Penelope Ann Isaacs ν. Anthony Isaacs, Αρ. Αγωγής: 1322/16, 31/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1322/16 Μεταξύ: Penelope Ann Isaacs, από το Ηνωμένο Βασίλειο και τώρα στην Πάφο Ενάγουσα και Anthony Isaacs, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόμενος Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Ν. Μάντης Για τον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κ. Μυτίδης για κ. Καϊμακλιώτη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.9.2016 και την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε μονομερώς η υπό κρίση αίτηση με την οποία η Ενάγουσα (στο εξής Αιτήτρια) αξίωνε την έκδοση των ακόλουθων προσωρινών διαταγμάτων: «(Α) Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να δεσμεύεται και/ή να παγιοποιείται οποιοσδήποτε τραπεζικός λογαριασμός και/ή τραπεζικοί λογαριασμοί και/ή γραμμάτια του εναγόμενου στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου και/ή το ποσό των χρημάτων ύψους €75.000- που διατηρεί σε αυτόν/αυτούς. (Β) Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο να αποσύρει καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε ποσό χρημάτων από οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό και/ή γραμμάτιο του στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου. (Γ) Προσωρινό διάταγμα διατάττον το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου όπως παγοποιήσει τους τραπεζικούς λογαριασμούς και γραμμάτια του εναγόμενου στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου και/ή το ποσό των €75.000- σε αυτούς. (Δ) Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κάνει χρήση καθ' οιονδήποτε τρόπο του ποσού των €75.000- το οποίο οι Ενάγοντες - Αιτητές αξιώνουν από τον εναγόμενο.» Το Δικαστήριο επιλήφθηκε αυθημερόν της υπό κρίση αίτησης και εξέδωσε τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα τα οποία ορίστηκαν επιστρεπτέα στις 26.9.2016: «Προσωρινό διάταγμα με το οποίο δεσμεύεται και/ή παγιοποιείται οποιοσδήποτε τραπεζικός λογαριασμός και/ή οι τραπεζικοί λογαριασμοί και/ή γραμμάτια που διατηρεί ο εναγόμενος στο ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ μέχρι του ποσού των €75.000-. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον εναγόμενο να αποσύρει καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε ποσό χρημάτων μέχρι του ποσού των €75.000- από οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό και/ή γραμμάτιο του στο ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ όπως παγοποιήσει τους τραπεζικούς λογαριασμούς και γραμμάτια του εναγόμενου στο ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ μέχρι του ποσού των €75.000-.» Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι διατηρούσε κοινό λογαριασμό και/ή γραμμάτιο στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου για ποσό πέραν των €100.000 με το σύζυγο της, ο οποίος απεβίωσε στις 30.10.2009 (Τεκμήριο Α της αίτησης). Ο Καθ' ου η αίτηση είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και τέκνο του αποβιώσαντα συζύγου της. Κατά το 2010 ενημέρωσε τον Καθ' ου η αίτηση ότι τα χρήματα τα οποία ήταν κατατεθειμένα επ' ονόματι της είχε πρόθεση να τα μεταφέρει σε κοινό λογαριασμό με τον Καθ' ου η αίτηση, έτσι ώστε όταν αποβιώσει να μην υπάρχει ανάγκη διαχείρισης αλλά αυτά να είναι άμεσα διαθέσιμα στον Καθ' ου η αίτηση. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι αποτελούσε ρητό όρο πως αποκλειστικός δικαιούχος και χρήστης των χρημάτων αυτών ενόσω βρίσκεται στη ζωή θα είναι η ίδια, πράγμα το οποίο ο Καθ' ου η αίτηση αποδέχθηκε. Στις 13.9.2016 πληροφορήθηκε από τον διευθυντή του καταστήματος του Συνεργατικό Ταμιευτηρίου Πάφου στη Χλώρακα, ότι ο Καθ' ου η αίτηση μετέφερε ποσό €75.000 από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν σε δικό του προσωπικό λογαριασμό στην ίδια τράπεζα. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η προαναφερόμενη συμπεριφορά του Καθ' ου η αίτηση είναι παράνομη και αντίθετη προς τη μεταξύ τους συμφωνία δυνάμει της οποίας ο Καθ' ου η αίτηση συμφώνησε να μην χρησιμοποιήσει πριν το θάνατο της οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που ήταν κατατεθειμένο στον κοινό λογαριασμό. Σε περίπτωση που δεν οριστικοποιηθούν τα εκδοθέντα διατάγματα θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον, εφόσον ο Καθ' ου η αίτηση είναι κάτοικος εξωτερικού και ανά πάσα στιγμή θα μπορεί να μεταφέρει τα χρήματα στο εξωτερικό. Περαιτέρω, είναι άνεργος και δεν διαθέτει οικονομικούς πόρους. Καταληκτικά η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι το όλο ζήτημα είναι επείγον αφού ο Καθ' ου η αίτηση έχει ήδη προχωρήσει σε μεταφορά χρημάτων σε δικό του λογαριασμό και ανά πάσα στιγμή μπορεί να προχωρήσει σε περαιτέρω μεταφορά καθιστώντας τον εντοπισμό τους ιδιαίτερα δύσκολο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β τον λογαριασμό γραμματίου που διατηρούσε με τον αποβιώσαντα σύζυγο της. Το Τεκμήριο Β ωστόσο είναι πιστοποιητικό εμπρόθεσμης κατάθεσης ημερομηνίας 13.09.13 της Αιτήτριας με τον Καθ' ου η αίτηση. Πρόκειται προφανώς για λανθασμένη περιγραφή Τεκμηρίου η οποία όμως δεν έχει συνέπειες για την Αιτήτρια καθώς, όπως θα διαφανεί πιο κάτω, ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχεται ότι η Αιτήτρια διατηρούσε κοινό λογαριασμό με τον αποβιώσαντα πατέρα του για ποσό €100.
- Ο Καθ' ου η αίτηση αντιδρώντας καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. Η ένσταση, για τους λόγους που εμφαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε μόλις στις 16.5.
- Με αυτήν ο Καθ' ου η αίτηση εγείρει 13 συνολικά λόγους ένστασης, οι οποίοι όμως μπορούν να συνοψιστούν στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση των εκδοθέντων διαταγμάτων, στο ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική διότι σκοπός της είναι η πρόκληση καθυστέρησης και/ή παρέκκλισης από την ορθή και νόμιμη διαδικασία και τέλος στο ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου Γεώργιου Ματσάγκου ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Καθ' ου η αίτηση. Ο ενόρκως δηλών εκφράζει την παραδοχή του Καθ' ου η αίτηση ως προς το ότι η Αιτήτρια ήταν σύζυγος του αποβιώσαντος πατέρα του και ότι διατηρούσε με τον τελευταίο κοινό λογαριασμό στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου για ποσό €100.
- Επίσης παραδέχεται ότι η Αιτήτρια πληροφόρησε τον Καθ' ου η αίτηση το 2010 για την πρόθεση της να μεταφέρει τα χρήματα που από κοινού διατηρούσε με τον αποβιώσαντα πατέρα του, σε κοινό λογαριασμό που θα ανοιγόταν με τον ίδιο. Η Αιτήτρια ωστόσο αποδέχθηκε ότι τα χρήματα συνολικής αξίας €100.000 ανήκαν στον αποβιώσαντα πατέρα του και ότι δικαιούχος αυτών κατ' επέκταση ήταν ο Καθ' ου η αίτηση ως νόμιμος κληρονόμος του. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε δήλωσε η Αιτήτρια ότι τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στον κοινό λογαριασμό που δημιουργήθηκε με τον Καθ' ου η αίτηση θα τα χρησιμοποιούσε μόνο η ίδια. Ο Καθ' ου η αίτηση μετά από παράκληση της Αιτήτριας επισκέφθηκε την Πάφο προκειμένου να διευθετηθεί η μεταβίβαση των χρημάτων που δικαιούτο ως νόμιμος κληρονόμος του αποβιώσαντος πατέρα του. Κατά την παρουσία του στην Πάφο διευθετήθηκε συνάντηση σε τραπεζικό οίκο στη Χλώρακα προκειμένου να δοθούν στον Καθ' ου η αίτηση όλα τα χρήματα που δικαιούτο να λάβει από την κληρονομία του αποβιώσαντος. Παρά ταύτα η Αιτήτρια άλλαξε γνώμη δηλώνοντας στον Καθ' ου η αίτηση ότι θα δεχόταν όπως τα χρήματα μεταφερθούν σε κοινό λογαριασμό, ο οποίος θα τελούσε υπό τον έλεγχο και των δύο και υπό την προϋπόθεση ότι θα έπρεπε και οι δύο να υπογράψουν σε περίπτωση που οποιοσδήποτε θα επιθυμούσε να προβεί σε ανάληψη χρηματικού ποσού. Κατά ή περί τον Μάιο του 2016 η Αιτήτρια επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Καθ' ου η αίτηση ζητώντας του όπως την εφοδιάσει με αντίγραφο της άδειας οδήγησης ή του διαβατηρίου του για να τα προσκομίσει στην τράπεζα. Ο Καθ' ου η αίτηση επικοινώνησε με υπάλληλο της τράπεζας για να διαπιστώσει κατά πόσο όντως χρειάζονταν τα προαναφερόμενα στοιχεία ζητώντας ταυτόχρονα και την τελευταία κατάσταση του λογαριασμού που διατηρούσε με την Αιτήτρια. Τότε διαπίστωσε ότι η Αιτήτρια αυθαίρετα και χωρίς την άδεια και υπογραφή του προέβη σε ανάληψη και απόσυρση μεγάλου χρηματικού ποσού από τον κοινό λογαριασμό. Ακολούθως στις 12.5.2016 έλαβε επιστολή με την οποία ενημερωνόταν ότι ο κοινός λογαριασμός που διατηρούσε με την Αιτήτρια θα έκλεινε άμεσα με την υπογραφή της τελευταίας. Ενόψει των πιο πάνω κατά ή περί τις 13.9.2016 μετέφερε σε δικό του τραπεζικό λογαριασμό χρηματικό ποσό προκειμένου να προστατεύσει την κληρονομιά και τα νόμιμα δικαιώματά του επί της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα του. Καταληκτικά, ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια είναι αυτή που παραβίασε τη μεταξύ τους συμφωνία και ότι ο ίδιος αφού πληροφορήθηκε τις παράνομες ενέργειες της προχώρησε στη μεταφορά χρημάτων για να διαφυλάξει τη νόμιμη περιουσία που δικαιούται από τον αποβιώσαντα πατέρα του. Σημειώνεται ότι το κλητήριο ένταλμα ήταν ειδικά οπισθογραφημένο και οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται σε αυτό επαναλαμβάνονται ουσιαστικά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και ως εκ τούτου δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό η εκ νέου καταγραφή τους. Τα ίδια ισχύουν και όσον αφορά την υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στις 28.4.2017 από μέρους του Καθ' ου η αίτηση, αφού οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται σε αυτή επαναλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα διατάγματα επιδόθηκαν στις 20.09.16 στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου, το οποίο ωστόσο επέλεξε να μην εμφανιστεί στη διαδικασία. Η ακρόαση πραγματοποιήθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται ουσιαστικά επί των άρθρων 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 (στο εξής ο «Νόμος») και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Το άρθρο 32 του Νόμου έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά υποθέσεων [βλ. μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd ν. Petros I. Rossis
(1976)1. C.L.R. 38, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R 557, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσιολάκκη κ. ά. ν. Στυλιανίδης
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 282 κ. ά.]) όπου και καθορίστηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου είναι οι ακόλουθες τρεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο Αιτητής δικαιούται σε θεραπεία. (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 του Νόμου και αφορά την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα [Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557]. Η δεύτερη προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, έχει ερμηνευθεί ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια του άρθρου 32, απαιτεί από τον Αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό εξετάζει τη μαρτυρία, χωρίς ωστόσο να προχωρεί σε αξιολόγησή της, αφού το μόνο που απαιτείται είναι απλή πιθανότητα επιτυχίας. Ουσιαστικά, οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, υπό την έννοια ότι κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Για να αποδειχθούν οι τρεις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις ο Αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος [The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263]. Αφότου το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, προχωρεί στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Όσον αφορά το άρθρο 9 του Κεφ. 6, δίδει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να εκδώσει μονομερώς ένα Διάταγμα εφόσον ο αιτητής έχει αποδείξει το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Έχει νομολογηθεί ότι το υπαρκτό του επείγοντος ή οποιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο αυτό. Όταν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 9 δικαιολογείται η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Συμπεράσματα Θεωρώ ορθό να ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με τον λόγο ένστασης ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια. Το ζήτημα αυτό συναρτάται άμεσα προς το καθήκον αποκάλυψης το οποίο έχει τεράστια σημασία από τη στιγμή που τα διατάγματα εκδόθηκαν μονομερώς. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παραβίαση του καθήκοντος αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, τότε το Δικαστήριο ακυρώνει το διάταγμα που εξέδωσε μονομερώς. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Γρηγορίου κ.α ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ 248 είναι χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τυχόν παραβίαση του εν λόγω καθήκοντος: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία.» Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης παρέμεινε ατεκμηρίωτος, αφού ούτε στην ένορκη δήλωση, ούτε και στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση, εξειδικεύονται γεγονότα τα οποία να συνιστούν παράβαση του καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι δεν έχει διαπιστωθεί από το Δικαστήριο παράβαση του εν λόγω καθήκοντος. Οι διαφορετικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται από τον Καθ' ου η αίτηση προς αντίκρουση ισχυρισμών της Αιτήτριας δεν καταδεικνύουν παράβαση του εν λόγω καθήκοντος. Το κριτήριο για να διαπιστωθεί κατά πόσο συγκεκριμένα ισχυριζόμενα γεγονότα θα έπρεπε να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό (M & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.α v. The Timberland Co
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1791). Οι διαφορετικοί ισχυρισμοί που προβάλλει ο Καθ' ου η αίτηση απαιτούν αξιολόγηση, η οποία μόνο στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της αγωγής μπορεί να γίνει και όχι ασφαλώς στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Με λίγα λόγια τα όσα αναφέρει ο Καθ' ου η αίτηση αποτελούν ισχυρισμούς και όχι γεγονότα ικανά να διαπιστωθούν αντικειμενικά. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω υπό το φως των αρχών που έχουν εκτεθεί πιο πάνω κατά την ανάπτυξη της νομικής πτυχής κατά πόσο, ενόψει και των στοιχείων που έχουν τεθεί από τον Καθ' ου η αίτηση με την ένσταση, η Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 32 του Νόμου έτσι ώστε να οριστικοποιηθούν τα εκδοθέντα διατάγματα. Όπως ήδη αναφέρθηκε η Αιτήτρια εδράζει το αγώγιμο δικαίωμα της επί της συμφωνίας που ισχυρίζεται ότι συνομολόγησε με τον Καθ' ου η αίτηση δυνάμει της οποίας η ίδια, ενόσω ζει, θα είναι αποκλειστικά δικαιούχος των χρημάτων που βρίσκονταν κατατεθειμένα στον κοινό λογαριασμό που διατηρεί με τον Καθ' ου η αίτηση. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι ο λόγος για τον οποίο έγινε η προαναφερόμενη διευθέτηση ήταν για να μπορέσει ο Καθ' ου η αίτηση, όταν η ίδια αποβιώσει, να καταστεί άμεσα δικαιούχος των χρημάτων που θα είναι κατατεθειμένα στον εν λόγω λογαριασμό χωρίς να χρειάζεται να γίνει διαχείριση της περιουσίας της. Στην αντίπερα όχθη ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχεται μεν ότι η Αιτήτρια μετέφερε σε κοινό λογαριασμό που ανοίχθηκε μαζί του τα χρήματα που προηγουμένως ήταν κατατεθειμένα σε κοινό λογαριασμό του αποβιώσαντα πατέρα του και της Αιτήτριας, αρνείται όμως ότι συμφώνησε μαζί της ότι η ίδια ενόσω ζει θα είναι αποκλειστικά η δικαιούχος του κοινού λογαριασμού. Αντιθέτως, ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δήλωσε ότι τα χρήματα αυτά ανήκουν στον ίδιο εφόσον προηγουμένως ανήκαν στον αποβιώσαντα πατέρα του. Είναι καλά γνωστό ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης αιτήσεων προσωρινών διαταγμάτων δεν αξιολογεί αντικρουόμενη μαρτυρία, ούτε προχωρεί σε εις βάθος εξέτασή της ή σε διατύπωση ευρημάτων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 του Νόμου [Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528]. Περαιτέρω, όπως έχει κατά κόρον τονισθεί από την νομολογία, στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του [T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) A.A.Δ 1802]. Εφαρμόζοντας επομένως τις πιο πάνω αρχές στα δεδομένα της υπό κρίση αίτησης θεωρώ ότι η Αιτήτρια ικανοποιεί τα πρώτα δύο κριτήρια του άρθρου 32 του Νόμου, ήτοι την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και την πιθανότητα επιτυχίας εφόσον είναι παραδεκτό γεγονός ότι ανοίχθηκε ο κοινός λογαριασμός με πρωτοβουλία της Αιτήτριας και με χρήματα που προηγουμένως ήταν κατατεθειμένα σε κοινό λογαριασμό που διατηρούσε η Αιτήτρια με τον αποβιώσαντα σύζυγο της και πατέρα του Καθ' ου η αίτηση. Επίσης σημειώνεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχεται ότι μετέφερε σε δικό του τραπεζικό λογαριασμό χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στον επίδικο κοινό λογαριασμό. Από εκεί και πέρα προβάλλονται εκ διαμέτρου αντίθετοι ισχυρισμοί από τους διαδίκους, η αξιολόγηση των οποίων όμως δεν θα γίνει στο παρόν στάδιο αλλά κατά την εκδίκαση της αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση επίσης θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις πληρούται. Όπως ήδη αναφέρθηκε είναι παραδεκτό ότι ο Καθ' ου η αίτηση κατά ή περί τις 13.09.16 μετέφερε χρήματα από τον επίδικο κοινό λογαριασμό σε δικό του προσωπικό λογαριασμό. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι το ποσό που μεταφέρθηκε είναι €75.
- Στην ένσταση δεν επιβεβαιώνεται, ούτε όμως και απορρίπτεται το εν λόγω ποσό, αφού ο ενόρκως δηλών περιορίζεται να αναφέρει ότι μετέφερε χρηματικό ποσό χωρίς να προσδιορίζει το ύψος του. Επιπρόσθετα η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, άνεργος και χωρίς οικονομικούς πόρους, ισχυρισμοί που δεν τυγχάνουν άρνησης ή σχολιασμού στην ένσταση. Ενόψει των πιο πάνω και έχοντας επίσης υπόψη μου τη σημερινή πραγματικότητα, όπου συναλλαγές και μεταφορές χρημάτων από τη μία χώρα στην άλλη μπορούν να πραγματοποιηθούν με μεγάλη ευκολία, θεωρώ ότι ο κίνδυνος αδυναμίας ικανοποίησης ενδεχόμενης απόφασης υπερ της Αιτήτριας είναι υπαρκτός. Στο σημείο αυτό ανοίγω μία παρένθεση για να επισημάνω ότι το ζήτημα του κατεπείγοντος δεν εγείρεται ως λόγος ένστασης, ωστόσο γίνεται αναφορά σε αυτό στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση. Συγκεκριμένα γίνεται παραπομπή σε νομολογία που διέπει το εν λόγω ζήτημα, χωρίς ωστόσο να προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία περί μη απόδειξης του κατεπείγοντος στην παρούσα υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει επισημαίνω ότι στη βάση των αναφορών που έγιναν πιο πάνω κατά την ανάπτυξη της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου, το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε για την πλήρωση των όρων του άρθρου 9 του Κεφ.
- Έχοντας λοιπόν αποφασίσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 32 του Νόμου για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων, θα πρέπει πλέον να εξεταστεί κατά πόσο το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς την πλευρά της Αιτήτριας. Στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1Β Α.Α.Δ. 788, αναφέρεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν τελικά εσφαλμένη. Έχοντας υπόψη μου τις περιστάσεις της υπόθεσης, όπως εκτίθενται αναλυτικά πιο πάνω, θεωρώ ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει καθαρά υπέρ της Αιτήτριας έτσι ώστε να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων. Οι όποιες επιπτώσεις μπορεί να προκληθούν στον Καθ' ου η αίτηση θεωρώ ότι είναι ήσσονος σημασίας, μπροστά στις συνέπειες που θα επιφέρει στην Αιτήτρια τυχόν ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων, εφόσον η τελευταία επιτύχει επί της ουσίας της αγωγής. Για όλους του λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως υπό τις περιστάσεις τα εκδοθέντα διατάγματα ημερομηνίας 19.09.16 καταστούν απόλυτα με την προσθήκη στο τέλος αυτών της φράσης: «μέχρι αποπεράτωσης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου». Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα