ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ ν. ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΓΟΥΣΑΚΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 401/2011, 31/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 401/2011 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ Ενάγουσας και
- ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΓΟΥΣΑΚΗΣ
- ΑΝΤΡΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 31.05.17 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Λ. Χατζηνεοφύτου για κ.κ. Γ. Χατζηνεοφύτου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. (η κα Α. Μάγου για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγομένους 1 & 2: κος Α. Χουβαρτάς (η κα Ε. Λουκά για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 το ποσό των €17.035 πλέον τόκο προς 9% ετησίως που ισχυρίζεται ότι της οφείλεται ως καθυστερημένα ενοίκια ή διαζευκτικά ως ειδικές αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης ενοικίασης υποστατικού. Από την άλλη οι Εναγόμενοι απορρίπτουν την εκδοχή της Ενάγουσας στην ολότητα της και κατ' επέκταση αρνιούνται την απαίτηση της. Παράλληλα ο μεν Εναγόμενος 1 ανταπαιτεί γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις συνεπεία ισχυριζόμενης παράβασης συμφωνίας πλέον ποσό €30.000 ως ειδικές αποζημιώσεις κατόπιν συμφωνίας ή ως παράβαση ενοικιαστηρίου εγγράφου, διαφυγόντα κέρδη και απωλειών με τόκο προς 9% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από 01.11.11 μέχρι εξόφλησης που επικαλείται ότι δικαιούται ένεκα ισχυριζόμενης συμπεριφοράς δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων από μέρους της Ενάγουσας και πλέον ποσό €2.500 ανά μήνα από 01.11.11 μέχρι την παράδοση της κατοχής του υποστατικού ως διαφυγόντα κέρδη ή ως παράβαση συμφωνίας. Η δε Εναγόμενη 2 ανταπαιτεί δήλωση Δικαστηρίου με την οποίαν να κηρύσσεται άκυρη η εγγύηση που παρείχε στην Ενάγουσα για την πιστή τήρηση/εκτέλεση των όρων της σύμβασης ενοικίασης υποστατικού από τον Εναγόμενο
- Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων: Βασική θέση της Ενάγουσας είναι ότι δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 01.09.09 ενοικίασε το υποστατικό που βρίσκεται στην οδό Απόλλωνος αρ.3 στην Κάτω Πάφο και της ανήκει (στο εξής το 'υποστατικό') στον Εναγόμενο 1 για την περίοδο από 01.10.09 μέχρι 30.09.14 έναντι μηνιαίου ενοικίου €1.
- Σύμφωνα με την Ενάγουσα η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε την πιστή τήρηση/εκτέλεση των όρων της σύμβασης ενοικίασης υποστατικού από τον Εναγόμενο
- Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 παραβίασε τη μεταξύ τους συμφωνία ενοικίασης παραλείποντας την πληρωμή ενοικίων για τους μήνες Δεκέμβριο 2009 (μέρος-€1.110) και από Ιανουάριο 2010 μέχρι Οκτώβριο 2010 συνολικού ύψους €20.
- Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι κατόπιν παράκλησης του Εναγομένου 1 η μεταξύ τους σύμβαση λύθηκε κοινή συναινέσει με την ίδια να έχει παραλάβει την κατοχή του υποστατικού και να έχει απαλλάξει τον Εναγόμενο 1 από τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του που πηγάζουν από τη σύμβαση στη βάση υπόσχεσης του τελευταίου να εξοφλήσει τα καθυστερημένα ενοίκια. Επίσης η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι παρά το ότι οι Εναγόμενοι κλήθηκαν επανειλημμένα να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό, εντούτοις αυτοί δεν το έπραξαν μέχρι σήμερα, πλην όμως μετά την αφαίρεση ποσού €3.075 που αφορά καταβολή ποσού ως ασφάλεια (deposit) το συνολικό ποσό που αξιώνει ανέρχεται τελικά σε €17.
- Από την άλλη κεντρικός ισχυρισμός του Εναγόμενου 1, ο οποίος αναγνωρίζει τη συνομολόγηση της σύμβαση ενοικίασης του υποστατικού ημερομηνίας 01.09.09 αλλά θεωρεί ότι αυτή εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ δίχως να έχει τερματιστεί, είναι ότι δυνάμει προφορικής συμφωνίας που έγινε περί τα τέλη του έτους 2009 ένεκα της οικονομικής κρίσης το ενοίκιο μειώθηκε σε €300 την εβδομάδα, το οποίο και πληρωνόταν τακτικά χωρίς έτσι να οφείλεται το ισχυριζόμενο στην έκθεση απαίτησης ποσό. Περαιτέρω είναι ισχυρισμός του Εναγομένου 1 ότι μέσα από δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις της Ενάγουσας, λεπτομέρειες των οποίων παρέχονται στο δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, η Ενάγουσα προσπορίστηκε όφελος και ταυτόχρονα προκάλεσε ζημιά ύψους €30.000 στον Εναγόμενο 1 όταν ο τελευταίος της παρέδωσε την κατοχή του επιδίκου υποστατικού χωρίς όμως αυτή να του καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό των €30.000 ως εμπορική εύνοια της επιχείρησης του. Είναι ακόμη η θέση του Εναγομένου 1 ότι εξ' υπαιτιότητας της πιο πάνω συμπεριφοράς που αποδίδει στην Ενάγουσα ο ίδιος υφίσταται κάθε μήνα ζημιές €2.500 ως διαφυγόντα κέρδη στερούμενος της λειτουργίας της επιχείρησης του, ποσό που, μεταξύ άλλων, ανταπαιτεί. Σε ότι αφορά την Εναγόμενη 2, πρωταρχικός ισχυρισμός της είναι πως η συμπεριφορά της Ενάγουσας να προχωρήσει σε νέες συμφωνίες με τον Εναγόμενο 1 καθώς επίσης να παραχωρήσει την ενοικίαση του υποστατικού σε τρίτα άτομα οδήγησε σε μεταβολή των όρων σύμβασης ενοικίασης ημερομηνίας 01.09.
- Σύμφωνα με την Εναγόμενη 2, η ίδια δεν είχε ενημερωθεί και δεν είχε συναινέσει σε κάτι τέτοιο. Είναι η θέση της Εναγομένης 1 ότι η πιο πάνω συμπεριφορά της Ενάγουσας που έγινε εν αγνοία της κατέστησε την εγγύηση που αυτή παρείχε προς την Ενάγουσα για την πιστή τήρηση/εκτέλεση των όρων της σύμβασης ενοικίασης υποστατικού από τον Εναγόμενο 1 άκυρη και/ή ακυρώσιμη οδηγώντας σε απαλλαγή της από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν. Εις αντίκρουση των πιο πάνω θέσεων των Εναγομένων, η Ενάγουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς τους και εμμένει στη δική της εκδοχή. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης του η Ενάγουσα παρουσίασε δύο μάρτυρες. Προς υπεράσπιση της και παράλληλα για σκοπούς απόδειξης της ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 κάλεσαν από κοινού έξι μάρτυρες. Επιπλέον κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν 3 τεκμήρια. Για την πλευρά της Ενάγουσας πρώτος μάρτυρας ήταν η ίδια (ΜΕ1). Γραπτή δήλωση της αποτέλεσε την κυρίως εξέταση της δυνάμει του άρθρου 25 του Περί Αποδείξεων Νόμου (Κεφ.9). Μέσα από το περιεχόμενο της σημειώνεται ότι, ως ιδιοκτήτρια του επιδίκου υποστατικού προχώρησε στην ενοικίαση του στον Εναγόμενο 1 για την περίοδο από 01.10.09 μέχρι 30.09.14 δυνάμει εγγράφου ενοικίαση ημερομηνίας 01.09.09, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Την πιστή εκτέλεση των όρων της σύμβασης από τον Εναγόμενο 1 εγγυήθηκε η Εναγόμενη
- Με βάση τους όρους του Τεκμηρίου 1 το ενοίκιο συμφωνήθηκε στα €1.900 ενώ υπήρχε και υποχρέωση καταβολής ποσού ως ασφάλεια (ντεπόζιτο) ύψους €3.075, το οποίο καταβλήθηκε από τον Εναγόμενο
- Λόγω αδυναμίας πληρωμής του ενοικίου ο Εναγόμενος 1, μέσω του πεθερού του Νίκου Θεμιστοκλέους Σιήκκη, πρότεινε περί τα τέλη Οκτωβρίου 2010 τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης και απαλλαγή του από τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του με την υπόσχεση ότι θα εξοφλούσε εντός ενός μηνός τα καθυστερημένα ενοίκια που αφορούσαν τους μήνες Δεκέμβριο 2009 (μέρος-€1.110) και Ιανουάριο 2010-Οκτώβριο 2010, ήτοι συνολικό ποσό €20.
- Η Ενάγουσα αποδέχτηκε την πιο πάνω παράκληση του Εναγομένου 1 με αποτέλεσμα το Τεκμήριο 1 να τερματιστεί κοινή συναινέσει. Ωστόσο ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να τιμήσει την υπόσχεση του με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να οφείλει τα καθυστερημένα ενοίκια, το ύψος των οποίων αφού αφαιρεθεί το ποσό της ασφάλειας, ανέρχεται στα €17.
- Σύμφωνα με την Ενάγουσα ουδείς ενδιαφέρθηκε να ενοικιάσει το υποστατικό και να πληρώσει εμπορική εύνοια στον Εναγόμενο
- Επίσης η Ενάγουσα δηλώνει πως δεν έχει εισηγηθεί μείωση ενοικίου και δεν έχει συμφωνηθεί κάτι τέτοιο. Προς ενίσχυση της εκδοχής της η Ενάγουσα κατέθεσε δύο βιβλιάρια αποδείξεων είσπραξης χρημάτων και χειρόγραφη κατάσταση είσπραξης ποσών ως Τεκμήρια 2Α, 2Β και 2Γ. Σύμφωνα με την Ενάγουσα τα ενοίκια τα εισέπραττε μέσω του συζύγου της, Φρίξου Αχιλλέως. Αντεξεταζόμενη η Ενάγουσα δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως μεταξύ 2001-2002 το επίδικο υποστατικού κατεχόταν από τον Νίκο Θεμιστοκλέους Σιήκκη, ο οποίος το λειτουργούσε ως μουσικοχορευτικό κέντρο (καμπαρέ) με την ονομασία 'Telephone Bar'. Αργότερα το εν λόγω υποστατικό ενοικιάστηκε στον Εναγόμενο 1, ο οποίος της παρέδωσε την κατοχή του τέλη Οκτωβρίου 2010 με τον Νίκο Θεμιστοκλέους Σιήκκη να της υπόσχεται ότι θα μεσολαβούσε να εξοφληθούν τα ενοίκια που ο Εναγόμενος 1 χρωστούσε εντός ενός μηνός. Σύμφωνα με την Ενάγουσα ενώ η διάρκεια ισχύος του ενοικιαστηρίου εγγράφου ήταν μέχρι το έτος 2014, ο Εναγόμενος 1 της παρέδωσε οικειοθελώς ην κατοχή του τον Οκτώβριο 2010 και υπό την προϋπόθεση ότι θα εξοφλούσε τα οφειλόμενα ενοίκια τερμάτισαν κοινή συναινέσει την ισχύ του, απορρίπτοντας έτσι τη θέση των Εναγομένων ότι το συμφωνητικό έγγραφο ενοικίασης βρίσκεται ακόμη σε ισχύ και ότι ο Εναγόμενος 1 δεν είχε παραδώσει την κατοχή του εν λόγω υποστατικού. Επίσης απέρριψε τη θέση των Εναγομένων ότι είχε συμφωνήσει με τον Εναγόμενο 1 να του πληρώσει ποσό €30.000 ως εμπορική εύνοια της επιχείρησης και να διαγραφούν τα τυχόν οφειλόμενα ενοίκια. Ακόμη διαφώνησε με τη θέση των Εναγομένων ότι είχε συγκατατεθεί σε μείωση του ενοικίου ένεκα της οικονομικής κρίσης. Όπως περαιτέρω η Ενάγουσα διευκρίνισε, αυτός που εισέπραττε τα ενοίκια ήταν ο σύζυγος της, ο οποίος ήταν αυτός εξέδιδε τις αποδείξεις πληρωμών. Ο σύζυγος της Ενάγουσας, Φρίξος Αχιλλέως (ΜΕ2), ήταν ο μάρτυρας με τον οποίον η πλευρά της Ενάγουσας ολοκλήρωσε την παρουσίαση της υπόθεσης της. Στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ήταν αυτός που διαπραγματεύτηκε την ενοικίαση του επίμαχου υποστατικού για λογαριασμό της Ενάγουσας μαζί με τον πεθερό του Εναγομένου, Νίκο Θεμιστοκλέους Σιήκκη, ήταν αυτός που διαχειριζόταν την ενοικίαση του υποστατικού και ότι ήταν αυτός που εισέπραττε τα ενοίκια τα οποία αφορούσαν το επίδικο υποστατικό αναγνωρίζοντας παράλληλα την υπογραφή του στα αντίγραφα των αποδείξεων είσπραξης χρημάτων που εξέδωσε (Τεκμήρια 2Α και 2Β). Περαιτέρω ο ΜΕ2 ανάφερε ότι περί τα τέλη Οκτωβρίου 2010 ο Εναγόμενος 1, μέσω του πεθερού του, τον παρακάλεσε να παραλάβει την κατοχή του υποστατικού και να τον απαλλάξει από τις υποχρεώσεις του που πήγαζαν από τη συνέχιση της ενοικίασης λόγω αδυναμίας καταβολής ενοικίου, με αντάλλαγμα να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ενοίκια εντός ενός μηνός, πράγμα που αποδέχτηκε εκ μέρους και για λογαριασμό της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τον ΜΕ2 κατά την παράδοση της κατοχής του υποστατικού ο Νίκος Θεμιστοκλέους Σιήκκης τους πρότεινε την ενοικίαση του υποστατικού στους Αντρέα Σιήκκη και Σάββα Κωφού, πράγμα που ο ΜΕ2 αποδέχτηκε εκ μέρους και για λογαριασμό της Ενάγουσας. Όπως ο ΜΕ2 ανάφερε, ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε προκαταβολικά ως ασφάλεια τήρησης των όρων του Τεκμηρίου 1 ποσό €3.075 αλλά οφείλει μέρος του ενοικίου για το μήνα Δεκέμβριο 2009 που ανέρχεται στο ποσό των €1.110 καθώς και ολόκληρα τα ενοίκια για τους μήνες Ιανουάριο 2010 μέχρι Οκτώβριο 2010 που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €20.
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ2 αφού απέρριψε τη θέση των Εναγομένων ότι ο Νίκος Θεμιστοκλέους Σιήκκης προέβηκε σε βελτιωτικές εργασίες όταν το ενοικίαζε, δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως προκειμένου ο Εναγόμενος 1 να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του συμφωνητικού εγγράφου ενοικίασης (Τεκμήριο 1) ο τελευταίος είχε βρει τον αδελφό του ως νέο ενοικιαστή που θα του έδιδε €30.000 για να αποχωρούσε και να πλήρωνε με τα χρήματα αυτά τα οφειλόμενα ενοίκια του γαμπρού του. Πρώτος μάρτυρας των Εναγομένων ήταν ο Ανδρέας Θεμιστοκλέους Σιήκκης (ΜΥ1), θείος της Εναγομένης
- Στην κυρίως εξέταση του, μεταξύ άλλων, εξέφρασε προσωπική γνώση ότι ο αδελφός του, Νίκος Θεμιστοκλέους Σιήκκης, είχε στο παρελθόν ενοικιάσει το επίμαχο υποστατικό για το οποίο είχε δαπανήσει πολλά χρήματα προκειμένου να δημιουργηθούν οι συνθήκες και προδιαγραφές αλλά και να αποκτηθούν οι σχετικές άδειες που θα επέτρεπαν τη λειτουργία του ως νυχτερινό κέντρο. Στη συνέχεια είπε ότι κατά τον Σεπτέμβριο 2010 ο ίδιος μαζί με το Σάββα Κωφού ενδιαφέρθηκαν να λειτουργήσουν το εν λόγω υποστατικό ως νυχτερινό κέντρο με μουσική και για το λόγο αυτό συναντήθηκαν με τον αδελφό του και τον Εναγόμενο 1, οι οποίοι προθυμοποιήθηκαν να τους δώσουν κατοχή εφόσον εισέπρατταν το ποσό των €30.000 ως 'αέρα' και περαιτέρω να τους διαγραφεί οποιοδήποτε οφειλόμενο προς την Ενάγουσα ενοίκιο. Σε σχέση με το θέμα αυτό δήλωσε κατηγορηματικά ότι στην παρουσία του η Ενάγουσα μαζί με το σύζυγο της είχαν αναφέρει ότι εφόσον η κατοχή του υποστατικού μεταφερόταν στον ίδιο και τον Κωφού η Ενάγουσα δεν θα είχε αξίωση για ενοίκια που ήταν καθυστερημένα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως παρέλαβε την κατοχή του επιδίκου υποστατικού το οποίο και ενοικίαζε μαζί με τον Κωφού για ένα περίπου χρόνο. Επανερχόμενος στο ζήτημα της συνάντησης του με την Ενάγουσα και τον σύζυγο της στην παρουσία του αδελφού του, ο εν λόγω μάρτυρας είπε ότι ο αδελφός του χρωστούσε ενοίκια και εφόσον του χαρίζονταν και η Ενάγουσα του έδινε ποσό €30.000 για τα έξοδα που είχε επωμιστεί διαμορφώνοντας το χώρο θα του παρέδιδε την κατοχή του υποστατικού. Ακολούθως επειδή υπήρξε μεταξύ τους κατάληξη για υλοποίηση τους σε μελλοντικό στάδιο συνομολογήθηκε νέο ενοικιαστήριο έγγραφο με ενοικιαστές τον ίδιο (ΜΥ1) και τον Κωφού. Δεύτερος μάρτυρας των Εναγομένων ήταν ο Ιωάννης Ασπρομάλλης (ΜΥ2), ο οποίος στη γραπτή του δήλωση που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης αναφέρει ότι εγκατέστησε έναντι του ποσού των €8.892 μηχανήματα κλιματισμού στο επίμαχο υποστατικό μαζί με όλες τις συναφείς αναγκαίες εργασίες όταν αυτό ενοικιαζόταν από το Νίκο Θεμιστοκλέους Σιήκκη, τα οποία στη συνέχεια συντηρούσε. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η εμπειρία του στην αγορά για τις τιμές των εργασιών κλιματισμού οδηγούν στο πιο πάνω ποσό ως την αξία των υπηρεσιών που παρείχε στο Νίκο Θεμιστοκλέους Σιήκκη. Τρίτος μάρτυρας των Εναγομένων ήταν ο Ηρόδοτος Ηροδότου (ΜΥ3), ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ήταν αυτός που προμήθευσε το Νίκο Θεμιστοκλέους Σιήκκη με 8 φορτία μέλανο έναντι του ποσού των Λ.Κ.£40-Λ.Κ.£45 ανά φορτίο για να το χρησιμοποιήσει ως υλικό επιχωμάτωσης σε χώρο στάθμευσης του επίμαχου υποστατικού κατά την περίοδο ενοικίασης του πριν από τον Εναγόμενο
- Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως θυμάται που μετέφερε το πιο πάνω υλικό μεταξύ 2001-2002 σε χώρο δίπλα από το επίδικο υποστατικό για να διαμορφωθεί χώρος στάθμευσης. Επόμενος μάρτυρας των Εναγομένων ήταν ο Νίκος Θεμιστοκλέου Σιήκκης (ΜΥ4), πεθερός του Εναγομένου 1 και πατέρας της Εναγομένης 2, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, σε εργασίες που προέβηκε για να διαμορφώσει το επίδικο υποστατικό προκειμένου να μπορέσει να το λειτουργήσει ως μουσικοχορευτικό κέντρο, οι οποίες, όπως είπε, στοίχισαν πέραν των €171.
- Σύμφωνα με τον ίδιο ανέλαβε την κατοχή του επιδίκου υποστατικού μέσα του έτους
- Επειδή το έτος 2009 ο μάρτυρας αυτός επιθυμούσε να δώσει μία επιχείρηση στον γαμπρό του (Εναγόμενο 1) για να απασχολείται λόγω του ότι τότε ήταν άνεργος έγινε νέο ενοικιαστήριο έγγραφο για την ενοικίαση του εν λόγω υποστατικού μεταξύ του Εναγομένου 1 και της Ενάγουσας. Όταν αργότερα ενδιαφέρθηκε ο αδελφός του να ενοικιάσει το εν λόγω υποστατικό ο σύζυγος της Ενάγουσας του υποσχέθηκε ότι θα του πλήρωνε το ποσό των €30.000 μόλις συμφωνούσε μαζί με τον ΜΥ
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ4 δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως αμέσως πριν τη συνομολόγηση σύμβασης ενοικίασης με τον Εναγόμενο 1, υπήρχε σε ισχύ ενοικιαστήριο έγγραφο για την ενοικίαση του επιδίκου υποστατικού μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 2 για την περίοδο από 01.07.01 μέχρι 30.06.06 έναντι μηνιαίου ενοικίου Λ.Κ.£700 (όπως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας). Αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Όπως ο εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε, το έγγραφο αυτό ακυρώθηκε όταν έγινε νέα σύμβαση ενοικίασης του επιδίκου υποστατικού μεταξύ του Εναγομένου 1 και της Ενάγουσας (Τεκμήριο 1). Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι δεν ήταν ποτέ συμβαλλόμενο μέρος σε ενοικιαστήριο έγγραφο που αφορούσε το επίδικο υποστατικό επειδή όπως χαρακτηριστικά είπε 'δεν έκαμνε επιχειρήσεις στο όνομα του'. Περαιτέρω ο ΜΥ4 ισχυρίστηκε ότι συμφώνησε με το σύζυγο της Ενάγουσας ότι το μηνιαίο ενοίκιο θα μειωνόταν σε €800 λόγω πτώσης της τιμής ενοικίου στα ακίνητα της περιοχής ένεκα της οικονομικής κρίσης. Στη συνέχεια προσήλθε ο Ζήνωνας Ζήνωνος (ΜΥ5), ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ανάφερε ότι προμήθευσε και εγκατέστησε προς όφελος του Νίκου Θεμιστοκλέους Σιήκκη στο επίμαχο υποστατικό μεταξύ 2000-2003 μία παγομηχανή, ένα πλυντήριο ποτηριών, σύστημα εξαερισμού με καπνοδόχο, ανοξείδωτους πάγκους στην κουζίνα, μία λάντζα και ένα ψυγείο στο μπαρ έναντι ποσού που υπολογίζει να είναι γύρω στα €6.
- Για τη δε παγομηχανή κλήθηκε 1-2 φορές για να τη συντηρήσει. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως η μεγάλη πάροδος χρονικού διαστήματος δεν του επιτρέπει να πει με ασφάλεια αν υπήρχαν φουγάρα από προηγουμένως και γενικότερα αν υπήρχε πρόνοια εξαερισμού. Τελευταίος μάρτυρας των Εναγομένων ήταν ο Εναγόμενος 1 (ΜΥ6), κουνιάδος της Εναγομένης 2, ο οποίος στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι ουσιαστικό ρόλο καθ' όλη τη διάρκεια της συμφωνίας ενοικίασης για λειτουργία του υποστατικού διαδραμάτισε ο ΜΥ
- Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα. Αντίθετα η Ενάγουσα ήταν αυτή που ανέλαβε δυνάμει μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας να του πληρώσει €30.000 ως 'αέρα' προκειμένου να παραδώσει την κατοχή του επιδίκου υποστατικού στον επόμενο ενοικιαστή, ένας εκ των οποίων ήταν ο ΜΥ
- Ωστόσο, κατά παράβαση της μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας, η Ενάγουσα δεν κατέβαλε κανένα ποσό μέχρι σήμερα. Όπως είπε, ο ίδιος δεν είχε κανένα λόγο να εγκαταλείψει το επίδικο υποστατικό αν δεν υπήρχε η συμφωνία των €30.000 αφού σ' αυτό είχαν γίνει έξοδα πολλαπλάσια του ποσού αυτού, απορρίπτοντας έτσι την θέση της Ενάγουσας ότι υπήρχε αδυναμία πληρωμής ενοικίου. Επιπλέον ο εν λόγω μάρτυρας επικαλέστηκε παράνομη αφαίρεση της κατοχής του υποστατικού μέσα από εξαπάτηση του από την Ενάγουσα και παράλληλα ισχυρίστηκε ότι από την 01.11.10 υφίσταται ζημιές ύψους €2.500 μηνιαίως που αντιπροσωπεύουν καθαρή απώλεια κέρδους που θα είχε αν συνέχιζε να εκμεταλλεύεται τη λειτουργία της επιχείρησης. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ6 αφού αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 ως τη συμφωνία ενοικίασης του επιδίκου υποστατικού που υπέγραψε με την Ενάγουσα δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, πως τα προβλήματα εγκυμοσύνης που η σύζυγος του είχε δεν του επέτρεψαν προσωπικά να ασχοληθεί ουσιαστικά με τη λειτουργία της επιχείρησης. Επίσης η επιθυμία του να προστατεύσει την οικογένεια του από κακοφημία που ο κόσμος θα απέδιδε ένεκα της επιχείρησης καθώς και το ότι ο ίδιος δεν ήθελε να έχει σχέση με καμπαρέ όντας οικογενειάρχης, ήταν δεδομένα που τον ώθησαν να αποχωρήσει από την επιχείρηση. Σύμφωνα με τον ΜΥ6 ο ενοικιαστής που ενοικίαζε το επίδικο υποστατικό πριν από τον ίδιο ήταν άγνωστο για τον ίδιο πρόσωπο. Επ' αυτού απέρριψε τη θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι επρόκειτο για τον πεθερό του (ΜΥ4) ή τη θυγατέρα του (Εναγόμενη 2). Σύμφωνα ακόμη με τον εν λόγω μάρτυρα, με το που ενοικιάστηκε το επίδικο υποστατικό δυνάμει του Τεκμηρίου 1 ξεκίνησαν οι εργασίες βελτίωσης και διαμόρφωσης του χώρου προκειμένου να λειτουργήσει η επιχείρηση. Παράλληλα αρνήθηκε ότι οφείλει οποιοδήποτε ενοίκιο στην Ενάγουσα. Αναφερόμενος στη θέση του για απώλεια κέρδους, ο ΜΥ6 υποστήριξε πως γι' αυτό έτυχε ενημέρωση από τον ΜΥ4 αλλά και περιήλθε στην αντίληψη του μέσα από τιμολόγια και αποδείξεις που είδε. Τελικές Αγορεύσεις: Στις τελικές αγορεύσεις τους αμφότερες οι πλευρές προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων και εισηγήσεων τους. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ορισμένα γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα:
(1)Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο η Ενάγουσα ήταν και εξακολουθεί να είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επιδίκου υποστατικού.
(2)Δυνάμει συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 01.09.09 (Τεκμήριο 1), η Ενάγουσα ενοικίασε το επίδικο υποστατικό στον Εναγόμενο 1 για την περίοδο από 01.10.09 μέχρι 30.09.14 έναντι μηνιαίου ενοικίου €1.900.
(3)Η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε στην Ενάγουσα την πιστή τήρηση/εκτέλεση των όρων της σύμβασης ενοικίασης του υποστατικού (Τεκμηρίου 1) από τον Εναγόμενο 1.
(4)Ως επιπλέον εξασφάλιση της πιστής τήρησης/εκτέλεσης των όρων της σύμβασης ενοικίασης του υποστατικού, ο Εναγόμενος 1 πλήρωσε προκαταβολικά στην Ενάγουσα ποσό €3.075, το οποίο κρατείται μέχρι σήμερα από την τελευταία ως ασφάλεια (ντεπόζιτο).
(5)Το επίδικο υποστατικό λειτουργούσε ως μουσικοχορευτικό κέντρο (νυχτερινό κέντρο-καμπαρέ).
(6)Περί τα τέλη Οκτωβρίου 2010 η Ενάγουσα απέκτησε κατοχή του υποστατικού, το οποίο και ενοικίασε δυνάμει νέας συμφωνίας στον Ανδρέα Θεμιστοκλέους Σιήκκη (ΜΥ1) και Σάββα Κωφού, οι οποίοι αφού το λειτουργούσαν για ένα περίπου χρόνο ως νυχτερινό κέντρο με μουσική (μπουζούκια), αποχώρησαν παραδίδοντας την κατοχή του στην Ενάγουσα.
(7)Κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο σύζυγος της Ενάγουσας, Φρίξος Αχιλλέως (ΜΕ2), ενεργούσε ως αντιπρόσωπος (εκ μέρους και για λογαριασμό) της Ενάγουσας. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Επίδικα Θέματα: Προσεκτική μελέτη των έγγραφων προτάσεων σε συνάρτηση με την προσαχθείσα μαρτυρία καθώς και των τελικών αγορεύσεων καθιστούν σαφές ότι τα επίδικα ζητήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο τόσο σε σχέση με την απαίτηση όσο και με την ανταπαίτηση είναι τα εξής: 1) Κατά πόσο υπάρχει μη πληρωμή ενοικίων για τους μήνες Δεκέμβριο 2009 (μέρος) και από Ιανουάριο 2010 μέχρι Οκτώβριο
- 2) Εάν η σύμβαση ενοικίασης ημερομηνίας 01.09.09 τροποποιήθηκε δυνάμει προφορικής συμφωνίας για μείωση του ενοικίου. 3) Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η Ενάγουσα απέκτησε την κατοχή του επιδίκου υποστατικού περί τα τέλη Οκτωβρίου
- 4) Το καθεστώς νομικής ισχύος της σύμβασης ενοικίασης ημερομηνίας 01.09.09 του επιδίκου υποστατικού (Τεκμήριο 1) ή ενδεχόμενης τροποποιημένης τέτοιας σύμβασης και/ή εάν επηρεάζεται η εγκυρότητα άλλης τυχόν μεταγενέστερης επιπλέον συμφωνίας. 5) Το καθεστώς νομικής ισχύος της σύμβασης εγγύησης. 6) Κατά πόσο υπάρχει παραβίαση συμφωνίας ενοικίασης υποστατικού και/ή οποιασδήποτε άλλης τυχόν μεταγενέστερης επιπλέον συμφωνίας: (α) από μέρους του Εναγομένου 1 λόγω ισχυριζόμενης παράλειψης πληρωμής οφειλομένων ενοικίων, (β) από μέρους της Ενάγουσας λόγω δόλου, απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. 7) Κατά πόσο υπάρχει παράβαση όρων εγγύησης από την Εναγόμενη
- 8) Σε σχέση με τις αξιούμενες θεραπείες: (α) σε περίπτωση που αποδειχτεί ότι υπήρξε παράβαση σύμβασης από τον Εναγόμενο 1 και/ή υπήρξε παράβαση όρων εγγύησης από την Εναγόμενη 2, εάν η Ενάγουσα υπέστη ζημιές και επομένως δικαιούται: i. στην επιδίκαση των ισχυριζόμενων ειδικών αποζημιώσεων - κατά πόσο όντως οφείλεται το ισχυριζόμενο ποσό των €17.035, ii. σε τόκο 9% ετησίως επί τυχόν επιδικαζόμενου ποσού από οποιονδήποτε Εναγόμενο, (β) σε περίπτωση που αποδειχτεί ότι σημειώθηκε παράβαση σύμβασης από την Ενάγουσα και/ή κριθεί ότι η σύμβαση ενοικίασης συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ, εάν ο Εναγόμενος 1 υπέστη ζημιές και επομένως δικαιούται: i. στην επιδίκαση των ισχυριζόμενων ειδικών αποζημιώσεων ύψους €30.000, ii. σε τόκο 9% ή σε νόμιμο τόκο ετησίως επί του ποσού €30.000, iii. σε επιστροφή της κατοχής του επιδίκου υποστατικού, iv. σε διαφυγόντα κέρδη ύψους €2.500 μηνιαίως από 01.11.11 μέχρι επιστροφής της κατοχής του επιδίκου υποστατικού ένεκα ισχυριζόμενης στέρησης ευκαιρίας λειτουργίας της επιχείρησης στο εν λόγω ακίνητο, v. στην επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων, (γ) εάν ο Εναγόμενος 1 προέβηκε σε ενέργεια να μην συνεχίσει στην κατοχή του επιδίκου υποστατικού χωρίς χαριστική αιτία, (δ) κατά πόσο η Ενάγουσα πλούτισε αδικαιολόγητα και/ή προσπορίστηκε όφελος εις βάρος του Εναγομένου 1 κατά €30.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Η μαρτυρία της Ενάγουσας (ΜΕ1) μπορεί να διαχωριστεί σε δύο μέρη. Η πρώτη της πτυχή αφορά ένορκη μαρτυρία που επαληθεύεται τόσο από παραδεκτά γεγονότα όσο και από πραγματική μαρτυρία. Χωρίς δεύτερη σκέψη το κομμάτι αυτό της μαρτυρίας γίνεται αποδεκτό. Πρόκειται για τα παραδεκτά γεγονότα υπό τα σημεία
(1)μέχρι
(6)που καταγράφονται πιο πάνω καθώς και αυτά που αντλούνται από το Τεκμήριο 1, το περιεχόμενο του οποίου, πέραν του ότι επίσης δεν αμφισβητήθηκε, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, αποδέχομαι ως αληθές και αξιόπιστο. Η δεύτερη πτυχή της μαρτυρίας της Ενάγουσας παραπέμπει σε γεγονότα που εξ' όσον γίνεται αντιληπτό η ίδια δεν είχε προσωπική συμμετοχή. Εκείνος που από την πλευρά της φαίνεται να είχε εμπλοκή ήταν ο σύζυγος της, Φρίξος Αχιλλέως (ΜΕ2), ο οποίος εμφανίζεται να την εκπροσωπούσε στη διαχείριση της ενοικίασης του επιδίκου υποστατικού από τον Εναγόμενο 1, να είναι αυτός που εισέπραττε ενοίκια και να εξέδιδε αποδείξεις πληρωμών σε σχέση με το εν λόγω υποστατικό, να είναι αυτός που να έχει διαπραγματευτεί την επιστροφή της κατοχής του υποστατικού αυτού στην Ενάγουσα περί τα τέλη Οκτωβρίου 2010 και να είναι αυτός που βίωσε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το ίδιο υποστατικό ενοικιάστηκε στη συνέχεια στους Ανδρέα Θεμιστοκλέους Σιήκκη (ΜΥ1) και Σάββα Κωφού. Μέσα από την παράθεση της εκδοχής της καταδεικνύεται ότι η Ενάγουσα μεταφέρει στη δικαστική αίθουσα αναφορές που στηρίζεται σε πληροφόρηση που προφανώς έτυχε από τον ΜΕ2. Πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία βεβαίως δεν αποκλείεται από αξιολόγηση ως τέτοια που είναι (βλέπε άρθρο 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων). Παράμετροι που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου όταν αξιολογεί τέτοια μαρτυρία παρέχονται κατά τρόπο μη εξαντλητικό από το άρθρο 27 του Κεφ.9, στο περιεχόμενο του οποίου παραπέμπω. Επειδή όμως ο ΜΕ2 παρουσιάστηκε ως μάρτυρας δίδοντας ένορκη μαρτυρία, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τις ακούσει από τον ίδιο στο σύνολο τους και να προβεί σε αξιολόγηση τους. Κατά συνέπεια αποδίδω μηδενική βαρύτητα στο κομμάτι αυτό της μαρτυρίας της Ενάγουσας. Ο ΜΕ2 ήταν αυτός που εκπροσωπώντας την Ενάγουσα ενοικίαζε το επίδικο υποστατικό στον εκάστοτε ενοικιαστή, ένας εκ των οποίων ήταν ο Εναγόμενος
- Ήταν αυτός που εκ μέρους και για λογαριασμό της Ενάγουσας εισέπραττε χρήματα ενοικίων από ή για λογαριασμό του Εναγομένου 1 και ήταν αυτός που εξέδιδε σχετικές αποδείξεις πληρωμών αναφορικά με το εν λόγω υποστατικό. Η μαρτυρία του που περιστρέφεται στα θέματα αυτά επιβεβαιώνεται τόσο από γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων όσο και από πραγματική μαρτυρία. Συγκεκριμένα το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 επαληθεύει τις λεπτομέρειες που ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε σχετικά με τη σύμβαση ενοικίασης του επιδίκου υποστατικού στον Εναγόμενο 1 καθώς και τη δήλωση του ότι την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης εγγυήθηκε η Εναγόμενη
- Η ορθότητα του μέρους αυτού της μαρτυρίας του διασταυρώνεται ακόμη από τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν σημειωθεί πιο πάνω υπό τα σημεία
(1)μέχρι
(6), στα οποία και παραπέμπω. Περαιτέρω ο εν λόγω μάρτυρας παρέθεσε εκτεταμένη μαρτυρία για τις πληρωμές ενοικίων που έγιναν από ή εκ μέρους και για λογαριασμό του Εναγομένου
- Η εν λόγω του μαρτυρία ήταν σαφής, σταθερή και τεκμηριωμένη. Η μαρτυρία του αυτή ενισχύεται από την κατάθεση των σχετικών βιβλιαρίων απόδειξης είσπραξης πληρωμών που αφορούσαν την καταβολή ενοικίων για το επίδικο υποστατικό (Τεκμήρια 2Α και 2Β), το περιεχόμενο των οποίων πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους, κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του, αποδέχομαι ως αληθές και αξιόπιστο. Στα έγγραφα αυτά, στα οποία ρητά σημειώνεται η είσπραξη χρημάτων για το επίδικο υποστατικό, ο εν λόγω μάρτυρας αναγνώρισε τον γραφικό του χαρακτήρα που χρησιμοποίησε για τη συμπλήρωση των εντύπων καθώς και την υπογραφή του σ' αυτά. Ο ίδιος αναγνώρισε τα χρήματα που εισέπραξε από τον Εναγόεμνο 1 και/ή από άλλο άτομο που ενεργούσε για λογαριασμό του Εναγομένου 1 δυνάμει της σύμβασης ενοικίασης (Τεκμήριο 1). Τόσο ο γραφικός χαρακτήρας του ΜΕ2 όσο και η υπογραφή του στα έντυπα που συγκεκριμένα ο εν λόγω μάρτυρας υπέδειξε αλλά και το περιεχόμενο που χειρόγραφα συμπληρώθηκε από τον μάρτυρα αυτό δεν αμφισβητήθηκαν από οποιονδήποτε εναγόμενο μέσα από τη δικαστική διαδικασία. Συγκεντρωμένη καταγραφή στοιχείων πληρωμής ενοικίων με βάση τα Τεκμήρια 2Α και 2Β περιλαμβάνεται από στο Τεκμήριο 2Γ, το οποίο όπως λέχθηκε από τον μάρτυρας ετοιμάστηκε από τον ίδιο, θέση που παρέμεινε αναντίλεκτη και ως εκ τούτου αποδέχομαι. Αυτό που αβίαστα προκύπτει μέσα από τα Τεκμήρια 2Α, 2Β και 2Γ είναι ότι για την ενοικίαση του επιδίκου υποστατικού από τον Εναγόμενο 1 έγιναν οι πιο κάτω περιοδικές πληρωμές για τις οποίες εκδόθηκαν οι ακόλουθες αποδείξεις είσπραξης χρημάτων: è ενοίκιο μηνός Οκτωβρίου 2009 · απόδειξη είσπραξης υπ' αρ. 107874 - ποσό €300 · απόδειξη είσπραξης υπ' αρ. 107875 - ποσό €300 · απόδειξη είσπραξης υπ' αρ. 107882 - ποσό €300 · απόδειξη είσπραξης υπ' αρ. 107883 - ποσό €400 · απόδειξη είσπραξης υπ' αρ. 107884 - ποσό €200 · απόδειξη είσπραξης υπ' αρ. 107886 - ποσό €300 · απόδειξη είσπραξης υπ' αρ. 107889 - ποσό €100 è ενοίκιο μηνός Νοεμβρίου 2009 · απόδειξη είσπραξης υπ' αρ. 107889 - ποσό €150 · απόδειξη είσπραξης υπ' αρ. 107891 - ποσό €350 · απόδειξη είσπραξης υπ' αρ. 107892 - ποσό €350 · απόδειξη είσπραξης υπ' αρ. 107894 - ποσό €300 · απόδειξη είσπραξης υπ' αρ. 107895 - ποσό €300 · απόδειξη είσπραξης υπ' αρ. 107898 - ποσό €450 è ενοίκιο μηνός Δεκεμβρίου 2009 · απόδειξη είσπραξης υπ' αρ. 107899 - ποσό €400 · απόδειξη είσπραξης υπ' αρ. 738353 - ποσό €490 Παράλληλα ο μάρτυρας διευκρίνισε με τρόπο πειστικό ότι η απόδειξη είσπραξης υπ' αρ. 738357 που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 2Β ετοιμάστηκε με σκοπό ότι θα γινόταν η πληρωμή του ποσού που σημειώνεται, ως είχε υποσχεθεί ο πεθερός του Εναγομένου 1, πλην όμως κάτι τέτοιο ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Ως εκ τούτου το εν λόγω έγγραφο δεν αποτελεί μέρος των πιο πάνω πληρωμών. Σε ότι αφορά τις αποδείξεις είσπραξης υπ' αρ. 107853, 107856, 107858 και 107859 που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 2Α παραπέμπουν σε πληρωμές ενοικίων του επιδίκου υποστατικού που δεν σχετίζονται με την περίοδο ενοικίασης του δυνάμει του Τεκμηρίου 1 και ως εκ τούτου εφόσον έκδηλα δεν αποτελούν μέρος των επιδίκων θεμάτων δεν λαμβάνονται υπόψη. Όπως προκύπτει από την πιο πάνω αναλυτική καταγραφή, το ενοίκιο που πληρώθηκε για τον μήνα Οκτώβριο 2009 ήταν ύψους €1.900, ως προνοούσε το Τεκμήριο
- Ομοίως ποσό €1.900 πληρώθηκε ως ενοίκιο για το μήνα Νοέμβριο 2009, ως συμφωνήθηκε δυνάμει του Τεκμηρίου
- Αυτό καταδεικνύει ορθή τη θέση του μάρτυρα ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε οποιαδήποτε μείωση του ενοικίου. Σε σχέση με το μήνα Δεκέμβριο διαπιστώνεται ότι πληρώθηκε μόνο ποσό €890 ως έναντι του ενοικίου που προνοεί το Τεκμήριο 1 και παρέμεινε προς πληρωμή σε σχέση με το μήνα αυτό, πάντοτε δυνάμει του Τεκμηρίου 1, ποσό ύψους €1.
- Συνεπώς αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι εξοφλήθηκαν τα ενοίκια Οκτωβρίου 2009 και Νοεμβρίου 2009 καθώς και πληρώθηκε μέρος του μηνός Δεκεμβρίου
- Από εκεί και πέρα κανένα άλλο ενοίκιο καταδεικνύεται να έχει πληρωθεί. Το δε σύνολο των πληρωμών ενοικίου ανέρχεται στα €4.
- Για την περίοδο από 01.10.10 μέχρι 31.10.10 που αδιαμφισβήτητα είχε κατοχή ο Εναγόμενος 1 του επιδίκου υποστατικού το σύνολο των πληρωμών με ενοίκιο ύψους €1.900 θα ανερχόταν στα €24.
- Αφαιρώντας το ποσό των πληρωμών €4.690 που έχουν γίνει από το σύνολο των €24.700 που θα έπρεπε να είχαν γίνει για την πιο πάνω περίοδο κατοχής του υποστατικού από τον Εναγόμενο 1, παρατηρώ ότι παραμένει οφειλόμενο ποσό €20.010 που αφορά μέρος ενοικίου €1.010 για το μήνα Δεκέμβριο 2009 καθώς και τα ενοίκια ύψους €19.000 για τους μήνες από Ιανουάριο 2010 μέχρι Οκτώβριο 2010 (10 μήνες χ €1.900). Σε ότι αφορά την εκδοχή του για την παραλαβή της κατοχής του επιδίκου υποστατικού περί τα τέλη Οκτωβρίου 2010, αποδέχομαι τη θέση του ΜΕ2 ότι ο Εναγόμενος 1 δια του αντιπροσώπου του (ΜΥ4) εξέφρασε την επιθυμία να αποχωρήσει από το επίδικο υποστατικό λόγω αδυναμίας πληρωμής του ενοικίου. Η θέση αυτή γίνεται δεκτή επειδή ενδυναμώνεται από το πιο πάνω εύρημα του Δικαστηρίου που επισημαίνει ότι από την ημερομηνία που ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε κατοχή του επιδίκου υποστατικού δυνάμει του Τεκμηρίου 1 κατάφερε να πληρώσει το ενοίκιο μόνο των δύο πρώτων μηνών και μέρος του τρίτου μήνα. Αντίθετα δεν μπορεί να γίνει πιστευτή η θέση ότι ο Εναγόμενος 1 υποσχέθηκε να εξοφλήσει κάθε οφειλόμενο ποσό εντός ενός μηνός επειδή αντιστρατεύεται τη λογική. Γιατί ο ΜΕ2, εκ μέρους και για λογαριασμό της Ενάγουσας, να αποδεχτεί τέτοια υπόσχεση από τον Εναγόμενο 1 με χρονική προθεσμία τη στιγμή που ο τελευταίος ήταν ήδη δεσμευμένος να το πράξει, δηλαδή ήταν ήδη υποχρεωμένος να πληρώσει τα οφειλόμενα ενοίκια, στις χρονικές προθεσμίες που προνοεί το Τεκμήριο 1; Τούτο ενισχύεται από τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας να απαιτήσει επιδίκαση τόκου 9% επί των οφειλομένων ποσών από την ημερομηνία που κάθε ένα από αυτά κατέστη οφειλόμενο (παράγραφος 10Β της έκθεσης απαίτησης). Είναι γι' αυτό που ο εν λόγω μάρτυρας, αντιλαμβανόμενος ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός του δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής, ανάφερε για πρώτη φορά σε προχωρημένο στάδιο της αντεξέτασης του ότι μέρος της συμφωνίας που επικαλείται ήταν και η διαγραφή των οφειλομένων ενοικίων για τους μήνες Δεκέμβριο 2009 και Οκτώβριο
- Πρόκειται για εκ των υστέρων ισχυρισμό που διαφοροποιεί την εκδοχή του στο θέμα αυτό και δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Η εξήγηση που έδωσε ότι το είχε ξεχάσει είναι φτωχή και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτή. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η αναφορά του ΜΕ2 ότι ο πεθερός του Εναγομένου 1 (ΜΥ4) του είχε πει πως ο ΜΥ1 θα του πλήρωνε το ποσό των €30.000 και ότι με αυτά τα χρήματα θα εξοφλούνταν τα οφειλόμενα ενοίκια. Είναι ένας ισχυρισμός που δεν γίνεται πιστευτός επειδή όχι μόνο δεν δικογραφείται τόσο στην έκθεση απαίτησης όσο και στο δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση αλλά ούτε τέθηκε στην ένορκη μαρτυρία της κυρίως εξέταση του. Η πρώτη φορά που εκστομίστηκε αυτός ο ισχυρισμός ήταν σε προχωρημένο στάδιο της αντεξέτασης του. Η εξήγηση που έδωσε ότι το είχε ξεχάσει είναι φτωχή και δεν γίνεται αποδεκτή. Είναι ένας ισχυρισμός που δεν υποστηρίζεται ούτε μέσα από την μαρτυρία της Ενάγουσας. Αξιολογώντας την μαρτυρία του ΜΕ2 στο σύνολο της κρίνω ότι οι πιο πάνω διαφοροποιήσεις που αφορούν συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του δεν είναι ικανές να πλήξουν την αξιοπιστία της υπόλοιπης μαρτυρίας του που υποστηρίζεται από παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα αλλά και άλλα γεγονότα που αναπόσπαστα πηγάζουν από αυτά> Οι εν λόγω διαφορές είναι επουσιώδεις και δεν αγγίζουν το στοιχείο της ειλικρίνειας του ΜΕ2 που γενικά διαπιστώνω ότι χαρακτηρίζει τον μάρτυρα αυτό. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ2 στο βαθμό και την έκταση που έχει σχολιαστεί. Στο μέρος της μαρτυρίας που γίνεται αποδεκτή ανήκουν και τα Τεκμήρια 2Α, 2Β και 2Γ, το περιεχόμενο των οποίων επίσης γίνεται αποδεκτό για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί προηγουμένως. Ο ΜΥ1 δεν δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η παρουσία του στο Δικαστήριο ήταν απλά για να βοηθήσει την υπόθεση του Εναγομένου 1 εις βάρος της υπόθεσης της Ενάγουσας και όχι για να αποκαλύψει όλα όσα πραγματικά γνώριζε. Στην προσπάθεια του να δημιουργήσει μια ευνοϊκή εικόνα για τον Εναγόμενο 1 αναφέρθηκε σε γεγονότα που είναι άσχετα με τον ουσιώδη χρόνο και κατ' επέκταση με τα επίδικα ζητήματα της αγωγής. Ορισμένες από τις τοποθετήσεις του δεν αντέχουν τη βάσανο της λογικής και είναι εμφανές ότι λέχθηκαν απλά και μόνο για να εντυπωσιάσουν και για να ευνοήσουν την εκδοχή του Εναγομένου
- Παράλληλα, ως μάρτυρας υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, οι οποίες έπληξαν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του. Δεν διαφωνώ ότι η αλλαγή χρήσης του επιδίκου υποστατικού από νυχτερινό κέντρο (δισκοθήκη) που αρχικά λειτουργούσε σε μετέπειτα μουσικοχορευτικό κέντρο (καμπαρέ) μεταξύ των ετών 2001-2002, περίοδος που δεν ενοικιαζόταν από τον Εναγόμενο 1 και δεν καλύπτεται από το Τεκμήριο 1, ενέχει την εκτέλεση ορισμένων εξειδικευμένων εργασιών προκειμένου να επιτευχθεί η μετατροπή του σε υποστατικό με τις προδιαγραφές εκείνες που θα εξυπηρετούσαν το σκοπό ενοικίασης και λειτουργίας του. Αυτό αναπόφευκτα προϋποθέτει κόστος για το χρήστη του υποστατικού που σε κάθε περίπτωση δεν ήταν ο Εναγόμενος
- Πρόκειται όμως για μαρτυρία που δεν διαφωτίζει το Δικαστήριο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα της αγωγής και ως εκ τούτου το μέρος αυτό της μαρτυρίας του ΜΥ1 αγνοείται. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 αναλώθηκε στα γεγονότα που περιβάλλουν την ενοικίαση του επιδίκου υποστατικού από τον ίδιο και τον Σάββα Κωφού από τον Νοέμβριο
- Εδώ εντοπίζονται ουσιώδεις διαφοροποιήσεις. Συγκεκριμένα: (α) Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ΜΥ1 αναφέρει ότι σε κατ' ιδίαν συνάντηση που είχε με τον Εναγόμενο 1 και τον ΜΥ4 του είχε λεχθεί από αυτούς ότι για να εγκαταλείψουν το χώρο θα έπρεπε να τους καταβληθεί ποσό €30.000 ως 'αέρα', όπως χαρακτηριστικά είπε, περαιτέρω δε να τους διαγραφεί οποιοδήποτε ποσό που οφειλόταν στην Ενάγουσα, στην αντεξέταση του διαφοροποιήθηκε ισχυριζόμενος ότι στη συνάντηση εκείνη παρόντες ήταν και η Ενάγουσα μαζί με τον ΜΕ
- (β) Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ΜΥ1 ισχυρίζεται δεν γνωρίζει ποια κατάληξη είχε η επικαλούμενη επιθυμία του Εναγομένου 1 και του ΜΥ4 για το θέμα του ποσού των €30.000 μεταξύ αυτών και της Ενάγουσας και του ΜΕ2, στην ανετξέταση υπαναχώρησε δηλώνοντας βεβαιότητα ότι υπήρξε θετική κατάληξη και ότι μάλιστα ο ίδιος ήταν παρών όταν αυτό κατ' ισχυρισμό συμφωνήθηκε. (γ) Ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι το ποσό των €30.000 απαιτήθηκε ως 'αέρας', στην αντεξέταση του ελίχθηκε λέγοντας πως το ποσό αυτό ζητείτο ως κάλυψη μέρους των εξόδων που δαπανήθηκαν από τον ΜΥ4 για την μετατροπή του σε μουσικοχορευτικό κέντρο σε χρονική περίοδο προγενέστερης του ουσιώδη χρόνου της αγωγής που ενοικιαζόταν από τον Εναγόμενο 1 δυνάμει του Τεκμηρίου
- Περαιτέρω η αναφορά του ΜΥ1 ότι η Ενάγουσα με τον ΜΕ2 συμφώνησαν να πληρώσουν στον Εναγόμενο 1 και τον ΜΥ4 το ποσό των €30.000 ως 'αέρα' στερείται λογικού ερείσματος και συνεπώς δεν γίνεται πιστευτή. Είναι προφανές ότι όταν ο μάρτυρας αυτός λέει για 'αέρα' εννοεί πληρωμή για την εμπορική εύνοια της επιχείρησης που ήταν, όπως ήδη λέχθηκε, μουσικοχορευτικό κέντρο (καμπαρέ). Πως μπορούσε όμως αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα τη στιγμή που ούτε η Ενάγουσα ούτε ο ΜΕ2 αλλά ούτε οποιοσδήποτε άλλος εξέφρασε επιθυμία να αγοράσει την επιχείρηση αυτή και να συνεχίσει έτσι τη λειτουργία της. Μάλιστα ήταν γνωστό από την αρχή σε όλους τους φερόμενους εμπλεκόμενους, όπως ο ΜΥ1 διατείνει, ότι ο ίδιος με τον Κωφού επιθυμούσαν να ενοικιάσουν το επίδικο υποστατικό για να το λειτουργήσουν ως νυχτερινό κέντρο με μουσική (μπουζούκια). Όταν δε τελικά το εν λόγω υποστατικό ενοικιάστηκε από τον ΜΥ1 και τον Κωφού προέβηκαν σε εργασίες προκειμένου να το μετατρέψουν για το σκοπό της νέας και συνάμα διαφορετικής φύσεως λειτουργίας του. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι δεν μπορώ να στηριχτώ στην μαρτυρία του ΜΥ1 και να καταλήξω σε ασφαλή ευρήματα. Ως εκ τούτου, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ2 ως αληθή και αξιόπιστη. Η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αφού παραπέμπει σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν προγενέστερα του ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, χωρίς έτσι να εμπίπτουν σ' αυτά που αφορούν την περίοδο ενοικίασης του επιδίκου υποστατικού από τον Εναγόμενο 1 δυνάμει του Τεκμηρίου
- Ως εκ τούτου ουδεμία βαρύτητα αποδίδω στη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα. Τα όσα έχω αναφέρει για τον πιο πάνω μάρτυρα ισχύουν και για τους ΜΥ3 και ΜΥ5, των οποίων οι μαρτυρίες στερούνται οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας. Για τον ίδιο λόγο όπως και με την μαρτυρία του ΜΥ2, οι μαρτυρίες των ΜΥ3 και ΜΥ5 δεν λαμβάνονται υπόψη. Ο ΜΥ4 δημιούργησε φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν ήταν ειλικρινής μάρτυρας. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να αποκαλύψει την αλήθεια αλλά για να πει τέτοια πράγματα με τέτοιον τρόπο προκειμένου να βοηθήσει την εκδοχή των Εναγομένων που είναι συγγενικά του πρόσωπα και ταυτόχρονα να βλάψει την υπόθεση της Ενάγουσας. Η μαρτυρία του κάθε άλλο παρά θετική, σταθερή και πειστική χαρακτηρίζεται. Ούτε απαντούσε ευθέως και με σαφήνεια στις ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν αλλά επέδειξε τάση υπεκφυγής στο να τοποθετηθεί επί της ουσίας τους. Η προσπάθεια να αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα ήταν εμφανής σε βαθμό που αγγίζει τα όρια της παραπλάνησης. Παράλληλα προέβαλε θέσεις που δεν είναι δικογραφημένες ενώ παρουσίασε αντιφατικούς ισχυρισμούς. Όλα αυτά είναι στοιχεία ανειλικρίνειας του μάρτυρα που έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του. Κατ' αρχήν με την μαρτυρία του παρουσίασε την πλασματική εικόνα ότι αυτός ήταν που ενοικίαζε το επίδικο υποστατικό και ότι κατά την περίοδο ενοικίασης του δυνάμει του Τεκμηρίου 1 δαπάνησε χρήματα για την αλλαγή χρήσης του. Τίποτε από όλα αυτά όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το υποστατικό ενοικιαζόταν αρχικά από τη θυγατέρα του, Εναγόμενη 2, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, το οποίο κατόπιν μελέτης και αξιολόγησης του αποδέχομαι ως αληθές και αξιόπιστο αφού το περιεχόμενο του δεν αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε διάδικο. Αυτό είναι ένα γεγονός που τέθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του μέσα από σχετική ερώτηση που του υπεβλήθηκε ευθέως και παρόλο ότι αρχικά προσπάθησε να αποφύγει να απαντήσει εντούτοις υποχρεώθηκε να αποκαλύψει το γεγονός αυτό όταν του υποδείχτηκε το Τεκμήριο
- Με βάση αυτό το έγγραφο η Εναγόμενη 2 ήταν αυτή που ενοικίαζε το υποστατικό για την περίοδο από 01.07.01 μέχρι 30.06.
- Όπως ο μάρτυρας παραδέχτηκε, αποφάσισε να αποκαταστήσει επαγγελματικά την θυγατέρα του και έτσι η επιχείρηση λειτουργούσε εξ' ονόματι της. Μάλιστα ο εν λόγω μάρτυρας υποχρεώθηκε να πει ότι επιλέγηκε το επίδικο υποστατικό για να λειτουργήσει εκεί η επιχείρηση από την Εναγόμενη 2 επειδή άλλος χώρος είχε υψηλότερο ενοίκιο και επρόκειτο να πωληθεί ενώ άλλο υποστατικό αποτελούσε πόλο έλξης καταγγελιών από γείτονες. Ήταν από την αρχή εις γνώση τόσο του ιδίου όσο και της θυγατέρας του ότι θα έπρεπε να γίνει αλλαγή χρήσης του επιδίκου υποστατικού και ότι αυτό σήμαινε δαπάνη χρημάτων προκειμένου να δημιουργηθούν οι προδιαγραφές που θα επέτρεπαν τη λειτουργία της επιχείρησης από την Εναγόμενη 2 ως ήταν σκοπός τους. Ήταν επομένως την περίοδο εκείνη που δεν εμπίπτει στον ουσιώδη χρόνο της αγωγής όπου έγιναν όλες οι εργασίες μετατροπής χρήσης του υποστατικού από δισκοθήκη σε μουσικοχορευτικό κέντρο (καμπαρέ). Το Τεκμήριο 1 αποκαλύπτει ότι στη συνέχεια η επιχείρηση διαβιβάστηκε στον Εναγόμενο 1, ο οποίος τη λειτουργούσε ενοικιάζοντας το επίδικο υποστατικό. Επ' αυτού ο ΜΥ4 αναγκάστηκε να αποκαλύψει ότι η επιχείρηση διαβιβάστηκε στον γαμπρό του (Εναγόμενο 1) επειδή αυτός ήταν άνεργος όταν η Εναγόμενη 2 εργοδοτήθηκε σε κυβερνητική θέση, χωρίς ο τελευταίος (Εναγόμενος 1) να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ως εμπορική εύνοια για την παραλαβή της επιχείρησης. Συνεπώς η θέση του ΜΥ4 ότι η Ενάγουσα δια του ΜΕ2 του υποσχέθηκε να του πληρώσει το ποσό των €30.000 δεν ευσταθεί επειδή η Ενάγουσα δεν είχε τέτοια υποχρέωση προς τον ίδιο αφού το δικής της ιδιοκτησίας υποστατικό δεν ενοικιαζόταν από τον ίδιο. Ακόμη ο εν λόγω μάρτυρας απέφυγε επιμελώς να απαντήσει στην ουσιώδη ερώτηση κατά πόσο οφείλονταν ενοίκια στην Ενάγουσα από τον Εναγόμενο 1 αναφορικά με την ενοικίαση του επιδίκου υποστατικού κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο. Επίσης ο ΜΥ4 επικαλέστηκε προφορική συμφωνία με την Ενάγουσα μέσω του ΜΕ2 για μείωση του μηνιαίου ενοικίου σε €800, θέση όμως που δεν ταυτίζεται με το δικογραφημένο ισχυρισμό περί μείωση σε €300 την εβδομάδα. Περαιτέρω ο μάρτυρας αυτός ήταν αντιφατικός ως προς το λόγο για τον οποίον υπήρχε σκέψη από μέρους του Εναγομένου 1 να μην συνεχίσει η ενοικίαση του επιδίκου υποστατικού. Ενώ από τη μία ισχυρίστηκε ότι υπήρχε επιθυμία αποχώρησης από τον τομέα του επαγγέλματος χωρίς να οφείλεται σε οικονομική κρίση της επιχείρησης, από την άλλη αναφέρει ότι ζήτησε και πέτυχε μείωση του ενοικίου. Εφόσον δεν τίθετο ζήτημα οικονομικής κρίσης στην επιχείρηση τότε γιατί ισχυρίζεται ότι ζήτησε μείωση ενοικίου. Επιπλέον ο ΜΥ4 ισχυρίστηκε ότι πρότεινε στην Ενάγουσα μέσω του ΜΕ2 να του αφήσει τον εξοπλισμό της επιχείρησης έναντι του ποσού των €30.000 με τον τελευταίο να του αντιπροτείνει €20.000, θέση όμως που συγκρούεται με τη δικογραφημένη θέση των Εναγομένων που είναι ότι υπήρξε διαπραγμάτευση με άλλα άτομα και όχι με τον ΜΕ
- Η δε δήλωση του ΜΥ4 ότι ο ίδιος μετέβηκε μαζί με τον ΜΥ1 και τον ΜΕ2 όπου υπέδειξαν στον τελευταίο 6 διαμερίσματα για να τον δελεάσουν να τους παραχωρήσει τα δύο διαμερίσματα πάνω από το επίδικο υποστατικό καθώς και το επίδικο υποστατικό έρχεται σε αντίθεση με προηγούμενη τοποθέτηση του αλλά και με δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα μέσω του ΜΕ2 προσέγγισαν τον ΜΥ1 σε σχέση με το υποστατικό αποκρύβοντας τέτοια ενέργεια από τον Εναγόμενο
- Με γνώμονα τα πιο πάνω δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ4 ως αληθή και αξιόπιστη. Συνεπώς δεν μπορώ να στηριχθώ σ' αυτή και να καταλήξω με ασφάλεια σε ευρήματα. Ο Εναγόμενος 1 (ΜΥ6) ήταν μάρτυρας που επίσης δημιούργησε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι δεν πρόκειται για φιλαλήθη μάρτυρα. Σκοπός της παρουσίας του στο Δικαστήριο δεν ήταν για να διαφωτίσει αποκαλύπτοντας την αλήθεια αλλά για να ευνοήσει την υπόθεση του εις βάρος της Ενάγουσας. Η μαρτυρία του είναι διάτρητη από κενά, αδυναμίες, αντιφάσεις και αναλήθειες ενώ περιέχει ισχυρισμούς που στερούνται τεκμηρίωσης, ως αποτέλεσμα των οποίων να εκμηδενίζεται η αποδεικτική της αξία και κατ' επέκταση η πειστικότητα της απέναντι στο Δικαστήριο. Προς θεμελίωση των πιο πάνω αναφέρω ενδεικτικά τα εξής: Ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε πως το πρόσωπο που ενοικίαζε πριν από αυτόν το επίδικο υποστατικό του ήταν άγνωστο, ισχυρισμός που αποδεικνύεται αναληθής αφού το πρόσωπο αυτό με βάση το Τεκμήριο 3 ήταν η Εναγόμενη 2 από 01.07.01 μέχρι 30.06.06 και στη συνέχεια σιωπηρά μέχρι το έτος 2009, που ήταν το ίδιο πρόσωπο το οποίο εγγυήθηκε την εκτέλεση των όρων της δικής του συμφωνίας ενοικίασης (Τεκμήριο 1). Ο Εναγόμενος 1 προσποιείται ότι δεν γνωρίζει το άτομο αυτό τη στιγμή που παρέλαβε την επιχείρηση που εκείνη λειτουργούσε προηγουμένως. Ο Εναγόμενος 1 επίσης ισχυρίστηκε ότι με την ενοικίαση του επιδίκου υποστατικού από τον ίδιο δυνάμει του Τεκμηρίου 1 ξεκίνησαν οι εργασίες διαμόρφωσης του χώρου για να μπορεί να λειτουργεί προς το σκοπό της επιχείρησης, θέση η οποία όμως διαψεύδεται από τους ΜΥ2, ΜΥ4 και ΜΥ5, οι οποίοι παρουσιαζόμενοι εκ μέρους και για λογαριασμό του ως άτομα που ανέλαβαν μέρος αυτών των εργασιών δήλωσαν ότι αυτές εκτελέστηκαν μεταξύ των ετών 2001-
- Περαιτέρω ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα έρχεται σε αντίθεση με τη θέση που ο ίδιος προώθησε μέσω του συνηγόρου του όταν υπεβλήθηκε στους ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι μέρος της επικαλούμενης συμφωνίας που επιτεύχθηκε μεταξύ των διαδίκων για την εγκατάλειψη της κατοχής του επιδίκου υποστατικού από τον Εναγόμενο 1 ήταν, μεταξύ άλλων, η διαγραφή ενοικίων που όφειλε στην Ενάγουσα. Επιπροσθέτως η δήλωση του Εναγομένου 1 ότι δεν είχε λόγο να εγκαταλείψει το επίδικο υποστατικό αν δεν ήταν η συμφωνία των €30.000 συγκρούεται κάθετα με μεταγενέστερη αναφορά του ότι ο λόγος που αποχώρησε από την επιχείρηση ήταν για να μην έχει ως οικογενειάρχης οποιαδήποτε σχέση με τέτοιου είδους επάγγελμα προκειμένου να προστατέψει την οικογένεια του από κακεντρεχή σχόλια του κόσμου που θεωρούσε τον τομέα εργασίας του κακόφημο. Επιπλέον η θέση του εν λόγω μάρτυρα ότι η Ενάγουσα συμφώνησε να του πληρώσει το ποσό των €30.000 ως 'αέρα' για να παραδώσει την κατοχή του επιδίκου υποστατικού στον επόμενο ενοικιαστή, αντιστρατεύεται τη λογική. Προφανώς ο Εναγόμενος 1 όταν αναφέρει 'αέρα' δεν μπορεί παρά να εννοεί είτε εμπορική εύνοια της επιχείρησης που λειτουργούσε είτε σχετικά με τα έξοδα που δαπανήθηκαν για την μετατροπή του υποστατικού για τις ανάγκες λειτουργίας της εν λόγω επιχείρησης. Πως όμως μπορούσε να υπήρχε η πιθανότητα για μια τέτοια πληρωμή όταν ο επόμενος ενοικιαστής που ήταν ο ΜΥ1 μαζί με τον Κωφού θα λειτουργούσαν εντελώς ανεξάρτητο και ξεχωριστό είδος επιχείρησης και προς το σκοπό αυτό θα διαμόρφωναν εκ νέου το χώρο κατά τρόπο εντελώς διαφορετικό προκειμένου να έχουν τις προδιαγραφές εκείνες που θα τους επέτρεπε να εργαστούν. Επομένως η επίκληση για πληρωμή στη βάση ισχυρισμού είτε για εμπορική εύνοια επιχείρησης είτε για μερική αποζημίωση των εξόδων που δαπανήθηκαν για την αλλαγή χρήσης του υποστατικού δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Με γνώμονα το δεδομένο αυτό ο ισχυρισμός αυτός του Εναγομένου 1 απορρίπτεται ως αβάσιμος. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου η αναφορά του Εναγομένου 1 ότι η επιχείρηση που λειτουργούσε και κατ' επέκταση ο ίδιος υπέστηκε απώλεια κέρδους ύψους €2.500 μηνιαίως. Πρώτον η θέση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την αναφορά του Εναγομένου 1 ότι θα αποχωρούσε από την επιχείρηση για λόγους προστασίας της οικογένειας του. Δεύτερο πρόκειται για μία τοποθέτηση που παρέμεινε στη σφαίρα του μετέωρου ισχυρισμού. Είναι ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός που στερείται τεκμηρίωσης. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τη θέση του αυτή, η οποία δεν γίνεται πιστευτή. Δεν παραγνωρίζω επιπλέον την ενέργεια του Εναγομένου 1 να αποφύγει να απαντήσει στην ομολογουμένως εύστοχη ερώτηση του συνηγόρου της Ενάγουσας με την οποία διερωτήθηκε γιατί η πελάτισσα του να επιλέξει να συμφωνήσει σε τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης μαζί του και να του πληρώσει το ποσό των €30.000 αντίς να προτιμήσει τη συνέχιση της ενοικίασης του επιδίκου υποστατικού μέχρι τη λήξη της. Επιπλέον η θέση του Εναγομένου 1 ότι ξεγελάστηκε από την Ενάγουσα και παρέδωσε την κατοχή του επιδίκου υποστατικού στερείται σοβαρότητας. Εάν ευσταθούσε κάτι τέτοιο ο Εναγόμενος 1 θα λάμβανε αμέσως νομικά διαβήματα και θα μεριμνούσε για την εξασφάλιση ενδιάμεσου διατάγματος. Παράλληλα θα αισθανόταν την ανάγκη να καταφύγει στην αστυνομία καταγγέλλοντας τη συμπεριφορά της Ενάγουσας. Τίποτα όμως από όλα αυτά έκανε. Αντί αυτού ο Εναγόμενος 1 αντέδρασε μόλις η Ενάγουσα κινήθηκε νομικά εναντίον του, γεγονός που δείχνει ότι ο ισχυρισμός του αυτός είναι εκ των υστέρων εφεύρημα του. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Εναγομένου 1 ως αληθή και αξιόπιστη. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Έχοντας υπόψη του την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στην οποία προέβηκε και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του υπό το φως των επιδίκων θεμάτων. 1) Κατά πόσο συμφωνήθηκε μείωση ενοικίου Δεν υπάρχει ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία που θα με οδηγούσε σ' ένα τέτοιο συμπέρασμα. Επομένως, στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το ενοίκιο για την ενοικίαση του επιδίκου υποστατικού ήταν αυτό που συμφωνήθηκε με το Τεκμήριο 1, ήτοι €1.900 μηνιαίως. 2) Οι συνθήκες απόκτησης κατοχής του επιδίκου περιστατικού από την Ενάγουσα περί τα τέλη Οκτωβρίου 2010 Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 επιθυμούσε να παραδώσει στην Ενάγουσα την κατοχή του επιδίκου υποστατικού περί τα τέλη Οκτωβρίου 2010 λόγω αδυναμίας καταβολής ενοικίου. Σαφώς η Ενάγουσα δεν ευθύνεται για την εξέλιξη αυτή. Από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία καθώς και από τα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος 1 προέβηκε σε συνεννόηση με την Ενάγουσα να της παραδώσει το υποστατικό περί τα τέλη Οκτωβρίου 2010 και να απαλλαγεί από τις υπόλοιπες μελλοντικές υποχρεώσεις του που πηγάζουν από τη μεταξύ τους συμφωνία ενοικίασης (Τεκμήριο 1). Υπό αυτές τις περιστάσεις κρίνω ότι υπήρξε κοινή συναινέσει τερματισμός του Τεκμηρίου 1 με αμέσως ισχύ (ήτοι από 01.11.10) και δίχως διαγραφή των μέχρι εκείνη τη στιγμή οφειλομένων ενοικίων. Εν πάση περιπτώσει, ο Εναγόμενος 1 οικειοθελώς και ενσυνείδητα παρέδωσε την κατοχή του επιδίκου υποστατικού στην Ενάγουσα επιθυμώντας απόσυρση του από το χώρο. Ευθύς, ως είναι εύρημα του Δικαστηρίου, υπήρξε νέα ενοικίαση του επιδίκου υποστατικού στους ΜΥ1 και Σάββα Κωφού, οι οποίοι το λειτουργούσαν ως νυχτερινό κέντρο με μουσική (μπουζούκια). 3) Ισχυρισμός για πληρωμή ποσού €30.000 ως εμπορική εύνοια Δεν υπάρχει ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία που θεμελιώνει τον ισχυρισμό αυτό. Η εμπορική εύνοια είναι αναπόσπαστο στοιχείο μιας επιχείρησης που σχετίζεται άμεσα με τη συνέχιση λειτουργίας αυτής και λαμβάνεται υπόψη στην εκτίμηση της αξίας πώλησης της όταν αυτή πρόκειται να εξαγοραστεί από καινούργιο ιδιοκτήτη (Muskita Aluminium Industries Ltd v. Alsako Aluminium Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 1481). Η επιχείρηση του Εναγομένου 1 όμως δεν αγοράστηκε από οποιονδήποτε για να δικαιολογήσει τη θέση αυτή. Ούτε το επίδικο υποστατικό μετά την παράδοση της κατοχής από τον Εναγόμενο 1 στην Ενάγουσα συνέχισε να λειτουργεί ως μουσικοχορευτικό κέντρο (καμπαρέ) και ούτε αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 είχε πρόθεση να συνεχίσει τη λειτουργία της επιχείρησης του στο χώρο εκείνο. Αν υπήρχε αποδεκτή μαρτυρία που να υποστήριζε τη θέση για στέρηση ευκαιρίας συνέχισης λειτουργίας της επιχείρησης στο επίδικο υποστατικό εξ' υπαιτιότητας της Ενάγουσας τότε ενδεχομένως να ίσχυε το σκεπτικό που εφαρμόστηκε στην υπόθεση Μιχαηλίδης και άλλη v. Σκαμπίλα
(2001)1 Α.Α.Δ.
- Ωστόσο δεν υπάρχουν τέτοια δεδομένα στη βάση μαρτυρικού υλικού που να δικαιολογεί υιοθέτηση του σκεπτικού αυτού με αποτέλεσμα η παρούσα περίπτωση να διαφοροποιείται από την υπόθεση εκείνη. Αντίθετα, όπως ήδη αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος 1 επιθυμούσε να εγκαταλείψει την κατοχή του επιδίκου υποστατικού λόγω αδυναμίας πληρωμής του ενοικίου, κάτι που εισηγήθηκε στην Ενάγουσα. Η Ενάγουσα αποδέχτηκε και μαζί με τον Εναγόμενο 1 προέβηκαν σε κοινή συναινέσει τερματισμό του Τεκμηρίου
- Αμέσως μετά το εν λόγω υποστατικό ενοικιάστηκε σε άλλα άτομα με βάση νέα και ξεχωριστή σύμβαση ενοικίασης. Εκεί τα άτομα εκείνα λειτουργούσαν ένα εντελώς διαφορετικό είδος επιχείρησης για τις ανάγκες τις οποίες δαπανήθηκαν χρήματα για την εκ νέου διαμόρφωση του χώρου και την απόκτηση των προδιαγραφών εκείνων που θα εξασφάλιζαν τη λειτουργία νυχτερινού κέντρου με μουσική (μπουζούκια). 4) Ισχυρισμοί για δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις Δεν υπάρχει καμία αποδεκτή μαρτυρία που να με οδηγεί με ασφάλεια σ' ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ουδεμία από τις δικογραφημένες λεπτομέρειες των βάσεων αυτών αγωγής στοιχειοθετείται μέσα από την ενώπιον μου αποδεκτό μαρτυρικό υλικό. Συνεπώς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται θέμα εκδίωξης καθ' οιονδήποτε τρόπου του Εναγομένου 1 από το επίδικο υποστατικό ή εξαναγκασμού του για εγκατάλειψη της κατοχής του εν λόγω υποστατικού και κατ' επέκταση στέρησης ευκαιρίας για συνέχιση λειτουργίας της επιχείρησης του εξ' υπαιτιότητας της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος 1, όπως αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, με δική του πρωτοβουλία και εισήγηση που έγινε αποδεκτή παρέδωσε την κατοχή του επιδίκου υποστατικού στην Ενάγουσα λόγω αδυναμίας καταβολής ενοικίου, χωρίς έτσι να οφείλεται σε επιλήψιμη συμπεριφορά της τελευταίας. 5) Ισχυρισμοί για αδικαιολόγητο πλουτισμό, προσπορισμό οφέλους από την Ενάγουσα εναντίον του Εναγομένου 1 και ότι ο Εναγόμενος 1 προέβηκε σε ενέργεια να μην συνεχίσει στην κατοχή του επιδίκου υποστατικού χωρίς χαριστική αιτία Στην απουσία αποδεκτής μαρτυρίας που θα τους υποστήριζε, οι εν λόγω ισχυρισμοί παρέμειναν μετέωροι και κατ' επέκταση ατεκμηρίωτοι. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο εξειδικευμένος εξοπλισμός και αντικείμενα που ενδεχομένως να υπήρχαν για να λειτουργεί η επιχείρηση του Εναγομένου 1 είχαν εγκατασταθεί με έξοδα άλλου ατόμου πολύ προγενέστερα της ενοικίασης του επιδίκου υποστατικού από τον Εναγόμενο 1 και συνεπώς όχι με δαπάνες του τελευταίου για να μπορεί έτσι να λεχθεί οτιδήποτε το αντίθετο. 6) Καθεστώς νομικής ισχύος Τεκμηρίου 1 Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα το Τεκμήριο 1 είναι το μόνο έγγραφο που διέπει τη νομική σχέση ενοικίασης του επιδίκου υποστατικού ιδιοκτησίας της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο 1 μέχρι τον κοινό τερματισμό του. Ουδεμία αποδεκτή μαρτυρία υπάρχει που να τεκμηριώνει είτε τροποποίηση του περιεχομένου της είτε υποκατάσταση της είτε αντικατάσταση της με άλλη μεταγενέστερη συμφωνία. Ο κοινής συναινέσει τερματισμός του Τεκμηρίου 1 απάλλαξε τον Εναγόμενο 1 από τις υπόλοιπες μελλοντικές υποχρεώσεις του που πηγάζουν από το εν λόγω έγγραφο αλλά όχι από προγενέστερες υποχρεώσεις του. Σε καμία περίπτωση διαγράφονται τα μέχρι εκείνη τη στιγμή εκκρεμούντα προς πληρωμή ενοίκια που προέκυψαν μέσα από την κατοχή και χρήση του επιδίκου υποστατικού από τον Εναγόμενο 1 για την περίοδο από 01.09.09 που η σύμβαση ενοικίασης τέθηκε σε ισχύ μέχρι τις 31.10.10 που το Τεκμήριο 1 τερματίστηκε από κοινού, τα οποία και παραμένουν οφειλόμενα. 7) Κατά πόσο εκκρεμεί πληρωμή ενοικίων για την περίοδο κατοχής του επιδίκου υποστατικού από τον Εναγόμενο 1 Αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 ενοικίασε το επίδικο υποστατικό δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου (Τεκμήριο 1) για την περίοδο από 01.09.09 μέχρι 30.09.14, το οποίο όμως τελικά κατείχε από την 01.09.09 μέχρι 31.10.
- Η περίοδος της κατοχής με ενοίκιο αυτό που είχε συμφωνηθεί με βάση το Τεκμήριο 1, ήτοι €1.900, προϋποθέτει συνολική πληρωμή €24.
- Μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελεί ότι ο Εναγόμενος 1 πλήρωσε μόνο ποσό €4.690 που αφορά τα ενοίκια των μηνών Οκτωβρίου 2009, Νοεμβρίου 2009 και μέρος Δεκεμβρίου 2009 (€890). Με τη χρήση απλής μαθηματικής πράξης καθίσταται αντιληπτό ότι εκκρεμεί πληρωμή ύψους €20.010 που αφορά μέρος ενοικίου €1.010 για το μήνα Δεκέμβριο 2009 καθώς και τα ενοίκια ύψους €19.000 για τους μήνες από Ιανουάριο 2010 μέχρι Οκτώβριο 2010 (10 μήνες χ €1.900). Επομένως καταλήγω στο συμπέρασμα ότι παραμένει οφειλόμενο ποσό €20.
- Δεν μου διαφεύγει το παραδεκτό γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 πλήρωσε προκαταβολικά στην Ενάγουσα ποσό €3.075, το οποίο κρατείται μέχρι σήμερα από την τελευταία ως ασφάλεια (ντεπόζιτο) για την πιστή τήρηση/εκτέλεση των όρων της σύμβασης ενοικίασης του υποστατικού. Ο μηχανισμός χρήσης του ποσού αυτού ρυθμίζεται μέσα από το Τεκμήριο 1, το οποίο προνοεί ότι το εν λόγω ποσό παραμένει στην κατοχή της Ενάγουσας, ως ιδιοκτήτριας του επιδίκου υποστατικού, μέχρι τη λήξη ή τον τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης και εάν τότε υπάρχουν οφειλόμενα ενοίκια ή ζημιές στο υποστατικό τότε αυτό διατίθεται προς εξόφληση ή έναντι πληρωμής τέτοιων απλήρωτων ενοικίων και ζημιών, σε κάθε άλλη δε περίπτωση το ποσό επιστρέφεται στον Εναγόμενο
- Η ύπαρξη του προαναφερόμενου μηχανισμού χρήσης του ποσού €3.075 στο πλαίσιο που έχει συμφωνηθεί από τους διαδίκους με το Τεκμήριο 1 δημιουργεί συμβατικό δικαίωμα συμψηφισμού που δύναται να ασκηθεί στην περίπτωση ενεργοποίησης (Heatron Co Ltd v. Νικολάου
(1999)1 Α.Α.Δ. 577). Αυτό σημαίνει ότι το εν λόγω ποσό που νόμιμα κατακρατείται από την Ενάγουσα μπορεί να αφαιρεθεί από το ποσό των ενοικίων, των οποίων η πληρωμή εκκρεμεί μέχρι σήμερα. Συνεπώς με γνώμονα ότι μέχρι σήμερα ουδεμία άλλη πληρωμή έχει γίνει και αφού συμψηφιστεί το ποσό της προκαταβολής με το ποσό των εκκρεμούντων προς πληρωμή ενοικίων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οφείλεται στην Ενάγουσα το ποσό των €16.935. 8) Τυχόν παράβαση σύμβασης ενοικίασης από τον Εναγόμενο 1 Η ενέργεια του Εναγομένου 1 να μην πληρώσει τα ενοίκια των μηνών Ιανουαρίου 2010 μέχρι και τον Οκτώβριο 2010 καθώς και μέρος του ενοικίου που αφορά τον μήνα Δεκέμβριο 2009 συνολικού ύψους €16.935 (λαμβάνοντας υπόψη άσκηση συμβατικού δικαιώματος συμψηφισμού σε σχέση με το ποσό της προκαταβολής ύψους €3.075), αποτελεί παράβαση των όρων του Τεκμηρίου 1, το οποίο προνοεί ρητά την πληρωμή του κάθε πρώτη ημέρα του μήνα με 10 ημέρες χάρη. 9) Αξιούμενες θεραπείες μέσα από την απαίτηση (α) Ειδικές Αποζημιώσεις: Το άρθρο 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.149) παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις προς αποκατάσταση της χρηματικής απώλειας (Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679 και Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes, Πολ.Εφ. 11422, ημερ. 21/4/04 και Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 867). Συνεπεία της παράβασης της σύμβασης ενοικίασης από τον Εναγόμενο 1 λόγω της μη πληρωμής των προαναφερόμενων ενοικίων, η Ενάγουσα υπέστηκε ζημιές αντίστοιχου ύψους και ως εκ τούτου δικαιούται στην επιδίκαση ανάλογων ειδικών αποζημιώσεων, δηλαδή στο συνολικό ποσό των €16.935. (β) Τόκος επί εκκρεμούσας πληρωμής ενοικίων : Με βάση τις πρόνοιες του Τεκμηρίου 1 συμφωνήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1 ότι οποιαδήποτε καθυστερημένη πληρωμή ενοικίου θα επιβαρυνόταν με χρέωση τόκου προς 9% ετησίως από την πρώτη ημέρα του μήνα. Σύμφωνα με τη σύμβαση ενοικίασης καθυστερημένη πληρωμή ενοικίου και κατ' επέκταση οφειλόμενη πληρωμή κσθίσταται αυτή που δεν καταβάλλεται μέχρι τις πρώτες 10 ημέρες κάθε μήνα. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω συμβατική πρόνοια, η μη πληρωμή των προαναφερομένων ενοικίων δίδει δικαίωμα στην Ενάγουσα να διεκδικήσει τόκο προς 9% ετησίως επί του εκάστοτε ποσού που κατέστη καθυστερημένο από την πρώτη ημέρα του μήνα με τον οποίον σχετίζεται, μέχρι εξόφλησης. Στην προκειμένη περίπτωση δύναται να εφαρμοστεί η εν λόγω πρόνοια χρέωσης τόκου που προβλέπεται από τη συμφωνία ενοικίασης αφού δεν έχει εγερθεί θέση από τους Εναγομένους ότι η εν λόγω χρέωση τόκου καθώς και το ύψος αυτής καταστρατηγεί τις διατάξεις οποιασδήποτε νομοθεσίας (Evelthon Developments Ltd και άλλος v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Πολιτική Έφεση Αρ. 21/2008 ημερ. 12.11.12, Thomas Liobay Developments Ltd κ.α. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1749). 10) Τυχόν παράβαση συμφωνίας από την Ενάγουσα Η απόρριψη των θέσεων και ισχυρισμών του Εναγομένου 1 αποκλείει τέτοιο ενδεχόμενο. 11) Αξιούμενες θεραπείες Εναγομένου 1 μέσα από την ανταπαίτηση Σε σχέση με το ζήτημα αυτό απουσιάζει η μαρτυρία εκείνη που θα στοιχειοθετούσε στον απαιτούμενο βαθμό οποιαδήποτε από τις θεραπείες του Εναγομένου 1 που διεκδικούνται με την ανταπαίτηση του. 12) Κατά πόσο η Εναγόμενη 2 ευθύνεται Αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε στην Ενάγουσα την πιστή τήρηση/εκτέλεση των όρων της σύμβασης ενοικίασης του υποστατικού (Τεκμηρίου 1) από τον Εναγόμενο
- Ο ορισμός της σύμβασης εγγύησης παρέχεται μέσα από το άρθρο 84 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149). Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 'σύμβαση εγγύησης' είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου από πρόσωπο που καλείται 'εγγυητής'. Μελετώντας κάποιος το Τεκμήριο 1 διαπιστώνει με ευκολία ότι η Εναγόμενη 2 δεσμεύτηκε απέναντι στην Ενάγουσα να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 που πηγάζουν μέσα από τη σύμβαση ενοικίασης σε περίπτωση που αυτός αποκλίνει από την τήρηση των όρων που συμφώνησε. Αυτό που αβίαστα προκύπτει μέσα από το λεκτικό του εγγράφου είναι την Εναγόμενη 2 να εγγυάται την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης ενοικίασης από τον Εναγόμενο
- Κανένα περιθώριο αμφιβολίας υπάρχει ως προς το νόημα και σημασία του εγγράφου αυτού. Η δέσμευση της Εναγομένης 2 δόθηκε ενυπόγραφα. Ουδεμία αμφισβήτηση εγέρθηκε από οποιονδήποτε εναγόμενο ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής και ότι αυτή ανήκει στην Εναγόμενη
- Το εγγυητήριο έγγραφο βρίσκεται ενσωματωμένο στο Τεκμήριο
- Εκτός αν προνοείται διαφορετικά στη σύμβαση, ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης (άρθρο 86 Κεφ.149). Στην προκειμένη περίπτωση τόσο στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 όσο και στο ενσωματωμένο έγγραφο εγγύησης δεν υπάρχει οτιδήποτε που θα μπορούσε να εκληφθεί ότι περιορίζει το βαθμό και την έκταση ευθύνης της Εναγομένης 2 ως εγγυήτριας. Με δεδομένο ότι ουδέποτε ανακλήθηκε η εγγύηση καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη ευθύνεται στον ίδιο βαθμό και στην ίδια έκταση που ευθύνεται και ο Εναγόμενος
- Είναι η δικογραφημένη θέση της Εναγομένης 2 ότι η Ενάγουσα προχώρησε στη σύναψη νέων συμφωνιών με τον Εναγόμενο αλλά και με άλλα άτομα, προφανώς εννοεί με τον ΜΥ1 και τον Σάββα Κωφού, σχετικά με την ενοικίαση του επιδίκου υποστατικού χωρίς να έχει ενημερωθεί και εφόσον υπήρξε μεταβολή των όρων του Τεκμηρίου 1 χωρίς τη συναίνεση της αυτή απαλλάγηκε κάθε ευθύνης που πηγάζει μέσα από το έγγραφο εγγύησης. Δυνάμει του άρθρου 91 του Κεφ.149 κάθε μεταβολή των όρων της μεταξύ του πρωτοφειλέτη και πιστωτή σύμβασης, η οποία γίνεται χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής. Στην υπόθεση Αργύρη v. Χρυσοστόμου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Χρύσανθου Χρυσοστόμου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1362 αποφασίστηκε ότι η επέκταση στην αρχική περίοδο των δύο ετών ενοικίασης υποστατικού για περαιτέρω περίοδο 3 ετών ως προνοείτο τέτοια ανανέωση υπό τους ίδιους όρους και με το ίδιο ενοίκιο μέσα από τη σχετική συμφωνία ενοικίασης, δεν δημιουργούσε νέα συμφωνία και κατ' επέκταση δεν απάλλασσε τον εγγυητή από τις υποχρεώσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 91 του Κεφ. 149 επειδή η μεταξύ του ιδιοκτήτη και ενοικιαστή συμφωνία ενοικίασης είχε δυνητικά καταληκτικό χρονικό όριο τα 5 χρόνια. Παρόλο ότι η προκειμένη περίπτωση δεν αφορά ανανέωση ενοικίασης, εντούτοις θεωρώ ότι το σκεπτικό της πιο πάνω υπόθεσης εφαρμόζεται εδώ. Ο από κοινού τερματισμός του Τεκμηρίου 1 χωρίς να διαγραφούν τα ενοίκια που κατέστησαν μέχρι εκείνη τη στιγμή οφειλόμενα, δεν αποτελεί νέα συμφωνία και ούτε μεταβολή του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1 για να οδηγήσει σε απαλλαγή της Εναγομένης 2 από την ευθύνη που έχει ως εγγυήτρια. Σαφώς η αποδέσμευση του Εναγομένου 1 από τις μελλοντικές υποχρεώσεις του που πηγάζουν από το Τεκμήριο 1 απαλλάσσει και την Εναγόμενη 2 από αυτές τις οποίες εγγυήθηκε, πλην όμως δεν την απαλλάσσει από υφιστάμενες υποχρεώσεις όπως είναι οφειλόμενα ενοίκια. Αν ο Εναγόμενος 1 απαλλασσόταν από τα οφειλόμενα ενοίκια τότε αυτό θα ίσχυε και για την Εναγόμενη 2 δυνάμει του άρθρου 92 του Κεφ.
- Ωστόσο στην παρούσα υπόθεση δεν υφίσταται τέτοιο ζήτημα. Επίσης αν μέσα από διευθέτηση η Ενάγουσα έδιδε παράταση χρόνου εκπλήρωσης υποχρεώσεων στη βάση νέας συμφωνίας χωρίς τη συγκατάθεση της Εναγομένης 2 αυτό σύμφωνα με το άρθρο 93 του Κεφ.149 θα οδηγούσε σε απαλλαγή της από την ευθύνη ως εγγυήτριας. Ούτε όμως συμβαίνει κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση. Ένας από τους βασικούς όρους του Τεκμηρίου 1 που η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε είναι η έγκαιρη πληρωμή του μηνιαίου ενοικίου από τον Εναγόμενο 1 στο χρόνο που το εν λόγω έγγραφο ρητά προνοεί. Με γνώμονα ότι η ευθύνη της Εναγομένης 2 συνυπάρχει με την ευθύνη του Εναγομένου 1 σε σχέση με την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης ενοικίασης, η μη πληρωμή του προαναφερόμενου ποσού των €16.935 ως ενοίκια για τους μήνες Δεκέμβριο 2009 (μέρος) και Ιανουάριο 2010 μέχρι Οκτώβριο 2010 (με συμψηφισμό του ποσού προκαταβολής €3.075) καθιστά την Εναγόμενη 2 εξίσου υπόλογη απέναντι στην Ενάγουσα ενεργοποιώντας παράλληλα την ανάληψη υποχρέωσης από την Εναγόμενη 2 για αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένη οικονομική κάλυψη όλων των ζημιών που η Ενάγουσα υπέστηκε εξαιτίας της συμπεριφοράς του Εναγομένου
- Όπως ήδη έχει λεχθεί, η μη συμμόρφωση της Εναγομένης 2 την καθιστά, εξίσου με τον Εναγόμενο 1, υπόλογη και εκτεθειμένη. Παράλληλα δεν υπάρχει οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία που να με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα τέλεσε πράξεις ασυμβίβαστες προς τα δικαιώματα της Εναγομένης 2, ως είναι η δικογραφημένη θέση της που φαίνεται να εδράζεται στις διατάξεις του άρθρου 97 του Κεφ.149, με αποτέλεσμα ως ατεκμηρίωτη που παρέμεινε να απορρίπτεται. Η μετέπειτα ενοικίαση του επιδίκου υποστατικού στον ΜΥ1 και Σάββα Κωφού δυνάμει ξεχωριστής σύμβασης ενοικίασης ουδεμία σημασία έχει και σε καμία περίπτωση μεταβάλλει το καθεστώς ευθύνης της Εναγομένης
- Επιπλέον, στη βάση των ενώπιων μου στοιχείων και δεδομένων, δεν δικαιολογείται η δικογραφημένη θέση της Εναγομένης 2 ότι η Ενάγουσα κωλύεται ένεκα παραστάσεων και/ή συμφωνίας και/ή συμπεριφοράς να προωθεί την παρούσα αγωγή και να προβάλλει τις αξιούμενες θεραπείες. Μία άλλη δικογραφημένη θέση είναι ότι η Εναγόμενη 2 δεν ενημερωνόταν ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν συνεπής με την υποχρέωση του να πληρώνει έγκαιρα τα ενοίκια ως ήταν υποχρεωμένος δυνάμει του Τεκμηρίου 1 και συνεπεία αυτού ισχυρίζεται ότι έχει απαλλαχθεί από την ευθύνη του εγγυητή. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση αυτή δεν έχει προωθηθεί με μαρτυρία κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και πέραν του ότι τελικά παρέμεινε μετέωρη και δίχως τεκμηρίωση από κατάλληλο μαρτυρικό υπόβαθρο, θεωρείται ότι εγκαταλείφθηκε. Παρόλα αυτά θα εξετάσω τη θέση αυτή ωσάν να μην έχει εγκαταλειφθεί. Στην υπόθεση Lombart Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1465 τονίστηκε ότι η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή, η οποία τέτοια υποχρέωση είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Όπως ακόμη λέχθηκε, ο εγγυητής καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη. Με αναφορά στην υπόθεση Savvides v. Christottdes
(1978)1 C.L.R. υποδείχτηκε ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου υποβολής αξίωσης από το δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Με λίγα λόγια η παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή δεν είναι αναγκαία εκτός αν προνοείται στη σύμβαση εγγυήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση έχει τεκμηριωθεί ότι ο Εναγόμενος 1 οφείλει ενοίκια συνολικού ύψους €16.
- Ο από κοινού τερματισμός του Τεκμηρίου 1 μετέτρεψε αμέσως το οφειλόμενο αυτό ποσό απαιτητό και πληρωτέο. Η Εναγόμενη ως εγγυήτρια ευθύς κατέστη υπόλογη για την αποπληρωμή του οφειλομένου ποσού. Με βάση το Τεκμήριο 1 και το ενσωματωμένο έγγραφο εγγύησης, η Ενάγουσα δεν είχε συμβατική υποχρέωση να ενημερώνει την Εναγόμενη 2 κάθε φορά που ο Εναγόμενος 1 παρέλειπε να πληρώνει έγκαιρα ή καθόλου το μηνιαίο ενοίκιο. Ούτε είχε συμβατική υποχρέωση να την πληροφορήσει για τον τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης. Κάτι τέτοιο δεν προνοείται τόσο στη σύμβαση ενοικίασης όσο και στο ενσωματωμένο έγγραφο εγγύησης. Η ευθύνη της Εναγομένης 2 ως εγγυήτριας πηγάζει ευθέως και άμεσα από την υποχρέωση του Εναγομένου 1 να τηρεί τους όρους του Τεκμηρίου 1, χωρίς παράλληλα η ενημέρωση να αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία ευθύνης. Δεν θα διαφωνούσα ότι η αποστολή μιας επιστολής που θα ενημέρωνε την Εναγόμενη 2 για την κατάσταση που δημιουργήθηκε ενδεχομένως να αποτελούσε μία καλύτερη πρακτική, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η Ενάγουσα ήταν συμβατικά υποχρεωμένη για κάτι τέτοιο και ότι στην απουσία τέτοιας πληροφόρησης διαγράφεται η ευθύνη της Εναγομένης
- Ούτε το Κεφ.149 περιέχει οποιαδήποτε πρόνοια που ρητά να δημιουργεί τέτοια ευθύνη στους ώμους της Ενάγουσας. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη 2 ευθύνεται για την αποπληρωμή του ποσού €16.935 που ο Εναγόμενος 1 οφείλει στην Ενάγουσα. 13) Αξιούμενες θεραπείες Εναγομένης 2 μέσα από την ανταπαίτηση Αναφορικά με το εν λόγω θέμα ελλείπει η μαρτυρία εκείνη που θα θεμελίωνε στον απαιτούμενο βαθμό οποιαδήποτε από τις θεραπείες της Εναγομένης 2 που διεκδικούνται με την ανταπαίτηση της. Κατάληξη Δικαστηρίου: Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω έχοντας κατά νου τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα απέδειξε την υπόθεση της εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, στο βαθμό και την έκταση βέβαια που αναφέρεται πιο πάνω. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €16.935 που αφορούν οφειλόμενα ενοίκια, πλέον τόκο προς 9% ετησίως από την ημερομηνία που κάθε ένα ενοίκιο κατέστη καθυστερημένο και κατ' επέκταση οφειλόμενο, μέχρι εξόφλησης. Αντίθετα, στη βάση των ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου και σύμφωνα με το σκεπτικό που αναπτύχθηκε οι Εναγόμενοι 1 και 2 απέτυχαν να αποδείξουν της ανταπαίτηση τους στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, η οποία και απορρίπτεται. Τα έξοδα της απαίτησης και ανταπαίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Ενόψει της παράλληλης εκδίκασης απαίτησης και ανταπαίτησης επιδικάζεται ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............................................ Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Agreement to rent immovable property/Unpaid rent/Final Judgment (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Συμφωνία ενοικίασης υποστατικού/Οφειλόμενα ενοίκια/Τελική Απόφαση