← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Ελλάδας Τσαρτσίδου κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2085/2015, 24/4/2017

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Ελλάδας Τσαρτσίδου κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 2085/2015, 24/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 2085/2015 Μεταξύ :- Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσα Και 1. Ελλάδας Τσαρτσίδου 2. Δημήτριου Τσαρτσίδη 3. Παυλίνας Αβραμίδου Εναγόμενων Αίτηση Ημερομηνίας 23/5/2016 Ημερομηνία Έκδοσης της Απόφασης :- Δευτέρα 24η Απριλίου 2017 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κα. Πόπη Πέτρου για Επαμεινώνδας Κορακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Μαρία Κορακίδου Για τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 - Αιτητές :- κα. Νέλλη Δημητριάδου για Νίκο Α. Τσιαπαλή Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Ανθή Χριστοδούλου Ενδιάμεση Απόφαση 1 Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής η ενάγουσα ως τράπεζα διεξήγαγε τραπεζικές εργασίες και σε δύο περιπτώσεις είχε χορηγήσει δάνειο πρώτα στους εναγόμενους 1 και 2 και στη συνέχεια άλλο δάνειο στην εναγόμενη 1 μόνο. 2 Η αγωγή καταχωρίσθηκε στις 18/11/2015 και στις 22/12/2015 οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 (στο εξής θα καλούνται οι «εναγόμενοι») καταχώρισαν από κοινού σημείωμα εμφάνισης με τον ίδιο δικηγόρο. 3 Μετά και από παράλειψη καταχώρισης έκθεσης υπεράσπισης η ενάγουσα καταχώρισε στις 18/2/2016 αίτηση για απόφαση η οποία αρχικά ορίσθηκε για πρώτη εμφάνιση στις 10/3/2016 και στη συνέχεια αναβλήθηκε μέχρι και σήμερα, δηλαδή μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης αυτής της απόφασης. 4 Στις 10/3/2016 ζητήθηκε χρόνος για καταχώριση υπεράσπισης και η αίτηση ορίσθηκε για απόδειξη σε ημερομηνία πέραν των δύο μηνών αργότερα, δηλαδή στις 24/5/2016 με προθεσμία καταχώρισης έκθεσης υπεράσπισης 5 καθαρές μέρες πριν. 5 Στις 20/5/2016 καταχωρίσθηκε στο φάκελο της αγωγής επιστολή προς τους δικηγόρους της ενάγουσας η οποία φέρει ημερομηνία 19/5/2016 με την οποία ο συνήγορος των εναγόμενων ζητούσε περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 27 και 28 της έκθεσης απαίτησης «...περιλαμβανομένων αναλυτικών καταστάσεων χρεωπιστώσεων στους επίδικους λογαριασμούς και το ποσοστό επιτοκίου, το οποίο εχρησιμοποιείτο και/ή επιβαλλόταν κατά καιρούς από την ενάγουσα» προσθέτοντας πως τα στοιχεία αυτά ήταν «...απαραίτητα για την ετοιμασία της Υπεράσπισης και ενδεχόμενης Ανταπαίτησης των εναγομένων σε σχέση με πιθανή παράβαση εκ μέρους της ενάγουσας των επίδικων συμφωνιών και/ή υιοθέτηση καταχρηστικής συμπεριφοράς». Σημειώνεται εντός της επιστολής πως αυτή αποστέλλεται δυνάμει της Δ. 19 θ. 7 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. 6 Στις 24/5/2016 ζητήθηκε όπως η αίτηση για απόφαση ημερομηνίας 18/2/2016 οριστεί την ίδια ημερομηνία κατά την οποία είχε οριστεί η αίτηση για λεπτομέρειες η οποία είχε καταχωρισθεί την αμέσως προηγούμενη ημερομηνία στις 23/5/2016. 7 Η αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Αξίζει απλά να σημειωθεί πως η αίτηση υπό εξέταση δεν χρειαζόταν να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση εκτός εάν αυτό είχε ζητηθεί από το Δικαστήριο (βλ. σχετικά τη Δ. 48 θ. 9 (
  2. i)των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας). Βεβαίως, εφόσον οι εναγόμενοι επέλεξαν να υποστηρίξουν την αίτηση τους με ένορκη δήλωση, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το περιεχόμενο της όπως και αυτό της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης στην αίτηση. 8 Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης είναι του Έρμου Μιχαηλίδη, οικονομολόγου και πρώην τραπεζικού υπαλλήλου για 28 χρόνια, και όπως ο ίδιος περιγράφει τον εαυτό του, συμβούλου για τραπεζικά θέματα. Επί αυτής της ένορκης δήλωσης επισυνάπτονται ως τεκμήρια τόσο η επιστολή ημερομηνίας 19/5/2016 προς τους δικηγόρους της ενάγουσας - η οποία εν πάση περιπτώσει ήδη είχε καταχωρισθεί και εντός του φακέλου της αγωγής στις 20/5/2016 - όσο και προηγούμενη επιστολή, ημερομηνίας 11/5/2016, επίσης από το συνήγορο των εναγόμενων προς τους δικηγόρους της ενάγουσας, με την οποία ζητούντο «...πληροφορίες αναφορικά με τη διακύμανση του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας στα επίδικα δάνεια...» οι οποίες περιγράφονται ως «...αναγκαίες για την μελέτη των εγγράφων και καταστάσεων που αφορούν την υπόθεση και για τη σύνταξη της έκθεσης υπεράσπισης». 9 Αξίζει να σημειωθεί σε σχέση με αυτή την τελευταία αναφορά πως, όπως προκύπτει από την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση για λεπτομέρειες, πριν από την καταχώριση της αίτησης για απόφαση στις 18/2/2016, οι δικηγόροι της ενάγουσας είχαν χορηγήσει στο συνήγορο των εναγόμενων από τις 21/1/2016 (ημερομηνία παραλαβής) με επιστολή ημερομηνίας 19/1/2016, έγγραφα σχετικά με την αγωγή, συνολικά 22 στον αριθμό, μεταξύ των οποίων αντίγραφα των δύο επίδικων συμφωνιών δανείων και καταστάσεις λογαριασμών. Με την αγόρευση του προς υποστήριξη του αιτήματος ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων δεν αρνείται την παραχώρηση αυτών των εγγράφων. Αν και το Δικαστήριο δεν εξετάζει την καθυστέρηση ή τη θέση ως προς την πρόκληση καθυστέρησης εξαιτίας της καταχώρισης της αίτησης υπό εξέταση (λόγος ένστασης (στ)), αξίζει να σημειωθεί πως τα έγγραφα αυτά είχαν δοθεί περίπου ένα μήνα πριν από την καταχώριση στις 18/2/2016 της αίτησης για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης έκθεσης υπεράσπισης. 10 Οι δικηγόροι της ενάγουσας με επιστολές τους ημερομηνίας 16/5/2016 (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης) και 19/5/2016 (Τεκμήριο Δ) απάντησαν αρνητικά στις επιστολές του συνηγόρου των εναγόμενων. Με την πρώτη από αυτές τις επιστολές ενημέρωναν το συνάδελφο τους πως το αίτημα του απορριπτόταν καθότι δεν αποτελούσε μέρος των δικονομικών τους υποχρεώσεων αυτό να ικανοποιηθεί ενώ με τη δεύτερη, πέραν από επανάληψη της θέσης τους πως δεν δικαιούτο αυτό το οποίο ζητούσε, υπενθύμιζαν και συνέδεαν ως λόγο απόρριψης του αιτήματος, πως είχαν δοθεί αναλυτικές καταστάσεις των λογαριασμών επισημαίνοντας επίσης πως θα μπορούσε να απευθυνθεί σε ειδικό έτσι ώστε να διευκρινιστούν τα στοιχεία που ζητούσε και προσθέτοντας πως εάν το θεωρούσε σκόπιμο θα μπορούσε να προχωρήσει με αίτηση για λεπτομέρειες. 11 Όπως και έπραξε βεβαίως στη συνέχεια ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων καταχωρώντας την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 12 Το αίτημα καθορίζεται σε ξεχωριστό πίνακα αιτούμενων περισσότερων και καλύτερων λεπτομερειών. 13 Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο διευκρινίζει πως ασφαλώς η αναφορά εντός του αιτήματος και σε παραχώρηση εγγράφων κρίνεται εντελώς εκτός του πλαισίου ενός αιτήματος για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο αίτημα στο βαθμό στον οποίο αυτό αφορά στοιχεία και όχι έγγραφα. 14 Σύμφωνα με αυτό το αίτημα ζητούνται οι ακόλουθες λεπτομέρειες. 14.1 «...στοιχεία αναφορικά με το ύψος του επιτοκίου του ενός μηνός EURIBOR και το αντίστοιχο περιθώριο που επικρατούσε από καιρού εις καιρό και/ή εφάρμοζε η ενάγουσα στον υπολογισμό του τόκου στο Δάνειο που χορηγήθηκε δυνάμει συμφωνίας ημερ. 23.07.2008» και 14.2 «...στοιχεία αναφορικά με το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο καταναλωτικών διευκολύνσεων και η αντίστοιχη προσαύξηση που εφάρμοζε στον υπολογισμό του τόκου στο δάνειο που χορηγήθηκε δυνάμει συμφωνίας ημερ. 23.12.2014». 15 Αξίζει να σημειωθεί σε σχέση με το πρώτο μέρος του αιτήματος πως η αναφορά σε συμφωνία ημερομηνίας 23/7/2008 δεν συνάδει με την ημερομηνία η οποία όντως - και μάλλον εκ παραδρομής - αναφέρεται στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης (δηλαδή, 13/8/2008). Εντούτοις υπάρχει αναφορά στην έκθεση απαίτησης σε συμφωνία δανείου ημερομηνίας 23/7/2008 στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης και το Δικαστήριο για σκοπούς εξέτασης της αίτησης για λεπτομέρειες δεν θεωρεί σκόπιμο όπως μην εξεταστεί το πρώτο μέρος του αιτήματος εξαιτίας της συγκεκριμένης διαφοράς η οποία παρατηρείται εντός της έκθεσης απαίτησης. Η οποία ενδεχομένως για αυτό ακριβώς το λόγο να χρήζει τροποποίησης. 16 Όπως αναφέρεται και πιο πάνω η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Έρμου Μιχαηλίδη σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται πως οι εναγόμενοι αποτάθηκαν στον ίδιο για ετοιμασία έκθεσης καθότι, όπως του ανέφεραν, ο δικηγόρος τους, τους είχε συμβουλέψει πως για την ετοιμασία της έκθεσης υπεράσπισης τους «...θα πρέπει να επιθεωρηθούν και να ελεγχθούν πλήρεις και αναλυτικές καταστάσεις χρεωπιστώσεων των επίδικων λογαριασμών, περαιτέρω δε να διευκρινιστεί το επιτόκιο, το οποίο κατά καιρούς είχε υιοθετηθεί και εφαρμοζόταν από την ενάγουσα για την διαμόρφωση του υπολοίπου του κάθε λογαριασμού...». Στη συνέχεια αναφέρεται σε ενημέρωση από τον συνήγορο των εναγόμενων αναφορικά με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης επί του συγκεκριμένου θέματος και συγκεκριμένα αυτό των παραγράφων 2 (β) και 12 (β) ως επίσης και σε γενικότερη πληροφόρηση επίσης από το συνήγορο των εναγόμενων πως τα ποσοστά (δηλαδή, των επιτοκίων) δεν καθορίζονται εντός της έκθεσης απαίτησης. Ο ίδιος αφού έχει προβεί σε έλεγχο των αναλυτικών καταστάσεων λογαριασμού διαπιστώνει πως πουθενά «...δεν καθορίζεται ούτε φαίνεται είτε το βασικό επιτόκιο του ενός μηνός EURIBOR που επικρατούσε από καιρό, το οποίο χρησιμοποιούσε η Τράπεζα, είτε το βασικό επιτόκιο καταναλωτικών διευκολύνσεων της Τράπεζας...». 17 Ειλικρινά πιστεύει, ο ενόρκως δηλών, «...ότι τα στοιχεία που ζητήθηκαν ... και συγκεκριμένα το ύψος του επιτοκίου του ενός μηνός EURIBOR που επικρατούσε από καιρού εις καιρό και εφάρμοζε η ενάγουσα στον υπολογισμό του τόκου στο Δάνειο που χορηγήθηκε δυνάμει συμφωνίας ημερ. 23.07.2008 και το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο καταναλωτικών διευκολύνσεων που εφάρμοζε στον υπολογισμό του τόκου στο δάνειο που χορηγήθηκε δυνάμει συμφωνίας ημερ. 23.12.2014 είναι απολύτως αναγκαία...» για να ετοιμάσει την έκθεση η οποία του έχει ζητηθεί και η οποία όπως πληροφορείται από τον δικηγόρο των εναγόμενων είναι αναγκαία για να καταχωρισθεί μία «ολοκληρωμένη» έκθεση υπεράσπισης και «πιθανής» ανταπαίτηση προσθέτοντας πως «...μόνο απορία και ερωτηματικά προκαλεί η άρνηση της ενάγουσας να δώσει τα στοιχεία αυτά». 18 Ασφαλώς το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τόσο το περιεχόμενο της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης όσο και της επιχειρηματολογίας των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων αναφορικά με την αίτηση υπό εξέταση, δίχως όμως να κρίνεται απαραίτητη, προς αιτιολόγηση αυτής της απόφασης, η παράθεση στο σύνολο είτε του περιεχομένου της ένστασης είτε της επιχειρηματολογίας. 19 Διατηρώντας υπόψη το δεδομένο της καταχώρισης της αίτησης πριν από την καταχώριση της υπεράσπισης των εναγόμενων εφαρμόζεται βεβαίως η Δ. 19 θ. 8[1]. Επομένως, σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να διατάξει την παροχή λεπτομερειών της απαίτησης της ενάγουσας εκτός εάν κρίνει πως αυτό είναι αναγκαίο ή επιθυμητό έτσι ώστε είτε να δίδεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να ετοιμάσει το δικόγραφο του είτε για οποιοδήποτε άλλο ειδικό λόγο. Διαφορετικά δηλαδή είναι τα κριτήρια εξέτασης αίτησης για λεπτομέρειες πριν από την καταχώριση της υπεράσπισης και οι αρχές οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα και με τη νομολογία μας (βλ. σχετικά Vector Onega A. G. v. 1. Του Πλοίου M/V Girvas κ. ά.

(1999)1 Α. Α. Δ. 986 και Cyprus Airways Ltd. v. Eydokios Savva (Αρ. 1)
(1992)1 Α. Α. Δ. 1). 20 Το Δικαστήριο έχει μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή το αίτημα των εναγόμενων δίχως όμως να έχει πεισθεί πως ικανοποιείται η ρητή προϋπόθεση η οποία τίθεται από την προαναφερόμενη πρόνοια. Δηλαδή, δεν κρίνεται πως η έγκριση της αίτησης για λεπτομέρειες είναι αναγκαία ή επιθυμητή έτσι ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους εναγόμενους να ετοιμάσουν το δικόγραφο τους, είτε αυτό θα αποτελείται απλώς από υπεράσπιση είτε θα συνοδεύεται και από ανταπαίτηση. Ούτε και διαπιστώνεται η ύπαρξη οποιουδήποτε άλλου ειδικού λόγου βάσει του οποίου να κρίνεται δικαιολογημένο το αίτημα υπό εξέταση. 21 Υπενθυμίζεται σχετικά πως σύμφωνα και με σχετική νομολογία, η δυνατότητα ενεργοποίησης της Δ. 19 θ. 6, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη και την εφαρμογή της Δ. 19 θ. 8, θα πρέπει να εξετάζεται διατηρώντας υπόψη και τα όσα προνοούνται σχετικά από τη Δ. 19 θ. 4[2]. 22 Δηλαδή, ως προς το ότι ένα δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει μόνο σε περιληπτική μορφή τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων ο διάδικος βασίζεται για την απαίτηση αλλά όχι τη μαρτυρία με την οποία θα αποδείξει αυτά τα γεγονότα. Όπως αναφέρει σχετικά ο Greer L.J. στη σελίδα 289 της απόφασης Bruce v Odhams Press Limited [1936] 1 All ER 287) ο ενάγων θα πρέπει να παραθέσει επαρκείς λεπτομέρειες του κατ΄ ισχυρισμό αγώγιμου δικαιώματος του οι οποίες θα παρέχουν τη δυνατότητα στον εναγόμενο είτε να το παραδεχτεί είτε να το αρνηθεί ή διαφορετικά να δικογραφήσει υπεράσπιση σε σχέση με αυτό[3]. 23 Αναφέρονται σχετικά επί του θέματος από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ναθαναήλ Δ., στις σελίδες 35 έως 36 της απόφασης Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1A A. A. Δ. 28, τα ακόλουθα. «Η απαίτηση, είτε ως περιεχόμενη σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είτε ως καταχωρημένη μεταγενέστερα του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, οφείλει να συμμορφώνεται με τους ουσιώδεις κανόνες δικογράφησης, όπως αυτοί απαντώνται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σε ό,τι αφορά την έκθεση απαίτησης, η Δ. 19 θ.4 ορίζει την καταγραφή των ουσιωδών γεγονότων και μόνο («material facts»), κατά συνοπτικό τρόπο («summary form»), ως τη μορφή εκείνη που πρέπει να προσλαμβάνει η αξίωση. Αυτό πρέπει βέβαια να συνδυαστεί και με τη Δ. 19 θ.13, η οποία προδιαγράφει ότι ο ενάγων, ή, ο εναγόμενος αντίστοιχα, πρέπει να εγείρει με το δικόγραφο του όλα εκείνα τα θέματα που καθιστούν την αξίωση ή την ανταξίωση ως μη υποστηρίξιμη, καθώς και όλα εκείνα τα ζητήματα που αν δεν εγερθούν θα καταλάβουν τον αντίδικο εξ απίνης. Το τι αποτελεί ουσιώδες γεγονός δεν είναι πάντοτε εύκολο να διακριβωθεί ώστε να καταγραφεί στην έκθεση απαίτησης, αλλά η κλασσική τοποθέτηση του Scott L.J. στην Bruce v. Odhams Press Ltd [1936] 1 K.B. 712, ότι η λέξη «ουσιώδες» σημαίνει εκείνο το αναγκαίο γεγονός με σκοπό τη διαμόρφωση της αιτίας αγωγής κατά ολοκληρωμένο τρόπο, έχει κατά διαχρονικό τρόπο επιβεβαιωθεί νομολογιακά.... Ο συντάκτης του δικογράφου πρέπει να δείξει και να εφαρμόσει στην πράξη διά της καταχώρησης του δικογράφου, τη γνώση του περί το νόμο ή καλύτερα την κοινή λογική, ανάλογα και με τις οδηγίες που έχει από το διάδικο ως προς τα δεδομένα της υπόθεσης, ως προς το τι πρέπει να συμπεριλάβει στο δικόγραφο και τι πρέπει να παραλείψει. Χρήσιμος οδηγός για τις διάφορες αιτίες αγωγής μπορούν να αποτελέσουν τα πρότυπα που απαντώνται στα διάφορα σχετικά συγγράμματα, όπως του Odgers' - ανωτέρω -, του Bullen & Leake & Jacobs: Precedents of Pleadings και των Atkin's Court Forms, (σχετική για την ορθή χρήση των προτύπων είναι και η Ελευθέριος Γαληνιώτης ν. Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ κ.ά.,
(2011)1 Α. Α. Δ. 474).» 24 Υπάρχει αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα και στο σύγγραμμα «Odgers' Principles of Pleading and Practice». Συγκεκριμένα όπως αναφέρεται στη σελίδα 89 της 20ης έκδοσης, γεγονότα τα οποία δεν είναι αναγκαία έτσι ώστε να καθορίσουν είτε αγώγιμο δικαίωμα είτε υπεράσπιση σε σχέση με αυτό γενικά δεν είναι εντός της έννοιας της λέξης «ουσιώδες» και συνεπώς δεν θα πρέπει να αναφέρονται εντός του δικογράφου εκτός εάν είναι σαφές πως κατά την εκδίκαση της αγωγής θα πρέπει να δοθεί μαρτυρία αναφορικά με αυτά[4]. 25 Όπως κρίνεται από το Δικαστήριο τα όσα η ενάγουσα αναφέρει εντός της έκθεσης απαίτησης της στο σύνολο τους αλλά ακόμη και εντός των παραγράφων 2 (β) και 12 (β) είναι αρκετά έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους εναγόμενους να αντιληφθούν την υπόθεση την οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν έτσι ώστε να προχωρήσουν στην ετοιμασία του δικού τους δικογράφου. Επιπλέον, κρίνεται πως βάσει και της όλης μαρτυρίας αλλά και επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη του αιτήματος των εναγόμενων για λεπτομέρειες, ουσιαστικά αυτό το οποίο επιδιώκεται είναι η εξασφάλιση όχι λεπτομερειών αλλά μαρτυρίας με την οποία η ενάγουσα σκοπεύει να αποδείξει την αξίωση της έτσι ώστε στη συνέχεια οι εναγόμενοι να ετοιμάσουν μέρος και της δικής τους μαρτυρίας, δηλαδή της έκθεσης του Έρμου Μιχαηλίδη, η οποία με τη δική της σειρά θα αποτελέσει και τη βάση επί της οποίας ο συνήγορος τους θα ετοιμάσει το δικόγραφο τους. 26 Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως με επαρκή σαφήνεια η ενάγουσα παραθέτει στις παραγράφους 2 (β) και 12 (β) της έκθεσης απαίτησης τους ισχυρισμούς της ως προς τον συμφωνημένο τρόπο με τον οποίο τα επίδικα δάνεια θα χρεώνονταν με επιτόκιο και τα διάφορα μέρη από τα οποία αυτό θα αποτελείτο. Από την ίδια την ενάγουσα εξαρτάται πως θα αποδείξει στη συνέχεια, με μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία, την εφαρμογή όντως αυτού του κατ΄ ισχυρισμό συμφωνημένου τρόπου τόσο κατά τη διάρκεια λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών προ του τερματισμού τους όσο και μετά από αυτό τον τερματισμό, έτσι ώστε τελικά να οδηγείται στα ποσά τα οποία αξιώνει σύμφωνα και με τις παραγράφους 27, 28 και 29 της έκθεσης απαίτησης της. Συμφωνεί ουσιαστικά το Δικαστήριο με το λόγο ένστασης (δ) της ενάγουσας ως προς το ότι τα «...όσα επιζητούνται με το αιτούμενο διάταγμα άπτονται μαρτυρίας η οποία μπορεί να δοθεί μόνο στο στάδιο ακροαματικής διαδικασίας». 27 Έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα πως το αίτημα των εναγόμενων δεν δικαιολογείται. Ως εκ τούτου η αίτηση τους απορρίπτεται ενώ διατηρώντας υπόψη το αποτέλεσμα εκδίκασης της αίτησης δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος έτσι ώστε τα έξοδα της αίτησης να μην επιδικαστούν υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου. Συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται ενώ εκδίδεται διαταγή επιδίκασης των εξόδων της υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος των εναγόμενων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά και από την εκδίκαση ή με διαφορετικό τρόπο αποπεράτωση της αγωγής. 28 Σύμφωνα και με το πρακτικό ημερομηνίας 22/11/2016 ορισμένη σήμερα επίσης είναι και η αίτηση ημερομηνίας 18/2/2016 σε σχέση με την οποία στη συνέχεια θα τηρηθεί ξεχωριστό πρακτικό. 29 Τέλος, θεωρώ πως θα ήταν παράλειψη μου να μην εκφράσω τη λύπη μου ως προς την καθυστέρηση σε σχέση με την έκδοση αυτής της απόφασης και η οποία βεβαίως δεν οφείλεται είτε στο χειρισμό της υπόθεσης από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων είτε στη δυσκολία του ερωτήματος το οποίο τέθηκε προς απάντηση από το Δικαστήριο αλλά στο φόρτο εργασίας του Δικαστηρίου επί καθημερινής βάσης και στον αριθμό και άλλων επιφυλαγμένων αποφάσεων με ανάλογη χρονική προτεραιότητα ως προς την έκδοση τους είτε συνήθως έχοντας ως βασικό κριτήριο την ημερομηνία επιφύλαξης τους είτε διαφορετικά σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις εξαιτίας της επείγουσας φύσης της διαδικασίας βάσει της οποίας αυτές προέκυψαν και των οποίων επιφυλαγμένων αποφάσεων είτε η έκδοση εξακολουθεί να εκκρεμεί είτε έχει κατ΄ εξαίρεση προηγηθεί της έκδοσης της απόφασης σε αυτή την αίτηση παρά και τη μεταγενέστερη ημερομηνία επιφύλαξης των. ___________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/Interim Judgments Αναφορά:- Πολιτική Δικονομία - Αίτηση για Λεπτομέρειες [1] 8. Particulars of a claim shall not be ordered under Rule 6 of this Order to be delivered before defence unless the Court or Judge shall be of opinion that they are necessary or desirable to enable the defendant to plead or ought for any other special reason to be so delivered. [2] 4. Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively. [3] "A plaintiff must state sufficient particulars of his alleged cause of action which will enable the defendant to either admit it or deny it or otherwise plead a defence to it". [4] "Facts which are not necessary to establish either a cause of action or the defence to it are not, speaking generally, "material" within the meaning of Order 18, r. 7, and should, therefore, be omitted from the pleading unless it is clear that evidence will have to be given of them at the trial".

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.