Αναφορικά με την Αίτηση του κ. Ιωάννη Πογιατζή υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή/Παραλήπτη της περιουσίας της K. Onisiforou Construction and Developing Limited ν. Αναφορικά με την Διαχείριση της Εταιρείας K. Onisiforou Construction and Developing Limited, Αρ. Γεν. Αίτησης: 231/16, 3/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αίτησης: 231/16 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Αναφορικά με την Διαχείριση της Εταιρείας K. Onisiforou Construction and Developing Limited HE 42419 και Αναφορικά με την Αίτηση του κ. Ιωάννη Πογιατζή υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή/Παραλήπτη της περιουσίας της K. Onisiforou Construction and Developing Limited δυνάμει των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης με ημερ. εγγραφής 16/11/2010, ημερ. 31/10/1996, 30/4/2009 και 08/02/
- --------------- Αίτηση ημερ. 10.11.16 Ημερομηνία: 03.03.2017 Για τον Αιτητή: κ. Ψυχάκης Για την Καθ' ης η αίτηση: κ. Μυτίδης για κκ. Αγγελίδη και Πολυδώρου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ιωάννης Πογιατζής (στο εξής ο «Αιτητής») υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής/Παραλήπτης (στο εξής «Δ/Π») της εταιρείας K. Onisiforou Construction and Developing Ltd (στο εξής «Καθ' ης η αίτηση») καταχώρησε στις 10.11.16 την παρούσα Γενική Αίτηση με την οποία αξιώνει την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων που αφορούν την διεκπεραίωση των καθηκόντων του ως Δ/Π της Καθ' ης η αίτηση. Συγκεκριμένα αξιώνει, μεταξύ άλλων, διάταγμα που να απαγορεύει στους διευθυντές, αξιωματούχους, αντιπροσώπους, υπαλλήλους και σε οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση να παρεμποδίζουν την είσοδο του στο εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η αίτηση και/ή σε οποιοδήποτε υποστατικό της, καθώς επίσης και να τον παρεμποδίζουν στον έλεγχο και/ή επιθεώρηση των βιβλίων και/ή εγγράφων και/ή αρχείων της Καθ' ης η αίτηση. Περαιτέρω, αξιώνει διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται τα προαναφερόμενα πρόσωπα όπως του παραδώσουν τα λογιστικά βιβλία και/ή λογαριασμούς και/ή οικονομικές καταστάσεις σε σχέση με τα έσοδα και έξοδα της Καθ' ης η αίτηση, καθώς και πληροφορίες για τα χρέη και για το σύνολο της κινητής και/ή ακίνητης ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της πιο πάνω αναφερόμενης Γενικής Αίτησης, καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση με την οποία επίσης αξιωνόταν η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το Δικαστήριο επιλήφθηκε αυθημερόν της αίτησης και εξέδωσε την ίδια ημέρα τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα: «ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και διά του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην εταιρεία K Onisiforou Construction and Developing Limited και/ή στους διευθυντές και/ή γραμματέα της και/ή αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους της και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους της, από το να προβαίνουν σε οιεσδήποτε πράξεις και/ή παραλείψεις διά των οποίων να παρακωλύεται η άσκηση των εξουσιών ή και αρμοδιοτήτων του Αιτητή δυνάμει του Ομολόγου Κυμαινομένης Επιβάρυνσης με το οποίο διορίστηκε ως Παραλήπτης/Διαχειριστής ή και να παρεμποδίζεται ο Αιτητής ή και οιονδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό του από τον έλεγχο ή και επιθεώρηση των αρχείων ή και βιβλίων ή και εγγράφων της εταιρείας ή και την ελεύθερη είσοδο στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στην οδό Άγγελου Σικελιανού 3 και Παντελή Μηχανικού γωνία, στην Πάφο, καθ' όλη τη διάρκεια για την οποία ο κ. Ιωάννης Πογιατζής θα ενεργεί ως Διαχειριστής/Παραλήπτης της Εταιρείας και/ή σε οποιοδήποτε άλλο υποστατικό της εταιρείας ή/και σε υποστατικό στο οποίο η Εταιρεία διεξάγει εργασίες για σκοπούς διαχείρισης της περιουσίας της Εταιρείας μέχρι ή/και σε υποστατικό στο οποίο η εταιρεία διεξάγει εργασίες για σκοπούς διαχείρισης της περιουσίας της Εταιρείας, μέχρι την εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης ή και μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εκδοθεί και διά του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Διευθυντές και/ή γραμματέα και/ή αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους, ή οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους της εταιρείας, προβαίνουν σε οποιαδήποτε αποξένωση και/ή μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας και/ή πωλεί και/ή μεταβιβάζει και/ή υποθηκεύει και/ή άλλως επιβαρύνει την περιουσία αυτής, στο Κτηματολόγιο ή και σε οποιοδήποτε τρίτο μέρος μέχρι της εκδίκασης της Κυρίως αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή ζήτησε άδεια και απέσυρε άνευ βλάβης τα υπόλοιπα διατάγματα που διεκδικούνταν με την υπό εξέταση αίτηση. Το Δικαστήριο όρισε επιστρεπτέο το διάταγμα στις 21.11.
- Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στο Κεφ. 113 άρθρα 91, 93, 97, 337-344, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρο 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θθ1 ως 9, στους περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς, κανονισμοί 6 και 7, στις αρχές της επιείκειας, στη Νομολογία και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Την υποστηρικτική ένορκη δήλωση υπογράφει ο Αιτητής και σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι διορίστηκε ως Δ/Π της Καθ' ης η αίτηση στις 24.10.16 από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η «Τράπεζα») δυνάμει των Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 16.11.10, 31.10.96, 30.04.09 και 08.02.08 (Τεκμήρια Β - Ε της αίτησης αντίστοιχα). Η Τράπεζα ενημέρωσε αμέσως τον διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση και ο ίδιος ήλθε σε επικοινωνία μαζί του και διευθετήθηκε συνάντηση στα γραφεία της Καθ' ης η αίτηση στις 26.10.
- Στην πρώτη αυτή συνάντηση ο διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση υπήρξε συνεργάσιμος και υποσχέθηκε να παραδώσει αριθμό εγγράφων που αφορούν τους ελεγμένους λογαριασμούς της. Επίσης ο διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση προγραμμάτισε συνάντηση με την Τράπεζα στις 31.10.16 στην οποία παρευρέθηκε και ο Αιτητής. Στην εν λόγω συνάντηση έγιναν διάφορες προτάσεις από τον διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση σε σχέση με την περιουσία της και συμφωνήθηκε όπως στις 02.11.16 ο Αιτητής μεταβεί στα γραφεία της Καθ' ης η αίτηση προκειμένου να του δοθεί πρόσβαση στα οικονομικά στοιχεία της τελευταίας και να βοηθήσει τον διευθυντή της στην ετοιμασία της κατάστασης υποθέσεων της (statement of affairs). Η συνάντηση της 02.11.16 δεν πραγματοποιήθηκε τελικά για λόγους που αφορούσαν τον διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση. Το ίδιο έγινε στις 03.11.16 και στις 04.11.16, οπότε και συμφωνήθηκε ότι τελικά η επιθεώρηση στα στοιχεία της Καθ' ης η αίτηση θα λάβει χώρα στις 07.11.
- Παρά ταύτα, στις 06.11.16, ο διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση ακύρωσε τη συνάντηση λέγοντας ότι θα ενημέρωνε ο ίδιος για την ημερομηνία πραγματοποίησης της, χωρίς όμως να δίδει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Ακολούθως στις 09.11.16 η σύζυγος του διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση με ηλεκτρονικό μήνυμα της ανέφερε ότι εντός των επόμενων 8 ημερών θα υπέβαλλε προτάσεις για τα χρέη της Καθ' ης η αίτηση, χωρίς να γίνεται και πάλι οποιαδήποτε αναφορά για την ημερομηνία επιθεώρησης των στοιχείων της τελευταίας. Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά του διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση τον παρακωλύει στην εκτέλεση των καθηκόντων του ως Δ/Π, με αποτέλεσμα να ελλοχεύει ο κίνδυνος να βρεθεί εκτεθειμένος λόγω παράβασης προνοιών του Κεφ.113 καθώς υπέχει προσωπικής ευθύνης για οτιδήποτε αφορά τη διαχείριση της Καθ' ης η αίτηση. Ως εκ της συμπεριφοράς του διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση, ο Αιτητής δεν είναι σε θέση να έχει ακριβή εικόνα των στοιχείων της Καθ' ης η αίτηση, ούτε και μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια τους χρεώστες και τους πιστωτές της. Περαιτέρω, μετά από επικοινωνία που είχε η βοηθός του Αιτητή με την εσωτερική νομικό σύμβουλο του Κτηματολογίου κα. Ελισσαίου, η τελευταία πληροφόρησε την πρώτη ότι ο διορισμός Δ/Π δεν αποτελεί εμπράγματο βάρος και έτσι δεν απαγορεύεται η μεταβίβαση περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση από τον διευθυντή της. Μόνο με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου το Κτηματολόγιο δεν θα αποδέχεται την υπογραφή του διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη την απουσία διάθεσης συνεργασίας εκ μέρους του διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση, υπάρχει ο κίνδυνος αποξένωσης περιουσίας με αποτέλεσμα να παραμείνει η Καθ' ης η αίτηση εκτεθειμένη στους πιστωτές της, αλλά και σε τρίτα πρόσωπα. Επίσης υπάρχει ο κίνδυνος καταστροφής εγγράφων και ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω είναι επείγον να εκδοθεί το διάταγμα προκειμένου να διευκολυνθεί ο Αιτητής στην άμεση άσκηση των καθηκόντων του, αλλά και για να αποτραπούν οποιεσδήποτε αρνητικές συνέπειες που θα είναι εκ των υστέρων αδύνατο να επανορθωθούν. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε στις 23.11.16 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην οποία εγείρονται έξι λόγοι ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν στο ότι η διαδικασία διορισμού του Αιτητή ως Δ/Π και η παραχώρηση σε αυτόν εξουσιών πάσχει καθώς αυτή γίνεται με αγωγή, ιδιαιτέρως από τη στιγμή που υπάρχουν διαφορές ως προς τα γεγονότα όπως εν προκειμένω όπου η Τράπεζα καταχώρησε αγωγές εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Επίσης ως λόγος ένστασης προβάλλεται η παράβαση από μέρους του Αιτητή του καθήκοντος της ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης, καθώς και ότι ο διορισμός του Αιτητή έγινε κακόπιστα. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο Αιτητής απέκρυψε ότι η Τράπεζα καταχώρησε εναντίον της Καθ' ης η αίτηση και των εγγυητών της τις αγωγές με αρ.822/16, 596/16, 622/16 και 837/16 Ε.Δ. Πάφου. Μετά την καταχώρηση των προαναφερόμενων αγωγών ο διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση προσπάθησε αρκετές φορές να πείσει τον υπεύθυνο της Τράπεζας στην Πάφο όπως δοθεί ανάλυση των χρεών της Καθ' ης η αίτηση διότι το λογιστήριο της διαπίστωνε υπερχρεώσεις που κυμαίνονταν μεταξύ του 20-30%. Πολλές φορές πρότεινε ο ίδιος όπως αφαιρεθούν οι υπερχρεώσεις για να εξοφλήσει η Καθ' ης η αίτηση το πραγματικό υπόλοιπο είτε με μετρητά, είτε με παραχώρηση ακινήτων ίσης αξίας. Η Τράπεζα ωστόσο αρνείται να συνεργαστεί και ασκείται πίεση όπως η Καθ' ης η αίτηση και ο ίδιος αποδεχθούν τα χρέη όπως αυτά διατυπώνονται στις αγωγές που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Ο διορισμός του Αιτητή ως Δ/Π συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και αν αφεθεί να εκτελέσει τα καθήκοντα του θα ακολουθήσει την πάγια τακτική που είναι η πώληση των ακινήτων της Καθ' ης η αίτηση σε τιμές κάτω από την πραγματική τους αξία με αποτέλεσμα τη διάλυση της Καθ' ης η αίτηση. Η μοναδική περιουσία της Καθ' ης η αίτηση είναι τα ακίνητα που είναι υποθηκευμένα και αναφέρονται στην αγωγή με αρ.822/16 Ε.Δ. Πάφου. Σε περίπτωση ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος τα προαναφερόμενα ακίνητα θα παραμείνουν υποθηκευμένα εξασφαλίζοντας το λαβείν της Τράπεζας, ενώ θα συνεχίσει και η εργοδότηση των 22 υπαλλήλων της Καθ' ης η αίτηση. Η Καθ' ης η αίτηση διεξάγει εργασίες και με βάση κατάλογο χρεών και αποθεμάτων (Τεκμήριο 4 της ένστασης) που ετοιμάστηκε από το λογιστήριο της προκύπτει ότι, αφαιρουμένων των χρεών, έχει καθαρό ενεργητικό €5.000.
- Καταληκτικά ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ο Αιτητής δεν διαθέτει την τεχνογνωσία για να συνεχίσει τις δραστηριότητες της Καθ' ης η αίτηση και τυχόν οριστικοποίηση του διατάγματος θα δημιουργήσει ανεπανόρθωτες ζημιές, καθώς η Καθ' ης η αίτηση θα παραμείνει χωρίς περιουσιακά στοιχεία και δεν θα μπορεί να επιβιώσει. Η ακρόαση πραγματοποιήθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται ουσιαστικά επί των άρθρων 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 (στο εξής ο «Νόμος») και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Το άρθρο 32 του Νόμου έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά υποθέσεων [βλ. μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd ν. Petros I. Rossis
(1976)1. C.L.R. 38, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R 557, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσιολάκκη κ. ά. ν. Στυλιανίδης
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 282 κ. ά.]) όπου και καθορίστηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου είναι οι ακόλουθες τρεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο Αιτητής δικαιούται σε θεραπεία. (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 του Νόμου και αφορά την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα [Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557]. Η δεύτερη προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, έχει ερμηνευθεί ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η πιθανότητα στα πλαίσια του άρθρου 32, απαιτεί από τον Αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό εξετάζει τη μαρτυρία, χωρίς ωστόσο να προχωρεί σε αξιολόγησή της, αφού το μόνο που απαιτείται είναι απλή πιθανότητα επιτυχίας. Ουσιαστικά, οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, υπό την έννοια ότι κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Για να αποδειχθούν οι τρεις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις ο Αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος [The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263]. Αφότου το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, προχωρεί στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Όσον αφορά το άρθρο 9 του Κεφ. 6, δίδει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να εκδώσει μονομερώς ένα Διάταγμα εφόσον ο αιτητής έχει αποδείξει το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Έχει νομολογηθεί ότι το υπαρκτό του επείγοντος ή οποιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο αυτό. Όταν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 9 δικαιολογείται η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Συμπεράσματα Οι τρείς από τους έξι λόγους ένστασης που επικαλείται η Καθ' ης η αίτηση αφορούν την παράβαση του καθήκοντος της πλήρους αποκάλυψης εκ μέρους του Αιτητή. Το εν λόγω ζήτημα θα πρέπει να εξετασθεί κατά προτεραιότητα και αυτό διότι από τη στιγμή που το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς έχει τεράστια σημασία το κατά πόσο υπήρξε συμμόρφωση προς το καθήκον αποκάλυψης. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παραβίαση του καθήκοντος αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, τότε το Δικαστήριο ακυρώνει το διάταγμα που εξέδωσε μονομερώς. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Γρηγορίου κ.α ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ 248 είναι χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τυχόν παραβίαση του εν λόγω καθήκοντος: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. (Βλ. Attorney-General and Another (No. 2) v. Savvides
(1979)1 C.L.R. 349· NationalLine v. Ship "Sunset"
(1986)1 C.L.R. 393, σελ. 406-412· Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437, σελ. 443, 446 · Άνθιμος Δημητρίου v. The Dolphin Insurance Company Limited και Άλλων,
(1990)1 A.A.Δ. 351· Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. και Άλλου,
(1992)1(A) Α.Α.Δ. 360· και Χριστιάνα Στυλιανού, διά της μητρός αυτής Έλλης Στυλιανού ως πλησιεστέρας συγγενούς και φίλης, v. Ανδρέα Στυλιανού,
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 583.)». Η θέση περί μη αποκάλυψης εστιάζεται στο ότι δεν αναφέρθηκαν στην αίτηση οι αγωγές με αρ.822/16, 596/16, 622/16 και 837/16 Ε.Δ. Πάφου (Δέσμη Τεκμηρίου 1 της ένστασης). Το γεγονός αυτό οδηγεί και στο δεύτερο σημείο όπου εντοπίζεται από την Καθ' ης η αίτηση παράβαση του καθήκοντος αποκάλυψης, ήτοι στο ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική αφού προωθούνται δύο παράλληλες διαδικασίες προς επίτευξη του ίδιου σκοπού. Περαιτέρω, αναφέρεται στον λόγο ένστασης υπ' αρ.5 ότι δεν αναφέρθηκε από τον Αιτητή και την Τράπεζα ότι η Καθ' ης η αίτηση προσφέρθηκε να εξοφλήσει τα χρέη της, αφού αφαιρεθούν οι υπερχρεώσεις, ενώ στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Τράπεζα και ο Αιτητής απέκρυψαν ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι ενεργή εταιρεία. Τα ερωτήματα που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι (i) κατά πόσο τα πιο πάνω αναφερόμενα δεν έχουν όντως αποκαλυφθεί από τον Αιτητή και (ii) σε τέτοια περίπτωση ποιες επιπτώσεις μπορεί να ενέχει η μη αποκάλυψη τους. Στην υπόθεση M & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.α v. The Timberland Co
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1791, κρίθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ουσιώδες είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι των αιτουμένων διαταγμάτων. Περαιτέρω, στην αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)I W.L.R., η οποία έχει υιοθετηθεί από τα Δικαστήρια μας, διατυπώθηκαν 7 προτάσεις σε σχέση με το ζήτημα της αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Η 2η και η 6η πρόταση αναφέρουν τ΄ ακόλουθα σχετικά: «(ii). The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made; materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see the Kensington Income tax Comrs case [1917] 1 KB 486 at 504 per Lord Cozens-Hardy MR, citing Dalglish v. Jarvie
(1850)2 Mac & G 231 at 238, 42 ER 89 at 92, and Thermax Ltd v Schott Industrial Glass Ltd [1981] FSR 289 at 295 per Browne-Wilkinson J. .................................................................................................. (vi) Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented.» Το πρώτο ερώτημα που έχει διατυπωθεί πιο πάνω θα πρέπει να απαντηθεί καταφατικά. Όντως στην υπό κρίση αίτηση δεν αναφέρονται τα ζητήματα που επισημαίνει η Καθ' ης η αίτηση. Όσον αφορά όμως το δεύτερο ερώτημα, θεωρώ ότι τα ζητήματα που έχουν προβληθεί από την Καθ' ης η αίτηση δεν συνιστούν παράβαση του καθήκοντος αποκάλυψης. Ξεκινώντας από το πρώτο ζήτημα που αφορά τις αγωγές που έχουν καταχωρηθεί από την Τράπεζα, δεν διαδραματίζουν, κατά την κρίση μου, οποιοδήποτε ουσιώδη ρόλο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Καταρχάς ο Αιτητής δεν είναι διάδικο μέρος στις εν λόγω αγωγές, ούτε και η Τράπεζα στην παρούσα διαδικασία, με τα επίδικα θέματα των δύο διαδικασιών να είναι εντελώς διαφορετικά. Το γεγονός ότι η Τράπεζα καταχώρησε τις προαναφερόμενες αγωγές δεν σημαίνει ότι δεν μπορούσε να διορίσει Δ/Π της Καθ' ης η αίτηση. Το δικαίωμα της Τράπεζας για διορισμό Δ/Π πηγάζει από τα Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης και είναι ανεξάρτητο των οποιωνδήποτε άλλων δικαιωμάτων της Τράπεζας περιλαμβανομένου του δικαιώματος καταχώρησης αγωγής (βλ. τον όρο 11 των Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ. 31.10.96 και 08.02.08 - Τεκμήρια Γ και Ε αντίστοιχα και τον όρο 9 των Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ. 30.04.09 και 16.11.10 - Τεκμήρια Δ και Β αντίστοιχα). Συνεπώς, το γεγονός της καταχώρησης των προαναφερόμενων αγωγών είναι ουδέτερης σημασίας και ως τέτοιο δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει οποιοδήποτε ρόλο αν ήταν στη γνώση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης για τη χορήγηση του επίδικου διατάγματος μονομερώς. Το πρώτο ζήτημα που αναπτύχθηκε πιο πάνω είναι άμεσα συνδεδεμένο και με το δεύτερο, δηλαδή ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση εισηγείται στην αγόρευση του ότι οι αγωγές με αρ.822/16, 596/16, 622/16 και 837/16 Ε.Δ. Πάφου υπερκαλύπτουν τον σκοπό διορισμού του Αιτητή ως Δ/Π, αφού η Τράπεζα έχει ως στόχο την ανάκτηση των δανείων μαζί με τους τόκους που οφείλει η Καθ' ης η αίτηση. Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η παρούσα διαδικασία, όπως καταμαρτυρεί το περιεχόμενο της Γενικής Αίτησης, περιστρέφεται γύρω από τα καθήκοντα του Αιτητή ως Δ/Π. Από την άλλη, η Τράπεζα με τις αγωγές που καταχώρησε αξιώνει την πληρωμή των ποσών που ισχυρίζεται ότι της οφείλει η Καθ' ης η αίτηση και οι εγγυητές της. Δεν αξιώνει μέσω των αγωγών τον διορισμό του Αιτητή ως Δ/Π, ή την έκδοση οδηγιών ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο διορισμός του έχει ήδη γίνει δυνάμει των Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης (βλ. Τεκμήριο Α της αίτησης) και σύμφωνα με το άρθρο 97
(1)του Κεφ.113 το οποίο ρητά προβλέπει ότι ο διορισμός Δ/Π μπορεί να γίνει είτε με διάταγμα, είτε σύμφωνα με τις εξουσίες που περιλαμβάνονται σε οποιοδήποτε έγγραφο. Εν πάση περιπτώσει, η προαναφερόμενη εισήγηση παραγνωρίζει ότι ο Δ/Π με τον διορισμό του δεν έχει ως μοναδικό καθήκον την εξόφληση των χρεών της εταιρείας προς τον πιστωτή που τον διόρισε, αλλά έχει ευρύτερες υποχρεώσεις και προς άλλους πιστωτές της εταιρείας. Συγκεκριμένα το άρθρο 89 του Κεφ.113 προνοεί ρητά ότι σε περίπτωση διορισμού Παραλήπτη, τα χρέη που πληρώνονται κατά προτεραιότητα των υπολοίπων σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους V του Kεφ.113 (στο οποίο περιλαμβάνεται το άρθρο 300), πληρώνονται από το ενεργητικό που περιέρχεται στα χέρια του Δ/Π κατά προτεραιότητα. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 89 του Κεφ.113: "89.—
(1)Όταν διορίζεται παραλήπτης εκ µέρους των κατόχων χρεωστικών οµολόγων της εταιρείας εξασφαλισθέντων µε κυµαινόµενη επιβάρυνση, ή οι κάτοχοι χρεωστικών οµολόγων ή πρόσωπο εκ µέρους των λαµβάνει κατοχή ιδιοκτησίας που περιλαµβάνεται ή υπόκειται στην επιβάρυνση, τότε αν η εταιρεία δεν βρίσκεται κατά το χρόνο εκείνο υπό εκκαθάριση, τα χρέη που σε κάθε εκκαθάριση πληρώνονται κατά προτεραιότητα των υπόλοιπων χρεών σύµφωνα µε τις διατάξεις του Μέρους V που σχετίζονται µε προτιµησιακές πληρωµές που πληρώνονται κατά προτεραιότητα από άλλα χρέη, πληρώνονται από ενεργητικό που περιέρχεται στα χέρια του παραλήπτη ή άλλου προσώπου που λαµβάνει κατοχή όπως προαναφέρθηκε κατά προτεραιότητα οποιασδήποτε αξίωσης για κεφάλαιο ή τόκο αναφορικά µε τα χρεωστικά οµόλογα.
(2)Κατά την εφαρµογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, το άρθρο 300 ερµηνεύεται ωσάν η διάταξη για πληρωµή συσσωρευµένων απολαβών για διακοπές καθίσταται πληρωτέα κατά τον τερµατισµό της απασχόλησης πριν από ή ως συνέπεια του διατάγµατος για εκκαθάριση ή ψηφίσµατος ήταν διάταξη για την καταβολή τέτοιας αµοιβής που καθίσταται πληρωτέα κατά τον τερµατισµό απασχόλησης πριν από ή ως συνέπεια του διορισµού παραλήπτη ή της λήψης κατοχής όπως προαναφέρθηκε.
(3)Οι χρονικές περίοδοι που αναφέρονται στις αναφερόµενες στο Μέρος V διατάξεις υπολογίζονται από την ηµεροµηνία του διορισµού του παραλήπτη ή της λήψης κατοχής όπως προαναφέρθηκε, ανάλογα µε την περίπτωση.
(4)Οποιεσδήποτε πληρωµές που έγιναν µε βάση το άρθρο αυτό θα εκπίπτουν κατά την έκταση που είναι δυνατό από το ενεργητικό της εταιρείας που είναι διαθέσιµο για την πληρωµή συνήθων πιστωτών." Επομένως, ο Δ/Π δεν περιορίζεται απλώς στην ικανοποίηση του πιστωτή που τον διόρισε, εν προκειμένω της Τράπεζας, αλλά θα πρέπει να ακολουθήσει τη σειρά προτεραιότητας που καθορίζεται στο άρθρο 300 του Κεφ.113. Αναφορικά τώρα με τα άλλα δύο ζητήματα, ότι δηλαδή αφενός δεν αποκαλύφθηκε ότι η Καθ' ης η αίτηση προσφέρθηκε να εξοφλήσει τα χρέη της αφού αφαιρεθούν οι υπερχρεώσεις και αφετέρου δεν αποκαλύφθηκε ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι ενεργή εταιρεία, και πάλι θεωρώ ότι δεν πρόκειται για ουσιώδη γεγονότα σε σχέση πάντοτε με τα επίδικα θέματα της παρούσας. Ο ισχυρισμός περί προσφοράς για εξόφληση, πέραν του ότι είναι γενικός και αόριστος, δεν θα διαδραμάτιζε οποιοδήποτε ρόλο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την χορήγηση του επίδικου διατάγματος. Σημασία θα είχε αν οι υποχρεώσεις που εξασφάλιζαν τα Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης είχαν εξοφληθεί πριν τον διορισμό του Δ/Π και όχι απλώς η εκδήλωση πρόθεσης για εξόφληση. Τα ίδια ισχύουν κι για το ότι η Καθ' ης η αίτηση δραστηριοποιείται. Και πάλι δεν πρόκειται, κατά την κρίση μου, για ουσιώδες γεγονός το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει στην ακύρωση του διατάγματος επειδή δεν αποκαλύφθηκε. Θα ήταν ουσιώδες αν αποτελούσε προϋπόθεση για τον διορισμό Δ/Π, είτε εκ του Νόμου, είτε από τα Ομόλογα, ότι η εταιρεία θα πρέπει να είναι ανενεργή, κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει. Το επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι η θέση ότι η παρούσα διαδικασία θα έπρεπε να ξεκινήσει με αγωγή και όχι με εναρκτήρια κλήση (βλ. λόγοι ένστασης 1 και 2). Το άρθρο 337
(1)του Κεφ.113, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «337.-
(1)Παραλήπτης ή διαχειριστής της περιουσίας εταιρείας που διορίζεται με βάση τις εξουσίες που περιέχονται σε οποιοδήποτε έγγραφο δύναται να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για οδηγίες σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που εγείρεται αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του, και σε οποιαδήποτε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο δύναται να δώσει τέτοιες οδηγίες, ή δύναται να εκδώσει τέτοια διαταγή που να δηλώνει τα δικαιώματα προσώπων ενώπιον του Δικαστηρίου ή διαφορετικά, όπως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο.» Επιπρόσθετα ο κανονισμός 6(w) των περί Εταιρειών Κανονισμών έχει ως ακολούθως (σε μετάφραση): «(w) Αιτήσεις από παραλήπτη ή διευθυντή για οδηγίες σύμφωνα με το άρθρο 336
(1)του Νόμου.» Σημειώνεται ότι με την επανέκδοση του περί Εταιρειών Νόμου το 1959, το άρθρο 336 αναριθμήθηκε σε
- Από τα πιο πάνω αναφερόμενα καθίσταται φανερό ότι τόσο το Κεφ.113, όσο και οι περί Εταιρειών Κανονισμοί ομιλούν για αίτηση που πρέπει να υποβληθεί από τον Δ/Π. Ο συγκεκριμένος τύπος της αίτησης ωστόσο δεν προβλέπεται. Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να γίνει αναφορά και στον κανονισμό 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών ο οποίος προβλέπει ότι εφαρμόζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας σε όση έκταση το Κεφ.113 και οι παρόντες Κανονισμοί δεν προβλέπουν κάτι διαφορετικό. Παραθέτω τον κανονισμό 3 (σε μετάφραση): «
- Οι κανονισμοί Δικαστηρίου που θα είναι σε ισχύ σχετικά με πολιτικές αγωγές και η γενική πρακτική και διαδικασία στα Δικαστήρια (ή αν δεν υπάρχει τοπική πρόνοια ή πρακτική και η διαδικασία που ισχύει στα Δικαστήρια στην Αγγλία), θα εφαρμόζεται σε σχέση με όλες τες διαδικασίες που σχετίζονται με αιτήσεις που έχουν σχέση αυτοί οι κανονισμοί όσο είναι πρακτικό, εκτός αν ο Νόμος ή αυτοί οι κανονισμοί προνοούν διαφορετικά». Στην προκείμενη περίπτωση, όπως καταμαρτυρεί ο τύπος επί του οποίου καταχωρήθηκε η Γενική Αίτηση, επιλέγηκε ο μηχανισμός της Δ.
- Νομολογιακά έχει αναγνωριστεί η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί η Δ.48 ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 1978, η οποία αφορούσε την απομάκρυνση Διαιτητή με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, ειπώθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Καθίσταται αναγκαίο να προσδιορίσουμε τα μέσα, που προκρίνουν οι Θεσμοί, για την υποβολή αιτήματος για την απομάκρυνση διαιτητή, που ορίζεται σε συμφωνηθείσα διαιτησία. Εξουσία για τη μετακίνησή του παρέχεται από τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, ΚΕΦ. 4, (ο «Νόμος»). προβλέπεται, ειδικά, από τις πρόνοιες του Άρθρου 14
(2). Το ίδιο εδάφιο παρέχει εξουσία για την αποκήρυξη συμφωνίας για την παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία, που αποτελεί το δεύτερο σκέλος του αιτήματος των εφεσειόντων. Και οι δύο θεραπείες μπορεί, όπως το Άρθρο 14
(2)ορίζει, να ζητηθούν με «αίτηση» ("application"), που υποβάλλεται από πρόσωπο που αποτελεί μέρος στη συμφωνία διαιτησίας. Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις πρόνοιες του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.48. Η Δ.48 είναι, κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση. Γίνεται πρόνοια σ' αυτούς (τύπους) για τον προσδιορισμό της επιζητούμενης θεραπείας και των γεγονότων στα οποία βασίζεται το αίτημα.» Έχοντας επομένως υπόψη μου τα πιο πάνω αναφερόμενα, θεωρώ ότι προσφέρεται η διαδικασία της Δ.48 για την καταχώρηση της Γενικής Αίτησης. Στη συνέχεια θα προχωρήσω στην εξέταση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32 του Νόμου μέσα στα πλαίσια των αρχών που έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία, όπως αυτές έχουν παρατεθεί πιο πάνω στην ανάπτυξη της νομικής πτυχής. Έχουν ήδη εκτεθεί οι εξαιτούμενες με την κυρίως αίτηση θεραπείες οι οποίες άπτονται των δικαιωμάτων του Αιτητή ως Δ/Π. Έχει επίσης εκτεθεί πιο πάνω το περιεχόμενο του άρθρου 337 του Κεφ.113 το οποίο παρέχει στον Δ/Π το δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο για να λάβει οδηγίες για οποιοδήποτε θέμα εγείρεται αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του. Σημειώνεται επίσης ότι μέσα από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβητείται το γεγονός του διορισμού του Αιτητή ως Δ/Π. Δεν παραβλέπω ότι σε μία εκ των αγωγών που καταχώρησε η Τράπεζα εναντίον της Καθ' ης η αίτηση η τελευταία καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση (αγωγή 822/16 Ε.Δ. Πάφου). Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι δεν έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο το εν λόγω δικόγραφο και επομένως είναι άγνωστο το κατά πόσο υπάρχει διαδικασία προσβολής ή ακύρωσης του διορισμού του Αιτητή. Άλλωστε το προσωρινό διάταγμα που είχε εξασφαλίσει η Καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της αγωγής αρ.822/16 Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 3 της ένστασης) και με το οποίο απαγορευόταν, μεταξύ άλλων, στον Αιτητή να προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω διαβήματα διαχείρισης/παραλαβής της Καθ' ης η αίτηση ακυρώθηκε, όπως αναφέρει στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της. Επομένως από τη στιγμή που δεν ακυρώθηκε ο διορισμός του Αιτητής ως Δ/Π και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να τον εμποδίζει στην εκτέλεση των καθηκόντων του, ο διορισμός του είναι σε πλήρη ισχύ. Στη βάση επομένως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι πληρούνται τα δύο πρώτα κριτήρια του άρθρου 32 του Νόμου. Αναφορικά με το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 του Νόμου, ως έχει ήδη αναφερθεί, ο Αιτητής από την ημέρα διορισμού του ως Δ/Π της Καθ' ης η αίτηση υπέχει συγκεκριμένες νομοθετικές υποχρεώσεις (βλ. και Τεκμήριο Α της αίτησης). Οι υποχρεώσεις αυτές είναι φανερό ότι δεν μπορούν να εκπληρωθούν, εάν εμποδίζεται στην εκτέλεση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του. Ειδικότερα δε όσον αφορά το διάταγμα που απαγορεύει την αποξένωση της ακίνητης περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση επισημαίνω ότι δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση αποξένωσης. Στο σύγγραμμα των κκ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη «Διατάγματα» στις σελ. 307 - 308 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με διατάγματα που απαγορεύουν την αποξένωση ακίνητης περιουσίας: «To πιο κοινό παρεμπίπτον διάταγμα που ζητείται είναι για μη αποξένωση ακίνητης περιουσίας μέχρι ολοκλήρωσης της αγωγής. Γι΄αυτή την κατηγορία διαταγμάτων το μόνο που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του εναγομένου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, δηλαδή ο κίνδυνος μη ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης σε περίπτωση αποξένωσης της περιουσίας.» Απόλυτα σχετική είναι και η υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd -v- Σκυροποιϊα «Λεωνίκ» Λτδ,
(2001)1Β Α.Α.Δ 785, στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα : «..δεν είναι (καν) αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση των εναγομένων για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» Ως εκ των ανωτέρω θεωρώ ότι πληρούται και το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 του Νόμου. Το τελευταίο ζήτημα που απομένει να εξεταστεί είναι το ισοζύγιο της ευχέρειας. Στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788 υιοθετείται απόσπασμα από την Film Rover Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR 670, όπου αναφέρεται ότι: "Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαραγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Στη National Bank of Jamaica Ltd v. Olint Corp Ltd
(2009)1 WLR 1405, αναφέρεται πως ο σκοπός ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι να βελτιώσει τις πιθανότητες του Δικαστηρίου να απονέμει δικαιοσύνη μετά την εκδίκαση της ουσίας κατά τη δίκη. Επομένως, κατά το ενδιάμεσο στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει να εκτιμήσει κατά πόσο η έκδοση ή μη του διατάγματος είναι πιο πιθανό να δημιουργήσει ένα δίκαιο αποτέλεσμα. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων, η βασική αρχή είναι κοινή, ότι δηλαδή το Δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει την πορεία εκείνη που φαίνεται πως θα προκαλέσει τη λιγότερο μη αθεράπευτη δυσχέρεια στη μια ή την άλλη πλευρά. Έχοντας υπόψη μου τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί πιο πάνω, θεωρώ ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος. Με δεδομένο τον διορισμό του Αιτητή ως Δ/Π και μέχρι αυτός να ανακληθεί ή να ακυρωθεί, ο Αιτητής θα πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντα και να ασκεί τις εξουσίες που του παρέχει ο νόμος. Δεν παραβλέπω ότι η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές σε περίπτωση που δεν ακυρωθεί το εκδοθέν διάταγμα διότι, ως ισχυρίζεται, ο Αιτητής θα ακολουθήσει την τακτική της πώλησης των ακινήτων σε τιμές κάτω από την πραγματική τους αξία. Καταρχάς ο εν λόγω ισχυρισμός είναι υποθετικός, αφού δεν τίθεται με την ένορκη δήλωση οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Σε κάθε όμως περίπτωση, σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο Δ/Π δεν μπορεί να ενεργεί αυθαίρετα και με τον διορισμό του δεν υπάρχει κίνδυνος σπατάλης ή διασκορπισμού των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η αίτηση. Στην υπόθεση Τάκης Νικολάου ν. Δημήτρη Μανναρή υπό την ιδιότητα του ως παραλήπτη/διαχειριστή της εταιρείας Priamos Hotels Ltd, Π. Ε. Αρ. 226/10 ημερομηνίας 10.7.2015, αναφέρθηκαν τα εξής (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): "Κατ' ακολουθία των πιο πάνω η έφεση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη, αλλά δεν θα ήταν χωρίς σημασία να επισημανθεί ότι όπου επιδιώκεται η παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων μιας εταιρείας που τελεί υπό διαχείριση δεν πρέπει να παρεμβάλλονται (από το Δικαστήριο) ανεπίτρεπτα εμπόδια στο έργο του Παραλήπτη/Διαχειριστή, ανεξάρτητα αν αυτός αντιπροσωπεύει την εταιρεία ή τον ομολογιούχο που τον διόρισε. Παραπέμπουμε σχετικά στην υπόθεση Capital Cameras Ltd v. Harold Lines and others (National Westminster Bank plc Intervening) [1991] 3 All E. R. 389 όπου παρατηρήθηκε ότι μετά το διορισμό Παραλήπτη/Διαχειριστή δεν υπάρχει κίνδυνος σπατάλης ή διασκορπισμού των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και ως εκ τούτου δεν πρέπει να εμποδίζεται ο διαχειριστής να χειρίζεται αυτά τα στοιχεία σύμφωνα με τους όρους του ομολόγου και όπως αυτός κρίνει κατάλληλα." Για όλους του λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω θεωρώ ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 10.11.16 καταστεί απόλυτο. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ................ Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα/Διαχειριστής - Παραλήπτης