← Κύπρος

Διαχειριστικής Επιτροπής του Κτηριακού Συγκροτήματος DIANA 39 ν. Γεώργιου Κουτσόφτα κ.α., Αρ. Αγωγής: 3403/11, 26/5/2017

Διαχειριστικής Επιτροπής του Κτηριακού Συγκροτήματος DIANA 39 ν. Γεώργιου Κουτσόφτα κ.α., Αρ. Αγωγής: 3403/11, 26/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3403/11 Μεταξύ: Διαχειριστικής Επιτροπής του Κτηριακού Συγκροτήματος DIANA 39 Ενάγουσα και

  1. Γεώργιου Κουτσόφτα
  2. Έλενας Χαραλάμπους Εναγόμενοι -------------------------------------- Ημερομηνία: 26 Μαΐου 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη: κα Α. Χαραλαμπίδου Για την Εναγόμενη 2 - Εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα: κα Σ. Σωκράτους ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτέλεσε η ισχυριζόμενη οφειλή κοινοχρήστων από τους Εναγόμενους 1 και 2 προς την Ενάγουσα η οποία είναι η διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος με την επωνυμία "Diana 39" (στο εξής το «συγκρότημα»). Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, η τελευταία συντηρεί και διαχειρίζεται τους κοινόκτητους χώρους του συγκροτήματος και τιμολογεί τους ιδιοκτήτες των οικιστικών μονάδων. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι απέστελλε στους Εναγόμενους ειδοποιήσεις για να παραστούν στις ετήσιες γενικές συνελεύσεις των ιδιοκτητών του συγκροτήματος αλλά οι Εναγόμενοι ουδέποτε παρέστησαν. Τέλος προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι αρνούνται και ή αμελούν να εξοφλήσουν το μερίδιο τους για έξοδα διαχείρισης και ή συντήρησης των κοινόχρηστων χώρων και οφείλουν στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των €1.129,15 για την περίοδο 1.9.2009 - 31.12.
  3. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου
  4. Επιπρόσθετα εγείρουν και δεύτερη προδικαστική ένσταση υποστηρίζοντας ότι η Ενάγουσα είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και ή κωλύεται να προωθεί την επίδικη αγωγή διότι δεν υφίσταται ως νομίμως καταρτισθείσα διαχειριστική επιτροπή. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έλαβαν γνώση οποιωνδήποτε χρεώσεων και ή καταστάσεων λογαριασμών και ή ουδέποτε έλαβαν πρόσκληση για την κατάρτιση νομότυπης διαχειριστικής επιτροπής. Ισχυρίζονται επίσης ότι χωρίς να αναγνωρίζουν την ιδιότητα της Ενάγουσας κατέβαλλαν ως συνεισφορά κοινοχρήστων το ποσό των €400,00 περίπου ετησίως και έχουν καλύψει τα κοινόχρηστα για ολόκληρη την επίδικη περίοδο. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό των Εναγομένων ότι δεν υπήρχε επαρκής καθαριότητα του συγκροτήματος, ότι η χρέωση των μονάδων δεν γινόταν κατ' αναλογία του εμβαδού αυτών, καθώς και ότι η Ενάγουσα δημιούργησε πρόβλημα σε ενοικιαστές των Εναγομένων στους οποίους δεν επέτρεπαν τη χρησιμοποίηση των κοινόχρηστων χώρων και ή της κολυμβητικής δεξαμενής. Με την ανταπαίτηση αξιώνουν επιστροφή του ποσού των €2.400,00 το οποίο κατέβαλαν στην Ενάγουσα και ή διαζευκτικά επιστροφή του πιο πάνω ποσού λόγω υπερχρεώσεων και ή χωρίς δικαίωμα χρέωσης κοινοχρήστων και ή παράνομης κατανομής ποσού κοινοχρήστων. Η Ενάγουσα με το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι αντιφατικοί, καθώς και ότι οι Εναγόμενοι κωλύονται να προβάλλουν τους εν λόγω ισχυρισμούς λόγω εγγράφων και/ή συμπεριφοράς. Η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν με το κάθε διάδικο μέρος να δίδει μαρτυρία τόσο προς υποστήριξη της απαίτησης του όσο και προς υπεράσπιση. Για την απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας κατέθεσαν έξι μάρτυρες και συγκεκριμένα οι Ν. Χαραλάμπους (ΜΕ1), P. Roberts (ΜΕ2), D. Wallace (ΜΕ3), M. White (ΜΕ4), Σ. Χριστοφίδης (ΜΕ5) και Σ. Ζίγκας (ΜΕ6). Εκ μέρους των Εναγομένων κατέθεσε ως ΜΥ1 η Ε. Χαραλάμπους και ως ΜΥ2 η Εναγόμενη
  5. Σημειώνεται ότι σε σχέση με τον Εναγόμενο 1 η αγωγή αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ΜΕ2 από την ευπαίδευτη συνήγορο του. Επίσης ανεπιφύλακτα αποσύρθηκε και η ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 εναντίον της Ενάγουσας. Η ακρόαση επομένως της υπόθεσης διεξάχθηκε σε σχέση μόνο με την Ενάγουσα και την Εναγόμενη
  6. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους [Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1Α Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820]. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων [Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165]. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα [Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35]. Η μαρτυρία της ΜΕ1 υπήρξε τυπική, καθώς περιορίστηκε στην κατάθεση της γραπτής δήλωσης του Peter Roberts - ΜΕ2 στην αγγλική και της μετάφρασης την οποία έκανε η ίδια στην ελληνική γλώσσα (Έγγραφο Α και Α1 αντίστοιχα). Η ΜΕ1 δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία της κρίνεται ως αποδεκτή. Ο Peter Roberts κατέθεσε ως ΜΕ2, υιοθετώντας ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Στη μαρτυρία του ανέφερε ότι είναι ο ταμίας της Ενάγουσας η οποία συστάθηκε τον Ιούλιο του 2006 μετά τη διεξαγωγή της πρώτης ετήσιας γενικής συνέλευσης των ιδιοκτητών των μονάδων του συγκροτήματος «Diana 39» (στο εξής το «συγκρότημα»). Η συμφωνία διαχείρισης ημερομηνίας 25.07.06, υπογράφηκε από τους ιδιοκτήτες των 16 εκ των 17 μονάδων που αποτελούν το συγκρότημα (Τεκμήριο 3). Η Ενάγουσα συντηρεί και διαχειρίζεται όλους τους κοινόκτητους χώρους του συγκροτήματος οι οποίοι περιλαμβάνουν κολυμβητική δεξαμενή, κήπους, χώρους στάθμευσης, σκάλες και διαδρόμους. Τα κοινόχρηστα έξοδα περιλαμβάνουν ενδεικτικά την πληρωμή του ηλεκτρικού ρεύματος, της υδατοπρομήθειας, τον καθαρισμό των κοινόχρηστων χώρων και της κολυμβητικής δεξαμενής, τη συντήρηση της τελευταίας, καθώς επίσης και την ασφαλιστική κάλυψη των κοινόχρηστων χώρων. Επίσης, η Ενάγουσα διατηρεί ταμείο έκτακτης ανάγκης. Αρχές κάθε έτους εκδίδεται από την Ενάγουσα κατάσταση για τα έσοδα και τα έξοδα διαχείρισης και συντήρησης των κοινόχρηστων χώρων για περίοδο δώδεκα μηνών. Η εν λόγω κατάσταση αποστέλλεται σε όλους τους ιδιοκτήτες συνήθως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Τα κοινόχρηστα προπληρώνονται για την περίοδο που θα ακολουθήσει. Αρχικά η περίοδος των δώδεκα μηνών ξεκινούσε την 01/09 εκάστου έτους, ενώ από τον Αύγουστο του 2010 η Ενάγουσα αποφάσισε όπως η περίοδος ξεκινά από την 01/01 εκάστου έτους. Το ποσό των κοινοχρήστων εξόδων που αναλογούσε στο επίδικο διαμέρισμα είχε ως ακολούθως: · 01.09.06 - 31.08.07 Λ.Κ 350 (€598.01) · 01.09.07 - 31.08.08 Λ.Κ 360 (€615,10) · 01.09.08 - 31.08.09 €624 · 01.09.09 - 31.08.10 €624 · 01.01.11 - 31.12.11 €624 Κατά την περίοδο 2009/2010 τα οφειλόμενα κοινόχρηστα για το επίδικο διαμέρισμα ανέρχονταν στο ποσό των €505,15 και παρουσιάζονται σε σχετική κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 4 η οποία κοινοποιήθηκε στην Εναγόμενη 2 με επιστολή ημερομηνίας 28.01.10 (Τεκμήριο 5). Επίσης, ο ΜΕ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 κατάσταση λογαριασμού για το επίδικο διαμέρισμα, η οποία κοινοποιήθηκε στην Εναγόμενη 2, και αφορά το υπόλοιπο κατά την 30.11.11. Όπως εξήγησε ο ΜΕ2 η εν λόγω κατάσταση αναφέρει εκ λάθους ως ημερομηνία έκδοσης της την 30.11.09 αντί την 30.11.11. Η Εναγόμενη 2 κατέβαλε άνευ διαμαρτυρίας το συνολικό ποσό των €1.955,95 για τα έτη 2006 - 2011 μέσω καταθέσεων στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας. Επιπρόσθετα κατέβαλε και το ποσό των €330 που αφορούσε τη σύνδεση του συγκροτήματος με το αποχετευτικό (Τεκμήριο 7). Η Ενάγουσα απέστελλε στην Εναγόμενη 2 τις καταστάσεις λογαριασμού μέσω ταχυδρομείου ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ενώ αρκετές φορές γίνονταν και τηλεφωνικές επικοινωνίες. Επίσης με τους προαναφερόμενους τρόπους ενημερωνόταν για τις γενικές συνελεύσεις, στις οποίες όμως ουδέποτε παρευρέθηκε. Περαιτέρω, η Ενάγουσα απέστελλε στους ιδιοκτήτες των μονάδων του συγκροτήματος (περιλαμβανομένης και της Εναγόμενης 2) τα πρακτικά των ετήσιων γενικών συνελεύσεων. Ο ΜΕ2 κατέθεσε αντίγραφα των επιστολών ημερομηνίας 30.03.09, 04.07.09 και 01.10.09 (Τεκμήρια 9 - 9
(2)αντίστοιχα) και τα πρακτικά με τις αναλυτικές καταστάσεις εσόδων - εξόδων για τα έτη 2006 - 2011 (Τεκμήρια 10 - 10
(5)). Στις 10.05.10 οι δικηγόροι της Ενάγουσας, μετά από αίτημα των Εναγομένων, απέστειλαν επιστολή με αντίγραφα των καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήριο 11). Ο ΜΕ2 δήλωσε ότι μετά από νομική συμβουλή που έλαβε η Ενάγουσα, το ποσό που διεκδικείται περιορίστηκε καθώς αυτό υπολογίστηκε πλέον βάσει του εμβαδού του επίδικου διαμερίσματος και όχι ως ένα σταθερό ποσό για όλες τις μονάδες. Το εμβαδό του επίδικου διαμερίσματος είναι 97m2 και το συνολικό εμβαδό του συγκροτήματος 1881m
  1. Από την άλλη το συνολικό ποσό των κοινοχρήστων για τα έτη 2006 - 2011 είναι €58.056,90, με αποτέλεσμα το ποσό που αναλογεί στην Εναγόμενη 2 να ανέρχεται σε €2.704,60 εκ των οποίων το ποσό των €1.956,00 έχει ήδη καταβληθεί. Συνεπώς το ποσό που εξακολουθεί να οφείλει η Εναγόμενη 2 για τα προαναφερόμενα έτη είναι €749,
  2. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ2 είπε ότι είναι ταμίας τους τελευταίους δώδεκα μήνες, ενώ μέλος της Ενάγουσας είναι από τον Σεπτέμβριο του 2010 (βλ. Τεκμήριο 1). Σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης 2 συμφώνησε ότι κατά την επίδικη περίοδο η Ενάγουσα δεν είχε εγγράψει κανονισμούς για τη λειτουργία της στο Κτηματολόγιο. Η Ενάγουσα εργοδοτεί καθαριστές για το συγκρότημα και τη συντήρηση της κολυμβητικής δεξαμενής. Όταν ζητήθηκε από τον ΜΕ2 να κατονομάσει τα πρόσωπα που εργάζονται για τη συντήρηση του συγκροτήματος, ο ΜΕ2 αναφέρθηκε σε κάποιον Paul και κάποια Mary, οι οποίοι καθαρίζουν τους κοινόχρηστους χώρους, ενώ υπάρχει ξεχωριστό πρόσωπο που συντηρεί την κολυμβητική δεξαμενή. Όσον αφορά τον κήπο, υπεύθυνος για τη συντήρηση του κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο Derek Wallace (ME3). O τελευταίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ταμίας και manager και πληρωνόταν από την Ενάγουσα ένα συνολικό ποσό για τις υπηρεσίες του στο οποίο περιλαμβάνονταν και οι υπηρεσίες του ως κηπουρού. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης 2 υπέβαλε ότι η κολυμβητική δεξαμενή δεν λειτουργούσε τους χειμερινούς μήνες και δεν είχε νερό, θέση που αρνήθηκε ο ΜΕ2 λέγοντας ότι ήταν και είναι διαθέσιμη προς χρήση ολόχρονα και συντηρούνταν κάθε εβδομάδα. Αναφορικά με την ενημέρωση που λάμβανε η Εναγόμενη 2, ο ΜΕ2 είπε ότι η συνεννόηση γινόταν κυρίως μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Συγκεκριμένα κάθε μήνα λάμβανε ηλεκτρονικό μήνυμα για τις ειδήσεις του μήνα και ενημερωνόταν για τις γενικές συνελεύσεις στις οποίες όμως ουδέποτε παρέστη. Σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε η Ενάγουσα την επίδικη περίοδο, ο ΜΕ2 απάντησε ότι εξ' όσων γνωρίζει διατηρούσε έναν λογαριασμό. Επίσης δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο υπήρχε γραμμάτιο στο όνομα της Ενάγουσας. Στη θέση της κας. Σωκράτους ότι η Εναγόμενη 2 πλήρωσε το ποσό των €2.228,95 στα πλαίσια του λογικού και του πρέποντος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η πληρωμή έγινε χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή διαμαρτυρία. Η κα. Σωκράτους υπέβαλε επίσης ότι η πελάτισσα της δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό αφού δεν είναι ξεκαθαρισμένες οι αναγκαίες δαπάνες για το συγκρότημα στις οποίες θα έπρεπε να συνεισφέρει, με τον ΜΕ2 να απαντά ότι οι χρεώσεις έγιναν στη βάση συμφωνηθέντος ποσού για κάθε έτος. Στα ποσά που χρεώνονταν περιλαμβανόταν και ποσό για το ταμείο έκτακτης ανάγκης. Επανέλαβε δε ότι το ποσό αυτό, το οποίο ήταν σταθερό για όλες τις μονάδες, υπολογίστηκε μετά από νομική συμβουλή στη βάση των τετραγωνικών μέτρων. Ερωτηθείς κατά πόσο υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη για τους κοινόχρηστους χώρους, απάντησε καταφατικά δεν ήταν ωστόσο σε θέση να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία. Τέλος, ο ΜΕ2 αρνήθηκε τις υποβολές ότι η συμφωνία διαχείρισης (Τεκμήριο 3), οι επιστολές (Τεκμήρια 9 - 9
(2)) και τα πρακτικά με τους λογαριασμούς (Τεκμήρια 10 - 10
(3)) είναι εκ των υστέρων κατασκευάσματα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα ετοιμάστηκαν από τους προηγούμενους ταμίες και τα έλαβε από σχετικά αρχεία. Ο ΜΕ2 θεωρώ ότι υπήρξε ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Κατέθεσε με σαφήνεια ως προς τον τρόπο λειτουργίας της Ενάγουσας και ειδικότερα όσον αφορά τον τρόπο χρέωσης των κοινοχρήστων και τις ανάγκες που προορίζονταν να καλύψουν. Ο μάρτυρας επεξήγησε ότι γινόταν υπολογισμός των κοινοχρήστων για περίοδο 12 μηνών, με την περίοδο αυτή αρχικά να ξεκινά τον Σεπτέμβριο εκάστου έτους και από το 2011 από τον Ιανουάριο εκάστου έτους. Η χρέωση αφορούσε ένα σταθερό ποσό για όλες τις μονάδες του συγκροτήματος, με ένα μέρος των χρημάτων που εισπράττονταν να προορίζεται για το ταμείο έκτακτης ανάγκης. Επί των προαναφερόμενων σημείων, η μαρτυρία του ΜΕ2 δεν αμφισβητήθηκε. Η αντεξέταση του σε σχέση με τα σημεία που έχω αναφέρει πιο πάνω αφορούσε τη χρέωση όλων των μονάδων του συγκροτήματος με το ίδιο ποσό κοινοχρήστων ανεξαρτήτως του εμβαδού της κάθε μονάδας. Το εν λόγω ζήτημα ωστόσο, ενόψει της παραδοχής της Ενάγουσας ότι ο συγκεκριμένος τρόπος υπολογισμού ήταν λανθασμένος, δεν είναι πλέον επίδικο. Αυτό το οποίο ουσιαστικά αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη 2 ήταν το ύψος των κοινοχρήστων. Παρατηρώ ωστόσο ότι πέραν ορισμένων γενικών υποβολών δεν τέθηκε οτιδήποτε χειροπιαστό στον ΜΕ2 σε σχέση με έξοδα για παράδειγμα που χρεώθηκαν και δεν έπρεπε να χρεωθούν ή ότι υπήρξαν επί συγκεκριμένων εξόδων υπερχρεώσεις. Ούτε και τέθηκε στον ΜΕ2 ότι τα ποσά που χρέωνε η Ενάγουσα και υπερέβαιναν τις αναγκαίες δαπάνες για τη συντήρηση και διαχείριση του συγκροτήματος έτυχαν κατάχρησης και δεν βρίσκονται κατατεθειμένα επ' ονόματι της Ενάγουσας ή δεν χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος της Ενάγουσας. Το μοναδικό ζήτημα για το οποίο υπήρξε συγκεκριμένη αμφισβήτηση, αφορούσε την κολυμβητική δεξαμενή. Η θέση του ΜΕ2 ωστόσο ότι η κολυμβητική δεξαμενή λειτουργεί ολόχρονα και συντηρείται σε εβδομαδιαία βάση δεν κλονίστηκε. Ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι τους χειμερινούς μήνες δεν λειτουργεί και δεν έχει νερό, παρέμεινε σε επίπεδο υποβολών. Όσον αφορά τώρα την ενημέρωση για τις χρεώσεις των κοινοχρήστων και τις συγκλήσεις των γενικών συνελεύσεων, ζητήματα για τα οποία επίσης αντεξετάστηκε ο ΜΕ2, σημειώνω τα ακόλουθα. Ο ΜΕ2 υποστήριξε ότι οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν μέσω ηλεκτρονικού και κανονικού ταχυδρομείου, κυρίως όμως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Μέσα από τη μαρτυρία του διαφάνηκε ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση των ενημερώσεων που κατ' ισχυρισμό στάληκαν στην Εναγόμενη 2 ή σε αντιπρόσωπο της με τα προαναφερόμενα μέσα. Άλλωστε, όπως και ο ίδιος ανέφερε, είναι μέλος της Ενάγουσας από το 2010. Επομένως για όσα μεσολάβησαν τα έτη 2006 - 2010 (μέχρι τον διορισμό του) εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να τα γνωρίζει. Ανέφερε φυσικά ότι ενημερώθηκε από τα αρχεία της Ενάγουσας και από τους προηγούμενους ταμίες. Παρατηρώ όμως ότι οι σχετικές αναφορές του συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία η οποία παρέμεινε αόριστη. Στο άρθρο 27
(2)(α) του Κεφ.9 αναφέρεται ως ένας από τους παράγοντες που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την αξιολόγηση της εξ ακοής μαρτυρίας το κατά πόσο ήταν εύλογο ή εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση, ενώ στο άρθρο 27
(3)τονίζεται ότι θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Στην προκείμενη περίπτωση ο ΜΕ2 δεν κατονόμασε καν τα πρόσωπα από τα οποία έλαβε τη συγκεκριμένη πληροφορία, αλλά αναφέρθηκε αόριστα στους ταμίες της διαχειριστικής επιτροπής. Όσον αφορά την ηλεκτρονική αλληλογραφία και τα αρχεία που επικαλέστηκε, δεν παρουσίασε οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μήνυμα που να απευθύνεται στην Εναγόμενη 2 ή σε αντιπρόσωπο της ή οποιοδήποτε άλλο αρχείο, ούτε και αναφέρθηκε η ηλεκτρονική διεύθυνση στην οποία αποστέλλονταν τα ηλεκτρονικά μηνύματα. Παρουσιάστηκαν ωστόσο επιστολές που στάληκαν ταχυδρομικώς και οι οποίες απευθύνονταν στην Έλλη Χαραλάμπους (ΜΥ1) στη διεύθυνση Παρμενίωνος 2, Τάφοι των Βασιλέων 8045, Πάφος (Τεκμήρια 5, 9 - 9
(2)). Για τις συγκεκριμένες επιστολές, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, αποδέχομαι ότι στάληκαν στην Εναγόμενη 2 μέσω της ΜΥ1, η οποία όπως θα διαφανεί στη μαρτυρία της ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της. Σημειώνω ότι η ΜΥ1 παραδέχθηκε ότι έλαβε τις επιστολές, Τεκμήρια 9 και 9
(2). Δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή η θέση περί τήρησης πρακτικών στις γενικές συνελεύσεις, αφού με εξαίρεση τα Τεκμήρια 1 και 3 δεν παρουσιάστηκαν πρακτικά γενικών συνελεύσεων για τα υπόλοιπα επίδικα έτη. Συνεπώς, στην απουσία πρακτικών των γενικών συνελεύσεων, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ΜΕ2 περί συμφωνηθέντος ποσού κοινοχρήστων για κάθε έτος. Τα Τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου από την Ενάγουσα, καταδεικνύουν ότι μόνο για την πρώτη περίοδο που καλύπτει το Τεκμήριο 3 υπήρχε συμφωνηθέν ποσό κοινοχρήστων. Σε σχέση με το Τεκμήριο 3 θα ήθελα να αναφέρω ότι παρά το γεγονός ότι φέρει τον τίτλο "Management Agreement", εντούτοις από το περιεχόμενο του είναι φανερό ότι αφορά γενική συνέλευση. Αυτό διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, αποφασίστηκε ανάμεσα σε άλλα η σύσταση πενταμελούς διαχειριστικής επιτροπής, έγινε η εκλογή των μελών της και καθορίστηκε το ποσό των κοινοχρήστων εξόδων για την περίοδο 01.05.06 - 30.04.
  1. Αυτό άλλωστε συνάγεται και από τη μαρτυρία του ΜΕ2 σύμφωνα με την οποία η διαχειριστική επιτροπή συστάθηκε τον Ιούλιο του 2006 μετά τη διεξαγωγή της πρώτης ετήσιας γενικής συνέλευσης. Συνεπώς παρά την ονομασία που δόθηκε στο Τεκμήριο 3, το περιεχόμενο του παραπέμπει σε πρακτικά γενικής συνέλευσης. Επισημαίνω ότι σύμφωνα με τον κανονισμό 35 των Πρότυπων Κανονισμών, τα πρακτικά της γενικής συνέλευσης θα πρέπει να τηρούνται με τον αρμόζοντα τρόπο και επομένως δεν καθορίζεται συγκεκριμένος τύπος τήρησης των πρακτικών. Δεν παραβλέπω ότι στο Τεκμήριο 3 αναγράφεται ότι η πλειοψηφία των ιδιοκτητών δεν ήταν παρόντες αλλά υπήρξε συνεννόηση μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος. Δεν θεωρώ ωστόσο ότι τίθεται ζήτημα ακυρότητας εφόσον αναγράφεται σε αυτό ότι υπήρξε συνεννόηση με την πλειοψηφία των ιδιοκτητών που ήταν απόντες και το πλέον, κατά την άποψη μου, ουσιώδες είναι ότι το Τεκμήριο 3 συνοδεύεται από τις υπογραφές των 16 εκ των 17 ιδιοκτητών των μονάδων του συγκροτήματος και επομένως έτυχε της έγκρισης της συντριπτικής πλειοψηφίας τους. Τέλος, αναφορικά με τους υπολογισμούς στους οποίους προέβη ο ΜΕ2, μετά από νομική συμβουλή, για αναπροσαρμογή των αξιούμενων κοινοχρήστων με βάση το εμβαδό του επίδικου διαμερίσματος, παρατηρώ ότι δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Αυτό διότι οι υπολογισμοί του δεν είχαν ως δεδομένο τα έξοδα στη βάση των αναγκαίων δαπανών, αλλά στη βάση συμφωνηθέντος ποσού, το οποίο όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν αποδείχθηκε παρά μόνο για την πρώτη περίοδο. Με εξαίρεση επομένως τα προαναφερόμενα σημεία, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΕ
  2. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14). Ο ΜΕ3 ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην κυρίως εξέταση του ότι ήταν μέλος της Ενάγουσας από το 2009 - 2015 και ιδιοκτήτης μονάδας του συγκροτήματος από το 2002 μέχρι το
  1. Στην Ενάγουσα μετείχε αρχικά ως μέλος και το 2010 του ανατέθηκαν καθήκοντα γραμματέα και ταμία. Αναγνώρισε την υπογραφή του επί της συμφωνίας διαχείρισης (Τεκμήριο 3) και ανέφερε επίσης ότι γνωρίζει την Εναγόμενη
  2. Κατά τη διάρκεια που ήταν μέλος της Ενάγουσας δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική επαφή με την Εναγόμενη 2 και επικοινωνούσε μαζί της με ηλεκτρονική αλληλογραφία. Με τον εν λόγω τρόπο ενημερωνόταν η Εναγόμενη 2 για τις ημερομηνίες και ώρες των Γενικών Συνελεύσεων. Ο ΜΕ3 αναφέρθηκε επίσης στα καθήκοντα του ως ταμία της Ενάγουσας δηλώνοντας ότι το μοναδικό ποσό που εισέπραξε από την Εναγόμενη 2 ήταν το ποσό για τη σύνδεση του αποχετευτικού. Κατά την αντεξέταση του και μετά από σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης 2 προέκυψε ότι ο μάρτυρας δεν γνώριζε την Εναγόμενη 2, αλλά τη μητέρα της Έλλη Χαραλάμπους (ΜΥ1), την οποία μάλιστα αναγνώρισε ως το πρόσωπο που αποχώρησε από την αίθουσα του Δικαστηρίου κατά την έναρξη της μαρτυρίας του. Σε σχέση με την ηλεκτρονική αλληλογραφία, ο ΜΕ3 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί την ηλεκτρονική διεύθυνση, ούτε και είχε οποιαδήποτε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι στέλλονταν ηλεκτρονικά μηνύματα. Αναφορικά με την κολυμβητική δεξαμενή, ο ΜΕ3 είπε ότι ήταν διαθέσιμη ολόχρονα και η μόνη περίοδος που θυμάται ότι είχε παραμείνει άδεια ήταν κατά το 2009 όταν αλλάχθηκε το liner. Ο ME3 αρνήθηκε σχετική υποβολή της κας. Σωκράτους ότι εργαζόταν στο συγκρότημα και πληρωνόταν από την Ενάγουσα. Η εικόνα που άφησε ο ΜΕ3 δεν ήταν θετική και αυτό διότι η μαρτυρία του επί των ουσιωδών σημείων της υπήρξε ασαφής. Συγκεκριμένα ενώ ο εν λόγω μάρτυρας ουσιαστικά κλήθηκε για να υποστηρίξει ότι ο ίδιος, ως μέλος αρχικά και στη συνέχεια ως γραμματέας και ταμίας της Ενάγουσας, ήταν το πρόσωπο που ενημέρωνε την Εναγόμενη 2 για τις συγκλήσεις των γενικών συνελεύσεων, εντούτοις δεν παρουσίασε οποιοδήποτε Τεκμήριο προς επιβεβαίωση του εν λόγω ισχυρισμού του. Επιπρόσθετα, ενώ ανέφερε ότι η επικοινωνία με την Εναγόμενη 2 και πιο συγκεκριμένα η ενημέρωση της για την ημέρα και ώρα που θα λάμβαναν χώρα οι γενικές συνελεύσεις γινόταν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την ηλεκτρονική διεύθυνση στην οποία απέστελλε τα ηλεκτρονικά μηνύματα. Αξιοσημείωτη επίσης είναι και η διάσταση που υπάρχει μεταξύ της μαρτυρίας του ΜΕ2 και του ΜΕ3 ως προς το κατά πόσο ο τελευταίος πληρωνόταν από την Ενάγουσα. Η θέση του ΜΕ3 ότι δεν πληρωνόταν από την Ενάγουσα έρχεται σε αντίθεση τόσο με τη μαρτυρία του ΜΕ2, όσο και με τις καταστάσεις εσόδων - εξόδων που κατέθεσε ο τελευταίος. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στα Τεκμήρια 10
(4)και 10
(5)στα οποία ρητά αναφέρεται του όνομα του ΜΕ3 και ως αιτιολογία των πληρωμών που γίνονταν προς αυτόν η φράση "Management Fees". Ως εκ των ανωτέρω δεν μπορεί να αποδοθεί η παραμικρή βαρύτητα στη μαρτυρία του ΜΕ
  1. Ο ΜΕ4 είναι ιδιοκτήτης μονάδας στο συγκρότημα από το 2004 και πρόεδρος της σημερινής Διαχειριστικής Επιτροπής από τον Νοέμβριο του
  2. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 13 και 14 τις επιστολές ημερομηνίας 30.03.06 και 29.06.06 που στάληκαν στην εταιρεία G & V Hadjidemosthenous Ltd με τις οποίες τερματίστηκε η συμφωνία διαχείρισης. Η Εναγόμενη 2 συμφώνησε με τον εν λόγω τερματισμό, αφού υπέγραψε σχετική επιστολή (Τεκμήριο 15). Αναγνώρισε και αυτός με τη σειρά του τη συμφωνία διαχείρισης (Τεκμήριο 3), καθώς και τις υπογραφές που παρουσιάζονται επί του Τεκμηρίου 3 λέγοντας ότι ανήκουν στους ιδιοκτήτες των μονάδων της περιόδου εκείνης. Αναφορικά με το ποσό των κοινοχρήστων, είπε ότι αυτό υπολογιζόταν στη βάση εκτιμημένων εξόδων και διαιρείτο με βάση τον αριθμό των μονάδων. Η ενημέρωση προς τους ιδιοκτήτες των μονάδων γινόταν από την Ενάγουσα μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Κατά την αντεξέταση του προέκυψε ότι και ο ΜΕ4 όπως και ο ΜΕ3 είχε λανθασμένη εντύπωση ως προς το πρόσωπο της Εναγόμενης
  3. Συγκεκριμένα και αυτός θεωρούσε ότι η ΜΥ1 ήταν η Εναγόμενη
  4. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι πιθανόν να μην είδε ποτέ την Εναγόμενη 2, ήταν όμως με την εντύπωση ότι η Έλλη, δηλαδή η ΜΥ1, ήταν η ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος. Στην υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης 2 ότι η τελευταία δεν έλαβε ποτέ γνώση της επιστολής - Τεκμήριο 15, ο ΜΕ4 απάντησε ότι πιθανόν να μην έλαβε γνώση. Στη συνέχεια ωστόσο απάντησε ότι είναι σε θέση να γνωρίζει πως όλοι οι ιδιοκτήτες του συγκροτήματος συγκατατέθηκαν και συμφώνησαν στον τερματισμό των υπηρεσιών της εταιρείας G & V Hadjidemosthenous Ltd. Στη θέση της κας. Σωκράτους ότι η Εναγόμενη 2 δεν ενημερώθηκε, ο ΜΕ4 είπε ότι αυτό το οποίο γνώριζε ήταν ότι η ΜΥ1 ήταν η ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος. Ο ΜΕ4 δήλωσε επίσης ότι μέχρι το 2012 δεν απαγορεύθηκε η χρήση της κολυμβητικής δεξαμενής σε ενοικιαστές του επίδικου διαμερίσματος. Από το 2012 ωστόσο, ζητήθηκε από κάποιους ενοικιαστές να μην την χρησιμοποιούν λόγω της μη πληρωμής των κοινοχρήστων. Στις υποβολές της κας. Σωκράτους ότι τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής εργάζονταν και πληρώνονταν από την Ενάγουσα, καθώς και ότι η κολυμβητική δεξαμενή δεν λειτουργούσε ολόχρονα απάντησε αρνητικά. Επίσης, ο ΜΕ4 αρνήθηκε ότι η Εναγόμενη 2 παραπονέθηκε για ζητήματα καθαριότητας και γενικότερα για θέματα διαχείρισης. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ4 είναι ουδέτερης σημασίας, καθώς ο μάρτυρας δεν ήταν μέλος της Ενάγουσας κατά τους επίδικους χρόνους και δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στα επίδικα ζητήματα. Σχετικές με τα επίδικα θέματα ήταν ουσιαστικά μόνο οι αναφορές του στον τερματισμό των υπηρεσιών της εταιρείας G & V Hadjidemosthenous Ltd, η οποία διαχειριζόταν το συγκρότημα. Ο ισχυρισμός του ΜΕ4 για τον τερματισμό της συμφωνίας με την προαναφερόμενη εταιρεία συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΕ2 και επιβεβαιώνεται από τις επιστολές που κατέθεσε ως Τεκμήρια 13 και
  5. Αποδέχομαι επίσης τη θέση του ότι οι ιδιοκτήτες των μονάδων συγκατατέθηκαν στον τερματισμό των υπηρεσιών της εν λόγω εταιρείας, καθώς αυτή βρίσκεται σε αρμονία με τη συμφωνία διαχείρισης - Τεκμήριο
  6. Ομοίως αποδεκτός γίνεται και ο ισχυρισμός του ότι η Εναγόμενη 2 γνώριζε για τον εν λόγω τερματισμό και συγκατατέθηκε σε αυτόν. Η συγκεκριμένη θέση του ΜΕ4 πηγάζει από το περιεχόμενο της επιστολής - Τεκμήριο 15 το οποίο μιλά από μόνο του. Σημειώνω άλλωστε ότι η Εναγόμενη 2 κατά τη μαρτυρία της αποδέχθηκε ότι υπέγραψε την επιστολή - Τεκμήριο
  7. Η μαρτυρία επομένως του ΜΕ4, σε όση έκταση είναι σχετική με τα επίδικα θέματα, όπως έχει προσδιοριστεί αμέσως πιο πάνω, κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Ο Στέλιος Χριστοφίδης (ΜΕ5) στη μαρτυρία του ανέφερε ότι είναι τραπεζικός υπάλληλος και εργάζεται στη USB Bank στην οποία διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό η Ενάγουσα. Ο ΜΕ5 ανέφερε ότι είναι υπεύθυνος του εν λόγω λογαριασμού από τις 15.09.
  8. Ανέφερε επίσης ότι η τράπεζα διαθέτει ηλεκτρονικό σύστημα στο οποίο τηρούνται οι λογαριασμοί των πελατών της και στο οποίο ο ίδιος έχει πρόσβαση. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 αντίγραφο των καταστάσεων λογαριασμού που αποστέλλονταν στην Ενάγουσα και αφορούν την περίοδο 20.09.06 - 31.12.
  9. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ιδιοκτήτης του λογαριασμού που τηρείται στην τράπεζα είναι η Ενάγουσα και παρέπεμψε προς αυτό στην πρώτη σελίδα της κατάστασης λογαριασμού ημερομηνίας 20.09.06 και συγκεκριμένα δίπλα από τη λέξη «CUSTOMER» όπου αναγράφεται με αγγλικούς χαρακτήρες το όνομα της Ενάγουσας. Στην κατάσταση για τον μήνα Ιανουάριο 2010, στην οποία παρουσιάζεται χρέωση για το ποσό των €10.000, ο ΜΕ5 είπε ότι το συγκεκριμένο ποσό μάλλον έγινε γραμμάτιο. Τελευταίος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο Σωτήρης Ζίγκας (ΜΕ6) ο οποίος ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι είναι υπεύθυνος του συστήματος εγγραφής και πληροφοριών στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και υπεύθυνος του κλάδου μεταβιβάσεων και αιτήσεων. Αναγνώρισε τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου διαμερίσματος (Τεκμήριο 12) λέγοντας ότι εκδόθηκε σύμφωνα με τον φάκελο ΑΧ/908/2005 και αποτελεί μέρος κοινόκτητης οικοδομής. Ο ΜΕ6 κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 17 το πιστοποιητικό έρευνας του συγκροτήματος στο οποίο καταγράφεται το ιστορικό της κάθε μονάδας του συγκροτήματος. Δηλαδή αναγράφεται ο αρχικός ιδιοκτήτης και η πορεία της κάθε μονάδας ξεχωριστά. Αντεξεταζόμενος είπε ότι στην έννοια του κλειστού χώρου περιλαμβάνεται και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης. Από την άλλη στην έννοια του κοινόκτητου χώρου περιλαμβάνεται η είσοδος της κοινόκτητης οικοδομής, οι σκάλες, ο ανελκυστήρας και η ταράτσα εκτός αν υπάρχει αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης της. Οι ΜΕ5 και 6 θεωρώ ότι υπήρξαν αντικειμενικοί και αμερόληπτοι. Κατέθεσαν σε σχέση με ζητήματα τα οποία εμπίπτουν στα καθήκοντα τους, ο μεν ΜΕ5 ως υπεύθυνος του λογαριασμού της Ενάγουσας, ο δε ΜΕ6 ως υπεύθυνος του συστήματος εγγραφής και πληροφοριών στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και υπεύθυνος του κλάδου μεταβιβάσεων και αιτήσεων. Κατά την αντεξέταση τους δεν επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί η ακεραιότητα τους, παρά μόνο τέθηκαν διευκρινιστικές κυρίως ερωτήσεις. Περαιτέρω, σημειώνω ότι παρακολουθώντας τους εν λόγω μάρτυρες δεν διέκρινα αλλότρια κίνητρα ή οποιαδήποτε άλλη σκοπιμότητα στη μαρτυρία τους. Συνεπώς η μαρτυρία των ΜΕ5 και 6 γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Ως ΜΥ1 κατέθεσε η Έλλη Χαραλάμπους η οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι μητέρα της Εναγόμενης 2 και το πρόσωπο που διαχειριζόταν το επίδικο διαμέρισμα για λογαριασμό της θυγατέρας της - Εναγόμενης
  10. Ουδέποτε κλήθηκε σε οποιαδήποτε γενική συνέλευση, ουδέποτε έλαβε από την Ενάγουσα οποιεσδήποτε καταστάσεις σε σχέση με τα έσοδα και τα έξοδα του συγκροτήματος, ούτε και έλαβε οποιοδήποτε ηλεκτρονικό μήνυμα. Επισκεπτόταν συχνά, σχεδόν κάθε εβδομάδα, το επίδικο διαμέρισμα και δεν είδε οποιαδήποτε ανάρτηση που να αφορά την ούτω καλούμενη διαχειριστική επιτροπή στον πίνακα ανακοινώσεων. Δεν είχε γνώση και πρώτη αφορά αντίκριζε τη συμφωνία διαχείρισης (Τεκμήριο 3), την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 4), όπως επίσης και τα πρακτικά με τις καταστάσεις εσόδων - εξόδων (Τεκμήρια 10 - 10
(5)). Η ΜΥ1 ανέφερε ότι τα άτομα που απάρτιζαν την ούτω καλούμενη διαχειριστική επιτροπή αποφάσισαν λανθασμένα ότι όλες οι μονάδες θα έπρεπε να επωμίζονται το ίδιο ποσό κοινοχρήστων, γεγονός που το αντιλήφθηκε όταν παρέλαβε τις καταστάσεις λογαριασμών που δόθηκαν στη δικηγόρο της Εναγόμενης 2 μετά την καταχώρηση της αγωγής. Η μάρτυρας κατέθεσε ως δέσμη Τεκμηρίου 18 αποδείξεις των πληρωμών που έγιναν από την ίδια για λογαριασμό της Εναγόμενης 2, μέσα στα πλαίσια του λογικού και του πρέπον ως ανέφερε. Όλες οι πληρωμές έγιναν στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας, εκτός από την πληρωμή που αφορούσε το μερίδιο της Εναγόμενης 2 για τη σύνδεση του αποχετευτικού (Τεκμήριο 18
(11)). Σε σχέση με την πληρωμή των €330,00 για το αποχετευτικό, η ΜΥ1 είπε ότι πλήρωσε το εν λόγω ποσό διότι της ανέφεραν ότι θα έσκαβαν από την γωνιά του επίδικου διαμερίσματος μέχρι την άκρη του δρόμου για να γίνει η ένωση. Ωστόσο πληροφορήθηκε τυχαία από τον κ. Καραπατάκη, ο οποίος έκανε τις περισσότερες συνδέσεις αποχετευτικού στην Πάφο, ότι δεν χρειαζόταν να γίνει εκσκαφή διότι υπήρχε σύνδεση και απλώς χρειαζόταν να τοποθετηθεί ένα «κυρίζι». Περαιτέρω, μετά την πληρωμή πληροφορήθηκε ότι την εν λόγω περίοδο η Ενάγουσα διατηρούσε γραμμάτιο ύψους €10.000, καθώς και τρεχούμενο με υπόλοιπο €6.000. Αν γνώριζε ότι τα προαναφερόμενα ποσά ήταν στη διάθεση της Ενάγουσας, δεν θα προέβαινε στην πληρωμή των €330.00. Σε σχέση με επιστολές που έλαβε από την Ενάγουσα, η ΜΥ1 είπε ότι έλαβε τις επιστολές ημερομηνίας 30.03.09 (Τεκμήριο 9), 01.10.09 (Τεκμήριο 9
(2)) και 22.02.
  1. Μετά την λήψη της τελευταίας επιστολής αποτάθηκε, για λογαριασμό της Εναγόμενης 2, στη δικηγόρο κα. Σωκράτους η οποία και απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 29.03.10 (δέσμη Τεκμηρίου 19). Μετά την επιστολή που στάληκε από τη δικηγόρο της Εναγόμενης 2, το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα έστειλε την επιστολή ημερομηνίας 10.05.10 (δέσμη Τεκμηρίου 11), η οποία όμως στάληκε στην Εναγόμενη 2 και όχι τη δικηγόρο της και στην οποία δεν επισυνάπτονταν οποιεσδήποτε καταστάσεις. Αποτέλεσμα ήταν να σταλεί νέα επιστολή από τη δικηγόρο της Εναγόμενης 2 στις 11.08.10 (Τεκμήριο 20) με την οποία τους ενημέρωναν ότι δεν ήταν διαφωτιστικό το περιεχόμενο της επιστολής - Τεκμήριο
  2. Αναφορικά με την κολυμβητική δεξαμενή, η ΜΥ1 υποστήριξε ότι γίνονταν αλόγιστα έξοδα, αφού υπήρχαν χρεώσεις για γέμισμα της με νερό τον χειμώνα όταν οι περισσότεροι ιδιοκτήτες απουσίαζαν. Περαιτέρω, ανέφερε ότι εξ' όσων θυμάται μία χρονιά το 2009 ή το 2010 η κολυμβητική δεξαμενή είχε παραμείνει άδεια. Επίσης η ΜΥ1 ανέφερε ότι υπέστη ζημιά και για αυτό με την ανταπαίτηση ζητείται η επιστροφή του ποσού που πληρώθηκε. Η ζημιά συνίσταται στο ότι όσα πρόσωπα ενοικίασαν το επίδικο διαμέρισμα το εγκατέλειψαν λόγω της συμπεριφοράς της Ενάγουσας, καθώς δεν άφηναν ενοικιαστή να χρησιμοποιήσει την κολυμβητική δεξαμενή. Κατά την αντεξέταση της και σε σχέση με την ισχυριζόμενη ζημία που υπέστη η Εναγόμενη 2, είπε ότι από το 2010 και έπειτα υπήρξε το πρόβλημα με τους ενοικιαστές, τους οποίους δεν άφηναν να χρησιμοποιήσουν την κολυμβητική δεξαμενή. Στη συνέχεια ωστόσο είπε ότι ήταν από το 2009, διότι από τότε θεώρησε η Ενάγουσα ότι με τα χρήματα που πλήρωνε δεν καλύπτονταν τα κοινόχρηστα. Κληθείσα να παρουσιάσει ενοικιαστήριο έγγραφο ή οποιαδήποτε απόδειξη για την ζημιά που επικαλείται, η ΜΥ1 δεν παρουσίασε οτιδήποτε. Επανέλαβε ότι δεν ήξερε κανένα από τη λεγόμενη διαχειριστική επιτροπή και το μόνο πρόσωπο που γνώρισε ήταν κάποια Tina Woodcock η οποία διέμενε στο διπλανό διαμέρισμα για ένα περίπου χρόνο και μετά εγκατέλειψε την Κύπρο. Το εν λόγω πρόσωπο το γνώρισε διότι ήταν γειτόνισσα και διότι το όνομα της αναγραφόταν στις επιστολές που στάληκαν από την Ενάγουσα. Ερωτηθείσα πώς γνώριζε που έπρεπε να πληρώνει τα κοινόχρηστα εφόσον δεν είχε επικοινωνία με οποιοδήποτε μέλος της διαχειριστικής επιτροπής, η ΜΥ1 είπε ότι η Tina Woodcock την πληροφόρησε για τον αριθμό του λογαριασμού και για το ότι αποφασίστηκε ότι θα έπρεπε να πληρώνουν ένα συγκεκριμένο ποσό €624,00, το οποίο αρχικά ήταν το αντίστοιχο σε Λ.Κ. Όταν δε αποτάθηκε στην τράπεζα την ενημέρωσαν ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός ανήκει στη διαχειριστική επιτροπή. Το ποσό των €400,00 περίπου τον χρόνο το πλήρωνε μέσα στα πλαίσια του λογικού και του πρέπον διότι αντιλαμβανόταν ότι μία κοινόκτητη οικοδομή έχει π.χ έξοδα συντήρησης και ασφάλισης του κτιρίου. Αναφορικά με το ποσό των €400,00 είπε ότι κατέληξε σε αυτό στη βάση του ότι το μεγαλύτερο διαμέρισμα που ήταν έκτασης 98m2 πλήρωνε €624,00, τότε το επίδικο που ήταν 67m2 θα έπρεπε κατ' αναλογία να πληρώνει λιγότερα. Η ΜΥ1 κλήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της Ενάγουσας να υποδείξει τι αμφισβητεί σε σχέση με τα έξοδα για την κολυμβητική δεξαμενή, με την ΜΥ1 να λέει ότι γίνονταν χρεώσεις για το γέμισμα της με νερό, ενώ ήταν άδεια. Στη θέση της κας. Χαραλαμπίδου ότι οι χρεώσεις αφορούσαν το καθάρισμα της κολυμβητικής δεξαμενής η ΜΥ1 επέμεινε στον προαναφερόμενο ισχυρισμό της. Η ΜΥ1 αρνήθηκε την υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας ότι τα ποσά που πληρώθηκαν αφορούσαν νομίμως οφειλόμενα κοινόχρηστα, λέγοντας ότι εκ των υστέρων φάνηκε ότι κακώς πληρώθηκαν τα εν λόγω ποσά αφού η ζημιά που τους προκλήθηκε με την απώλεια των ενοικιαστών ήταν πολύ μεγαλύτερη. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι ήταν ενήμερη για όλες τις δραστηριότητες της Ενάγουσας. Σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού που αναφέρονται στην επιστολή - Τεκμήριο 11, η ΜΥ1 διαφώνησε με την κα. Χαραλαμπίδου ότι επισυνάπτονταν στην εν λόγω επιστολή οι καταστάσεις. Η μαρτυρία της ΜΥ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθώς παρουσιάζει αντιφάσεις, αλλά και ασάφειες σε ουσιώδη σημεία της. Καταρχάς η δήλωση της ότι δεν γνώριζε οποιοδήποτε μέλος της διαχειριστικής επιτροπής έρχεται σε αντίφαση προς την αναφορά της ότι είχε επικοινωνία με την Tina Woodcock. Η μάρτυρας φυσικά δήλωσε ότι γνώρισε την Tina Woodcock ως γειτόνισσα της, αφήνοντας να νοηθεί ότι δεν γνώριζε ότι η συγκεκριμένη ήταν μέλος της διαχειριστικής επιτροπής. Ωστόσο στις επιστολές ημερ. 30.03.09 και 01.10.09 (Τεκμήρια 9 και 9
(2)) η Tina Woodcock υπογράφει για λογαριασμό της Ενάγουσας. Επίσης στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει το γεγονός ότι δεν αποτάθηκε ποτέ στη διαχειριστική επιτροπή διότι δεν γνώριζε ποιοι την αποτελούσαν, είπε ότι η Tina Woodcock ήταν στο συγκρότημα μόνο τον πρώτο χρόνο, εννοώντας προφανώς ως πρώτο χρόνο την πρώτη περίοδο της διαχειριστικής επιτροπής, δηλαδή την περίοδο 2006 - 2007. Τα Τεκμήρια 9 και 9
(2)ωστόσο, τα οποία παραδέχεται ότι έλαβε η ΜΥ1, καταμαρτυρούν ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο ήταν μέλος της Ενάγουσας τουλάχιστον μέχρι και το
  1. Ο ισχυρισμός της σε σχέση με τη σύνδεση του αποχετευτικού επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Η ΜΥ1 προσπάθησε να καταδείξει ότι η συγκεκριμένη χρέωση ήταν εντελώς αχρείαστη, καθώς δεν χρειαζόταν να γίνει εκσκαφή, αφήνοντας υπονοούμενα ως προς τα χρήματα που εισπράχθηκαν. Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί ωστόσο δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες της Ενάγουσας και συγκεκριμένα στους ΜΕ2 και 3 οι οποίοι αναφέρθηκαν στο αποχετευτικό και τον λόγο είσπραξης του ποσού των €330,
  2. Πρόκειται επομένως για ισχυρισμούς στους οποίους δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα καθώς δεν τέθηκαν στους ΜΕ2 και 3 και δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να τοποθετηθούν επ' αυτών (Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 551). Σχετική με τα πιο πάνω είναι επίσης η υπόθεση Frederickou School Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527, στην οποία λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα Δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα». Σχετική είναι η υπόθεση Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, 384: "Failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity, but in the absence of a proper explanation of the omission, the Court may disregard it, because of the denial of a proper opportunity to the plaintiff to controvert it." «Οι εφεσείοντες δεν έθεσαν, ούτε και έθιξαν, την πτυχή αυτή της υπεράσπισης τους κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1....» Ουδεμία επίσης βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί και στους ισχυρισμούς της περί πρόκλησης ζημιάς. Η ΜΥ1 επιχείρησε να διασυνδέσει την ύπαρξη ζημιάς και την ανταπαίτηση της Εναγόμενης 2 με την απώλεια ενοικιαστών του επίδικου διαμερίσματος. Είναι χαρακτηριστικό το πιο κάτω απόσπασμα από την κυρίως εξέταση: "E. Τι ζητάτε εσείς σήμερα από το Δικαστήριο; A. Εγώ εκείνο που ζητώ δεν οφείλω τίποτα αλλά όχι μόνο, ζητώ να μου επιστραφούν και ποσά που πλήρωσα για τη ζημιά πραγματικά γιατί δεν έπρεπε, δεν έπρεπε με τη ζημιά που μας εκάμαν με το να μην αφήνουν να στεριώνει κάποιος ενοικιαστής. Γιατί τους τα πλήρωνα και έδινα κοινόχρηστα; Πλήρωνα τους γύρω στα 400 ευρώ στα οποία εκ των υστέρων φάνηκε ότι η ζημιά που μας έκαναν ήταν πολύ περισσότερη για ένα μικρό διαμερισματάκι των 67 τ.μ. E. Όταν λέτε η ζημιά τι εννοείτε; A. Όταν δεν αφήνουν να στεριώσει πελάτης μέσα στο διαμέρισμα, σημαίνει ενοικιάζω το διαμέρισμα, απλά αγόρασα το διαμέρισμα για λογαριασμό της κόρης μου για να είναι άδειο; ......" Καταρχάς στο δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης γίνεται μεν αναφορά στον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα δημιουργούσε προβλήματα στους ενοικιαστές με το να μην τους επιτρέπει να χρησιμοποιούν την κολυμβητική δεξαμενή, ωστόσο, δικογραφικά ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συνδέεται με την πρόκληση ζημιάς για την οποία η Εναγόμενη 2 αξιώνει αποζημίωση δια της ανταπαίτησης της. Εν πάση περιπτώσει οι επί του θέματος ισχυρισμοί της ΜΥ1 υπήρξαν ασαφείς, με τη μάρτυρα να αναφέρει ότι αρχικά το πρόβλημα προέκυψε το 2010, για να ανασκευάσει στη συνέχεια λέγοντας ότι τελικά προέκυψε το
  1. Η ΜΥ1 κατ' επανάληψη ανέφερε ότι εκ των υστέρων διαφάνηκε ότι κακώς πλήρωνε κοινόχρηστα αφού η ζημιά που προκλήθηκε από την Ενάγουσα με την απώλεια ενοικιαστών ήταν πολύ μεγαλύτερη. Σύμφωνα όμως με την προαναφερόμενη δήλωση της τα κατ' ισχυρισμό προβλήματα προέκυψαν το
  2. Εύλογα προκύπτει το ερώτημα γιατί προχώρησε στην πληρωμή κοινοχρήστων το
  3. Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τη δέσμη Τεκμηρίου 18, έγιναν δύο πληρωμές κοινοχρήστων την 01.03.10 και 21.07.
  4. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι δεν έδωσε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων περιστατικών, παρά το ότι κλήθηκε να το πράξει από την ευπαίδευτη συνήγορο της Ενάγουσας. Ούτε και παρουσίασε οποιαδήποτε ενοικιαστήρια συμβόλαια ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι υπήρξαν ενοικιαστές που εγκατέλειψαν το επίδικο διαμέρισμα διότι δεν τους επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσουν την κολυμβητική δεξαμενή. Επίσης δεν υπήρξε διασύνδεση του ποσού της ισχυριζόμενης ζημιάς που υπέστη η Εναγόμενη 2 από την απώλεια ενοικιαστών με την αξίωση για επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε ως κοινόχρηστα. Από την άλλη, όσον αφορά τις ισχυριζόμενες υπερχρεώσεις η ΜΥ1 περιορίστηκε στη σύνδεση του αποχετευτικού, για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω, και στην κολυμβητική δεξαμενή. Υποστήριξε ότι γίνονταν αλόγιστα έξοδα, χρεώσεις για γέμισμα της με νερό και για συντήρηση της κατά τους χειμερινούς μήνες. Παρατηρώ ότι η θέση της ΜΥ1 παρέμεινε ατεκμηρίωτη εφόσον δεν υποστηρίχθηκε είτε από τις καταστάσεις εσόδων - εξόδων, είτε από τις καταστάσεις του τραπεζικού λογαριασμού (Τεκμήρια 10 - 10
(5)και 16 αντίστοιχα) από τις οποίες να προκύπτει χρέωση για γέμισμα της κολυμβητικής δεξαμενής με νερό. Επίσης ο ισχυρισμός της ότι δεν χρειαζόταν να γίνεται συντήρηση κατά τους χειμερινούς μήνες, καταρρίφθηκε από τον ΜΕ2 ο οποίος υποστήριξε ότι η κολυμβητική δεξαμενή ήταν διαθέσιμη προς χρήση ολόχρονα και η συγκεκριμένη θέση του παρέμεινε ακλόνητη. Το κατά πόσο χρησιμοποιείτο ή όχι κατά τη χειμερινή περίοδο είναι διαφορετικό ζήτημα από τη συντήρηση της. Ακόμα όμως κι αν δεν χρησιμοποιείτο, αυτό δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε συμπέρασμα ότι δεν χρειαζόταν να γίνεται συντήρηση της κολυμβητικής δεξαμενής. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ισχυρισμοί της ΜΥ1 σε σχέση με την κολυμβητική δεξαμενή και τις υπερχρεώσεις ελέγχεται ως εκ των υστέρων σκέψη της, αφού στην επιστολή - Τεκμήριο 19 ουδεμία αναφορά γίνεται στα πιο πάνω. Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία της ΜΥ1 η οποία συνεπώς απορρίπτεται. Επόμενη και τελευταία μάρτυρας ήταν η Εναγόμενη 2 , η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.9 γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β). Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι η ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος και ότι ουδέποτε αναγνώρισε τη διαχειριστική επιτροπή ως νομίμως καταρτισθείσα και συσταθείσα. Ποτέ δεν ειδοποιήθηκε για τη διενέργεια γενικής ή έκτακτης συνέλευσης, δεν γνωρίζει τα πρόσωπα που απαρτίζουν τη διαχειριστική επιτροπή και ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε στοιχεία ή έγγραφα αναφορικά με τον καθορισμό των κοινοχρήστων και καταστάσεις εσόδων και εξόδων των κοινοχρήστων. Η ίδια δεν επισκεπτόταν συχνά το επίδικο διαμέρισμα, πληροφορήθηκε ωστόσο από τη μητέρα (ΜΥ1) και τον πατέρα της οι οποίοι επισκέπτονταν τον χώρο ότι δεν είδαν οποιαδήποτε ανακοίνωση, ούτε και ενημερώθηκε οποτεδήποτε για οποιοδήποτε θέμα. Το ποσό που πληρωνόταν για κοινόχρηστα ήταν στα πλαίσια του λογικού και του πρέπον, χωρίς να αναγνωρίζεται ότι είναι το πραγματικά οφειλόμενο και όσες φορές της δόθηκε η ευκαιρία να διαμαρτυρηθεί το έπραξε. Το ποσό των €2.285,95 θα πρέπει να της επιστραφεί διότι δεν καταβλήθηκε στη βάση λογιστικών καταστάσεων των εσόδων και εξόδων του συγκροτήματος σύμφωνα με την αναλογία του εμβαδού του διαμερίσματος. Ζητά συνεπώς επιστροφή του εν λόγω ποσού το οποίο πληρώθηκε στη βάση υπερχρεώσεων της Ενάγουσας και χρεώσεων χωρίς νόμιμο δικαίωμα και ταυτόχρονα δηλώνει την ετοιμότητα της να καταβάλει το ποσό των κοινοχρήστων νοουμένου ότι θα είναι ορθά υπολογισμένο και κατανεμημένο. Στη δια ζώσης μαρτυρία της ανέφερε ότι η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 4) δόθηκε το 2016 και σε αυτήν δεν εξηγείται ο τρόπος κατανομής των κοινοχρήστων. Όσον αφορά την επιστολή - Τεκμήριο 5 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον συντάκτη της και ότι όταν την παρέλαβε απευθύνθηκε στη δικηγόρο της για να ζητήσει καταστάσεις εσόδων - εξόδων. Σε σχέση με τις επιστολές - Τεκμήρια 9
(1)και 9
(2), είπε ότι δεν γνωρίζει κάτι σε σχέση με αυτές. Αντεξεταζόμενη είπε ότι δεν γνώριζε οποιοδήποτε μέλος της διαχειριστικής επιτροπής και μόνο η ΜΥ1 γνώρισε κάποια κυρία Tina. Η πρώτη φορά που έγινε παράπονο ήταν με την επιστολή της δικηγόρου της στις 29.03.10 (δέσμη Τεκμηρίου 19) και στην απορία της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας γιατί εφόσον υπήρχαν τόσα παράπονα δεν έγινε ενωρίτερα οτιδήποτε, η μάρτυρας απάντησε ότι όταν θεώρησαν ότι έπρεπε να αποταθούν σε δικηγόρο το έπραξαν. Ανέφερε περαιτέρω ότι το βασικό παράπονο ήταν ο τρόπος κατανομής των κοινοχρήστων και το ότι δεν ενημερώνονταν για τα άτομα που απαρτίζουν τη διαχειριστική επιτροπή. Η Εναγόμενη 2 όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 15 το αναγνώρισε, καθώς και την υπογραφή της επ' αυτού λέγοντας ότι είναι η συμφωνία που υπογράφηκε ενώπιον της δικηγόρου κας. Πόπης Αθηνοδώρου. Ερωτηθείσα σε ποια συμφωνία αναφέρεται, η Εναγόμενη 2 απάντησε ότι αναφέρεται στη συμφωνία αγοράς του επίδικου διαμερίσματος κατά την οποία υπόγραψε και το Τεκμήριο
  1. Στην υποβολή της κας. Χαραλαμπίδου ότι το Τεκμήριο 15 υπογράφηκε με την πρόθεση να δημιουργηθεί διαχειριστική επιτροπή, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν κλήθηκε για να παραστεί στη συνέλευση για την εκλογή της διαχειριστικής επιτροπής. Επίσης η Εναγόμενη 2 αρνήθηκε την υποβολή ότι ήταν ενήμερη για όλες τις δραστηριότητες της διαχειριστικής επιτροπής μέσω της Tina Woodcock λέγοντας ότι απλά κάποιες ενστάσεις που είχαν σε σχέση με την επιτροπή τις μετέφεραν στην κα. Tina. Η μάρτυρας αναγνώρισε επίσης την επιστολή - Τεκμήριο 5, αρνούμενη ωστόσο ότι σε αυτήν επισυνάπτονταν και οι σχετικές αναλυτικές καταστάσεις που είχαν ζητηθεί από την Ενάγουσα. Αναφορικά με την ενοικίαση του επίδικου διαμερίσματος η Εναγόμενη 2 είπε ότι για κάποιες περιόδους ήταν ενοικιασμένο, δεν ήταν σε θέση όμως να θυμηθεί τις εν λόγω περιόδους. Στην επανεξέταση της η Εναγόμενη 2 ανέφερε σε σχέση με το Τεκμήριο 15 ότι δεν θυμάται τι ακριβώς αφορά μετά από τόσα χρόνια. Από τη μαρτυρία της Εναγόμενης 2 προκύπτει ότι η τελευταία δεν έχει άμεση και θετική γνώση των επίδικων γεγονότων. Όπως κατ' επανάληψη ανέφερε στη μαρτυρία της, η μητέρα της (ΜΥ1) ήταν αυτή η οποία διαχειριζόταν το επίδικο διαμέρισμα. Επίσης όπως η ίδια ανέφερε σπάνια επισκεπτόταν το συγκρότημα και η πληροφόρηση της σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής βασίζεται κυρίως σε όσα της μετέφερε η ΜΥ
  2. Ήδη πιο πάνω έχει γίνει αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΥ1, η οποία για τους λόγους που έχουν αναφερθεί απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Επομένως οι ισχυρισμοί που προέβαλε η Εναγόμενη 2 και οι οποίοι πηγάζουν από όσα της μετέφερε η ΜΥ1 δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί διότι συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία και η μαρτυρία του προσώπου που προέβη στην αρχική δήλωση έχει ήδη απορριφθεί. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που προέβαλε η Εναγόμενη 2 σε σχέση με την επιστροφή των ποσών που έχουν ήδη πληρωθεί στην Ενάγουσα, σημειώνω ότι βρίσκονται σε διάσταση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε η ΜΥ1 προς υποστήριξη της ισχυριζόμενης ζημιάς που υπέστη η Εναγόμενη
  3. Συγκεκριμένα, από τη μία η Εναγόμενη 2 αξιώνει την επιστροφή των εν λόγω ποσών επί του ότι δεν πληρώθηκαν στη βάση λογιστικών καταστάσεων των εσόδων και εξόδων του συγκροτήματος και η πληρωμή τους δεν έγινε με βάση το εμβαδό του επίδικου διαμερίσματος, ενώ από την άλλη η ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι το ποσό αυτό αντικατοπτρίζει τη ζημιά που προκλήθηκε στην Εναγόμενη 2 από τη συμπεριφορά που υπέδειξε η Ενάγουσα έναντι ενοικιαστών του επίδικου διαμερίσματος. Θα πρέπει επίσης να σημειώσω ότι η προαναφερόμενη θέση της Εναγόμενης 2 δεν υποστηρίζεται ούτε από το δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Αυτό διότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί αναφέρονται σε υπερχρεώσεις της Ενάγουσας και ή σε άνευ δικαιώματος χρέωση και ή σε παράνομη κατανομή του ποσού των κοινοχρήστων διότι αυτή δεν γινόταν με βάση το εμβαδό της κάθε μονάδας. Με εξαίρεση επομένως το ζήτημα του εμβαδού, οι υπόλοιποι ισχυρισμοί εκφεύγουν των δικογραφημένων θέσεων της. Είναι καλά γνωστό ότι οι υποθέσεις αποφασίζονται στη βάση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα. Στην υπόθεση Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826 επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή με αναφορά και σε παλαιότερη νομολογία: «Η σημασία της δικογραφίας τονίσθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική μέσα στα πιο κάτω πλαίσια. "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής." (Βλ. επίσης Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836 και Παφίτης και Άλλοι ν. Κουκουρή και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154). Η ίδια γραμμή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd και Άλλοι ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, όπου τονίσθηκε ότι, "Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. (Βλ. Eleni Panayiotou Iordanou v. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959-1960) 24 C.L.R. 97, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134, HjiPavlou v. Jinaro Terra
(1982)1 C.L.R. 433 και Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82)."» Από την άλλη το γεγονός ότι η εν λόγω μαρτυρία παρείσφρησε χωρίς ένσταση στη διαδικασία, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα ούτε και καθιστά την εν λόγω μαρτυρία αποδεκτή. Στις Πολ. Εφέσεις 94/10 και 154/10 ημερομηνίας 28.09.15, Φελλά ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και Παπαελευθερίου Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ειπώθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Εξετάσαμε με προσοχή το όλο θέμα και εκείνο που παρατηρούμε είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να επιτρέψει στις εφεσείουσες κατά τη δίκη να προβάλουν για πρώτη φορά ζητήματα και θέσεις που δεν είχαν προηγουμένως δικογραφήσει. Ούτε το γεγονός ότι δεν ηγέρθη ένσταση στη λήψη της μαρτυρίας διαφοροποιεί ή δικαιολογεί παράβαση των Θεσμών. Ζητήματα και θέσεις που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη έστω και αν τέθηκαν στη μαρτυρία χωρίς ένσταση. (Βλ. Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24).» Σε κάθε όμως περίπτωση, η Εναγόμενη 2 , η οποία έφερε και το σχετικό βάρος απόδειξης της ανταπαίτησης της, δεν προσκόμισε μαρτυρία από την οποία να προκύπτει το ακριβές ποσό που με βάση τους δικούς της ισχυρισμούς χρεώθηκε παράνομα ή αντικανονικά από την Ενάγουσα. Ως εκ των ανωτέρω θεωρώ ότι δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία της Εναγόμενης 2 η οποία και απορρίπτεται. Νομική Πτυχή Η αγωγή της Ενάγουσας εδράζεται στον ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη 2 δεν εξόφλησε για συγκεκριμένη χρονική περίοδο τα κοινόχρηστα που αναλογούσαν στη μονάδα της οποίας είναι ιδιοκτήτρια. Εφαρμόζεται επομένως ο περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος Κεφ.224, (στο εξής ο «Νόμος») και συγκεκριμένα το Μέρος ΙΙΑ. Το άρθρο 38ΚΣΤ προνοεί τα ακόλουθα ως προς τις αρμοδιότητες της διαχειριστικής επιτροπής: «38ΚΣΤ.-
(1)Η Διαχειριστική Επιτροπή θα ενεργεί από μέρους και για λογαριασμό των κυρίων των μονάδων, θα είναι υπεύθυνη για την επιβολή των Κανονισμών, θα έχει τις εξουσίες και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται από ή δυνάμει του Μέρους αυτού ή των Κανονισμών και θα ασκεί τις εξουσίες και θα εκτελεί τα καθήκοντα που καθορίζονται από ή δυνάμει αυτών.
(2)Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα του εδαφίου
(1), η Διαχειριστική Επιτροπή μπορεί- (α) Να ενάγει και ενάγεται σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά την κοινόκτητη ιδιοκτησία ή την κοινόκτητη οικοδομή. (β) να ενάγει για και σε σχέση με οποιεσδήποτε ζημιές ή βλάβες που προκλήθηκαν στην κοινόκτητη ιδιοκτησία από οποιοδήποτε πρόσωπο, ανεξάρτητα από το αν το πρόσωπο αυτό είναι κύριος μονάδας ή όχι. (γ) να συνάπτει συμβάσεις σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά τη συντήρηση και διαχείριση της κοινόκτητης οικοδομής. (δ) να ενάγει και ενάγεται σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου αυτού ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού.» Ευρήματα Το κτηριακό συγκρότημα το οποίο βρίσκεται στην οδό Αγίου Φωτίου στην Κάτω Πάφο και είναι γνωστό με την ονομασία "Diana 39" αποτελεί κοινόκτητη οικοδομή, αποτελούμενη από 17 συνολικά μονάδες και είναι εγγεγραμμένη ως τέτοια από τις 23.06.
  1. Η Ενάγουσα είναι η διαχειριστική επιτροπή του προαναφερόμενου συγκροτήματος, η οποία συστάθηκε με απόφαση της πλειοψηφίας των ιδιοκτητών των μονάδων του συγκροτήματος στην πρώτη γενική συνέλευση της 25.7.
  2. Συγκεκριμένα την πιο πάνω απόφαση, η οποία περιέλαβε τη μορφή συμφωνίας, την υπέγραψαν οι ιδιοκτήτες των 16 εκ των 17 μονάδων του συγκροτήματος. Η Ενάγουσα είναι συνεπώς εκ του Νόμου υπεύθυνη για τη συντήρηση και διαχείριση των κοινόχρηστων χώρων του συγκροτήματος που αποτελούνται, μεταξύ άλλων, από σκάλες, διαδρόμους, κολυμβητική δεξαμενή και κήπους και καθ' όλη την επίδικη περίοδο διαχειριζόταν και συντηρούσε την κοινόκτητη οικοδομή. Η Εναγόμενη 2 είναι από τις 26.06.07 η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος με αρ. 3 το οποίο βρίσκεται στο ισόγειο του συγκροτήματος. Οι κύριοι των μονάδων του συγκροτήματος, περιλαμβανομένης και της Εναγόμενης 2, έχουν υποχρέωση συνεισφοράς στις αναγκαίες δαπάνες για την ασφάλιση, συντήρηση, επιδιόρθωση, αποκατάσταση και την εν γένει διαχείριση του συγκροτήματος. Η Ενάγουσα κατά την πρώτη γενική συνέλευση στις 25.7.2006 αποφάσισε όπως τα κοινόχρηστα έξοδα για την περίοδο 1.5.2006 - 30.4.2007 θα ανέρχονται στο ποσό Λ.Κ350,00 για την κάθε μονάδα. Ο ίδιος τρόπος χρέωσης των κοινοχρήστων ακολουθήθηκε και για την υπόλοιπη επίδικη περίοδο, δηλαδή ότι θα χρεώνεται ένα σταθερό ποσό για όλες τις μονάδες του συγκροτήματος για κάθε έτος. Προς τον σκοπό εκτέλεσης των καθηκόντων της Ενάγουσας, η τελευταία διατηρούσε στην τράπεζα USB Bank τραπεζικό λογαριασμό με αρ. 146-8-0002818-
  3. Η Εναγόμενη 2, δια της μητέρας της, κατέβαλε ως κοινόχρηστα κατά την επίδικη περίοδο το συνολικό ποσό των €1.995,95 το οποίο κατατέθηκε στον προαναφερόμενο λογαριασμό της Ενάγουσας. Πέραν των προαναφερόμενων πληρωμών στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας, η Εναγόμενη 2 δια της μητέρας της κατέβαλε στην Ενάγουσα στις 11.10.2011 το ποσό των €330,00 ως πληρωμή για τη σύνδεση με το Σ.Α.ΠΑ. Η Εναγόμενη 2 με επιστολές της Ενάγουσας ημερ. 30.3.2009, 1.10.2009, 4.7.2009 και 28.1.2010, οι οποίες απευθύνονταν στη μητέρα της, κλήθηκε όπως καταβάλει οφειλόμενα κοινόχρηστα. Η Εναγόμενη 2 απευθύνθηκε στο δικηγορικό γραφείο της κας Σ. Σωκράτους, η οποία απέστειλε για λογαριασμό της στις 29.3.2010 σχετική επιστολή προς το δικηγορικό γραφείο της Ενάγουσας ζητώντας, μεταξύ άλλων, αναλυτική κατάσταση των εσόδων και εξόδων του συγκροτήματος. Το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα απέστειλε ακολούθως στις 10.5.2010 επιστολή απευθυνόμενη στους Εναγόμενους 1 και 2 σε σχέση με την οποία υπήρξε απάντηση από μέρους της δικηγόρου της Εναγόμενης 2 στις 11.8.
  4. Τέλος, αποτελεί εύρημα μου ότι στην κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε η Ενάγουσα καθ' όλη την επίδικη περίοδο υπήρχε πιστωτικό υπόλοιπο. Συμπεράσματα Η υπεράσπιση της Εναγόμενης 2 κινήθηκε σε τρείς βασικούς άξονες. Ο πρώτος ήταν ότι η Ενάγουσα είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και/ή δεν συστάθηκε νόμιμα ως διαχειριστική επιτροπή. Ο δεύτερος συνίσταται στον ισχυρισμό ότι ουδέποτε έλαβε πρόσκληση για την κατάρτιση διαχειριστικής επιτροπής, καθώς επίσης και καταστάσεις με τα έξοδα του συγκροτήματος, αλλά και αναλυτικές καταστάσεις των τραπεζικών λογαριασμών που διατηρεί η Ενάγουσα. Τέλος, ο τρίτος άξονας αφορά την αμφισβήτηση του τρόπου και του ύψους χρέωσης των κοινοχρήστων. Ξεκινώντας από το πρώτο ζήτημα, το οποίο εγείρεται υπό μορφή προδικαστικής ένστασης στο δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, θα πρέπει καταρχήν να σημειωθεί ότι αποτελεί κοινό τόπο ότι το συγκρότημα με την επωνυμία "Diana 39" αποτελεί κοινόκτητη οικοδομή (βλ. Τεκμήρια 2, 12 και 17 και τη μαρτυρία του ΜΕ6). Το άρθρο 38ΚΒ του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «38ΚΒ. Κάθε κοινόκτητη οικοδομή πρέπει να έχει Διαχειριστική Επιτροπή για τη ρύθμιση και διαχείριση των υποθέσεων της. Η Διαχειριστική Επιτροπή συνίσταται και ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους αυτού και των Κανονισμών.» Οι διαχειριστικές επιτροπές των κοινόκτητων οικοδομών αποτελούν επομένως εκ του νόμου συγκροτημένο σώμα. Η δε εκ του νόμου συγκρότηση των διαχειριστικών επιτροπών αποτελεί αφ' εαυτής στοιχείο νομιμοποιητικό της Ενάγουσας. Στην υπόθεση Χριστίνα Ταλιάνου ν. Διαχειριστική Επιτροπή Belmar Complex
(2002)1 A.A.Δ. 102, λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Ανάμεσα στις εξουσίες της Διαχειριστικής Επιτροπής είναι, σύμφωνα με το άρθρο 38ΚΗ
(1)(δ) του νόμου, η ανάκτηση με αγωγή από κύριο μονάδας οποιουδήποτε ποσού χρημάτων που δαπανήθηκε σε σχέση με τις κοινόκτητες οικοδομές. ενώ με βάση το άρθρο 38ΚΣΤ
(1)"η Διαχειριστική Επιτροπή θα ενεργεί από μέρους και για λογαριασμό των κυρίων ... ... ... ..". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο ΚΣΤ
(2), η Διαχειριστική Επιτροπή μπορεί να ενάγει και να ενάγεται σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα αφορά την κοινόκτητη οικοδομή και να ενάγει σε σχέση με ζημιές ή βλάβες που προκλήθηκαν στην οικοδομή, να συνάπτει συμβάσεις και να ενάγει και ενάγεται σε σχέση με ζητήματα που αφορούν την εφαρμογή του νόμου και των κανονισμών. Προκύπτει από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις ότι ο νομοθέτης θέλησε να προσδώσει στις προβλεπόμενες από το νόμο Διαχειριστικές Επιτροπές νομική υπόσταση και δικαιοπρακτική ικανότητα. Προκύπτει επίσης ότι οι Διαχειριστικές αυτές Επιτροπές έχουν δικαίωμα να εμφανίζονται στο Δικαστήριο ως διάδικοι, να ενάγουν και να ενάγονται. Η ανησυχία της εφεσείουσας ότι θα αποτελούσε έκπληξη για τους ιδιοκτήτες των μονάδων των κοινόκτητων οικοδομών να πληροφορηθούν ότι ο διαχειριστής τους δεν είναι το πρόσωπο που διόρισαν αλλά κάποιο πλασματικό πρόσωπο χωρίς κανένα αντίκρισμα είναι ανεδαφική γιατί οι συγκεκριμένες διαχειριστικές επιτροπές, ενεργούν, σύμφωνα με το νόμο, από μέρους και για λογαριασμό των κυρίων των μονάδων κλπ. Επομένως, τα πρόσωπα που αποτελούν μια τέτοια Διαχειριστική Επιτροπή δεν εμφανίζονται προς τα έξω υπό την προσωπική τους ιδιότητα ούτε ενάγουν ή ενάγονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Για τους σκοπούς του νόμου, τα πρόσωπα που αποτελούν τη Διαχειριστική Επιτροπή, αποτελούν ένα εκ του νόμου συγκροτημένο σώμα το οποίο εύλογα μπορεί να ονομάζεται Διαχειριστική Επιτροπή με την προσθήκη κάποιου άλλου διακριτικού ονόματος ή χαρακτηριστικού για σκοπούς προσδιορισμού ή διάκρισης από άλλες παρόμοιες Διαχειριστικές Επιτροπές. Στην προκείμενη περίπτωση που οι εφεσίβλητοι, "Διαχειριστική Επιτροπή Belmar Complex" συνιστούν πράγματι εκ του νόμου συγκροτημένο σώμα και νομιμοποιούνται ως ενάγοντες στην αγωγή εναντίον της εφεσείουσας.». Επιπρόσθετα, η αμφισβήτηση της ύπαρξης της Ενάγουσας θα έπρεπε προωθηθεί από την Εναγόμενη 2 προδικαστικά και όχι να αφεθεί το ζήτημα προς εξέταση στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Lioufis and Co Ltd v. Μιχάλη Ανδρονίκου ν. Πανίκου Παναγίδη
(1996)1Α Α.Α.Δ. 773 ειπώθηκαν επί του προαναφερόμενου θέματος τα ακόλουθα: «Η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο.Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank ν. ComptoirD'Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (HL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575). Η Δ.27, θ.3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου.» Ο δικαστικός λόγος της Lioufis and Co Ltd v. Μιχάλη Ανδρονίκου ν. Πανίκου Παναγίδη (ανωτέρω) υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 A.Α.Δ. 990, όπου στη σελ. 995 κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το Annual Practice 1958 σελ. 574, 575 "αν ο εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης αγωγής στο όνομα του ενάγοντα πρέπει να αποταθεί για διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα στο αρχικό στάδιο, δεν μπορεί να αμφισβητεί την εξουσία με την υπεράσπιση του, ούτε μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο στη δίκη". Η πιο πάνω αρχή έχει διατυπωθεί στην Russian Commercial and Industrial Bank v.Comptoir D' Escompte de Mulhouse
(1925)A.C. 112 (HL) στην οποία λέχθηκαν τα εξής: ". I do not think that it is open to the defendants to raise this question by way of defence to the action. If the defendants desired to dispute the authority of Mr Jones to commence these proceedings in the name of the plaintiff company, their proper course was to move at an early stage of the action to have the name of the company struck out as plaintiff and so to bring the proceedings to an end.» Προχωρώ στην εξέταση του δεύτερου άξονα επί του οποίου κινήθηκε η υπεράσπιση και αφορά το παράπονο της Εναγόμενης 2 ότι ουδέποτε προσκλήθηκε ουσιαστικά σε γενική συνέλευση και ουδέποτε έλαβε γνώση των καταστάσεων εσόδων και εξόδων του συγκροτήματος, αλλά και των καταστάσεων των τραπεζικών λογαριασμών που διατηρεί η Ενάγουσα. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να επισημάνω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, οι κύριοι των μονάδων του συγκροτήματος δεν συνέταξαν και δεν έχουν εγγράψει οποιουσδήποτε κανονισμούς. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 38ΚΑ του Νόμου εφαρμογή έχουν οι Πρότυποι Κανονισμοί που εκτίθενται στο Παράρτημα του Νόμου. Σύμφωνα με τον κανονισμό 15 κάθε γενική συνέλευση (μετά την πρώτη γενική συνέλευση) θα συγκαλείται μία φορά τον χρόνο, ενώ ο κανονισμός 18 προβλέπει τα ακόλουθα ως προς τον τρόπο σύγκλησης γενικής συνέλευσης: «18-(α) Για κάθε γενική συνέλευση πρέπει να δίνεται επτά ημερών ειδοποίηση που να καθορίζει τον τόπο, την ημερομηνία και την ώρα της συνέλευσης και, σε περίπτωση αδικών εργασιών, τη φύση κάθε εργασίας. Τυχαία παράλειψη να δοθεί η ειδοποίηση αυτή σε οποιοδήποτε κύριο ή η μη λήψη της από οποιοδήποτε κύριο δεν καθιστά άκυρη οποιαδήποτε διαδικασία σε τέτοια συνέλευση. (β) Ειδοποίηση που αναρτάται σε περίοπτη θέση στην κοινόκτητη οικοδομή θεωρείται ότι δόθηκε σε κάθε κύριο μονάδας μια ημέρα μετά την ανάρτηση της.» Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ2 κατά τον επίδικο για την παρούσα αγωγή χρόνο γινόταν σύγκληση της γενικής συνέλευσης κάθε χρόνο. Πέραν τούτου ωστόσο η Ενάγουσα δεν προσέφερε μαρτυρία σε σχέση με τις εργασίες των γενικών συνελεύσεων και τις αποφάσεις που λαμβάνονταν σε αυτές. Όπως ήδη αναφέρθηκε ο υπολογισμός των κοινοχρήστων δεν γινόταν ανά μήνα στη βάση των εξόδων που προέκυπταν, αλλά γινόταν προϋπολογισμός τους για κάθε χρόνο με την κάθε μονάδα να επιβαρύνεται ένα συγκεκριμένο ποσό. Η μόνη σχετική απόφαση επί του εν λόγω ζητήματος είναι αυτή που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 3 που αφορούσε τη χρέωση ποσού Λ.Κ.350,00 για την περίοδο 01.05.06 - 30.04.
  1. Σύμφωνα με τον ΜΕ2 το ποσό αυτό για τις επόμενες περιόδους αυξήθηκε αρχικά σε Λ.Κ.360,00 για την περίοδο 01.09.07 - 31.08.07 και από 01.09.08 και για την υπόλοιπη επίδικη περίοδο καθορίστηκε σε €624,
  2. Δεν τέθηκε όμως ενώπιον μου οποιαδήποτε σχετική απόφαση για αύξηση της συνεισφοράς των κυρίων των μονάδων, ούτε και τα δεδομένα στη βάση των οποίων αποφασίσθηκε η συγκεκριμένη αύξηση. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τις καταστάσεις του τραπεζικού λογαριασμού της Ενάγουσας (Τεκμήριο 16), ο τελευταίος σε όλη την επίδικη περίοδο παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο και επομένως εύλογα δημιουργείται το ερώτημα για ποιο λόγο να υπάρχει αύξηση στο ποσό των κοινοχρήστων που καλείτο να καταβάλει ο κύριος κάθε μονάδας. Το σημείο αυτό ωστόσο θα σχολιαστεί εκτενέστερα πιο κάτω κατά την ανάπτυξη του τρίτου άξονα της υπεράσπισης της Εναγόμενης
  3. Το πρόβλημα επομένως με τις γενικές συνελεύσεις δεν περιορίζεται στο κατά πόσο δίδονταν ειδοποιήσεις στην Εναγόμενη 2, καθώς το συγκεκριμένο εμπόδιο θα μπορούσε ενδεχομένως να υπερπηδηθεί, αφού στη βάση του κανονισμού 18(α) η τυχαία παράλειψη τέτοιας ειδοποίησης δεν επιφέρει ακυρότητα των διαδικασιών που έλαβαν χώρα στις γενικές συνελεύσεις. Το πρόβλημα όμως είναι ευρύτερο και αφορά αυτές καθ' αυτές τις γενικές συνελεύσεις. Όπως ήδη αναφέρθηκε, πέραν της πρώτης γενικής συνέλευσης η οποία καταμαρτυρείται στη συμφωνία διαχείρισης - Τεκμήριο 3 και της γενικής συνέλευσης ημερομηνίας 29.09.10 - Τεκμήριο 1, δεν υπάρχει η παραμικρή μαρτυρία σε σχέση με τις υπόλοιπες γενικές συνελεύσεις και τις αποφάσεις που λήφθηκαν σε αυτές. Ειδικότερα στο Τεκμήριο 1 σημειώνω ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο ποσό και τον τρόπο κατανομής των κοινοχρήστων και στον προϋπολογισμό τους για την επόμενη χρονιά ή κατά πόσο υπήρξε πλεόνασμα από τα ποσά που εισπράχθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Δεν παραβλέπω ότι ο ΜΕ2 κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε τα Τεκμήριο 10 - 10
(5), τα οποία χαρακτήρισε ως πρακτικά των γενικών συνελεύσεων για τα έτη 2006 - 2011 και τις αναλυτικές καταστάσεις εξόδων των εν λόγω ετών. Προσεκτική παρατήρηση ωστόσο των εν λόγω Τεκμηρίων αποκαλύπτει ότι δεν πρόκειται για πρακτικά γενικών συνελεύσεων. Καταρχάς πρακτικά υπάρχουν μόνο για τις περιόδους 01.09.06 - 31.08.07, 01.09.07 - 31.08.08 και 01.09.08 - 31.08.09 (Τεκμήρια 10 - 10
(2)). Περαιτέρω, τα εν λόγω πρακτικά τιτλοφορούνται ως "NOTES TO DIANA 39 ACCOUNTS" και δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στο περιεχόμενο τους από την οποία να συνάγεται ότι πρόκειται για πρακτικά γενικών συνελεύσεων. Δεν καταγράφεται π.χ. η ημερομηνία της συνεδρίασης ή η λήψη οποιωνδήποτε αποφάσεων παρά μόνο γίνεται σχολιασμός των καταστάσεων για το εκάστοτε έτος που αφορούν οι καταστάσεις εσόδων και εξόδων. Συνεπώς τα Τεκμήρια 10 - 10
(2)δεν αποτελούν, κατά την κρίση μου, πρακτικά γενικής συνέλευσης. Από την άλλη τα Τεκμήρια 10
(3)- 10
(5)αποτελούν απλώς καταστάσεις εσόδων - εξόδων χωρίς να συνοδεύονται από οποιαδήποτε πρακτικά. Πρόβλημα επίσης παρουσιάζεται και σε σχέση με τον τρίτο άξονα της υπεράσπισης που αφορά τον τρόπο και το ύψος χρέωσης των κοινοχρήστων. Η υπεράσπιση εστιάστηκε στο ότι η κατανομή των κοινοχρήστων δεν γινόταν σύμφωνα με το εμβαδό κάθε μονάδας, αλλά χρεωνόταν το ίδιο ποσό για όλες τις μονάδες. Το εν λόγω πρόβλημα το αναγνώρισε, έστω και κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, και η Ενάγουσα υπολογίζοντας πλέον το ποσό των κοινοχρήστων με βάση το εμβαδό του επίδικου διαμερίσματος. Παρουσιάζεται όμως το εξής ανυπέρβλητο εμπόδιο. Ο τρόπος υπολογισμού και χρέωσης των κοινοχρήστων δεν ήταν σύμφωνος με τον Νόμο, όχι μόνο γιατί δεν υπολογιζόταν στη βάση του εμβαδού της κάθε μονάδας (πρόβλημα το οποίο ως αναφέρεται πιο πάνω θα μπορούσε να ξεπεραστεί), αλλά και γιατί η χρέωση δεν περιοριζόταν στις αναγκαίες δαπάνες. Σύμφωνα με το άρθρο 38ΙΑ του Νόμου: «Οι κύριοι όλων των μονάδων θα συμμετέχουν στις δαπάνες που είναι αναγκαίες για την ασφάλιση, ή συντήρηση, επιδιόρθωση αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και για την εξασφάλιση των υπηρεσιών που καθορίζονται από το Μέρος αυτό ή από τους Κανονισμούς. Η αναλογία του μεριδίου κάθε κυρίου στις δαπάνες θα καθορίζεται από τους Κανονισμούς με βάση το εμβαδό κάθε μονάδας.» Τόσο οι καταστάσεις των Τεκμηρίων 10 - 10
(5), όσο και οι καταστάσεις του τραπεζικού λογαριασμού της Ενάγουσας (Τεκμήριο 16) αποκαλύπτουν ότι κάθε χρόνο υπήρχε πλεόνασμα από τις εισπράξεις των κοινοχρήστων, εξού και το Τεκμήριο 16 παρουσιάζει πάντοτε πιστωτικό υπόλοιπο. Επομένως η ενέργεια της Ενάγουσας να μην χρησιμοποιεί το πλεόνασμα που προέκυπτε από την είσπραξη των κοινοχρήστων για την κάλυψη των δαπανών του επόμενου έτους, αλλά να διατηρεί το εν λόγω πλεόνασμα και να συνεχίζει κανονικά την είσπραξη σταθερού ποσού κοινοχρήστων στο οποίο μάλιστα τα πρώτα δύο χρόνια της επίδικης περιόδου επιβλήθηκε και αύξηση, ξεφεύγει των προνοιών του Νόμου. Αυτό διότι εφόσον υπάρχει πλεόνασμα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για συμμετοχή σε αναγκαίες δαπάνες από τη στιγμή που το πλεόνασμα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προς πλήρη ή μερική κάλυψη των αναγκαίων δαπανών ή να οδηγήσει στην αναπροσαρμογή των κοινοχρήστων με μείωση του ποσού που αναλογεί στον κάθε κύριο. Εν προκειμένω η Ενάγουσα διατηρούσε το πλεόνασμα και εξακολουθούσε να χρεώνει το ίδιο σταθερό ποσό κοινοχρήστων δημιουργώντας κάθε χρόνο επιπρόσθετο πλεόνασμα. Επιπλέον η δημιουργία πλεονάσματος δεν εμπίπτει στις εκ του Νόμου αρμοδιότητες των διαχειριστικών επιτροπών. Κατ' εξαίρεση τέτοια υποχρέωση κυρίου μονάδας θα μπορούσε να προκύψει μόνο μετά από απόφαση της γενικής συνέλευσης και εφόσον συγκατατεθεί σε αυτήν ο κύριος της κάθε μονάδας (βλ. κανονισμό 34). Στην προκείμενη περίπτωση, δεν τέθηκε ενώπιον μου τέτοια απόφαση και σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει συγκατάθεση της Εναγόμενης
  1. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση που προβάλλει στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας, ότι δηλαδή η τελευταία καθόριζε ως κοινόχρηστα το ποσό που θεωρούσε επαρκές. Ο Νόμος επί του προκειμένου είναι ξεκάθαρος και οι δαπάνες στις οποίες καλείται να συμμετάσχει ο ιδιοκτήτης της κάθε μονάδας είναι οι αναγκαίες για τη συντήρηση και διαχείριση της κοινόκτητης οικοδομής. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι η Εναγόμενη 2 πλήρωνε κοινόχρηστα δεν απαλλάσσει την Ενάγουσα από την υποχρέωση απόδειξης των αναγκαίων δαπανών. Ενόψει της κατάληξης μου ότι ο τρόπος χρέωσης των κοινοχρήστων ήταν λανθασμένος διότι δεν περιοριζόταν μόνο στις αναγκαίες δαπάνες με απασχόλησε το ζήτημα του κατά πόσο, στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας, θα ήταν εφικτό το Δικαστήριο να προβεί σε υπολογισμούς για να διαπιστωθεί ποιες ακριβώς ήταν οι αναγκαίες δαπάνες και να καταλήξει στο ακριβές ποσό κοινοχρήστων που αναλογεί στο επίδικο διαμέρισμα. Δυστυχώς δεν μπορεί να γίνει η πιο πάνω εργασία, καθώς δεν βρίσκονται ενώπιον μου όλα τα δεδομένα. Συγκεκριμένα δεν υπάρχουν καταστάσεις εσόδων - εξόδων για την περίοδο Μαρτίου 2010 - Αυγούστου
  2. Οι καταστάσεις του Τεκμηρίου 10
(3)καλύπτουν την περίοδο μέχρι 26.02.10 και ακολούθως οι επόμενες καταστάσεις του Τεκμηρίου 10
(4)ξεκινούν από την 01.09.10. Σημειώνω επίσης ότι από τις καταστάσεις του τραπεζικού λογαριασμού (Τεκμήριο 16) προκύπτει ότι κατά τους μήνες Μάρτιο, Μάιο και Ιούνιο του 2010 υπήρξαν σημαντικές δαπάνες. Ως εκ των ανωτέρω η Ενάγουσα δεν απέδειξε στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την απαίτηση της. Στην απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ 462 λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το επίπεδο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Ανταπαίτηση Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω η Εναγόμενη 2 αξιώνει με την ανταπαίτηση της το ποσό των €2.400, το οποίο κατά τη μαρτυρία της περιορίστηκε στο ποσό των €2.285,95. Αξιώνει δηλαδή την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε ως κοινόχρηστα, καθώς και για τη σύνδεση του αποχετευτικού (βλ. δέσμη Τεκμηρίου 18). Σύμφωνα με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση η προαναφερόμενη αξίωση εδράζεται διαζευκτικά στους ισχυρισμούς ότι υπήρξε υπερχρέωση και/ή χρέωση χωρίς δικαίωμα και/ή παράνομη κατανομή του ποσού η οποία δεν έγινε με βάση το εμβαδό της κάθε μονάδας. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης 2 στην αγόρευση της δεν κάνει ιδιαίτερη μνεία στην απόδειξη της ανταπαίτησης, περιοριζόμενη ουσιαστικά στην εισήγηση ότι θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση υπέρ της Εναγόμενης 2 εφόσον απορριφθεί η απαίτηση της Ενάγουσας. Με κάθε σεβασμό θεωρώ ότι η εν λόγω εισήγηση είναι αβάσιμη. Καταρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι το βάρος απόδειξης της ανταπαίτησης το φέρει η Εναγόμενη 2, στα πλαίσια ασφαλώς του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η μαρτυρία ωστόσο της τελευταίας, καθώς και η μαρτυρία της ΜΥ1 για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω απορρίφθηκαν. Συνεπώς ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύονται υπερχρεώσεις από μέρους της Ενάγουσας και το ύψος των ισχυριζόμενων υπερχρεώσεων. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ακόμα και στην περίπτωση που η μαρτυρία των προαναφερόμενων γινόταν αποδεκτή το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο αφού δεν τέθηκε ίχνος μαρτυρίας που να υποστηρίζει την ισχυριζόμενη ζημιά και το ύψος της. Δεν μπορεί ισοπεδωτικά η Εναγόμενη 2 να αξιώνει το συνολικό ποσό που κατέβαλε στην Ενάγουσα ως κοινόχρηστα, ειδικά από τη στιγμή που από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι γινόταν διαχείριση του συγκροτήματος κατά την επίδικη περίοδο και συνεπώς δαπανούνταν ποσά για τη συντήρηση και διαχείριση της κοινόκτητης οικοδομής στα οποία η Εναγόμενη 2 ως ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος όφειλε να συνεισφέρει. Το εύρημα του Δικαστηρίου περί ύπαρξης πιστωτικού υπολοίπου καθ' όλη την επίδικη περίοδο και η παραδοχή της Ενάγουσας ότι χρέωνε λανθασμένα χωρίς να λαμβάνει υπόψη το εμβαδό της κάθε μονάδας δεν τεκμηριώνει χωρίς άλλο την αξίωση της Εναγόμενης 2 για επιστροφή του ποσού που πλήρωσε. Επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου κατά τον επίδικο χρόνο γινόταν διαχείριση του συγκροτήματος και σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ2 και τα Τεκμήρια 10 - 10
(5)υπήρχαν δαπάνες για τη διαχείριση του. Από την άλλη δεν υπήρξε ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με τις μη αναγκαίες δαπάνες και επομένως δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο για να μπορέσει το τελευταίο να ελέγξει κατά πόσο οι πληρωμές που έγιναν εκ μέρους της Εναγόμενης 2, υπολογιζόμενες με βάση το εμβαδό του διαμερίσματος της, υπερβαίνουν τις αναγκαίες δαπάνες. Το γεγονός ότι κάθε χρόνο παρουσιαζόταν πιστωτικό υπόλοιπο στις καταστάσεις - Τεκμήρια 10 - 10
(5)δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να επενεργήσει προς όφελος της Εναγόμενης 2, διότι αφενός η τελευταία αποφάσισε να καταβάλλει χαμηλότερο ποσό από τους υπόλοιπους κυρίους των μονάδων και αφετέρου από τις 21.07.10 δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για κοινόχρηστα (υπενθυμίζω ότι η πληρωμή των €330,00 που έλαβε χώρα στις 11.10.11 δεν αφορούσε τα κοινόχρηστα, αλλά το αποχετευτικό). Όσον αφορά το δικαίωμα της Ενάγουσας να χρεώνει και να εισπράττει κοινόχρηστα είναι δεδομένο βάσει των προνοιών του Νόμου (βλ. άρθρο 38ΚΗ (β) και (γ)του Νόμου). Δεδομένη επίσης είναι και η υποχρέωση των ιδιοκτητών να συνεισφέρουν στις αναγκαίες δαπάνες για τη διαχείριση των κοινόχρηστων χώρων (βλ. άρθρο 38ΙΑ του Νόμου). Το γεγονός αυτό άλλωστε το παραδέχθηκαν τόσο η Εναγόμενη 2, όσο και η ΜΥ1 και προφανώς για αυτόν τον λόγο πληρώθηκε και το ποσό των €2.285,95. Κατά συνέπεια, για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω η ανταπαίτηση της Εναγόμενης 2 δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω τόσο η απαίτηση της Ενάγουσας, όσο και η ανταπαίτηση της Εναγόμενης 2 απορρίπτονται. Ενόψει δε της συνεκδίκασης τους δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................ Μ. Αγιομαμίτης, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: Κοινόχρηστα

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.