και 23 χρόνια μετά το θάνατο του αποβιώσαντος επιχειρεί να αμφισβητήσει για πρώτη φορά τη δική της κατοχή. Επίσης ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει πότε έλαβε γνώση των ισχυριζόμενων δόλιων και/ή παράνομων πράξεων και/ή της συνωμοσίας μεταξύ της ιδίας και του Εναγόμενου
- Τέλος, η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής παραλείπει να προσδιορίσει στην υπό κρίση αίτηση το κατ' ισχυρισμό δικό του εξ αδιαθέτου μερίδιο με αποτέλεσμα καταχρηστικά να ζητεί τη δέσμευση ολόκληρου του ακινήτου. Όπως αναφέρθηκε η ένσταση καταχωρήθηκε εκ μέρους τόσο της Καθ' ης η αίτηση, όσο και του Εναγόμενου
- Είναι ωστόσο εμφανές ότι αυτή αφορά την Καθ' ης η αίτηση, αφού στην ένορκη δήλωση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, ούτε και αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της πρώτης ότι εξουσιοδοτήθηκε από τον δεύτερο για να προβεί στην ένορκη δήλωση και για λογαριασμό του. Άλλωστε το αιτούμενο διάταγμα αφορά την Καθ' ης η αίτηση και δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τον Εναγόμενο
- Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση και η ένσταση θα αντιμετωπιστεί ως αφορούσα μόνον την Καθ' ης η αίτηση. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των γραπτών αγορεύσεών τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους. Έχουν μελετηθεί στο σύνολό τους οι γραπτές αγορεύσεις και αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου,Ν.14/60, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, (στο εξής ο «Νόμος») στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, καθώς και στη Δ.48 θ2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 32 του Νόμου έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά υποθέσεων [βλ. μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd ν. Petros I. Rossis
(1976)1. C.L.R. 38, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R 557, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσιολάκκη κ. ά. ν. Στυλιανίδης
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 282 κ. ά.]) όπου και καθορίστηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου είναι οι ακόλουθες τρεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο Αιτητής δικαιούται σε θεραπεία. (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 του Νόμου και αφορά την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα [Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557]. Η δεύτερη προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, έχει ερμηνευθεί ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια του άρθρου 32, απαιτεί από τον Αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό εξετάζει τη μαρτυρία, χωρίς ωστόσο να προχωρεί σε αξιολόγησή της, αφού το μόνο που απαιτείται είναι απλή πιθανότητα επιτυχίας. Ουσιαστικά, οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, υπό την έννοια ότι κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Για να αποδειχθούν οι τρεις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις ο Αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος [The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263]. Αφότου το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, προχωρεί στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Αναφορικά τώρα με τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6 σημειώνεται ότι τα κριτήρια που τίθενται με αυτά για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι παρόμοια με εκείνα του άρθρου 32 του Νόμου. Στην υπόθεση S.A. CONSTANTINOU LIMITED κ.α. ν. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD
(2009)1Α Α.Α.Δ. 754 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 4 του Κεφ. 6: «Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 είναι ευρύτερο του άρθρου 4 του Κεφ. 6 και εξυπακούεται ότι η εξέταση μιας αίτησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 λαμβάνει αυτόματα υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 6.» Στο άρθρο 5 του Κεφ.6, το κριτήριο της καλής βάσης αγωγής είναι παρόμοιο σε έννοια με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου. Στην υπόθεση Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1121 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι το άρθρο 5 του Κεφ. 6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου και τονίστηκε ότι το προαναφερόμενο άρθρο αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου. Συμπεράσματα Όπως αναφέρθηκε στην παράθεση των λόγων ένστασης, η Καθ' ης η αίτηση προβάλλει τη θέση ότι ο Αιτητής δεν έχει έννομο συμφέρον και/ή ενεργητική νομιμοποίηση για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Θεωρώ ορθό να ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με το συγκεκριμένο ζήτημα, καθώς ενδεχόμενη επιτυχία του θα έχει καταλυτικές συνέπειες στην υπό κρίση αίτηση. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση αναπτύσσοντας το προαναφερόμενο ζήτημα (λόγοι ένστασης 2 και 4) εισηγήθηκε ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Αυτό διότι ο Αιτητής, ως υπόβαθρο της αξίωσης του για την ακύρωση της απόφασης στην αγωγή με αρ.1087/04 Ε.Δ. Πάφου, επικαλείται κληρονομικό δικαίωμα επί της κληρονομιάς του Αντώνη Πρωτοπαπά. Η επίκληση όμως κληρονομικού δικαιώματος ή συμφέροντος δεν τον νομιμοποιεί στη διεκδίκηση, υπό την προσωπική του ιδιότητα, των αξιώσεων που προβάλλει με την παρούσα. Σύμφωνα με την κα. Χαραλάμπους το μοναδικό πρόσωπο που μπορεί να προβάλλει τέτοιες αξιώσεις είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του Αντώνη Πρωτοπαπά. Επί του συγκεκριμένου ζητήματος η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε ότι τόσο αυτό, όσο και άλλα ζητήματα που εγείρονται με την ένσταση, άπτονται της ουσίας της υπόθεσης και θα ήταν παρακινδυνευμένο για το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα στο παρόν στάδιο. Καταρχάς θα πρέπει να σημειώσω ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι το ακίνητο ήταν καταχωρημένο στο όνομα του Αντώνη Πρωτοπαπά, ο οποίος ήταν παππούς του Αιτητή και του αποβιώσαντος. Πέραν του προαναφερόμενου σημείου οι διάδικοι προβάλλουν διαφορετικές εκδοχές. Ο μεν Αιτητής ισχυρίζεται ότι, ως κληρονόμος του Αντώνη Πρωτοπαπά, είναι κύριος μεριδίων επί του ακινήτου λέγοντας μάλιστα ότι και άλλοι κληρονόμοι του Αντώνη Πρωτοπαπά αποποιήθηκαν προς όφελος του τα δικά τους μερίδια επί του ακινήτου (Τεκμήριο Ε της αίτησης). Από την άλλη, η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι από το 1961, χρονολογία κατά την οποία απέθανε ο Αντώνης Πρωτοπαπάς, ο αποβιώσας κατείχε το ακίνητο για περίοδο πέραν των 30 ετών χωρίς κανένας εκ των κληρονόμων του Αντώνη Πρωτοπαπά να διεκδικήσει οτιδήποτε. Επιπρόσθετα ο Αιτητής, από τον θάνατο του Αντώνη Πρωτοπαπά και έπειτα, δεν έλαβε οποιαδήποτε δικαστικά διαβήματα για να εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου επ' ονόματι του τελευταίου. Είναι, κατά την άποψη μου, φανερό, από όσα έχω παραθέσει συνοπτικά αμέσως πιο πάνω αλλά και από το σύνολο της ένορκης δήλωσης του Αιτητή, ότι το αγώγιμο δικαίωμα του για ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εκ συμφώνου στα πλαίσια της αγωγής με αρ.1087/04 Ε.Δ. Πάφου εδράζεται στον ισχυρισμό ότι το ακίνητο ήταν καταχωρημένο στο όνομα του Αντώνη Πρωτοπαπά του οποίου είναι κληρονόμος. Επομένως το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, νομιμοποιείται ο Αιτητής στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Η απάντηση στο προαναφερόμενο ερώτημα είναι, κατά την κρίση μου, αρνητική. Η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση, ότι δηλαδή το μόνο πρόσωπο που θα μπορούσε να εγείρει τις αξιώσεις που προβάλλει με την παρούσα αγωγή ο Αιτητής είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του Αντώνη Πρωτοπαπά, με βρίσκει σύμφωνο. Αυτό διότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, το ακίνητο ανήκει στην περιουσία του Αντώνη Πρωτοπαπά του οποίου, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Αιτητής είναι κληρονόμος. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ.189, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, η έννοια «κληρονομιά» σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία που κατείχετο από πρόσωπο που απέθανε. Είναι επομένως ξεκάθαρο, με βάση πάντοτε τους ισχυρισμούς του Αιτητή, ότι το ακίνητο ανήκει στην κληρονομιά του Αντώνη Πρωτοπαπά. Περαιτέρω, το άρθρο 29
(5)του Κεφ.189 προβλέπει κάτω από ποιες περιστάσεις κληρονόμοι μπορούν να εγείρουν αγωγή για την ανάκτηση περιουσίας που εκτίθεται στην απογραφή. Βασική προϋπόθεση για τη δυνατότητα έγερσης αγωγής από κληρονόμο είναι η προηγούμενη έκδοση πιστοποιητικού από τον Πρωτοκολλητή επικύρωσης διαθηκών στο οποίο κατονομάζονται οι κληρονόμοι του αποθανόντος (βλ. άρθρο 29
(1)-
(3)Κεφ.189). Εν προκειμένω δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι αφενός το ακίνητο περιλαμβάνεται στην απογραφή της περιουσίας του Αντώνη Πρωτοπαπά και ότι αφετέρου εκδόθηκε πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 29 του Κεφ.189, έτσι ώστε να νομιμοποιείται ο Αιτητής στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Στην απουσία επομένως των προϋποθέσεων του άρθρου 29, εφαρμογή έχει το άρθρο 34
(7)του Κεφ.189 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: "
(7)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 29, για τoυς σκoπoύς λήψης δικαστικoύ μέτρoυ δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ, καvέvα πρόσωπo δεv δύvαται vα αvτιπρoσωπεύει τηv κληρovoμιά απoθαvόvτoς πρoσώπoυ εκτός από τov πρoσωπικό αvτιπρόσωπo." Συνεπώς δικαστικά μέτρα θα μπορούσε να λάβει μόνο το πρόσωπο που αντιπροσωπεύει την κληρονομιά του Αντώνη Πρωτοπαπά, ήτοι ο διαχειριστής της περιουσίας του. Στην προκείμενη περίπτωση ο Αιτητής δεν ισχυρίζεται ότι εγείρει την αγωγή ως προσωπικός αντιπρόσωπος ή διαχειριστής της περιουσίας του Αντώνη Πρωτοπαπά, ούτε καν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τη διαχείριση ή τον διαχειριστή της περιουσίας του. Το μοναδικό έγγραφο που σχετίζεται με τους κληρονόμους του Αντώνη Πρωτοπαπά είναι το Τεκμήριο Ε της αίτησης το οποίο τιτλοφορείται ως «ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ». Το εν λόγω έγγραφο ωστόσο δεν αναιρεί τις πρόνοιες των άρθρων 29 και 34 του Κεφ.189 και σε κάθε περίπτωση δεν εξουσιοδοτεί τον Αιτητή στο να προχωρήσει στην καταχώρηση αγωγής. Επιπρόσθετα δεν φαίνεται να συνάδει με το άρθρο 51
(1)και
(2)του Κεφ.189 που ρυθμίζει τα της αποποίησης κληρονομιάς, αφού δεν καθορίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο περιήλθε στη γνώση των εν λόγω προσώπων το γεγονός ότι είναι κληρονόμοι του αποθανόντος, ούτε και προκύπτει ότι καταχωρήθηκε το εν λόγω έγγραφο στο Πρωτοκολλητείο. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή περιορίστηκε να αναφέρει σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα ότι αποτελεί θέμα ουσίας και θα ήταν παρακινδυνευμένο για το Δικαστήριο να το εξετάσει στο παρόν στάδιο. Αποτελεί εμπεδωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν επιλύει πολύπλοκα ζητήματα και δεν προχωρεί σε αξιολόγηση αντικρουόμενης μαρτυρίας ή σε βάθος εξέτασή της ή σε διατύπωση ευρημάτων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 του Νόμου [Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528 και Recnex Trading Ltd κ.α v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 71/11 ημερ.16.04.14]. Από την άλλη όμως, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εξετάσει κατά πόσο ο Αιτητής νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής αφού η εν λόγω νομιμοποίηση συναρτάται άμεσα με τα κριτήρια του άρθρου 32 του Νόμου. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης το θέμα της νομιμοποίησης του Αιτητή δεν συνιστά πολύπλοκο ζήτημα. Στην Αίτηση των IGOR ZHIGACHOV κ.α
(2013)1Α Α.Α.Δ 133 τονίστηκε ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Είναι θεμελιωμένο ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή, σε ουσιαστική θεραπεία. Ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει, από μόνο του, αγώγιμο δικαίωμα. Είναι απλά επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια αγωγής (Δέστε: την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fourie v. Le Roux [2007] 1 W.L.R. 320). Στην υπόθεση εκείνη έγινε ευρεία αναφορά σε προηγούμενη αγγλική νομολογία και ειδικά στην απόφαση The Siskina [1979] AC 210 (της οποίας το αποτέλεσμα ανατράπηκε με αγγλική νομοθετική παρέμβαση, αλλά δεν διαφοροποιεί το σκεπτικό της για σκοπούς της παρούσας απόφασης), στην οποίαν τονίστηκε ότι το δικαίωμα σε παρεμπίπτον διάταγμα δεν συνιστά (από μόνο του) αγώγιμο δικαίωμα, δεν υφίσταται από μόνο του, εξαρτάται από την ύπαρξη, ήδη υπάρχοντος, αγώγιμου δικαιώματος και είναι επικουρικό και παρεμφερές προς το, ήδη υπάρχον, αγώγιμο δικαίωμα. Ενόψει των προαναφερομένων και δεδομένου ότι οι εναγόμενοι-αιτητές στην αίτηση ημερ. 27.6.12, στην Αγωγή 2473/12, δεν είχαν καταχωρήσει και παραδώσει, μέχρι τότε, οποιανδήποτε ανταπαίτηση ή ανταγωγή και δεδομένου επίσης ότι τα προαναφερόμενα παρεμπίπτοντα (απαγορευτικά και άλλα) διατάγματα που ζήτησαν δεν πηγάζουν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, από το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων σ' εκείνη την υπόθεση, ούτε και συνδέονται με αυτό, θεωρώ ότι δεν δικαιούντο, υπό τις περιστάσεις, και δεν νομιμοποιούντο να ζητήσουν τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που ζήτησαν και τους δόθηκαν, από το πρωτόδικο δικαστήριο, στις 29.6.12. Δεν πληρούνταν δηλαδή οι προϋποθέσεις που το Άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 θέτει, στην επιφύλαξη του, ώστε να υπάρχει το απαραίτητο δικαιοδοτικό πλαίσιο, στο οποίο, το πρωτόδικο δικαστήριο, να μπορεί να ασκήσει την εξουσία του και να εκδώσει τα ζητηθέντα διατάγματα. Επομένως τα διατάγματα που δόθηκαν στις 29.6.12 εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση εξουσίας.» Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης καθώς το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλείται δεν αφορά το δικό του πρόσωπο αλλά τον διαχειριστή της περιουσίας του Αντώνη Πρωτοπαπά. Ενόψει της κατάληξης μου θεωρώ ότι περιττεύει η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης. Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα