Δέσπω Δημητρίου ν. Κύπρου Κυπριανού, Αρ. Αγωγής: 181/17, 12/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 181/17 Μεταξύ: Δέσπω Δημητρίου, από την Πάφο Ενάγουσα και Κύπρου Κυπριανού, από την Πάφο Εναγομένου --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 17/02/2017 Ημερομηνία: 12/05/2017 Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Κορακίδης Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση: κα. Φιλίππου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον του εν διαστάσει συζύγου της - Εναγόμενου στις 17.02.17 και σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της είναι η ιδιοκτήτρια της κατοικίας με αρ. πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας 2/79, τεμάχιο 79 Φ/Σχ. 45/17W1 του Δήμου Πέγειας (στο εξής η «κατοικία»). Κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2016 ο Εναγόμενος παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση της εισήλθε στην κατοικία και έκτοτε διαμένει σε αυτήν. Περί τις 10.02.17 ο Εναγόμενος δεν επέτρεψε την είσοδο της Ενάγουσας στην κατοικία και δήλωσε την πρόθεση του να μην επιτρέψει στην Ενάγουσα την είσοδο της σε αυτήν. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο αποκλεισμός της από την κατοικία δεν επιτρέπει την πώληση της με αποτέλεσμα η τελευταία να μην είναι σε θέση να εξοφλήσει το δάνειο που συνήψε για την αγορά του ακινήτου και την ανέγερση της κατοικίας. Η Ενάγουσα αξιώνει, ανάμεσα σε άλλα, δήλωση του Δικαστηρίου ότι είναι η νόμιμη ιδιοκτήτρια της κατοικίας και αριθμό διαταγμάτων, μεταξύ των οποίων, και διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο να εμποδίζει την κατοχή και νομή της κατοικίας από την Ενάγουσα. Επίσης αξιώνει την επιδίκαση αποζημιώσεων. Την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία η Ενάγουσα ζήτησε την έκδοση των ακόλουθων προσωρινών διαταγμάτων: «Α. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο να κατέχει ή χρησιμοποιεί την κατοικία που βρίσκεται εντός του κτήματος που καλύπτεται από πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας με αριθμό 2/79, τεμάχιο 79 του Φ/Σ 45/17W1, τμήμα 2, του Δήμου Πέγειας, μέχρι εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή μέχρι εκδόσεως άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο να εμποδίζει την Ενάγουσα από την κατοχή και χρήση της κατοικίας που βρίσκεται εντός του κτήματος που καλύπτεται από πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας με αριθμό 2/79, τεμάχιο 79 του Φ/Σ 45/17W1, τμήμα 2, του Δήμου Πέγειας, μέχρι εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή μέχρι εκδόσεως άλλης διαταγής του Δικαστηρίου». Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της επίδικης αίτησης εξέδωσε μονομερώς μόνο το διάταγμα υπό στοιχείο Β πιο πάνω, ενώ σε σχέση με το διάταγμα υπό στοιχείο Α πιο πάνω έδωσε οδηγίες όπως επιδοθεί στον Εναγόμενο. Σημειώνω εκ των προτέρων ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας με σχετική δήλωση του και κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου απέσυρε στις 03.04.17 άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της Ενάγουσας το διάταγμα υπό στοιχείο Α. Συνεπώς το μοναδικό ζήτημα που παραμένει προς εκδίκαση είναι το κατά πόσο θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 20.02.
- Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι από τις 23.08.16 είναι σε διάσταση με τον Εναγόμενο. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους αγόρασε το ακίνητο στην Πέγεια (Τεκμήριο Α της αίτησης) εντός του οποίου ανέγειρε την κατοικία. Για την απόκτηση και την ανάπτυξη της προαναφερόμενης περιουσίας συνήψε δάνεια για την εξόφληση των οποίων αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η ίδια. Η αξία της κατοικίας κατά το 2013, σύμφωνα με σχετική εκτίμηση του Κτηματολογίου, ανέρχεται στο ποσό των €461.500 (Τεκμήριο Β της αίτησης). Η κατοικία ενοικιάζεται σε εταιρεία διαχείρισης τουριστικών επαύλεων για περίοδο 8 μηνών κάθε χρόνο και συγκεκριμένα για τη φετινή περίοδο ενοικιάστηκε από τον Μάρτη μέχρι τον Νοέμβριο του 2017 έναντι του ποσού των €27.
- Η σχετική σύμβαση ενοικίασης υπογράφηκε από τον Εναγόμενο (Τεκμήριο Γ της αίτησης). Περαιτέρω, προβαίνει σε ενέργειες για να πωλήσει την κατοικία προς τον σκοπό εξόφλησης του δανείου, το υπόλοιπο του οποίου ανέρχεται περίπου στο ποσό των €182.
- Στις 10.02.17, όταν επιχείρησε να επισκεφθεί την κατοικία, διότι ενημερώθηκε ότι ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε να την επιθεωρήσει στις 11.02.17, διαπίστωσε ότι ο Εναγόμενος άλλαξε τις κλειδαριές. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε να της ανοίξει και δήλωσε ότι δεν θα επέτρεπε ούτε στην ίδια, ούτε σε οποιονδήποτε να επιθεωρήσει την κατοικία. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος δεν δικαιούται να την εμποδίζει να έχει πρόσβαση στην κατοικία και η παρούσα αγωγή αποσκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων της. Αναφέρει επίσης ότι εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα υπάρχει κίνδυνος να μην μπορέσει να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ενώ η έκδοση του είναι επείγουσα προκειμένου να καταστεί δυνατή η ετοιμασία της κατοικίας για να ενοικιασθεί και για να μην απολεσθούν ευκαιρίες πώλησης της. Στις 17.03.17 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από τον Εναγόμενο με την οποία εγείρονται 14 λόγοι ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν στις ακόλουθες κατηγορίες: · Η υπό κρίση αίτηση δεν ικανοποιεί τα κριτήρια του άρθρου 32 του Ν.14/60 και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της (λόγοι ένστασης 1,5,6,7,10 και 12). · Το εκδοθέν διάταγμα είναι πανομοιότυπο με τις θεραπείες που διεκδικούνται στην αγωγή και/ή η αίτηση είναι καταχρηστική (λόγοι ένστασης 2,4 και 11). · Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει για την αιτούμενη στην παράγραφο 8Α του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης θεραπεία ενόψει της εκκρεμούσας αίτησης περιουσιακών διαφορών με αρ.6/17 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου (λόγοι ένστασης 3 και 14). · Δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος (λόγος ένστασης 8). · Η Ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή δεν αποκάλυψε την αλήθεια (λόγοι ένστασης 9 και 13). Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου στην οποία αρνείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωση της Ενάγουσας και αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το ακίνητο αγοράστηκε περί το 2000 και εγγράφηκε επ' ονόματι της Ενάγουσας διότι ήταν αγροτεμάχιο και δεν μπορούσε να εγγραφεί στο όνομα και των δύο. Στις 10.03.17 καταχώρησε αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου, δικαιοδοσία περιουσιακών διαφορών, με αρ.6/17, στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην Ενάγουσα να πωλήσει και/ή να αποξενώσει και να επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο τα 2/3 της κατοικίας (Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα της ένστασης). Σε σχέση με την ενοικίαση της κατοικίας ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι αντισυμβαλλόμενος στο ενοικιαστήριο έγγραφο με την εταιρεία JAMES VILLA HOLIDAYS (Τεκμήριο Γ της αίτησης) και είναι αυτός το πρόσωπο που ασχολείται με τη συντήρηση της κατοικίας, του κήπου και της κολυμβητικής δεξαμενής της, την πληρωμή των εξόδων και οτιδήποτε αφορά τη διαχείριση της. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος υποστηρίζει ότι η περιουσία της Ενάγουσας αυξήθηκε αποκλειστικά από τη δική του συνεισφορά και προσωπική εργασία, αφού συνεισέφερε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τόσο στην ανέγερση της συζυγικής οικίας, όσο και στην αγορά του ακινήτου και την ανέγερση της κατοικίας εντός αυτού. Ο Εναγόμενος αρνείται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας περί αλλαγής των κλειδαριών και ισχυρίζεται ότι εδώ και χρόνια μόνο ο ίδιος κρατούσε κλειδιά τα οποία ενώνουν το ρεύμα στη κατοικία. Το ένα κλειδί το παρέδιδε στους εκάστοτε ενοικιαστές και το άλλο το κρατούσε ο ίδιος. Τα Χριστούγεννα του 2016 οι ενοικιαστές έχασαν τα κλειδιά, με αποτέλεσμα να καλέσουν κλειδαρά και να αλλαχθούν οι κλειδαριές της κατοικίας. Η κλειδαριά αλλάχθηκε από την Ενάγουσα, η οποία του παρέδωσε το ένα κλειδί κρατώντας η ίδια τα υπόλοιπα. Ο ίδιος εγκαταστάθηκε στην κατοικία μετά που τον εκδίωξε η Ενάγουσα από τη συζυγική οικία. Αρχικά διέμενε με τους γονείς του και μετά που αποχώρησαν οι ενοικιαστές από την κατοικία εγκαταστάθηκε ο ίδιος. Μετά την έκδοση και επίδοση του επίδικου διατάγματος η Ενάγουσα άλλαξε τις κλειδαριές και του παρέδωσε ένα κλειδί κρατώντας τα υπόλοιπα. Ο Εναγόμενος αναφέρει επίσης ότι θα τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις δυνάμει του ενοικιαστηρίου εγγράφου (Τεκμήριο Γ της αίτησης), η Ενάγουσα όμως ενδέχεται να μην τις τηρήσει ενόψει της πρόθεσης της για πώληση της κατοικίας και ως εκ τούτου υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να υποστεί τεράστιες ζημιές. Καταληκτικά ο Εναγόμενος ζητά την ακύρωση του επίδικου διατάγματος και την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Η ακρόαση πραγματοποιήθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται ουσιαστικά επί των άρθρων 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 (στο εξής ο «Νόμος») και 4 - 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Το άρθρο 32 του Νόμου έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά υποθέσεων [βλ. μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd ν. Petros I. Rossis
(1976)1. C.L.R. 38, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R 557, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσιολάκκη κ. ά. ν. Στυλιανίδης
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 282 κ. ά.]) όπου και καθορίστηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου είναι οι ακόλουθες τρεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο Αιτητής δικαιούται σε θεραπεία. (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 του Νόμου και αφορά την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα [Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557]. Η δεύτερη προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, έχει ερμηνευθεί ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια του άρθρου 32, απαιτεί από τον Αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό εξετάζει τη μαρτυρία, χωρίς ωστόσο να προχωρεί σε αξιολόγησή της, αφού το μόνο που απαιτείται είναι απλή πιθανότητα επιτυχίας. Ουσιαστικά, οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, υπό την έννοια ότι κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Για να αποδειχθούν οι τρεις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις ο Αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος [The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263]. Αφότου το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, προχωρεί στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Αναφορικά τώρα με τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6 σημειώνεται ότι τα κριτήρια που τίθενται με αυτά για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι παρόμοια με εκείνα του άρθρου 32 του Νόμου. Στην υπόθεση S.A. CONSTANTINOU LIMITED κ.α. ν. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD
(2009)1Α Α.Α.Δ. 754 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 4 του Κεφ. 6: «Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 είναι ευρύτερο του άρθρου 4 του Κεφ. 6 και εξυπακούεται ότι η εξέταση μιας αίτησης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 λαμβάνει αυτόματα υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 6.» Στο άρθρο 5 του Κεφ.6, το κριτήριο της καλής βάσης αγωγής είναι παρόμοιο σε έννοια με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου. Στην υπόθεση Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1121 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι το άρθρο 5 του Κεφ. 6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου και τονίστηκε ότι το προαναφερόμενο άρθρο αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου. Όσον αφορά το άρθρο 9 του Κεφ. 6, δίδει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να εκδώσει μονομερώς ένα Διάταγμα εφόσον ο αιτητής έχει αποδείξει το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Έχει νομολογηθεί ότι το υπαρκτό του επείγοντος ή οποιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο αυτό. Όταν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 9 δικαιολογείται η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Συμπεράσματα Ο Εναγόμενος εγείρει ως λόγο ένστασης την παράβαση του καθήκοντος της πλήρους αποκάλυψης εκ μέρους της Ενάγουσας. Το εν λόγω ζήτημα θα πρέπει να εξετασθεί κατά προτεραιότητα και αυτό διότι από τη στιγμή που το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς έχει τεράστια σημασία το κατά πόσο υπήρξε συμμόρφωση προς το καθήκον αποκάλυψης. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παραβίαση του καθήκοντος αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, τότε το Δικαστήριο ακυρώνει το διάταγμα που εξέδωσε μονομερώς. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Γρηγορίου κ.α ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ 248 είναι χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τυχόν παραβίαση του εν λόγω καθήκοντος: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. (Βλ. Attorney-General and Another (No. 2) v. Savvides
(1979)1 C.L.R. 349· NationalLine v. Ship "Sunset"
(1986)1 C.L.R. 393, σελ. 406-412· Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437, σελ. 443, 446 · Άνθιμος Δημητρίου v. The Dolphin Insurance Company Limited και Άλλων,
(1990)1 A.A.Δ. 351· Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. και Άλλου,
(1992)1(A) Α.Α.Δ. 360· και Χριστιάνα Στυλιανού, διά της μητρός αυτής Έλλης Στυλιανού ως πλησιεστέρας συγγενούς και φίλης, v. Ανδρέα Στυλιανού,
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 583.)». Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου, αλλά και τη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του, η θέση περί μη αποκάλυψης εστιάζεται στα ακόλουθα σημεία:
- Το ακίνητο αφορά αγροτεμάχιο και για αυτόν τον λόγο εγγράφηκε μόνο επ' ονόματι της Ενάγουσας.
- Η συνεισφορά του Εναγόμενου στην αύξηση της περιουσίας ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από εκείνη της Ενάγουσας.
- Ειδικότερα σε σχέση με την κατοικία ο Εναγόμενος είναι ο αποκλειστικά υπεύθυνος για τη συντήρηση και διαχείριση της, έχει εγγραφεί στο Φ.Π.Α ως αυτοεργοδοτούμενος για την είσπραξη των ενοικίων και το ρεύμα της κατοικίας είναι συνδεδεμένο στο όνομα του.
- Τα εισοδήματα του Εναγόμενου είναι μεγαλύτερα από αυτά που αναφέρει η Ενάγουσα.
- Η κλειδαριά της κατοικίας αλλάχθηκε τα Χριστούγεννα του 2016 διότι είχαν χάσει τα κλειδιά τους τα πρόσωπα που ενοικίαζαν την κατοικία την εν λόγω περίοδο.
- Υπήρξε σημαντική οικονομική συνεισφορά του πατέρα του Εναγόμενου. Τα ερωτήματα που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι (i) κατά πόσο τα πιο πάνω αναφερόμενα δεν έχουν όντως αποκαλυφθεί από την Ενάγουσα και (ii) σε τέτοια περίπτωση ποιες επιπτώσεις μπορεί να επιφέρει η μη αποκάλυψη τους. Στην υπόθεση M & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.α v. The Timberland Co
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1791, κρίθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ουσιώδες είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι των αιτουμένων διαταγμάτων. Περαιτέρω, στην αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)I W.L.R., η οποία έχει υιοθετηθεί από τα Δικαστήρια μας, διατυπώθηκαν 7 προτάσεις σε σχέση με το ζήτημα της αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Η 2η και η 6η πρόταση αναφέρουν σχετικά τα ακόλουθα: «(ii). The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made; materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see the Kensington Income tax Comrs case [1917] 1 KB 486 at 504 per Lord Cozens-Hardy MR, citing Dalglish v. Jarvie
(1850)2 Mac & G 231 at 238, 42 ER 89 at 92, and Thermax Ltd v Schott Industrial Glass Ltd [1981] FSR 289 at 295 per Browne-Wilkinson J. .................................................................................................. (vi) Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented.» Τα σημεία 1, 3 και 4 ανωτέρω, δεν περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Το ζητούμενο όμως είναι το κατά πόσο τα προαναφερόμενα σημεία είναι ουσιώδη και θα ασκούσαν επίδραση στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο που επιλήφθηκε της επίδικης αίτησης σε μονομερή βάση. Η απάντηση είναι αρνητική. Πρόκειται για ζητήματα που δεν θα ασκούσαν την παραμικρή επίδραση στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το κατά πόσο ο Εναγόμενος είναι το πρόσωπο που διαχειρίζεται και είναι υπεύθυνο για τη συντήρηση της κατοικίας δεν μεταβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια της κατοικίας και δεν δίδει δικαίωμα στον πρώτο να αποκλείει τη δεύτερη από την κατοχή και χρήση της κατοικίας. Σημειώνω άλλωστε ότι η Ενάγουσα επισύναψε ως Τεκμήριο Γ τη συμφωνία ενοικίασης της κατοικίας και αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι αυτή υπογράφηκε από τον Εναγόμενο. Από την άλλη το ύψος των εισοδημάτων του Εναγόμενου είναι ζήτημα ουδέτερης σημασίας για την παρούσα υπόθεση. Τέλος, το αν το ακίνητο εντός του οποίου ανεγέρθηκε η κατοικία ήταν αγροτεμάχιο και για τον λόγο αυτό εγγράφηκε μόνο επ' ονόματι της Ενάγουσας επίσης δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο και δεν θα ασκούσε επίδραση στην κρίση του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι δεν επισυνάπτεται οποιοδήποτε Τεκμήριο που να επιβεβαιώνει τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του Εναγομένου. Ακόμα όμως κι αν ίσχυε ο εν λόγω ισχυρισμός και πάλι δεν θα έδιδε δικαίωμα στον Εναγόμενο να αποκλείσει την Ενάγουσα από την κατοχή και χρήση της κατοικίας, εφόσον οι δύο τους θα ήταν ουσιαστικά συνιδιοκτήτες. Τα σημεία 2 και 6 που αφορούν τη συνεισφορά του Εναγόμενου και του πατέρα του επίσης δεν σχετίζονται με την παρούσα διαφορά, αλλά αφορούν ζητήματα που θα εξεταστούν και θα αποφασισθούν στα πλαίσια της αίτησης 6/17 που καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο στο Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου. Όσον αφορά τώρα το τελευταίο σημείο, ήτοι το υπ' αρ. 5 ανωτέρω, αναφέρω ότι αποτελεί απλά έναν ισχυρισμό του Εναγόμενου ο οποίος, στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν έχει μετουσιωθεί σε γεγονός. Αντιθέτως, επισημαίνεται ότι οι ισχυρισμοί των παραγράφων 22 και 23 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου είναι διατυπωμένοι με ασαφή τρόπο. Αυτό διότι αφενός γίνεται λόγος για αλλαγή της κλειδαριάς από τους ενοικιαστές, στην συνέχεια όμως στην επόμενη παράγραφο αναφέρεται ότι η Ενάγουσα άλλαξε την κλειδαριά χωρίς να προσδιορίζεται αν η ισχυριζόμενη αλλαγή έγινε κατά το ίδιο περιστατικό των Χριστουγέννων του
- Αυτή η ασάφεια επιτείνεται από τον ισχυρισμό που προβάλλεται ακολούθως στην παράγραφο 25 της ένορκης δήλωσης περί αλλαγής των κλειδαριών από την Ενάγουσα μετά την επίδοση του επίδικου διατάγματος. Με άλλα λόγια από τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα άλλαξε τις κλειδαριές τα Χριστούγεννα του 2016, ή αν δεν ήταν αυτή το πρόσωπο που τις άλλαξε ότι ήταν σε γνώση της το ισχυριζόμενο περιστατικό. Δεν μπορεί επομένως να γίνεται λόγος για παράβαση του καθήκοντος της Ενάγουσας να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, αφ' ης στιγμής είναι αδύνατο να διαπιστωθεί αντικειμενικά η αλήθεια των προβαλλόμενων ως σημείων μη αποκάλυψης. Κατά συνέπεια, δεν τίθεται ζήτημα εξέτασης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμα και αν το πιο πάνω σημείο αποτελούσε παράβαση του καθήκοντος αποκάλυψης, κρίνω ότι δεν θα μπορούσε να ασκήσει οποιαδήποτε επίδραση στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ουσιώδες των γεγονότων που δεν αποκαλύφθηκαν εξαρτάται από τη σημασία και την επίδραση των γεγονότων αυτών στα επίδικα θέματα. Στην προκείμενη περίπτωση σημασία έχει αν ο Εναγόμενος εγκαταστάθηκε στην κατοικία και αν απαγορεύθηκε στην Ενάγουσα η είσοδος της σε αυτήν. Το πρώτο σκέλος είναι παραδεκτό, ενώ όσον αφορά το δεύτερο ο Εναγόμενος περιορίζεται απλώς να προβάλει ισχυρισμούς σε σχέση με την αλλαγή των κλειδαριών, χωρίς να αναφέρεται στο ισχυριζόμενο περιστατικό της 10.02.
- Κατεπείγον Το εν λόγω ζήτημα παρά το ότι εγείρεται ως λόγος ένστασης, εντούτοις δεν αναπτύσσεται στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Εναγόμενου. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε για την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 9 του Κεφ.6, εφόσον η Ενάγουσα προέβαλε τον ισχυρισμό ότι είναι η ιδιοκτήτρια της κατοικίας (Τεκμήριο Α της αίτησης), ότι αποκλείστηκε από την κατοχή και χρήση της και ότι ήταν δεσμευμένη δυνάμει σχετικής σύμβασης να ετοιμάσει και να παραδώσει την κατοικία προς ενοικίαση σε τρίτα πρόσωπα τον Μάρτιο του 2017 (Τεκμήριο Γ της αίτησης). Τα πιο πάνω αναφερόμενα καταδεικνύουν, κατά την κρίση μου, και την ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων εφόσον η Ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια της κατοικίας εμποδιζόταν από την ελεύθερη είσοδο, κατοχή και χρήση της ιδιοκτησίας της. Ολοκληρώνω το πιο πάνω ζήτημα με παραπομπή στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.α v. Adeona Holdings Ltd Πολ. Έφεση αρ.Ε6/14 ημερ.27.02.15, όπου ειπώθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Προϋποθέσεις άρθρου 32 του Νόμου Έχοντας υπόψη μου την υπό κρίση αίτηση με την υποστηρικτική ένορκη δήλωση, την ένσταση με την υποστηρικτική ένορκη δήλωση, αλλά και το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, κρίνω ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου. Έγινε αρκετός λόγος όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, με την ευπαίδευτη συνήγορο του Εναγόμενου να υποστηρίζει ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του τελευταίου και ότι η Ενάγουσα δεν μπορεί να διεκδικεί τη θεραπεία της παραγράφου 8Α της Έκθεσης Απαίτησης ενόψει της καταχώρησης της αίτησης επίλυσης περιουσιακών διαφορών με αρ.6/17 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου. Η προαναφερόμενη εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Κατά την άποψη μου αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα, το οποίο βασίζεται στα δικαιώματα που έχει η Ενάγουσα ως η κατ' ισχυρισμό ιδιοκτήτρια της κατοικίας. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος είναι ο εν διαστάσει σύζυγος της Ενάγουσας δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, ούτε μεταβάλλει το δικαίωμα της, ως κατ' ισχυρισμό ιδιοκτήτριας της κατοικίας, να αξιώνει την ελεύθερη κατοχή και χρήση της. Ούτε από την άλλη η καταχώρηση της αίτησης υπ' αρ.6/17 στο Οικογενειακό Δικαστήριο αναιρεί το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας. Καταρχάς σημειώνω ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι η κατοικία δεν αποτελούσε την οικογενειακή στέγη και συνεπώς δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 17 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου, Ν.23/1990. Περαιτέρω, η παρούσα διαφορά δεν εμπίπτει στις περιουσιακές σχέσεις των διαδίκων οι οποίες και θα επιλυθούν στα πλαίσια της αίτησης αρ.6/17 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου. Η προαναφερόμενη αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 14 του περί Ρύθμισης των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου, Ν.232/91, και αφορά την απόδοση της συνεισφοράς του Εναγόμενου στην αύξηση της περιουσίας της Ενάγουσας στην οποία περιλαμβάνεται και η κατοικία (βλ. Τεκμήριο 3 της ένστασης). Είναι επομένως φανερό ότι στα επίδικα θέματα της εν λόγω αίτησης δεν περιλαμβάνεται η ισχυριζόμενη παραβίαση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της Ενάγουσας επί της κατοικίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας με παρέπεμψε στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2004)1 Α.Α.Δ 1192, η οποία είναι σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα. Στην εν λόγω υπόθεση η εφεσείουσα καταχώρησε αγωγή στο Ε.Δ. Λευκωσίας με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, την έκδοση διατάγματος που να εμποδίζει τον εφεσίβλητο - πρώην σύζυγο της από του να επεμβαίνει στην κατοικία της, διάταγμα που να τον διατάσσει να εγκαταλείψει την κατοικία και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και οχληρία. Επίσης μετά από μονομερή αίτηση της το πρωτόδικο Δικαστήριο χορήγησε αριθμό προσωρινών διαταγμάτων. Σημειώνεται ότι ο εφεσίβλητος αποτάθηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο αξιώνοντας την απόδοση συνεισφοράς στην αύξηση της περιουσίας της εφεσείουσας. Κατά την ακρόαση της αίτησης των προσωρινών διαταγμάτων το Δικαστήριο ήγειρε αυτεπάγγελτα ζήτημα δικαιοδοσίας αποφασίζοντας ότι αρμοδιότητα για την επίλυση των προαναφερόμενων ζητημάτων έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο επιτρέποντας την έφεση ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Σύμφωνα με το πιο πάνω αρ. 11
(2)(ε) του Νόμου 23/90 τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν, μεταξύ άλλων, θέματα «περιουσιακών σχέσεων» των συζύγων ή οποιαδήποτε άλλη «γαμική ή οικογενειακή διαφορά». Έχουμε την άποψη πως οι αξιώσεις που εγείρονται με το δικόγραφο της εφεσείουσας δεν αφορούν με κανένα τρόπο «θέμα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων ή οποιαδήποτε άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά» εντός της έννοιας του αρ. 11
(2)(ε) του Νόμου 23/
- Επομένως δεν εμπίπτουν εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Έπεται πως η κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου περί του αντιθέτου είναι εσφαλμένη. Το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος διεκδικεί μέρος της επίδικης κατοικίας δεν είναι ικανό να εντάξει τις επίδικες αξιώσεις της εφεσείουσας εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Οι σχετικές αξιώσεις του εφεσίβλητου, οι οποίες βασίζονται επί του αρ. 14 του Νόμου 232/91, εμπίπτουν εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου (βλ. αρ. 2 του Νόμου 232/91 (ορισμός του όρου «Δικαστήριο») και 14). Σε περίπτωση που ο εφεσίβλητος πετύχει στην αξίωση του θα τύχει των θεραπειών που προβλέπονται από το Νόμο 232/
- Σύμφωνα με το Πρωτόδικο Δικαστήριο οι αξιώσεις του εφεσίβλητου καθιστούσαν αναγκαία την διατύπωση δικαστικής κρίσης επί των ιδιοκτησιακών συμφερόντων των διαδίκων. Παρατηρούμε ότι οι σχετικές αξιώσεις του εφεσίβλητου βασίζονται επί του αρ. 14 του Νόμου 232/
- Ωστόσο τέτοια κρίση δεν χρειάζεται να διατυπωθεί δυνάμει του αρ. 14 του Νόμου 232/
- Αυτό γιατί σε τέτοια διαδικασία το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν καλείται να αποφασίσει επί των ιδιοκτησιακών συμφερόντων των συζύγων αλλά καλείται να αποφασίσει επί του κατά πόσο ο αιτητής σύζυγος έχει συμβάλει με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση της περιουσίας της οποίας ιδιοκτήτης είναι ο άλλος σύζυγος. Περαιτέρω το Οικογενειακό Δικαστήριο καλείται να αποδώσει στον αιτητή σύζυγο το μέρος της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Επομένως η αξίωση του εφεσίβλητου δυνάμει του αρ. 14 του Νόμου 232/91 δεν μπορεί να εντάξει τις πιο πάνω αξιώσεις της εφεσείουσας εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου.» Αναφορικά με την ύπαρξη πιθανότητας η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία, θεωρώ επίσης ότι πληρούται. Σύμφωνα με το Τεκμήριο Α της αίτησης η Ενάγουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου επί του οποίου ανεγέρθηκε η κατοικία. Δεν παραβλέπω τον ισχυρισμό που προβάλλει ο Εναγόμενος σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες εγγράφηκε το ακίνητο αποκλειστικά επ' ονόματι της Ενάγουσας. Στα πλαίσια της επίδικης αίτησης ωστόσο δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου η αξιολόγηση αντικρουόμενης μαρτυρίας ή εις βάθος εξέτασή της ή η διατύπωση ευρημάτων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 του Νόμου [Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528]. Περαιτέρω, όπως έχει κατά κόρον τονισθεί από την νομολογία, στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του [T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) A.A.Δ 1802]. Ερχόμενος τώρα στην τρίτη προϋπόθεση παρατηρώ ότι και αυτή πληρούται. Παραπέμπω σε όσα ανέφερα πιο πάνω κατά την εξέταση του στοιχείου του κατεπείγοντος δυνάμει του άρθρου 9 του Κεφ.6, αφού τους ίδιους ισχυρισμούς επικαλείται η Ενάγουσα και για να καταδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σημειώνω ότι έστω και αν έχει παραδοθεί η κατοικία για την τρέχουσα ενοικιαστική περίοδο στους ενοικιαστές, κανείς δεν μπορεί να προδιαγράψει ότι αυτό θα συμβεί και στο μέλλον εφόσον η Ενάγουσα ενοικιάζει την κατοικία κάθε χρόνο για περίοδο 8 μηνών. Επιπρόσθετα υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 έχει, κατά την κρίση μου, ευρύτερες διαστάσεις. Χωρίς να προβαίνω σε τελικά ευρήματα ως προς την ουσία της υπόθεσης, από τη στιγμή που η Ενάγουσα επικαλείται παραβίαση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της, τα οποία τυγχάνουν και συνταγματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος, η πιο πάνω παράμετρος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση του συγκεκριμένου κριτηρίου. Στην υπόθεση Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ 1245, επιβεβαιώθηκε η αρχή ότι ο χρηματικός παράγων της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη για την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης. Στην εν λόγω υπόθεση επιχειρήθηκε η συμπλήρωση ανέγερσης περιπτέρου κατά παράβαση δικαιώματος και χωρίς την εξουσιοδότηση της αρμοδίας αρχής. Λήφθηκε, επομένως, υπόψη η ύπαρξη παρανομίας ως στοιχείο που προσμετρά στην εξέταση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 του Νόμου. Κατ' αναλογία στην υπό κρίση περίπτωση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ισχυριζόμενη παραβίαση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της Ενάγουσας. Απόλυτα σχετική είναι και η απόφαση στην υπόθεση ZENA COMPANY LTD v. DEMENIAN CATERING LTD
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ 1848, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 του Νόμου με παραπομπές και σε παλαιότερη νομολογία: "Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης, ως το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32, αποτελεί ουσιαστικά τον μόνο άξονα γύρω από τον οποίο επικεντρώθηκαν οι επιχειρηματολογίες των συνηγόρων των διαδίκων. Είναι γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση της Κάνθερ (παρ. 29), κατεγράφη απλώς ότι θα ήταν δύσκολο και αδύνατο να απονεμηθεί η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όμως στην παρ. 30, η δυσκολία αυτή συνδέθηκε με την κατ' ισχυρισμόν συνέχιση της παράνομης επέμβασης και της οχληρίας που κατά τη θέση της εφεσείουσας δημιουργήθηκαν από την εφεσίβλητη. Έχει σαφώς νομολογηθεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231. Στην υπόθεση Cambridge Nutrition Ltd v. British Broadcasting Corp. [1990] 3 All E.R. 523, έγινε δεκτό ότι στην ενάσκηση της εξισορροπητικής άσκησης μεταξύ της παρουσίασης σοβαρής υπόθεσης προς συζήτηση και του ισοζυγίου της ευχέρειας, ο χρηματικός παράγων για σκοπούς αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, αλλά επενεργούν και άλλοι, όπως το δικαίωμα του BBC να μεταδώσει συγκεκριμένο πρόγραμμα στα πλαίσια της μετάδοσης προγραμμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Στην υπόθεση Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κκιζή κ. ά. v. Κύζη, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκιζή
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245, επιβεβαιώθηκε η θέση ότι ο χρηματικός παράγων της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου, όπως τα κριτήρια αυτά εξηγήθηκαν από τη νομολογία, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a. o.
(1982)1 C.L.R. 557. Στην υπόθεση Κυρισάββα,επιχειρήθηκε η συμπλήρωση ανέγερσης περιπτέρου κατά παράβαση δικαιώματος και χωρίς την εξουσιοδότηση της αρμοδίας αρχής. Ο χαρακτήρας του κτήματος θα αλλοιωνόταν αν αφηνόταν η οικοδομή να προχωρήσει που περιελάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, σιδηρών πασσάλων, χώρους στάθμευσης, premix κλπ.. Η παρανομία στην επιδίωξη της κατασκευής του περιπτέρου με τις παρεμφερείς κατασκευές του, ήταν στοιχείο το οποίο το Εφετείο έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη στην αποτίμηση της ύπαρξης του τρίτου κριτηρίου. Επιβεβαιώθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Το Δικαστήριο αποτελεί τον θεματοφύλακα γενικά του κράτους δικαίου και δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι η αρμοδία αρχή για τις ανοικοδομήσεις κτιρίων έχει λάβει μια συγκεκριμένη θέση μετά από την καταγγελία της όλης υπόθεσης από την πλευρά του αιτητή, που οδηγεί εκ πρώτης όψεως στο συμπέρασμα ότι η οικοδομή αυτή δεν θα έπρεπε να είχε αρχίσει καν.»" Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται επίσης ότι θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να ακυρωθεί το επίδικο διάταγμα προκειμένου να διατηρηθεί το status quo. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι η διατήρηση του status quo μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την οριστικοποίηση του επίδικου διατάγματος και τη διαφύλαξη των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της Ενάγουσας όπως αυτά εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον προκύπτουν από το γεγονός ότι είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου (βλ. Τεκμήριο Α της αίτησης). Προβάλλεται επίσης η θέση ότι το επίδικο διάταγμα ταυτίζεται με τελική θεραπεία που διεκδικείται στα πλαίσια της αγωγής. Καταρχάς παρατηρώ ότι με την αγωγή ζητείται αριθμός άλλων δηλώσεων και διαταγμάτων, ενώ διεκδικούνται και αποζημιώσεις. Συνεπώς, δεν μπορεί βάσιμα να προβάλλεται το επιχείρημα ότι τυχόν οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος θα συνεπάγεται και τερματισμό της διαφοράς των διαδίκων. Σημειώνω επίσης ότι είναι μεν ανεπιθύμητο σε αυτό το στάδιο να χορηγείται θεραπεία η οποία είναι ταυτόσημη με θεραπεία που αξιώνεται στην αγωγή, ωστόσο, η νομολογία μας σαφώς υποδεικνύει ότι δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας που να απαγορεύει άνευ ετέρου την απόδοση θεραπείας στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο απλά και μόνο επειδή με την αγωγή επιδιώκεται η ίδια θεραπεία. Παραπέμπω στις Πολ. Εφέσεις 319/2011 και 320/2011, ημερομηνίας 13.01.14, PENDERHILL HOLDINGS LTD κ. ά ν. ΙΩΑΝΝΗ ΚΛΟΥΚΙΝΑ, και FIDUCITRUST SERVICES LTD κ. ά ν. ΙΩΑΝΝΗ ΚΛΟΥΚΙΝΑ, στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας το εν λόγω θέμα ανέφερε τα ακόλουθα: "Όπως παρατηρεί ορθώς και το πρωτόδικο Δικαστήριο, με παραπομπή στην Parico Aluminium Designs v. Muskita Aliminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 A.A.Δ. 2015 και Κουνούνα ν. F & A Simonos Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1361, το ζήτημα παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται. Το ζήτημα πάντοτε εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων. Επίσης είναι ορθό ότι δεν χορηγείται ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, και κάτω από τον μανδύα της αίτησης για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δίκαια ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση και αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή αν θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 304/2008, ημερ. 21.10.2011). Εξαρτάται πάντοτε από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων [Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α. (ανωτέρω)]." Ισοζύγιο της ευχέρειας Έχοντας εξετάσει τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου, θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788 υιοθετείται απόσπασμα από την Film Rover Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR 670, όπου αναφέρεται ότι: "Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαραγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Στη National Bank of Jamaica Ltd v. Olint Corp Ltd
(2009)1 WLR 1405, αναφέρεται πως ο σκοπός ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι να βελτιώσει τις πιθανότητες του Δικαστηρίου να απονέμει δικαιοσύνη μετά την εκδίκαση της ουσίας κατά τη δίκη. Επομένως, κατά το ενδιάμεσο στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει να εκτιμήσει κατά πόσο η έκδοση ή μη του διατάγματος είναι πιο πιθανό να δημιουργήσει ένα δίκαιο αποτέλεσμα. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων, η βασική αρχή είναι κοινή, ότι δηλαδή το Δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει την πορεία εκείνη που φαίνεται πως θα προκαλέσει τη λιγότερο μη αθεράπευτη δυσχέρεια στη μια ή την άλλη πλευρά. Από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου και την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του προκύπτει ότι η βασική ανησυχία του έγκειται στο ενδεχόμενο πώλησης της κατοικίας από την Ενάγουσα. Η εν λόγω ανησυχία ωστόσο δεν υφίσταται αφ' ης στιγμής ο Εναγόμενος εξασφάλισε στις 10.03.17 στα πλαίσια της αίτησης 6/17 του Οικογενειακού Δικαστηρίου σχετικό προσωρινό διάταγμα που απαγορεύσει στην Ενάγουσα να αποξενώσει τα 2/3 της κατοικίας (Τεκμήριο 4 της ένστασης). Ενόψει επομένως του γεγονότος αυτού σε συνδυασμό με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω κατά την εξέταση των κριτηρίων του άρθρου 32 του Νόμου, θεωρώ ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ της Ενάγουσας. Για όλους του λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω θεωρώ ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 20.02.17 καταστεί απόλυτο. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ................ Μ. Αγιομαμίτης, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα