Αντώνιος Αντωνίου κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής 1541/2016, 25/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1541/2016 Μεταξύ:
- Αντώνιος Αντωνίου, από την Πάφο
- Ρεβέκκα Αντωνίου, από την Πάφο Εναγόντων - και - ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγομένων -------------------------------- Προσωρινά Διατάγματα και αίτηση ημερομηνίας 27.10.2016 -------------------------------- Ημερομηνία: 25 Απριλίου 2017 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Φ. Στεφάνου Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Σ. Ζαχαρία για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ -------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνουν εναντίον των εναγομένων διάφορα διατάγματα, έχοντας ως βάση συμφωνία δανείου μεταξύ τους και των εναγομένων ημερομηνίας 22/02/2006 σε Ελβετικά φράγκα. Μεταξύ των άλλων, διαταγμάτων και αποζημιώσεων που οι ενάγοντες αξιώνουν, είναι και η ακύρωση της πιο πάνω συμφωνίας δανείου καθώς και των εξασφαλίσεων και εγγυήσεων που παραχωρήθηκαν στους ενάγοντες προς εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η δέσμευση δύο προθεσμιακών καταθέσεων της ενάγουσας
- Οι ενάγοντες με μονομερή αίτηση τους ημερομηνίας 27/10/2016 την οποία το δικαστήριο επιλήφθηκε αυθημερόν, πέτυχαν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: Α. Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους να προχωρήσουν σε συμψηφισμό της προθεσμιακής κατάθεσης με αριθμό λογαριασμού 645-160-014328-8 η οποία ανέρχεται σήμερα στο ποσό των GBP 25.110 περίπου προς μερική ή ολική εξόφληση οιουδήποτε υπολοίπου παρουσιάζει ο λογαριασμός δανείου με αριθμό 645-430-000706-7 στο όνομα του ενάγοντα 1 και/ή οιουδήποτε λογαριασμού διατηρούν ο ενάγοντας 1 και/ή ενάγουσα 2 στο τραπεζικό ίδρυμα των εναγομένων, μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους να προχωρήσουν σε συμψηφισμό της προθεσμιακής κατάθεσης με αριθμό λογαριασμού 645-150-032051-5 η οποία ανέρχεται σήμερα στο ποσό των €20.000 περίπου προς μερική ή ολική εξόφληση οιουδήποτε υπολοίπου παρουσιάζει ο λογαριασμός δανείου με αριθμό 645-430-000706-9 του ενάγοντα 1 και/ή οιουδήποτε λογαριασμού διατηρούν ο ενάγοντας 1 και/ή ενάγουσα 2 στο τραπεζικό ίδρυμα των εναγομένων, μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την απαίτηση και τα πιο πάνω επίδικα διατάγματα, περιγράφονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 που συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων και όπως μπορώ να τα συνοψίσω έχουν ως ακολούθως: Ο ενάγοντας 1 συνήψε συμφωνία δανείου με τους εναγόμενους στις 22/02/2006 (Τεκμήρια Α και Β) σε ελβετικά φράγμα ύψους CHF 135.500 με όρους αποπληρωμής δια καταβολής μηνιαίας δόσης ύψους CHF1.222 έκαστη από 30/03/2006 και οι υπόλοιπες πληρωτέες κάθε 30ην ημέρα έκαστου επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Προς εξασφάλιση του πιο πάνω δάνειου δόθηκαν προς τους ενάγοντες, οι ακόλουθες εξασφαλίσεις, από την ενάγουσα 2, σύζυγο του ενάγοντα 1: Α. Δέσμευση κατάθεσης για το ποσό των Λ.Κ. 16.
- Β. Δέσμευση κατάθεσης για το ποσό των GBP 41.
- Γ. Δέσμευση κατάθεσης για το ποσό των Λ.Κ.
- Δ. Προσωπική εγγύηση για το ποσό των GBP 135.
- Από τις πιο πάνω δέσμευσης των καταθέσεων τη ενάγουσας 2, σήμερα παραμένουν, λόγω της μείωσης του οφειλόμενου ποσού του δανείου και των αιτημάτων των εναγόντων για αποδέσμευση διαφόρων ποσών των εξασφαλίσεων, οι πιο κάτω προθεσμιακές καταθέσεις: Α. Προθεσμιακή κατάθεση με αρ. λογαριασμού 645-160-014328 για το ποσό των GBP25.110 περίπου. Α. Προθεσμιακή κατάθεση με αρ. λογαριασμού 645-150-032051-5 για το ποσό των €20.000 περίπου. Ο ενάγοντας 1 ισχυρίζεται στις παραγράφους 2 - 7 της ένορκης του δήλωσης, πως είναι οι εναγόμενοι δια των υπαλλήλων τους που τον παρότρυναν στον δανεισμό ελβετικών φράγκων, χωρίς να του δοθούν λεπτομέρειες, χωρίς να του εξηγηθεί ο νομισματικός κίνδυνος ενός τέτοιου δανεισμού και χωρίς να ενημερωθεί για το δικαίωμα του να ασφαλιστεί έναντι των κινδύνων που ενείχε ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα. Υποστηρίζει, ο ενάγοντας 1, πως μετά την υπογραφή της συμφωνίας, γύρω στις αρχές του 2010, οι εναγόμενοι, μονομερώς, αύξησαν την δόση του δανείου η οποία με την πάροδο του χρόνου συνέχιζε να παρουσιάζει αυξητική τάση, γεγονός το οποίο δυσχέραινε την οικονομική του κατάσταση, λόγω του ότι πλήρωνε ποσό πολύ μεγαλύτερο από το συμφωνηθέν. Όπως υποστηρίζει, για το πιο πάνω γεγονός, διαμαρτυρήθηκε στους εναγόμενους αλλά αυτοί δεν του έδιναν σημασία και συνέχιζαν την τακτική τους. Κατά ή περί τον Μάρτιο του 2015, στα πλαίσια των προσπαθειών του, όπως αναφέρει, να έρθει σε διευθέτηση με τους εναγόμενους, διόρισε εδικούς εμπειρογνώμονες/οικονομολόγο με σκοπό την ανακατασκευή της κατάστασης λογαριασμού ώστε να φανεί ποιο θα έπρεπε να ήταν το υπόλοιπο του δανείου του σύμφωνα με τα επιτόκια που συμφωνήθηκαν και/ή ίσχυαν κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας. Σύμφωνα με την μελέτη (Τεκμήριο Γ), που του παραδόθηκε κατά ή περί την 17/03/2015, προκύπτει ότι, ενώ ο συγκεκριμένος λογαριασμός κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2014 θα έπρεπε να παρουσιάζει υπόλοιπο CHF 7.529,54 ήτοι €4.747,17 παρουσίαζε υπόλοιπο CHF39.308,28 ήτοι €24.783,
- Μετά την παραλαβή της πιο πάνω μελέτης, επισκέφθηκε την δικηγόρο του, η οποία απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο Δ) ημερομηνίας 03/04/2015 στους εναγόμενους, με την οποία ζητούσε να διευθετηθεί το δάνειο με την καταβολή του ποσού που προέκυπτε από την έκθεση των εμπειρογνωμόνων ότι αποτελεί το υπόλοιπο του δανείου κατά την 31/12/2014 και οι εναγόμενοι ακολούθως του απέστελλαν επιστολή ημερομηνίας 23/04/2015 (Τεκμήριο Ε) με την οποία ζητούσαν την πληρωμή του ποσού των €34.500 για πλήρη διευθέτηση. Ο ενάγοντας 1, με επιστολή της δικηγόρου του ημερομηνίας 15/06/2015 (Τεκμήριο Στ) προς τους εναγόμενους, απάντησε πως δεν αποδέχεται την πρόταση τους και τους πρότεινε την καταβολή του ποσού των €5000 για πλήρη απαλλαγή του από το δάνειο, ενώ εντωμεταξύ είχε ήδη καταβάλει σε αυτούς το ποσό που τους όφειλε με βάση την πιο πάνω έκθεση. Οι εναγόμενοι, αγνόησαν πλήρως την πιο πάνω επιστολή του ενάγοντα 1 και ενοχλούσαν την δικηγόρο του, μέσω κάποιας δικηγόρου επ΄ ονόματι Ελευθερίας Αντωνοπούλου, με σκοπό να καταβάλει τις καθυστερήσεις που παρουσιάζονταν, ενώ η δικηγόρος του ζήτησε επανειλημμένα όπως λάβει απάντηση αναφορικά με το πιο πάνω αίτημα του ενάγοντα 1 χωρίς όμως να υπάρξει από του μέρους των εναγομένων ανταπόκριση. Παρά το ότι, όπως ο ενάγοντας 1 αναφέρει, έτυχε νομικής συμβουλής για να λάβει νομικά μέτρα εναντίον των εναγομένων, λόγω οικονομικών και προσωπικών προβλημάτων, που περιγράφει την παρ. 19 της ένορκης του δήλωσης, απέστειλε ο ίδιος προσωπικά επιστολή (Τεκμήριο Η) προς τους εναγόμενους, η οποία μέχρι σήμερα παρέμεινε αναπάντητη. Με την πιο πάνω επιστολή του (Τεκμήριο Η), ζητούσε επίσης, όπως οι εναγόμενοι προχωρήσουν σε αποδέσμευση ποσού από τις προθεσμιακές καταθέσεις της ενάγουσας 2 για να πληρώσουν την φοιτητική εστία του παιδιού τους, χωρίς καμία ανταπόκριση και παρά το ότι ζητούσαν συνεχώς συναντήσεις με τους εναγόμενους αυτό δεν κατέστη δυνατό. Ακολούθως στις 24/10/2019, όπως υποστηρίζει ο ενάγοντας 1, έλαβε ένα άκρως απειλητικό τηλεφώνημα από εκπρόσωπο των εναγομένων, τον κ. Χρίστο Κούμα, ο οποίος του ανέφερε πως εάν δεν προχωρήσουν με την εξόφληση του δανείου θα εξαργυρώσουν τις προθεσμιακές καταθέσεις της ενάγουσας 2 προς συμψηφισμό με τον λογαριασμό του δανείου. Μετά την πιο πάνω επικοινωνία του ενάγοντα 1 με τον Κ. Κούμα, επικοινώνησε μαζί του κ. Κούμα και η σύζυγος του ενάγοντα 1, ενάγουσα 2, σε μια προσπάθεια εξεύρεσης λύσης, αλλά ο κ. Κούμας ήταν ανένδοτος, αναφέροντας της πως εάν δεν προχωρήσουν σε εξόφληση ολόκληρου του υπολοίπου μέχρι την 31/10/2016 θα προχωρήσουν σε εξαργύρωση και/ή μεταφορά των προθεσμιακών καταθέσεων της στον λογαριασμό του δανείου για σκοπούς συμψηφισμού. Υποστηρίζει, πως είναι άδικο, χωρίς να εξακριβωθεί το ακριβές υπόλοιπο του δανείου οι εναγόμενοι να προχωρήσουν στην εξόφληση του με τον πιο πάνω τρόπο και ότι τα ποσά των καταθέσεων της συζύγου του είναι απαραίτητα για τις σπουδές του γιού τους και την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας της συζύγου του. Υποστηρίζει επίσης, πως οι εναγόμενοι ασκούν ως μέτρο πίεσης την ύπαρξη των προθεσμιακών καταθέσεων της ενάγουσας 2 και με απειλητικό τρόπο προσπαθούν να εξασφαλίσουν την είσπραξη ενός αμφισβητούμενου από μέρους τους υπολοίπου. Στις παραγράφους 26 μέχρι 32 της ένορκης του δήλωσης, ο ενάγοντας 1 αναφέρει τα ακόλουθα: «
- Όπως πληροφορούμαι από την δικηγόρου μου, η πιο πάνω συμφωνία δανείου πάσχει από ακυρότητα και περαιτέρω περιέχει καταχρηστικούς όρους, οι οποίοι έχουν ετοιμαστεί εκ των προτέρων από τους εναγόμενους δημιουργώντας εις βάρος μου σημαντική ανισότητα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις μου.
- Περαιτέρω, όπως πληροφορούμαι τόσο από ενημέρωση που λαμβάνω από το διαδίκτυο όσο και στις ειδήσεις, γίνονται προσπάθειες για επίλυση του θέματος νομοθετικά για προστασία των δανειοληπτών που δανείστηκαν σε ξένο νόμισμα. Επίσης όπως πληροφορούμαι από την δικηγόρο μου, σε πολλές περιπτώσεις, οι εναγόμενοι προβαίνουν σε εξώδικη διευθέτηση αυτής της φύσεως υποθέσεων. Μάλιστα, όπως μου έχει αναφερθεί, εκπρόσωπος των εναγομένων στην Βουλή μετά την συζήτηση του θέματος για δάνεια σε ξένο νόμισμα, ανέφερε ότι σε αντίθεση με άλλα πιστωτικά ιδρύματα, οι εναγόμενοι, προβαίνουν σε διαγραφή 30% της συνολικής οφειλής του δανείου. Ως εκ των πιο πάνω και των συνεχών εξελίξεων για το θέμα αυτό, είναι εξαιρετικά άδικο να μην εμποδιστούν οι εναγόμενοι από το να μεταφέρουν τα χρήματα μας έναντι του επίδικου δανείου.
- Εξ όσων πληροφορούμαι τόσο από το διαδίκτυο όσο και από την δικηγόρο μου, σε άλλες παρόμοιας φύσης υποθέσεις, οι εναγόμενοι προχωρούν σε διευθετήσεις και σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου φαίνεται ότι στις περιπτώσεις δανείων σε ελβετικό φράγκο, οι εναγόμενοι αναλαμβάνουν μεγάλο ποσοστό της ζημιάς εξαιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της.
- Εξ όσων κάλλιον γνωρίζων και πιστεύω και εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα καταστήσει αδύνατη και ανέφικτη την απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, καθότι ο λογαριασμός θα εξοφληθεί χωρίς να εξακριβωθεί το επαρκές υπόλοιπο. Τίθεται ζήτημα ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών και σε περίπτωση που οι εναγόμενοι προχωρήσουν σε συμψηφισμό θα εξασφαλίσουν το λαβείν τους χωρίς να μας δοθεί το δικαίωμα να ακουστούμε.
- Έγινε ξεκάθαρο από μέρους των εναγομένων ότι εάν εντός 30 ημερών δεν έρθω σε συμβατική λύση μαζί τους , στην βάση των δικών τους απαιτήσεων, δηλαδή την πληρωμή του ποσού των €34.000, τότε χωρίς άλλη ειδοποίηση, θα γίνει η μεταφορά των χρημάτων της συζύγου μου στο δάνειο. Αμέσως επικοινώνησα με την δικηγόρου μου και χωρίς καθυστέρηση προβήκαμε την καταχώρηση της παρούσας αίτησης προκειμένου να προστατεύσουμε τις καταθέσεις μας που είναι αναγκαίες για τη διαβίωση και επιβιώση μας όπως εξηγώ πιο πάνω.
- Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας η παρούσα αίτηση έχει μεγάλες κα ορατές πιθανότητες επιτυχίας, και σίγουρα υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκαση. Επίσης, όπως με πληροφορεί η δικηγόρος μου, σύμφωνα με σχετικά πρόσφατη απόφαση που εκδόθηκε από τον Διευθυντή της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού αποφασίστηκε ότι υπάρχουν καταχρηστικοί όροι σε συμβόλαιο δανεισμού σε ξένο νόμισμα. Μάλιστα η περίπτωση που εξετάστηκε αφορούσε συμβόλαιο που είχε ετοιμαστεί από τους εναγόμενους.
- Με βάση τα πιο πάνω και ως λαμβάνω νομική συμβουλή από τους δικηγόρους μας είναι λοιπόν δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, αφού σε αντίθετη περίπτωση, οι εναγόμενοι θα δημιουργήσουν μια τετελεσμένη κατάσταση, εις βάρος των δικαιωμάτων και συμφερόντων μας.» Οι εναγόμενοι - καθ΄ ων αίτηση, καταχώρησαν ένσταση στη έκδοση και διατήρηση των επίδικων διαταγμάτων και προβάλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης (καταγράφονται αυτούσιοι): (α) Δεν καταδεικνύεται οποιοσδήποτε λόγος για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Οι ενάγοντες/αιτητές έχουν αποτύχει να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους περί του ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (β) Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος και/ή επαρκής λόγος όπως το παρόν Διάταγμα καταστεί απόλυτο καθότι οι εναγόμενοι δεν δέσμευσαν και/ή δεν συμψήφισαν τις εν λόγω προθεσμιακές καταθέσεις, η δε παρούσα αίτηση είναι πρόωρη και είναι δέον όπως απορριφθεί. (γ) Όλα τα δέοντα έγγραφα Εγγυήσεων και Γενικού Δικαιώματος Επίσχεσης τα οποία υπέγραψε η ενάγουσα 2 και τα οποία παρέθεσε ως Εγγύηση για εξασφάλιση του παραχωρηθέντος προς τους ενάγοντες δανείου, με αριθμό λογαριασμού 645-430-000706-9 είναι καθ' όλα ορθά, έγκυρα και δεσμευτικά προς τα συμβαλλόμενα μέρη, οι δε ενάγοντες έχουν υπογράψει αυτά ελευθέρα βουλήσει με αποτέλεσμα να κωλύονται (are estopped) από το να προβάλουν τους ισχυρισμούς που προωθούν με την υπό κρίση αίτηση τους. Επομένως το αιτούμενο Διάταγμα δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο όπως καταστεί απόλυτο. (δ) Η εν λόγω δανειοδότηση δεν έχει σε καμία περίπτωση τερματισθεί και/ή καταγγελθεί από οποιαδήποτε πλευρά και/ή μέρος, τα μέρη δε και οι διάδικοι δεσμεύονται δε από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, η οποιαδήποτε δε παρέμβαση στους όρους που διέπουν την μεταξύ τους σχέσης θα θεωρείτο ότι καταστρατηγεί την πρόθεση των μερών και το status quo. (ε) Όλες οι διευκολύνσεις του ενάγοντα 1 εξασφαλίζονται από τις προθεσμιακές καταθέσεις της συζύγου του, ενάγουσας 2 η οποία εργαζόταν στην Alpha Bank Cyprus Ltd και είχε πολύ καλή γνώση ως πρώην τραπεζικός των εγγράφων και της εγκυρότητας αυτών με την παράθεση της υπογραφής της επί αυτών. (στ) Οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» ως η υποχρέωση τους, καθότι ουδέποτε εξαπατήθηκαν από τους εναγόμενους, οι ίδιοι δε επέμεναν στην κατάρτιση του εν λόγω δανείου, και υπέγραψαν όλα τα σχετικά έγγραφα αφού διάβασαν και αντιλήφθηκαν τους όρους αυτών. (ζ) Εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά τους εναγόμενους. (η) Η παρούσα αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60 δι' έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. (θ) Δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγόμενων ή βάση αγωγής ή πιθανότητας επιτυχίας (no cause of action). (ι) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (κ) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), καθότι είναι ενοχλητική, εκδικητική, καταπιεστική και νομικά αβάσιμη. (λ) Υπάρχει έκδηλη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση εκ μέρους της εναγόμενης στην υποβολή της παρούσας αίτησης. (μ) Η παρούσα αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 9 του Κεφ. 6, ήτοι το στοιχείο του κατεπείγοντος. (ν) Οι καθ' ων η αίτηση λέγουν ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια κωλυσιεργίας και/ή καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής. (ξ) Ο μοναδικός λόγος καταχώρησης της παρούσας αίτησης είναι για να καθυστερήσει η διαδικασία και/ή να αποτρέψουν τους εναγόμενους από το να μπορέσουν να εισπράξουν το λαβείν τους, αν αυτό καταστεί αναγκαίο και απαραίτητο μέσω των προθεσμιακών καταθέσεων των εναγόντων που οι ίδιοι αυτοβούλως παράθεσαν ως εξασφαλίσεις. (ο) Σε περίπτωση που απορριφθεί η παρούσα αγωγή και στο μεταξύ ανασταλούν οι όροι της σύμβασης μέχρι τότε, οι εναγόμενοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και δεν θα μπορέσουν να αποζημιωθούν ανάλογα. Εάν δε οι ενάγοντες κερδίσουν την αγωγή τους τότε, θα μπορούν χωρίς καμία αμφιβολία να αποζημιωθούν από ένα φερέγγυο τραπεζικό οργανισμό. (π) Το αιτούμενο διάταγμα σκοπό έχει να πλήξει τα συμφέροντα των εναγόμενων και δεν είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί αυτό. (ρ) Το ισοζύγιο της ευχέρειας τείνει υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης και της μη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. Η ένσταση των εναγομένων υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Κ. Βρυώνη, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία τους και έχει εξουσιοδοτηθεί από αυτούς να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης τους. Αρχικά, ο ενόρκως δηλών στην ένσταση, προβάλλει την διαφωνία του ως προς το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 1 που υποστηρίζει την αίτηση, και περαιτέρω αναφέρει, πως οι ενάγοντες κωλύονται λόγω καταχωρήσεων και λόγω παραστάσεων να προβάλλουν τους ισχυρισμούς που προωθούν με την υπό κρίση αίτηση και ειδικότερα να αμφισβητούν την εγκυρότητα και νομιμότητα των όρων της επίδικης συμφωνίας και των εγγυήσεων που αυτοβούλως παραχώρησαν. Υποστηρίξει επίσης, ότι οι ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει ποια κατ΄ ισχυρισμό ζημιά θα υποστούν σε περίπτωση που το αιτούμενο διάταγμα δεν καταστεί απόλυτο και τούτο γιατί σε περίπτωση που η αγωγή τους επιτύχει θα αποζημιωθούν πλήρως, σε αντίθεση με τους εναγόμενους οι οποίοι εάν απορριφθεί η αγωγή των εναγόντων, θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, αφού θα διασαλευτεί και παραποιηθεί η ελεύθερη βούληση των μερών ως ήταν τότε με την παραχώρηση των διευκολύνσεων που αυτοβούλως έδωσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Υποστηρίζει επίσης, ότι το επίδικο δάνειο παραχωρήθηκε στους ενάγοντες σε ξένο νόμισμα/Ελβετικά φράγκα κατόπιν δικού τους αιτήματος και επιλογής, η οποία έγινε αποκλειστικά από τους ίδιους και ότι με την υπογραφή του επίδικου δάνειου ανάλαβαν τον τυχόν συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο. Σε ότι αφορά την ενάγουσα 2, αναφέρει ότι αυτή έχει δεσμευτεί προς τους ενάγοντες με την υπογραφή εγγράφου Γενικού Δικαιώματος Επίσχεσης και έγγραφα εγγύησης και πως η ενάγουσα 2, ως πρώην υπάλληλος των εναγόντων, γνωρίζει πολύ καλά και κατανοεί την σοβαρότητα του υπάρχει στην τήρηση των όρων των εν λόγω εγγράφων, καθότι με κανένα τρόπο η ενάγουσα 2, ή ο ενάγοντας 1, ο σύζυγος της, δεν είχαν εξαπατηθεί ή τελούσαν κάτω από πλάνη κατά τον χρόνο που είχαν προσεγγίσει την τράπεζα και είχαν αιτηθεί την παραχώρηση των επίδικων διευκολύνσεων. Η απόκρυψη των πιο πάνω, αναφέρει ο ενόρκως δηλών, σημαίνει ότι οι ενάγοντες δεν ήλθαν στο δικαστήριο με «καθαρά χέρια» και δεν παρουσίασαν την πλήρη και αληθινή εικόνα στο Δικαστήριο. Υποστηρίζει πως οι εναγόμενοι, δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να γνωρίζουν, πόσο μάλλον να ενημερώσουν τους ενάγοντες, για το μέγεθος των μεταβολών που μπορεί να έχει μια ισοτιμία με την πάροδο του χρόνου και ότι ο κίνδυνος που διέτρεχαν οι ενάγοντες από τη σύναψη του επίδικου δανείου ήταν ξεκάθαρος και πλήρως αντιληπτός από αυτούς, τον οποίο και ανέλαβαν. Το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3, 4, 5, 6 και 7 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την ένσταση των εναγομένων, όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών, επιμαρτυρούν ότι οι ενάγοντες ουδόλως είχαν εξαπατηθεί. Επαναλαμβάνει, πως όλοι οι όροι της επίδικης συμφωνίας και των εγγράφων εγγύησης, είναι ξεκάθαροι και οι ενάγοντες συμφωνήσαν με αυτούς και θέτει το ερώτημα για πιο λόγο, εάν οι ενάγοντες θεώρησαν ότι οι εν ότι οι εν λόγω όροι ήταν καταχρηστικοί και/ή παράνομοι και/ή αδιαφανή, συμφώνησαν με αυτούς εξαρχής; Επίσης, υποστηρίζει ότι, οι ενάγοντες ήταν ενήμεροι για τις όποιες αλλαγές στο επιτόκιο του λογαριασμού τους, σύμφωνα με επιστολές των εναγόντων (Τεκμήριο 8). Στην παρ. 9 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει, πως σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι οι ενάγοντες παραποίησαν εντελώς για σκοπούς έκδοσης και εξασφάλισης των επίδικων διαταγμάτων την συνομιλία τους με τον κ. Κούμα. Συγκεκριμένα αναφέρει, ότι από πληροφόρηση που έχει λάβει, πως ο κ. Κούμας καλώντας τους ενάγοντες όπως έρθουν κοντά και/ή καταβάλουν κάποιο ποσό για την μείωση των καθυστερήσεων που παρουσιάζονταν στο δάνειο, οι ενάγοντες παρακαλούσαν συνεχώς για παράταση χρόνου, παράταση και πίστωση χρόνου την οποία οι εναγόμενοι καλή τη πίστη έδιδαν, μέχρι που παρέλαβαν οι τελευταίοι την επίδικη αίτηση και το διάταγμα. Είναι η θέση των εναγομένων, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και πρόωρα, αφού στην ουσία, επιζητείται η έκδοσης διατάγματος με το οποίο να εμποδίζονται οι εναγόμενοι από το να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματα τους τα οποία πηγάζουν από μια έγκυρη σύμβαση που βρίσκεται σε ισχύ. Αναφέρει επίσης, πως δεν είναι ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθεί η αναστολή της τυχόν άσκησης των συμβατικών δικαιωμάτων των εναγομένων, και ότι με την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων ουσιαστικά οι ενάγοντες επιβραβεύονται δια την μη τήρηση των υποχρεώσεων τους, αλλά και προστατεύονται παράλληλα από τις συνέπειες της μη τήρησης τους. Τέλος αναφέρει και επαναλαμβάνει πως, η θέση των εναγομένων, στην βάση όλων των πιο πάνω, είναι ότι οι ενάγοντες δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα αφού δεν έχει τεκμηριωθεί ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν οι ενάγοντες επιτύχουν στην ουσία της αγωγής τους, καμία αμφιβολία δεν υπάρχει ότι θα αποζημιωθούν από ένα φερέγγυο τραπεζικό οργασμό. Αντίθετα η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, σημαίνει ανεπανόρθωτη ζημιά στους εναγόμενους αφού θα υπάρχει ορατότητα κινδύνου για μη είσπραξη του λαβείν τους, ποτέ, ειδικότερα από την στιγμή που παρουσιάζονται καθυστερήσεις στην καταβολή των υποχρεώσεων των εναγόντων από το
- Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν ασκήθηκε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
- θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπακόλουθα, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους προς υποστήριξη των θέσεων τους, το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί και δεν θεωρώ ότι υπάρχει ανάγκη επανάληψης του, σχετική αναφορά στις θέσεις και τις εισηγήσεις τους θα γίνει στην συνέχεια όπου τούτο κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό ή παρεμπίπτον διάταγμα που θα κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και (γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Το άρθρο 32 έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Acroprol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 A.A.Δ. 38, Κωνσταντινίδης v. Μακρυγιώργου και άλλου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, M. & Μ. Transprort v. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 Α.Α.Δ. 608, Hadjikyriakos Co Ltd v. United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 CLR 689, Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263, National Bank of Greece v. Moticia
(1987)1 A.A.Δ. 303, KOT v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ΄΄Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd και Άλλων v. Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 Α.Α.Δ. 1040, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)A.A.Δ. 788, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St. Ltd και άλλοι, Πολ. Εφ. 9636 και 9637 ημερ. 18/7/1996, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις αναλύθηκαν, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου N.14/60 καθώς και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τίθενται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και (γ) Ότι αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αιτών την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι εκείνος που φέρει μέχρι τέλους τo βάρος της απόδειξης ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 (βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 Α.Α.Δ. 704) και επιπρόσθετα στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής που έχει πετύχει την έκδοση υπέρ του ενός προσωρινού διατάγματος έχει το βάρος να ικανοποιήσει περαιτέρω το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.α ν. Φιλίππου κ.α
(1999)1 ΑΑΔ 1217, 1224). Επίσης έχει νομολογιακά καθιερωθεί επίσης ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος επιζητώντας την έκδοση ενός διατάγματος θα πρέπει να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορεί να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση. Ιδιαίτερα σε μονομερείς αιτήσεις που παρουσιάζει η μια μόνο πλευρά, η υποχρέωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και επιφορτίζει τον αιτητή να παρουσιάσει όλα τα γεγονότα τα οποία βρίσκονται σε γνώση του, ακόμη και εκείνα τα οποία μπορεί να αποδειχτούν ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (βλ. Γρηγορίου κ.ά ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.2)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1669). Θα προχωρήσω με την εξέταση του λόγου ένστασης που σχετίζεται με απόκρυψη γεγονότων, και τούτο γιατί θεωρώ τον λόγο αυτό ουσιαστικό. Σύμφωνα με την νομολογία, παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου το οποίο απάντα «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Το Δικαστήριο εξετάζοντας το ζήτημα αυτό, σύμφωνα και πάλι με την νομολογία, θα πρέπει να εξετάσει εάν τα γεγονότα που αποκρύβησαν είναι ουσιώδη για την απόφαση του στη μονομερή αίτηση Η παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση, θεωρείται είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και η σημασία της αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ΄ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της ζητούμενης θεραπείας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρης Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598, Κώστας Κυρισάββα ν. Χάρη Κίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του προσωρινού διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο να αρνηθεί τη συνέχιση του ( βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Νο2) ν. Σαββίδης
(1979)CLR 349, Brink's Mat Ltd v. Elcombe and Οthers
(1988)3 All E.R 188, που υιοθετήθηκαν στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού ν. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583 και Γρηγορίου κ.α ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Γρηγορίου (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι ύψιστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου». Ισχυρίζονται οι καθ΄ ων η αίτηση ότι οι ενάγοντες, δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» ως η υποχρέωση τους, καθότι ουδέποτε εξαπατήθηκαν από τους εναγόμενους, καθότι ήταν οι ίδιοι που επέμεναν στην κατάρτιση του επίδικου δανείου, και υπέγραψαν όλα τα σχετικά έγγραφα αφού τα διάβασαν και αντιλήφθηκαν τους όρους τους. Στην προκειμένη περίπτωση η πιο πάνω θέση δεν γίνεται αποδεκτή και τούτο γιατί όπως θα διαφανεί από την εξέταση που γίνεται στη συνέχεια της απόφασης, δεν τίθεται, κατά την άποψή μου, θέμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων αλλά, θέμα αντικρουόμενων εκδοχών που προβάλλονται από τους διάδικους σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής της επίδικης συμφωνίας, των διευκολύνσεων και των όρων της συμφωνίας. Ο ενάγοντας 1 δεν έχει αποκρύψει την υπογραφή της συμφωνίας, οι συνθήκες υπογραφής της ως επίσης και οι όροι της συμφωνίας που οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι είναι καταχρηστικοί, πρόκειται για ισχυρισμούς που έρχονται βέβαια σε αντίθεση με αυτούς των εναγόντων , αλλά ως τέτοιοι θα πρέπει να παραμένουν μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Επίσης, ο ενόρκως δηλών στην ένσταση των εναγομένων (παρ. 4) αναφέρει πως συνιστά απόκρυψη το γεγονός ότι η ενάγουσα 2, η οποία υπέγραψε έγγραφο Γενικού Δικαιώματος Επίσχεσης και έγγραφα εγγύησης, ως πρώην υπάλληλος των εναγόντων, γνωρίζει πολύ καλά και κατανοεί την σοβαρότητα του υπάρχει στην τήρηση των όρων των εν λόγω εγγράφων, καθότι με κανένα τρόπο η ενάγουσα 2, ή ο ενάγοντας 1, ο σύζυγος της, δεν είχαν εξαπατηθεί ή τελούσαν κάτω από πλάνη κατά τον χρόνο που είχαν προσεγγίσει την τράπεζα και είχαν αιτηθεί των επίδικων διευκολύνσεων. Επίσης επί του προκειμένου θεωρώ ότι πρόκειται για θέμα αντικρουόμενων εκδοχών που προβάλλονται από τους διάδικους. Το γεγονός ότι δεν αποκαλύφθηκε ότι η ενάγουσα 2 ήταν πρώην υπάλληλος των εναγόντων δεν θεωρώ ότι αποτελεί γεγονός, το οποίο παρά το ότι δεν αποκαλύφθηκε, θα διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο κατά το στάδιο που το δικαστήριο επιλαμβανόταν της αίτησης μονομερώς. Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι η ενάγουσα 2 και τα καθήκοντα της κατά τον χρόνο που εργαζόταν στους ενάγοντες είχαν σχέση με την σύναψη συμφωνιών του είδους της επίδικης συμφωνίας ώστε εκ της θέσεως αυτής να μπορεί να στηριχθεί συμπέρασμα ότι γνώριζε και να κατανοούσε τους κίνδυνους που επικαλείται ο ενάγοντας 1 αλλά και η ίδια, ως προς την σύναψη της επίδικης συμφωνίας και των εξασφαλίσεων που παραχώρησε στους εναγόμενους. . Εάν π.χ υπήρχε μαρτυρία ενώπιον μου ότι η ενάγουσα 2, εργαζόταν σε πόστο που της επέτρεπε να είναι σε θέση και να γνωρίζει αυτά τα οποία ο ενόρκως δηλών 1 υποστηρίζει πως δεν τους εξηγήθηκαν και απέκρυβε το γεγονός, αυτό ίσως να μπορούσε να θεωρηθεί απόκρυψη το ότι δεν αποκαλύφθηκε η προηγούμενη της ιδιότητα. Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση, όμως απλά αναφέρει πως η ενάγουσα 2 διετέλεσε υπάλληλος των εναγόντων χωρίς όμως να αναφέρει άλλα στοιχεία και λεπτομέρειες της φύσης της εργασίας της. Σε ότι αφορά του ισχυρισμούς των εναγόντων που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, τους οποίους βέβαια οι εναγόμενοι μέσω του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση απορρίπτουν, να υπενθυμίσω επίσης πως σύμφωνα με την νομολογία (βλ.Jonitexo Ltd ν. Adidas
(1984)1 CLR 263), το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και οποιαδήποτε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό την διεξαγωγή συμπερασμάτων, τα οποία ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν, πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό δε γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η κυρίως υπόθεση. Συνεπώς, ο συγκεκριμένο λόγος της ένστασης και οι θέσεις των εναγομένων που καλύπτουν το ζήτημα της απόκρυψης απορρίπτονται. Προχωρώντας, για τους σκοπούς εξέτασης της ουσίας του αιτήματος έχω μελετήσει με προσοχή όλα τα ενώπιον μου στοιχεία υπό το φως των σχετικών αυθεντιών και αρχών, επαναλαμβάνοντας την καλά καθιερωμένη αρχή ότι στο στάδιο τη εκδίκασης αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα δεν είναι ορθό και επιθυμητό, το Δικαστήριο να προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας και ευρήματα ως προς τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα, τα οποία θα κληθεί να αποφασίσει σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση: Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, επεξηγήθηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει λόγος να ερμηνεύεται ότι περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates πιο πάνω). Εκείνο το οποίο προκύπτει, από το περιεχόμενο του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και από τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η βάση της απαίτησης των εναγόντων αναφέρεται πιο πάνω. Η απαίτηση των εναγόντων αντικειμενικά κρινόμενη, κρίνεται ως καλή βάση της αγωγής προς ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης στην υπόθεση Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολ. Έφεση Αρ.145/11 ημερομ.13.6.13 λέχθηκε εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Συνεπώς με βάση το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (η έκθεση απαίτησης δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί) καταδεικνύεται ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και συνεπώς η πιο πάνω προϋπόθεση ικανοποιείται. Πιθανότητα επιτυχίας Αναφορικά με την ύπαρξη «καλής αιτίας αγωγής» και την «πιθανότητα επιτυχίας» στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι πάντως σαφές από τον επιθετικό προσδιορισμό ότι η αιτία αγωγής πρέπει να διακρίνεται από την ποιότητα της. Το ότι διατυπώνεται αιτία αγωγής δεν είναι από μόνο του αρκετό. Η αιτία αγωγής πρέπει να είναι καλή με την έννοια ότι, από άποψης ποιότητας συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται λοιπόν για προϋπόθεση όμοια με την αντίστοιχη στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960.» Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα να καταδείξει ότι έχει ορατή δυνατότητα επιτυχίας. Η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη σε αστικές υποθέσεις. Το Δικαστήριο εξετάζοντας αυτή την προϋπόθεση έχει υποχρέωση να εξετάσει χωρίς βέβαια να αποφασίσει οτιδήποτε σ΄αυτό το στάδιο, την ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της υπόθεσης του ενάγοντα. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία σ΄αυτό το στάδιο δεν είναι πολύ ψηλό. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα (πιο πάνω), η μαρτυρία θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας για εξασφάλιση θεραπείας. Ενώ όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ (Γ) 1980, επιτρέπεται μόνο πρωταρχική εξέταση της μαρτυρίας για σκοπούς συνεκτίμησης της αποδεικτικής δύναμης της κάθε πλευράς. Όπως και πιο πάνω διαπιστώνεται και διατυπώνεται υπάρχουν και προβάλλονται από μέρους των διαδίκων εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές και ισχυρισμοί. Επίδικο θέμα, με βάση τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία, είναι η ακριβής φύση του δανείου που σύναψε ο ενάγοντας 1 με τις εγγυήσεις που παραχωρήθηκαν από μέρους της ενάγουσας 2 προς εξασφάλιση των εναγομένων. Είναι η θέση των εναγομένων ότι η επίδικη σύμβαση αφορά προσωπικό δάνειο, οι ενάγοντες δεν είναι καταναλωτές και επομένως δεν τυγχάνει εφαρμογής η Οδηγία 93/13. Προσθέτουν δε στην συνέχεια, ότι το Δικαστήριο δεν καλείται και/ή δεν μπορεί να αποφασίσει στο παρόν στάδιο κατά πόσο οι ενάγοντες ήταν καταναλωτές, θέση με την οποία θα συμφωνήσω. Για τους σκοπούς όμως της επίλυσης του συγκεκριμένου ζητήματος που καλείται το δικαστήριο να αποφασίσει, ήτοι κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, έχοντας κατά νου τα ενώπιον στοιχεία και μαρτυρικό υλικό, ως επίσης και τον ορισμό του καταναλωτή στο άρθρο 2 του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμων του 1996 και 1999 και τον ορισμό του καταναλωτή που περιέχεται στην πιο πάνω οδηγία, φαίνεται ότι η επίδικη σύμβαση αντικειμενικά κρινόμενη εμπίπτει στην πιο πάνω κατηγορία. Η κύρια θέση των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση, η οποία και αυτή που έρχεται σε αντίθεση με αυτή του ενάγοντα 1 και της ενάγουσας 2 είναι ότι το επίδικο δάνειο παραχωρήθηκε στους ενάγοντες σε ξένο νόμισμα/Ελβετικά φράγκα κατόπιν δικού τους αιτήματος και επιλογής, η οποία έγινε αποκλειστικά από τους ίδιους και ότι με την υπογραφή του επίδικου δάνειου ανάλαβαν τον τυχόν συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο. Στην υπό κρίση περίπτωση, το κύριο ερώτημα που αναδύεται ως επίδικο με βάση τα δικόγραφα είναι το κατά πόσο ο συγκεκριμένος τύπος δανεισμού και μορφή του συγκεκριμένου δανεισμού πρόκειται μια συνηθισμένη σύμβαση δανείου, για την οποία ο δανειολήπτης γνωρίζει από την αρχή ότι θα επιστρέψει συγκεκριμένο ποσό του κεφαλαίου, πλέον συγκεκριμένο ποσό των αναλογούντων τόκων. Το παρόν στάδιο βέβαια δεν προσφέρεται σε βάθος ανάλυση της μορφής αυτής του δανεισμού και κατά πόσο οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν είναι τέτοιοι ώστε οι ενάγοντες όφειλαν να τους επεξηγήσουν στον ενάγοντα και να τους καταγράψουν με ευκρίνεια στη συμφωνία. Στην υπόθεση C-26/13 Kasler and Rabai v. OTP Jelzalogbank Zrt ημερ.30.4.14, που αφορούσε δανεισμό σε Ελβετικά φράγκα, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η ρήτρα της συναλλαγματικής ισοτιμίας μπορεί να ελεγχθεί ως προς την καταχρηστικότητά της όταν είναι διατυπωμένη με τρόπο που δεν γίνονται σαφείς και κατανοητοί για τον δανειολήπτη οι οικονομικοί λόγοι που οδήγησαν στην εισαγωγή της συμβατικής ρήτρας στη σύμβαση, καθώς και η σχέση της με τις υπόλοιπες συμβατικές ρήτρες, αλλά και οι οικονομικές της συνέπειες. Και τούτο γιατί με αυτό τον τρόπο καταλύεται η αρχή της διαφάνειας. Υποδεικνύεται η υποχρέωση να καταγράφεται στη σύμβαση και να εκτίθεται με τρόπο διαφανή η ακριβής λειτουργία του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος, καθώς και η σχέση της ρήτρας αυτής με τις άλλες ρήτρες της συμφωνίας αναφορικά με την αποδέσμευση του δανείου. Για να μπορεί έτσι ο καταναλωτής να εκτιμήσει βάση σαφών και κατανοητών κριτηρίων τις οικονομικές συνέπειες που συνεπάγονται γι' αυτόν. Να πληροφορηθεί δηλαδή πλήρως τον συναλλαγματικό κίνδυνο που αναλαμβάνει με τη σύμβαση, μεταξύ δε άλλων την επιβάρυνση του από την μετατροπή του ποσού της δόσης. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει, λαμβανομένων υπόψη όλων των κρίσιμων πραγματικών στοιχείων, αν ο καταναλωτής έχει πληροφορηθεί την ύπαρξη της διαφοράς η οποία παρατηρείται στην αγορά κινητών αξιών, μεταξύ της συναλλαγματικής ισοτιμίας πωλήσεως κατά τον χρόνο καταβολής των δόσεων και της συναλλαγματικής ισοτιμίας αγοράς του ξένου συναλλάγματος κατά τον χρόνο εκταμίευσης του δανείου, για να αξιολογήσει τις οικονομικές συνέπειες και επιπτώσεις σε αυτόν. Το γραπτό κείμενο και οι όροι της επίδικης συμφωνίας αποτελούν την πηγή αναζήτησης και τη βάση επί της οποίας θα κριθούν κατά πόσο τηρούν τους κανόνες διαφάνειας και πληρούν τις προϋποθέσεις για την προστασία του καταναλωτή, υπό το πρίμα και έννοια που επεξηγείται στην πιο πάνω απόφαση. Επαναλαμβάνω ότι αυτό το στάδιο, δεν θα αξιολογηθούν οι εκατέρωθεν θέσεις και οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις δύο ένορκες δηλώσεις που αποτελούν το μαρτυρικό υλικό, αφού δεν είναι επιτρεπτό το δικαστήριο στο στάδιο αυτό να προβεί σε βάθος ανάλυση των όρων της μεταξύ των διαδίκων τους συμφωνίας. Με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία όμως και τις θέσεις του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση, δημιουργούνται εύλογα και σοβαρά ερωτήματα αναφορικά με τους όρους της επίδικης συμφωνίας κατά τρόπο που καταλήγω πως ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, έχοντας κατά νου βέβαια και τους συγκεκριμένου ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούνται στην αίτηση σε σχέση με τις συνθήκες συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας. Κατάληξη η οποία βέβαια δεν σημαίνει ότι τα επίδικα θέματα, υπό το φως των γεγονότων και περιστάσεων καθώς και της μαρτυρίας που θα προσαχθεί κατά την δίκη δεν θα αποτελέσουν ζητήματα που θα παραμείνουν ζωντανά, για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα διάφορα σημεία τα οποία οι ενάγοντες εγείρουν ως υπεράσπιση επί της ουσίας στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους και τα οποία θα κριθούν κατά την εκδίκαση της ίδιας της αγωγής δεν επηρεάζουν αλλά και ούτε επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο από την πιο πάνω διαπίστωση. Εξετάζοντας την τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση εξετάζει κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία καθώς και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί ή οριστικοποιηθεί το αιτούμενο διάταγμα. (βλ.Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ. (Β), Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 396). Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο όπως έχει λεχθεί στην Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και υιοθετήθηκε στην Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Κατά βάση εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στον ενάγοντα στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση ή συνέχιση του προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Είμαι της άποψης ότι αυτό το οποίο προέχει στην υπό κρίση περίπτωση είναι η διατήρηση του status quo ante, κατά τρόπο ώστε να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να τονιστεί ότι οι ενάγοντες δεν επιδιώκουν διατάγματα της φύσης που θα καθιστούσαν την συμφωνία και τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από αυτή μη εφαρμόσιμες αλλά την παγιοποίηση του δικαιώματος των εναγόντων για συμψηφισμό, ο οποίος απορρέει από τις εξασφαλίσεις που η ενάγουσα 2 παραχώρησε και συγκεκριμένα των δύο προθεσμιακών καταθέσεων της που διατηρεί στους ενάγοντες και οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω και αφορούν τα διατάγματα. Οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν από την διατήρηση των διαταγμάτων εκ των πραγμάτων οποιαδήποτε ζημιά, αφού η διατήρηση τους δεν αφαιρεί οτιδήποτε από το δικαίωμα τους και πιο συγκεκριμένα από το δικαιώματα τους να ενεργοποιήσουν τον συμψηφισμό των προθεσμιακών καταθέσεων της ενάγουσας 2 με το επίδικο δάνειο αμέσως και σε περίπτωση που η αγωγή των εναγόντων αποτύχει, εφόσον οι προθεσμιακές καταθέσεις της ενάγουσας 2 θα εξακολουθούν κατά πάντα χρόνο και μέχρι την περάτωση της αγωγής να βρίσκονται στην κατοχή τους. Σε αντίθετη δε περίπτωση, επιτυχίας δηλαδή της αγωγής των εναγόντων, οι ενάγοντες θα χάσουν το δικαίωμα τους για ανάκτηση που ποσού, και συγκεκριμένα ενάγουσα 2, το οποίο ήδη θα έχει καταβληθεί έναντι του επίδικου δανείου το οποίο θα μπορούν να ανακτήσουν βεβαία μελλοντικά. Λαμβάνω υπόψη μου επίσης και το γεγονός ότι οι εναγόμενοι σε προγενέστερο στάδιο ικανοποιούσαν αιτήματα των εναγόντων για σταδιακή εκταμίευση από τις δεσμευμένες καταθέσεις της ενάγουσας 2 για διάφορες ανάγκες που παρουσιάζονταν και προέκυπταν στους ενάγοντες, οι οποίες εξακολουθούν με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία να υφίστανται, προοπτική που η ενάγουσα 2 σε αντίθετη περίπτωση θα απολέσει. Υπό το φως των όσων αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι οι ενάγοντες έχουν πετύχει να ικανοποιήσουν και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of probabilities) και αυτό για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω γέρνει προς την πλευρά των αιτητών. Εν όψει όλων των πιο πάνω τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 27.10.2016 οριστικοποιούνται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - αιτητών και εναντίον των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα οποία όμως θα πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:Civil/Interim Judgments Αναφορά: Πολιτική Δικαιοδοσία/Αίτηση/Προσωρινό διάταγμα/Ενδιάμεση Απόφαση)