← Κύπρος

Δημήτρη Ανδρέα Ευσταθίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία, Αριθμός Αίτησης Έφεσης :- 54/2017, 3/5/2017

Δημήτρη Ανδρέα Ευσταθίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία, Αριθμός Αίτησης Έφεσης :- 54/2017, 3/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αίτησης Έφεσης :- 54/2017 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65, Μέρος VI, άρθρα 37 - 44 και Μέρος VIA, άρθρα 44Α έως 44ΑΑΙ, τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, άρθρα 80 και 81, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 7, 8, 9, 15, 16, 23, 30, τον Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο 197 (Ι)/2003 όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 2, 9, 10. Μεταξύ :- Δημήτρη Ανδρέα Ευσταθίου Αιτητής - Εφεσείων Και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Καθ΄ ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη Ημερομηνία έκδοσης της απόφασης :- Τετάρτη 3η Μαΐου 2017 Για τον Αιτητή - Εφεσείοντα :- κος. Κωνσταντίνος Καλαβάς για Constantinos Kalavas L. L. C. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Κωνσταντίνος Καλαβάς Για την Καθ' ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη :- κα. Ελισάβια Ζαχαρία για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Αθανασία Μιχαήλ Τελική Απόφαση 1 Ο αιτητής - εφεσείων (στο εξής θα καλείται ο «εφεσείων») εξαιτείται την έκδοση τεσσάρων διαταγμάτων με αντίστοιχη νομική βάση στην κάθε περίπτωση όπως αυτή παρατίθεται τόσο στον τίτλο όσο και εντός της αίτησης - έφεσης (στο εξής θα καλείται η «έφεση») υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. 2 Τα πρώτα τρία διατάγματα έχουν σχέση με τη διαδικασία πλειστηριασμού ενυπόθηκου ακινήτου ενώ με το τέταρτο αυτό το οποίο εξαιτείται ο εφεσείων είναι η απαγόρευση ή αναστολή μέτρων εκτέλεσης στην αγωγή 2282/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. 3 Κατ΄ αρχάς μετά και από μελέτη τόσο του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν. 9/65 όπως αυτός τροποποιήθηκε και ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος») όσο και του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος (Ν.197(Ι)/2003 όπως αυτός τροποποιήθηκε και ο οποίος στο εξής θα καλείται ο «Προστασίας των Εγγυητών Νόμος») κρίνεται από το Δικαστήριο πως το τέταρτο διάταγμα την έκδοση του οποίου εξαιτείται ο εφεσείων αποτελεί θεραπεία εντελώς εκτός του προβλεπόμενου νομοθετικού πλαισίου της παρούσας έφεσης ως επίσης και αίτημα το οποίο θα έπρεπε να είχε υποβληθεί στην αγωγή 2282/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. 4 Υπενθυμίζεται πως με το τέταρτο διάταγμα «...θα απαγορεύεται και/ή θα αναστέλλεται η διαδικασία λήψης μέτρων εκτέλεσης εναντίον του αιτητή στην αγωγή 2282/07 Ε. Δ. Πάφου περιλαμβανομένης και της εκποίησης του αναφερθέντος ακινήτου δυνάμει της υποθήκης υπ΄ αριθ. Υ3264/2002 ενόσω δεν λαμβάνονται μέτρα εκτέλεσης εναντίον της πρωτοφειλέτιδας Ζωής Νικολαΐδου Ευσταθίου και/ή μέχρι να εξαντληθούν τα μέτρα εκτέλεσης εναντίον της πρωτοφειλέτιδας και/ή μέχρι να εισπραχθεί από την ίδια η εξ αποφάσεως οφειλή της εναγομένης

(1)- πρωτοφειλέτιδας στην αγωγή 2282/07 Ε. Δ. Πάφου». 5 Συγκεκριμενοποιείται η νομική βάση του αιτήματος του εφεσείοντα σε σχέση με το τέταρτο διάταγμα στα άρθρα 2, 9 και 10 του Προστασίας των Εγγυητών Νόμου. Βεβαίως για σκοπούς εφαρμογής του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το περιεχόμενο του συγκεκριμένου νόμου στο σύνολο του. Το άρθρο 2 είναι το άρθρο ερμηνείας του νόμου ενώ τα άρθρα 9 και 10 προνοούν για την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. 6 Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρά «.... τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου[1] παρέχεται εξουσία σε δικαστήριο να διατάξει καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή αίτηση καταβολής μηνιαίων δόσεων όπως προβλέπεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ή αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής όπως προβλέπεται στον περί Πτώχευσης Νόμο...». 7 Οι μέθοδοι εκτέλεσης απόφασης Δικαστηρίου καθορίζονται από το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6 όπως αυτό τροποποιήθηκε) εντός του οποίου υπάρχει και αναφορά σε πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ως ένα από τα μέσα εκτέλεσης. Όμως υπάρχουν ειδικές πρόνοιες αναφορικά με αυτή τη μέθοδο εκτέλεσης στα άρθρα 22 έως και 71 του Μέρους V του συγκεκριμένου Νόμου. 8 Η διαδικασία εκποίησης υποθήκης αποτελεί μία εντελώς διαφορετική διαδικασία έστω και εάν αυτή κατ΄ επέκταση έχει ως αποτέλεσμα την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας. Μάλιστα όπως αναφέρεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο στο άρθρο 44, το οποίο ανήκει στο Μέρος VI του σχετικού Νόμου, ουδέν «...των εν τω παρόντι Νόμω διαμβαλομένων επενεργεί ώστε ν΄ αποκλείση οιονδήποτε ενυπόθηκον δανειστήν από του να επιδιώξη διά πολιτικής αγωγής την πώλησιν του ενυπόθηκου ακινήτου προς εξόφλησιν του διά της υποθήκης εξασφαλιζόμενου ποσού...» ενώ όπως προστίθεται «...τοιαύτη δε αγωγή δύναται να εγερθή οποτεδήποτε, προ ή κατόπιν αιτήσεως προς τον Διευθυντήν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους...». 9 Αναδεικνύεται με αυτή την αναφορά και η διαφορετικότητα της διαδικασίας η οποία προνοείται ως προς τη δυνατότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη να υποβάλει αίτηση στον Διευθυντή για πώληση του ακινήτου το οποίο βαρύνεται από το ενυπόθηκο χρέος προς εξόφληση αυτού. Θέτοντας το πιο απλά η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου η οποία προβλέπεται είτε από το Μέρος VI είτε από το Μέρος VIA του σχετικού Νόμου δεν αποτελεί μέθοδο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης αλλά μία εντελώς ξεχωριστή και ιδιάζουσα διαδικασία εφαρμογής ουσιαστικά των όρων μίας υποθήκης με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου λόγω υπερημερίας όπως αυτή ερμηνεύεται στο άρθρο 37 του σχετικού Νόμου ανεξαρτήτως και της έκδοσης ή μη δικαστικής απόφασης. 10 Επισημαίνεται επίσης από το Δικαστήριο η σύνδεση η οποία υπάρχει εντός του Προστασίας των Εγγυητών Νόμο και με τον ίδιο τον πρωτοφειλέτη στην κάθε περίπτωση. Παραδείγματος χάριν, υπάρχουν πρόνοιες σχετικά με αποξένωση περιουσίας που ανήκει σε πρωτοφειλέτη ενόσω αυτός έχει οφειλή και η οποία υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις συνιστά πράξη καταδολίευσης του εγγυητή με δυνατότητα έκδοσης διατάγματος απαγόρευσης αποξένωσης προς όφελος του εγγυητή με αγωγή ή ενδιάμεση αίτηση ή υπεράσπιση ή ένσταση στα πλαίσια εκκρεμούσας αγωγής ή διαδικασίας μέτρων εκτέλεσης. Λογικά η οποιαδήποτε διαδικασία αυτής της φύσης θα πρέπει κατ΄ επέκταση να έχει ως διάδικο μέρος και τον ίδιο τον πρωτοφειλέτη. 11 Συνεπώς, έστω και εάν υπήρχε η δυνατότητα εφαρμογής του Προστασίας των Εγγυητών Νόμου στα δεδομένα της έφεσης υπό εξέταση ο εφεσείων θα έπρεπε να είχε μεριμνήσει έτσι ώστε και η πρωτοφειλέτιδα να ήταν μέρος αυτής της διαδικασίας. Ακόμη και εάν ο εφεσείων θεωρούσε πως η επίδικη διαδικασία αποτελεί μέθοδο εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή 2282/07 όφειλε να εγείρει αυτό το θέμα στο πλαίσιο εκείνης της αγωγής προς έκδοση διατάγματος το οποίο θα βασιζόταν στους προβλεπόμενους σκοπούς του Προστασίας των Εγγυητών Νόμου σύμφωνα και με τα όσα προνοούνται εντός αυτού. Η αναγκαιότητα συμμετοχής της πρωτοφειλέτιδας εξάγεται και από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει ως δίκαιο και ορθό να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 10 του Προστασίας των Εγγυητών Νόμο. 12 Βεβαίως το κύριο συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι πρώτο, πως η επίδικη διαδικασία πώλησης με πλειστηριασμό στην έφεση υπό εξέταση δεν αποτελεί διαδικασία εκτέλεσης της οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης έτσι ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής του Προστασίας των Εγγυητών Νόμου (θέση την οποία εύστοχα υποστηρίζουν στη γραπτή αγόρευση τους και οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της εφεσίβλητης) και δεύτερο, πως αίτημα για την έκδοση του τέταρτου διατάγματος δεν εντάσσεται εντός του πλαισίου το οποίο καθορίζεται από το σχετικό Νόμο προς άσκηση του δικαιώματος έφεσης το οποίο παρέχεται από το άρθρο 44Γ
(3)του σχετικού Νόμου για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» ή ακόμη και για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου «ΙΒ» βάσει του άρθρου 44ΙΓ του σχετικού Νόμου ή γενικότερα της διαδικασίας πώλησης με πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. 13 Συνεπώς το αίτημα για έκδοση διατάγματος σύμφωνα με την παράγραφο Δ της έφεσης δεν γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο. 14 Εκτός από τον σχετικό Νόμο ο εφεσείων στηρίζει το αίτημα του και στο Σύνταγμα και σε συγκεκριμένα άρθρα αυτού τα οποία παρατίθενται και εντός του τίτλου της έφεσης. Σύμφωνα και με τα όσα αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα στη σελίδα 15 της γραπτής αγόρευσης του η «...διενέργεια πλειστηριασμού που αφορά την πρώτη κατοικία του οφειλέτη παραβιάζει προδήλως τις συνταγματικές αρχές αναφορικά με την προστασία της κατοικίας και παράλληλα βάλλει κατά της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του και γενικότερα τον υποβαθμίζει ως άνθρωπο αποστερώντας του μία αξιοπρεπή διαβίωση και φθείρει εν γένει την προσωπικότητα του». 15 Βασίζονται βεβαίως τα οποιαδήποτε επιχειρήματα επί αυτού του θέματος στον ισχυρισμό του εφεσείοντα πως το ενυπόθηκο ακίνητο προς πώληση με τη διαδικασία πλειστηριασμού αποτελεί την πρώτη και μόνιμη κατοικία του καθώς βρίσκεται σε διάσταση με την πρωτοφειλέτιδα σύζυγο του. Σχετικός είναι ο λόγος 21 στην αίτηση ως επίσης και οι παράγραφοι 19 (γ), 20 και 21 στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της έφεσης. Υπενθυμίζεται πως η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της ένστασης απορρίπτει γενικά όλους τους ισχυρισμούς του εφεσείοντα (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης της) ενώ συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι ο εφεσείων και η σύζυγος του διαμένουν μαζί (παράγραφος 16 (ii) της ένορκης δήλωσης της) παραπέμποντας και σε σχετική ένορκη δήλωση επιδότη (Τεκμήριο 2). 16 Εντός του σχετικού Νόμου υπάρχουν ορισμοί της κύριας κατοικίας τόσο στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 44ΙΕ, ως η κατοικία που χρησιμοποιείται για τη διαμονή του ιδιοκτήτη της όσο και για σκοπούς του άρθρου 44ΙΑΑ, σε σχέση με το προνομιακό καθεστώς ενυπόθηκου οφειλέτη σε περίπτωση εφαρμογής διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, ως η ιδιόκτητη κατοικία που χρησιμοποιείται για τη διαμονή του ενυπόθηκου οφειλέτη ή/και των μελών της οικογένειας του. 17 Βεβαίως, εντός του σχετικού Νόμου δεν υπάρχει οποιαδήποτε ρητή απαγόρευση πώλησης με πλειστηριασμό ενυπόθηκου ακινήτου εάν αυτό αποτελεί και την κύρια ή ακόμη και μοναδική κατοικία του ενυπόθηκου οφειλέτη. Προφανώς αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο εφεσείων βασίζει το αίτημα του και στο Σύνταγμα. 18 Όμως, έτσι ώστε και να παρέχεται η δυνατότητα εξέτασης της επιχειρηματολογίας επί του συγκεκριμένου θέματος, ο εφεσείων θα έπρεπε πρώτα να είχε πείσει και το Δικαστήριο πως όντως το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελεί και την μοναδική και μόνιμη του κατοικία (παράγραφος 14 της ένορκης δήλωσης του) ή την μοναδική και κύρια κατοικία του (παράγραφος 19 (γ) της ίδιας ένορκης δήλωσης) ή η πρώτη και μόνη μόνιμη του κατοικία (παράγραφος 20). Απέτυχε όμως πραγματικά να πείσει ως προς τη βασιμότητα του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Τα όσα περιορισμένα στοιχεία παρουσίασε προς απόδειξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού σε συνάρτηση με τα όσα δεδομένα προκύπτουν και από το φάκελο της έφεσης καθιστούν τον ισχυρισμό του αναξιόπιστο. 19 Κατ΄ αρχάς τα ίδια τα τεκμήρια τα οποία παρουσίασε κρίνονται ανεπαρκή προς απόδειξη του ισχυρισμού του. Προσκόμισε δύο τεκμήρια ο εφεσείων, πρώτο, φωτοαντίγραφο άδειας οικοδομής και δεύτερο, κατάσταση συνεχής κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος από την ημερομηνία της κατ΄ ισχυρισμό εγκατάστασης του στην κατοικία μέχρι και την ημερομηνία υπογραφής της ένορκης δήλωσης. Αναφορικά με τα δύο αυτά τεκμήρια παρατηρείται πως η άδεια οικοδομής εκδόθηκε το 2002 (15/7/2002) με ισχύ μέχρι το 2004 (30/5/2004) ενώ σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου η κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος αρχίζει αρκετά χρόνια αργότερα από τις 15/11/2013 με κατανάλωση σε χαμηλά και όχι σταθερά επίπεδα με διακυμάνσεις κατανάλωσης και πιο σημαντική πρώτη αύξηση κατά την περίοδο από 27/6/2016 έως 25/8/2016. 20 Ασφαλώς το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εξαγάγει από αυτή την κατάσταση περισσότερα στοιχεία ως προς τη σημασία αυτού του είδους κατανάλωσης. Όφειλε ο ίδιος ο αιτητής να είχε προσαγάγει σχετική μαρτυρία ως προς το θέμα αυτό. Επιπλέον, εάν όντως ο ίδιος είναι κάτοικος του χωριού Πωμός στην επαρχία Πάφου εύλογα θα αναμενόταν όπως παρουσίαζε πολύ πιο πειστικά στοιχεία προς απόδειξη της διαμονής του και όχι μόνο μία απλή κατάσταση κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος η οποία από μόνη της δεν αποδεικνύει ασφαλώς πως ο ίδιος είναι το άτομο το οποίο καταναλώνει αυτή την ενέργεια έστω και εάν ο σχετικός λογαριασμός είναι στο όνομα του. Ούτε και έχει προσφέρει οποιαδήποτε στοιχεία ως προς το έτος ανέγερσης της κατοικίας από την ημερομηνία έκδοσης της άδειας οικοδομής (15/7/2002) ή ακόμη και ισχύς της (30/5/2004) μέχρι και την ημερομηνία έναρξης της κατάστασης κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος (15/11/2013) ως η ημερομηνία της κατ' ισχυρισμό έναρξης της μόνιμης διαμονής του σε αυτή. Ούτε βεβαίως και έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε άλλα στοιχεία αναφορικά με το κατ΄ ισχυρισμό γεγονός ότι βρίσκεται σε διάσταση με την πρωτοφειλέτιδα σύζυγο του και κατ΄ επέκταση δεν διαμένει μαζί της αλλά σε ξεχωριστή κατοικία. 21 Επιπλέον, ενώ ισχυρίζεται πως ουδέποτε του επιδόθηκαν οι ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι» εντούτοις η εφεσίβλητη έχει παρουσιάσει μαρτυρία σύμφωνα με την οποία αυτές όντως επιδόθηκαν στην - σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εφεσείοντα - σε διάσταση σύζυγο του. Όπως ο επιδότης αναφέρει επί της ένορκης δήλωσης επίδοσης οι συγκεκριμένες ειδοποιήσεις επιδόθηκαν στη σύζυγο του εφεσείοντα με τον οποίο συζεί. Ακόμη και να θεωρηθεί, όπως ο εφεσείων ισχυρίζεται, πως όντως ο ίδιος είναι σε διάσταση με τη σύζυγο του, αυτό δεν εξηγεί πως είναι δυνατό οι ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» τις οποίες δέχεται ότι επιδόθηκαν στον ίδιο (παράγραφος 11 της ένορκης δήλωσης του) να είχαν επιδοθεί στην ίδια διεύθυνση στην οποία επιδόθηκαν οι ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι». Ή το γεγονός ότι και σε αυτή την περίπτωση αναγράφεται στην ένορκο δήλωση του επιδότη ότι αυτός και η σύζυγος του «συζούν» σε σχέση και με την επίδοση προς τη σύζυγο του (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης). 22 Παρέλειψε κατά το χρόνο της επίδοσης να προβάλει τον ίδιο ισχυρισμό ο εφεσείων; Πως είναι δυνατό ο ίδιος ο εφεσείων να δέχεται επίδοση για τη σύζυγο του στην ίδια διεύθυνση στην οποία επιδόθηκαν οι ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι» και ο ίδιος επιδότης και στις δύο περιπτώσεις να σημειώνει ότι «συζούν» και ο εφεσείων να μην προβάλει οποιοδήποτε αντίθετο ισχυρισμό επί του προκειμένου, είτε κατά το χρονικό σημείο της επίδοσης είτε μετά με την ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη της έφεσης; Σε σχέση βεβαίως με τη συγκεκριμένη επίδοση. 23 Πραγματικά, όπως και να ιδωθεί ο ισχυρισμός του εφεσείοντα ως προς το ότι το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελεί την μόνη μόνιμη ή κύρια κατοικία του, το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ως προς την αξιοπιστία αυτού του ισχυρισμού. Συνεπώς, δεν κρίνεται αναγκαία η ακαδημαϊκή ουσιαστικά εξέταση της εμπεριστατωμένης επιχειρηματολογίας η οποία έχει προταθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εφεσείοντα επί της σημασίας ενός κατ΄ ισχυρισμό δεδομένου η ύπαρξη του οποίου δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. 24 Αναφορικά με το αίτημα για παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» διαπιστώνεται πως κανένας από τους τέσσερις λόγους παραμερισμού οι οποίοι αναφέρονται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ δεν υφίσταται έτσι ώστε να δικαιολογείται επί αυτής της βάσης ο αιτούμενος παραμερισμός της συγκεκριμένης ειδοποίησης. Ούτε και ουσιαστικά υποστηρίζει με επάρκεια ο εφεσείων το αίτημα του επί αυτής της βάσης. Παραδείγματος χάριν, δεν αρκεί απλά να ισχυρίζεται γενικά και αόριστα ότι οι ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» «...δεν ανταποκρίνονται στις εκ του νόμου καθοριζόμενες προϋποθέσεις ως προς τον τύπο και περιεχόμενο». Τέτοιος ισχυρισμός ή θέση ουσιαστικά θα πρέπει απαραίτητα να τεκμηριώνεται έτσι ώστε να παρέχεται και το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο αλλά κατ΄ επέκταση και το ανάλογο νομικό πλαίσιο προς εξέταση του. 25 Προτείνεται ως λόγος παραμερισμού τόσο αμφότερων των ειδοποιήσεων όσο και γενικότερα της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου το γεγονός της ύπαρξης δικαστικής απόφασης. Η θέση αυτή βασίζεται σε πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Σχετική ανάλυση της δυνατότητας εφαρμογής της συγκεκριμένης πρωτόδικης απόφασης υπάρχει σε προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου με την ίδια σύνθεση και το σκεπτικό της οποίας υιοθετείται πλήρως και σε σχέση με την έφεση υπό εξέταση. 26 Η συγκεκριμένη απόφαση είναι η Αίτηση/Έφεση 190/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου μεταξύ Costas Economou Ltd και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ημερομηνίας έκδοσης 26/10/
  1. Έχοντας υπόψη την υιοθέτηση του σκεπτικού της από το Δικαστήριο σε σχέση και με την έκδοση αυτής της απόφασης αλλά και τη διαπίστωση πως οι ευπαίδευτοι δικηγόροι αμφότερων των διαδίκων μέσω και της επιχειρηματολογίας τους αναδεικνύουν επαρκή γνώση του περιεχομένου της, διευκρινίζεται πως δεν κρίνεται απαραίτητη η επανάληψη αυτού του σκεπτικού εντός αυτής της απόφασης. 27 Βεβαίως, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα εισηγείται πως διαφοροποιείται η περίπτωση υπό εξέταση από αυτή της απόφασης στην Economou καθότι η σχετική απόφαση αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο εκδόθηκε εκ συμφώνου και συνεπώς η εφεσίβλητη δεσμεύεται όπως εφαρμόσει τη διαδικασία εκποίησης δημόσιου πλειστηριασμού υπό του Κτηματολογίου Πάφου όπως ρητά αναφέρεται εντός της συγκεκριμένης απόφασης. Δηλαδή, όπως η ίδια εκ συμφώνου είχε δεχτεί την έκδοση αυτής της απόφασης. 28 Όμως, έχοντας υπόψη ότι είναι με τον τροποποιητικό νόμο Ν. 142(Ι)/2014 με τον οποίο εισήχθη στο σχετικό Νόμο η διαδικασία της οποίας ο εφεσείων εξαιτείται τον παραμερισμό, δηλαδή η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή, σε συνδυασμό και το γεγονός πως η σχετική απόφαση εντός της οποίας εμπεριέχεται αναφορά στο ενυπόθηκο ακίνητο, υπό την έννοια δηλαδή διατάγματος εκποίησης της υποθήκης Υ3264/02, εκδόθηκε περίπου πέντε μήνες προηγουμένως στις 4/4/2014, ασφαλώς και δεν θα υπήρχε η δυνατότητα είτε αναφοράς εντός της σχετικής απόφασης είτε της συμπερίληψης οποιασδήποτε πρόνοιας προς εφαρμογή μίας νομοθετικά ανύπαρκτης διαδικασίας κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης στην αγωγή 2282/
  2. 29 Επιπλέον, εάν εξεταστούν προσεχτικά τα δεδομένα της απόφασης Economou και σε εκείνη την περίπτωση είχε ήδη διαταχθεί η πώληση ενυπόθηκου ακινήτου με δικαστική απόφαση σε ημερομηνία (27/1/2012) κατά την οποία δεν είχε ακόμη δημοσιευτεί ο τροποποιητικός νόμος Ν. 142(Ι)/
  3. Άγνωστο κατά πόσο και στην περίπτωση Economou η απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου ή όχι. 30 Όμως πραγματικά δεν έχει πεισθεί το Δικαστήριο πως το γεγονός της έκδοσης εκ συμφώνου απόφασης δεσμεύει την εφεσίβλητη στην εφαρμογή μιας διαδικασίας και επιπλέον της μόνης διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό η οποία ήταν διαθέσιμη σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης. Μάλιστα εάν γίνει δεκτή η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου του εφεσείοντα για διάκριση της περίπτωσης υπό εξέταση με αυτή της απόφασης Economou τότε ανατρέπεται ολόκληρο το σκεπτικό της απόφασης Economou δίχως καν να δικαιολογείται αυτό από οποιουσδήποτε υπαρκτούς παράγοντες διαφοροποίησης. 31 Πραγματικά το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί πως εξαιτίας της έκδοσης εκ συμφώνου απόφασης η εφεσίβλητη δεσμεύεται ως προς τη διαδικασία πώλησης με πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου την οποία θα επιλέξει να ακολουθήσει ή ότι δικαιολογείται η οποιαδήποτε απόκλιση από τη διαπίστωση του Δικαστηρίου στην προηγούμενη απόφαση του στην Economou ως προς το ότι δεν υπάρχει σε καμία διάταξη του σχετικού Νόμου περιορισμός της εφαρμογής της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από ενυπόθηκο δανειστή σύμφωνα με το Μέρος VIA σε κάθε περίπτωση ύπαρξης σύμβασης υποθήκης ακόμη και εάν αυτή ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης του τροποποιητικού νόμου Ν.142(Ι)/2014 ή ακόμη και εάν έχει ήδη εκδοθεί δικαστική απόφαση με σχετική πρόνοια ως προς την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου. 32 Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω καθίσταται σαφές πως δεν δικαιολογείται η έκδοση των διαταγμάτων για παραμερισμό ή ακύρωση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» ή της διαδικασίας πώλησης σε δημοπρασία στις 20/6/
  4. Κανένας από τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται εντός της αίτησης και ο οποίος έχει υποστηριχθεί από σχετική μαρτυρία και επιχειρηματολογία κρίνεται βάσιμος προς αυτό το σκοπό. Παραδείγματος χάριν, διατηρώντας υπόψη πως απορρίπτεται ως αναξιόπιστος ο ισχυρισμός του εφεσείοντα ως προς το ότι ουδέποτε επιδόθηκαν σε αυτόν οι ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι» παράλληλα απορρίπτεται ως ανυπόστατη και η θέση του ως προς την έλλειψη ενημέρωσης του με σχετική κατάσταση του ποσού της υποθήκης μαζί με τους τόκους αλλά και του χρέους το οποίο εξασφαλίζεται με την υποθήκη. Σύμφωνα δηλαδή με τον προβλεπόμενο τύπο της ειδοποίησης Τύπου «Ι». Σχετικό είναι ως μέρος του τεκμηρίου 2 το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης το φωτοαντίγραφο της ειδοποίησης Τύπου «Ι» με επισυνημμένη επί αυτού κατάστασης λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους. 33 Εντούτοις, αναφορικά με την ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» διαδικαστικά προκύπτει η εξής χρονική διαπίστωση. Υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με το άρθρο 44Δ του σχετικού Νόμου μετά και από την επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» προβλέπεται διαδικασία εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Αναφέρεται σχετικά στο εδάφιο
(1)ο διορισμός εκτιμητών και στο εδάφιο
(2)η επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΒ» τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(1). Όμως ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Δ ως προς το ότι ο διορισμός εκτιμητών γίνεται τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ. Θέτοντας το πολύ απλά η διαδικασία εκτίμησης ενυπόθηκου ακινήτου αρχίζει μόνο αφού πρώτα τηρηθούν τα όσα προβλέπονται σχετικά εντός του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ. 34 Υπενθυμίζεται πως με το εδάφιο
(3)στο άρθρο 44Γ προβλέπεται η δυνατότητα καταχώρισης έφεσης εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» για παραμερισμό της ειδοποίησης. Συνεπώς, η τήρηση των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ προϋποθέτει είτε την πάροδο αυτής της προθεσμίας είτε την εκδίκαση πρώτα της έφεσης, σε περίπτωση καταχώρισης της. Μόνο μετά και από την πάροδο είτε της πρώτης είτε της δεύτερης περίπτωσης θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι πλέον παρεχόταν η δυνατότητα ενεργοποίησης της διαδικασίας εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου. 35 Στην περίπτωση υπό εξέταση όμως η εφεσίβλητη έχει επιδώσει ταυτόχρονα τόσο την ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» όσο και την ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ». Ουσιαστικά η ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» ημερομηνίας 28/2/2017 δεν θα έπρεπε να είχε επιδοθεί στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο αλλά μόνο μετά και από τήρηση των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Γ. Συνεπώς, κρίνεται πως η επίδοση της ειδοποίησης Τύπου «ΙΒ» ήταν πρόωρη και εκτός του προβλεπόμενου νομοθετικού πλαισίου. 36 Επομένως, το Δικαστήριο οδηγείται σε συμπέρασμα πως η συγκεκριμένη ειδοποίηση θα πρέπει να παραμεριστεί και ακυρωθεί αλλά όχι για οποιονδήποτε από τους λόγους επί των οποίων ο εφεσείων βασίζει το αίτημα του για την έκδοση του διατάγματος της παραγράφου Β στην έφεση του. Επιπλέον, τέτοιος παραμερισμός και ακύρωση δεν θα εμποδίζει βεβαίως την εφεσίβλητη από την επίδοση νέας ειδοποίησης Τύπου «ΙΒ» απλά και μόνο διότι πρόωρα είχε επιδοθεί προηγουμένως η ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» ημερομηνίας 28/2/2017. Εφόσον πλέον με την έκδοση αυτής της απόφασης έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία εκδίκασης της έφεσης. 37 Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού και ακύρωσης της συγκεκριμένης ειδοποίησης Τύπου «ΙΒ» ημερομηνίας 28/2/2017 για το λόγο που αναφέρεται πιο πάνω ενώ η έφεση απορρίπτεται σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα αιτήματα. 38 Έχοντας υπόψη και το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της εκδίκασης μίας διαδικασίας δεν διαπιστώνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου τα έξοδα να μην επιδικαστούν υπέρ της επιτυχούσας διαδίκου. Καθότι βεβαίως ακόμη και η έκδοση του διατάγματος παραμερισμού και ακύρωσης της συγκεκριμένης ειδοποίησης Τύπου «ΙΒ» λόγω της πρόωρης επίδοσης της δεν έγινε εξαιτίας αποδοχής από το Δικαστήριο οποιασδήποτε θέσης του εφεσείοντα. 39 Εντούτοις, έχοντας υπόψη και τη συγκεκριμένη παράλειψη τήρησης από την εφεσίβλητη των προνοιών του σχετικού Νόμου ως προς το χρόνο επίδοσης της συγκεκριμένης επίδοσης Τύπου «ΙΒ» κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα τα οποία θα επιδικαστούν μειωθούν κατά ¼ καθώς έστω και ένα μέρος της διαδικασίας έφεσης υπό εκδίκαση προκλήθηκε αχρείαστα από αυτή την πρόωρη επίδοση. Επομένως, τα έξοδα της έφεσης επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εις βάρος του εφεσείοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή μειωμένα όμως κατά το ¼ αυτού του υπολογισμού και όπως στη συνέχεια θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. 40 Ανεξαρτήτως και του απορριπτικού αποτελέσματος εκδίκασης της έφεσης το Δικαστήριο αναγνωρίζει και εκτιμά ιδιαίτερα τόσο τη στοχευμένη διατύπωση γενικότερα του αιτήματος του εφεσείοντα από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του όσο και την πραγματικά εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση του όχι μόνο προς υποστήριξη αυτού του αιτήματος αλλά παράλληλα προς όσο το δυνατό περισσότερη υποβοήθηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος υπό εξέταση. ________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:- Civil/General Application/Final (Αναφορά:- Αίτηση/Έφεση Παραμερισμού Διαδικασίας Πλειστηριασμού Ενυπόθηκου Ακινήτου) [1] O τονισμός των γραμμάτων, ως επίσης και η οποιαδήποτε υπογράμμιση ή άλλη μορφοποίηση του κειμένου εντός αυτής της απόφασης, γίνεται σε κάθε περίπτωση από το Δικαστήριο ενώ τα οποιαδήποτε αποσπάσματα παρατίθενται με κυρτά γράμματα (italics).

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.