Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Mark Woodward κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 1619/2014, 17/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 1619/2014 Μεταξύ :- Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσα Και
- Mark Woodward
- Gerard-Lee Woodward
- Between Friends Ltd Εναγόμενοι Αίτηση Ημερομηνίας 31/12/2015 Ημερομηνία Έκδοσης της Απόφασης :- Τετάρτη 17η Μαΐου 2017 Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση :- κος. Μάριος Σωφρονίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Κυριάκος Κακογιάννης Για τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή :- κα. Αθηνά Ευαγόρου για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Αθηνά Ευαγόρου Απόφαση A. Εισαγωγή 1 Ο εναγόμενος 1 (στο εξής θα καλείται ο «εναγόμενος») αιτείται τόσο τον παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον του όσο και τον παραμερισμό όχι μόνο της επίδοσης αλλά και του διατάγματος βάσει του οποίου δόθηκε άδεια όπως αυτή γίνει εκτός δικαιοδοσίας. Επιπλέον, αιτείται και διάταγμα απόρριψης ή αναστολής μέτρων εκτέλεσης ή της δικαστικής διαδικασίας. 2 Αναφορικά με το τελευταίο αίτημα δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ή ακόμη και δήλωση πρόθεσης της ενάγουσας αναφορικά με τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων εκτέλεσης ή οποιασδήποτε άλλης εκκρεμούσας διαδικασίας εναντίον του εναγόμενου. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν εξετάζει αυτό το μέρος του αιτήματος. 3 Παρά και τη σειρά με την οποία έχει θέσει τα αιτήματα του ο εναγόμενος η προσέγγιση του Δικαστηρίου, ως προς την εξέταση τους, θα είναι χρονική. 3.1 Δηλαδή, πρώτα θα εξεταστεί κατά πόσο ευσταθεί το αίτημα αναφορικά με τον παραμερισμό ή ακύρωση του διατάγματος βάσει του οποίου επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Εάν κριθεί πως αυτό ευσταθεί τότε ασφαλώς οι οποιεσδήποτε δικονομικές συνέπειες αναπόφευκτα επίσης θα ακυρωθούν καθότι δεν θα ήταν νομικά ορθό και δίκαιο να κρινόταν έγκυρη μία επίδοση η οποία προέκυψε από ένα άκυρο διάταγμα με το οποίο είχε αρχικά δοθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. 3.2 Με τον ίδιο τρόπο εάν η επίδοση παραμεριστεί τότε αυτό θα οδηγήσει και σε παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε εξαιτίας αυτής της επίδοσης. 3.3 Συνεπώς μόνο σε περίπτωση κατά την οποία απορριφθούν τα αιτήματα για ακύρωση είτε του διατάγματος με το οποίο δόθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είτε της ίδιας της επίδοσης θα εξετάσει το Δικαστήριο τις προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται βάσει της νομολογίας μας για παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον του εναγόμενου. Β. Αίτημα Παραμερισμού Διατάγματος Επίδοσης 4 Εξετάζεται πρώτα ο λόγος βάσει του οποίου ο εναγόμενος αιτείται τον παραμερισμό του διατάγματος επίδοσης. Διευκρινίζεται παράλληλα πως το Δικαστήριο βασίζεται στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης έτσι ώστε να καθορίσει και τη βάση του αιτήματος του εναγόμενου. Καθότι βεβαίως, όπως αναφέρεται και εντός της αίτησης, όχι μόνο τα γεγονότα επί των οποίων αυτή βασίζεται εκτίθενται εντός αυτής της ένορκης δήλωσης αλλά επιπλέον αυτά βεβαίως είναι και τα γεγονότα τα οποία τέθηκαν υπόψη της καθ΄ ης η αίτηση ενάγουσας έτσι ώστε και οι δικηγόροι της να είχαν ετοιμάσει την ειδοποίηση τους για πρόθεση ένστασης στην αίτηση. 5 Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε από την ενάγουσα, προφανώς για εξασφάλιση του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, πάσχει καθότι δεν ζητήθηκε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. Θέση δηλαδή του εναγόμενου είναι πως εφόσον οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι κάτοικοι εξωτερικού και διαμένουν εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα έπρεπε να είχε ζητηθεί άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής πριν από την επίδοση του προς αυτούς. 6 Η θέση αυτή κρίνεται αβάσιμη. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει εισήγηση επί του ιδίου θέματος και σε άλλες περιπτώσεις με παρόμοια γεγονότα και στο παρελθόν. Όπως, παραδείγματος χάριν, σε προηγούμενη απόφαση του στην αγωγή 1154/2012 μεταξύ Alpha Bank Cyprus Ltd. v.
- Major Joanne κ. ά. του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 23/6/
- Το περιεχόμενο της οποίας απόφασης θα μπορούσε να υιοθετήσει προς αποφυγή αχρείαστης προσθήκης στην έκταση αυτής της απόφασης. Όμως, επειδή ο συγκεκριμένος λόγος εξακολουθεί να προβάλλεται σε περιπτώσεις με παρόμοια δεδομένα ως λόγος για ακύρωση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας κρίνεται πως θα ήταν πιο πρακτικό για το Δικαστήριο όπως προσαρμόσει αντί απλά να υιοθετήσει το σκεπτικό της προηγούμενης απόφασης του στα δεδομένα αυτής της αγωγής και όπως το παραθέσει ανάλογα εκ νέου και εντός αυτής της απόφασης. 7 Υπενθυμίζεται σχετικά πως με την επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του εναγόμενου βασίζουν τη θέση τους στο σκεπτικό απόφασης πρωτόδικου Δικαστηρίου στην Αγωγή 408/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας μεταξύ Παναγιώτη Γρηγορίου ν.
- Θεοδόση Νικολάου κ. ά. ημερομηνίας 17/11/
- 8 Βεβαίως αυτά τα οποία όντως αναφέρονται εντός αυτής της απόφασης είναι τα ακόλουθα. Πρώτο, ότι η ανάγκη για εξασφάλιση άδειας για σφράγιση δεν υπάρχει στην περίπτωση όπου οι εναγόμενοι βρίσκονται εντός δικαιοδοσίας. Δεύτερο, ότι σε περίπτωση κατά την οποία η αγωγή στρέφεται και εναντίον εναγόμενων εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, εκτός δηλαδή και από εναγόμενους που βρίσκονται εκτός της δικαιοδοσίας, η υποβολή αίτησης προς λήψη άδειας για τη σφράγιση του κλητηρίου πριν από την καταχώρηση του δεν είναι αναγκαία. Καταλήγει συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο στο εξής συμπέρασμα. Όταν σε ένα κλητήριο ένταλμα υπάρχουν τόσο ημεδαποί όσο και αλλοδαποί εναγόμενοι οι πρόνοιες της Δ.2 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας αδρανοποιούνται. Σε αυτό το σημείο της απόφασης του το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει ως σχετικές αυθεντίες επί του θέματος τις αποφάσεις Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121 και Niki Christoforou Cosmetics v. Αγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ. ά
(2005)1 Α.Α.Δ.
- Στη συνέχεια περιγράφει τη διαδικασία η οποία θα πρέπει να ακολουθείται για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας τονίζοντας όμως παράλληλα πως δεν χρειάζεται άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος το οποίο θα επιδιδόταν εκτός δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα, όπως το πρωτόδικο Δικαστήριο εξηγεί, η έκδοση άδειας για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος (ή της ειδοποίησης αυτού) εκτός της δικαιοδοσίας, επιτυγχάνεται με την υποβολή μονομερώς αίτησης η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία θα πρέπει να παρατίθενται οι πληροφορίες τις οποίες καθορίζει η Δ.6 θ.4, προσθέτοντας όμως ότι οι πληροφορίες αυτές δεν συμπεριλαμβάνουν και αναφορά ότι έχει ληφθεί προηγουμένως η άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και πως σύμφωνα με τη Δ.6 θ.4 με την ένορκη δήλωση το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγή και να καταδεικνύεται ο τόπος ή η χώρα στην οποία ο Εναγόμενος δυνατό να βρεθεί όπως και το υπόβαθρο στο οποίο η αίτηση βασίζεται. Πρόσθεσε δε πως στη συγκεκριμένη περίπτωση εφόσον στο κλητήριο ένταλμα υπήρχε και Κύπριος συνεναγόμενος για τον οποίο δεν χρειαζόταν προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου για να σφραγιστεί, ορθά δεν είχε υποβληθεί αίτηση προς λήψη άδειας για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώρηση του. Ούτε και εισηγείται στη συνέχεια το Δικαστήριο πως θα έπρεπε να είχε εξασφαλιστεί άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος για δεύτερη φορά έστω και εάν υπάρχει αναφορά σε έκδοση πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος ή, όπως αναφέρεται εντός παρενθέσεως, concurrent writ. 9 Πραγματικά, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, κάθε άλλο παρά μπορεί να θεωρηθεί πως η συγκεκριμένη πρωτόδικη απόφαση υποστηρίζει την ορθότητα της θέσης των ευπαίδευτων δικηγόρων του εναγόμενου πως εφόσον οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι κάτοικοι εξωτερικού και διαμένουν εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα έπρεπε να είχε ζητηθεί άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής πριν από την επίδοση του προς αυτούς. 10 Εντούτοις, έτσι ώστε να καθίσταται πιο σαφής η αιτιολόγηση αυτής της απόφασης, σε σχέση με την απόρριψη της συγκεκριμένης θέσης, το Δικαστήριο θα αναφερθεί και σε άλλη πρωτόδικη απόφαση στην οποία όντως υποστηρίζεται η θέση των ευπαίδευτων δικηγόρων του εναγόμενου. 11 Η συγκεκριμένη πρωτόδικη απόφαση είναι αυτή του Κληρίδη Π. Ε. Δ. (όπως ήταν τότε) στην Αγωγή 8063/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 23/12/2008, Γεώργιου Χατζηπιερή ν. B. A. T. (Cyprus) Ltd κ. ά.. Έχω μελετήσει την συγκεκριμένη απόφαση. Με όλο το προσήκοντα σεβασμό προς τον τότε πρωτόδικο Δικαστή θεωρώ λανθασμένο το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει αναφορικά με την αναγκαιότητα έκδοσης και σφράγισης παράλληλου κλητηρίου εντάλματος (concurrent writ). Θεωρώ πως η όλη λανθασμένη προσέγγιση στην απόφαση Χατζηπιερή αναδεικνύεται από τα στοιχεία επί των οποίων αυτή εδράζεται. Παραδείγματος χάριν, ενώ στη σελίδα 6 υπάρχει αναφορά σε συγκεκριμένη παράγραφο από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England το περιεχόμενο της δεν ανταποκρίνεται στο κείμενο το οποίο προηγείται αυτής της αναφοράς. Θα επανέλθω σε αυτό το σημείο πιο κάτω. 12 Το βασικότερο όμως στοιχείο το οποίο καθιστά λανθασμένο το σκεπτικό της απόφασης Χατζηπιερή είναι το γεγονός πως εκλαμβάνει ως δεδομένο μέρος της όλης διαδικασίας επίδοσης δικονομικό μέτρο το οποίο όμως δεν συμπεριλαμβάνεται είτε άμεσα είτε με οποιοδήποτε έμμεσο τρόπο στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι εφαρμόζονται στην Κύπρο (στο εξής θα καλούνται οι "Θεσμοί"). Συγκεκριμένα η απόφαση θεωρεί ως δικονομικό δεδομένο τόσο την ύπαρξη όσο και τη δυνατότητα έκδοσης παράλληλου κλητηρίου (concurrent writ). Εντούτοις αυτό το οποίο παραγνωρίζεται στην απόφαση Χατζηπιερή είναι πως ενώ στο Annual Practice του 1958 υπάρχει ρητή πρόνοια (δηλαδή, Order 6) ως προς την έκδοση concurrent writ, τέτοια πρόνοια δεν υπάρχει πουθενά στους δικούς μας Θεσμούς. Μάλιστα ούτε ακόμη και η ίδια η λέξη "concurrent" δεν αναφέρεται πουθενά εντός των Θεσμών. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη λέξη "παράλληλο" σε συνάρτηση με το δικονομικό μέτρο της έκδοσης κλητηρίου εντάλματος. Πολύ απλά η όλη έννοια ή σημασία της δυνατότητας έκδοσης παράλληλου κλητηρίου εντάλματος (concurrent writ) δεν συναντιέται πουθενά εντός των Θεσμών μας. 13 Εμφανώς, κατά τη διαχρονική διαλογή η οποία προηγήθηκε, η συγκεκριμένη πρόνοια είχε αφεθεί εκτός των διαδικαστικών κανονισμών οι οποίοι ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον των Δικαστηρίων μας. Ενώ στη σχετική Αγγλική Διαταγή (Order 6) υπάρχει αναφορά σε "original writ" και σε "concurrent writ". Υπενθυμίζω αναφορικά με τους δικούς μας Θεσμούς πως σύμφωνα με τη Δ. 2 θ. 11 των Θεσμών όταν ο ενάγων παρουσιάζει το κλητήριο ένταλμα του για σφράγιση θα πρέπει να αφήσει για κάθε εναγόμενο ένα αντίγραφο (office copy) για επίδοση συν ένα αντίγραφο (duplicate) τέτοιου αντιγράφου (copy) για την ένορκη δήλωση επίδοσης. Βεβαίως υπάρχει ορισμός για τη φράση "office copy" στη Δ. 1 θ. 2 των Θεσμών. 14 Θα πρέπει σε αυτό το σημείο της απόφασης να υπενθυμίσω πως μετά και από τη προσθήκη της Δ. 5Β η προβλεπόμενη από τους Θεσμούς επίδοση κλητηρίου εντάλματος εναρκτήριας αίτησης, έφεσης, δικογράφων και παντός δικαστικού εγγράφου, καθώς και η επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου ήθελε διατάξει το Δικαστήριο, διενεργείται από ιδιώτη επιδότη στον οποίο έχει χορηγηθεί άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο. Συνεπώς, ασφαλώς το θέμα της άφεσης αντιγράφων από δικηγόρους προς επίδοση μετά από τη καταχώρηση τους πλέον δεν γίνεται δια μέσω των δικαστικών επιδοτών αλλά απευθείας με ιδιώτες επιδότες. 15 Επιστρέφοντας στο χρονικό σημείο της σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος, όπως αυτή προνοείται από τους Θεσμούς, παρατηρώ τα εξής. Σύμφωνα με τη Δ. 2 θ. 12 αφού ακολουθηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία τότε ο Πρωτοκολλητής θα σφραγίσει το κλητήριο ένταλμα και θα θεωρείται πως αυτό θα έχει εκδοθεί και θα άρχεται η αγωγή. Δηλαδή το χρονικό σημείο έναρξης της αγωγής είναι το χρονικό σημείο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος το οποίο προκύπτει ταυτόχρονα με τη σφράγιση του. Πουθενά στους Θεσμούς όμως δεν προνοείται η έκδοση άλλου παράλληλου κλητηρίου εντάλματος. Ούτε και υπάρχει αναφορά σε "αρχικό" ή "πρωτότυπο" κλητήριο ένταλμα (original writ) σε σχέση με το οποίο να παρέχεται η δυνατότητα παράλληλου κλητηρίου εντάλματος (concurrent writ). 16 Οι μοναδικές δύο αναφορές σε "original writ" οι οποίες υπάρχουν είναι αυτές της Δ. 4 θ. 2 σε σχέση με τη δυνατότητα η οποία παρέχεται ως προς την ανανέωση ενός κλητηρίου εντάλματος μετά και από τη πάροδο χρονικής περιόδου 12 μηνών από την ημερομηνία έκδοσης του. Βεβαίως, αξίζει να σημειωθεί πως η αναφορά στο Annual Practice του 1958, O. 6 r. 1 σε concurrent writ έχει σχέση και με τη διάρκεια ισχύς του κλητηρίου εντάλματος όπως αυτή καθορίζεται από τη O. 8 r.
- 17 Σημασία ως προς την εκ πρώτης όψεως δυσδιάκριτα τρωτή βάση λογικής εντός της απόφασης Χατζηπιερής, εξαιτίας της οποίας εξάγεται εν τέλει ένα λανθασμένο συμπέρασμα, είναι η διαπίστωση πως αυτό βασίζεται στην αποδοχή ως δεδομένων τόσο της μεταγενέστερης εκ νέου σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος όσο και της ύπαρξης αλλά και δυνατότητας έκδοσης παράλληλου κλητηρίου εντάλματος δίχως όμως γενικά η δικονομική ρύθμιση αυτή - δηλαδή τόσο της δεύτερης σφράγισης όσο και της έκδοσης παράλληλου κλητηρίου εντάλματος - να περιέχεται στους Θεσμούς μας έτσι ώστε ως αποτέλεσμα αυτή όντως να παρέχεται προς εφαρμογή στις περιπτώσεις επίδοσης κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. 18 Αναμφίβολα σύμφωνα με τη Δ. 2 θ. 2 κανένα κλητήριο ένταλμα προς επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ή του οποίου θα δοθεί ειδοποίηση εκτός δικαιοδοσίας δεν θα σφραγίζεται δίχως την άδεια του Δικαστηρίου. Εντούτοις σύμφωνα με τη νομολογία μας εάν υπάρχει εναγόμενος επί του κλητηρίου εντάλματος ο οποίος βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας τότε δεν χρειάζεται άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος ακόμη και σε περιπτώσεις όπου επί αυτού υπάρχει και εναγόμενος εκτός δικαιοδοσίας. Αντιθέτως το κλητήριο ένταλμα σφραγίζεται όπως οποιοδήποτε άλλο κλητήριο ένταλμα ενώ στη συνέχεια αυτό το οποίο όντως προνοείται ως αναγκαία προϋπόθεση για να ζητηθεί άδεια από το Δικαστήριο δεν είναι άδεια να σφραγιστεί εκ νέου το κλητήριο ένταλμα αλλά άδεια να επιδοθεί εκτός δικαιοδοσίας είτε το ίδιο το κλητήριο ένταλμα είτε ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος. 19 Στην απόφαση Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως ορθή την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το ότι η λήψη άδειας για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώρηση του λόγω της ύπαρξης διαδίκων εκτός δικαιοδοσίας δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.6
(1)(h), εφόσον στο κλητήριο ένταλμα εμφανίζεται εναγόμενος εντός της δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο σε σχέση με το αίτημα για ακύρωση ή παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος πριν την καταχώρηση του κατέληξε σε συμπέρασμα πως τέτοια άδεια δεν ήταν αναγκαία εφόσον στο κλητήριο εμφανιζόταν εναγόμενος εντός της δικαιοδοσίας και συνεπώς οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση να ζητήσουν άδεια για σφράγιση του κλητηρίου. 20 Βεβαίως σημείωσε "επιπλέον" το πρωτόδικο Δικαστήριο πως στην όψη του κλητηρίου υπήρχε η σημείωση "όχι για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγόμενους 2 χωρίς τη σχετική άδεια του Δικαστηρίου". Κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο πως το κλητήριο καλώς εκδόθηκε και συνεπώς παρέμενε σε ισχύ. Παρατηρώ πως η αναφορά στη σημείωση επί του κλητηρίου εντάλματος έγινε ως μία επιπρόσθετη παρατήρηση όπως φαίνεται και από τη χρήση της λέξης "επιπλέον" με την οποία αρχίζει η συγκεκριμένη πρόταση από το απόσπασμα της πρωτόδικης απόφασης. Δεν τέθηκε δηλαδή ως απαραίτητη προϋπόθεση είτε από το πρωτόδικο Δικαστήριο είτε από το Ανώτατο Δικαστήριο η ύπαρξη αυτής της σημείωσης. 21 Στην υπόθεση Niki Christoforou Cosmetics v. Αγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ. ά
(2005)1 Α.Α.Δ. 273, αυτό το οποίο κυρίως εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν η διάρκεια ισχύς ενός κλητηρίου εντάλματος και ο χρόνος έναρξης αυτής. Αξιοσημείωτο βεβαίως σε σχέση με αυτή την απόφαση είναι το γεγονός πως μετά και από την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε εναγόμενο εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εγκρίθηκε αίτηση για άδεια σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σε εναγόμενους εκτός δικαιοδοσίας. Οι οποίοι στη συνέχεια καταχώρησαν αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης καθότι σύμφωνα με τη θέση τους το κλητήριο ένταλμα είχε εκπνεύσει προτού αυτό επιδοθεί σε αυτούς. Η θέση της ενάγουσας ήταν πως ο χρόνος έναρξης της ισχύος του κλητηρίου εντάλματος σε σχέση με τους εναγόμενους εκτός δικαιοδοσίας ήταν ο χρόνος καταχώρησης του ο οποίος όμως συνέπιπτε με την ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο χορήγησε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και επίδοση της ειδοποίησης εκτός δικαιοδοσίας. Η πρωτόδικος Δικαστής κατέληξε στο συμπέρασμα πως το κλητήριο ένταλμα, ακόμη και σε περίπτωση όπου ο εναγόμενος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας, λήγει σε 12 μήνες από την ημερομηνία καταχώρησης του και ότι συνεπώς απαιτείται για σκοπούς επίδοσης η ανανέωση του. Αξίζει ιδιαίτερης προσοχής η θέση της ενάγουσας η οποία απορρίφθηκε τόσο από το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Ανώτατο Δικαστήριο ως λανθασμένη. Σύμφωνα με αυτή τη θέση πριν από την έκδοση της άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και επίδοσης του εκτός δικαιοδοσίας ουσιαστικά δεν υπήρχε καταχωρημένη αγωγή εναντίον των εναγόμενων εκτός δικαιοδοσίας καθότι, με βάση τις πρόνοιες της Δ. 2 θ.2 των Θεσμών, κανένα κλητήριο ένταλμα δεν μπορεί να σφραγιστεί και επιδοθεί εκτός δικαιοδοσίας εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στη Διαταγή 6, θ.1 και εφόσον το δικαστήριο αποφάσισε τη χορήγηση της ζητηθείσας άδειας και επέτρεψε την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας συναγόταν πως το κλητήριο ένταλμα δεν έχει εκπνεύσει. Η θέση της ενάγουσας υποστηρίχθηκε επίσης από το επιχείρημα πως όταν καταχωρήθηκε το κλητήριο ένταλμα αυτό είχε σφραγιστεί με την ένδειξη «ΟΧΙ ΓΙΑ ΕΠΙΔΟΣΗ ΣΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ 2 ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ». 22 Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε και τα δύο επιχειρήματα ως αβάσιμα. Συγκεκριμένα, όπως εξήγησε ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Κραμβής Δ., ο χρόνος καταχώρισης της αγωγής δεν είναι άλλος από το χρόνο που το δικόγραφο παραδίδεται στο πρωτοκολλητείο για καταχώρηση και παίρνει αριθμό προσθέτοντας πως στην περίπτωση υπό εξέταση, η αγωγή καταχωρήθηκε και πήρε αμέσως αριθμό επειδή ο ένας από τους εναγόμενους ήταν Κύπριος (και προφανώς εντός δικαιοδοσίας) συνεπώς η υποβολή αίτησης προς λήψη άδειας για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώριση του λόγω της ύπαρξης των εναγόμενων 2 που βρίσκονταν εκτός δικαιοδοσίας δεν ήταν αναγκαία εφόσον η αγωγή στρεφόταν και εναντίον εναγόμενου εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Παρέπεμψε δε στην απόφαση Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd. (βλ. πιο πάνω) καταλήγοντας πως δεν ήταν λογικό οι εναγόμενοι που βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από άλλο ή άλλους εναγόμενους επί του ιδίου κλητηρίου που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. 23 Παρά και το γεγονός πως οι προαναφερόμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου παρατίθενται και στην απόφαση Χατζηπιερής εντούτοις η όλη ερμηνεία και εφαρμογή τους είναι διαφορετική από αυτή επί της οποίας βασίζεται το Δικαστήριο σε σχέση με την αίτηση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Θεωρώ πως εξάγεται με σαφήνεια από τις προαναφερόμενες αυθεντίες πως το χρονικό σημείο της σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος είναι ένα και μοναδικό, όπως μία και μοναδική είναι η σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος ως δικονομική πράξη, και πως η μεταγενέστερη εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν συνεπάγεται με οποιοδήποτε τρόπο την σφράγιση εκ νέου του κλητηρίου εντάλματος για δεύτερη φορά. Ή ακόμη και τρίτη φορά, σε περίπτωση, παραδείγματος χάριν, όπου προκύπτει η αναγκαιότητα προσθήκης επιπρόσθετου διαδίκου εκτός δικαιοδοσίας. 24 Θα μπορούσε να τύχει και περισσότερης ανάλυσης η απόφαση Χατζηπιερής έτσι ώστε να αναδεικνύεται με ακόμη περισσότερη σαφήνεια το δεδομένο πως το σκεπτικό αλλά και συμπέρασμα της δεν συνάδει με τα όσα προβλέπονται από τους δικούς μας Θεσμούς. 25 Θα περιοριστώ σε μία μόνο επιπρόσθετη αναφορά. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω ενώ στη σελίδα 6 υπάρχει αναφορά σε συγκεκριμένη παράγραφο από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England το περιεχόμενο αυτής της παραγράφου δεν ανταποκρίνεται στο κείμενο το οποίο προηγείται αυτής της αναφοράς. Η συγκεκριμένη παράγραφος είναι η παράγραφος 588 στον Τόμο 30 από την 3η Έκδοση του συγγράμματος. Έχω αναγνώσει τόσο το περιεχόμενο αυτής της παραγράφου όσο και όλων των υποσημειώσεων και πουθενά δεν αναφέρεται αυτό το οποίο αναφέρεται στο κείμενο της απόφασης, πως το κλητήριο ένταλμα δηλαδή μπορεί να εκδοθεί χωρίς άδεια και αφού ο ενάγων επιδώσει το κλητήριο ένταλμα στον εναγόμενο εντός δικαιοδοσίας τότε αποτείνεται και ζητά άδεια σφράγισης ή έκδοσης παράλληλου κλητηρίου εντάλματος για επίδοση στον εναγόμενο που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας. Όμως ακόμη και να υπήρχε μία τέτοια αναφορά και πάλι αυτό δεν σημαίνει πως η ίδια διαδικασία η οποία θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής στην Αγγλία θα πρέπει να τύχει εφαρμογής και στην Κύπρο διατηρώντας υπόψη πως μία τέτοια διαδικασία δεν προβλέπεται από τους δικούς μας Θεσμούς. Καθότι βεβαίως η περιγραφόμενη διαδικασία - αν και άστοχα συνδέεται ωσάν αυτή να προκύπτει από τα όσα αναφέρονται στην προαναφερόμενη παράγραφο 588 - όντως ήταν η προβλεπόμενη σύμφωνα με τα όσα προνοούνται από τους αγγλικούς Θεσμούς αλλά και σχετική αγγλική νομολογία επί του θέματος (βλ. σχετικά τις αποφάσεις Smallpage v Tonge [1886-90] All E. R. Rep. 520 και The Duc D'Aumale [1903] P. 18). 26 Ουσιαστικά ένα concurrent writ θεωρείτο αντίγραφο του original writ με τέτοια διαφοροποίηση ως προς τη διατύπωση αυτού σύμφωνα με τον σκοπό για τον οποίο αυτό εκδιδόταν. Σφραγιζόταν με ειδική σφραγίδα η οποία περιείχε τη λέξη "concurrent" και όταν εκδιδόταν ήταν ισάξιο για όλους τους σκοπούς με το αρχικό κλητήριο ένταλμα και βρισκόταν σε ισχύ για όσο χρονικό διάστημα ήταν σε ισχύ και το αρχικό κλητήριο ένταλμα. Μάλιστα εάν ο εναγόμενος εκτός δικαιοδοσίας εισερχόταν εντός δικαιοδοσίας θα μπορούσε να επιδοθεί σε αυτόν το αρχικό κλητήριο ένταλμα. Εάν όμως θα έπρεπε να γίνει επίδοση σε αυτόν εκτός δικαιοδοσίας τότε θα έπρεπε να του επιδοθεί διαφορετικής μορφής κλητήριο ένταλμα με καθορισμένο χρονικό διάστημα εντός του οποίου να καταχωρήσει εμφάνιση. 27 Όλα αυτά έχουν ασφαλώς ενδιαφέρον από ιστορικής άποψης όμως πραγματικά δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η όλη προσέγγιση ουσιαστικά επιβολής ή ακόμη και δημιουργίας μίας διαδικασίας η οποία όσο ριζωμένη και να είναι στην εξέλιξη του κοινοδικαίου εντούτοις δεν προβλέπεται ρητά από τους δικούς μας Θεσμούς. Αντιθέτως οι Θεσμοί, όπως αυτοί έχουν τύχει ερμηνείας από τη νομολογία μας, προβλέπουν μία απαραίτητη διαδικασία ως προϋπόθεση αναφορικά με τον ορθό τρόπο με τον οποίο θα επιδοθεί ένα κλητήριο ένταλμα για το οποίο δεν χρειαζόταν αρχικά να δοθεί άδεια για σφράγιση αλλά το οποίο στη συνέχεια θα έπρεπε να επιδοθεί εκτός δικαιοδοσίας. Η άδεια η οποία χρειάζεται να δοθεί από το Δικαστήριο δεν είναι για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος αλλά για την επίδοση αυτού εκτός δικαιοδοσίας. Επίδοση δηλαδή του ίδιου του αρχικού και μοναδικού κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος και όχι του οποιουδήποτε ούτω καλούμενου παράλληλου κλητηρίου εντάλματος. 28 Βεβαίως υπάρχει ένα σημείο εντός της απόφασης Χατζηπιερή με την οποία το Δικαστήριο συμφωνεί απόλυτα ως μερικώς ορθή ερμηνεία της Δ. 6 θ. 1 (h). Ως προς το ότι δηλαδή για να επιτραπεί από το Δικαστήριο η επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης αυτού εκτός δικαιοδοσίας θα πρέπει να προηγηθεί επίδοση στον εναγόμενο εντός δικαιοδοσίας, όπου βεβαίως αυτός υπάρχει. Συγκεκριμένη αναφορά επί αυτού όντως υπάρχει σε υποσημείωση (συγκεκριμένα στην υποσημείωση g) στη παράγραφο 588 (βλ. πιο πάνω) από τον Τόμο 30 του συγγράμματος Halsbury's Laws of England. Με αναφορά επίσης και στην απόφαση The Duc D'Aumale (βλ. πιο πάνω) αλλά και στην απόφαση Collins v. North British and Mercantile Insurance Co. [1894] 3 Ch. 228. Μάλιστα δεν αποκλείεται και το ενδεχόμενο το κείμενο στη σελίδα 6 της απόφασης Χατζηπιερή στη παράγραφο 588 να είχε περισσότερο σχέση με αυτή την αναφορά. 29 Αξίζει να σημειωθεί σε σχέση με το συγκεκριμένο σημείο πως η επίδοση σε αυτή την αγωγή προς την εναγόμενη εντός δικαιοδοσίας έγινε στις 16/9/2014 και αυτή στη συνέχεια καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 7/10/2014. Η αίτηση για την εξασφάλιση του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας καταχωρίσθηκε στις 20/10/2014. Συνεπώς, όπως αναφέρεται και πιο πάνω ο συγκεκριμένος λόγος δεν γίνεται δεκτός προς ακύρωση του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Γ. Αίτημα Παραμερισμού Της Επίδοσης 30 Στη συνέχεια το Δικαστήριο θα εξετάσει το αίτημα του εναγόμενου για παραμερισμό της επίδοσης. Αιτείται ο εναγόμενος την έκδοση διατάγματος παραμερισμού «...της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και/ή της Ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και των συναφών δικογράφων...». 31 Ευθύς εξαρχής διαπιστώνεται αοριστία ως προς τη διατύπωση της μαρτυρίας εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης. Μαρτυρία η οποία έχει προταθεί προς εξέταση από το Δικαστήριο και η οποία ασφαλώς αποτελεί το σύνολο της πραγματικής πτυχής επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση. Όχι μόνο αποτελεί η ένορκη δήλωση το σύνολο των γεγονότων τα οποία ο εναγόμενος έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου. Αυτά επίσης είναι τα γεγονότα τα οποία έχει θέσει υπόψη της καθ΄ ης η αίτηση. Έτσι ώστε οι δικηγόροι της να συντάξουν την ειδοποίηση της για πρόθεση ένστασης στην αίτηση. Η οποία βεβαίως επίσης υποστηρίζεται από σχετική ένορκη δήλωση. 32 Πέραν όμως και από διαπίστωση αυτής της αοριστίας παρατηρείται επίσης το εξής. Κατά την ακρόαση της αίτησης, εντελώς εκτός του καθορισμένου αυτού πλαισίου μαρτυρίας προτάθηκε επιχείρημα για το οποίο απουσιάζει το απαραίτητο υπόβαθρο μαρτυρίας προς υποστήριξη του. Εντούτοις, παρά και την αναφορά εντός της αίτησης πως τα γεγονότα πάνω στα οποία αυτή στηρίζεται εκτίθενται στην ένορκη δήλωση, το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του και τη δυνατότητα όπως λάβει υπόψη του και το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής. 33 Γενικά ένα Δικαστήριο κατά την εξέταση της οποιασδήποτε αίτησης λαμβάνει υπόψη του και το περιεχόμενο του φακέλου μίας αγωγής. Σύμφωνα με τη Δ. 48 θ. 1 κάθε αίτηση η οποία υποβάλλεται προς το Δικαστήριο θα υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση εάν αυτή βασίζεται σε οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία δεν φαίνονται στα μητρώα ή στα πρακτικά του Δικαστηρίου (Court books or records). Θεωρείται από το Δικαστήριο πως η αναφορά αυτή σχέση έχει κυρίως με το περιεχόμενο του φακέλου της διαδικασίας. Δηλαδή, γενικά ένα Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη του και το ίδιο το περιεχόμενο του φακέλου μίας αγωγής όταν τίθεται ενώπιον του μία αίτηση σε σχέση με τη συγκεκριμένη αγωγή. 34 Σύμφωνα και με πάγια πρακτική, η οποία κατ΄ επανάληψη έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία μας, το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης έχει τη δυνατότητα όπως λάβει υπόψη του το σύνολο του περιεχομένου του φακέλου μίας αγωγής. Επιπλέον, η αναφορά στη Δ. 48 θ. 4 ως προς την καταχώριση ειδοποίησης ένστασης είναι σαφέστερη ως προς αυτή τη δυνατότητα. Αναφέρεται ρητά πως οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση (βλ. Φιλίππου ν. Σ. Π. Ε. Παλλουριώτισσας
(1997)1Γ Α. Α. Δ. 1755, Fashion Box S. R. L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 Α. Α. Δ. 1858 και την απόφαση στην Έφεση Αρ. 9/2011, ημερομηνίας 2/12/2014, Δημητρίου ν. Δημητρίου). 35 Επιπλέον, παρά και το γεγονός πως το θέμα αυτό δεν προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο της αίτησης υπό εξέταση, υπενθυμίζεται πως μετά και από την παράδοση των γραπτών αγορεύσεων στο Δικαστήριο και ανταλλαγή αντιγράφων μεταξύ των δικηγόρων στις 3/11/2016, η αίτηση ορίστηκε και πάλι γι΄ ακρόαση, δηλαδή για διευκρινήσεις, στις 10/11/
- Ημερομηνία κατά την οποία προσφερόταν η δυνατότητα στους δικηγόρους της καθ΄ ης η αίτηση να τοποθετηθούν σχετικά επί του θέματος. Εάν βεβαίως αυτό κρινόταν αναγκαίο μετά και από ανάγνωση της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων του εναγόμενου. Δυνατότητα η οποία είτε δεν αξιοποιήθηκε είτε δεν κρίθηκε αναγκαία. 36 Επομένως, διατηρώντας υπόψη τη σημασία του περιεχομένου του φακέλου της αγωγής και τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης της αίτησης, παρά και το γεγονός ότι οι δικηγόροι του εναγόμενου πρότειναν επιχείρημα εντελώς εκτός του πλαισίου της μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης εντούτοις το Δικαστήριο εξετάζει και τη θέση επί της οποίας αυτό βασίζεται. 37 Οι λεπτομέρειες αυτής της θέσης παρατίθενται στις παραγράφους 6.2 και 6.3 της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων του εναγόμενου. Ουσιαστικά σύμφωνα με αυτή τη θέση η επίδοση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καλή επίδοση. Τα στοιχεία επί της οποίας στηρίζεται είναι τα ακόλουθα. Πρώτο, ότι η ενάγουσα εξασφάλισε διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σε συγκεκριμένη διεύθυνση. Δεύτερο, ότι η διεύθυνση η οποία αναφέρεται στο πιστοποιητικό επίδοσης (τεκμήριο 2 στην ένσταση) δεν είναι η ίδια με αυτή η οποία αναφέρεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30/10/
- 38 Υπάρχουν και άλλες σχετικές αναφορές σε σχέση με το θέμα της επίδοσης στις προαναφερόμενες παραγράφους 6.2 και 6.
- Όμως σε αυτό το μέρος της απόφασης το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο σημείο το οποίο τίθεται αναφορικά με την επίδοση σε διαφορετική διεύθυνση από αυτή η οποία αναφέρεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 30/10/
- 39 Διαπιστώνονται τα ακόλουθα. Κατ΄ αρχάς δεν αναφέρεται οποιαδήποτε διεύθυνση εντός του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να κριθεί πως η άδεια για επίδοση ρητά περιορίζεται με αναφορά σε συγκεκριμένη διεύθυνση. Επομένως, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί πως η επίδοση δεν έγινε σύμφωνα με το επίδικο διάταγμα καθότι δεν προκύπτει τέτοιος όρος ή περιορισμός βάσει και του περιεχομένου του. 40 Όμως το όλο θέμα εξετάζεται έχοντας υπόψη και το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής. Όντως, εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ημερομηνίας 20/10/2014 για την έκδοση του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας αναφέρεται συγκεκριμένη διεύθυνση στην παράγραφο
- Πράγματι αυτή είναι διαφορετική από τη διεύθυνση η οποία αναφέρεται στο πιστοποιητικό επίδοσης (τεκμήριο 2 στην ένσταση). 41 Υπενθυμίζεται όμως το εξής νομικό δεδομένο. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (στο εξής θα καλείται ο «κανονισμός») ο κανονισμός δεν εφαρμόζεται όταν η διεύθυνση του παραλήπτη της πράξης είναι άγνωστη. Συνεπώς, κατά την εξέταση αιτήματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μέσω της διαδικασίας η οποία προβλέπεται από τον κανονισμό απαιτείται ο ανάλογος έλεγχος από το Δικαστήριο της δυνατότητας εφαρμογής του. Συνεπάγεται ως μέρος αυτού του ελέγχου και η παρουσίαση μαρτυρίας με την οποία να ικανοποιείται η προϋπόθεση γνώσης της διεύθυνσης του παραλήπτη. 42 Επομένως, απαιτείται, ως μέρος της μαρτυρίας προς υποστήριξη αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας βάσει του κανονισμού, να υπάρχει και αναφορά με την οποία να αποδεικνύεται η γνώση τέτοιας διεύθυνσης. Αυτό γίνεται συνήθως με προβολή συγκεκριμένου ισχυρισμού ως προς τη διεύθυνση του διάδικου εκτός δικαιοδοσίας η οποία προτείνεται ως γνωστή στον αιτητή. Δεν αποκλείεται κατ΄ επέκταση και η συμπερίληψη εντός του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και αναφοράς είτε συγκεκριμένης διεύθυνσης είτε ακόμη και αναφοράς όπως η επίδοση όντως γίνει στη διεύθυνση η οποία αναφέρεται εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης για εξασφάλιση του διατάγματος επίδοσης. 43 Βεβαίως όπως ήδη διαπιστώνεται πιο πάνω τέτοια αναφορά δεν υπάρχει εντός του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 30/10/
- 44 Υπάρχουν όμως και άλλες αναφορές σχετικές με το θέμα της επίδοσης εντός των παραγράφων 6.
- και 6.3 της γραπτής αγόρευσης οι οποίες εξετάζονται στη συνέχεια. Όμως προτού αυτές εξεταστούν αξίζει να γίνει αναφορά και πάλι στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Το οποίο, όπως απλά υπενθυμίζεται, αποτελεί το σύνολο της μαρτυρίας, δηλαδή των ισχυρισμών του εναγόμενου, όπως αυτές μεταφέρονται από την ενόρκως δηλούσα, αναφορικά με το θέμα της επίδοσης. 45 Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται πως στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης αναφέρεται πως σε «...άγνωστη προς τον Εναγόμενο αρ. 1 - Αιτητή ημερομηνία αφέθηκαν στο γραμματοκιβώτιο του ιδίου τα ακόλουθα έγγραφα χωρίς να αναγράφεται σε ποιον αυτά απευθύνονταν...» [1]. Ενώ στη συνέχεια παρατίθενται λεπτομέρειες αναφορικά με αυτά τα έγγραφα. 46 Ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με αυτό τον ισχυρισμό έχει το δεδομένο ότι η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται σε γραμματοκιβώτιο του ιδίου του εναγόμενου. Δηλαδή, δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι τα έγγραφα είχαν αφεθεί σε άλλη διεύθυνση από αυτή στην οποία βρισκόταν το γραμματοκιβώτιο του εναγόμενου. Το οποίο λογικά για να είναι το «γραμματοκιβώτιο του ιδίου» και εντός του οποίου να είχαν αφεθεί τα συγκεκριμένα έγγραφα θα πρέπει βεβαίως αυτό να βρισκόταν στη διεύθυνση στην οποία όντως είχαν ταχυδρομηθεί αυτά τα έγγραφα. 47 Υπενθυμίζεται απλά πως η διεύθυνση η οποία αναφέρεται στο πιστοποιητικό επίδοσης (τεκμήριο 2 στην ένσταση) δεν είναι η ίδια με αυτή η οποία αναφερόταν εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Δίχως αυτό να διαπιστώνεται να έχει οποιαδήποτε σημασία. Διατηρώντας υπόψη ότι ακόμη και με βάση τη μαρτυρία εκ μέρους του ίδιου του εναγόμενου προς υποστήριξη της αίτησης αναδεικνύεται ως κοινά αποδεκτό δεδομένο ότι όντως παρέλαβε τα συγκεκριμένα έγγραφα. 48 Η κυριότερη εναπομένουσα διαφορά αναφορικά με το θέμα παραλαβής των εγγράφων είναι χρονική, δηλαδή η ημερομηνία κατά την οποία αυτά όντως παραλήφθηκαν από τον εναγόμενο. Συνεπώς, η διαφορετικότητα της διεύθυνσης δεν αναδεικνύεται να διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο αναφορικά με τα γεγονότα όπως αυτά κατ΄ ισχυρισμό παρουσιάζονται εκ μέρους του εναγόμενου. 49 Αξίζει δηλαδή να σημειωθεί πως εκτός και από τη διαφορετική διεύθυνση εντός του πιστοποιητικού επίδοσης αναφέρεται και συγκεκριμένη ημερομηνία επίδοσης, δηλαδή 1/7/
- Ημερομηνία η οποία αναμφίβολα έχει σχέση και με τη χρονική πτυχή των ισχυρισμών της ενόρκως δηλούσας ως προς την ημερομηνία κατά την οποία κατ΄ ισχυρισμό περιήλθε εις γνώση του εναγόμενου η ύπαρξη των προαναφερόμενων εγγράφων, δηλαδή είκοσι περίπου ημέρες πριν από την υπογραφή της ένορκης δήλωσης της στις 31/12/
- Δηλαδή περίπου στις 11/12/2015 ή έστω στις αρχές Δεκεμβρίου του
- 50 Καμία εξήγηση όμως δεν προσφέρεται ως προς το χρονικό διάστημα των 5 περίπου μηνών οι οποίοι είχαν διαρρεύσει μέχρι τότε από την ημερομηνία επίδοσης η οποία αναφέρεται στο πιστοποιητικό επίδοσης. Επί του οποίου αναφέρεται η διαφορετική διεύθυνση στην οποία ταχυδρομήθηκαν τα έγγραφα. 51 Από αυτό και μόνο το γεγονός διαπιστώνεται η ύπαρξη ενός δυσαναπλήρωτου κενού στη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση. Δεν προτείνεται καν ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός ως προς το κατά πόσο ο εναγόμενος όντως διέμενε ή δεν διέμενε σε αυτή τη διεύθυνση κατά την ημερομηνία ταχυδρόμησης των εγγράφων ή κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου των 5 μηνών από αυτή την ημερομηνία μέχρι και την ημερομηνία κατά την οποία κατ΄ ισχυρισμό περιήλθαν εις γνώση του τα συγκεκριμένα έγγραφα. 52 Δεν ισχυρίζεται δηλαδή - μέσω της ενόρκως δηλούσας βεβαίως - ότι απουσίαζε για οποιαδήποτε χρονική περίοδο από αυτή τη διεύθυνση. Ενώ υπενθυμίζεται απλά πως, όπως η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται εκ μέρους του, τα έγγραφα αφέθηκαν στο γραμματοκιβώτιο του ιδίου του εναγόμενου. 53 Βεβαίως, αξίζει και πάλι να υπενθυμίσει το Δικαστήριο πως, εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με τη διαφορετικότητα της διεύθυνσης στην οποία ταχυδρομήθηκαν τα έγγραφα και η οποία αναφέρεται επί του πιστοποιητικού επίδοσης και της διεύθυνσης η οποία αναφέρεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για την έκδοση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. 54 Το Δικαστήριο έχει εξηγήσει πιο πάνω τους λόγους βάσει των οποίων εξετάζει αυτή τη θέση του εναγόμενου παρά και την ανυπαρξία μαρτυρίας επί του προκειμένου. Όμως οι λόγοι αυτοί δεν αλλοιώνουν ή επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση. Ουσιαστικά δεν προσθέτουν οτιδήποτε σε αυτή ενώ εντός αυτής, τονίζεται και πάλι, δεν υπάρχει καμία αναφορά επί του προκειμένου. 55 Αντιθέτως αυτό το οποίο είναι δυνατό να εξαχθεί ως συμπέρασμα σε σχέση με τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας σε συνάρτηση και με την ημερομηνία η οποία αναφέρεται επί του πιστοποιητικού επίδοσης (έστω και εάν αυτό αποτελεί τεκμήριο προς υποστήριξη της ένστασης) είναι ότι αν και τα έγγραφα αφέθηκαν στη διεύθυνση του εναγόμενου τουλάχιστον 5 μήνες προηγουμένως ο ίδιος, όπως ισχυρίζεται, έλαβε γνώση ως προς την ύπαρξη τους μόλις 20 ημέρες πριν από την καταχώριση της αίτησης υπό εξέταση. 56 Πραγματικά πέραν και από την ενδεχόμενη στη συνέχεια σημασία αυτού του ισχυρισμού σε σχέση και με το νομολογιακά καθιερωμένο ερώτημα κατά πόσο υπάρχει αδιαφορία ή καθυστέρηση σε σχέση με το αίτημα του εναγόμενου για παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε ως αποτέλεσμα της μη καταχώρισης εμφάνισης, προκύπτει και το εξής ερώτημα. Πως είναι δυνατό να κριθεί ως βασισμένη σε μαρτυρία η οποιαδήποτε θέση του εναγόμενου, όπως αυτή δηλαδή προβάλλεται υπό μορφή επιχειρηματολογίας, στις παραγράφους 6.2 και 6.3 της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων του; 57 Πέραν όμως και της απουσίας αυτής της απαραίτητης μαρτυρικής βάσης, εάν ληφθεί υπόψη η μαρτυρία με την οποία όντως υποστηρίζεται η αίτηση υπό εξέταση, τότε πως είναι δυνατό να γίνουν δεκτά επιχειρήματα όπως η θέση του εναγόμενου ότι η «...πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 2 [στην ένσταση] είναι άσχετη με την παρούσα αγωγή...»; Εάν όντως είναι άσχετη είτε αυτή η σελίδα είτε ακόμη και εξ ολοκλήρου το πιστοποιητικό επίδοσης τότε αφήνεται αναπάντητο το εξής ερώτημα. Πως έλαβε γνώση ο εναγόμενος ως προς την ύπαρξη της αγωγής; 58 Η συγκεκριμένη θέση δεν προβάλλεται απλά υπό μορφή νομικού επιχειρήματος. Καθότι ενώ επαναλαμβάνεται στην παράγραφο 6.3 ότι η διεύθυνση η οποία αναφέρεται επί του πιστοποιητικού επίδοσης διαφέρει από «...αυτή του Διατάγματος ημερομηνίας 30/10/2014...» εντούτοις αναφέρεται επίσης πως η διεύθυνση στο πιστοποιητικό επίδοσης «...δεν φαίνεται να συνδέεται με τον εναγόμενο Αρ. 1 - αιτητή και δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε αλληλογραφία και/ή τεκμήρια και/ή έγγραφα...» ενώ επίσης προστίθεται αναφορά ως προς το ότι το έγγραφο, δηλαδή το πιστοποιητικό επίδοσης, «...δεν αναφέρεται στον εναγόμενο Αρ. 1 - αιτητή αλλά σε κάποιο Μark Wood...» καταλήγοντας με την προβολή θέσης ως προς το ότι είναι «...άξιο απορίας γιατί επιδόθηκε οποιοδήποτε έγγραφο στη συγκεκριμένη διεύθυνση και θέση του αιτητή [sic] ότι επίδοση εγγράφου/ων στη συγκεκριμένη διεύθυνση δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε και θεωρείται ως καλή επίδοση». 59 Πραγματικά εάν ληφθεί υπόψη η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία σε συνάρτηση με τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης αυτό το οποίο όντως είναι άξιο απορίας είναι πώς έλαβε τότε γνώση ο εναγόμενος ως προς την ύπαρξη της αγωγής; Αναπάντητο δηλαδή παραμένει το ερώτημα ως προς το πως έλαβε γνώση ο εναγόμενος αναφορικά με την ύπαρξη της αγωγής. Όχι μόνο πώς έλαβε γνώση αλλά και πώς είναι δυνατό να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ως προς το χρονικό σημείο κατά το οποίο κατ΄ ισχυρισμό έλαβε γνώση ως προς την ύπαρξη των εγγράφων τα οποία αφέθηκαν στο γραμματοκιβώτιο του ιδίου. Σχετικές επί του θέματος βεβαίως είναι οι παράγραφοι 11 και 12 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης υπό εξέταση. 60 Θέση επίσης του εναγόμενου είναι πως η επίδοση των εγγράφων «...πάσχει, καθότι έγινε κατά παράβαση των σχετικών θεσμών, του ίδιου του Διατάγματος ημερ. 30/10/2014, των Ευρωπαϊκών Κανονισμών των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και του Συντάγματος...». Βεβαίως όπως η θέση αυτή προβάλλεται, στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, είναι εντελώς γενική και αόριστη σε σχέση με τη νομική πτυχή στην οποία αναφέρεται. 61 Εντούτοις από άποψης της πραγματικής της πτυχής συγκεκριμενοποιείται στη συνέχεια με αναφορά στους λόγους για τους οποίους η επίδοση «πάσχει». Καθότι, «...δεν επιδόθηκε στον Εναγόμενο ... η ένορκη δήλωση της Αφροδίτης Παρπαρίνου ημερομηνίας 20/11/2014, πιστή μετάφραση του Διατάγματος ημερομηνίας 30/10/2014...» και «...η ένορκως [sic] δήλωση συνοδεύουσα τα έγγραφα επίδοσης και το γραπτό έντυπο-πιστοποιητικού». 62 Επιπλέον, αναφέρεται πως «...η μη λήψη της γραπτής τυποποιημένης βεβαίωσης/πιστοποιητικού όπως διαλαμβάνεται στον ΕΚ1393/2007 εξυπακούει και τη μη λήψη από τον Εναγόμενο ... του γραπτού εντύπου - πιστοποιητικού που είχε δικαίωμα να συμπληρώσει για σκοπούς άρνησης ή απόρριψης της επίδοσης». 63 Προβάλλονται επίσης ισχυρισμοί στην αμέσως επόμενη παράγραφο της ένορκης δήλωσης ως προς το ότι η «...ισχυριζόμενη επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος πάσχει...» καθώς φαίνεται να απουσιάζουν σελίδες από αυτό ενώ εντοπίζεται επίσης διάσταση στην μετάφραση από τα Ελληνικά και συγκεκριμένα στις παραγράφους 6 και 13 (γ) του κλητηρίου εντάλματος. Επιπλέον, προβάλλεται θέση ως προς το ότι η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος στην Αγγλική και στην Ελληνική είναι αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας με διάσταση στη μετάφραση στις παραγράφους 6, 11 και 13 (γ). 64 Τέλος, εντελώς αντιφατικά με τη θέση η οποία προβάλλεται στην παράγραφο 14 ως προς το ότι δεν επιδόθηκε πιστή μετάφραση του Διατάγματος ημερομηνίας 30/10/2014, εντούτοις στην παράγραφο 15 προβάλλεται η θέση ότι «...παρατηρείται διάσταση στην μετάφραση του Διατάγματος ημερομηνίας 30/10/2014». 65 Σχετικό αναφορικά με τα όσα θέματα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με τα όσα έγγραφα επιδόθηκαν προς τον εναγόμενο, είναι το τεκμήριο 2 επισυνημμένο στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. 66 Κατ΄ αρχάς διαπιστώνεται πως μέρος αυτού είναι και η ένορκη δήλωση της Αφροδίτης Παρπαρίνου ημερομηνίας 20/11/2014 αλλά και το διάταγμα ημερομηνίας 30/10/2014, ως επίσης και μετάφραση αυτού. Επιπλέον, εφόσον δεν καθορίζεται με σαφήνεια ποια ακριβώς είναι «...η ένορκως [sic] δήλωση συνοδεύουσα τα έγγραφα επίδοσης και το γραπτό έντυπο-πιστοποιητικού» το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να θεωρήσει πως αυτή είναι η ένορκη δήλωση της Αφροδίτης Παρπαρίνου ημερομηνίας 20/11/2014 και η οποία βεβαίως, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, συμπεριλαμβάνεται στα έγγραφα τα οποία αποτελούν μέρος του τεκμηρίου 2 στην ένσταση και είναι και η μόνη ένορκη δήλωση η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως συνοδευτική των υπόλοιπων εγγράφων τα οποία επιδόθηκαν. 67 Επίσης, δεν μπορεί βεβαίως το Δικαστήριο παρά να υποθέσει πως το «γραπτό» έντυπο-πιστοποιητικό το οποίο αναφέρεται στη φράση «...η ένορκως [sic] δήλωση συνοδεύουσα τα έγγραφα επίδοσης και το γραπτό έντυπο-πιστοποιητικού» είναι το ίδιο με αυτό το οποίο αναφέρεται στη συνέχεια εντός της παραγράφου 14 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης σε σχέση με το ότι «...η μη λήψη της γραπτής τυποποιημένης βεβαίωσης/πιστοποιητικού όπως διαλαμβάνεται στον ΕΚ1393/2007 εξυπακούει και τη μη λήψη από τον Εναγόμενο ... του γραπτού εντύπου - πιστοποιητικού που είχε δικαίωμα να συμπληρώσει για σκοπούς άρνησης ή απόρριψης της επίδοσης». 68 Προφανώς η αναφορά αυτή έχει σχέση με το έντυπο το οποίο προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 8 του κανονισμού και το οποίο παρατίθεται στο Παράρτημα ΙΙ αυτού (στο εξής θα καλείται το «τυποποιημένο έντυπο») και το οποίο όντως δεν αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 2 προς υποστήριξη της ένστασης. 69 Βεβαίως επί του συγκεκριμένου σημείου προβάλλεται αντίθετος ισχυρισμός εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης, ο οποίος όμως εξετάζεται πιο κάτω και κρίνεται αβάσιμος. 70 Διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι πως όντως το τυποποιημένο έντυπο δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο. Αναμφίβολα η διαπίστωση αυτή και μόνο ανοίγει ένα ολόκληρο νέο κεφάλαιο προς εξέταση και το οποίο διαφέρει τόσο από τις περιπτώσεις αναφορικά με τις οποίες υπάρχει νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής θα καλείται το «ΔΕΕ») όσο και από όλες τις περιπτώσεις οι οποίες έχουν τύχει εξέτασης μέχρι σήμερα από το Δικαστήριο. 71 Ο λόγος ως προς την ύπαρξη αυτής της διαφορετικότητας είναι απλός. Αυτό το οποίο συνήθως εξετάζεται σε περιπτώσεις όπου δεν επιδίδεται το τυποποιημένο έντυπο δεν είναι αίτημα παραμερισμού της απόφασης η οποία έχει εκδοθεί στο μεσοδιάστημα, όπως και στην παρούσα περίπτωση, αλλά αίτημα παραμερισμού της επίδοσης αφού προηγουμένως ο αιτητής έχει καταχωρίσει και εμφάνιση υπό αίρεση καλώντας το Δικαστήριο να ακυρώσει την επίδοση αναφορικά με την οποία εμφανίζεται υπό διαμαρτυρία. Στην περίπτωση υπό εξέταση με αυτή την απόφαση ήδη έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του αιτητή δίχως προηγουμένως να έχει δοκιμαστεί το θέμα της επίδοσης. Υπό την έννοια βεβαίως της αμφισβήτησης της εγκυρότητας της επίδοσης εξαιτίας της μη επίδοσης του τυποποιημένου εντύπου. 72 Η σημασία της προαναφερόμενης διαπίστωσης και οι συνέπειες της εντός του διαφορετικού πλαισίου από το οποίο αυτή περιβάλλεται εξετάζεται πιο κάτω οδηγώντας το Δικαστήριο και στο καθοριστικό για την έκβαση αυτής της απόφασης συμπέρασμα του. 73 Όμως πρώτα οφείλει να παρατηρήσει το Δικαστήριο πως παρά και τα όσα θέματα προκύπτουν από το αίτημα του εναγόμενου αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως αυτό εμπεριέχει αντιφάσεις και αντικρουόμενες θέσεις δίχως αυτό να είναι δυνατό να κριθεί ως ένα συγκροτημένο αίτημα. Υπό την έννοια δηλαδή αυτό, πέραν από την προβολή της οποιασδήποτε θέσης η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει στην ακύρωση ή παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον του, να έχει συγκεκριμένους στόχους. Καθόλου βοηθητική δηλαδή θεωρείται η όλη προσέγγιση του εναγόμενου ως προς τον τρόπο προώθησης του αιτήματος του καθώς αχρείαστα αλλά και ανεπιτυχώς, ως εκ του αποτελέσματος, θέτει διάφορα θέματα προς εξέταση δίχως ουσιαστικά να αναδεικνύεται από τον τρόπο έγερσης τους πραγματική κατανόηση ακόμη και από τον ίδιο ως προς τη βάση, είτε νομική είτε πραγματική, επί της οποίας βασίζει το αίτημα του. 74 Επιπλέον, διαφαίνεται και ο κίνδυνος το όλο αίτημα του εναγόμενου να καθίσταται ακόμη πιο αχρείαστα πολύπλοκο από το γεγονός ότι οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της ενάγουσας εγείρουν θέματα και επιχειρήματα αναφορικά ακόμη και με θέματα ή επιχειρήματα τα οποία ούτε καν προβάλλονται ή και αντιμετωπίζονται με επιχειρηματολογία εκ μέρους του εναγόμενου. Παραδείγματος χάριν, θέματα δικαιοδοσίας, όπως η εφαρμογή των άρθρων 22 και 23 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. 75 Ενδεχομένως, λόγω της εμπειρίας αντιμετώπισης παρόμοιων αιτημάτων στο παρελθόν, βασισμένων όμως επί ενός εντελώς διαφορετικού υπόβαθρου κατ΄ ισχυρισμό γεγονότων αλλά και επιχειρημάτων. Υπενθυμίζεται όμως πως, παρά και την αναφορά σε έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, εντούτοις καθόλου δεν προωθήθηκε αυτή η θέση με τη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του εναγόμενου. Ουσιαστικά, το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο όπως εξεταστεί επιχειρηματολογία των δικηγόρων της ενάγουσας σε σχέση με επιχειρήματα τα οποία ούτε καν προωθήθηκαν ή αντιμετωπίστηκαν από τον εναγόμενο. Ασφαλώς όμως εάν αυτή η επιχειρηματολογία όχι μόνο ευσταθούσε αλλά κρινόταν και σχετική ως προς την έκβαση της αίτησης βεβαίως και θα εξεταζόταν από το Δικαστήριο. 76 Κυριότερη προσπάθεια του Δικαστηρίου παραμένει η αποφυγή πρόκλησης οποιασδήποτε αδικίας είτε εις βάρος του εναγόμενου είτε ακόμη και της ίδιας της ενάγουσας ως αποτέλεσμα του όλου τρόπου με τον οποίο είτε έχει διαμορφωθεί ή προωθηθεί το αίτημα υπό εξέταση είτε του τρόπου με τον οποίο αυτό έχει αντιμετωπιστεί εγείροντας ένσταση ως προς το ενδεχόμενο αυτό να γίνει δεκτό από το Δικαστήριο. 77 Σημαντική διάσταση βεβαίως αυτού του αιτήματος είναι η εξής διαπίστωση. Αμφισβητείται η επίδοση η οποία οδήγησε στην έκδοση της απόφασης της οποίας ζητείται παραμερισμός. Η αμφισβήτηση αυτή προωθείται επί μίας νομικής βάσης η οποία περισσότερο έχει σχέση με αμφισβήτηση της επίδοσης προ της έκδοσης μίας απόφασης. Παράλληλα επιδιώκεται όχι απλά ο παραμερισμός της απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον του εναγόμενου αλλά ο παραμερισμός αυτής έτσι ώστε να δίδεται το δικαίωμα στον εναγόμενο να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Σε σχέση όμως με μία διαδικασία στην οποία αρνείται την εγκυρότητα της επίδοσης. Άρνηση με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε ουσιαστικά να αμφισβητείται και η όλη βασιμότητα ή το όλο υπόβαθρο αυτής της διαδικασίας. Διαδικασία όμως στην οποία δεν παύει παράλληλα ο εναγόμενος να διεκδικεί το δικαίωμα προβολής της υπεράσπισης του. Εάν δε σε αυτό το πλαίσιο προστεθεί και το θέμα αμφισβήτησης και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, έστω και στο βαθμό ή υπό την μορφή την οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι όντως αυτό προωθείται, τότε όλο και περισσότερο αχρείαστα περιπλέκονται τα θέματα υπό εξέταση από το Δικαστήριο με αυτή την απόφαση. Βεβαίως όλα αυτά τα θέματα προκύπτουν από την απουσία στόχευσης και τον τυχοδιωκτικό ουσιαστικά τρόπο προώθησης του αιτήματος του εναγόμενου. 78 Επιστρέφοντας όμως στο θέμα της αμφισβήτησης της επίδοσης συγκεκριμένων εγγράφων, όπως αυτό τίθεται και υποστηρίζεται εντός της αίτησης, αυτό το οποίο τελικά διαπιστώνεται είναι πως αυτό θα μπορούσε να κριθεί ως βάσιμο επί ενός σημείου μόνο, δηλαδή αναφορικά με την επίδοση του τυποποιημένου έντυπου. Μάλιστα αυτό επιμαρτυρείται από το ίδιο το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 προς υποστήριξη της ένστασης. 79 Όπως διαπιστώνεται, βάσει και του περιεχομένου του φακέλου, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ως προς το ότι συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία αναφέρονται εντός της παραγράφου 14 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης δεν έχουν επιδοθεί. Δηλαδή, η ένορκη δήλωση Παρπαρίνου και το διάταγμα ημερομηνίας 30/10/2014, τόσο στα Ελληνικά όσο και στα Αγγλικά σε μετάφραση. Σε σχέση και με το οποίο αντιφατικά προβάλλεται θέση τόσο ως προς την μη επίδοση του όσο και ως προς την ύπαρξη διάστασης στη μετάφραση του, συνεπώς αναιρώντας τον ισχυρισμό ως προς την μη επίδοση του. 80 Προβάλλονται επίσης θέσεις ως προς την απουσία σελίδων από το κλητήριο ένταλμα το οποίο επιδόθηκε αλλά και διάστασης στη μετάφραση ως επίσης και αντίθεση των εντύπων τα οποία επιδόθηκαν τόσο στην αγγλική όσο και στην ελληνική γλώσσα με τους τύπους οι οποίοι προβλέπονται εντός των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Έχοντας υπόψη το συμπέρασμα στο οποίο οδηγείται το Δικαστήριο σε αυτή την απόφαση δεν κρίνεται σκόπιμο όπως οι θέσεις αυτές εξεταστούν. 81 Ανεξαρτήτως όμως και από τη διαπίστωση των οποιωνδήποτε αντιφάσεων μεταξύ μαρτυρίας και επιχειρηματολογίας προς υποστήριξη της αίτησης ή την απουσία στόχευσης της αίτησης ιδωμένης στο σύνολο της, εντούτοις από το όλο υλικό το οποίο το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη του κατά την εξέταση της αίτησης προκύπτουν ορισμένα δεδομένα τα οποία κρίνονται ως καθοριστικά αναφορικά με την έκβαση αυτής της απόφασης. 82 Σε σχέση με το τυποποιημένο έντυπο παρά και την αναφορά στον λόγο ένστασης (μ) ως προς το ότι η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση επίδοσης του, θέση η οποία επαναλαμβάνεται και στην παράγραφο 3 (η) της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης, εντούτοις στην παράγραφο 11 της ίδιας ένορκης δήλωσης (τέλος σελίδας 15 έως και 16) πέραν και από επανάληψη της θέσης ότι η ενάγουσα δεν όφειλε να επιδώσει το τυποποιημένο έντυπο, προβάλλεται επιπρόσθετα και ο ισχυρισμός ότι «...εντούτοις όμως οι Ενάγοντες επέδωσαν το Παράρτημα ΙΙ στον Εναγόμενο 1». Μάλιστα ο ενόρκως δηλών παραπέμπει το Δικαστήριο στο Τεκμήριο 2 το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του αναφορικά με την επίδοση προς τον εναγόμενο. Βεβαίως και οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του εναγόμενου, στην παράγραφο 6.5 της γραπτής αγόρευσης τους, παραπέμπουν στο ίδιο τεκμήριο και συγκεκριμένα στο σημείο 12.3 του πιστοποιητικού επίδοσης. 83 Παρατηρείται απλά από το Δικαστήριο πως ο τρόπος συμπλήρωσης του συγκεκριμένου εντύπου είναι με δακτυλογράφηση ή προσθήκη ουσιαστικά του σημείου Χ εντός διαθέσιμου χώρου σε τετραγωνάκι. Τέτοια συμπλήρωση δεν υπάρχει στο τετραγωνάκι στο σημείο 12.
- Συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία, σύμφωνα και με το περιεχόμενο του πιστοποιητικού επίδοσης, ως προς το δεδομένο ότι ο εναγόμενος δεν ενημερώθηκε σχετικά με το δικαίωμα του να αρνηθεί να αποδεχτεί τα έγγραφα τα οποία επιδόθηκαν σε αυτόν. 84 Όπως αναφέρεται στο ελληνικό κείμενο αυτού του σημείου του τυποποιημένου πιστοποιητικού επίδοσης ή μη επίδοσης, στο Παράρτημα Ι του κανονισμού, ο «...παραλήπτης της πράξης ενημερώθηκε γραπτά ότι μπορεί να αρνηθεί να την παραλάβει, εάν δεν έχει συνταχθεί ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε γλώσσα την οποία κατανοεί ή στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου επίδοσης ή κοινοποίησης». Το δεδομένο αυτό εξάγεται μόνο σε περίπτωση συμπλήρωσης με το σημείο Χ στο τετραγωνάκι στο σημείο 12.
- 85 Βεβαίως η ενάγουσα στηρίζεται τόσο γενικότερα όσο και πιο εξειδικευμένα, προς υποστήριξη της θέσης αλλά και του ισχυρισμού της, στο περιεχόμενο του συγκεκριμένου πιστοποιητικού επίδοσης δίχως αυτό λογικά να σημαίνει ότι της παρέχεται η ευχέρεια επιλεκτικά να λαμβάνει υπόψη το υπόλοιπο περιεχόμενο του αλλά όχι το γεγονός ότι το σημείο 12.3 δεν έχει συμπληρωθεί από την υπηρεσία παραλαβής του Ηνωμένου Βασιλείου. 86 Επιπλέον, ούτε και η θέση του ενόρκως δηλούντος προς υποστήριξη της ένστασης της ενάγουσας (πρώτη παράγραφος στη σελίδα 16 της ένορκης δήλωσης) ότι το πρωτότυπο του Παραρτήματος ΙΙ παραμένει στην κατοχή της υπηρεσίας παραλαβής του Ηνωμένου Βασιλείου είναι δυνατό να αναιρέσει ή αλλοιώσει με οποιοδήποτε τρόπο το γεγονός αυτό. Ούτε και έχει οποιαδήποτε σημασία το κατά πόσο, όπως αναφέρει στη συνέχεια, η ενημέρωση ή μη του εναγόμενου δεν αποτελεί παράλειψη εκ μέρους της ενάγουσας. 87 Ως προς τη σημασία του περιεχομένου του πιστοποιητικού επίδοσης υπενθυμίζεται σχετικά η ύπαρξη της απόφασης ημερομηνίας 26/3/2015 στην Πολιτική Αίτηση 193/2014 για την έκδοση εντάλματος της φύσης certiorari, ημερομηνίας 26/3/2015, Αναφορικά με την Αίτηση της Alpha Bank Cyprus Ltd v. Andrew Timothy Edward Popple, στην οποία κρίθηκε πως η μη αποδοχή από το πρωτόδικο Δικαστήριο της επίδοσης που έγινε στα πλαίσια του Κανονισμού του 2007 και δυνάμει της βεβαίωσης του άρθρου 10 (δηλαδή, το πιστοποιητικό επίδοσης), σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, συνιστούσε ενέργεια κατά παράβαση του γράμματος και του πνεύματος του Κανονισμού του
- 88 Παρά και το γεγονός ότι η παράλειψη ενημέρωσης του εναγόμενου αναφορικά με το δικαίωμα του να αρνηθεί την παραλαβή των εγγράφων τα οποία επιδόθηκαν σε αυτόν δεν οδηγεί σε ακυρότητα της επίδοσης η οποία έγινε προς αυτόν εντούτοις η νομολογία τόσο του ΔΕΕ όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου θέματος καθορίζει πως η παράλειψη αυτή θα πρέπει να θεραπευτεί. 89 Η σχετική νομολογία επί του θέματος είναι η απόφαση του ΔΕΕ της 16ης Σεπτεμβρίου 2015 στην υπόθεση C-519/13 Alpha Bank Cyprus Ltd κατά Dau Si Senh κ. ά (στο εξής θα καλείται η «απόφαση του ΔΕΕ») και η μεταγενέστερη αυτής απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 12ης Απριλίου του 2016 στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v.
- Si Senh Dau κ. ά., δηλαδή η δεύτερη απόφαση μετά και από την αρχική απόφαση Alpha Bank Cyprus Ltd v.
- Si Senh Dau κ. ά.
(2013)1Γ Α. Α. Δ. 1935, ημερομηνίας 13ης Σεπτεμβρίου του
- 90 Τονίζεται πως δεν έχει οποιαδήποτε σημασία κατά πόσο αυτό το Δικαστήριο συμφωνεί ή όχι με το αποτέλεσμα της απόφασης του ΔΕΕ επί της ουσίας ως προς τη σημασία της αναφοράς στο σημείο 12.3 του πιστοποιητικού επίδοσης της ενημέρωσης του παραλήπτη σε περίπτωση κατά την οποία ήδη τα έγγραφα συνοδεύονται από μεταφράσεις όχι μόνο σε γλώσσα την οποία κατανοεί αλλά διαζευκτικά στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους, δηλαδή του τόπου επίδοσης. Ασφαλώς, ως κατώτερο Δικαστήριο έχει υποχρέωση να εφαρμόσει τόσο αυτή την απόφαση όσο και τη δεύτερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε ως αποτέλεσμα της έκδοσης της απόφασης του ΔΕΕ. 91 Αναφέρονται και σε προηγούμενη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, στην αγωγή 2184/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου μεταξύ Bank of Cyprus Public Company Limited v.
- Evans John Christopher κ. ά., ημερομηνίας 1/3/2017 (συγκεκριμένα στις παραγράφους 29, 30, 102 και 103) τα ακόλουθα. 92 Η υπηρεσία παραλαβής υποχρεούται σε κάθε περίπτωση και χωρίς να διαθέτει συναφώς περιθώριο εκτίμησης να γνωστοποιεί στον παραλήπτη το δικαίωμα άρνησης παραλαβής χρησιμοποιώντας το τυποποιημένο έντυπο (αναφέρεται σχετικά στην παράγραφο 55 της απόφασης του ΔΕΕ πως η υπηρεσία παραλαβής υποχρεούται σε κάθε περίπτωση να επισυνάπτει στο επίμαχο έγγραφο το τυποποιημένο έντυπο). Η εκ μέρους της υπηρεσίας παραλαβής επίδοση χωρίς επισύναψη του τυποποιημένου εντύπου δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της διαδικασίας ενώ η συγκεκριμένη παράλειψη της υπηρεσίας παραλαβής μπορεί να θεραπευθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού. Επιπλέον, σύμφωνα και με τη δεύτερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η μη επίδοση του τυποποιημένου εντύπου περιγράφεται ως δικονομική παράλειψη την οποία καλείται να θεραπεύσει ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει την επίδοση σχετικών εγγράφων μέσω της εφαρμογής του κανονισμού. 93 Συνεπώς, ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία η αίτηση υπό εξέταση δεν γίνει δεκτή από το Δικαστήριο, θα πρέπει στη συνέχεια η ενάγουσα να λάβει τα ενδεικνυόμενα δικονομικά μέτρα έτσι ώστε να θεραπεύσει τη μη επίδοση του τυποποιημένου εντύπου προς τον παραλήπτη. 94 Επομένως, εφόσον δεν παύει να υφίσταται ως γεγονός η μη επίδοση του τυποποιημένου εντύπου από την υπηρεσία παραλαβής, έστω ακόμη και διατηρώντας υπόψη πως η εκ μέρους της υπηρεσίας παραλαβής επίδοση χωρίς επισύναψη του τυποποιημένου εντύπου δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της διαδικασίας σε συνάρτηση επίσης και με το δεδομένο ότι η συγκεκριμένη παράλειψη της υπηρεσίας παραλαβής μπορεί να θεραπευθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού, εντούτοις θα πρέπει όντως να προηγηθεί η λήψη αυτών των θεραπευτικών μέτρων προτού να είναι εφικτό να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως εξ ολοκλήρου έγκυρη ή, θέτοντας το διαφορετικά, ως ολοκληρωμένη η επίδοση. Υπό την έννοια δηλαδή της πλήρους συμμόρφωσης της ενάγουσας με τα όσα προβλέπονται σχετικά από τον κανονισμό επί του θέματος. 95 Σύμφωνα και με τη δεύτερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου η μη επίδοση του τυποποιημένου εντύπου περιγράφεται ως δικονομική παράλειψη την οποία καλείται να θεραπεύσει ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει την επίδοση εγγράφων μέσω της εφαρμογής του κανονισμού. 96 Επομένως και στην περίπτωση υπό εξέταση θα πρέπει η ενάγουσα να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα έτσι ώστε να θεραπεύσει τη μη επίδοση του τυποποιημένου εντύπου προς τον εναγόμενο. Δ. Συμπέρασμα 97 Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει στο εξής συμπέρασμα. Υπό τις περιστάσεις, σύμφωνα και με την υπάρχουσα νομολογία επί του θέματος, δεν τίθεται καν θέμα κατάληξης σε συμπέρασμα ως προς την ύπαρξη ακυρότητας της επίδοσης έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος παραμερισμού της επίδοσης. Εντούτοις, η διαπίστωση ως προς την παράλειψη ενημέρωσης του εναγόμενου σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού ως προς το ότι μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης δεν είναι δυνατό να μην έχει οποιεσδήποτε δικονομικές συνέπειες αναφορικά με την απόφαση η οποία στη συνέχεια εκδόθηκε εις βάρος του. 98 Όσο παράδοξος και να είναι δυνατό να θεωρηθεί ο παραμερισμός της απόφασης εξαιτίας της παράλειψης ενημέρωσης του εναγόμενου από την υπηρεσία παραλαβής του Ηνωμένου Βασιλείου αναφορικά με το δικαίωμα του να αρνηθεί να παραλάβει τα έγγραφα τα οποία επιδόθηκαν σε αυτόν τόσο πιο παράδοξο θα ήταν να αναγνωρίζεται μεν αυτή η παράλειψη αλλά στη συνέχεια να διατάσσεται με οποιοδήποτε τρόπο απλώς η θεραπεία της δίχως όμως παράλληλα η όλη διαδικασία επίδοσης θεωρητικά αλλά κατ΄ επέκταση και πρακτικά να μην επιστρέφει στο χρονικό σημείο αυτής της παράλειψης έτσι ώστε να παρέχεται το δικαίωμα στον εναγόμενο να ασκήσει το δικαίωμα άρνησης παραλαβής όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 8 του κανονισμού. 99 Ουσιαστικά το Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη ορθότερη επιλογή αντιμετώπισης της περίπτωσης υπό εξέταση παρά ο παραμερισμός της επίδικης απόφασης και μάλιστα ex debito justitiae δηλαδή ως καθήκον της δικαιοσύνης και ουσιαστικά ως δικαίωμα του εναγόμενου δίχως να απαιτείται καν η εξέταση κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από τη νομολογία μας αναφορικά με αιτήματα παραμερισμού ερήμην εκδοθείσας απόφασης. 100 Επομένως, εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης η οποία εκδόθηκε στις 23/10/2015 υπέρ της ενάγουσας και εις βάρος του εναγόμενου
- Εναπόκειται στην ενάγουσα η λήψη των απαραίτητων δικονομικών μέτρων έτσι ώστε να θεραπεύσει τη μη επίδοση του τυποποιημένου εντύπου προς τον εναγόμενο. 101 Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης παρά και την επιτυχή κατάληξη της για τον εναγόμενο τουλάχιστον σε σχέση με ένα από τα αιτήματα του και μάλιστα με την ανάδειξη δικαιώματος ex debito justitiae παραμερισμού της επίδικης απόφασης πραγματικά δεν κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα επιδικαστούν υπέρ του καθώς δεν είναι δυνατό να κριθεί ως υπαίτια η ενάγουσα σε σχέση με την παράλειψη της υπηρεσίας παραλαβής του Ηνωμένου Βασιλείου να επιδώσει το τυποποιημένο έντυπο σύμφωνα και με το άρθρο 8 του κανονισμού, παράλειψη η οποία κατ΄ επέκταση οδήγησε στον παραμερισμό της απόφασης. Επομένως, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε απόφαση αναφορικά με τα έξοδα. 102 Τέλος, θεωρώ πως θα ήταν παράλειψη μου να μην εκφράσω τη λύπη μου ως προς την καθυστέρηση σε σχέση με την έκδοση αυτής της απόφασης και η οποία βεβαίως δεν οφείλεται στο χειρισμό της υπόθεσης από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων αλλά κυρίως στο φόρτο εργασίας του Δικαστηρίου επί καθημερινής βάσης και σε αριθμό και άλλων επιφυλαγμένων αποφάσεων. ___________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject :- Civil/Interim Αναφορά :- Αίτηση Παραμερισμού Επίδοσης/Απόφασης [1] O τονισμός των γραμμάτων, ως επίσης και η οποιαδήποτε υπογράμμιση ή άλλη μορφοποίηση του κειμένου εντός αυτής της απόφασης, γίνεται σε κάθε περίπτωση από το Δικαστήριο ενώ τα οποιαδήποτε αποσπάσματα παρατίθενται με κυρτά γράμματα (italics).