ΙΕΡΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. Ευτυχίας Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 57/2011, 10/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 57/2011 Μεταξύ: ΙΕΡΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ εκ Πάφου Εναγόντων - και - Ευτυχίας Χαραλάμπους εκ Πάφου. Εναγόμενης ------------------------- Ημερομηνία: 10 Μαΐου 2017 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Πολυδώρου Για την Εναγόμενη: Για κ. Α. Αλεξάνδρου και κ. Δ. Παυλίδης κα Κ. Μενοίκου (για να ακούσει απόφαση) ------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η
- Οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες περιπτέρου/καφετέριας η οποία βρίσκεται στον χώρο στάθμευσης της Ιεράς Μονής Αγίου Νεοφύτου στο χωρίο Τάλα της Πάφου (Τεκμήριο 2), δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 1/1/2001, παραχώρησαν άδεια χρήσης του περιπτέρου/καφετέριας μαζί με τον εξοπλισμό του αρχικά στον σύζυγο της εναγόμενης για περίοδο δύο ετών από 1/1/2001 μέχρι 31/12/2002, ενώ στην συνέχεια η άδεια χρήσης του, δυνάμει νέων συμφωνιών, παραχωρείτο στην εναγόμενη.
- Συγκεκριμένα, δυνάμει συμφωνιών ημερομηνίας 1/1/2003, 1/1/2006, 1/1/2008 και 1/1/2010 (Τεκμήριο 3) η χρήση του εν λόγω περιπτέρου/καφετέριας παραχωρείτο έναντι μηνιαίου ενοικίου στην εναγόμενη για τις περιόδους από 1/1/2003 μέχρι 31/12/2005, από 1/1/2006 μέχρι 31/12/2007, από 1/1/2008 μέχρι 31/12/2009 και από 1/1/2010 μέχρι 31/12/2010 αντίστοιχα.
- Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 15/9/2010 (Τεκμήριο 4) προς την εναγόμενη, την πληροφόρησαν ότι η τελευταία άδεια χρήσης του επίδικου υποστατικού τερματίζεται με την λήξη της και πως θα πρέπει να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, σε συνεννόηση με τους ενάγοντες, για καταγραφή του εξοπλισμού του, πληροφορώντας την επίσης, ότι θα προχωρήσουν σε ζήτηση προσφορών δια την παραχώρηση της άδειας χρήσης του.
- Η εναγόμενη ανταποκρίθηκε στην πιο πάνω επιστολή των εναγόντων, απαντώντας με επιστολή του δικηγόρου της (Τεκμήριο 4), απορρίπτοντας το περιεχόμενο της. Της πιο πάνω επικοινωνίας, ακολούθησε σειρά επιστολών μεταξύ εναγόντων και εναγομένης, δια των οποίων οι ενάγοντες επανέλαβαν την επιθυμία τους να μην προχωρήσουν σε ανανέωση της άδειας χρήσης και την καλούσαν σε συμμόρφωση. Επίσης, οι ενάγοντες, με την επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 28/12/2010 (Τεκμήριο 9), την πληροφόρησαν μεταξύ άλλων, ότι την 30/12/2010 αντιπροσωπεία των εναγόντων θα μεταβεί στον χώρο του περιπτέρου/καφετέριας για την καταγραφή του εξοπλισμού της. Επίσης, την πληροφορούσαν ότι έχουν προχωρήσει σε ανοικτές προσφορές στον τύπο και έχουν κατακυρώσει σε άλλο πρόσωπο την χρήση του και την καλούσαν όπως κατά την 31/12/2010 τους παραδώσει τα κλειδιά του υποστατικού.
- Στην πιο πάνω επιστολή των εναγόντων, η εναγόμενη απάντησε με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 30/12/2010 (Τεκμήριο 10), με την οποία μεταξύ άλλων, τους πληροφορούσε ότι δεν θα επιτρέψει σε αντιπροσωπεία τους να προβούν στην καταγραφή του εξοπλισμού και πως τέτοια πράξη τους θα συνιστούσε παράνομη επέμβαση.
- Στις 30/12/2010, αντιπροσωπεία των εναγόντων, μετέβη στον χώρο του περιπτέρου/καφετέριας για καταγραφή του εξοπλισμού του, αλλά η εναγόμενη αρνήθηκε να συμμορφωθεί και τους απαγόρευσε να προχωρήσουν στην καταγραφή του. Οι ενάγοντες, ισχυρίζονται ότι συνεπεία της πιο πάνω άρνησης της εναγόμενης, η εναγόμενη κατακρατεί παράνομα εξοπλισμό που τους ανήκει αξίας €41.606,70 με αποτέλεσμα να υφίστανται ανάλογη ζημιά. Οι ενάγοντες, οι οποίοι είχαν προβεί σε δημοσίευση στον τοπικό τύπο για την υποβολή ανοικτών προσφορών δια την ενοικίαση του περιπτέρου/καφετέριας και αφού υπήρξε ενδιαφέρον, κατακύρωσαν την προσφορά σε τρίτο πρόσωπο το οποίο θα καταβάλλει στους ενάγοντες μηνιαίο ενοίκιο €1850, ενώ η εναγόμενη δεν υπέβαλε οιανδήποτε προσφορά. Μέχρι την καταχώρηση της αγωγής, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη δεν παρέδωσε την κατοχή του περιπτέρου/καφετέριας, με αποτέλεσμα να εμποδίζονται να παραδώσουν αυτή στο τρίτο πρόσωπο που κατακύρωσαν την προσφορά, να κινδυνεύουν με αγωγές εναντίον τους, να χάνουν το αντάλλαγμα της παραχώρησης άδειας χρήσης και να υφίστανται ζημιές ύψους €1850 τον μήνα, ποσό που θα ελάμβαναν ως ενοίκιο και/ή αντάλλαγμα από την παραχώρηση της άδειας χρήσης του εις το πρόσωπο υπέρ του οποίου κατακυρώθηκε η προσφορά. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δικαιούνται σε βάρος της εναγομένης και τιμωρητικές αποζημιώσεις, δια την υπέρμετρη σκληρότητα και αυθαιρεσία που υπέδειξε με την παράνομη επέμβαση της στην περιουσία τους και τις ενέργειες τις οποίες προβαίνει για την παράνομη παραμονή της. Με την παρ. 28 της έκθεσης απαίτησης τους, οι ενάγοντες ζητούν διάφορα διατάγματα σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, ενδιάμεσα κέρδη ύψους €1850 τον μήνα από 1/1/2011 μέχρι την παράδοση της κατοχής του, την αξία του εξοπλισμού ποσού €41.606,70 καθώς και γενικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Στις 7/4/2016, κατά την έναρξη της ακρόασης της αγωγής, περιορίστηκαν οι αξιώσεις των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης στην έκδοση μόνο των πιο κάτω διαταγμάτων, ως αυτά ζητούνται με την παρ. 28 Α και Β της έκθεσης απαίτησης τους: (α) Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη και/ή οι υπάλληλοι και/ή υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποι και/ή οιονδήποτε πρόσωπο έλκει εξ αυτής δικαιώματα, δεν δικαιούνται να επεμβαίνουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στο περίπτερο/καφετέρια το οποίο βρίσκεται στο κέντρο του χώρου στάθμευσης της Ιεράς Μονής Αγίου Νεοφύτου με την ονομασία «ΠΛΑΤΑΝΟΣ» που ανεγέρθηκε εντός του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 8574 του φ/σχ. 45/27, τεμάχιο 269 του χωριού Τάλα. (β) Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη και/ή οι υπάλληλοι και/ή υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποι και/ή οιονδήποτε πρόσωπο έλκει εξ αυτής δικαιώματα, δεν έχει δικαίωμα κατοχής του περίπτερου/καφετέριας το οποίο βρίσκεται στο κέντρο του χώρου στάθμευσης της Ιεράς Μονής Αγίου Νεοφύτου με την ονομασία «ΠΛΑΤΑΝΟΣ» που ανεγέρθηκε εντός του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 8574 του φ/σχ. 45/27, τεμάχιο 269 του χωριού Τάλα. Υποστηρίζει η εναγόμενη στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της, σε απάντηση των ισχυρισμών των εναγόντων, ότι το νέο συμφωνητικό έγγραφο έγινε για περίοδο ενός έτους και όχι για δύο, όπως γινόταν τα προηγούμενα χρόνια, επειδή είχε ζητήσει μείωση του ενοικίου λόγω της οικονομικής κρίσης και είχαν συμφωνήσει με τους ενάγοντες να παραμείνει το ενοίκιο ως είχε για ένα χρόνο και μετά την λήξη της συμφωνίας θα αποφασιζόταν αν θα υπήρχε μείωση του αναλόγως της οικονομικής κρίσης. Ισχυρίζεται επίσης η εναγόμενη, ότι από την πρώτη ενοικίαση, έγινε επιπρόσθετη συμφωνία με τους ενάγοντες, ότι το επίδικο υποστατικό θα το κατείχε για όσο χρόνο η ίδια επιθυμούσε και/ή το συμφωνητικό μεταξύ τους έγγραφο θα ανανεωνόταν για όσο χρόνο επιθυμούσε η ίδια. Είναι η θέση της εναγόμενης, ότι λόγω των όσων είχαν συμφωνηθεί με τους ενάγοντες, δεν είχε καμία υποχρέωση να τους παραδώσει την κατοχή του επίδικου υποστατικού και είχε κάθε δικαίωμα να συνεχίσει την εκμετάλλευση της επιχείρησης που δημιουργούσε σε αυτό μαζί με τον σύζυγο της. Παραδέχεται η εναγόμενη ότι ανταλλάχτηκε αλληλογραφία με τους ενάγοντες, ισχυρίζεται όμως ότι οι ενάγοντες, δεν είχαν κανένα δικαίωμα να προχωρήσουν στον τερματισμό της συμφωνίας ενοικίασης του υποστατικού και/ή ότι είχαν την υποχρέωση να προχωρήσουν στην ανανέωση της, καθότι δεσμεύονταν από αυτά που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους και από προηγούμενες πράξεις και/ή δηλώσεις τους που είχαν γίνει προς την αυτή. Επίσης, ισχυρίζεται ότι, οι λόγοι που ώθησαν τους ενάγοντες να μην προχωρήσουν στην ανανέωση της συμφωνίας, τους οποίους επικαλούνται στις επιστολές τους, δεν ευσταθούν και/ή δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και ότι η πραγματικότητα είναι αυτή που αναφέρει στις δικές της επιστολές και ότι η ανάκτηση του επίδικου υποστατικού επιδιώκετο για αλλότριους σκοπούς. Σύμφωνα με την εναγόμενη, οι ενάγοντες παράνομα προχώρησαν σε ανοικτές προσφορές και στην κατακύρωση προσφοράς σε άλλο πρόσωπο ενώ δεν είχαν στην κατοχή τους το υποστατικό και γνώριζαν ότι είχαν υποχρέωση με βάση αυτά που είχαν συμφωνήσει μαζί της να ανανεώσουν περαιτέρω την μεταξύ τους συμφωνία. Σε ότι αφορά την είσοδο των εναγόντων στο υποστατικό, απαντά ότι, δεν είχαν κανένα δικαίωμα να το πράξουν, ενώ σε ότι αφορά τον εξοπλισμό ισχυρίζεται ότι μέρος του είναι ιδιοκτησία της. Η εναγόμενη αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 23 - 28 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων και επαναλαμβάνει, ότι με βάση τα συμφωνηθέντα είχε κάθε δικαίωμα να συνεχίσει την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και μετά την 31/12/2010 εντός του επίδικου υποστατικού. Περαιτέρω στην παρ. 10 της έκθεσης υπεράσπισης της, ισχυρίζεται τα ακόλουθα: (α) Από την αρχή του έτους 2001, παραχωρήθηκε αρχικά το επίδικο υποστατικό στον σύζυγο της και στην συνέχεια στην ίδια με έγγραφη συμφωνία, η οποία ήταν διάρκειας 3 ετών αλλά με την προσθήκη και/ή διαβεβαίωση των εναγόντων ότι αυτή θα ανανεωνόταν κάθε 2 έτη και ο λόγος ήταν για να γίνεται αναπροσαρμογή στο ενοίκιο. Ήταν σαφές ευθύς εξ αρχής μεταξύ των διαδίκων ότι το επίδικο υποστατικό θα κατείχετο και/ή θα το εκμεταλλευόταν η εναγόμενη για όση χρονική περίοδο επιθυμούσε η ίδια. (β) Οι ενάγοντες εντελώς παράνομα την 1.1.2011 απέκοψαν την υδροδότηση και το ηλεκτρικό ρεύμα που τροφοδοτείτο το επίδικο υποστατικό με συνακόλουθο να το καταστήσουν μη λειτουργήσιμο και να προκαλέσουν ζημιές στα τρόφιμα και/ή είδη κατανάλωσης που βρίσκονταν στην επιχείρηση και ετσιθελικά, με τον τρόπο αυτό, να αποκτήσουν την κατοχή του. (γ) Η εναγόμενη για να αντιμετωπίσει την πιο πάνω κατάσταση, προχώρησε σε ενοικίαση ηλεκτρογεννήτριας έτσι ώστε να περιορίσει τις ζημιές της αλλά την χρησιμοποίησε μόνο για μερικές ώρες γιατί προκαλούσε θόρυβο. (δ) Οι ενάγοντες στις 2.1.2011 αφαίρεσαν και/ή έκλεψαν μέρος του εξοπλισμού του υποστατικού και η εναγομένη κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία. (ε) Οι ενάγοντες προέβηκαν σε πράξεις και/ή ενέργειες πρωτοφανείς για την Κυπριακή κοινωνία για να εξανάγκασαν ετσιθελικά την εναγόμενη να εγκαταλείψει το επίδικο υποστατικό, καταπατώντας τους νόμους και αυτά που είχαν συμφωνηθεί με την εναγόμενη. Εντελώς παράνομα και αυθαίρετα, προέβηκαν σε επέμβαση στο υποστατικό και/ή την επιχείρηση της και προκάλεσαν ζημιές και αδυναμία στην λειτουργία της με συνεπακόλουθο η εναγόμενη να υποστεί τεράστιες ζημιές. (στ) Στις 5.1.2011, καταχώρησαν στο Ε.Δ. Πάφου την παρούσα αγωγή και ταυτόχρονα μονομερή αίτηση και εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην εναγόμενη να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο στο επίδικο υποστατικό. (ζ) Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, το πιο πάνω προσωρινό διάταγμα ακυρώθηκε στις 21.2.
- Αμέσως μετά, η εναγομένη επανήλθε για να λειτουργήσει την επιχείρηση της και κάλεσε ταυτόχρονα τους ενάγοντες με επιστολή του δικηγόρου της να επανασυνδέσουν το ηλεκτρικό ρεύμα και το νερό και να της επιστρέψουν τον εξοπλισμό που παράνομα αφαίρεσαν από το υποστατικό, και αντί οι ενάγοντες να συμμορφωθούν, ετσιθελικά προχώρησαν στην ανάληψη της κατοχής του και όλης της περιουσίας που η εναγόμενη είχε εντός αυτού, αντικαθιστώντας τις κλειδαριές του. Η εναγόμενη εκ νέου κατάγγειλε στην αστυνομία την παράνομη επέμβαση των εναγόντων στο υποστατικό της. (η) Οι ενάγοντες στη συνέχεια απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 2.3.2011, με την οποία ομιλούν άστοχα για ειρηνική είσοδο στο επίδικο υποστατικό και ανάληψη της κατοχής του και όλων των αντικειμένων της εναγόμενης. Ενώ με την ανταπαίτηση της η εναγομένη ζητά διάφορα ποσά ως αποζημιώσεις, στις 31/5/2016 κατά την διάρκεια της ακρόασης της αγωγής και μετά την μαρτυρία της εναγόμενης (Μ.Υ.1), ο συνήγορος της, δια δηλώσεων του, περιόρισε την ανταπαίτηση της, με αποτέλεσμα να παραμένουν οι ακόλουθες αξιώσεις από την παρ. 16 της ανταπαίτησης της: Α. Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για τις παράνομες πράξεις και/ή ενέργειες των εναγόντων με τις οποίες τερμάτισαν την λειτουργία της επιχείρησης της και ανάκτησαν παράνομα την κατοχή του επίδικου υποστατικού εντός του οποίου στεγάζεται η επιχείρηση της. Β. Γενικές αποζημιώσεις για αθέτηση των συμφωνηθέντων και/ή για τις παράνομες πράξεις των εναγόντων και/ή για την καταστροφή της επιχείρηση της. Γ. Τόκους 8% επί οιουδήποτε επιδικασθησομένου ποσού από 1/1/2011 μέχρι εξόφλησης. Επίσης ο κ. Αλεξάνδρου κατά την πιο πάνω ημερομηνία και σε συνέχεια των δηλώσεων του για περιορισμών των αξιώσεων της εναγόμενης, δήλωσε πως με δύο λόγια περιορίζει την ανταπαίτηση στην τρόπο που οι ενάγοντες ανάκτησαν την κατοχή του επίδικου ακινήτου. Οι ενάγοντες με την απάντηση στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση της εναγομένης, αρνούνται τους προβαλλόμενους μέσω της υπεράσπισης και ανταπαίτησης ισχυρισμούς της, ειδικότερα αρνούνται τον ισχυρισμό της για την ύπαρξη οποιασδήποτε επιπρόσθετης συμφωνίας για την κατοχή του επίδικου ακινήτου για όσο χρόνο η ίδια επιθυμούσε. Παραδέχονται ότι την 1/1/2011 απέκοψαν το ηλεκτρικό ρεύμα και το νερό στο υποστατικό και ισχυρίζονται ότι εφόσον η εναγόμενη δεν τους είχε παραδώσει την κατοχή του είχαν κάθε δικαίωμα να το πράξουν δια να μην ενθαρρύνουν και εγκρίνουν παράνομη επέμβαση της. Απορρίπτουν τις αξιώσεις της και ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη δεν δικαιούται οποιοδήποτε ποσό λόγω της παράνομης παραμονής της στο υποστατικό. Μαρτυρία και Τεκμήρια: Κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής και προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγόντων, κατέθεσε ένας μάρτυρας, ο Λουκάς Ηρακλέους (Μ.Ε.1). Για την εναγόμενη, κατέθεσαν 2 μάρτυρες, η εναγόμενη (Μ.Υ.1) και ο Κυριάκος Οδυσσέως (Μ.Υ.2). Στην ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 17 τεκμήρια, ως ακολούθως:
- Γραπτή δήλωση του Μ.Ε.1, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 1).
- Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 2).
- Συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 1/1/2010 - (Τεκμήριο 3).
- Επιστολή ημερομηνίας 15/9/2010 (Τεκμήριο 4).
- Επιστολή ημερομηνίας 6/10/2010 (Τεκμήριο 5).
- Επιστολή ημερομηνίας 18/10/2010 (Τεκμήριο 6).
- Επιστολή ημερομηνίας 29/10/2010 (Τεκμήριο 7).
- Επιστολή ημερομηνίας 1/12/2010 (Τεκμήριο 8).
- Επιστολή ημερομηνίας 28/12/2010 (Τεκμήριο 9).
- Επιστολή ημερομηνίας 30/12/2010 (Τεκμήριο 10).
- Επιστολή ημερομηνίας 2/3/2011 και καταμέτρηση αντικειμένων (Τεκμήριο 11).
- Επιστολή ημερομηνίας 22/2/2011 (Τεκμήριο 12).
- Συμφωνητικό έγγραφο ημερομηνίας 1/1/2008 (Τεκμήριο 13).
- Γραπτή δήλωση εναγόμενης (Μ.Υ.1), η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της (Τεκμήριο 14).
- Βεβαίωση Λογιστή και Προσδιορισμός Φορολογητέου εισοδήματος (Τεκμήριο 15)
- Δηλώσεις Εισοδήματος για τα έτη 2007 και 2006 (Τεκμήρια 16 και 17 αντίστοιχα). Τα όσα οι μάρτυρες των εναγόντων και οι μάρτυρες των εναγομένων, έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Πολύ συνοπτικά στην συνέχεια, για σκοπούς δομής και μόνο της απόφασης μου, καταγράφω επί ποιών ζητημάτων έχουν καταθέσει ο μάρτυρας των εναγόντων, η εναγόμενη και ο μάρτυρας της. Ο Μ.Ε.1 που είναι ο διευθυντής του λογιστηρίου και γραμματέας του ηγουμενοσυμβουλίου των εναγόντων, αναφέρθηκε στις παραχωρηθείσες άδειες χρήσης του επίδικου υποστατικού δυνάμει των συμφωνιών που κατά καιρούς είχαν γίνει με την εναγόμενη και τον σύζυγο της, στους όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 1/1/2010, στο περιεχόμενο των επιστολών που στάλθηκαν τόσο από τους ενάγοντες όσο και από την εναγόμενη, στην άρνηση της εναγόμενης να επιτρέψει σε αντιπροσωπεία των εναγόντων να προβούν σε καταγραφή του εξοπλισμού του επίδικου υποστατικού, στην δημοσίευση του έγινε και στην κατακύρωση σε τρίτο πρόσωπο της άδειας χρήσης του επίδικου, επίσης ο Μ.Ε.1, ανέφερε πως οι ενάγοντες, λόγω της άρνησης της εναγόμενης να παραδώσει την κατοχή του επίδικου υποστατικού κατά το τέλος Φεβρουαρίου 2011, με ειρηνική είσοδο τους, την παρουσία Κοινοτάρχη και Κοινοτικού Συμβούλου, χωρίς την χρήση οποιασδήποτε βίας, προέβηκαν σε ανάκτηση της κατοχής του. Σύμφωνα με τον Μ.Ε1, οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 2/3/2011 προς την εναγόμενη, την καλούσαν όπως εντός 7 ημερών προσέλθει και παραλάβει όλα τα προσωπικά της αντικείμενα χωρίς όμως η ίδια να συμμορφωθεί. Η εναγόμενη (Μ.Υ.1), στην γραπτή της δήλωση αναφέρεται στο ιστορικό των συμφωνιών που είχαν γίνει με τους ενάγοντες για την ενοικίαση του επίδικου υποστατικού υποστηρίζοντας ότι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, τους είχε αναφερθεί (εννοώντας σε αυτή και τον σύζυγο της), μεταξύ άλλων, από τους ενάγοντες ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν το υποστατικό για στέγαση της επιχείρησης τους για όσα χρόνια επιθυμούσαν χωρίς να υπάρχει κανένα πρόβλημα. Ο μοναδικός λόγος, όπως υποστηρίζει, που οι συμφωνίες ήταν διάρκειας, η πρώτη για 3 έτη και οι άλλες για 2 έτη και όχι πολύ μεγαλύτερης, παρά το ότι είχαν συμφωνήσει ότι στο επίδικο θα στεγαζόταν η επιχείρηση τους για όσα χρόνια οι ίδιοι ήθελαν, ήταν για να γίνεται αναπροσαρμογή στο ενοίκιο. Λόγω των πιο πάνω, υποστήριξε πως, δεν είχε καμία υποχρέωση να παραδώσει την κατοχή του στους ενάγοντες αλλά απεναντίας είχε κάθε δικαίωμα να συνεχίσει την εκμετάλλευση του. Κατά τα άλλα, με την γραπτή της δήλωση, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς και τα γεγονότα που προβάλλει και περιγράφει στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης της. Ο Μ.Υ.2, ο οποίος εργάζεται στο λογιστικό γραφείο που πελάτης του είναι η εναγόμενη, εξήγησε το περιεχόμενο των τεκμηρίων 15, 16 και 17 και αναφέρθηκε στην οικονομική κατάσταση της εναγόμενης και της επιχείρησης της με βάση τις δηλώσεις και τα σχετικά στοιχεία που το γραφείο που εργαζόταν τηρούσε για την υποβολή των φορολογικών δηλώσεων της εναγόμενης. Οι συνήγοροι των διαδίκων στις αγορεύσεις τους, αναφέρθηκαν στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd κα. ν. Γεώργιου Ιωακείμ
(2004)1 ΑΑΔ 1167, με τον κ. Αλεξάνδρου να εισηγείται όμως ότι τα γεγονότα της, απέχουν από αυτά της υπό εξέταση περίπτωσης. Ο κ. Αλεξάνδρου, τόνισε πως σε σχέση με τις αποζημιώσεις που η εναγομένη διεκδικεί είναι σημαντικό το ιστορικό της υπόθεσης στο οποίο και αναφέρθηκε και συγκεκριμένα αναφέρθηκε στα γεγονότα μετά την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στις 5.1.2011 και τον τρόπο ανάκτησης της κατοχής του επίδικου υποστατικού από τους ενάγοντες. Αναφερόμενος στον τρόπο που ενήργησαν οι ενάγοντες και στην συμπεριφορά τους για την ανάκτηση της κατοχής του επίδικου υποστατικού, υποστηρίζει ο κ. Αλεξάνδρου πως, όπως και να ειδωθεί δεν αφήνει περιθώρια για την μη επιδίκαση αυξημένων τιμωρητικών αποζημιώσεων υπέρ της εναγόμενης προβάλλοντας την εισήγηση ότι κατάλληλο υπό τις περιστάσεις ποσό τέτοιων αποζημιώσεων είναι το ποσό των €50.000.- Ο συνήγορος των εναγόντων με αναφορά στην μαρτυρία που η κάθε πλευρά προσκόμισε κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει ως αναξιόπιστη την μαρτυρία της εναγομένης . Η συμφωνία Τεκμήριο 3, ανάφερε ο κ. Πολυδώρου, είναι αυτή που απεικονίζει τα όσα οι διάδικοι συμφώνησαν και για αυτό ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι μπορούσε να έχει το επίδικο υποστατικό για όσο χρόνο ήθελε δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτός. Ο κ. Πολυδώρου με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και στον τρόπο ανάκτησης της κατοχής του επίδικου υποστατικού, αλλά και στην υπόθεση Thanos Hotels (πιο πάνω), εισηγήθηκε πως η ενέργεια των εναγόντων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί βίαιη και δεν υπάρχουν στην υπό εξέταση περίπτωση στοιχεία τέτοια, όπως αυτά καθορίζονται από την νομολογία, ώστε να είναι κατάλληλη περίπτωση για επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων υπέρ της εναγόμενης όπως αυτή ζητά με την ανταπαίτηση της. Δεν μπορεί ανέφερε, η εναγόμενη η οποία υπέδειξε ασέβεια στις δικαστικές διαδικασίες (αναφέροντας ότι δεν συμμορφώθηκε με το προσωρινό διάταγμα του δικαστηρίου) να επιζητεί αργότερα την βοήθεια του δικαστηρίου και να απαιτεί να καταδικάσει τους ενάγοντες σε παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες καθώς και οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις. Η παρούσα υπόθεση, κρίνεται επί του ζυγού των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. σελ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. σελ. 207). Ο Μ.Ε. 1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Μπορούσε να επιβεβαιώσει αυτά τα οποία αφορούσαν και σχετίζονταν με την υπόθεση, λόγω των γνώσεων του εκ της θέσεως που κατείχε στους ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Για αυτά που ερωτήθηκε και δεν ήταν σε θέση να απαντήσει αφορούσαν αποφάσεις του ηγουμενοσυμβουλίου τις οποίες ο ίδιος είτε δεν γνώριζε είτε δεν είχε υπόψη του, χωρίς όμως αυτό το ζήτημα να επηρεάζει την μαρτυρία του. Η κύρια θέση του για την απόφαση του τερματισμού και της μη ανανέωσης της συμφωνίας χρήσης του επίδικου υποστατικού και ο τρόπος ανάκτησης της κατοχής του από τους ενάγοντες επιβεβαιώνεται μέσα από τα γραπτά στοιχεία που έχουν κατατεθεί στην διαδικασία της ακρόασης. Σε ότι αφορά τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης απαντούσε με ευθύτητα, χωρίς υπεκφυγές και χωρίς προσπάθεια παραποίησης τους. Ο Μ.Ε. 1 κρίνεται αξιόπιστος και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Η εκδοχή της εναγόμενης (Μ.Υ.1) για την ύπαρξη οποιασδήποτε επιπρόσθετης συμφωνίας για την παραχώρηση του επίδικου ακινήτου για όσο χρόνο η ίδια επιθυμούσε, δεν γίνεται αποδεκτή, πρώτο γιατί δεν στηρίζεται σε κανένα γραπτό στοιχείο και δεύτερο, γιατί η επίκληση μιας τέτοιας συμφωνίας και διαβεβαίωσης, ως θα ήταν λογικό, εάν υπήρχε και δόθηκε, με το πιο πάνω περιεχόμενο από τους ενάγοντες προς αυτή ή και τον σύζυγο της ή και τους δύο, θα γινόταν ευθύς εξ αρχής από την εναγόμενη με την απάντηση της (Τεκμήριο 5) στην πρώτη επιστολή των εναγόντων (Τεκμήριο 4) για παράδοση του επίδικου ακινήτου με την λήξη της μεταξύ τους τελευταίας συμφωνίας (Τεκμήριο 3). Η εναγόμενη με την επιστολή των δικηγόρων της, ημερομηνίας 6.10.2010 (Τεκμήριο 5), απαντώντας στην πιο πάνω επιστολή των εναγόντων (Τεκμήριο 4), απορρίπτει το περιεχόμενο της, αναφέρει πως δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός λόγος για τον τερματισμό της συμφωνίας από μέρους τους, αναφέρει πως επιθυμία της είναι η ανανέωση της συμφωνίας και καλεί τους ενάγοντες σε διαπραγματεύσεις για την επέκταση του χρόνου ενοικίασης. Σε καμία από τις επιστολές (Τεκμήρια 7, 10 και 12) που η εναγόμενη έχει αποστείλει στους ενάγοντες σε συνέχεια της πιο πάνω επιστολής και σε απάντηση δικών τους επιστολών (Τεκμήρια 6, 8, 9 και 11), δεν κάνει αναφορά σε κάποια επιπρόσθετη συμφωνία, ως είναι αυτή που ισχυρίστηκε με την μαρτυρία της, ότι έγινε με τους ενάγοντες από τα αρχικά στάδια των διαπραγματεύσεων αλλά και σε μεταγενέστερο χρόνο. Η δε δικαιολογία που έδωσε για τον λόγο που δεν το ανέφερε στον δικηγόρο της ώστε και αυτός να το θέσει στις επιστολές που απέστειλε στους ενάγοντες εκ μέρους της, επίσης δεν γίνεται αποδεκτή, λαμβανομένου υπόψη ότι ήταν σε αυτό το γεγονός που στήριζε την όλη στάση και πεποίθηση της ότι είχε δικαίωμα να παραμείνει στο επίδικο υποστατικό, όπως βέβαια η ίδια υποστήριζε. Η εναγόμενη με τον τρόπο που μαρτυρούσε, καθιστούσε εμφανή την διάθεση της αλλά και την πρόθεση της, να μην εγκαταλείψει το επίδικο υποστατικό, όταν της ζητήθηκε από τους ενάγοντες με τον τερματισμό και την λήξη της συμφωνίας, όχι γιατί είχε δικαίωμα προς τούτο, αλλά γιατί η ίδια πίστευε λόγω της μακροχρόνιας παραμονής της και της αλυσιδωτής ανανέωσης της άδειας χρήσης του με την υπογραφή νέας σύμβασης κάθε φόρα, ότι ήταν η μόνη που είχε το δικαίωμα να βρίσκεται εκεί και να διαχειρίζεται τον χώρο. Ενώ η εναγομένη υποστηρίζει με την μαρτυρία της ότι, η τελευταία άδεια χρήσης δόθηκε για ένα έτος λόγω του ότι είχε ζητήσει μείωση του ενοικίου λόγο της οικονομικής κρίσης, στην συνέχεια υποστήριξε ότι τα κέρδη της επιχείρησης της για το έτος 2010, ήταν περισσότερα σε σχέση με το έτος 2008 που φαίνονται στο Τεκμήριο
- Στη αντεξέταση της, η Μ.Υ.1 αντιλαμβανομένη μάλλον την πιο πάνω αντίφαση της, σε σχετική ερώτηση του συνηγόρου των εναγόντων, ανέφερε ότι παράλληλα όμως είχαν αυξηθεί και τα έξοδα της, λόγω του ότι αναγκάστηκε να πάρει και άλλη κοπέλα γιατί είχε πρόβλημα με το χέρι της. Σε ότι αφορά τον εξοπλισμό που ήταν στο υποστατικό η μαρτυρία της ήταν μπερδεμένη, ενώ παραδέχτηκε ότι ο εξοπλισμός ανήκε στους ενάγοντες, αναφερόταν σε άλλα αντικείμενα που είχαν οι ίδιοι αγοράσει χωρίς όμως να μπορεί να δώσει λεπτομέρειες αυτών αλλά και του κόστους τους. Η εναγόμενη επίσης παραδέχτηκε ότι όλες τις προηγούμενες χρονιές που κατείχε το επίδικο υποστατικό δεν λειτουργούσε την επιχείρηση της από τις 23/12 μέχρι αρχές Φεβρουαρίου και ο λόγος που την λειτούργησε κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν γιατί υπήρχε φόβος ότι θα χάσουν το υποστατικό και μετά από συμβουλή του δικηγόρου τους ότι θα έπρεπε να παραμείνουν εκεί. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, καταλήγω ότι η ενάγουσα επί συγκεκριμένων σημείων δεν έχει πει την αλήθεια στο δικαστήριο, όπως για την ύπαρξη επιπρόσθετης συμφωνίας με τους ενάγοντες αλλά και για τα κέρδη της επιχείρησης της κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 ήταν τυπική υπό την έννοια ότι δεν, είχε να κάνει με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Υ.2, η οποία όπως και πιο πάνω αναφέρω είχε να κάνει με την κατάθεση των φορολογικών δηλώσεων της εναγόμενης (Τεκμήρια 16 και 17) που φαίνονται τα κέρδη της επιχείρησης της εναγόμενης, τα όποια όμως, είναι πιο λίγα από αυτά που υποστήριξε η Μ.Υ.1 με την μαρτυρία της σε σχέση με τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή. Ευρήματα: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και παραδεκτά γεγονότα καταλήγω ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, είναι όπως αυτά περιγράφονται στην αρχή της απόφασης μου και αριθμούνται στις πρώτες δύο πρώτες σελίδες σημεία 1 -
- Περαιτέρω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι ενάγοντες οι οποίοι είχαν δημοσιεύσει στις 6/11/2010 στον τοπικό τύπο προσφορές για την ενοικίαση της επίδικης καφετέριας, είχαν κατακυρώσει την προσφορά σε τρίτο πρόσωπο έναντι του μηνιαίου ενοικίου των €
- Η εναγόμενη, η οποία είχε ενημερωθεί με την επιστολή ημερομηνίας 15.9.2010 (Τεκμήριο 4) για την πιο πάνω πρόθεση των εναγόντων, δεν υπέβαλε οιανδήποτε προσφορά και δεν υπέδειξε ενδιαφέρον για την υποβολή τέτοιας προσφορά. Η εναγόμενη, όπως η ίδια παραδέχτηκε στην μαρτυρία της, είχε δει την σχετική αγγελία στην εφημερίδα. Μετά την αποστολή της πιο πάνω επιστολής, που ακολούθησαν και άλλες μεταξύ εναγόντων και εναγομένης, όπου η εναγόμενη καθιστούσε εμφανή την πρόθεση της να μην παραδώσει την κατοχή του επίδικου υποστατικού και εφόσον δεν το είχε πράξει μέχρι την 31.12.2010 που έληγε η τελευταία άδεια χρήσης του, οι ενάγοντες την 1.1.2011 απέκοψαν την υδροδότηση και το ηλεκτρικό ρεύμα που τροφοδοτείτο το επίδικο υποστατικό. Επίσης οι ενάγοντες πήραν τα τραπέζι που ήταν έξω από τον υποστατικό και τα μετέφεραν σε χώρο της Μονής. Η εναγόμενη μετά το πιο πάνω περιστατικό, για να καταφέρει να χρησιμοποιήσει το υποστατικό τοποθέτησε ηλεκτρογεννήτρια την οποία όμως λειτούργησε μόνο για λίγες ώρες. Οι ενάγοντες, στις 5.1.2011 καταχώρησαν την παρούσα αγωγή εναντίον της εναγομένης και την ίδια ημέρα, με μονομερή αίτηση τους εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα με το απαγορευόταν στην εναγόμενη και/ή τους υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους και/ή οιονδήποτε άλλο πρόσωπο έλκει εξ΄αυτής δικαιώματα να επεμβαίνουν και/ή να διαχειρίζονται το επίδικο περίπτερο/καφετερία. Το ως άνω προσωρινό διάταγμα, το οποίο επιδόθηκε στην εναγόμενη μετά από την ακρόαση της αίτησης των εναγόντων ακυρώθηκε από το δικαστήριο στις 21/2/
- Η εναγόμενη και μετά την έκδοση και επίδοση του διατάγματος, όπως η ίδια παραδέχτηκε, δεν εγκατάλειψε το υποστατικό και εξακολουθούσε να το κατέχει. Το απόγευμα της 28/2/2017 περί ώρα 17:15, οι ενάγοντες εισήλθαν στο επίδικο υποστατικό και μετέφεραν διάφορα αντικείμενα και αναλώσιμα είδη της εναγόμενης σε χώρο της Μονής. Οι ενάγοντες για να εισέλθουν στο επίδικο υποστατικό χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες κλειδαρά, ο οποίος άνοιξε τις κλειδαριές του και μετά τοποθέτησε καινούργιες. Τα αντικείμενα και αναλώσιμα είδη τη εναγόμενης που παραλήφθηκαν από το υποστατικό καταγράφηκαν (Τεκμήριο 11) στην παρουσία κοινοτάρχη και κοινοτικού συμβούλου και εκπροσώπων της Μονής. Η εναγόμενη, ενημερώθηκε για τα πιο πάνω με επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 2/3/2017 Τεκμήριο 11, με την οποία μεταξύ άλλων την καλούσαν να προσέλθει και να παραλάβει τα αντικείμενα της. Η εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε, όπως παραδέχτηκε και δεν τα παρέλαβε. Η κύρια θέση της εναγόμενης, ότι είχε το δικαίωμα δυνάμει προφορικής συμφωνίας και διαβεβαιώσεων των εναγόντων για συνεχή ανανέωση της συμφωνίας και της άδειας χρήσης του επίδικου υποστατικού δεν έγινε αποδεκτή από το δικαστήριο για τους λόγους που πιο πάνω εξηγώ. Η συμφωνία Τεκμήριο 3 είναι αυτή που αντικατοπτρίζει τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων. Στην συμφωνία Τεκμήριο 3 υπάρχει ο ακόλουθος όρος: «Διάρκεια: Η άδεια συμφωνείται ότι θα είναι διαρκείας ενός έτους αρχόμενη από της 1ης Ιανουαρίου 2010 και λήγουσα 31ην Δεκεμβρίου
- Νοείται ότι έπειτα από αμοιβαίες διαπραγματεύσεις και συμφωνίας η παρούσα δύναται να επεκταθεί χρονικώς.» Επίσης, στην τελευταία σελίδα στην τελευταία παράγραφο της συμφωνίας, Τεκμήριο 3, προβλέπονται τα ακόλουθα: «Εν περίπτωση μονομερούς τερματισμού του παρόντος εκ μέρους της Μονής, ο δικαιούχος θα δικαιούται όπως δια σκοπούς διευθετήσεις με των προμηθευτών του και καθώς και δια την ρύθμιση της απομακρύνσεως του να παραμείνει εις το περίπτερο δια περαιτέρω 60 ημέρες, νοούμενου ότι κατά την εν λόγω περίοδο θα συμπεριφέρεται ωσάν το παρόν έγγραφο να ευρίσκεται εν ισχύει, τηρών πάντας τους λοιπούς όρους ως να επρόκειτο το έγγραφον τούτο να εξέπνεε εις ανάλογον χρόνο.» Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες, οι οποίοι φαίνεται, σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, ότι δεν επιθυμούσαν την σύναψη νέας συμφωνίας με την εναγόμενη, όπως γινόταν τις προηγούμενες φορές όπου έληγε η σύμβαση που βρισκόταν σε ισχύ, κατέστησαν την πρόθεση τους αυτή σαφή με την πιο πάνω επιστολή τους ημερομηνίας 15.9.2010, Τεκμήριο 4, θέτοντας σε γνώση της ότι η μεταξύ τους συμφωνία για άδεια χρήσης του επίδικου υποστατικού τερματίζεται με την λήξη της ήτοι στις 31.12.2010, ζητώντας της να συνεργαστεί για καταγραφή του εξοπλισμού του και ενημερώνοντας την επίσης ότι αποφάσισαν να ζητήσουν νέες πρόσφορες για την ενοικίαση του. Η εναγόμενη κατέστησε επίσης σαφές μέσα από την επιστολή της ημερομηνίας 6.10.2010 (Τεκμήριο 5), με την οποία απαντούσε στην πιο πάνω επιστολή των εναγόντων, ότι διαφωνεί και τους καλούσε σε διαπραγμάτευση για την επέκταση του χρόνου δηλώνοντας την επιθυμία της για ανανέωση της συμφωνίας. Σημαντικό είναι να σημειωθεί ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε ότι επρόκειτο για άδεια χρήσης του επίδικου υποστατικού για συγκεκριμένο χρόνο και σκοπό. Επίσης, σημαντικό είναι ότι η άδεια χρήσης (Τεκμήριο 3) έληξε τελικά στις 31/12/2010 και ουδέποτε έγινε άλλη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων που να παρατείνει τον χρόνο παραμονής και χρήσης του από την εναγόμενη. Με την επιστολή Τεκμήριο 4, που οι ενάγοντες κατέστησαν σαφή την πρόθεση τους για τερματισμό της συμφωνίας με την λήξη της και επελθούσης της ημερομηνίας λήξης της συμφωνίας Τεκμήριο 3, η άδεια χρήσης του επίδικου υποστατικού έπαυσε να ισχύει και, εφόσον η εναγόμενη αρνήθηκε να παραδώσει την κατοχή του επίδικου υποστατικού στους ενάγοντες, το κατείχε παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση τους. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, η συνέχιση της κατοχής του επίδικου υποστατικού από την εναγόμενη ισοδυναμούσε με παράνομη επέμβαση. (Βλ. Υπουργός Εσωτερικών ν. Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120, Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ ν. C & S American Heart Institute Ltd κ.α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 379) και κατά συνέπεια οι ενάγοντες είχαν αγώγιμο δικαίωμα να ζητήσουν την έξωση της. Συνεπακόλουθα με τα πιο πάνω οι ενάγοντες δικαιούνται στην έκδοση των δηλώσεων υπό στοιχεία 28 Α και Β της έκθεσης απαίτησης τους. Στην υπό κρίση περίπτωση και με δεδομένο ότι έχουν περιοριστεί οι αξιώσεις των διαδίκων, όπως πιο πάνω αναφέρεται, στην βάση των πιο πάνω ευρημάτων, το δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει αν οι ενάγοντες όφειλαν να ζητήσουν την βοήθεια του δικαστηρίου και να αποταθούν σε αυτό για την ανάκτηση της κατοχής του υποστατικού ή εάν είχαν το δικαίωμα να ανακτήσουν από μόνη τους την κατοχή του, θέμα που είναι συνυφασμένο με την αξίωση της εναγόμενης για επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. . Το ίδιο ερώτημα τέθηκε και στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd κα. ν. Γεώργιου Ιωακείμ
(2004)1 ΑΑΔ 1167. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ερώτημα που πρέπει εδώ να απαντηθεί είναι πιο απλό και έχει ως εξής: Από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ότι ο ενάγων μετά τις 31/3/96 κατείχε τα επίδικα υποστατικά παράνομα και υπό συνθήκες που έδιναν στους εναγομένους 1 αγώγιμο δικαίωμα να ζητήσουν την έξωση του, αν όφειλαν οι τελευταίοι να αποταθούν προς τούτο στο δικαστήριο ή αν είχαν δικαίωμα να ανακτήσουν οι ίδιοι την κατοχή χωρίς τη βοήθεια του δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Thanos Hotels, ο ενάγων ο οποίος ήταν εκπαιδευτής καταδύσεων, δυνάμει συμφωνίας ημερ. 1/4/95 ενοικίασε και/ή του παραχωρήθηκε από τους εναγόμενους 1 έναντι μηνιαίου ενοικίου ένα κατάλληλο δωμάτιο και/ή χώρος στην περιοχή της παραλίας του ξενοδοχείου Paphos Beach που οι εναγόμενοι 1 ήταν ιδιοκτήτες, το οποίο αποτελείτο από 5 δωμάτια και/ή καλυμμένους χώρους και τα οποία ο ενάγοντας χρησιμοποιούσε για επαγγελματικούς σκοπούς, Σύμφωνα με εύρημα του πρωτόδικου δικαστηρίου, η σχέση που είχε δημιουργηθεί μεταξύ εναγομένων 1 και του ενάγοντα ήταν κατοχή των ενοικιασθέντων υποστατικών με βάση άδεια χρήσης (license) και όχι με ενοικίαση (tenancy). Κατέληξε επίσης σε εύρημα, ότι η άδεια χρήσης έληξε στις 31/3/96 και ο ενάγοντας απώλεσε το δικαίωμα του για παραμονή στο υποστατικό. Πρόσθεσε ότι, η συνέχιση της κατοχής του υποστατικού από τον ενάγοντα συνιστούσε επέμβαση στο ακίνητο της εναγομένης 1 που θεμελίωνε αγώγιμο δικαίωμα της εναγομένης 1, η οποία όμως, αντί να διεκδικήσει το δικαίωμα της στη δικαιοδοσία πολιτικού δικαστηρίου, επέλεξε όπως με τη συνδρομή της εναγομένης 2 πάρουν το νόμο στα χέρια τους και εκδιώξουν τον ενάγοντα από το υποστατικό που κατείχε κατ' αρχή νόμιμα, έστω και εάν μετά τη λήξη της άδειας χρήσεως εξακολουθούσε να το κατέχει. Άλλη σχετική με την υπό εξέταση υπόθεση, είναι η υπόθεση Kennedy Hotels v. Indjirdjian
(1992)1 A.Α.Δ. 400, η οποία και έτυχε εφαρμογής από το πρωτότιδικο δικαστήριο στην υπόθεση Thanos Hotels (πιο πάνω). Στην Kennedy Hotels, η αρχική κατοχή ήταν με βάση θέσμια ενοικίαση, την οποία είχε η μητέρα του ενάγοντα. Η μητέρα του ενάγοντα αποχώρησε οικειοθελώς αλλά ο γιός της (ενάγων) παρόλο ότι έχασε κάθε δικαίωμα κατοχής του διαμερίσματος επέμενε να μένει σ' αυτό. Οι εφεσείοντες που εβιάζοντο να πάρουν κενή κατοχή του διαμερίσματος για να προχωρήσουν στην κατεδάφιση και επανοικοδόμηση του όλου συμπλέγματος, κατεδάφισαν μέρος της σκάλας και της στέγης με αποτέλεσμα να προκληθεί ζημιά σε κινητή περιουσία του εφεσίβλητου-ενάγοντα αξίας £3.074. Το πρωτόδικο δικαστήριο επιδίκασε σ' αυτόν όχι μόνο το εν λόγω ποσό αλλά και ένα επιπλέον ποσό £1.426 σαν παραδειγματικές αποζημιώσεις (παρόλο που δεν ζητούντο με την αγωγή) ανεβάζοντας το συνολικό ποσό των αποζημιώσεων στις £4.500 και η απόφαση επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο. Στην υπόθεση Kennedy Hotels, αναφορικά με το κατά πόσο ένας αρχικά νόμιμος κάτοχος που μετατρέπεται σε παράνομο μπορεί να εκδιωχθεί δια της βίας και όχι μέσω του δικαστηρίου, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 404 της εν λόγω υπόθεσης όπου ο κ. Πικής Δ (όπως ήταν τότε) ανάφερε τα εξής: «Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσίβλητος μετά την αποχώρηση της μητέρας του απώλεσε το δικαίωμα παραμονής στο διαμέρισμα. Όμως η απώλεια του δικαιώματος αυτού δε νομιμοποιούσε τον ιδιοκτήτη να προβεί στη βίαιη έξωση του, όπως ορθά διαπίστωσε το δικαστήριο. Υπέρβαση του δικαιώματος κατοχής ακινήτου, δεν παρέχει δικαίωμα στον ιδιοκτήτη ν' ανακτήσει με τη βία την κατοχή του. Ο νόμος αναγνωρίζει κατάλοιπα δικαιώματος στον κάτοχο τέτοια που να επιβάλλεται η παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας για την έξωση του (βλ. μεταξύ άλλων Bristol Corporation v. Ross and Another [1973] 3 All E.R. 393 και R. V. Wandsworth [1975] 3 All E.R. 390.) Όπως συνάγεται από την πρωτόδικη απόφαση, κίνητρο για τη συμπεριφορά των εφεσειόντων αποτέλεσε η αδημονία τους να αναπτύξουν το ακίνητο το συντομότερο και να προλάβουν πιθανούς περιορισμούς που εφημολογούντο. Με μια λέξη το κέρδος ώθησε τους εφεσείοντες να πάρουν το νόμο στα χέρια τους και να παραβιάσουν όχι μόνο τα δικαιώματα του εφεσιβλήτου, αλλά και την έννομη τάξη που καθιστά τη δικαστική εξουσία τη μόνη αρχή να επιβάλει το νόμο. Υπό το φως αυτών των γεγονότων το πρωτόδικο δικαστήριο καταδίκασε τους εφεσείοντες σε £1.426 τιμωρητικές αποζημιώσεις, ανεβάζοντας το συνολικό ποσό που επιδικάστηκε σε £4.500.» Το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Thanos Hotels, θεώρησε τον τρόπο που ενήργησαν οι εναγόμενοι 1 δηλαδή που κάλεσαν τους υπαλλήλους των εναγομένων 2 και αφού εισήλθαν στο ενοικιαζόμενο υποστατικό μετακίνησαν τα αντικείμενα του ενάγοντα σε άλλο χώρο του ξενοδοχείου, ως πράξη αξιόμεμπτη και ως τέτοια που «εξέθεσε τον ενάγοντα στα μάτια των πελατών του και του προκάλεσε ζημιά» και επιδίκασε υπέρ του ενάγοντα το ποσό των £3.000 ως παραδειγματικές αποζημιώσεις παρόλο που απέρριψε όλες τις άλλες απαιτήσεις του ενάγοντα συνολικά £47.200 αφού τον είχε κρίνει αναξιόπιστο. Το εφετείο στην υπόθεση Thanos Hotels με αναφορά και στην υπόθεση Kennedy τόνισε τα ακόλουθα: «Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε ενοικίαση. Όμως εξετάζοντας την υπόθεση αυτή με βάση τα κριτήρια που διέπουν άδειες χρήσης, η κατάληξη μας θα πρέπει να είναι η ίδια, δηλαδή, ότι οι εναγόμενοι, έστω και αν ο ενάγων θεωρείτο παράνομος μετά την λήξη της άδειας χρήσης, θα έπρεπε κανονικά να διεκδικήσουν την έξωση του δικαστικά και όχι με τον τρόπο που ενήργησαν. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση, σελ. 1330, παραγρ. 23-35 μεταξύ άλλων διαβάζουμε τα εξής: "a licensee who remains on land after his license expires or is properly revoked is a trespasser. He is entitled however, to a reasonable time for "packing up" in which to leave and to remove his goods and until such reasonable time has elapsed he cannot be prevented from entering on the land for the purpose of removing his goods." .................. Με το θέμα αυτό της εκδίωξης ενός παράνομου κατόχου ακινήτου, χωρίς τη βοήθεια του δικαστηρίου, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο αγγλικό σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 16η έκδοση, παραγ. 23-23 σελ. 1320, όπου διαβάζουμε τα ακόλουθα: «23-23 Forcible expulsion by owner who has entered peaceably. If a person entitled to the possession of premises can manage to get in without committing a forcible entry, even though he does so by means of an artifice, he may then justify using force to defend his possession so acquired without rendering himself liable even to a criminal prosecution. He may justify forcible expelling a trespasser, and it makes no difference that the trespasser was on the premises before the owner. An expulsion, after a peaceable entry by a party having title, does not make the entry forcible. The party so entering, however, must be careful to request the other to depart before he can justify laying hands on him to turn him out, and in no case must he use more force than the occasion requires; for any violence in excess of what is reasonably necessary to effect the expulsion the owner will be liable." Σε δική μας ελεύθερη μετάφραση τα πιο πάνω έχουν ως ακολούθως: «23-23 Εκδίωξη από τον ιδιοκτήτη ο οποίος εισήλθε ειρηνικά. Aν ένα πρόσωπο που δικαιούται να πάρει κατοχή ενός ακινήτου μπορεί να εισέλθει σ' αυτό χωρίς να διαπράξει μια βίαιη είσοδο, ακόμα και αν πράξει τούτο με τέχνασμα, θα μπορεί τότε να δικαιολογήσει τη χρήση βίας για να υπερασπίσει την κατοχή που κατόρθωσε με αυτό τον τρόπο να ανακτήσει, χωρίς να καθιστά τον εαυτό του υπεύθυνο ακόμη και σε ποινική δίωξη. Θα μπορεί να δικαιολογήσει τη βίαιη εκδίωξη του επεμβασία και δεν έχει σημασία αν ο επεμβασίας ήταν στο υποστατικό πριν τον ιδιοκτήτη. Μια εκδίωξη μετά από μια ειρηνική είσοδο από το πρόσωπο που έχει τίτλο ιδιοκτησίας, δεν καθιστά την είσοδο βίαιη. Όμως το μέρος που εισέρχεται με αυτό τον τρόπο πρέπει να είναι προσεκτικό να ζητήσει από το άλλο μέρος να φύγει προτού απλώσει τα χέρια του πάνω στον άλλο για να τον διώξει και σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει περισσότερη βία απ' ότι απαιτείται από την περίπτωση. καθότι οποιαδήποτε βία πέρα αυτής που είναι λογικά αναγκαία για να επιτευχθεί η εκδίωξη καθιστά τον ιδιοκτήτη υπεύθυνο.» Στην υπόθεση Βristol Corporation v. Ross & Another [1973] 3 All ER. 393, στην οποία γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση Kennedy Hotels Ltd. οι επεμβασίες (trespassers), ήσαν σφετεριστές της γης (squatters), δηλαδή καθαρά παράνομοι. Όμως ο ιδιοκτήτης ζήτησε ανάκτηση κατοχής δικαστικά την οποία και πέτυχε αλλά οι επεμβασίες ζήτησαν αναστολή του διατάγματος έξωσης. Ο Λόρδος Denning MR ανάφερε μεταξύ άλλων, ότι τα δικαστήρια του Κοινοδικαίου ποτέ δεν ανέστειλαν διατάγματα στις περιπτώσεις εκείνες που ο ιδιοκτήτης είχε και το δικαίωμα να πάρει άμεση κατοχή χωρίς να έλθει στο δικαστήριο. Επομένως δεν θα τίθετο ο ιδιοκτήτης σε χειρότερη μοίρα επειδή ήλθε στο δικαστήριο. Αναφορικά με τη θεραπεία της αυτοβοήθειας (the remedy of self-help) σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στη σελ. 396 της υπόθεσης Bristol Corporation (ανωτέρω), η ουσία των οποίων είναι ότι παρόλο που ένας πολίτης δικαιούται να προχωρήσει σε ανάκτηση της κατοχής του ακινήτου (εκεί που κάποιο πρόσωπο κατέχει τούτο σαφώς παράνομα) χωρίς τη βοήθεια του δικαστηρίου και νοουμένου ότι μπορεί να πράξει τούτο ειρηνικά, εντούτοις είναι συμβουλεύσιμο όπως πράττει τούτο μέσω δικαστηρίου. Ταυτόχρονα όμως και τα δικαστήρια θα πρέπει να φροντίζουν όπως το δικαίωμα του αυτό εξασφαλίζεται σύντομα.» Το στοιχείο εκείνο που διαφοροποιεί την υπό κρίση από τις δύο πιο πάνω υποθέσεις είναι, ότι οι ενάγοντες ενώ ζήτησαν την βοήθεια του δικαστηρίου καταχωρώντας την παρούσα αγωγή και την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, στην συνέχεια και μετά την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος, στις 28/2/2011 προχώρησαν στην ανάληψη της κατοχής του επίδικου υποστατικού με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω. Η αποκοπή του ηλεκτρικού ρεύματος και του νερού που τροφοδοτούσε το επίδικο υποστατικό έγινε πριν την καταχώρηση της αγωγής την 1/1/2001, χωρίς όμως οι ενάγοντες να καταφέρουν να λάβουν την κατοχή του, αφού η εναγόμενη συνέχιζε να το κατέχει και μετά την πιο πάνω αποκοπή, δηλώνοντας την πρόθεση της να μην το εγκαταλείψει και συνεχίζοντας την κατοχή του επίδικου υποστατικού η οποία ισοδυναμούσε με παράνομη επέμβαση. Η εναγόμενη ούτε με το προσωρινό διάταγμα του δικαστηρίου συμμορφώθηκε, όταν της επιδόθηκε, όπως η ίδια παραδέχτηκε και εξακολουθούσε να το κατέχει μέχρι την 28/2/2011 όπου οι ενάγοντες έλαβαν την κατοχή του με τον τρόπο περιγράφεται πιο πάνω. Αναφορικά με το θέμα των παραδειγματικών αποζημιώσεων υπάρχει αρκετή νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ. μεταξύ άλλων Papakokkinou & others ν. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, Kennedy Hotels Ltd. v. Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. 400, Adrian Holdings Ltd. ν. Kυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1836, Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ. 558 και Γεώργιος Ερωτοκρίτου ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Δημήτρη Κουμπαρή κ.α. ν. Δήμου Χρίστου Φουτρή
(2001)1 Α.Α.Δ. 921). Στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd., σελ. 1846, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στο δίκαιο που διέπει το θέμα παραδειγματικών αποζημιώσεων, εξέχουσα θέση κατέχει η αγγλική απόφαση στην υπόθεση Rookes v. Barnard [1964] 1 All E.R. 367, όπου τέθηκαν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Στην Papakokkinou and others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, το Εφετείο, χωρίς να αποφανθεί τελικά αν οι αρχές της Rookes v. Barnard τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο, προτίμησε την ευρύτερη αρχή που επιτρέπει επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος.» Έχοντας κατά νου τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, και βασιζόμενη στις δύο πιο πάνω υποθέσεις, στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της βίαιης έξωσης, καταλήγω ότι η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείται από την υπόθεση Kennedy και φέρει στοιχεία ομοιότητας με την υπόθεση Thanos Hotels. Στην υπό κρίση περίπτωση, δεν υπάρχουν και δεν έχω εντοπίσει στοιχεία έντονης αλαζονείας και θρασύτητας όπως ήταν αυτά που περιγράφονται στην υπόθεση Kennedy Hotels Ltd, όπου οι εναγόμενοι κατεδάφισαν μέρος της σκάλας και της στέγης του διαμερίσματος που κατοικούσε ο ενάγοντας και για αυτό κρίθηκε ότι η ενέργεια των εναγομένων ότι άξιζε τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Στη υπό κρίση περίπτωση, οι λόγοι του οδήγησαν τους ενάγοντες στην ανάληψη της κατοχής του επίδικου υποστατικού και ο τρόπος που έγινε η ανάληψη του περιγράφονται πιο πάνω, επίσης πιο πάνω περιγράφεται και η εμμονή και επιμονή της εναγόμενης να παραμείνει σε αυτό παράνομα μετά τον τερματισμό και την λήξη της άδειας χρήσης για τους δικούς της λόγους. Η μετακίνηση των αντικειμένων της εναγόμενης έγινε, όπως και στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd, με προσεκτικό τρόπο ώστε να μην καταστραφεί οτιδήποτε και τοποθετήθηκε σε χώρο της Μονής για φύλαξη όπου η εναγόμενη ειδοποιήθηκε να τον παραλάβει αλλά αυτή αρνήθηκε να το πράξει. Όλες οι αξιώσεις της εναγόμενης για αποζημιώσεις για ζημιές εκτός της αξίωσης της για επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων έχουν εγκαταλειφτεί, ενώ η γενικότητα της μαρτυρίας της για την ύπαρξη ζημιάς στην επιχείρηση της λόγω απώλειας κερδών δεν οδήγησε στη απόδειξη της. Η εναγόμενη συνέχιζε να κατέχει το επίδικο υποστατικό παράνομα και συνεπώς κάτω από αυτές τις συνθήκες η άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας δεν μπορούσε να συνεχιστεί εντός αυτού ώστε να της αποφέρει κέρδη και κατά συνέπεια αντίστοιχη ζημία από την αποστέρηση του δικαιώματος της. Υπό το φώς των πιο πάνω, καταλήγω ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν ήταν κατάλληλη για επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων και κατά συνέπεια η ανταπαίτησης της εναγόμενης απορρίπτεται. Παρά την έκδοση των πιο πάνω δηλωτικών αποφάσεων υπέρ των εναγόντων, που κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή εδικαιούντο, ουσιαστικά το αντικείμενο της αγωγής έχει μέσα από τις πράξεις των εκλείψει προ καιρού, με αποτέλεσμα, να θεωρώ ότι θα ήταν άδικο να επιδικάσω τα έξοδα εις βάρος της εναγόμενης, αφού η απαίτηση θα μπορούσε να τύχει άλλης μεταχείρισης. Δεδομένης λοιπόν της πιο πάνω κατάληξης και λαμβανομένης υπόψη της κοινής εκδίκασης απαίτησης και ανταπαίτησης δεν εκδίδω καμιά διαταγή για τα έξοδα. (Υπ.) .............. Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Tenancy/license/Agreement/Trespasser/Peaceable entry/Final Judgment (Αναφορά: Πολιτική Δικαιοδοσία/Ενοικίαση/Άδεια Χρήσης/Συμφωνία/ Ειρηνική είσοδος/Τελική Απόφαση)