Μιχαλάκης Π. Χαραλαμπίδης κ.α. ν. Κωνσταντίνος Ιωάννου κ.α., Αρ. Aγωγής: 258/2017, 28/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 258/2017 Μεταξύ:
- Μιχαλάκης Π. Χαραλαμπίδης
- Πολυνείκης Α. Χαραλαμπίδης
- Θεοφανώ Α. Χαραλαμπίδου
- Ελευθερία Χαραλάμπους
- Μαρία Χαραλάμπους Εναγόντων - Αιτητών και
- Κωνσταντίνος Ιωάννου, Παραλήπτης/Διαχειριστής εναγομένης 4
- Ανδρέας Ανδρονίκου, Παραλήπτης/Διαχειριστής εναγομένης 4
- Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- POLYNIKIS TOURIST ENTERPRISES LTD Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 10/03/2017 και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 10/03/
- Ημερ.: 28/04/
- Για τους Ενάγοντες - Αιτητές : κ. Α. Θ. Μαθηκολώνης με κ. Κ. Καλλή. Για τους Εναγομένους - Καθ' ών η Αίτηση: κ. Γ. Χαραλάμπους για κ.κ. Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.ΕΠ.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 10/03/2017 με κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο και αξιώνουν εναντίον των εναγομένων σωρεία διαταγμάτων και αποφάσεων καθώς επίσης και αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων 1, 2 και
- Ουσιαστικά ζητούν απόφαση από το Δικαστήριο που να καθορίζει το ποσό το οποίο οφείλεται από την εναγομένη 4 δυνάμει του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 27/11/1996, διάταγμα για ειδική εκτέλεση του εν λόγω ομολόγου και διάταγμα που να διατάσσει την εναγομένη 3 να αποδεκτεί το ποσό που θα καθορίζει το Δικαστήριο και να απαλλάσσει την εναγομένη εταιρεία από την κυμαινόμενη επιβάρυνση επί της περιουσίας της και να τερματίζει τις όποιες εξουσίες των παραληπτών/διαχειριστών που διορίστηκαν δυνάμει του πιο πάνω ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Ζητούν επίσης δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες νομιμοποιούνται ως Μέτοχοι, Διοικητικοί Σύμβουλοι, Πιστωτές και/ή Εγγυητές της εναγομένης 4 να εγείρουν την παρούσα αγωγή από και δια λογαριασμό της εναγομένης 4 (Παράγωγη Αγωγή) προς διασφάλιση των συμφερόντων της και/ή των δικαιωμάτων της. Περαιτέρω, ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους παραλήπτες/διαχειριστές που διορίστηκαν δυνάμει του πιο πάνω Ομολόγου να εξακολουθούν να ενεργούν με οποιοδήποτε τρόπο ως τέτοιοι και να επεμβαίνουν στη διεύθυνση, λειτουργία και/ή οποιεσδήποτε εργασίες ή δοσοληψίες της Εταιρείας και/ή του ξενοδοχείου ALOE. Eπιπροσθέτως, ζητείται απόφαση του Δικαστηρίου που να καθορίζει την αγοραία και επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης του ξενοδοχείου ALOE ή και του ενεργητικού της εναγομένης
- Τέλος, αξιώνονται και αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων 1,2 και 3 λόγω παράβασης των συμβατικών τους υποχρεώσεων δυνάμει του Ομολόγου και/ή για παράβαση των εκ του Νόμου, κοινοδικαίου ή επιείκιας απορρεόντων καθηκόντων τους και/ή των καθηκόντων τους που τάσσει το λειτούργημα τους. Οι ενάγοντες ταυτόχρονα με την καταχώρηση της πιο πάνω αγωγής, δηλαδή στις 10/03/2017 καταχώρησαν και μονομερή αίτηση με την οποία πέτυχαν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία απαγορεύεται στους εναγομένους 1 και 2 ή και στην εναγομένη 3 από του να προχωρήσουν με την πώληση του ξενοδοχείου ΑLOE στην Πάφο, ιδιοκτησίας της εναγομένης 4 καθώς επίσης και από του να πωλήσουν την επιχείρηση ή τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης 4 εταιρείας ως δρώσας οικονομικής μονάδας (Going Concern). Σύμφωνα με την ένορκη ομολογία του κ. Πολυνείκη Χαραλαμπίδη, ενάγοντα 2, που υποστηρίζει την πιο πάνω αίτηση των εναγόντων - αιτητών, οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι αυτοί είναι οι μέτοχοι και διοικητικοί σύμβουλοι της εναγομένης 4 εταιρείας καθώς επίσης και εγγυητές των υποχρεώσεων της εταιρείας στην Ελληνική Τράπεζα και ο ενάγοντας 1 είναι περαιτέρω και ενυπόθηκος οφειλέτης. Γίνεται αναφορά στο μετοχικό κεφάλαιο και στην δομή της εναγομένης 4 εταιρείας. Επίσης, αναφέρεται ότι η εναγόμενη 4 εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου ALOE στην Πάφο. Οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι οι παραλήπτες και διαχειριστές της εναγομένης 4 οι οποίοι διορίστηκαν από την εναγομένη 3 στις 31/08/2016 δυνάμει Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 27/11/1996 (τεκμήριο 2) το οποίο ενεγράφηκε επί των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 4 για το ποσό των £750,000 ή σε Ευρώ 1,281,451.
- Αφού γίνεται αναφορά τους όρους του πιο πάνω Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 27/11/1996, ισχυρίζονται ότι η αξία για την οποία δόθηκε ήταν £750,000 πλέον τόκους από την ημερομηνία της ζήτησης και όχι από την ημερομηνία κατάρτισης του, δηλαδή στις 27/11/
- Επίσης, ο τόκος δεν είναι 8,5% ετησίως αλλά το συμφωνηθέν επιτόκιο επί των χρηματοδοτήσεων της εναγομένης 3 προς την εναγομένη
- Ουσιαστικά αναφέρει ότι το Ομόλογο εξασφαλίζει χρηματοδοτήσεις όπως αυτές φαίνονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της εναγομένης 3 στην Αγ. Αρ. 2804/14 (βλ. τεκμήριο 5). Σύμφωνα με τους ενάγοντες η αξία του Ομολόγου υπολογίζεται στα €2,562,902.16 ποσό που προτάθηκε στην εναγομένη 3 για πληρωμή με σκοπό την εξόφληση του με επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων ημερομηνίας 14/02/
- Επίσης, τους πληροφόρησαν ότι είναι έτοιμοι να προχωρήσουν σε συζητήσεις με σκοπό την αναδιάρθρωση του οποιουδήποτε υπολοίπου οφείλεται προς την Τράπεζα για να επέλθει πλήρης διακανονισμός. Οι εναγόμενοι 3 απάντησαν στην πιο πάνω επιστολή στις 20/02/2017 και αφού δεν αναγνώρισαν οποιαδήποτε εξουσία στο συνήγορο των εναγόντων να ενεργεί εκ μέρους της εναγομένης 4 η οποία βρίσκεται υπό διαχείριση, ισχυρίστηκαν ότι ο υπολογισμός της αξίας του Ομολόγου από τους ενάγοντες είναι λάθος και ότι η αξία του ανέρχεται στο ποσό των €6,823,305.49 πλέον τόκο προς 8,5% από 17/02/2017 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Είναι η θέση των εναγόντων, όπως αυτή προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους, ότι ο τρόπος υπολογισμού της αξίας του Ομολόγου από την Τράπεζα είναι λάθος και παραβιάζονται οι όροι 5, 6 και 16 του Ομολόγου. Πέραν των πιο πάνω, ισχυρίζονται ότι, παρά τα πιο πάνω ανταλλαγέντα ηλεκτρονικά μηνύματα και την ετοιμότητα των εναγόντων να πληρώσουν το Ομόλογο, οι εναγόμενοι 1 και 2 συνωμοτώντας με την εναγομένη 3 προχώρησαν μονομερώς στις 25, 26 και 27 Φεβρουαρίου 2017 σε δημοσιεύσεις σε ημερήσιες εφημερίδες για αποδοχή προσφορών για την πώληση του ξενοδοχείου και της επιχείρησης της εταιρείας ως δρώσας οικονομικής μονάδας (Going Concern) διακόπτοντας τη συζήτηση και την προσπάθεια διαπίστωσης του πραγματικού ύψους του Ομολόγου. Ακολούθησε και άλλη αλληλογραφία μέσω των δικηγόρων της Τράπεζας η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και συγκεκριμένα ηλεκτρονικού μήνυμα του δικηγόρου των εναγόντων ημερομηνίας 01/03/2017 που απαντά στο μήνυμα των εναγομένων ημερομηνίας 20/02/2017 με το οποίο επεξηγείται γιατί οι υπολογισμοί της Τράπεζας είναι λάθος αναφερόμενος και στον Περί Τόκου Νόμο 9/77 ο οποίος, ισχυρίστηκε, ήταν σε ισχύ κατά τη συνομολόγηση του Ομολόγου και ότι εν πάσει περιπτώσει είναι αδύνατο το ύψος του Ομολόγου να υπερβαίνει το διπλάσιο του αρχικού ποσού. Η Τράπεζα απάντησε στις 06/03/2017 μέσω των δικηγόρων της επιμένοντας στην ορθότητα του υπολογισμού της αξίας του Ομολόγου. Όσον δε αφορά τις ενέργειες των εναγομένων 1 και 2 παραληπτών, εκφράζεται η θέση ότι αυτοί παραβαίνουν τα καθήκοντα τους, καθήκοντα επιμέλειας και εντιμότητας καθότι δεν έχουν καθορίσει επιφυλαχθείσα τιμή για την πώληση του ξενοδοχείου και προτίθενται να το πωλήσουν σύμφωνα με τα κρατούντα στην αγορά εμπορικά ήθη δηλαδή να το πωλήσουν At Arm's Length. Eπίσης, οι ίδιοι αποποιούνται κάθε προσωπικής ευθύνης στις δημοσιεύσεις για πώληση του ξενοδοχείου. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι η αξία του ξενοδοχείου είναι μεγαλύτερη από αυτή που γίνονται προσπάθειες να πωληθεί, παραθέτοντας και βασιζόμενοι σε σχετικές εκτιμήσεις. Αν επιτραπεί στους εναγομένους 1, 2 ή και 3 ισχυρίζονται να προχωρήσουν με την πώληση του ξενοδοχείου και της επιχείρησης της εταιρείας, τότε θα υποστούν τεράστιες ζημιές και απώλειες ως μέτοχοι και εγγυητές των υποχρεώσεων της εταιρείας, πέραν του ότι θα χάσουν το ξενοδοχείο, οι οποίες ζημιές θα είναι αδύνατο να αποκατασταθούν στο μέλλον και η παρούσα αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Οι εναγόμενοι 1 - 4, μετά την επίδοση του πιο πάνω προσωρινού διατάγματος και της μονομερούς αίτησης, καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας 10 λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το διάταγμα να ακυρωθεί, ως φαίνονται σε αυτή. Πέραν των λόγων ένστασης περί μη ικανοποίησης των σχετικών προϋποθέσεων του Νόμου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι δεν δίδεται καμία δικαιολογία γιατί να εμποδιστούν οι παραλήπτες κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προβάλλονται και ως λόγοι ένστασης η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και με αλλότριο σκοπό και με στόχο να εμποδίσει και/ή παρακωλύσει την εναγόμενη 3 και τους εναγομένους 1 και 2 να ασκήσουν τα νόμιμα καθήκοντα τους. Επίσης, ισχυρίζονται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και καλείται το Δικαστήριο να ενεργήσει ως εφετείο αφού με αυτή ζητούνται διατάγματα τα οποία ήδη εκδόθηκαν μονομερώς στα πλαίσια άλλης πρωτόδικης διαδικασίας και ακυρώθηκαν κατόπιν ακρόασης. Η ένσταση αυτή υποστηρίζεται από την ένορκη ομολογία του εναγομένου 1 - καθ' ού η αίτηση. Σε αυτή o ενόρκως δηλών αναφέρεται στο ιστορικό των πιστωτικών διευκολύνσεων τις οποίες η εταιρεία έλαβε κατά καιρούς από την εναγομένη 3 καθώς και στο Ομόλογο Επιβάρυνσης ημερομηνίας 27/11/1996 το οποίο δόθηκε ως εξασφάλιση των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων. Πέραν των πιο πάνω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες προωθούν την παρούσα αγωγή καταχρηστικά στο Δικαστήριο και με απώτερο σκοπό να καθυστερήσουν και να παρεμποδίσουν την άσκηση των καθηκόντων των εναγομένων 1 και 2, παραληπτών/ διαχειριστών της εναγομένης
- Επίσης, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν ανάφεραν στο Δικαστήριο ότι στα πλαίσια της Αγ. Αρ. 2804/14 η οποία καταχωρήθηκε στις 15/12/2014 στην οποία ενάγοντες είναι οι εδώ ενάγοντες και η εταιρεία και εναγόμενοι η Τράπεζα, ζητούν ακύρωση των συμφωνιών για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων και των εγγυήσεων και υποθηκών. Επίσης, ισχυρίζονται ότι στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής οι ενάγοντες και η εταιρεία στις 02/09/2016, αμέσως μετά το διορισμό των παραληπτών / διαχειριστών, μονομερώς εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα με το οποίο ουσιαστικά απαγορευόταν στους Παραλήπτες / Διαχειριστές να ενεργούν ως τέτοιοι και να εισέρχονται στο ξενοδοχείο ΑLOE και να ασκούν οποιοδήποτε διοικητικό έλεγχο. Στις 12/10/2016 το Δικαστήριο ακύρωσε το πιο πάνω διάταγμα και επισυνάπτεται η απόφαση του Δικαστηρίου. Συνεχίζοντας, αναφέρουν ότι στις 26/10/2016 οι μέτοχοι της εταιρείας, δηλαδή οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή καταχώρησαν την Γεν. Αίτηση Αρ. 216/16 για Διορισμό Εξεταστή και ισχυρίζονταν ότι η εταιρεία είναι αφερέγγυα αλλά μπορούσε να διασωθεί ως δρώσα οικονομική μονάδα (Going Concern). Στα πλαίσια της εν λόγω Αίτησης καταχωρήθηκε στις 07/11/2016 μονομερής αίτηση με την οποία ζητείτο να απαγορευόταν στους Παραλήπτες / Διαχειριστές να πωλήσουν ή μεταβιβάσουν ακίνητη περιουσία της εταιρείας και να ενεργούν ως Παραλήπτες. Στις 08/11/2016 που ήταν ορισμένη εμφανίστηκαν οι δικηγόροι των εναγομένων αφού είχαν λάβει γνώση και απέτρεψαν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Ταυτόχρονά και μέχρι την εκδίκαση της αίτησης, είχαν δεσμευτεί ότι δεν θα πωλούσαν το ξενοδοχείο. Στις 09/12/2016 τελικά εκδικάστηκε η αίτηση και επιφυλάχθηκε απόφαση, η οποία όμως κατέστη άνευ αντικειμένου αφού στις 15/02/2017 η κυρίως αίτηση για Διορισμό Εξεταστή εκδικάστηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Μετά την απόρριψη της πιο πάνω αίτησης και σε λιγότερο από 4 εβδομάδες οι ενάγοντες επανήλθαν με την παρούσα αίτηση και ζήτησαν και πέτυχαν τις ίδιες θεραπείες που ζητούσαν στις άλλες διαδικασίες και ήδη είχαν κριθεί. Αυτό αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, ισχυρίζονται, και καταδεικνύει κακή πίστη. Γίνεται προσπάθεια να εμποδίσουν την Τράπεζα να εισπράξει το λαβείν της και να καθυστερήσουν τους Παραλήπτες από το έργο τους. Επίσης, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν ενεργούν με καλή πίστη. Από το 1996 και μέχρι το 2014 δεν αμφισβήτησαν την εγκυρότητα των συμφωνιών με την εναγομένη 3 και το έπραξαν για πρώτη φόρα όταν έλαβαν προειδοποιητικές επιστολές για καθυστερήσεις των λογαριασμών. Για πρώτη φορά επίσης στα πλαίσια της Αγ. Αρ. 2804/14 αμφισβήτησαν και την εγκυρότητα του Ομολόγου Επιβάρυνσης. Μετά την ακύρωση του πρώτου προσωρινού διατάγματος αμέσως κινήθηκαν με δεύτερη διαδικασία για διορισμό εξεταστή, ενώ προηγουμένως δεν το είχαν πράξει και επιχείρησαν με δεύτερη μονομερή αίτηση να παρεμποδίσουν τους Παραλήπτες και την Τράπεζα στην άσκηση των δικαιωμάτων τους. Το ίδιο ισχύει και για την παρούσα αίτηση, η οποία είναι η τρίτη. Πέραν των πιο πάνω, στην ένορκη ομολογία που συνοδεύει την ένσταση γίνεται αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και στις προσπάθειες που κατ' ισχυρισμό έγιναν από τους ενάγοντες για την πώληση του ξενοδοχείου. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι σε συνάντηση της Τράπεζας και των Διοικητικών Συμβούλων της Εταιρείας και του λογιστή τους που έλαβε χώρα στις 06/10/2015, οι τελευταίοι διαβεβαίωσαν την Τράπεζα ότι η Εταιρεία είχε σκοπό και προτεραιότητα την πώληση του ξενοδοχείου και ζητήθηκε χρόνος μέχρι τις αρχές Μαϊου το 2016 για να καταλήξουν οι διαπραγματεύσεις. Επίσης, αναφέρεται ότι δόθηκαν οδηγίες στην Τράπεζα όπως σε περίπτωση που υπάρχουν ενδιαφερόμενοι αγοραστές να παραπέμπονται στον λογιστή της Εταιρείας. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά στην προσπάθεια αναδιάρθρωσης που τελικά δεν έγινε αφού ο λογιστής της εταιρείας δεν απέστελλε τα σχετικά στοιχεία. Αναφορά επίσης, γίνεται και σε προσπάθειες παρεμπόδισης του έργου των Παραληπτών μετά το διορισμό τους παραθέτοντας συγκεκριμένα γεγονότα. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά στις οφειλές της εταιρείας, υπάρχουν αναφορές ότι έχει διαπιστωθεί ότι ένα ποσό της τάξης των €218,606.72 δεν έχει αποδοθεί στον Φ.Π.Α. γεγονός για το οποίο έγινε καταγγελία. Υπάρχει αναφέρεται επίσης και υπεξαίρεση από το Φόρο. Συνεχίζοντας, στην ένορκη του ομολογία ο εναγόμενος 1 - καθ' ου η αίτηση, κάνει αναφορά στην ουσία της υπόθεσης, αμφισβητώντας την ορθότητα των υπολογισμών των εναγόντων για την αξία του Ομολόγου και την αξία του ξενοδοχείου. Ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει υποχρέωση για επιφυλαχθείσα τιμή για πώληση στην ελεύθερη αγορά και ότι δεν πρόκειται να αποδεχθούν απαράδεκτα χαμηλή τιμή. Αρνείται ότι παραβιάζουν καθοιονδήποτε τρόπο τα καθήκοντα τους και εν πάσει περιπτώσει ισχυρίζεται ότι αν στο τέλος της ημέρας προκύψει ζημιά, αυτή μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και η Τράπεζα είναι φερέγγυα και μπορεί αποζημιώσει τους ενάγοντες. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή, για τους λόγους που επικαλούνται οι ενάγοντες, δεν μπορεί να είναι παράγωγη και συνεπώς κακώς στρέφεται εναντίον της εναγομένης
- Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος και εξηγεί τους λόγους. Τόσο στην αίτηση όσο και στην ένσταση επισυνάπτονται σωρεία τεκμηρίων, στα οποία αναφορά θα γίνει κατωτέρω κατά την εξέταση της αίτησης και εφόσον αυτό είναι απαραίτητο. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης έγινε στη βάση, κυρίως, γραπτών αγορεύσεων. Περαιτέρω, δόθηκε το δικαίωμα στους συνηγόρους αμφοτέρων των πλευρών και αγόρευσαν και προφορικά. Ολόκληρο το περιεχόμενο των αγορεύσεων των μερών βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει μελετηθεί από το Δικαστήριο, λαμβάνεται σοβαρά υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτό λεπτομερώς. Αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις θα γίνει κατωτέρω, εφόσον αυτό κρίνεται σκόπιμο. Αρκεί να αναφερθεί ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων στην αγόρευση του ανάφερε ότι τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής δεν έχουν καμία απολύτως σχέση και ταύτιση με τα επίδικα θέματα της Αγ. Αρ. 2804/14 Ε.Δ. Πάφου όπως φαίνονται από την Έκθεση Απαίτησης, τεκμήριο 1 επί της ένστασης. Ούτε το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα σε εκείνη την υπόθεση έχει οποιαδήποτε σχέση ή ταύτιση με τα διατάγματα που ζητούνται στην παρούσα διαδικασία. Τα ίδια ισχύουν αναφέρει και για την Αίτηση για Διορισμό Εξεταστή Αρ. 216/16 Ε.Δ. Πάφου και την μονομερή αίτηση που υποβλήθηκε στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας. Λέγοντας αυτά, ήταν η θέση του ότι τα πιο πάνω γεγονότα δεν αποτελούσαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία έπρεπε να αποκαλυφθούν στην παρούσα διαδικασία. Κατά τα άλλα, ήταν η θέση του ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και παρέπεμψε στο άρθρο 33
(3)του Περί Δικαστηρίων Νόμου που απαγορεύει στο Δικαστήριο στην παροχή τόκου επί τόκου το οποίο δεν καταργήθηκε με μεταγενέστερες νομοθεσίες, στον Περί Τόκου Νόμου του 1977 που κατά τη θέση του έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση διότι το Ομόλογο έγινε πριν τη θέσπιση του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου Ν.160
(1)/99. Με βάση αυτά υποστήριξε τη θέση ότι ο υπολογισμός της αξίας του Ομολόγου από τους εναγομένους είναι λανθασμένος. Πέραν των πιο πάνω, επιχειρηματολόγησε και για το δικαίωμα του οφειλέτη να πληρώσει την αξία του Ομολόγου ακόμη και μετά τον διορισμό παραλήπτη / διαχειριστή και αυτό να εξαλειφθεί και να σταματήσει η περαιτέρω διαχείριση της εταιρείας από τους παραλήπτες / διαχειριστές. Για να υποστηρίξει τη θέση του αυτή παράπεμψε στα Halsbury's Laws of England, third edition, Volume 6, para. 917 και στο σύγγραμμα EQUITY & TRUSTS, ALASTAIR HUDSON, 6th Edition, αντίγραφα των οποίων έδωσε στο Δικαστήριο. Τέλος, αναφέρθηκε και στα καθήκοντα και υποχρεώσεις που οι παραλήπτες έχουν παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Από την αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων επικεντρώθηκε στην απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και συγκεκριμένα στην μη αποκάλυψη των προηγούμενων διαδικασιών στο Δικαστήριο με τους ίδιους διάδικους και υποστήριξε, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, ότι αυτό αποτελεί λόγο για ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος και απόρριψη της αίτησης. Επιχειρηματολόγησε επίσης και υπέρ τη θέση των εναγομένων περί κατάχρησης της διαδικασίας παραπέμποντας επίσης σε σχετική νομολογία. Ήταν ουσιαστικά η θέση του ότι στην παρούσα περίπτωση, στη βάση αλλεπάλληλων και διαδοχικών διαδικασιών αντιφατικών μεταξύ τους επιδιώκεται η παρεμπόδιση των παραληπτών από την άσκηση των δικαιωμάτων τους. Συνεχίζοντας, αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για να πει ότι στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει καν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να εγείρεται από τους ενάγοντες υπό την προσωπική τους ιδιότητα ως εγγυητές της Εταιρείας με το πρόσχημα ότι κατ' αυτό τον τρόπο θα προστατεύουν τα συμφέροντα της Εταιρείας. Ο ορθός διάδικος θα έπρεπε να ήταν η Εταιρεία σε αυτήν την περίπτωση και κανένας μέτοχος δεν έχει δικαίωμα έγερσης αγωγής εναντίον των παραληπτών όπου υπάρχει ισχυρισμός για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων τους. Από την αγωγή, αναφέρει, το μοναδικό αγώγιμο δικαίωμα το οποίο μπορεί να προκύπτει είναι η παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας των παραληπτών το οποίο εκτείνεται και στους εγγυητές - ενάγοντες. Η έκταση του καθήκοντος αυτού όμως περιορίζεται στο γεγονός ότι η πώληση της περιουσίας της εταιρείας θα πρέπει να γίνει με επιμελή τρόπο έτσι ώστε να επαλειφθεί η υποχρέωση του και αν όχι στο μέγιστο βαθμό που μπορεί να επιτύχει μια επιμελής πώληση. Περαιτέρω, ανάφερε ότι δεν αποδεικνύεται οποιαδήποτε επαπειλούμενη ζημιά για να μπορεί να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ούτε καταδεικνύεται, με τη μαρτυρία, ορατό το ενδεχόμενο για μια τέτοια ζημιά. Όσον αφορά τις υποχρεώσεις του παραλήπτη, ήταν η θέση του ότι δεν υφίσταται καθήκον μη αποποίησης της προσωπικής του ευθύνης, αφού κατά κανόνα και εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις δεν φέρει προσωπική ευθύνη. Γι αυτό ως ζήτημα πάγιας πρακτικής αναγράφεται στις δημοσιεύσεις πώλησης περιουσίας το δικαίωμα του για αποποίηση οποιασδήποτε ευθύνης. Ούτε καθήκον αναφοράς σε επιφυλαχθείσα τιμή της πώλησης υπάρχει σε αυτές τις περιπτώσεις πώλησης. Εκείνο που ενυπάρχει, συνεχίζει, είναι το καθήκον να προβεί σε επιμελή πώληση της περιουσίας. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρθηκε στη φύση του Ομολόγου και στο ύψος αυτού με αναφορά και απάντηση στους ισχυρισμούς των εναγόντων ότι ο Περί Τόκου Νόμος του 1977 δεν εφαρμόζεται και ότι από την ημερομηνία που θεσπίστηκε ο Περί Ελευθεροποίησης των Επιτοκίων Νόμος και μετά μπορεί να τύχει εφαρμογής σε συμβάσεις που συνάφθηκαν προηγουμένως και παραπέμπει σε σχετική Νομολογία. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να αξιώνουν την ειδική εκτέλεση του ομολόγου εφόσον δεν είναι συμβαλλόμενοι σε αυτό και μόνο η εταιρεία θα μπορούσε να το πράξει και εν πάσει περιπτώσει δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις γι αυτό ούτε αποκαλύπτεται οποιοοσδήποτε λόγος γιατί να μην επιτραπεί στου παραλήπτες να εκτελέσουν τα καθήκοντα τους. Επιπρόσθετα, είναι η θέση του ότι σε περίπτωση που ακυρωθεί του επίδικο διάταγμα ουδεμία ζημία θα προκληθεί στους ενάγοντες. Ως εγγυητές δεν έχουν πληρώσει τίποτε παρά μόνο εγγυήθηκαν, δηλαδή υποσχέθηκαν πως θα πληρώσουν τα χρέη της εταιρείας. Αν τα χρέη αυτά δεν εξοφληθούν ως αποτέλεσμα της αμέλειας των παραληπτών ή της Τράπεζας, τότε στην προσπάθεια της Τράπεζας να ανακτήσει οποιοδήποτε υπόλοιπο μετά την πώληση του ξενοδοχείου, μπορούν να προβάλουν ως υπεράσπιση την αμέλεια αυτή. Επομένως, υπάρχει τεράστια δυνατότητα νομικά και δικονομικά αλλά και πρακτικά για να αποζημιωθούν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 όπως έχει τροποποιηθεί. Το εν λόγω άρθρο δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια διατάγματα σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο αιτών έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το εν λόγω άρθρο και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, έχoυν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015 , Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Επίσης, στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas (ανωτέρω). H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου. (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην
- HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v.
- Στέλιος Φυλακτίδης κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ.
- Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί. Πέραν τούτου το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα και με βάση τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Τα άρθρα αυτά αναφέρονται σε εξειδικευμένες περιπτώσεις αλλά δεν επηρεάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (βλ. ABP Holdings Ltd κ.α. v. Kιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 694 και Γρηγορίου κ.α. v. Xριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω). Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 αφορά την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος στις περιπτώσεις που ζητείται η δέσμευση ή προστασία περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 ρυθμίζει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος που αφορά τη δέσμευση περιουσίας που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Από το κείμενο του άρθρου 5 του Κεφ. 6 προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο εναγόμενος να διαθέσει ή αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του, που κατά τη γνώμη του, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα. Στην Δημήτρης Τσιολάκης κ.α. v. Ανδρέα Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, αναφέρθηκε ότι ο όρος «good cause of action» στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» στο άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 και ότι και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Εκείνο που προκύπτει από την νομολογία είναι ότι διατάγματα του είδους που προβλέπονται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, μπορούν να εκδοθούν επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, όμως σε τέτοια περίπτωση πρέπει σωρευτικά να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των δύο άρθρων (βλ. επίσης Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 Α.Α.Δ. 520 και Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης v. Άννας Ζεμενίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 54). Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί ότι στην περίπτωση που η έκδοση προσωρινού διατάγματος ζητείται μονομερώς, ο αιτητής θα πρέπει να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της αίτησης και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή, όλως εξαιρετικά, σε περίπτωση επείγουσας ή άλλης ειδικής περίστασης που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Απουσία του στοιχείου του κατεπείγοντος στερεί το Δικαστήριο από την ανάληψη σχετικής εξουσίας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, Aναφορικά με την αίτηση της Βαλεντίνας Θεοφάνους
(2010)1 Α.Α.Δ. 234 και Αναφορικά με την αίτηση του Μάριου Τσιάτταλου, Πολιτική Αίτηση Αρ. 140/2010, Ημερομηνίας 01/03/2011). Επιπρόσθετα, ο αιτητής όταν επιζητεί από το Δικαστήριο και εξασφαλίζει θεραπεία μονομερώς θα πρέπει να αποκαλύπτει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία δύναται να προσμετρήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύψει δεν περιορίζονται μόνο σε αυτά που γνωρίζει αλλά και σε αυτά που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι λόγος για το Δικαστήριο να αρνηθεί την συνέχιση της ισχύς του προσωρινού διατάγματος (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω), Χριστιάνα Στυλιανού v. Aνδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Ανδρέας Εργατίδης v. 1. G. Giorgalettos Enterprises Ltd κ.α
(2000)1B A.A.Δ. 995, Κατερίνα Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1A A.A.Δ. 734 και 1. Ιωάννης Κυριάκου Όξυνου v. Μαρίας Ρολη Λου κ.α.,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066. Σχετική με το θέμα είναι και η υπόθεση The Timberland of U.S.A. V Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179 όπου στην σελ. 1186 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Πική Π. όπως ήταν τότε: «....Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας στην Ολομέλεια στην Demstar Limited V Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ' αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited V Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α.» Αυτό που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή, δεν είναι μόνο η περίπτωση που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπή και/ή παραπλανητικά, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Έχοντας υπόψη μου τις πιο αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα αίτηση επί της ουσίας της και κατά πόσο πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας έτσι ώστε το Δικαστήριο να δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της οριστικοποίησης του αιτούμενου διατάγματος. Να σημειωθεί ότι στο στάδιο αυτό επανεξετάζονται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, ασχέτως αν έχει εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς και οι ενάγοντες έχουν υποχρέωση να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (Dolego Estates Ltd v. Θεόδωρος Φιλίππου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217). Προτού το πράξω όμως, κρίνω ορθό να εξετάσω τον έβδομο λόγο ένστασης με τον οποίο οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες - αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι δεν αποκαλύπτουν ουσιώδη γεγονότα και/ή παραπλανούν το Δικαστήριο. Και τούτο γιατί σε περίπτωση που ο λόγος ένστασης αυτός ευσταθεί ενδεχομένως θα κρίνει και το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης και/ή το Δικαστήριο δεν θα μπορεί και δεν θα πρέπει να εξετάσει οποιαδήποτε άλλα ζητήματα ή την αίτηση επί της ουσίας της. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται ο πιο πάνω λόγος ένστασης περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και προκύπτει να μην αμφισβητούνται από τους ενάγοντες. Εκείνο που θα πρέπει να κριθεί στην παρούσα περίπτωση είναι κατά πόσο τα γεγονότα αυτά είναι ουσιώδη και έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την μονομερή αίτηση των εναγόντων στη βάση της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα. Τα εν λόγω γεγονότα που επικαλούνται οι εναγόμενοι ότι έχουν αποκρυβεί από το Δικαστήριο σχετίζονται με το ιστορικό της διαφοράς των διαδίκων, τις συμφωνίες και τους λογαριασμούς πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την εναγομένη 3 προς την εναγομένη 4 εταιρεία και για τους οποίους δόθηκε ως περαιτέρω εξασφάλιση το επίδικο Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης καθώς και τις διαβουλεύσεις που έγιναν για αναδιάρθρωση των εν λόγω δανείων και των προσπαθειών πώλησης του ξενοδοχείου προτού η Τράπεζα προχωρήσει με το διορισμό Παραληπτών / Διαχειριστών. Ο πυρήνας υποστήριξης της θέσης όμως ότι δεν έχουν αποκαλυφθεί όλα τα ουσιώδη γεγονότα, αφορά τις ενέργειες των εναγόντων αμέσως μετά το διορισμό των Παραληπτών / Διαχειριστών δυνάμει του εν λόγω Ομολόγου και τις προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες που έγιναν χωρίς αυτές να αποκαλυφθούν. Θα αναφερθώ κατωτέρω λεπτομερώς, με βάση φυσικά τα ενώπιον μου στοιχεία, στις εν λόγω δικαστικές διαδικασίες και στο τι ακριβώς αυτές αφορούσαν όπως προκύπτουν από αυτά καθώς επίσης στις διαφορές των διαδίκων όπως αποκαλύπτονται με την ένσταση. Στις 09/10/1996 ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αρ. 519-01427244-01, την 01ην/09/2003 δόθηκε δεύτερη τραπεζική διευκόλυνση σε μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 519-01-427244-02 και την ίδια ημερομηνία δόθηκε δάνειο ύψους £2,700,000 με αριθμό λογαριασμού 519-31-427244-
- Περαιτέρω, στις 21/06/2007 υπεγράφη συμφωνία για παραχώρηση δανείου ύψους £250,
- Ακολούθησαν τροποποιητικές συμφωνίες των πιο πάνω συμφωνιών. Στις 15/12/2014 και προτού τερματιστούν οι πιο πάνω συμφωνίες και αφού είχαν ήδη αποσταλεί προειδοποιητικές επιστολές λόγω κατ' ισχυρισμό παραβάσεων τους, οι ενάγοντες είχαν καταχωρήσει την Αγ. Αρ. 2804/14 Ε.Δ. Πάφου, η Έκθεση Απαίτησης της οποίας επισυνάπτεται στην ένσταση ως τεκμήριο
- Από αυτή προκύπτει ότι οι εκεί ενάγοντες είναι οι ενάγοντες στην παρούσα Αγωγή και η εταιρεία POLYNIKIS TOURTIST ENTERPRISES LIMITED ενώ εναγομένη η Τράπεζα. Με την αγωγή εκείνη οι εκεί ενάγοντες αξιώνουν, για τους λόγους που επικαλούνται δηλώσεις και/ή διατάγματα του Δικαστηρίου ότι οι συμφωνίες και οι πιστωτικές διευκολύνσεις με αρ. λογαριασμού 519-31-427244-03, 519-31-427244-02 και 519-01-427244-02 καθώς επίσης και οι εγγυήσεις και υποθήκες που τις εξασφάλιζαν είναι άκυρες. Η εν λόγω Έκθεση Απαίτησης προκύπτει να καταχωρήθηκε στις 24/09/
- Στις 31/08/2016 η Τράπεζα διόρισε ως Παραλήπτες / Διαχειριστές της περιουσίας και του ενεργητικού της Εταιρείας τους εναγομένους 1 και 2 και την 01ην/09/2016 καταχωρήθηκε η σχετική Γνωστοποίηση διορισμού στον Έφορο Εταιρειών και δόθηκε σχετική επιστολή γνωστοποιώντας την πιο πάνω εξέλιξη προς την Εταιρεία (βλ. τεκμήριο 2 επί της ένστασης). Την επόμενη μέρα και συγκεκριμένα στις 02/09/2016 στα πλαίσια της πιο πάνω Αγωγής καταχωρήθηκε μονομερής αίτησης με την οποία οι ενάγοντες σε εκείνη την Αγωγή πέτυχαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο εμποδίζονταν και/ή απαγορευόταν στους Αντρέα Ανδρονίκου και Κωνσταντίνο Ιωάννου να εισέρχονται στο ξενοδοχείο ΑΛΟΗ στην Πάφο και να ενεργούν ως παραλήπτες - διαχειριστές της περιουσίας και/ή ολόκληρου του ενεργητικού της εταιρείας. Όπως προκύπτει από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου σε εκείνη την υπόθεση (βλ. τεκμήριο 5) στις 12/10/2016 τα πιο πάνω προσωρινά διατάγματα ακυρώθηκαν και η αίτηση απορρίφθηκε. Σύμφωνα με το σκεπτικό εκείνης της απόφασης, η οποία δεν εφεσιβλήθηκε, οι ενάγοντες δεν είχαν αποκαλύψει ότι το Ομόλογο Επιβάρυνσης εξασφάλιζε όλες τις υποχρεώσεις της Εταιρείας συμπεριλαμβανομένου και του τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. 519-01-427244-
- Ουδεμία αναφορά είχε γίνει για τον πιο πάνω λογαριασμό και τη σχετική συμφωνία για το άνοιγμα του και έτσι, σύμφωνα με το Δικαστήριο, δόθηκε η πεπλανημένη εικόνα ότι εκκρεμούσης εκείνης της Αγωγής για ακύρωση των αναφερόμενων συμφωνιών η Τράπεζα προχώρησε με το διορισμό Παραληπτών / Διαχειριστών. Δηλαδή, τα Δικαστήριο εξέδωσε τα εν λόγω προσωρινά διατάγματα στη βάση ότι οι συμφωνίες τις οποίες κάλυπταν ήταν άκυρες, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων σε εκείνη την Αγωγή και κατ' επέκταση εκ πρώτης όψεως η Τράπεζα δεν θα μπορούσε να προχωρήσει με διορισμό Παραληπτών δυνάμει του Ομολόγου Επιβάρυνσης το οποίο εξασφάλιζε τις εν λόγω συμφωνίες και πιστωτικές διευκολύνσεις. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει από την ένσταση ότι δύο εβδομάδες μετά την πιο πάνω απόρριψη και ακύρωση των προσωρινών διαταγμάτων και συγκεκριμένα στις 26/10/2016 οι ενάγοντες στην παρούσα Αγωγή καταχώρησαν την Γενική Αίτηση Αρ. 216/2016 Ε.Δ. Πάφου με την οποία ζητούσαν από το Δικαστήριο το διορισμό Εξεταστή στην Εταιρεία αφού σύμφωνα με τη θέση τους η Εταιρεία ήταν αφερέγγυα αλλά μπορούσε να διασωθεί ως δρώσα οικονομική μονάδα (going concern) (βλ. τεκμήριο 6 επί της ένστασης). Στις 07/11/2016, στα πλαίσια εκείνης της Αίτησης καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν τον διορισμό συγκεκριμένου προσώπου ως Προσωρινού Εξεταστή και ταυτόχρονα Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Παραλήπτες Ανδρέα Ανδρονίκου και Κωνσταντίνο Ιωάννου από το να πωλήσουν ή να μεταβιβάσουν την ακίνητη περιουσία της εταιρείας καθώς επίσης και από το να ενεργούν ως παραλήπτες - διαχειριστές της περιουσίας και/ή ολόκληρου του ενεργητικού της εταιρείας (βλ. τεκμήριο 6). Λόγω εμφάνισης των συνηγόρων της Τράπεζας και των Παραληπτών, δεν κατέστη δυνατή η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και αφού καταχωρήθηκε ένσταση επιφυλάχθηκε απόφαση στις 09/12/
- Να σημειωθεί ότι οι συνήγοροι κατά την εμφάνιση τους δήλωσαν ότι οι Παραλήπτες δεν θα προχωρούσαν με την πώληση του ξενοδοχείου μέχρι εκδίκασης της εκκρεμούσας αίτησης. Τελικά, η εν λόγω απόφαση δεν δόθηκε ποτέ αφού στις 15/02/2017 το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση) εξέτασε την κυρίως Αίτηση και την απέρριψε, οπότε αυτή κατέστη άνευ αντικειμένου. Μέτα την απόρριψη και της πιο πάνω αίτησης, άρχισε η αποστολή από μέρους των εναγόντων σχετικών επιστολών με σκοπό την εξόφληση του Ομολόγου και να παύσει η διαχείριση της εταιρείας από τους παραλήπτες προτείνοντας συγκεκριμένο ποσό το οποίο ισχυρίζονται ότι είναι η αξία του Ομολόγου σύμφωνα με τους δικούς τους υπολογισμούς, ως αναφέρθηκε ανωτέρω και ακολούθησε η παρούσα αγωγή και αίτηση με την οποία εξασφάλισαν προσωρινά διατάγματα, τα οποία περιορίζονταν στην απαγόρευση των Παραληπτών από το να πωλήσουν το επίδικο ξενοδοχείο. Όπως περαιτέρω προκύπτει από τις αιτούμενες θεραπείες στην παρούσα αγωγή και τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση, εκείνο που τώρα επιζητούν οι ενάγοντες είναι ουσιαστικά τον καθορισμό του ύψους της αξίας του Ομολόγου Επιβάρυνσης και κατόπιν την πληρωμή του και παύση των εξουσιών των Παραληπτών. Οι πιο πάνω προηγούμενες διαδικασίες που έγιναν και προωθήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και οι πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα στην Εταιρεία δεν αποκαλύπτονται στην μονομερή αίτηση. Εκείνο στο οποίο περιορίζονται να αναφέρουν οι ενάγοντες είναι την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Τράπεζας που καταχωρήθηκε στην Αγωγή Αρ. 2804/2014 Ε.Δ. Πάφου και παραθέτουν τα κατ' ισχυρισμό αξιούμενα ποσά από την Τράπεζα δυνάμει των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων καθώς επίσης αναφέρονται και στις εξασφαλίσεις που παρασχέθηκαν από τους ενάγοντες με συγκεκριμένες υποθήκες και εγγυήσεις για να πουν ότι είναι εξασφαλισμένα και ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες εγγυητές. Αναφέρονται επίσης επιγραμματικά στο ότι με την πιο πάνω Αγωγή αμφισβητείται η εγκυρότητα των εν λόγω συμφωνιών και εγγυήσεων και εξασφαλίσεων καθώς και το ύψος των αξιούμενων ποσών. Το ερώτημα το οποίο προκύπτει από όλα τα πιο πάνω είναι κατά πόσο τα εν λόγω γεγονότα και οι προηγούμενες διαδικασίες έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο από τους ενάγοντες και ουσιαστικά κατά πόσο όλα αυτά αποτελούσαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία απεκρύβησαν. Οι νομικές αρχές που διέπουν το εν λόγω ζήτημα έχουν αναφερθεί από το Δικαστήριο ανωτέρω στην παράθεση της νομικής πτυχής που διέπει την παρούσα αίτηση. Στο σημείο αυτό να αναφερθεί εκ νέου ότι δεν είναι κάθε στοιχείο που δεν αποκαλύφθηκε το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση του διατάγματος για το λόγο αυτό. Αυτό πρέπει να είναι ουσιώδη και να σχετίζεται με το βάσιμο της απαίτησης του αιτητή και την πιθανότητα επιτυχίας του αλλά και με άλλα ζητήματα τα οποία ενδεχομένως να επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Γενικά ο αιτητής οφείλει να προβεί σε μια ειλικρινή και ακριβοδίκαιη παρουσίαση όλων των γεγονότων που σχετίζονται με την υπόθεση του. Παραπέμπω στην ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ: -
- COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING A.G., ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ,
- COMMERZBANK AKTIENGESELLSCHAFT, ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ v. ADEONA HOLDINGS LIMITED, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΜΕΣΟ, Πολ. Έφεση Αρ. 6/14, Ημερ. 27/02/2015 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων.» Περαιτέρω αναφορά γίνεται και στην DMITRY RYBOLOVLEV v. ELENA RYBOLOVLEVA
(2010)1Α Α.Α.Δ. 82 όπου αποφασίστηκε ότι τα γεγονότα τα οποία πρέπει να αποκαλύπτονται από τον αιτητή, σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω γεγονότα που περιβάλλουν τις προηγούμενες διαδικασίες ως αυτά αποκαλύπτονται με την ένσταση αλλά και τη χρονική σειρά με την οποία αυτά λαμβάνουν χώρα εξάγεται ένα και μόνο συμπέρασμα: Ότι οι ενάγοντες και στις δύο προηγούμενες διαδικασίες, ασχέτως της φύσης και του χαρακτήρα τους, επεδίωξαν να εμποδίσουν και να απαγορεύσουν, ανεπιτυχώς, τους Παραλήπτες από το να ασκούν τη διαχείριση της περιουσίας της Εταιρείας και από το να πωλήσουν την ακίνητη περιουσία της συμπεριλαμβανομένου και του ξενοδοχείου ΑΛΟΗ. Στην μεν Αγ. Αρ. 2804/2014 πρόβαλαν τη θέση ότι οι συμφωνίες για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων και όλες οι εξασφαλίσεις γι αυτές είναι άκυρες ενώ στη δεύτερη διαδικασία επιδίωξαν το διορισμό Εξεταστή για το λόγο ότι η εταιρεία μπορεί να διασωθεί ως δρώσα οικονομική μονάδα. Με την παρούσα Αγωγή και αίτηση γίνεται μόνο αναφορά στο Ομόλογο Επιβάρυνσης και επικεντρώνεται στους όρους αυτού και ζητείται ο καθορισμός της αξίας του με σκοπό την πληρωμή του και παύση των εξουσιών των Παραληπτών. Επίσης, επικαλούνται και πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων των Παραληπτών. Στη βάση αυτή επεδίωξαν και εξασφάλισαν εκ νέου διάταγμα, ναι μεν πιο περιορισμένης εμβέλειας με την έννοια ότι απαγορεύεται μόνο τους Παραλήπτες να πωλήσουν το επίδικο ξενοδοχείο, αλλά πάλι σχετίζεται με την εκτέλεση των καθηκόντων και υποχρεώσεων τους δυνάμει του Ομολόγου Επιβάρυνσης το οποίο δόθηκε ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρείας για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που της παραχωρήθηκαν από την εναγομένη
- Με βάση το κλητήριο ένταλμα και τις θεραπείες που επιζητούνται καθώς και από τα γεγονότα της αίτησης που βασίζουν την αξίωση των εναγόντων, το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας όφειλε να εξετάσει προτού εκδόσει μονομερώς το επίδικο διάταγμα το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων και την αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση καθώς επίσης την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του και τον κίνδυνο αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Με βάση τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν με την αίτηση και την ένορκη ομολογία που την συνόδευε, οι ενάγοντες επικαλέστηκαν και βάσισαν το δικαίωμα τους να εγείρουν την παρούσα αγωγή υπό την ιδιότητα τους ως μέτοχοι και Διοικητικοί Σύμβουλοι της εναγομένης 4 εταιρείας καθώς επίσης και εγγυητές των υποχρεώσεων της και ο ενάγοντας 1, ισχυρίστηκαν ότι είναι και ενυπόθηκος οφειλέτης για τις υποχρεώσεις της. Επίσης, στο κλητήριο ένταλμα ζητούν Δήλωση του Δικαστηρίου ότι νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή υπό την πιο πάνω ιδιότητα τους και για λογαριασμό της εναγομένης 4 εταιρεία (παράγωγη αγωγή) προς διασφάλιση των συμφερόντων της ή και δικαιωμάτων της. Προβάλλοντας τα πιο πάνω επικαλέστηκαν συγκεκριμένους όρους του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης για να πουν ότι ο τρόπος υπολογισμού της αξίας του από τους εναγομένους 1,2 και 3 είναι λανθασμένος. Επίσης, επικαλέστηκαν και πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων των εναγομένων 1 και 2 κατά τη διαδικασία πώλησης τους επίδικου ξενοδοχείου και ότι αν τους επιτραπεί να το πράξουν επαπειλείται η πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς. Γενικότερα η παρούσα αγωγή τους επικεντρώθηκε αποκλειστικά στο Ομόλογο Επιβάρυνσης και τους όρους αυτού καθώς επίσης και στον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων των εναγομένων 1 και 2 και στη βάση αυτών εξασφάλισαν το υπό κρίση διάταγμα χωρίς να αποκαλύψουν τις προηγούμενες αιτήσεις που είχαν προηγηθεί, το διάταγμα που εξασφάλισαν σε άλλη διαδικασία και το οποίο σχετιζόταν με την άσκηση των καθηκόντων και δικαιωμάτων των εναγομένων 1,2 και 3 δυνάμει του εν λόγω Ομολόγου αλλά και το ότι επιχείρησαν και με δεύτερη άλλη διαδικασία να εμποδίσουν εκ νέου της άσκηση των πιο πάνω καθηκόντων και δικαιωμάτων των εναγομένων 1,2 και
- Και η θέση τους είναι ότι οι εν λόγω διαδικασίες είναι εντελώς άσχετες με την παρούσα και δεν θα επηρέαζαν την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων, δεν θεωρώ ότι οι προηγούμενες διαδικασίες είναι εντελώς άσχετες με την παρούσα και ότι αν αποκαλύπτονταν δεν θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου όταν εξέταζε μονομερώς την παρούσα αίτηση. Και τούτο διότι οι ισχυρισμοί τους οποίους πρόταξαν οι ενάγοντες στις προηγούμενες διαδικασίες, δεν είναι άσχετοι με το αγώγιμο δικαίωμα τους στην παρούσα αγωγή και με την πιθανότητα επιτυχίας της. Επίσης, το προηγούμενο προσωρινό διάταγμα το οποίο εξασφάλισαν στην Αγ. Αρ. 2804/14 και το διάταγμα που επιχείρησαν να εξασφαλίσουν εκ νέου στην Γεν. Αίτηση Αρ. 216/16 είχαν το ίδιο αποτέλεσμα με το διάταγμα που εξασφάλισαν με την παρούσα αγωγή. Μπορεί να στηρίχτηκαν σε διαφορετικές βάσεις και γεγονότα στις προηγούμενες διαδικασίες αλλά αυτά δεν μπορεί να αποσυνδεθούν και να θεωρηθούν εντελώς άσχετα με την παρούσα διαδικασία. Και εξηγώ: Οι εναγόντες ως βάση για την νομιμοποίηση τους να εγείρουν την παρούσα αγωγή προβάλουν, μεταξύ άλλων, την ιδιότητα τους ως εγγυητές της εταιρείας και ο ενάγοντας 1 περαιτέρω την ιδιότητα του ως ενυπόθηκος οφειλέτης της εταιρείας καθώς επίσης παρουσιάζουν την εταιρεία ως οφειλέτη των εναγομένων 3 και παρουσιάζουν το Ομόλογο ότι εξασφαλίζει τις υποχρεώσεις της εταιρείας όπως αυτές διεκδικούνται από την εναγομένη 3 στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της στην Αγ. Αρ. 2804/2014 Ε.Δ. Πάφου. Ισχυρίζονται επίσης ότι το Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης αποτελεί εξασφάλιση ορισμένων από των υποχρεώσεων της εταιρείας προς την Τράπεζα και η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις χρηματοδοτικές και πιστωτικές διευκολύνσεις της εταιρείας έναντι της τράπεζας. Και αυτό για να υποστηρίξουν τη θέση τους ότι το ποσοστό του Ομολόγου θα πρέπει να υπολογίζεται δυνάμει των ποσοστών επιτοκίων που προβλέπονται στις εν λόγω χρηματοδοτικές και πιστωτικές υποχρεώσεις. Περαιτέρω, στην ένορκη ομολογία που συνοδεύει την αίτηση υπάρχουν ισχυρισμοί ότι τα αξιούμενα από την Τράπεζα ποσά στην Αγ. Αρ. 2804/2014 είναι πλήρως εξασφαλισμένα από τις εγγυήσεις των εναγόντων και από υποθήκες. Δεν παραγνωρίζεται φυσικά ότι στην παράγραφο 25 της ένορκης ομολογίας της αίτησης γίνεται αναφορά στην Αγ. Αρ. 2804/2014 και ότι σε αυτή αμφισβητείται το ύψος των αξιούμενων ποσών και η εγκυρότητα και νομιμότητα των συμφωνιών. Πουθενά όμως δεν επεξηγούν τη θέση τους αυτή ούτε αναφέρουν ότι εξακολουθούν να προωθούν την εν λόγω αγωγή αλλά ιδιαιτέρως ότι αποτάθηκαν και εξασφάλισαν από το Δικαστήριο προσωρινό διάταγμα με το οποίο εμποδίζονταν οι παραλήπτες να ασκούν τα καθήκοντα τους δυνάμει του Ομολόγου στη βάση του ότι οι συμφωνίες που εξασφάλιζε είναι άκυρες. Τα γεγονότα επίσης τα οποία παρουσίασαν καταδεικνύουν ότι υπάρχει η οικονομική δυνατότητα αποπληρωμής της αξίας του Ομολόγου εφόσον αποφασιστεί η αξία του, ότι οι υποχρεώσεις της εταιρείας είναι εξασφαλισμένες και γενικά δίνουν την εικόνα ότι δεν υπάρχει λόγος να πωληθεί το ξενοδοχείο για να πληρωθούν οι οφειλές της εταιρείας. Παραλείπουν όμως να αναφέρουν ότι προωθήθηκε στο Δικαστήριο η Γεν. Αίτ. Αρ. 216/16 για διορισμό Εξεταστή και να επεξηγήσουν τις θέσεις που προβλήθηκαν σε εκείνη τη διαδικασία αλλά και το αποτέλεσμα. Ουδεμία αναφορά γίνεται στην εν λόγω Αίτηση, που όπως προκύπτει από το τεκμήριο 6 επί της ένστασης και την ένορκη ομολογία του ενάγοντα 2 η θέση που προβαλλόταν ήταν ότι η εταιρεία παρουσιάζει προσωρινά προβλήματα ρευστότητας και αδυνατεί τη δεδομένη στιγμή να πληρώσει τα χρέη της. Ουδεμία αναφορά επίσης γίνεται στο ότι και σε εκείνη τη διαδικασία αποτάθηκαν μονομερώς και επιχείρησαν να εκδώσουν εκ νέου προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορευόταν στους παραλήπτες να ασκούν τα καθήκοντα τους. Η μη αποκάλυψη όλων των πιο πάνω γεγονότων συνιστά μη ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και τη διαφορά των διαδίκων. Στέρησε από το Δικαστήριο να έχει πλήρη εικόνα των γεγονότων και επιλεκτικά οι ενάγοντες αναφέρθηκαν μόνο στα γεγονότα τα οποία ευνοούσαν και υποστήριζαν την υπόθεση τους στην παρούσα αγωγή. Επεδίωξαν την παρεμπόδιση την άσκηση των δικαιωμάτων και καθηκόντων των εναγομένων 1,2 και 3 σε δύο προηγούμενες άλλες διαδικασίες παρουσιάζοντας διαφορετικά και αντιφατικά γεγονότα και τώρα με την παρούσα επιδιώκουν εκ νέου το ίδιο αποτέλεσμα χωρίς να έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένα όλα τα πιο πάνω γεγονότα. Διευκρινίζω ότι στο στάδιο αυτό εξετάζω το ζήτημα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και όχι ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας. Εκείνο το οποίο έχει σημασία εδώ είναι κατά πόσο οι προηγούμενες διαδικασίες που έλαβαν χώρα ενώπιον του Δικαστηρίου όφειλαν να είχαν αποκαλυφθεί και επεξηγηθεί στη σωστή τους διάσταση από τους ενάγοντες όταν αποτείνονταν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για να εξασφαλίσουν εκ νέου προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορευόταν, έστω η πώληση μόνο του επίδικου ξενοδοχείου. Όλα αυτά τα γεγονότα και οι προηγούμενες διαδικασίες ήταν σε γνώση των εναγόντων αλλά επέλεξαν να μην προβούν καν σε αναφορά σε αυτές. Το μόνο το οποίο έπραξαν ήταν να επισυνάψουν την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Τράπεζας που καταχωρήθηκε στην Αγ. Αρ. 2804/2014 και αυτό με μοναδικό σκοπό να υποστηρίξουν τη θέση τους ότι τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα υπόλοιπα των πιστωτικών διευκολύνσεων είναι εξασφαλισμένα με σχετικές υποθήκες που με βάση εκτιμήσεις που αναφέρουν τα καλύπτουν. Και περαιτέρω για να καταδείξουν ότι είναι εγγυητές της εταιρείας και ότι έχουν δικαίωμα να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων καθότι θα υποστούν ζημιά. Διερωτώμαι, αφού αναφέρθηκαν στην πιο πάνω Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση της Τράπεζας γιατί στην ένορκη ομολογία που συνοδεύει την αίτηση δεν κάνουν αναφορά στην Αγωγή τους με Αρ. 2804/2014 Ε.Δ. Πάφου. Αφού η εν λόγω Αγωγή είναι, κατά τη θέση τους εντελώς άσχετη με την παρούσα, γιατί επιλέγουν να αναφερθούν στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην εν λόγω αγωγή μόνο και γιατί τουλάχιστον δεν επισυνάπτουν και την δική τους Έκθεση Απαίτησης (τεκμήριο 1 επί της ένστασης). Και το σημαντικότερο, γιατί δεν αποκαλύπτουν ότι αποτάθηκαν μονομερώς και εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα σε εκείνη την αγωγή καθώς επίσης και τα γεγονότα που επικαλέστηκαν και να επεξηγήσουν τί έλαβε χώρα πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της υπό κρίση αίτησης; Πέραν τούτου, πώς είναι δυνατό να αναφέρονται στα οφειλόμενα από τις πιστωτικές διευκολύνσεις υπόλοιπα όπως τα αξιώνει η Τράπεζα στην Αγ. Αρ. 2804/14, τα οποία φαίνεται να μην αποδέχονται και ταυτόχρονα στις υποθήκες και εξασφαλίσεις και να λέγουν ότι αυτές υπερκαλύπτουν τις αξιώσεις της Τράπεζας, τη στιγμή που όπως έχει αποκαλυφθεί με την ένσταση και το τεκμήριο 1 οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι όλα αυτά είναι άκυρα. Δεν αρκεί μια γενική αναφορά στην ένορκη ομολογία ότι εκείνη η Αγωγή αφορά την ακύρωση των συμφωνιών και την αμφισβήτηση του υπολοίπου. Προωθήθηκε μονομερής αίτηση στη βάση της οποίας εξασφαλίστηκε προσωρινό διάταγμα και ο ίδιος ενόρκως δηλών παρουσίασε γεγονότα και υποστήριξε την θέση των εναγόντων στην Αγωγή εκείνη στη βάση των οποίων εξασφάλισε παρόμοιο διάταγμα με αυτό που εξασφάλισε στην παρούσα αγωγή, χωρίς καν να γίνει αναφορά σε εκείνη τη διαδικασία. Όλα τα πιο πάνω τα αναφέρω για να καταδείξω την σχετικότητα των προηγούμενων διαδικασιών που έλαβαν χώρα ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και ότι αυτές οι διαδικασίες και τα γεγονότα που τις περιβάλουν ήταν ουσιώδη γεγονότα τα οποία οι ενάγοντες όφειλαν και έπρεπε να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο. Δεν μπορεί οι ενάγοντες, επειδή σε αυτή την αγωγή επικεντρώνονται μόνο στο Ομόλογο Επιβάρυνσης και στους όρους αυτού αλλά και στον τρόπο που κατ' ισχυρισμό οι Παραλήπτες επιχειρούν να ασκήσουν τα καθήκοντα τους, να ισχυρίζονται ότι οι προηγούμενες διαδικασίες είναι εντελώς άσχετες με την παρούσα και δεν είχαν υποχρέωση να αναφερθούν σε αυτές. Όπως έχω αναφέρει και προηγουμένως οι ίδιοι επικαλέστηκαν την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Τράπεζας στην Αγ. Αρ. 2804/
- Επέλεξαν όμως να κάνουν αναφορά μόνο σε αυτή για να στηρίξουν την υπόθεση τους παρά να δώσουν ολοκληρωμένη εικόνα στο Δικαστήριο σε σχέση με τι αφορά εκείνη η αγωγή αλλά και να αναφερθούν και στο προηγούμενο προσωρινό διάταγμα που εξασφάλισαν το οποίο σχετίζεται άμεσα με αυτό που εξασφάλισαν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Περαιτέρω, εκείνο το οποίο φαίνεται να προκύπτει από όλα τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, η μη αποκάλυψη, φαίνεται να έγινε σκόπιμα και εσκεμμένα. Οι προηγούμενες διαδικασίες προκύπτει να ήταν σε γνώση των εναγόντων και των δικηγόρων τους και σχετίζονταν άμεσα με το διάταγμα το οποίο εξασφάλισαν το οποίο ήταν η απαγόρευση στους Παραλήπτες από το να πωλήσουν το επίδικο ξενοδοχείο, διάταγμα το οποίο εξασφάλισαν στην Αγωγή Αρ. 2804/2014, ακυρώθηκε και επιχείρησαν να το εξασφαλίσουν εκ νέου στην Γενική Αίτηση Αρ. 216/16 Ε.Δ. Πάφου. Τα γεγονότα επίσης των προηγούμενων διαδικασιών και ειδικότερα αυτών της Αγ. Αρ. 2804/2014 ήταν καθόλα σχετικά με την παρούσα υπόθεση και οι ενάγοντες όφειλαν να τα είχαν αποκαλύψει. Είτε το Ομόλογο Επιβάρυνσης αποτελεί ξεχωριστή σύμβαση είτε όχι, δεδομένο είναι ότι δόθηκε για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων της εταιρείας προς την Τράπεζα και δεν μπορεί οι εν λόγω υποχρεώσεις να μην αποτελούν σχετικά γεγονότα. Ο κ. Μαθηκολώνης έκανε αναφορά στο σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ - INJUCTIONS των κ.κ. Ερωτοκρίτου & Αρτέμη και συγκεκριμένα στη σελ. 167 για να πεί ότι δεν είναι ανάγκη να επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει μια μονομερή αίτηση όγκος εγγράφων και τεκμηρίων για να ικανοποιήσει την απαίτηση για πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είναι ορθό ως γενική αρχή (βλ. επίσης DELICYP COMPANY LIMITED v.
- ZRONEK WOLFGANG κ.α , Πολ. Έφεση Αρ. 206/2011, Ημερ. 04/04/2017). Αυτό όμως δεν είναι η περίπτωση στην παρούσα υπόθεση. Εδώ δεν έγινε καν αναφορά και αποκάλυψη των προηγούμενων διαδικασιών και γεγονότων ούτε επισυνάφθηκε οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο δεν επεξηγήθηκε. Επομένως, κρίνω ότι οι προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες και ειδικότερα η Αγ. Αρ. 2804/2014 και οι προηγούμενες προσπάθειες που έγιναν ή επιχειρήθηκαν να γίνουν με σκοπό να σταματήσουν τους εναγομένους 1 και 2 στην παρούσα Αγωγή να διαχειρίζονται την περιουσία της εταιρείας και να πωλήσουν το επίδικο ξενοδοχείο είναι καθόλα σχετικές με την παρούσα αγωγή. Αφορούν τους ίδιους διαδίκους ή σχεδόν τους ίδιους διαδίκους, σχετίζονται με τη διαφορά τους που έχει προκύψει με την Τράπεζα και τον διορισμό Παραληπτών δυνάμει του επίδικου στην παρούσα Αγωγή Ομολόγου. Επίσης, αφορούν και ουσιαστικά ζητήματα υποστήριξης της υπόθεσης των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση. Ισχυρίστηκαν, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω ότι αυτοί είναι εγγυητές και ενυπόθηκοι οφειλέτες και ότι οι εν λόγω υποθήκες καλύπτουν τις απαιτήσεις της Τράπεζας ενώ την ίδια στιγμή στην Αγ. Αρ. 2804/2014 επικαλούνται ακυρότητα των συμφωνιών για την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων και των υποθηκών καθώς επίσης αμφισβητούν και τα αξιούμενα ποσά. Επαναλαμβάνω ότι δεν εξετάζω κατά πόσο οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να προχωρήσουν με την παρούσα διαδικασία αλλά κατά πόσο όλα αυτά τα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν και υποστήριξαν σχετική αίτηση των εναγόντων για έκδοση του ιδίου διατάγματος είχαν υποχρέωση να τα αποκαλύψουν. Θεωρώ ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο λάμβανε γνώση όλων αυτών των γεγονότων που αποκαλύφθηκαν και επεξηγήθηκαν με την ένσταση των εναγομένων, σίγουρα θα επηρέαζαν την κρίση του κατά την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων μονομερώς (βλ. Dmitry Rybolovlev κ.α. v. Εlena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Και κριτής αυτού του γεγονότος είναι το Δικαστήριο το ίδιο και όχι το τι οι διάδικοι και οι συνήγοροι τους πιστεύουν ή θεωρούν. Σίγουρα το Δικαστήριο θα προβληματιζόταν κατά πόσο θα έπρεπε εκ νέου να παρεμποδίσει την πώληση του επίδικου ξενοδοχείου, τουλάχιστον μονομερώς και χωρίς να ακούσει την άλλη πλευρά. Θα προβληματιζόταν για το δικαίωμα των εναγόντων να εγείρουν τρίτη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και στη βάση αυτής να εμποδιζόταν εκ νέου η άσκηση των δικαιωμάτων των εναγομένων 1,2 και 3 αφού όπως διαφάνηκε από τα γεγονότα που αποκαλύφθηκαν με την ένσταση οι προηγούμενες προσπάθειες απέτυχαν. Επίσης, η θέση των εναγόντων ότι υπάρχει οικονομική δυνατότητα πληρωμής της αξίας του Ομολόγου ενώ σε προηγούμενη διαδικασία επεξηγείτο ότι η εταιρεία είναι ανίκανη στον παρόν στάδιο να το πράξει και ενώ στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης στην Αγ. Αρ. 2804/14 προβλήθηκε και επεξηγήθηκε η θέση ότι οι συμφωνίες είναι άκυρες και οι εγγυήσεις των εναγόντων, θα επηρέαζε το Δικαστήριο κατά πόσο βάσιμα αυτοί αυτοαποκαλούνται εγγυητές και εγείρουν την παρούσα αγωγή και υπό αυτή τους ιδιότητα. Πέραν των πιο πάνω , το γεγονός και μόνο ότι στην Αγ. Αρ. 2804/2014 εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα το οποίο είχε το ίδιο αποτέλεσμα με αυτό το οποίο εκδόθηκε στην παρούσα αίτηση, καθώς επίσης και ότι στην Γεν. Αίτηση Αρ. 216/2016 καταχωρήθηκε εκ νέου μονομερής αίτησης με την οποία επιχειρήθηκε εκ νέου η έκδοση παρόμοιου διατάγματος και μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκείνης υπήρξε δέσμευση των εναγομένων για μη πώληση του ξενοδοχείου, ήταν ουσιώδη γεγονότα τα οποία έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί. Στην παρούσα αίτηση ζητήθηκε και εκδόθηκε το ίδιο σχεδόν διάταγμα μονομερώς με αυτό που εκδόθηκε στην Αγ. Αρ. 2804/2014 το οποίο και ακυρώθηκε και επιχειρήθηκε να εκδοθεί εκ νέου στην Γεν. Αίτηση Αρ. 216/16 χωρίς το Δικαστήριο να έχει υπόψη του αυτές τις προηγούμενες διαδικασίες και χωρίς να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους ακυρώθηκε το πρώτο διάταγμα και να εξετάσει και ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας ή να λάβει υπόψη του και το ενδεχόμενο ύπαρξης αλλότριων κινήτρων στην προώθηση εκ νέου της παρούσας αίτησης. Οι προηγούμενες αιτήσεις και οι διαδικασίες που έλαβαν χώρα αν αποκαλύπτονταν δυνατό να έπαιζαν ρόλο κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης μονομερώς και κατά πάσα πιθανότητα το Δικαστήριο δεν θα εξέδιδε το εκδοθέν διάταγμα μονομερώς και χωρίς πρώτα να ακούσει και την άλλη πλευρά. Πρόκειται για αιτήσεις που σκόπευαν στο ίδιο αποτέλεσμα, σχετίζονταν με το επίδικο Ομόλογο και αφορούσαν κατ' ουσία την ίδια διαφορά μεταξύ των ίδιων σχεδόν διαδίκων. Θεωρώ ότι η μη αποκάλυψη αυτών των διαδικασιών είχε ως αποτέλεσμα οι ενάγοντες να αποκτήσουν πλεονέκτημα σε σχέση με το δικαίωμα τους να αιτηθούν και να εξασφαλίσουν εκ νέου μονομερώς το ίδιο σχεδόν διάταγμα ή κατ' ουσία αυτό να έχει το ίδιο αποτέλεσμα με τις προηγούμενες διαδικασίες. Και όφειλαν να προβούν σε ολοκληρωμένη και πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων. Πόσο μάλλον όταν το προηγούμενο διάταγμα ακυρώθηκε λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έγινε πλήρης και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων στην παρούσα υπόθεση και τολμώ να πω ότι αυτό έγινε επί σκοπού αφού όλα αυτά τα γεγονότα ήταν σε γνώση των εναγόντων. Όφειλαν να τα είχαν αποκαλύψει έτσι ώστε το Δικαστήριο να είχε ολοκληρωμένη εικόνα των διαφορών των διαδίκων και να είναι σε θέση να αξιολογήσει τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην αίτηση στη σωστή τους διάσταση και να αποφασίσει κατά πόσο θα εξέδιδε εκ νέου το υπό κρίση διάταγμα μονομερώς ασχέτως αν οι προηγούμενες διαδικασίες ενδεχομένως να μην επηρεάζουν το δικαίωμα τους να προωθούν την παρούσα αγωγή. Ήταν για το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο οι προηγούμενες διαδικασίες και γεγονότα που τέθηκαν εκεί θα επηρέαζαν ή όχι την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μονομερώς. Όλα τα πιο πάνω, δεν αφήνουν άλλο περιθώριο από το να προχωρήσω με την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος χωρίς να χρειάζεται να εξετάσω οτιδήποτε άλλο και την ουσία της παρούσας αίτησης. Ως εκ τούτου η αίτηση ημερομηνίας 10/03/2017 απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα της ίδιας ημερομηνίας ακυρώνεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1-4 - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων 1-5 - αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος. Πρωτοκολλητής (Υπ.).............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον