COTE ROYAL PROPERTIES LIMITED κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτηση-Έφεσης: 2/2017, 3/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αίτηση-Έφεσης: 2/2017 Επί τοις αφορώσι το άρθρο 44(Γ) του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ:
- COTE ROYAL PROPERTIES LIMITED, εκ Λευκωσίας
- ΝΙΚΟΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ, εκ Λευκωσίας
- ΔΕΣΠΩ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΟΥ, εκ Πάφου Αιτητές-Εφεσείοντες ΚΑΙ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ' ων η Αίτηση-Εφεσίβλητοι Μονομερής Αίτηση ημερ. 1.3.2017 Ημερομηνία: 3 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Δημητρίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) Aφορμή για την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης αποτέλεσε η έκδοση τελικής απόφασης από το Δικαστήριο στις 8.2.2017 με την οποία απέρριψε την αίτηση-έφεση που καταχώρησαν οι Αιτητές εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Στο σημείο αυτό ανοίγω μια παρένθεση για να αναφέρω ότι με την αίτηση-έφεση η οποία απορρίφθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση του Δικαστηρίου, οι Αιτητές αξίωναν αφενός διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνονται οι ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» και «ΙΑ» και αφετέρου διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία που προβλέπεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο, Ν.9/65 ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Κλείνοντας την πιο πάνω παρένθεση και επανερχόμενος στην υπό κρίση αίτηση, αναφέρω ότι υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση ημερ. 1.3.2017 της Αιτήτριας υπ' αρ.
- Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι εναντίον της απόφασης ημερ. 8.2.2017 καταχωρήθηκε έφεση από τους Αιτητές, αντίγραφο της οποίας και επισυνάπτεται ως τεκμήριο
- Η ενόρκως δηλούσα στη βάση πληροφόρησης που έλαβε από τον δικηγόρο της, υποστηρίζει ότι η έφεση έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας καθώς με αυτήν προβάλλεται ένα καινοφανές ζήτημα που αφορά τη διαδικασία εκποίησης ακινήτων όπως αυτή έχει πρόσφατα θεσπιστεί με τις τροποποιήσεις που έχουν επέλθει στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο. Επίσης η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι και το ίδιο το Δικαστήριο στην εφεσιβαλλόμενη απόφαση του αναφέρει ότι για το εν λόγω ζήτημα έχουν εκδοθεί διιστάμενες πρωτόδικες αποφάσεις, ενώ δεν υπάρχει σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι είναι δίκαιο και εύλογο όπως ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της σχετικής έφεσης καθώς σε αντίθετη περίπτωση οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και η καταχωρηθείσα αίτηση θα καταστεί άνευ αντικειμένου εφόσον είναι βέβαιο ότι με τη διενέργεια του σχετικού πλειστηριασμού το ενυπόθηκο ακίνητο που αποτελεί αντικείμενο της έφεσης θα πωληθεί. Εν κατακλείδι η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι ενόψει των πιο πάνω αναφερομένων, υπάρχουν στην παρούσα περίπτωση ειδικές περιστάσεις οι οποίες συνηγορούν υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της υπό κρίση αίτησης και έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της, αλλά και το περιεχόμενο της απόφασης ημερ. 8.2.2017, έκρινε κατ' αρχή ορθό όπως η παρούσα αίτηση, αφού καταστεί δια κλήσεως, επιδοθεί στην Καθ' ης η αίτηση. Ωστόσο ενόψει της δήλωσης του κ. Δημητρίου ότι ο πλειστηριασμός είναι προγραμματισμένος για να διενεργηθεί στις 6.3.2017, κάλεσε τον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών να αγορεύσει επί της αιτήσεως εφόσον ήταν πρακτικά αδύνατο η παρούσα να καταστεί δια κλήσεως και να επιδοθεί στην Καθ' ης η αίτηση. Ο κ. Δημητρίου αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου επανέλαβε ουσιαστικά τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, τονίζοντας ιδιαιτέρως τις πιθανότητες επιτυχίας της καταχωρηθείσας έφεσης. Συγκεκριμένα επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι υπάρχει ήδη δικαστική απόφαση και επομένως η Καθ' ης η αίτηση δεν μπορούσε να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Τόνισε επίσης ότι ενόψει του προγραμματισμένου πλειστηριασμού είναι ορατός ο κίνδυνος εκποίησης του ακινήτου με αποτέλεσμα η έφεση να καταστεί άνευ αντικειμένου. Όπως προκύπτει και από την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Αιτητών, η ουσιαστική νομική διάταξη επί της οποίας βασίζεται η υπό κρίση αίτηση είναι η Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η προαναφερόμενη διαταγή απασχόλησε τη Νομολογία μας σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρομαι στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ντίνου Μ. Λύρα κ.α.
(1997)Τόμος 1Γ Α.Α.Δ σελ. 1384, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το αντικείμενο της αναστολής δυνάμει της Δ.35 θ.18: «Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35 θ.18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις: (Fotiou and Another v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708, In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119∙ (βλ. επίσης Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524). Η Δ.35 θ.18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος». Σύμφωνα επομένως με την προαναφερόμενη απόφαση, αντικείμενο της αναστολής δυνάμει της Δ.35 θ.18 είναι η υποχρέωση ή το καθήκον που επιβάλλεται από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση . Τίθεται συνεπώς το ερώτημα κατά πόσο με την απόφαση ημερ. 8.2.2017 έχει επιβληθεί οποιαδήποτε υποχρέωση ή καθήκον στους Αιτητές. Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική στο προαναφερόμενο ερώτημα αφού με την αίτηση-έφεση αυτό το οποίο αξίωναν οι Αιτητές, ως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, είναι την ακύρωση των ειδοποιήσεων που δόθηκαν δυνάμει του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου και την αναστολή της διαδικασίας που προβλέπεται από τον εν λόγω Νόμο. Συνεπώς με την εφεσιβαλλόμενη απόφαση δεν επιβλήθηκε οποιοδήποτε καθήκον ή υποχρέωση στους Αιτητές, ούτε και υπάρχει οποιοδήποτε αντικείμενο προς εκτέλεση. Παρά το γεγονός ότι και στη βάση της αγόρευσης του κ. Δημητρίου προκύπτει ότι οι Αιτητές ουσιαστικά βασίζονται επί της Δ.35 θ.18 για την υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης, εντούτοις επειδή σε αυτήν περιλαμβάνεται και το άρθρο 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, επισημαίνω ότι και με το εν λόγω άρθρο η αναστολή χωρεί μόνο σε σχέση με την εκτέλεση απόφασης. Παραπέμπω στην υπόθεση Παπακοκκίνου κ.α. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)Τόμος 1Β Α.Α.Δ. σελ. 692 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατ' αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Το ίδιο, καθώς νομολογήθηκε, είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει του κ.18 της Δ.35». Τέλος στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης μνημονεύεται, μεταξύ άλλων διατάξεων και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- Το άρθρο αυτό ρυθμίζει τις περιπτώσεις κάτω από τις οποίες το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι ακόλουθες τρεις:
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
- Η πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία.
- Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Εν προκειμένω δεν τίθεται κατά την άποψη μου ζήτημα εξέτασης του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Αυτό διότι η αίτηση-έφεση έχει εκδικαστεί και το Δικαστήριο στις 8.2.2017 εξέδωσε τελική απόφαση απορρίπτοντας την αίτηση-έφεση. Επομένως δεν τίθεται προς εξέταση οποιονδήποτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε και υπάρχει πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία από τη στιγμή που ήδη έχει απορριφθεί η αίτηση-έφεσης. Σημειώνω ότι η Νομολογία μας έχει αναγνωρίσει τη δυνατότητα, κάτω από εξαιρετικές περιστάσεις, αναβίωσης προσωρινού διατάγματος το οποίο ακυρώθηκε ενόψει της καταχώρησης έφεσης εναντίον της απόφασης, με την οποία ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγμα. (Βλ. Aspis Liberty Life Insurance Public Co. Ltd v. Σιακατίδου
(2011)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 1816). Η παρούσα περίπτωση όμως σαφώς διαφοροποιείται από την προαναφερόμενη δυνατότητα που έχει αναγνωριστεί νομολογιακά. Αυτό διότι εδώ δεν μιλούμε για ακύρωση προσωρινού διατάγματος, αλλά για τελική απόφαση Δικαστηρίου και όχι ενδιάμεση με την οποία μάλιστα απορρίφθηκε η υπόθεση και όχι οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα. Καταληκτικά αναφέρω ότι δεν μπορεί να παραμείνει χωρίς σχολιασμό και το εξής γεγονός: Η εφεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 8.2.2017 και παραταύτα η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μόλις την 1.3.2017 και ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο σήμερα στις 3.3.2017. Μεσολάβησε δηλαδή περίπου ένας μήνας από την ημερομηνία έκδοσης της εφεσιβαλλόμενης απόφασης μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται στην παράγραφο 3 αυτής ότι η έφεση καταχωρήθηκε άμεσα. Δεν δίδεται μεν ακριβής ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης, ωστόσο η χρησιμοποίηση της λέξης «άμεσα» υποδηλεί ότι αυτή καταχωρήθηκε τις αμέσως επόμενες μέρες που ακολούθησαν την έκδοση της εφεσιβαλλόμενης απόφασης. Στην ένορκη δήλωση ωστόσο δεν δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ουσιαστικά με τις ημερομηνίες που έχω προαναφέρει, δηλαδή ότι η αίτηση τέθηκε σήμερα για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ημέρα Παρασκευή και ο προγραμματισμένος πλειστηριασμός είναι ορισμένος στις 6.3.2017 ημέρα Δευτέρα, το Δικαστήριο τέθηκε ενώπιον προ τετελεσμένων γεγονότων. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί παρά να σχολιαστεί αρνητικά από το Δικαστήριο. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εκθέσω πιο πάνω, η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.). ............... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ