ΑΛΦΡΕΔΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ (ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ) ΛΤΔ ν. ΑΛΦΡΕΔΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1609/2016, 26/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1609/2016 Μεταξύ: ΑΛΦΡΕΔΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ (ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ) ΛΤΔ, από την Πάφο Ενάγουσας και ΑΛΦΡΕΔΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, από την Πάφο Εναγόμενης Αίτηση ημερομηνίας 19.07.16 για έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 26.05.17 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κος Μ. Ηλία για κ.κ. Ηλία & Ηλία Δ.Ε.Π.Ε. (η κα Α. Χριστοδούλου για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: κος Ν. Φακοντής για κ.κ. Ι. Παπαζαχαρία Δ.Ε.Π.Ε. (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την καταχώρηση της πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής στις 11.11.16 υπό τη μορφή ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, μέσα από την οποίαν η Ενάγουσα (στο εξής η 'Αιτήτρια') αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης (στο εξής η 'Καθ' ης η αίτηση') ειδικές, γενικές, τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις καθώς επίσης διάφορα απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα στη βάση ισχυριζόμενης παράβασης σύμβασης και παράνομης συμπεριφοράς από μέρους της Καθ' ης η αίτησης, η Αιτήτρια προώθησε αυθημερόν μονομερή αίτηση, το περιεχόμενο των αιτητικών της οποίας θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια πιο κάτω: «1. Προσωρινό και/ή ενδιάμεσο διάταγμα, το οποίο ν' απαγορεύει στην Καθ' ης η αίτηση, στους αξιωματούχους, στους αντιπροσώπους, στους υπαλλήλους, στους υπηρέτες και γενικά στους με οποιοδήποτε τρόπο εντολείς ή εκπροσώπους αυτής, να προμηθευτούν το κατάστημα, που βρίσκεται στη Λεωφόρο Μεσόγης αρ. 18, στην Πάφο, το οποίο φαίνεται, ν' ανήκει στην εταιρεία Κ. Καρμιώτης Ζωοθρεπτική Λτδ, από τη μέρα της επίδοσης του διατάγματος σ' αυτήν, με τα προϊόντα και/ή εμπορεύματα που αυτή εισάγει, παράγει, ή παρασκευάζει, και να τα διαθέτουν προς πώληση στο κοινό. 2. Προσωρινό και/ή ενδιάμεσο διάταγμα, το οποίο να διατάσσει την Καθ' ης η αίτηση, τους αξιωματούχους τους αντιπροσώπους, τους υπαλλήλους, τους υπηρέτες και γενικά τους με οποιοδήποτε τρόπο εντολείς ή εκπροσώπους αυτής, ν' αποσύρουν και/ή απομακρύνουν μέσα σε περίοδο πέντε
(5)ημερών από την μέρα της επίδοσης του διατάγματος σ' αυτήν ή μέσα σε άλλη χρονικήν περίοδο την οποία το Δικαστήριο ήθελεν κρίνει δίκαιην και εύλογη κάτω από τις περιστάσεις, όλα τα προϊόντα ή εμπορεύματα τους που βρίσκονται μέσα στο κατάστημα που περιγράφεται στην παράγραφο 1 πιο πάνω.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο ν' απαγορεύει στην Εναγόμενη, στους αξιωματούχους, στους αντιπροσώπους, στους υπαλλήλους, στους υπηρέτες και γενικά στους με οποιοδήποτε τρόπο εντολείς ή εκπροσώπους αυτής, να λειτουργούν με οποιοδήποτε τρόπο, το κατάστημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πιο πάνω.
- Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπείαν την οποίαν το Δικαστήριο ήθελεν κρίνει δίκαιην και ορθήν κάτω από τις περιστάσεις.
- Τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον 19% ΦΠΑ πάνω σ' αυτά.» Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στα άρθρα 4, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-3, 7 και 9 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία, στην πρακτική, τη σύμφυτη εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Αιτήτρια δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων απαγορευτικής και προστακτικής φύσεως διαταγμάτων περιέχονται σε ένορκη δήλωση ημερομηνίας 11.11.16 του διευθυντή και γραμματέα της, Σωτήρη Αλφρέδου, στην οποία επισυνάπτονται δώδεκα έγγραφα ως τεκμήρια. Συνοπτικά αυτό που καταγράφεται είναι ότι η Αιτήτρια είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με τη νομοθεσία και ασχολείται με την εισαγωγή, πώληση και διάθεση διαφόρων τροφών για ζώα και πτηνά. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι στις 14.06.01 και 25.06.01 συνομολογήθηκαν συμφωνίες μεταξύ της ιδίας και της Καθ' ης η αίτησης που ρύθμιζαν τον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων τους κατά τρόπο τέτοιο ώστε οι δραστηριότητες της μίας να μην επηρεάζει της δραστηριότητες της άλλης (Τεκμήρια 3 και 4). Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών της Αιτήτριας, η ενέργεια του διευθυντή και κυρίως μετόχου της Καθ' ης η αίτησης να αγοράσει από άλλη εταιρεία κατάστημα πώλησης ζωοτροφών που λειτουργεί στη λεωφόρο Μεσόγης αρ.18 στην Πάφο και να το διαχειρίζεται μέσω ξεχωριστής εταιρείας που συστήθηκε και εγγράφηκε στον Έφορο Εταιρειών με την επωνυμία 'Κ. Καρμιώτης Ζωοθρεπτική Λτδ', αποτελεί παράβαση των πιο πάνω συμφωνιών. Ο ενόρκως δηλών της Αιτήτριας ισχυρίζεται ότι με την αγορά και λειτουργία του επίμαχου καταστήματος σε απόσταση 2,5 χιλιομέτρων από το υφιστάμενο κατάστημα της Αιτήτριας στη λεωφόρο Μεσόγης αρ.113 καταστρατηγούνται οι πρόνοιες των προαναφερόμενων συμφωνιών. Παράλληλα τίθεται ισχυρισμός για αθέμιτο ανταγωνισμό εις βάρος της Αιτήτριας. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών της Αιτήτριας, αυτά τα δεδομένα προκαλούν έξοδα και ζημιές στην Αιτήτρια καθότι παρατηρείται μείωση του κύκλου εργασιών της. Ενδεικτικά αναφέρεται ζημιά €6.000 μηνιαίως λόγω μέσω όρου μείωσης πωλήσεων και συνολικά ζημιές ύψους €24.000 από 01.07.16 μέχρι 31.10.
- Όπως ο ενόρκως δηλών της Αιτήτριας αναφέρει, εκτός εάν εμποδιστεί με τα αιτούμενα διατάγματα η Καθ' ης η αίτηση θα συνεχίσει να παραβιάζει τις συμφωνίες με ανυπολόγιστες και καταστροφικές συνέπειες για την Αιτήτρια. Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου η υπό κρίση αίτηση επιδόθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση, η οποία στις 19.12.16 αντέδρασε με την καταχώρηση ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης επί των λόγων που διατυπώνονται στο σώμα της, οι οποίοι, αφού ομαδοποιηθούν ανάλογα με το στοιχείο που πραγματεύονται, είναι οι εξής:
(1)Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και αστήρικτη χωρίς να έχει έρεισμα στο νόμο, τους διαδικαστικούς κανονισμούς, τη νομολογία και τη δικαστηριακή πρακτική.
(2)Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι γενική και αόριστη και/ή δεν αποκαλύπτονται οι πηγές πληροφόρησης του ενόρκως δηλούντος.
(3)Η Αιτήτρια δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) επειδή έχει προβεί σε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή εγγράφων που διέπουν την παρούσα υπόθεση.
(4)Το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν δικαιολογείται.
(5)Τα αιτούμενα διατάγματα αποτελούν τελικές θεραπείες που αξιώνονται στην έκθεση απαίτησης και δεν μπορούν να χορηγηθούν με βάση τη νομολογία.
(6)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
(7)Η αίτηση είναι επιπόλαια και/ή ενοχλητική (frivolous and vexatious) και/ή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of process).
(8)Η αίτηση υποβάλλεται εκδικητικά και για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στη Διαταγή 39, στη Διαταγή 48 Κανονισμούς 1-4, 7-9 και 11 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 2, 4, 5, 6, 7 και 9 του του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στα άρθρα 2, 27 και 29 του Περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149), στα άρθρα 23, 25, 26 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις γενικές εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 19.12.16 του διευθυντή και κύριου μετόχου της Καθ' ης η αίτησης, Ανδρέα Αλφρέδου, στην οποία περιέχονται γεγονότα και επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως πέντε τεκμήρια που κατά τη γνώμη του τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν την απόρριψη της αίτησης. Συνοψίζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση μπορεί να λεχθεί ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που συστάθηκε την 21.10.82 με έδρα την Πάφο και δραστηριοποιείται παγκυπρίως με την εισαγωγή, αγορά, παρασκευή, πώληση και διάθεση ζωοτροφών αλλά και με άλλα συναφή είδη. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών της ένστασης, στις 14.06.01 διεξήχθη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της Καθ' ης η αίτησης στην οποίαν λήφθηκαν διάφορες αποφάσεις, μεταξύ των οποίων, ήταν η απόκτηση του 100% μετοχικού κεφαλαίου της Αιτήτριας, η οποία τότε ήταν θυγατρική της Καθ' ης η αίτησης, από τον ενόρκως δηλών της Αιτήτριας έναντι του ποσού των €28.000, η μεταβίβαση των καταστημάτων στα οποία στεγάζεται η Αιτήτρια και διεξάγει εργασίες εις την ίδια ή σε πρόσωπο που θα υποδείξει ο ενόρκως δηλών της αίτησης καθώς και χάραξη βασικών και ουσιωδών προνοιών που αφορούσαν τις δοσοληψίες των δύο εταιρειών. Σύμφωνα ακόμη με τον ενόρκως δηλών της ένστασης, στις 25.06.01 πραγματοποιήθηκε έκτακτη γενική συνέλευση των διοικητικών συμβουλίων των δύο εταιρειών στην οποία ουσιαστικά εγκρίθηκαν τα πρακτικά της συνεδρίασης ημερομηνίας 14.06.01. Σε σχέση με το επίμαχο κατάστημα που σήμερα στεγάζεται η εταιρεία 'Κ. Καρμιώτης Ζωοθρεπτική Λτδ', ο ενόρκως δηλών της ένστασης αναφέρει ότι μετά από παρακλήσεις και προτροπές του ενόρκως δηλών της αίτησης το σχέδιο ήταν ότι το εν λόγω υποστατικό θα αγοραζόταν από τον ίδιο και στη συνέχεια να πωληθεί στην Αιτήτρια, πλην όμως τελικά ο αδελφός του υποχώρησε επειδή θεώρησε ότι ο κύκλος εργασιών του επίμαχου καταστήματος είχε κυλήσει σε χαμηλό επίπεδο τέτοιο που δεν άξιζε να πληρώσει το ποσό των €30.000 ως εμπορική εύνοια της επιχείρησης. Έτσι η Καθ' ης η αίτηση αγόρασε το επίμαχο κατάστημα έναντι του ποσού των €75.000 και ακολούθως, αφού πρώτα είχε υπαναχωρήσει η Αιτήτρια, το πώλησε στην εταιρεία που συστάθηκε έναντι του ιδίου τιμήματος που το είχε αγοράσει. Προς επίρρωση της θέση του ο ενόρκως δηλών της ένστασης παρέπεμψε στην παράγραφο (ζ) της επιστολής ημερομηνίας 27.06.16 (Τεκμήριο 5 στην αίτηση). Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων είναι καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν χρειάζεται να επαναδιατυπωθεί καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Στρέφομαι ευθύς να εξετάσω την παρούσα αίτηση υπό το φως των λόγων ένστασης. Με τον πρώτο λόγο ένστασης η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και αστήρικτη χωρίς να έχει έρεισμα στο νόμο, τους διαδικαστικούς κανονισμούς, τη νομολογία και τη δικαστηριακή πρακτική. Το αν η παρούσα αίτηση στηρίζεται σε μαρτυρικό υλικό που την καθιστά βάσιμη επί της ουσίας της είναι ζήτημα που θα κριθεί κατά την ανάλυση των κριτηρίων και προϋποθέσεων που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου προκειμένου να αποφασίσει αν θα ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του υπέρ ή εναντίον της έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Επ' αυτού υπάρχει ξεχωριστός και συνάμα εξειδικευμένος για το ζήτημα αυτό λόγος ένστασης (πέμπτος λόγος) που θα εξεταστεί στη συνέχεια. Σε ότι αφορά τη θέση ότι η υπό κρίση αίτηση δεν έχει νομικό έρεισμα, δεν παρέχεται εξήγηση, με συγκεκριμένη αναφορά μέσα από τους διαδικαστικούς θεσμούς πολιτικής δικονομίας, νομολογία και νομοθεσία, που αυτή νομικά πάσχει. Ούτε και μέσα από την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτησης σχολιάζει τους λόγους που πιστεύει ότι η υπό κρίση αίτηση νομικά μειονεκτεί καθιστώντας έτσι από την αρχή νομικά αδύνατο την καταχώρηση και/ή προώθηση της. Με βάση το δεδομένο αυτό θεωρώ ότι η πτυχή αυτή του λόγου ένστασης έχει εγκαταλειφθεί από την Καθ' ης η αίτηση. Με τον δεύτερο λόγο ένστασης η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι γενική και αόριστη και/ή δεν αποκαλύπτονται οι πηγές πληροφόρησης του ενόρκως δηλούντος. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν ασχολήθηκε καθόλου με το λόγο αυτό ένστασης. Ειδικότερα δεν εξηγεί γιατί θεωρεί την υπό κρίση αίτηση γενική και αόριστη και ούτε δικαιολογεί τη θέση της ότι δεν αποκαλύπτεται η πηγή πληροφόρησης του ενόρκως δηλούντα της παρούσας αίτησης. Ούτε το συγκεκριμένο θέμα έτυχε σχολιασμού στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Καθ' ης η αίτησης. Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη μου, θεωρώ ότι η Καθ' ης η αίτηση εγκατέλειψε την εν λόγω θέση της, η οποία απορρίπτεται λόγω μη προώθησης της. Ανεξαρτήτως όμως της πιο πάνω διαπίστωσης, παρατηρώ ότι ο ενόρκως δηλών αποκαλύπτει τις πηγές πληροφόρησης του. Ειδικότερα ο ίδιος αναφέρει ρητά ότι επειδή είναι ο διευθυντής, γραμματέας και μοναδικός μέτοχος της Αιτήτριας γνωρίζει προσωπικά όλα τα γεγονότα και λεπτομέρειες που αφορούν την υπόθεση αυτή, ενώ για τα νομικά ζητήματα δηλώνει πως έλαβε κατάλληλη νομική ενημέρωση από το δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια στην παρούσα διαδικασία. Επ' αυτού παραπέμπω στην πρώτη παράγραφο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Παράλληλα δεν θα έλεγα ότι το περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης είναι γενικό και αόριστο, όπως η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται. Μέσα από μελέτη του διαπιστώνω ότι αναφέρεται σε διάφορα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που αποτυπώνουν την εκδοχή της Αιτήτριας και προς επίρρωση των θέσεων της παραπέμπει σε διάφορα στοιχεία και έγγραφα που επισυνάπτει ως αναπόσπαστο μέρος της ένστασης. Κατά συνέπεια κρίνω ότι ο λόγος αυτός ένστασης είναι ανεδαφικός επί της ουσίας του και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με τον τρίτο λόγο ένστασης η Καθ' ης η αίτηση παραπονιέται ότι η Αιτήτρια έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα και/ή έγγραφα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και έτσι δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands). Θα πρέπει να λεχθεί ότι η πλήρης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία, αντικειμενικά κρινόμενα, μπορούν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή που καταφεύγει στην χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Δήμος Πάφου v. Βοσκού
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1168). Τούτο επειδή το Δικαστήριο στην απουσία του άλλου μέρους, εναντίον του οποίου ζητείται μονομερώς η αξιούμενη θεραπεία, προχωρεί στη λήψη απόφασης βασιζόμενο μόνο στα στοιχεία και γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Γι' αυτό, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης όπου ο Καθ' ου η αίτηση δεν λαμβάνει μέρος και δεν έχει την ευκαιρία στο στάδιο εκείνο να ακουστεί κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, η ένορκη δήλωση του Αιτητή πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά και μπορούν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αποφασίσει χωρίς παραπλάνηση και παραπληροφόρηση. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση καταχωρήθηκε δια κλήσεως. Αυτό σημαίνει ότι η υπό κρίση αίτηση επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση, η οποία από την αρχή έλαβε γνώση της αίτησης αυτής και του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει. Με αυτόν τον τρόπο η Καθ' ης η αίτηση αμέσως συμμετείχε στην παρούσα διαδικασία και προωθώντας την ένσταση της παρουσίασε τις δικές της θέσεις προτού το Δικαστήριο αποφασίσει για την τύχη της παρούσας αίτηση. Με βάση το δεδομένο αυτό δεν υφίσταται υποχρέωση αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων και δεν τίθεται ζήτημα απόκρυψης στοιχείων επειδή η Καθ' ης η αίτηση προστατεύεται από τέτοια παραπλάνηση με την παράθεση των δικών της θέσεων, γεγονότων και στοιχείων στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός ένστασης δεν ευσταθεί και συνεπώς απορρίπτεται. Με τον τέταρτο λόγο ένστασης η Καθ' ης η αίτηση παραπονιέται ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν δικαιολογείται. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι ισχύουν τα όσα έχουν αναφερθεί σχετικά με τον τρίτο λόγο ένστασης, στα οποία και παραπέμπω χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός. Με τον πέμπτο λόγο ένστασης η Καθ' ης η αίτηση παραπονιέται ότι τα αιτούμενα διατάγματα αποτελούν τελικές θεραπείες που αξιώνονται στην έκθεση απαίτησης και δεν μπορούν να χορηγηθούν με βάση τη νομολογία. Είναι γεγονός ότι τα αιτούμενα διατάγματα της υπό κρίση αίτησης είναι ακριβώς τα ίδια με τα διατάγματα που ζητούνται ως μέρος των θεραπειών στην έκθεση απαίτησης. Η νομολογία υποδεικνύει ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την εκδίκαση της αγωγής, η έγκριση του θα πρέπει να αποφεύγεται (Σταυράκης και άλλος v. Δήμος Λευκωσίας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε68/13, ημερ. 24.03.15). Τούτο λεχθέντος χωρίς να παραγνωρίζεται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραχωρήσει προσωρινά διατάγματα ταυτόσημα με της αγωγής σε κατάλληλη περίπτωση, χωρίς έτσι να αποκλείεται κατά κανόνα η χορήγηση τους (Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Abramchyk κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 ημερ. 13.01.14). Το ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης εκεί όπου η ανάγκη και η φύση το επιβάλλει. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι στην υπόθεση Ηλιάδη-Καλησπέρα κ.α. v. Ακίνητα Σ.Ζ. Ηλιάδης Λτδ
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1076 ακυρώθηκε διάταγμα επειδή στην ουσία ισοδυναμούσε με ειδική εκτέλεση. Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση παρατηρώ ότι τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δεν θα επιφέρει τον τερματισμό της εκδίκασης της αγωγής και κατ' επέκταση των διαφορών των διαδίκων. Παραμένουν οι υπόλοιπες αξιούμενες θεραπείες που αφορούν την επιδίκαση αποζημιώσεων που θα κριθούν υπό το φως εξέτασης του ισχυρισμού της Αιτήτριας για επίδειξη αντισυμβατικής συμπεριφοράς από την Καθ' ης η αίτησης και πρόκλησης ζημιών και απωλειών ως αποτέλεσμα αυτής. Ως εκ τούτου, ο έκτος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και συνεπώς απορρίπτεται. Προχωρώ με την εξέταση του έκτου λόγου ένστασης, ο οποίος άπτεται των κριτηρίων και γενικά παραμέτρων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να δικαιολογείται η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων απαγορευτικής και προστακτικής φύσεως. Είναι βασικά η θέση της Καθ' ης η αίτησης ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ενώ αντίθετα η Αιτήτρια θεωρεί ότι αυτές ικανοποιούνται. Από το νομικό καθεστώς της υπό κρίση αίτησης παρατηρώ ότι η Αιτήτρια επικαλείται ότι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δικαιολογείται στη βάση των προνοιών του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) καθώς και των διατάξεων του άρθρου 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6). Το άρθρο 32 του Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων αποτελεί το γενικό δικαιοδοτικό υπόβαθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα καλύπτοντας τόσο τα διηνεκή όσο και τα παρεμπίπτοντα. Επομένως στη βάση του άρθρου αυτού δύναται να εκδοθούν όλα τα είδη διαταγμάτων. Όταν επιζητείται διάταγμα που να δεσμεύει το ακίνητο από αποξένωση ή επιβάρυνση, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής έρεισμα στη νομική βάση αποτελεί και το άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 καλύπτει όλες τις περιπτώσεις ενώ το άρθρο 4 του Κεφ.6 εφαρμόζεται στην ειδική περίπτωση που έχει αναφερθεί αμέσως προηγουμένως στα πλαίσια έκδοσης μόνο παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Διατάγματα' των κ.κ. Γιώργου Ερωτοκρίτου & Πέτρου Αρτέμη, σελίδες 38-41 και 101-197). Στην προκειμένη περίπτωση δεν ζητείται η έκδοση διατάγματος που να δεσμεύει ακίνητο από αποξένωση ή επιβάρυνση, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Κατά συνέπεια οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ.6 δεν τυγχάνουν εδώ εφαρμογής. Επομένως έπεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι το μόνο από το οποίο πηγάζει η εξουσία που παρέχεται για εξέταση της υπό κρίση αίτησης που αφορά τη δυνατότητα έκδοσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. Ένα ενδιάμεσο απαγορευτικής φύσεως διάταγμα εκδίδεται εφόσον πληρούνται τα κριτήρια που απαιτούνται και περιέχονται στο πιο πάνω άρθρο. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλέπε Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση/δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Η τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται με την σωρευτική εκπλήρωση των πιο πάνω κριτηρίων. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Μέσα από πρόχειρη ανάγνωση του περιεχομένου του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αλλά και της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, παρατηρώ ότι η Αιτήτρια επικαλείται τη συνομολόγηση δύο συμφωνιών με την Καθ' ης η αίτηση, ήτοι αρχικά τη συμφωνία ημερομηνίας 14.06.01 και μεταγενέστερα τη συμπληρωματική συμφωνία ημερομηνίας 25.06.01, με βάση τις οποίες παρουσιάζει να έχει συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, ανάμεσα σ' άλλα, ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν θα δικαιούταν να πωλεί χοντρικά ή λιανικά σε άλλον πελάτη σε ακτίνα αρχικά 4 χιλιομέτρων και στη συνέχεια 12 χιλιομέτρων από τα καταστήματα της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια θεωρεί ότι η Καθ' ης η αίτηση παραβίασε τις μεταξύ τους συμφωνίες όταν προχώρησε στη διαχείριση και λειτουργία καταστήματος πώλησης ζωοτροφών που βρίσκεται στη λεωφόρο Μεσόγης αρ.18 στην Πάφο, το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 2,5 χιλιομέτρων από το κατάστημα της που είναι στη λεωφόρο Μεσόγης αρ.113 στην Πάφο. Επίσης η Αιτήτρια πιστεύει ότι η ενέργεια της Καθ' ης η αίτησης να προμηθεύει το κατάστημα που της αποδίδεται ότι το διαχειρίζεται και το λειτουργεί με προϊόντα που αυτή παρασκευάζει ή διαθέτει αποτελεί επιπλέον λόγο παραβίασης των μεταξύ τους συμφωνιών. Η Αιτήτρια θεωρεί την πιο πάνω συμπεριφορά της Καθ' ης η αίτησης αντισυμβατική, για την οποία εκτιμά ότι υφίσταται ζημιές, απώλειες και έξοδα υπό την έννοια ότι μειώνεται ο κύκλος εργασιών και πωλήσεων της που κατά μέσο όρο ανά μήνα αντιστοιχεί σε €6.000. Η Αιτήτρια επικαλείται ότι για την περίοδο από 01.076.16 μέχρι 31.101.6 υπέστη έξοδα, ζημιές και απώλειες ύψους €24.000. Όπως γίνεται αντιληπτό, η Αιτήτρια προωθεί την παρούσα αγωγή πάνω στη βάση παράβασης σύμβασης εξ' υπαιτιότητας της Καθ' ης η αίτησης, συνεπεία της οποίας διεκδικεί ως θεραπείες ειδικές αποζημιώσεις ύψους €24.000 μαζί με διατάγματα το περιεχόμενο των οποίων ταυτίζεται με τα αιτούμενα διατάγματα της υπό κρίση αίτησης, πλέον γενικές, τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Η Αιτήτρια θεωρεί ότι με τις πιο πάνω θεραπείες θα αποκατασταθεί η ζημιά που υπέστηκε και θα υποστεί εξαιτίας της συμπεριφοράς που αποδίδεται στην Καθ' ης η αίτηση. Είναι ακόμη προφανές ότι η αξίωση των διαταγμάτων αποσκοπεί στον εξαναγκασμό της Καθ' ης η αίτησης να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες των προαναφερόμενων συμβάσεων. Το άρθρο 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου μετά των συναφών τροποποιήσεων (Κεφ.149) παρέχει σε συμβαλλόμενο δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για απώλεια ή ζημιά που υπέστη λόγω παράβασης σύμβασης από το μέρος αυτό, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις προς αποκατάσταση της χρηματικής απώλειας (Αλπάν (Α/φοι Τάκη) Λτδ v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679 και Bettabilt Services Ltd κ.α. v. Judy Dowes, Πολ.Εφ. 11422, ημερ. 21/4/04 και Καλησπέρας v. Δρυάδη και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 867). Το δε άρθρο 76 του Κεφ.149 παρέχει το δικαίωμα έκδοσης διατάγματος για πλήρη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων εφόσον η σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης. Η σύμβαση θεωρείται δεκτική ειδικής εκτέλεσης εφόσον ισχύουν οι προϋποθέσεις που παρέχονται υπό τα σημεία (α)-(δ) του εδαφίου 1 του άρθρου 76 (Χριστοφίδη v. Κοτζιαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718), Georgiades v. Patsalides 24 C.L.R. 275, Avgousti v. Papadamou
(1968)1 C.L.R. 66, Xenopoulos v. Makrides
(1969)1 C.L.R. 488 και HjiYianni v. The Attorney General
(1970)1 C.L.R. 32). Από τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Αιτήτριας, όπως αυτοί προκύπτουν από το περιεχόμενο τόσο της έκθεσης απαίτησης όσο και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση μαζί με τα επισυνημμένα σ' αυτή έγγραφα, κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση αφού υπάρχουν σοβαρά ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέτοια νομικά ζητήματα που έχουν αποκαλυφθεί στη βάση των εγγράφων αυτών είναι κατά πόσο υπήρξε παράβαση συμφωνίας από την Καθ' ης η αίτηση, εάν η Αιτήτρια υπέστηκε και/ή συνεχίζει να υφίσταται οποιεσδήποτε ζημιές, έξοδα ή απώλειες ένεκα τυχόν παράβασης τέτοιας συμφωνίας εξ' υπαιτιότητας της Καθ' ης η αίτησης, ο υπολογισμός τυχόν τέτοιων απωλειών καθώς και κατά πόσο η Αιτήτρια δικαιούται στην έκδοση των διαφόρων απαγορευτικών κι προστακτικών διαταγμάτων που ζητεί. Αυτά τα νομικά θέματα επισημαίνουν το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης της Αιτήτριας ως ενάγουσας στην αγωγή και παράλληλα διαμορφώνουν το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου θα εκδικαστούν οι νομικές αξιώσεις της. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Στρεφόμενος στη δεύτερη προϋπόθεση, από την ενώπιον μου καταχωρημένη έκθεση απαίτησης αλλά και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση και ένσταση αντίστοιχα μαζί με τα επισυνημμένα σ' αυτές έγγραφα, φαίνεται πως το έτος 2001 οι μεταξύ των διαδίκων δοσοληψίες να είχαν ρυθμιστεί με βάση το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3 και 4. Το κατά πόσο τα εν λόγω έγγραφα αποτελούν δεσμευτικές συμφωνίες ως είναι η θέση της Αιτήτριας ή απλά έχουν τη σημασία μιας προκαταρκτικής συμφωνίας που στην πορεία εγκαταλείφθηκε από αμφότερα μέρη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομική ισχύ ως είναι η θέση της Καθ' ης η αίτησης, είναι επίδικο νομικό ζήτημα που χρειάζεται νομική επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση, με το οποίο το Δικαστήριο θα ασχοληθεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Designs Ltd
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015). Ομοίως στο θέμα της διαφορετικής ερμηνείας που τυγχάνει το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3 και 4 από έκαστο μέρος. Όπως λέχθηκε στις υποθέσεις Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Designs Ltd
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Παραμένοντας αυστηρά προσηλωμένος στην πιο πάνω αποστολή παρατηρώ από τις αναφορές του ιδίου του ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι αυτός που φαίνεται να διαχειρίζεται και να λειτουργεί το επίμαχο κατάστημα πώλησης ζωοτροφών δεν είναι η Καθ' ης η αίτηση αλλά η εταιρεία Κ. Καρμιώτης Ζωοθρεπτική Λτδ, η οποία είναι ξεχωριστή και ανεξάρτητη νομική οντότητα, χωρίς να φαίνεται ότι αυτή επηρεάζεται ή λογοδοτεί στην Καθ' ης η αίτηση. Συνεπώς από τα ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό δεν φαίνεται η Καθ' ης η αίτηση καθ' εαυτή να έχει οποιαδήποτε σχέση διαχείρισης και λειτουργίας του επίμαχου καταστήματος. Σε ότι αφορά τη θέση της Αιτήτριας ότι η Καθ' ης η αίτηση πωλεί ζωοτροφές στην εταιρεία Κ. Καρμιώτης Ζωοθρεπτική Λτδ που λειτουργεί το επίμαχο κατάστημα αυτή είναι παραδεκτή από την Καθ' ης η αίτηση. Εάν η ενέργεια αυτή συνιστά παράβαση των προνοιών των Τεκμηρίων 3 και 4 ως είναι η εκδοχή της Αιτήτριας ή κατά πόσο ισχύει η εκδοχή της Καθ' ης η αίτησης που είναι ότι δεν υφίσταται επειδή οι τιμές πώλησης είναι υψηλότερες από αυτές που πωλούνται στην Αιτήτρια είναι θέμα που θα κριθεί κριθούν μέσα από την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής όταν θα υπάρξει πλήρης πληροφόρηση στη βάση ολοκληρωμένης μαρτυρίας που θα προσαχθεί από μέρους των διαδίκων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Το Δικαστήριο δεν ασχολείται με αντικρουόμενες εκδοχές στο στάδιο αυτό (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Αυτό όμως που μπορεί να λεχθεί με βάση το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3 και 4 είναι ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν εμποδιζόταν να προβαίνει σε πωλήσεις των προϊόντων της σε καταστήματα άλλων πελατών που ήταν κοντά σε καταστήματα της Αιτήτριας. Ο περιορισμός φαίνεται να έγκειται στο να πωλεί η Καθ' ης η αίτηση χονδρικά σε καταστήματα άλλων πελατών που βρίσκονται εντός της προσδιορισμένης ακτίνας απόστασης από τα καταστήματα της Αιτήτριας. Στοιχεία που να τείνουν να καταδείξουν ότι η Καθ' ης η αίτηση πωλούσε σε χονδρικές τιμές τα προϊόντα της στο κατάστημα της εταιρείας Κ. Καρμιώτης Ζωοθρεπτικής Λτδ δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου. Συνεπώς εκ πρώτης όψεως δεν διαπιστώνω παράβαση του περιεχομένου των Τεκμηρίων 3 και 4 από την Καθ' ης η αίτηση. Αυτό κατ' επέκταση δεν μπορεί εκ πρώτης όψεως να ενισχύσει τη θέση της Αιτήτριας για πρόκληση ζημιών, εξόδων και απωλειών από την Καθ' ης η αίτηση. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, χωρίς να αξιολογείται καθ' οιονδήποτε τρόπο οι εκδοχές των διαδίκων και δίχως το Δικαστήριο να καταλήγει σε οποιαδήποτε ευρήματα και/ή συμπεράσματα αφού κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε σύγκρουση με την προαναφερόμενη νομολογία, δεν θα μπορούσε να παραγνωριστεί ακόμη και αν για σκοπούς απλά συζήτησης τα Τεκμήρια 3 και 4 εκληφθούν ως συμφωνίες που συνομολογήθηκαν μεταξύ των διαδίκων, η λογικοφανής άποψη ότι τα εν λόγω έγγραφα αποτύπωσαν την πρόθεση των διαδίκων να ρυθμίσουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες το έτος 2001 στη βάση της τότε δυνατότητας άσκησης λειτουργίας των επιχειρήσεων στον τομέα εξειδίκευσης τους, του τότε βαθμού ανάπτυξης των δραστηριοτήτων τους και των τότε επικρατούντων οικονομικών συνθηκών στην αγορά στον τομέα που δραστηριοποιούνταν. Η άποψη αυτή φαίνεται να συγκεντρώνει μεγαλύτερες πιθανότητας να βρίσκεται εγγύτερα στην πρόθεση των μερών να συνομολογήσουν τα Τεκμήρια 3 και 4 παρά η φαινομενικά στενή αντίληψη της γνώμης ότι επρόκειτο για εγκλωβισμό σε αιώνια δεσμευτικά έγγραφα που δεν θα λάμβαναν υπόψη τυχόν εξελίξεις στις οικονομικές συνθήκες της αγοράς, τη διαφοροποίηση των αναγκών επιβίωσης και/ή ανάπτυξης μιας επιχείρησης, αλλαγές δεδομένων ως προς τον τρόπο λειτουργίας και δομής των επιχειρήσεων των διαδίκων και την τάση για φιλελεύθερο πνεύμα στον ανταγωνισμό και το ελεύθερο εμπόριο. Μελέτη του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου τείνει να δείξει ότι οι διάδικοι μέσα από ενέργειες τους φαίνεται να ακολουθούν τη λογικοφανή άποψη σε σχέση με τα Τεκμήρια 3 και 4, ενδεικτικό των προθέσεων τους ως προς τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τα εν λόγω έγγραφα. Συγκεκριμένα σημειώνεται: (α) Η προσπάθεια του μοναδικού διευθυντή και μετόχου της Αιτήτριας να είναι αυτός που θα αγόραζε το επίμαχο κατάστημα προφανώς για να το διαχειρίζεται και να το λειτουργεί προς όφελος της Αιτήτριας στα πλαίσια επέκτασης της επιχείρησης (Τεκμήρια 10 και 11 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση αίτησης). (β) Η πρόθεση της Αιτήτριας για έναρξη συνεργασίας με την εταιρεία Προβίτα Λτδ που δραστηριοποιείται στον ίδιο τομέα με την Καθ' ης η αίτηση και η εκδήλωση πρόθεσης για μονομερή τερματισμό του πλαισίου ρύθμισης δοσοληψιών που είχε με την τελευταία στην προσπάθεια αποκόμισης οφέλους και εκτιμώντας ότι επρόκειτο έτσι για το συμφέρον της επιχείρησης της (Τεκμήριο 4 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της ένστασης). Επομένως στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων και στοιχείων μέσα από αντικειμενική και συνάμα προκαταρκτική θεώρηση τους θα έλεγα ότι η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής πάνω στη βάση που αυτή εδράζεται κάθε άλλο παρά ορατή φαίνεται να είναι. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι η δεύτερη προϋπόθεση δεν δικαιολογείται. Η μη ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής δεν φαίνεται να δημιουργεί συνθήκες πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ακόμη όμως και να αποδειχτεί ότι η Καθ' ης η αίτηση επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά συνεπεία της οποίας η Αιτήτρια υπέστηκε ζημιές και απώλειες, ως είναι η νομική βάση της απαίτησης της Αιτήτριας, η Καθ' ης η αίτηση κατά πάσα πιθανότητα θα κληθεί να καταβάλει αποζημιώσεις, για τις οποίες ο υπολογισμός τους δεν θα είναι δύσκολος αφού η ζημιά που τυχόν προκληθεί θα είναι συγκεκριμένης φύσεως. Αυτό καθιστά την όποια ζημιά μη ανεπανόρθωτης φύσεως και συνάμα την επιδίκαση αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία. Όσον αφορά την οικονομική δυνατότητα της Καθ' ης η αίτηση να παρέχει τέτοιες αποζημιώσεις στο βαθμό και την έκταση που τυχόν επιδικαστούν, κανένα στοιχείο ή δεδομένο έχει τεθεί ενώπιον μου που να δημιουργεί καθεστώς αμφιβολίας ως προς την φερεγγυότητα της Καθ' ης η αίτηση και την οικονομική ικανότητα της να ανταποκριθεί εάν και εφόσον κληθεί να το πράξει. Η θέση αυτή φαίνεται να ενισχύεται από την αναλυτική κατάσταση χρηματοοικονομικής θέσης της Καθ' ης η αίτησης για τα έτη 2014 και 2015 (Τεκμήρια 2 και 3 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της ένστασης). Στη βάση των πιο πάνω δεν βλέπω πως εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως εκ τούτου δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση. Παράλληλα η μη πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στην Αιτήτρια σε συνδυασμό με την αποτυχία απόδειξης αφερεγγυότητας και οικονομικής αδυναμίας της Καθ' ης η αίτησης να ικανοποιήσει χρηματικά την Αιτήτρια σε περίπτωση που εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ της με επιδίκαση αποζημιώσεων, τείνει να καταδείξει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν κλίνει υπέρ της χορήγησης των αιτουμένων διαταγμάτων αλλά συγκλίνει στην διατήρηση της υφιστάμενης κατάσταση των πραγμάτων. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 με αποτέλεσμα ο πέμπτος λόγος ένστασης να επιτυγχάνει. Η προδιαγραφόμενη κατάληξη αυτής της αίτησης καθιστά άνευ αντικειμένου την εξέταση του έβδομου και όγδοου λόγου ένστασης που αν γίνει θα έχει μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Έχοντας συνεκτιμήσει και σταθμίσει όλα τα ενώπιον μου δεδομένα και παραμέτρους στη βάση του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που έχουν προσκομιστεί και με γνώμονα το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης, κρίνω ότι η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης-Καθ' ης η αίτησης και εναντίον της Ενάγουσας-Αιτήτριας και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ..................................... Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Applications/Interim Order (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Προσωρινό Διάταγμα/Ενδιάμεση Απόφαση)