← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ν. MARIUS ENE, Αρ. Αγωγής: 2900/2011, 17/5/2017

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ν. MARIUS ENE, Αρ. Αγωγής: 2900/2011, 17/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2900/2011 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ από την Πόλη Χρυσοχούς Ενάγοντα και MARIUS ENE από την Πόλη Χρυσοχούς Εναγομένου Αίτηση τροποποίησης έκθεσης απαίτησης ημερομηνίας 06.03.17 Ημερομηνία: 17.05.17 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Ευαγγελία Πουλλά Μακαρούνα (η κα Έφη Πουλλά για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κα Μαρία Ιακώβου για κ.κ. Μ. Χαρτζιώτη Σία Δ.Ε.Π.Ε. (ο κος Φίλιππος Κυπριανίδης για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ο Ενάγοντας (στο εξής ο 'Αιτητής') ζητεί την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την τροποποίηση του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης. Να σημειωθεί ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 09.11.11 υπό τη μορφή γενικού οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος με την έκθεση απαίτησης να καταχωρείται στις 02.12.

  1. Να σημειωθεί ακόμη ότι η παρούσα αίτηση τροποποίησης είναι η δεύτερη στη σειρά αφού στις 27.05.15 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, η οποία καταχωρήθηκε στις 09.07.
  2. Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται μετά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και συγκεκριμένα στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του τρίτου μάρτυρα της πλευράς του Ενάγοντα που είναι ο ίδιος ο Ενάγοντας (ΜΕ3). Η μαρτυρία του Ενάγοντα ξεκίνησε στις 17.02.
  3. Προηγουμένως είχαν ολοκληρωθεί οι μαρτυρίες των ιατρών Δρ. Μάριου Φιλίππου (ΜΕ1) και Δρ. Γεώργιο Νικάνδρου (ΜΕ2) στις 13.01.17 και 01.02.17 αντίστοιχα. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιες τις αιτούμενες τροποποιήσεις: '(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η Έκθεση Απαιτήσεως ως ακολούθως:
  4. Δια της διαγραφής στην προτελευταία παράγραφο της παραγράφου 4 της ακόλουθης φράσης «τα δε έξοδα της φυσιοθεραπείας ανήλθαν στο ποσό των €900.-» και αντικατάστασης της με την ακόλουθη φράση «.Τα συνολικά έξοδα του Νικάνδρου ανήλθαν στο ποσό των €1.990.- και τα έξοδα φυσιοθεραπείας στους διάφορους φυσιοθεραπευτές στο ποσό των €5.900.-»'
  5. Δια της διαγραφής του ποσού των «2.810.-» της παραγράφου 5Β(β) και αντικατάστασης του με το ποσό των «€8.422.-».
  6. Δια της διαγραφής του ποσού των «23.545,00» με τον τίτλο «ΣΥΝΟΛΟ» της παραγράφου 5Β και αντικατάστασης του με το ποσό των «€28.597.-»
  7. Δια της διαγραφής του ποσού των «23.545,00» της παραγράφου 8(Α) και αντικατάστασης του με το ποσό των «€28.597.-» Β. Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογο και δίκαιο.' Η παρούσα αίτηση εδράζεται στη Διαταγή 25 και στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1, 2 και 4 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα δε γεγονότα, πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την επιτυχία της, περιέχονται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 06.03.17 του Ενάγοντα. Συνοπτικά αυτό που καταγράφεται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα είναι η θέση του ότι ποσά που ο ίδιος δαπάνησε και οφείλει σε φυσιοθεραπείες που σχετίζονται με την υπόθεση αυτή δεν έχουν συμπεριληφθεί στην έκθεση απαίτησης λόγω παράλειψης και/ή αβλεψίας της δικηγόρου του. Παράλληλα ο ίδιος ισχυρίζεται ότι όταν υπέγραφε την ένορκη δήλωση που υποστήριξε την προηγούμενη αίτηση τροποποίησης δεν είχε αντιληφθεί την μη συμπερίληψη των πιο πάνω κονδυλιών στην τότε σκοπούμενη προς καταχώρηση τροποποιημένη έκθεση απαίτησης. Είναι γι' αυτό, όπως περαιτέρω ισχυρίστηκε, που ζητεί την εκ νέου τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Η αντίδραση του Εναγόμενου (στο εξής ο 'Καθ' ου η αίτηση') στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης εκδηλώθηκε με την καταχώρηση ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 15.03.17 επί των λόγων που διατυπώνονται στο σώμα της, οι οποίοι, αφού ομαδοποιηθούν ανάλογα με το στοιχείο που πραγματεύονται, είναι οι εξής:

(1)Η παρούσα αίτηση είναι αντικανονική, λανθασμένη και αντίθετη των νόμων και κανονισμών.
(2)Η αιτούμενη τροποποίηση υποβάλλεται χωρίς καλή πίστη και κατά τρόπο που προκαλεί αδικία στον Καθ' ου η αίτηση.
(3)Ο Αιτητής καθυστέρησε υπέρμετρα στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης χωρίς να δίδει επαρκή εξήγηση για την ολιγωρία του και τη στιγμή που γνώριζε τα γεγονότα που επιχειρεί να συμπεριλάβει από την αρχή της καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης και/ή τουλάχιστο από τις 19.05.15 όταν καταχώρησε την πρώτη αίτηση τροποποίησης.
(4)Ο Αιτητής δεν εξήγησε επαρκώς την παράλειψη του να συμπεριλάβει τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις στο δικόγραφο του.
(5)Η προτεινόμενη τροποποίηση αποσκοπεί στην εισαγωγή νέων αξιώσεων σε θέματα που ήταν γνωστά στον Αιτητή κατά το χρόνο καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης, κάτι που θα οδηγήσει σε δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων του Καθ' ου η αίτηση.
(6)Με την αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζονται κεκτημένα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση.
(7)Είναι συνταγματικό δικαίωμα του Καθ' ου η αίτηση η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης βασίζεται στη Διαταγή 9 Κανονισμούς 2, 4, 5, 7, 10 και 11, στη Διαταγή 12, στη Διαταγή 39, στη Διαταγή 25 Κανονισμούς 1-6, στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-9, στη Διαταγή 57, στη Διαταγή 63 Κανονισμό 2 και στη Διαταγή 64 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στη διακριτική ευχέρεια, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Ανθής Ξενοφώντος, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εμφανίζεται για το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων εκπροσωπώντας τον Καθ' ου η αίτηση, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη της τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Στην ένορκη δήλωση Ξενοφώντος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Αυτό που επίσης μπορεί να λεχθεί είναι η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη επειδή, ως η ενόρκως δηλούσα δηλώνει, επιχειρείται η εισαγωγή γεγονότων που ήταν γνωστά στον Αιτητή από πολύ προηγουμένως στοχεύοντας με το διάβημα αυτό, το οποίο έγινε μετά από χρονικό διάστημα αδράνειας δύο ετών, στη διόρθωση λαθών και κάλυψη κενών και ελλείψεων μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης αμφότεροι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό. Θα ασχοληθώ πρώτα με τη θέση του Αιτητή, η οποία υποβλήθηκε από τη συνήγορο του στο στάδιο αγόρευσης της και ευσεβάστως τέθηκε η εισήγηση ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είναι αντικανονική και άκυρη και δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη επειδή φέρει ημερομηνία προγενέστερη από αυτή που εμφανίζεται στην ένσταση που υποστηρίζει. Είναι γεγονός ότι η ένσταση καταχωρήθηκε στις 15.03.17 ενώ η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει φέρει ημερομηνία 14.03.17. Αυτό διαπιστώνεται από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης στον οποίο ανάτρεξα. Κατά την ταπεινή μου γνώμη θεωρώ ότι το ζήτημα στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι τυπικής φύσεως. Είναι, υπό τις περιστάσεις, ήσσονος σημασίας επειδή ακόμη και αν κριθεί ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για να κρίνει αν θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης θα ασκηθεί σύμφωνα με τους παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου για τέτοιου είδους περιπτώσεις όπως την προκειμένη, εξεταζόμενοι από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης που προβλήθηκαν και περιγράφονται αναλυτικά στο σώμα της ένστασης, το οποίο σε τέτοια περίπτωση παραμένει άθικτο. Το ότι η θέση αυτή της συνηγόρου του Αιτητή είναι τυπικής φύσεως ενισχύεται από το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, το περιεχόμενο της οποίας ζητείται να μην ληφθεί υπόψη, βασικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης που εκτίθενται στο σώμα της ένστασης χωρίς να προστίθεται οτιδήποτε άλλο. Επομένως θα έλεγα ότι εφόσον η επίμαχη ένορκη δήλωση είναι ουσιαστικά αντιγραφή του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης και να μην ληφθεί υπόψη η ένορκη δήλωση ουδεμία συνέπεια θα προκαλέσει στο ζήτημα εξέτασης των λόγων ένστασης στα πλαίσια άσκησης της κρίσης του Δικαστηρίου για την παρούσα αίτηση. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, το εν λόγω ζήτημα εξετάστηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ίβρου v. Μαυροκωνσταντή και άλλης, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε126/2013 ημερομηνίας 01.02.17 όπου κατά πλειοψηφία αποφασίστηκε, μέσα από αναφορά της υπόθεσης S.A. Constantinou Ltd κ.α. ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 754, ότι οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας δεν απαγορεύουν την υπογραφή μιας ένορκης δήλωσης πριν την καταχώριση μιας ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση τροποποίησης είναι ενδιάμεσης φύσεως. Η αγωγή εξακολουθεί να υφίσταται αφού η εκδίκαση της βρίσκεται σε εξέλιξη. Η αίτηση αφορά τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και όταν καταχωρήθηκε διεξαγόταν ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Το πραγματικό υπόβαθρο ήδη υπάρχει με την προγενέστερη καταχώρηση της αγωγής και ως εκ τούτου δεν ακυρώνεται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Σαφώς εδώ δεν πρόκειται για περίπτωση όπου η ένορκη δήλωση προηγείται της αγωγής ή μιας πρωτογενούς αίτησης και επομένως δεν θα υπήρχε το πραγματικό υπόβαθρο για τη χορήγηση θεραπείας και άρα θα θεωρείτο ως αντικανονική, αν και το πρόβλημα δεν αποκλείεται να μπορεί να θεραπευθεί με την κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης κατόπιν απαίτησης του Δικαστηρίου (Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α. (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 389). Με γνώμονα τα πιο πάνω η θέση της συνηγόρου του Αιτητή δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου η εγκυρότητα της επίμαχης ένορκης δήλωσης δεν επηρεάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο. Προχωρώ ευθύς να αναφέρω τις παραμέτρους που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου για την εξέταση του αντικειμένου της παρούσας αίτησης. Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου διέπεται δικονομικά από τη Διάταξη 25 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω διάταξη έτυχε εκ βάθρου τροποποίησης με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, ο οποίος όμως ουδεμία σχέση έχει με υποθέσεις που καταχωρήθηκαν πριν από την 01.01.15. Εφόσον η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 09.11.11 το καθεστώς που διέπει την εξέταση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης είναι αυτό που ισχύει πριν από τη θέσπιση του προαναφερομένου τροποποιητικού διαδικαστικού κανονισμού. Σύμφωνα με τον πιο πάνω κανονισμό, ο οποίος ας σημειωθεί ότι έτυχε εκτενής ανάλυσης και βαθιάς ερμηνείας μέσα από σωρεία κυπριακών αποφάσεων: "The court or a judge may, at any stage of the proceedings allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στη σελίδα 622 αναφέρονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: "An amendment ought to be allowed if thereby the real substantial question can be raised between the parties and multiplicity of legal proceedings avoided." Στο δε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3 στην παράγραφο 73 της σελίδας 35 αναγράφονται τ' ακόλουθα υπό τον τίτλο 'Time for making amendment': "An amendment may be allowed at any stage of the proceedings, even after trial." (Wyatt v Rosherville Gardens Co.
(1886)2 T.L.R.282, Loufti v C. Czarnikow Ltd [1953] 2 Lloyd's Rep.213, C.A) Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και χωρίς να διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αυτό εξάλλου συνάγεται από ερμηνεία των προνοιών του Κανονισμού 1 της Διάταξης 25 και μέσα από υποδείξεις της νομολογίας (Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 και Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει διάφορες νομικές αρχές και παραμέτρους, στο πλαίσιο των οποίων είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: 1. Η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένου και του σταδίου αμέσως πριν ή ακόμη και μετά της έναρξης της ακροαματικής συνεδρίασης δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που κριθούν αναγκαίοι από το Δικαστήριο (αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3, παράγραφος 73, σελίδας 35, Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13). 2. Η τροποποίηση δικογράφου πρέπει κατά κανόνα να εγκρίνεται για να δίδεται η δυνατότητα σε κάθε διάδικο να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών του με την άλλη πλευρά μέσω καλύτερης, πληρέστερης ή ακριβέστερης διατύπωσης των εκατέρωθεν θέσεων τους έτσι ώστε τα επίδικα θέματα και η ουσία αυτών να προσδιορίζονται, να παρουσιάζονται και να επιλύονται διεξοδικά δια της ίδιας νομικής διαδικασίας στην πραγματική και νομική διάσταση τους αποφεύγοντας την πολλαπλότητα δικαστικών διαμαχών (Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 622, Geto v M/V Vladimir Waslyayer (αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς v Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). 3. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Khan και άλλη v. Δημοκρατίας του Πακιστάν, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2010, ημερομηνίας 11.07.11). 4. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και γενικά συνυπολογίζει όλα τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης (Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. v. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 16 και Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Lenentis & Company (Nigeria) Ltd και άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). 5. Κυρίαρχος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, το οποίο αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237). Ανάμεσα στις παραμέτρους που συνυπολογίζονται είναι η πρόκληση ζημιάς στον αντίδικο που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων καθώς και η ύπαρξη κακοπιστίας (Kallice Holding Co Ltd v MTR Metals (Overseas) Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου 40/93 ημερ. 14.02.1996, Fereos Christopoulos v The Attorney-General of the Republic
(1988)1 Α.Α.Δ. 79, Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 624, Mogridge v. Clapp
(1892)3 Ch.D. 382 και Περικτιόνη Χρίστου v Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704). Εκεί όπου υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη, εγείρεται δυσχέρεια στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Το βάρος απόδειξης ότι το αίτημα τροποποίησης δικογράφου χαρακτηρίζεται από κακοπιστία φέρει ο διάδικος που το ισχυρίζεται. 6. Ένας άλλος από τους πολλούς παράγοντες που προσμετρείται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι η τυχόν καθυστέρηση που προκύπτει από την υποβολή αιτήματος τροποποίησης δικογράφου. Η καθυστέρηση αποκτά την έννοια όχι αφεαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, χωρίς όμως ο παράγοντας αυτός, αν και σχετικός, να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817, C & A Pelekanos Associates Ltd v Ανδρέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Saba & Co (T.M.P.) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ κ.α. v Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237, Ταξί Κυριάκος Λτδ v Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223 και Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138). Στην περίπτωση όπου υπάρχει παράλειψη ή αργοπορία στην υποβολή σχετικού αιτήματος τροποποίησης δικογράφου θα πρέπει να παρέχεται ικανοποιητική εξήγηση αλλά όπως τονίστηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 στην περίπτωση όπου δεν προκαλείται ζημιά που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων, η μη πλήρως αιτιολογημένη καθυστέρηση δεν θα πρέπει να στερεί από τον διάδικο του δικαιώματος του να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ίδιο σκεπτικό εφαρμόστηκε στην μεταγενέστερη απόφαση Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 όπου υποδείχτηκε ότι η μερική αδυναμία από τη μη δικαιολόγηση με απόλυτη πειστικότητα της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος, δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισώνονται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817). Μέσα από τη νομολογία έχει ακόμη τονιστεί ότι όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Όπως λέχθηκε η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). 7. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας είναι το Δικαστήριο να επιτρέπει τροποποιήσεις δικογράφων στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης εφόσον δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα ή ο αιτητής βέβαια δεν ενεργεί κακόπιστα (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 825). 8. Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14, Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.
  1. Προσθήκη νέας βάσης αγωγής δεν καταδικάζει την αίτηση τροποποίησης σε αποτυχία αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης (Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.α, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.03.14). Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 ημερ. 04.03.13 η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης τροποποίησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.
  2. Παρόλο που κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά, εντούτοις παράγοντες όπως 'το συμφέρον της δικαιοσύνης', 'η πρόκληση βλάβης ή ζημιάς στην άλλη πλευρά που δεν αποζημιώνεται με χρήμα', 'ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων', 'η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων' και 'η αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών' είναι μείζονος σημασίας κατά την συνεκτίμηση των δεδομένων μιας υπόθεσης και ασφαλώς υπερισχύουν, πάντοτε συγκριτικά, του παράγοντα 'καθυστέρηση' που απλώς συνεκτιμάται ανάλογα με άλλους σχετικούς παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όπως με την αναγκαιότητα ή το βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης ή την ανυπαρξία κακοπιστίας (Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Σε σχέση με τον πρώτο λόγο ένστασης που αφορά ισχυρισμό ότι η παρούσα αίτηση είναι αντικανονική, λανθασμένη και αντίθετη των νόμων και κανονισμών, παρατηρώ πως δεν έχει προωθηθεί από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση. Ειδικότερα ουδεμία αναφορά υπάρχει τόσο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση όσο και μέσα από τη νομική επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου του που να ασχολείται με το εγειρόμενο νομικό ζήτημα και να εξηγεί γιατί η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση θεωρεί ότι η υπό κρίση αίτηση πάσχει νομικά. Συνεπώς, εκλαμβάνω ότι ο λόγος αυτός έχει εγκαταλειφθεί από τον Καθ' ου η αίτηση και ως εκ τούτου απορρίπτεται λόγω μη προώθησης του. Με τον δεύτερο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι η αιτούμενη τροποποίηση υποβάλλεται χωρίς καλή πίστη και κατά τρόπο που προκαλεί αδικία στον Καθ' ου η αίτηση. Σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση η κακοπιστία φαίνεται από το γεγονός ότι ο Ενάγοντας επιχειρεί να εισαγάγει γεγονότα γνωστά σ' αυτόν εδώ και πολύ καιρό, στοχεύοντας έτσι στη διόρθωση λαθών και την κάλυψη κενών και ελλείψεων μάλιστα μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Αν κάποιος διαβάσει το σώμα της υπό κρίση αίτησης σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης θα αντιληφθεί ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν σκοπεύουν στην ενσωμάτωση νέων γεγονότων. Δεν επιχειρείται η εισαγωγή νέων ζητημάτων επειδή υπάρχει παράλειψη δικογράφησης τους. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις παραπέμπουν στη διόρθωση του ύψους των κονδυλιών που αφορούν ιατρικά έξοδα και έξοδα φυσιοθεραπείας, τα οποία ο Αιτητής θεωρεί ότι αντιπροσωπεύουν τα ποσά που αυτός πραγματικά έχει δαπανήσει ή οφείλει. Στην έκθεση απαίτησης ήδη δικογραφείται το γεγονός ότι ο Ενάγοντας υπεβλήθηκε σε θεραπείες από ιατρούς, ένας εκ των οποίων ήταν ο Δρ. Νικάνδρου, το κόστος των οποίων αναφέρεται στις σελίδες 2-6 του εν λόγω δικογράφου (παράγραφοι 4-8). Επίσης μέσα από τις ίδιες σελίδες του εν λόγω εγγράφου δικογραφείται ως γεγονός ότι ο Ενάγοντας υπεβλήθηκε σε φυσιοθεραπείες με αναφορά στα έξοδα που ισχυρίζεται ότι επωμίστηκε. Οι τροποποιήσεις αφορούν απλά σε διόρθωση αυτών των ποσών που κατ' ισχυρισμό αναλογούν σε ιατρικά έξοδα και έξοδα φυσιοθεραπείας. Παράλληλα δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι ο Αιτητής δίδει κάποια εξήγηση για την επιλογή του να καταχωρίσει την υπό κρίση αίτηση. Όπως είπε, ο ίδιος δεν διάβασε με προσοχή το περιεχόμενο της αίτησης τροποποίησης ημερομηνίας 19.05.15 και έτσι δεν αντιλήφθηκε ότι η δικηγόρος του είχε παραλείψει να συμπεριλάβει τα πραγματικά ποσά που σχετίζονται με ιατρικά έξοδα και έξοδα φυσιοθεραπείας, δικαιολογία την οποίαν αποδέχομαι. Ο δε Καθ' ου η αίτηση δεν διευκρινίζει ποια λάθη πιστεύει ότι ο Αιτητής επιθυμεί να διορθώσει και σε ποια κενά και/ή ελλείψεις αναφέρεται ότι αυτός στοχεύει να καλύψει. Ούτε ο Καθ' ου η αίτηση έδωσε συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύει ότι όντως ο Αιτητής γνώριζε από την προηγούμενη φορά της τροποποίησης ότι δεν θα συμπεριλαμβάνονταν τα σκοπούμενα προς διόρθωση ποσά και σκόπιμα δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια, παρά μόνο περιορίστηκε σε γενική και αόριστη αναφορά. Το γεγονός της καθυστέρησης, απογυμνωμένο από άλλα σχετικά στοιχεία που θα απέδιδαν σκοπιμότητα δεν μπορεί από μόνο του να εξισωθεί με κακοπιστία. Κατά προέκταση ουδεμία αδικία προκαλείται στον Καθ' ου η αίτηση. Στη βάση αυτών των δεδομένων ο Καθ' ου η αίτηση απέτυχε να τεκμηριώσει, ως όφειλε, τη θέση του ότι η παρούσα αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη και συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής καθυστέρησε υπέρμετρα και αδικαιολόγητα στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης τη στιγμή που, όπως ο Καθ' ου η αίτηση συνεχίζει να λέει, γνώριζε τα γεγονότα που επιχειρεί να συμπεριλάβει από την αρχή της καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης και/ή τουλάχιστο από τις 19.05.15 όταν καταχώρησε την πρώτη αίτηση τροποποίησης. Για την εξέταση αυτού του λόγου ένστασης αυτό που έχει σημασία είναι πότε υπέπεσε στην αντίληψη του Αιτητή η ανάγκη δεύτερης τροποποίησης της έκθεση απαίτησης και πότε προέβηκε στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Σε αντίθεση με τη θέση του Καθ' ου η αίτηση, είναι ξεκάθαρο μέσα από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι στις 19.05.15 που καταχωρήθηκε η ένορκη δήλωση, η οποία συνόδευε την πρώτη αίτηση τροποποίησης ιδίας ημερομηνίας, ο Αιτητής δεν είχε αντιληφθεί την παράλειψη της δικηγόρου του που αφορούσε τις σημερινές αιτούμενες τροποποιήσεις. Ωστόσο είναι αλήθεια ότι ο Αιτητής δεν αναφέρει πότε ακριβώς αντιλήφθηκε την παράλειψη της δικηγόρου του που στις 06.03.17 οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Θα έλεγα ότι ο Αιτητής δεν αιτιολογεί πλήρως το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, πλην όμως η αδυναμία αυτή για επαρκή δικαιολόγηση σε βαθμό απόλυτης πειστικότητας, ενόψει και της απουσίας στοιχείου κακοπιστίας, δεν καταδικάζει αυτόματα την αίτηση αυτή σε αποτυχία. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με τον τέταρτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν εξήγησε επαρκώς την παράλειψη του να συμπεριλάβει τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις στο δικόγραφο του. Με κάθε σεβασμό στον Καθ' ου η αίτηση δεν συμμερίζομαι τη θέση του αυτή. Ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση παρέχει εξήγηση, την οποία θεωρώ σαφή και ικανοποιητική και ως εκ τούτου αποδέχομαι. Ειδικότερα η αναφορά ότι ο Αιτητής δεν είχε προσέξει την παράλειψη της δικηγόρου του να συμπεριλάβει τις αιτούμενες τροποποιήσεις στην πρώτη αίτηση τροποποίησης όταν υπέγραφε την ένορκη δήλωση που την συνόδευε, ομιλεί από μόνη της. Δεν βλέπω πως ο Αιτητής θα μπορούσε εκ των υστέρων να εντοπίσει την παράλειψη της δικηγόρου του και πριν κληθεί από την ίδια να παρουσιάσει τα στοιχεία που συνδέονται με τα ιατρικά έξοδα και έξοδα φυσιοθεραπείας. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Με τον πέμπτο λόγο ένστασης ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η προτεινόμενη τροποποίηση αποσκοπεί στην εισαγωγή νέων αξιώσεων σε θέματα που ήταν γνωστά στον Αιτητή κατά το χρόνο καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης, κάτι που θα οδηγήσει σε δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων του Καθ' ου η αίτηση. Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή του Αιτητή. Όπως έχει ήδη λεχθεί δεν επιχειρείται η εισαγωγή νέων θεμάτων αλλά διόρθωση του ύψους ήδη δικογραφημένων ποσών που αφορούν ιατρικά έξοδα και έξοδα φυσιοθεραπείας έτσι ώστε προφανώς να συνάδουν με μαρτυρία που ο Αιτητής επιθυμεί να προσκομίσει στο Δικαστήριο, ως μέρος της εκδοχής του. Την ίδια στιγμή δεν βλέπω πως θα υπάρξει δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων του Καθ' ου η αίτηση αφού ο Καθ' ου η αίτηση θα μπορεί να αντεξετάσει το μαρτυρικό υλικό που η πλευρά του Αιτητή θα παρουσιάσει προς απόδειξη των σκοπούμενων προς διόρθωση αριθμητικών ποσών ενώ στη συνέχεια θα έχει το δικαίωμα να παρουσιάσει τη δική του μαρτυρία προκειμένου να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του Αιτητή στο ζήτημα των ιατρικών εξόδων και εξόδων φυσιοθεραπείας. Ενόψει της φύσεως της τροποποίησης δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα η θέση του Καθ' ου η αίτηση πως επειδή ο Αιτητής γνώριζε για το ύψος των ποσών κατά το χρόνο καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης επηρεάζονται τα συμφέροντα του. Συνεπώς ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Μέσα από τον έκτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζονται κεκτημένα δικαιώματα του. Επαναλαμβάνω τα όσα έχω αναφέρει αμέσως προηγουμένως χωρίς να χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε. Συμπληρωματικά θα έλεγα ότι αναφορικά με τα όποια έξοδα θα υποστεί από τυχόν έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων, ο Καθ' ου η αίτηση θα αποζημιωθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής, η οποία θα είναι επαρκής θεραπεία. Κατά συνέπεια και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Μέσα από τον έβδομο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση δηλώνει ότι είναι συνταγματικό δικαίωμα του η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Εξ' όσον μπορεί να γίνει αντιληπτό η δήλωση αυτή γίνεται προς υποστήριξη της άποψης ότι αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα παραβιαστεί αυτό το συνταγματικό δικαίωμα. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή. Τυχόν έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων, η φύση των οποίων δεν αλλοιώνει τον πυρήνα της υπόθεσης, δεν μεταβάλλει τη βάση αγωγής και ουσιαστικά δεν εισάγει νέα επίδικα θέματα, δεν μπορεί να προκαλέσει καταστροφικά χρονοβόρες συνέπειες και ούτε να περιπλέξει την εκδίκαση των επιδίκων θεμάτων αφού το θεμέλιο τους παραμένει το ίδιο. Η φύση και η έκταση των αιτούμενων τροποποιήσεων, όπως αυτές έχουν εκτεθεί προηγουμένως, δεν εγκυμονούν τέτοιους κινδύνους. Βεβαίως αν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις κάποια πολύ μικρή απώλεια χρόνου θα δαπανηθεί στην τροποποίηση των έγγραφων προτάσεων, η οποία όμως δεν θα είναι τέτοια που να εκτροχιάσει την πορεία εκδίκασης της υπόθεσης και να την καταστήσει, υπό τις περιστάσεις, εκτός των πλαισίων των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι ένεκα της παρούσας αίτησης τροποποίησης έχουν παρέλθει τρεις μήνες από την ημερομηνία της τελευταίας δικασίμου, πλην όμως αυτό δεν κρίνεται ότι διαφεύγει του χρονικά λογικού πλαισίου. Παράλληλα ανατρέχοντας στον δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν θεωρείται άμοιρος συνυπευθυνότητας στην πορεία που είχε η υπόθεση αυτή, γεγονός που δεν του επιτρέπει να επικαλείται τις πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος προς όφελος του. Συγκεκριμένα ενώ το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 09.11.11 και η έκθεση απαίτησης στις 02.11.13 η αίτηση για να δοθεί άδεια παρέμβασης στη διαδικασία καταχωρήθηκε στις 25.02.14 και το σημείωμα εμφάνισης στις 02.04.14. Η δε υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 27.06.14 και αφού η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση υποχρεώθηκε να το πράξει κατόπιν σχετικής αίτησης. Επιπλέον δύο αιτήματα αναβολών εκδίκασης τη αγωγής που ζήτησε και πέτυχε η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση προκάλεσαν απώλεια χρόνου 5 μηνών περίπου. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Θεοδώρου v Θεοδώρου
(1996)1 Α.Α.Δ. 66 δεν μπορεί να οικοδομηθεί υπόθεση για αντισυνταγματικό τρόπο διεξαγωγής της δίκης πάνω στις ίδιες παραλείψεις των ενδιαφερομένων, αρχή η οποία φαίνεται να εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Πέραν αυτού, θεωρώ ότι το συνταγματικό δικαίωμα του διαδίκου για εκδίκαση των δικαιωμάτων του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος αντισταθμίζεται από το επίσης συνταγματικό δικαίωμα του αντιδίκου του να έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι παραγνωρίζω σε οποιαδήποτε περίπτωση την έννοια και σημασία του άρθρου 30 του Συντάγματος. Επίσης στην υπόθεση Πάρη Χριστοφίδη v Κώστα Λουκά
(1998)1 Α.Α.Δ. 389 τονίστηκε ότι η αξίωση για δίκαιη δίκη μέσα σε εύλογο χρόνο δεν εξετάζεται κάτω από απόλυτους χρονολογικούς όρους. Συνεκτιμούνται οι ιδιαιτερότητες της κάθε περίστασης αλλά η κατάληξη τροχιοδρομείται ενόψει και του παράλληλου συνταγματικού δικαιώματος των διαδίκων για ακρόαση. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Δεν παραγνωρίζω ότι η παρούσα αίτηση είναι η δεύτερη αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Δεν θα έλεγα ωστόσο ότι το γεγονός αυτό αποτελεί αυτόματα αποτρεπτική παράμετρο στο ενδεχόμενο περαιτέρω τροποποίησης του ιδίου δικογράφου. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης έχει ξεκινήσει. Αυτό βέβαια εκ προοιμίου δεν απαγορεύει την τροποποίηση δικογράφου. Η εκδίκαση της υπόθεσης βρίσκεται ακόμη στο στάδιο όπου προσκομίζεται μαρτυρία από τους μάρτυρες του Ενάγοντα και συγκεκριμένα δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση του Αιτητή (Ενάγοντα). Δεν παραγνωρίζω ότι η καθυστέρηση δεν δικαιολογείται πλήρως. Ούτε αυτό από μόνο του είναι παράγοντας καταλυτικής σημασίας. Από την άλλη λαμβάνω υπόψη την απουσία στοιχείου κακοπιστίας, το γεγονός ότι δεν επηρεάζονται δυσμενώς δικαιώματα και/ή συμφέροντα του Καθ' ου η αίτηση, το ότι δεν προκαλείται ζημιά στον Καθ' ου η αίτηση που δεν αποζημιώνεται με χρήματα, το ότι δίδεται εξήγηση για την ανάγκη της τροποποίησης, το ότι δεν εισάγονται νέα θέματα, τη φύση των αιτούμενων τροποποιήσεων, το ότι θα δοθεί η ευκαιρία στον Αιτητή να παρουσιάσει ακριβέστερα την εκδοχή του στην ολοκληρωμένη της διάσταση και ταυτόχρονα παρέχεται δικαίωμα στον Καθ' ου η αίτηση να την αντικρούσει καθώς και το ότι δεν πρόκειται να εκτροχιαστεί η δικαστική διαδικασία και να ξεφύγει έτσι από το πλαίσιο του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Έχοντας συνεκτιμήσει όλους τους πιο πάνω παράγοντες στη βάση των περιστατικών και δεδομένων που περιβάλλουν την υπόθεση αυτή με κυρίαρχη παράμετρο το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης των αιτουμένων τροποποιήσεων. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ως τα σημεία
(1)μέχρι
(4)της παραγράφου (Α) της αίτησης. Λόγω του επείγοντος της περίπτωσης το διάταγμα να συνταχθεί εντός 2 (δύο) εργασίμων ημερών. Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 3 (τριών) ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος, η υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί μέσα σε 3 (τρεις) ημέρες από την παράδοση της τροποποιημένης έκθεση απαίτησης και η απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση εντός περαιτέρω 2 (δύο) ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης. Η αγωγή ορίζεται για συνέχιση της ακρόασης την 02.06.17 και ώρα 11:00 π.μ. Παρά την επιτυχία της αίτησης, τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως και τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για τροποποίηση έκθεσης απαίτησης/Διαταγή 25/ Ενδιάμεση Απόφαση)

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.